Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Θεσσαλονίκη 1936








Which Side Are You On?, η ιστορία ενός τραγουδιού



"Which Side Are You On?"

Moυσική - Στίχοι: Florence Reece
Tραγούδι: Natalie Merchant

Come all you good workers
Good news to you I'll tell
Of how the good old union
Has come in here to dwell

Which side are you on boys?
Which side are you on?

My daddy was a miner
He's now in the air and sun
He'll be with you fellow workers
Until the battle's won

Which side are you on boys?
Which side are you on?

They say in Harlan County
There are no neutrals there
You'll either be a union man
Or a thug for J. H. Claire

Which side are you on boys?
Which side are you on?

Oh workers can you stand it?
Oh tell me how you can
Will you be a lousy scab
Or will you be a man?

Which side are you on boys?
Which side are you on?

Don't scab for the bosses
Don't listen to their lies
Poor folks ain't got a chance
Unless they organize

Which side are you on boys?
Which side are you on?

    Η Florence Reece έγραψε αυτό το τραγούδι το 1931. Εκείνη τη χρονιά οι ανθρακωρύχοι  της  περιοχής Harlan County  του Kentucky των ΗΠΑ αγωνίζονταν εναντίον των ιδιοκτητών των ορυχείων για καλύτερες συνθήκες εργασίας.Ο Sam Reece, σύζυγος της Florence, ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές του αγώνα των ανθρακωρύχων. Ο Σερίφης της περιοχής μαζί με τα πρωτοπαλλήκαρα της εργοδοσίας , σε μια προσπάθεια να τρομοκρατήσουν την οικογένεια του Reece εισέβαλαν παράνομα  στο σπίτι του και προσπάθησαν να τον συλλάβουν . Ο Reece καθώς είχε προειδοποιηθεί έγκαιρα κατόρθωσε να δραπετεύσει. Η γυναίκα του όμως και τα παιδιά  φοβήθηκαν. Όταν έφυγαν ο Σερίφης και οι άνδρες του, η Florence έγραψε τους στίχους του τραγουδιού σε ένα ημερολόγιο που κρεμόταν στην κουζίνα . Τη μελωδία τη δανείστηκε από έναν ύμνο τωνν Βαπτιστών , το "Lay the Lily Low" ή από ένα παραδοσιακό τραγούδι , το "Jack Munro".

Η πρώτη εκτέλεση είναι αυτή

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

Νάτοι λοιπόν οι μακρινοί αδελφοί μας κάτω απ' τους σωρούς των χρόνων ζωντανοί....

  [...] Στο θάλαμο Νο 1 μάθανε το νέο για το στρατηγό. Κι όχι μονάχα αυτό. Ο Ναπολέων είτανε στρατοπεδάρχης. Είχε μάθει λοιπόν και κάτι ακόμα: Πως θα εκτελεστούνε διακόσιοι - αύριο που είναι πρωτομαγιά. Από το θάλαμο Νο 1. Αυτό το είξερε από το πρωί. Όταν έφευγε λοιπόν η αγγαρεία για τον Πειραιά πλησίασε τον επικεφαλής.
   - Θυμάσαι το Γενάρη, Ηλία- έτυχε πάλι να είναι αυτός - που κάτι έδωσες σε κάποιον στον Πειραιά;
   - Το μήνυμα; σηκώνει το κεφάλι ο Ηλίας και παίζει το ξυπνό του μάτι, να καταλάβει.
   -  Ναι, εκείνη την απόφαση μας. Ήρθε, θαρώ, η ώρα να εκτελεσθεί!
   - Φυσικά. Κάθε απόφαση έχει κι εκτέλεση. Ο Ηλίας θυμήθηκε τα νομικά του και γέλασε. Λοιπόν;
   - Να πάρεις μερικές μποτίλιες ούζο, κονιάκ κι ότι βρεις, είπε και του' δοσε παραπάνω λεφτά.
   - Κατάλαβα. Θα τη γιορτάσουμε την εκτέλεση!  Και πάλι γέλασε ο Ηλίας. Το συνείθιζε. Είτανε πάντα γελαστός. Μα κείνη τη στιγμή ένιωθε ένα ιδιαίτερο ξαλάφρωμα. Είτανε τόσο όμορφος ο ήλιος, τόση χαρά να περνάς το κατώφλι του τάφου σου, να βλέπεις το δρόμο , τους ανθρώπους να γυρνάνε όποια γωνιά θέλανε. " Σκέψου, εγώ θα πήγαινα σε κείνο το στενό δρομί που βγάζει σε κείνο το λοφάκο", χάρηκε τα μικρά στριφτά πεύκα με τα μάτια όπως έτρεχε τ' αυτοκίνητο. Πάνω από τις πράσινες φούντες τους ο ουρανός γενότανε πιο τρυφερός. " Τασία"...Μάνα μου, κλονίστηκε η καρδιά του μια στιγμή. Δεν είτανε από τους ανθρώπους που είχανε αισθηματισμούς ο Ηλίας. Τίναξε το κεφάλι. Θυμήθηκε το Ντοστογέφσκι, το μελοθάνατο, πώς χρησιμοποιεί τα πέντε τελευταία δευτερόλεπτα της ζωής του στον Ηλίθιο...
    -  Εγώ μελοθάνατος!
  Είτανε αδύνατο να το δεχτεί, να το νιώσει, να πείσει τον εαυτό του. Ίσως αν είτανε μέσα στο Χαϊδάρι . Μα τώρα εδώ να κυλάει πάνω σε τούτο το αυτοκίνητο, κάτω από το γαλάζιον ουρανό, πάνω στη γυαλιστερή άσφαλτο, το αεράκι να παίζει με τα μαλιά του. " Τι σχέση έχω εγώ με το θάνατο" έλεγε όλη του η ύπαρξη. Στο βάθος ο θάνατος είναι πρόληψη. Όταν ζεις είναι αδύνατο να τον συλάβεις, να τον νιώσεις. Κι όταν πεθάνεις άλλο τόσο. Συνεπώς δεν υπάρχει, σκέφτηκε χαρούμενα κι ανακουφίστηκε.

    Το βράδι κλείσανε τις πόρτες του θαλάμου τους οι διακόσιοι, που είτανε διακόσιοι εξήντα. " Είμαστε σαν τους τρεις σωματοφύλακες που είτανε τέσερις" έλεγε γελόντας ο Ναπολέων στα παιδιά συχνά και γελούσανε όλοι μαζί. Το γέλιο και το τραγούδι είτανε μέσα στη διαιτητική: στηλώνανε το ηθικό. Όταν λοιπόν κλείσανε τις πόρτες στρώσανε κουβέρτες στο πάτωμα, βάλανε τα στρωσίδια γύρω για καθίσματα.
     Ανοίξανε τα δέματα τους, βγάλανε τα τρόφιμάτους, ξεσφραγίσανε τις μπουκάλες.
     Είτανε διακόσια  εξήντα παληκάρια.
     Θα ζούσανε μερικοί από αυτούς - σύμφωνα με τις πληροφορίες. Δεν ξαίρανε ποιοι θα είτανε οι εξήντα. Μα για όλους είτανε ο Μυστικός Δείπνος απόψε.
      Ο πιο γέρος ανάμεσό τους - ο Καπνεργάτης Βακέλος από την Καβάλα, χρόνια αγωνιστής, να τριγυρνάει από φυλακές σε εξορίες, σηκώθηκε με το κύπελο στο χέρι.
       - Μας αξίωσε η ζωή, παιδιά, είπε και τους κύταξε στα μάτια, μας αξίωσε η ζωή να βλέπουμε τον εαυτό μας έτοιμο να πέσει, για τον αγώνα, παληκαρίσια, όμορφα, λεβέντικα. Πιστεύω αύριο μπροστά στα μάτια του Δήμιου μας ν' αστράψει το όμορφο πρόσωπο του αγωνιστή, που σταθήκαμε όλοι. Να σταθεί ο θάνατος μας άξιος της ζωής που κάναμε: Το μέτωπο ψηλά. Πεθαίνουμε για μια πατρίδα αληθινά, βαθιά, ριζικά, λέφτερη κι ευτυχισμένη. Με το λαό χορτάτο και φωτισμένο. Η θυσία μας, είναι βέβαιο, θα φέρει τους καρπούς της...
       - Ζήτω! φωνάξανε τα παιδιά. Ζήτω η λεφτεριά!
     Κι έκλεισε το δείπνο ο Ναπολέοντας:
         Τις ώρες αυτές οι άνθρωποι νιώθουνε την ανάγκη να ξομολογηθούνε, να συγχωρεθούνε. Εμείς δεν έχουμε ανάγκη ούτε από ξομολογητές, ούτε από συγχωροχάρτι. Περάσαμε καθαρά, τίμια, τη ζωή μας.  Προβάλαμε παντού το πρόσωπο του αγωνιστή, δηλαδή του αληθινού ανθρώπου. Γιατί νιώσαμε πάντα πως το χρέος του ανθρώπου δεν είναι να περάσει όπως όπως τη ζωή του. Είναι να ξέρει και να μπορεί να τη ζήσει δίπλα στους άλλους, να τους βοηθάει ν' ανεβαίνει η ποιότητα τους και το επίπεδο της ζωής τους. Ήρθε η ώρα μας να πέσουμε. Φυσικό. Ο αγωνιστής πολεμά  στην γραμμή κρoύσης, την πρώτη γραμμή. Θα πέσουμε όπως ζήσαμε. Με το κεφάλι ψηλά. Στάθηκε , τους κύταξε, σήκωσε το ποτήρι.
       - Αξιωθήκαμε την υπέρτατη χαρά, αυτήν που λίγοι δοκιμάζουνε: Το αίσθημα πως κάναμε το καθήκον μας. Πιστεύω πως θα αξιωθούμε και τη σπάνια ηδονή: Να πεθάνουμε τραγουδόντας. Γιατί ο θάνατος ο δικός μας είναι μια υπέρτατη πράξη ζωής!
         Ζητωκραυγές δεχτήκανε τα λόγια τούτα του παληκαριού που τους είχε εκφράσει και τους έκανε και καταλάβανε γιατί μπορούσαν να'ναι περήφανοι...Καθίσανε να φάνε και γλεντήσανε σαν άνθρωποι που προορίζονται για το πιο υψηλό επίτευγμα της ζωής. Τραγουδούσανε, αστειευότανε, πίνανε και τρώγανε ως τα ξημερώματα. Δεν κλείσανε μια στιγμή  μάτι. Προς τι; Θα τα κλείνανε για πάντα αύριο τα μάτια που χαίρονται απόψε την ομορφιά της ζωής.
     Πρωτομαγιά. Ο ουρανός αστράφτει, ο ήλιος της Αθήνας είναι γλυκός όσο ποτές....
...........................................................................................................................................
[...] Τ' αυτοκίνητα περιμένουν να πάρουνε μελοθάνατους. Μα τους έλαχε να μεταφέρουνε Αθάνατους. Γιατί τούτοι εδώ οι Διακόσιοι δεν νικήσανε μονάχα τον κατακτητή. Νικήσανε το θάνατο...

( Έφης Πανσελήνου, Δρόμοι της Αθήνας - απόσπασμα)
Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1958 . Στo  βιβλίο δεν αναφέρεται  η χρονολογία της συγκεκριμένης έκδοσης

Οι στίχοι του τίτλου είναι από το ποίημα " Δρόμοι της Αθήνας " της Βάσως Σταματίου. Το ποίημα βρίσκεται στο τέλος του βιβλίου και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1973.

Αφορμή για την ανάρτηση μου έδωσε ο Οικοδόμος

Η ορθογραφία των λέξεων είναι της συγγραφέως.


John Lennon, A working class hero



As soon as you're born they make you feel small
By giving you no time instead of it all
Till the pain is so big you feel nothing at all
A working class hero is something to be

They hurt you at home and they hit you at school
They hate you if you're clever and they despise a fool
Till you're so ****ing crazy you can't follow their rules
A working class hero is something to be

When they've tortured and scared you for twenty-odd years
Then they expect you to pick a career
When you can't really function you're so full of fear
A working class hero is something to be

Keep you doped with religion and sex and TV
And you think you're so clever and classless and free
But you're still ****ing peasants as far as I can see
A working class hero is something to be

There's room at the top they're telling you still
But first you must learn how to smile as you kill
If you want to be like the folks on the hill

A working class hero is something to be
If you want to be a hero well just follow me

 Writer: Lennon John

Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Bernardo Bertolucci ,1900

Σινεμά πηγαίνω σπανιότατα, ταινίες παρακολουθώ με δυσκολία. Επειδή όμως υπήρξα λάτρης του κινηματογράφου  δεν μπορώ να ξεχάσω ταινίες που με σημάδεψαν . Μία από αυτές το 1900 του Bernardo Bertolucci , γυρισμένη το 1976, την είδα λίγο αργότερα . Συζητώντας γι' αυτήν με νέους συναδέλφους μου , διαπίστωσα ότι δεν την γνώριζαν , υποσχέθηκα να την ανεβάσω για όποιον θέλει να τη δει και να τη θυμηθώ και εγώ μετά από τόσα χρόνια.
Μια επική ταινία που διαρκεί πέντε ώρες και προσπαθεί να " αποδώσει με ποιητικούς όρους μια ιδεολογία"
 "Μεταφερόμαστε στην Ιταλία των αρχών του 20ού αιώνα,με την έξαρση της πάλης των τάξεων.Ο φτωχός,αγροτικός και καταπιεσμένος Νότος,που βιώνει την φιλελεύθερη έκφραση μέσω του Κομμουνισμού,που αντιστέκεται στην διαφέντευση των καπιταλιστικών καθεστώτων,απεικονίζεται στο κινηματογραφικό έπος του.Το καστ που επιλέγεται,αξιοθαύμαστο.Ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο,η φωνή του οποίου ντουμπλαρίζεται στην Ιταλική βερσιόν,ενσαρκώνει τον γαλουχημένο,από τη πατερναλιστική νοοτροπία του καπιταλιστή γαιοκτήμονα,εύπορο τοπικό ηγεμόνα,που αμφιταλαντεύεται από την αγάπη για τον φίλο του,νέο κομμουνιστή εργάτη που αγωνίζεται για την λαϊκή δικαίωση,Ζεράρ Ντεπαρντιέ,και το καθήκον προς τα ιδανικά με τα οποία ''χτίζει'' τον χαρακτήρα του.Μια ταινία-αριστούργημα για τα κοινωνικοπολιτικά ιδανικά,που συνδυάζει τη σκηνοθετική άνθηση και την αδρή σεναριακή πλοκή.Το καστ συμπληρώνουν μεγάλα ονόματα του σινεμά,όπως ο Μπαρτ Λάνκαστερ(υποδύεται τον γενάρχη της οικογένειας των γαιοκτημόνων,σε μια υπέροχη ερμηνεία,και ο Ντόναλτν Σάδερλαντ,που ενσαρκώνει τον φιλόδοξο,ναρκισσιστή και διεφθαρμένο βοηθό του Ντε Νίρο.Η ταινία που σημάδεψε την εποχή της,γυρισμένη εξ ολοκλήρου στην Ιταλία.Μια μεγάλη στιγμή του παγκοσμίου κινηματογράφου."
Πηγή : Novecento 

Στο youtube υπάρχουν και αυτές οι πληροφορίες:

 "Η ταινία ποταμός του Μπερτολούτσι (έχει διάρκεια πάνω από πέντε ώρες) αφηγείται την πορεία, μέσα από τις πρώτες πέντε δεκαετίες του αιώνα μας, της ιταλικής αγροτιάς και πιο ειδικά των χωρικών της μεγάλης πεδινής περιοχής της Εμίλια, όπου η σοσιαλιστική ιδέα είναι βαθιά ριζωμένη από παλιά, μέσα από την παράλληλη ιστορία δύο νέων που γεννήθηκαν την πρωτοχρονιά του 1900, σε γειτονικά σπίτια: ο γιός ενός τσιφλικά και ο γιος ενός κολίγα. Τα παιδιά συνδέονται με στενή φιλία, μεγαλώνουν μαζί, ανακαλύπτουν την φύση και τον έρωτα, μοιράζονται τις γυναίκες, αλλά όσο περνούν τα χρόνια, η ταξική διαφορά που στα νεανικά τους χρόνια είχε μικρή σημασία, αυξάνει όλο και περισσότερο, γιά να καταλήξει να αποτελεί ανάμεσά τους, ένα χάσμα.Η ταινία ξεκινάει με την εικόνα ενός ζωγραφικού πίνακα που παρασταίνει με επική έξαρση μια αγροτική πορεία. Πρώτα προβάλλεται σε γκρο πλάνο το κεντρικό πρόσωπο και ύστερα με οπισθοχώρηση του φακού, η συνολική σύνθεση, όπου οι κεντρικές μορφές χάνονται στη μάζα. Το έργο ακολουθεί σ'όλη την διάρκειά του αυτή την κίνηση, περνώντας εξακολουθητικά από το άτομο στην ομάδα και κάνοντας να κυριαρχεί το συλλογικό στοιχείο πάνω στο ατομικό."
 







Η πρώτη εργατική νομοθεσία της Ελλάδας

  Τα παλιά και κατεδαφιζόμενα σπίτια πολλές φορές κρύβουν μικρούς θησαυρούς. Εκτός από διάφορα παλιά πράγματα που οι ιδιοκτήτες ή οι κληρονόμοι πετούν χωρίς ίχνος ευαισθησίας για τη συναισθηματική αξία των αντικειμένων, υπάρχουν και τα παλιά βιβλία.
   Πριν μερικά χρόνια έτυχε να έλθει στο σπίτι ένα ξύλινο μπαουλάκι γεμάτο παλιά βιβλία. Ανοίγοντάς το βρέθηκα μπροστά σε μια μικρή έκπληξη. Πολλά βιβλία μικρά και μεγάλα, άλλα κιτρινισμένα , άλλα διαλυμένα και άλλα σε αρκετά καλή κατάσταση. Εκδόσεις από  τις αρχές του 20ου αι. Λογοτεχνικά, ιστορικά, ανάτυπα ιστορικών συμφωνιών,φυλλάδια, μικρές μπροσούρες, τεύχη εγκυκλοπαιδειών, μυθιστορήματα σε συνέχειες .Το πιο συγκινητικό είναι ότι σε ορισμένα από αυτά υπάρχουν  προσωπικές αφιερώσεις γραμμένες με ωραία  γράμματα.
Τα ξεφύλισα όλα με τη σειρά.  Λατρεύω τα παλιά βιβλία και κυρίως αυτά που έχουν πάνω τους τα σημάδια των ανθρώπινων χεριών και που το λεπτό κιτρινισμένο και φθαρμένο χαρτί τους  απελευθερώνει το άρωμα μιας άλλης εποχής.
   Θυμήθηκα λοιπόν ότι ανάμεσα σε αυτά τα βιβλία είχα εντοπίσει ένα βιβλιαράκι ή μάλλον ένα φυλλάδιο με τον τίτλο
         Η εργατική νομοθεσία στης Ελλάδος
       υπό Σπύρου Ι. Θεοδωρόπουλου,
δικηγόρου, νομ. συμβούλου του Εργατικού Κέντρου Αθηνών, μέλους του Ανωτάτ. Συμβουλ.Εργασίας,
τέως βουλευτού της Διπλής Βουλής

Αυτό το φυλλάδιο(μικρό μέγεθος , 56 σελίδες) έχει τον αρ. 1 της Εργατικής Βιβλιοθήκης , που εξέδωσε το Εργατικό Κέντρο Αθηνών τον Ιανουάριο του 1912 και αποτελεί την πρώτη εργατική νομοθεσία που ψήφισε η Αναθεωρητική Βουλή του 1911.

" Κάθε τι το οποίον ψηφίζετε υπέρ του εργάτου, δεν είνε παροχή, είν' επιστροφή, είνε μερική πληρωμή απέναντι χρέους ολικού προς αυτόν ` όσα και αν παραχωρήση εις τον εργάτην η Πολιτεία, ποτέ δεν θα κατορθώση να του επιστρέψη ό,τι του οφείλει - έως ότου, ωργανωμένος και δυνατός, θα πάρη οπίσω το όλον το οποίο του ανήκει." ( Βιβιάνι, υπουργός της Εργασίας εις την Γαλλίαν, από το βήμα της Βουλής, εις την ψήφισιν του νομοσχεδίου περί συντάξεως των εργατών)
Το κείμενο αυτό βρίσκεται στη δεύτερη σελίδα. Μετά από αυτό ακολουθεί ο πρόλογος του συγγραφέα  με τον τίτλο
  Προς τους εργάτας
    " Προ ολίγων ακόμη ετών εφαντάζοντο κ' επίστευαν, ότι η Πολιτεία μόνον σκοπόν έχει να προστατεύη τα σύνορά της και να φυλάγη των πολιτών τας περιουσίας  και να τιμωρή τας αδικίας, και η Επιστήμη, που ευρήκεν αυτήν την αντίληψιν περί Πολιτείας, την εχαρακτήρισε με το στόμα του Στούαρτ - Μιλ, ως Πολιτείαν - Φύλακα.
     Αλλά η οργάνωσις των εργατών και η δημιουργία συνειδήσεως κοινωνικών τάξεων χωριστών, από το εν μέρος - η νέα επιστήμη, η Κοινωνικοοικονομική, από το άλλο, μετέστρεψαν τον δρόμον της Πολιτείας, και την υπεχρέωσαν, μαζή με τάλλα έργα της, να λαμβάνη φροντίδα δια τα μέλη της, και ίδίως δι'όσα απ'αυτά είνε αδυνατώτερα οικονομικώς, να τα προστατεύη εναντίον της πιέσεως  και της εκμεταλλεύσεως των οικονομικώς ισχυροτέρων και να προλαμβάνη, όσον ειμπορεί, τας αδικίας, δια να μην ευρίσκεται εις την ανάγκην να τας τιμωρή, αφού γίνουν.
      Και αυτήν την νέαν Πολιτείαν την ωνόμασαν Πολιτείαν - Πρόνοιαν[...]
[...] εδημιουργήθη η λεγομένη Κοινωνική Νομοθεσία, η οποία στηρίζεται εις την αρχήν της Κοινωνικής Αλληλεγγύης` κατά την αρχήν αυτήν , η Πολιτεία έχει καθήκον να εξοφλή το χρέος της Κοινωνίας προς όλους τους αδυνάτους, δηλαδή τας γυναίκας, τα παιδιά, τους ανικάνους δι' εργασίαν, τους γέροντας, τους όχι εξ αιτίας των ανέργους εργάτας, τους ασθενείς` και διά να πραγματοποιηθή η αρχή αυτή, επλάσθη η Κοινωνική Νομοθεσία.
        Μέρος της νομοθεσίας αυτής είνε η Εργατική Νομοθεσία, η οποία στηρίζεται εις την αρχήν, ότι η Πολιτεία έχει και δικαίωμα και  καθήκον να επεμβαίνη εις τον διακανονισμόν των ζητημάτων της Εργασίας και να προστατεύη τον εργάτην από την πίεσιν  του εργοδότου, να κτυπά την Κοινωνικήν Αδικίαν και να περιορίζη την εκμετάλλευσιν ανθρώπου από άνθρωπον, η οποία είνε και αντικοινωνική κ' εξευτελιστική της ανθρωπίνης αξιότητος.
         Η Εργατική Νομοθεσία κανονίζει την εργασίαν των εργατών της βιομηχανίας, της γης και του εμπορίου και φροντίζει δια την υγείαν των, δια την πνευματικήν και ηθικήν καλλιτέρευσιν των, δια την επαγγελματικήν των μόρφωσιν, δια το ημερομίσθιον των, δια την κατοικίαν των, δια το γήρας των, δια τα ατυχήματα, τα οποία παθαίνουν εις την εργασίαν.[...]
   [...]  Η Εργατική Νομοθεσία είνε αποτέλεσμα κ' έργον της οργανώσεως των εργατών, κατά το πλείστον` οι εργάται, με την δύναμιν της ενώσεως των και με την πολιτικήν των δράσιν, κ' εκτός των Βουλών κ' εντός αυτών, με τους αντιπροσώπους των βουλευτάς, εξηνάγκασαν τας Βουλάς να ψηφίσουν νόμους.
       Η Εργατική Νομοθεσία αποτελεί έμμεσον αναγνώρισιν από το σημερινόν αστικόν Κράτος του επιστημονικού δόγματος, ότι πρέπει να παύση ο ελεύθερος οικονομικός ανταγωνισμός` διότι τι άλλο κάμνουν οι εργατικοί νόμοι, παρά να περιορίζουν, έστω και κατά μέρος, έστω και όχι απ' ευθείας, τον ελεύθερον ανταγωνισμόν;[...]
  [...]  Όταν εκηρύχθη η επανάστασις  της 15 Αυγούστου 1909, τα εργατικά σωματεία εξύπνησαν από τον ύπνον, εσήκωσαν την επαναστατικήν σημαίαν κ' εζήτησαν νομοθετικάς μεταρρυθμίσεις `
 η " Αδελφότης των Τυπογράφων" Αθηνών μάλιστα εζήτησε με ψήφισμα της  " την  σύνταξιν εργατικής νομοθεσίας τεινούσης εις βελτίωσιν της υγιεινής, της ηθικής και της οικονομικής καταστάσεως των εργαζομένων τάξεων".
        Και κατωρθώθη τότε να νομοθετηθή μόνον η Κυριακή Αργία, την οποίαν επί έτη αγωνίζετο να καθιερώση ο Σύλλογος των Εμποροϋπαλλήλων Αθηνών, κ' εψηφίσθη ο νόμος... της  7ης Δεκεμβρίου 1910, μεταρρυθμισθείς έπειτα.
        Τον Μάρτιον του 1910 ιδρύετο το " Εργατικόν Κέντρον Αθηνών", το οποίον εις τον οργανισμόν του ανέγραφε " την επιδίωξιν της ψηφίσεως νομοθεσίας προς προστασίαν των Ελλήνων εργατών".
       Την 25 Νοεμβρίου 1910 το Ε.Κ.Α εις προκήρυξιν του προς τους εργάτας Αττικής και Βοιωτίας υπέρ της υποψηφιότητος του γράφοντος, διεκήρυξε την ανάγκην ψηφίσεως εργατικών νόμων.
       Το ίδιον καιρόν ο πρωθυπουργός και αρχηγός του κόμματος των Φιλελευθέρων κ. Ελευθέριος Βενιζέλος διεκήρυττεν επίσης εν Θεσσαλία την επείγουσαν ανάγκην της ψηφίσεως νόμων προστατευτικών των εργατών, και ανέγραφεν εις το πρόγραμμά του  την Εργατικήν Νομοθεσίαν, δια πρώτην φοράν εις τον τόπον μας.
      Τον Απρίλιον του 1911 το Ε.Κ.Α υπέβαλε μακρόν και λεπτομερές υπόμνημα προς τη Διπλήν Βουλήν, γραμμένον από τον συντάκτην των γραμμών αυτών, με βάσιν πενήντα περίπου υπομνήματα των εργατικών σωματείων της Ελλάδος, τα οποία υπεβλήθησαν εις το Ε.Κ.Α. Εις το υπόμνημα αυτό εξηγείτο καθαρά η ανάγκη της νομοθετικής προστασίας των εργατών κ' εζητείτο η ψήφισις της πρώτης σειράς των εργατικών νόμων από την Διπλήν Βουλήν.
       Και η Διπλή Βουλή εψήφισε τους νόμους που δημοσιεύονται εις το φυλλάδιον αυτό, και οι οποίοι είνε η αρχή της Εργατικής Νομοθεσίας της Ελλάδος` δια να συμπληρωθή η νομοθεσία αυτή χρειάζεται βέβαια καιρός κ' εργασία.
      Οι Νόμοι αυτοί είνε προωρισμένοι να καλλιτερεύσουν σημαντικά την κατάστασιν των εργατών, αρκεί οι εργάται να είνε άγρυπνοι φρουροί των.
       Ο Μαρξ , ο ιδρυτής του Σοσιαλισμού, γράφοντας κάπου δια την νομοθεσίαν περί βιομηχανικών εργοστασίων, ισχυρίζεται, ότι  " η νομοθεσία αυτή, μολονότι είναι καρπός της μεγάλης βιομηχανίας, δημιουργείται από την πίεσιν των εργατικών τάξεων - αλλά η Κοινωνική Νομοθεσία, η οποία δημιουργείται, προτού η εργατική τάξις ωριμάση και λάβη συνείδησιν του εαυτού της, δηλαδή προτού καταλάβη την ανάγκην της νομοθεσίας αυτής , ή είνε επιζήμια, ή μένει χαρτί άγραφο."
       Είνε, αληθινά, μάταιον να περιμένωμεν από το Κράτος να καλλιτερεύση την οικονομικήν κατάστασιν των εργατών, εάν πρώτα αυτοί οι ίδιοι οι εργάται δεν συναισθανθούν την ανάγκην της δια του νόμου εγγυήσεως της καλλιτερεύσεως..."

Και στον Επίλογο :
  "  Ο εργάτης που θέλει να καλλιτερεύση την κατάστασιν του έχει καθήκον και απέναντι των ομοτέχνων του και απέναντι των όλων εργατών να οργανωθή.
     Ανοργάνωτος εργάτης θα ειπή άχρηστος και αφιλότιμος εργάτης.
     Κάθε εργάτης πρέπει να ανήκη εις το σωματείον της τέχνης του. Εάν δεν υπάρχει σωματείον εις την πόλιν του, ν' αποταθή εις άλλον εργατικόν σωματείον, να ζητήση οδηγίας. Αν είνε εργάτης Αθηναίος, ν'αποταθή εις το " Εργατικόν Κέντρον Αθηνών" και να εγγραφή εις τον " Εργατικόν Σύνδεσμον η Αλληλεγγύη"` όταν συναχθούν 25 εργάται ομότεχνοι εις την "Αλληλεγγύην" διοργανώνονται εις ιδιαίτερον σωματείον.
     Τα εργατικά σωματεία κάθε πόλεως, πρέπει ν' αποτελέσουν Εργατικά Κέντρα.
     Τα ομότεχνα εργατικά σωματεία όλων των πόλεων πρέπει ν' αποτελέσουν Συνασπισμούς μ'έδραν τας Αθήνας.
     Όλα τα εργατικά σωματεία και τα Εργατικά Κέντρα και οι Συανασπισμοί πρέπει να καταταχθούν εις την κεντρικήν δύναμιν της " Πανελληνίου Εργατικής Ομοσπονδίας" η οποία εδρεύει εις το " Εργατικόν Κέντρον Αθηνών".
     Μόνον με αυτήν την οργάνωσιν οι εργάται θ' αποτελέσουν την δύναμιν και την ενότητα που χρειάζονται, δια να επιτύχουν την καλλιτέρευσίν των και την συμπλήρωσιν της Εργατικής Νομοθεσίας."

   Στις υπόλοιπες σελίδες αναφέρονται πρώτα η περίληψη του κάθε νόμου και στη συνέχεια αναλυτικά το περιεχόμενο των νόμων που η Βουλή ψήφισε.
Ο βαθμός εφαρμογής αυτών των νόμων είναι βεβαίως ένα μεγάλο θέμα σε συνδυασμό πάντα με το βαθμό ανάπτυξης του εργατικού κινήματος της εποχής και τις επικρατούσες πολιτικές συνθήκες.

Σημ.: Διατήρησα την ορθογραφία του κειμένου






Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Γιάννης Κορδάτος, η επίδραση του εργατικού κινήματος στη νεοελληνική διανόηση( ΙV)

      " Αρκετά εργατικά τραγούδια είδαν το φως της δημοσιότητας και στις επαρχίες( Κέρκυρα, Σύρα, Βόλος κ.λ.π.). Οι στιχουργοί ήταν νέοι που εκδηλώνανε τη συμπάθεια τους και τον ενθουσιασμό τους για τον εργάτη και τους αγώνες του με ωραίους και συγκινητικούς στίχους. Αναφέρουμε τους πιο γνωστούς απ' αυτούς τους νέους ποιητές. Είναι οι Εφτανησιώτες Γεράσιμος Σπαταλάς  και  Σπύρος  Νικοκάβουρας κι ο Βολιώτης Τάκης  Οικονομάκης, που τα κατοπινά χρόνια ως το θάνατό του , ήταν διευθυντής της τοπικής εφημερίδας Θεσσαλία . Ο τελευταίος δημοσίεψε πολλά τραγούδια με σοσιαλιστική πνοή`  απ ' αυτά ξεχωρίζουμε την " Πρωτομαγιά", που πρωτοδημοσιεύτηκε την πρωτομαγιά του 1910 στον Εργάτη του Βόλου.
        Το εργατικό κίνημα δεν επηρέασε μονάχα τη διανόηση της ελεύθερης Ελλάδας. Και στην Πόλη και στην Αλεξάντρεια και στη Σμύρνη αρκετοί νέοι, διανοούμενοι, πεζογράφοι, και ποιητές αγαπήσανε την εργατιά και τους αγώνες της . Τόσο στον Εργάτη της Πόλης, όσο και στον Εργάτη της Σμύρνης, δημοσιεύτηκαν εργατικά τραγούδια, ενώ στα περιοδικά της Αλεξάντρειας Νέα Ζωή και Γράμματα (1914-1916), απ' αφορμή το βιβλίο του Γ.Σκληρού Το κοινωνικό μας ζήτημα, γινόταν μεγάλη συζήτηση με διαλέξεις και άρθρα για το σοσιαλισμό και την πάλη των τάξεων. Ο Σκληρός  με διαλέξεις και άρθρα εκλαΐκευσε τη μέθοδο του ιστορικού υλισμού, παρερμηνεύοντας όμως πολλές φορές τη μαρξιστική θεωρία. Ενάντια του ξεσπάθωσε όλη η πνευματική αντίδραση της Αλεξάντρειας, μ' επικεφαλής το Δ. Ζαχαριάδη. Στα μετόπισθεν της αντίδρασης αυτής καιροφυλαχτούσε κι ο ποιητής Καβάφης. Ύστερα από το 1918 το δρόμο του αλεξανδρινού Ζαχαριάδη τον ακολούθησε ο Φ ώ τ ο ς Π ο λ ί της. Ο παλιός αυτός "σοσιαλιστής", όταν γύρισε στην Ελλάδα, έγινε το πρωτοπαλλήκαρο της ντόπιας πνευματικής αντίδρασης.
         Η αλήθεια είναι πως ο Φώτος Πολίτης δεν ήταν μοναδικό φαινόμενο. Σιγά σιγά, όσο το εργατικό κίνημα δυνάμωνε  κι έπαιρνε ολοένα και περισσότερο ταξικό περιεχόμενο, από τους προοδευτικούς στοχαστές που αναφέραμε πιο πάνω, άλλοι κρατήσανε μια συναισθηματική ιδεολογική - επαφή με τις λαϊκές μάζες, άλλοι δείξανε στάση ουδέτερη ή αδιαφορία κι άλλοι πέρασαν στην αντίδραση. Κάμποσοι από τους τελευταίους αυτούς κατάντησαν λυσσασμένοι εχθροί των εργατών και της προοδευτικής τους ιδεολογίας.
         Το εργατικό κίνημα συνεχίζει την ανοδική του πορεία μέσα σε αδιάκοπους και σκληρούς ταξικούς αγώνες.
          Πλάι του, στη θέση των στοχαστών που για τον ένα ή τον άλλον λόγο παραμέρισαν και στάθηκαν αδιάφοροι ή ουδέτεροι και εκείνων που πέρασαν στην αντίδραση κι εκδηλώθηκαν εχθροί της εργατιάς, ήρθαν άλλοι , νέοι στοχαστές, που συμπαραστάθηκαν με το ταλέντο τους, στοργικά κι αποφασιστικά στους αγώνες της εργατικής τάξης.
         Ανάμεσα στους τελευταίους αυτούς ξεχωρίζει τιμητικά η φυσιογνωμία ενός μεγάλου πνευματικού ανθρώπου, του ποιητή
Κ ώ σ τ α  Β ά ρ ν α λ η.


        Χρονικά το πλούσιο, το ώριμο, το πιο δυνατό έργο του Βάρναλη δίνεται ύστερα από τα 1920. Όμως ο μεγάλος νεοέλληνας ποιητής από τα 1919 ξεκόβει από τον ιδεαλισμό κι αγκαλιάζει γεμάτος ορμή τον ιστορικό υλισμό. Απεκεί και πέρα βρίσκει το σωστό δρόμο που τον φωτίζει η Οχτωβριανή Επανάσταση . Ο ποιητής νιώθει ως τα τρίσβαθα της ψυχής του τους καημούς και τους πόθους της μάζας και τους προβάλλει σ' όλα τα έργα του θαρρετά, δυνατά, επαναστατικά. Ισάξιος ο στίχος του με την πρόζα του. Η σάτιραά του είναι καυστική. Μιλάει στην καρδιά της αδικημένης μάζας, τη συγκινεί, την ενθουσιάζει, την ανυψώνει. Μιλάει στην ψυχή του εργάτη, του αναγνωρίζει το Δίκιο, μα και τη Δύναμη να θεμελιώσει τη νέα, την ειρηνική Κοινωνία.
         Δίνουμε κάτω δύο κομμάτια από την ποιητική συλλογή  Το φως που καίει και μ' αυτά κλείνουμε το τελευταίο μας τούτο κεφάλαιο:

Το τραγούδι του λαού


Ο Λαός


Βουνά, πελάη αντίμαχα και ριζιμιά καστέλια
και των αιμάτων άβυσσοι, των πατρίδων θεμέλια,
η Νια Ζωή τ' αφάνισε και στράτα γίνανε μαβιά,
που την περνά ακατάλυτη τώρα, που ξύπνησε, η σκλαβιά


Ο Γδικιωμός που χύνεται μαζί φωτιά και μπόρα,
ο καταλύτης Καθαρμός, της Πλερωμής η Ώρα
είμαστ' εμείς, που κόψαμε τα που μας δένανε σκοινιά
και την καρδιά ατσαλώσαμε με τη δικιά σου, Οχτρέ , απονιά.
......................................................................................................
Ω, πολιτείες, που καθεμιά κι ολάκερ' οικουμένη,παλάτια και παράδεισοι, παντόγυρα κλεισμένοι,
η πλούσια Γης ολάκερη, τα κόπια μας κλεμμένα ως χτες,
όλα μας ξαναδίνονται με τις αγκάλες ανοιχτές.


Κι η θάλασσα , αφροθάλασσακι απανωσιά και βάθη
με τα καλά που κουβαλεί και τα καλά που πλάθει,
Δευτερομάνα της Ζωής, αντάμ' αγώνας και χαρά,
που δένει όλα τα πέρατα με τα γαλάζια της φτερά,


Στεριά, Θάλασσα κι Άνθρωπος, στοιχεία αιώνια τρία,
αφεντικό δεν έχουνε κι αφεντικού ιστορία!
Ήρθε κι εμάς η αράδα μας για να χαρούμε τα πουλιά,
τη θάλασσα και τα βουνά, τον ήλιο και τη σιγαλιά...
....................................................................


Ο Οδηγητής

Δεν είμ΄ εγώ σπορά της τύχης
ο πλαστουργός της νιας ζωής.
Εγώ ΄μαι τέκνο της ανάγκης
κι ώριμο τέκνο της οργής.

Δεν κατεβαίνω από τα νέφη,
γιατί δε μ΄ έστειλε κανείς
Πατέρας, τάχα παρηγόριαγια σένα,
σκλάβε, που πονείς
.............................
Μέσα στο νου και στην καρδιά μου
αιώνων φουντώσανε ντροπές
και την παλάμη μου αρματώνουν
με φλογισμένες αστραπές
.........................
Δε δίνω λέξεις παρηγόρια,
δίνω μαχαίρι σ΄ ολουνούς.
καθώς το μπήγω μές το χώμα
γίνεται φως, γίνεται νους
..........................
'Οθε περνά,
γκρεμίζει κάτου σαν το βοριά,
σαν το νοτιάόλα τα φονικά ρηγάτα
θεμελιωμένα στην ψεφτιά.

Κ΄ένα στυλώνει κι ανασταίνει,
το ΄να ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ,
ΕΙΡΗΝΗ ! ΕΙΡΗΝΗ !
ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ  ΠΑΝΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ  ΦΙΛΙΑΣ.

 ( Γιάνη Κορδάτου, Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος, με βάση άγνωστες πηγές και ανέκδοτα αρχεία, Ζ΄έκδοση, Μπουκουμάνης, 1972)

 

       

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Γιάννης Κορδάτος, Η επίδραση του εργατικού κινήματος στη νεοελληνική διανόηση (ΙΙΙ)

      "   Εκείνος όμως που θεμελίωσε το κοινωνιστικό μυθιστόρημα στην Ελλάδα είναι ο Κερκυραίος λογοτέχνης Κ. Θ ε ο τ ό κ η ς.

 Η τιμή και το χρήμα , που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Νουμά το 1912 και τυπώθηκε στην Κέρκυρα το 1914, είναι η κοινωνική ηθογραφία, που έκανε γνωστό το Θεοτόκη σα συγγραφέα με προοδευτικές αντιλήψεις. Το κατοπινό μυθιστόρημά του Οι σκλάβοι στα δεσμά τους, το πρώτο  άρτιο τεχνικά μεγάλο κοινωνικό μυθιστόρημα, του έδωσε τιμητική θέση στα νεοελληνικά γράμματα και μεγάλη αίγλη μέσα στις λαϊκές μάζες.
          Όμως ο Θεοτόκης δεν ήταν μονάχα ένα εξαιρετικό ταλέντο στην πρόζα, ήταν εξίσου κι ένας εμπνευσμένος ποιητής. Το ποίημά του εδώ το επιβεβαιώνει:

Σηκώθη τ'άγιο δίκηο της να λάβη
όλη η εργατιά με φρόνημα γενναίο.
Ισονομίας κηρύχνει νόμο νέο
και τα δεσμά του πλούτου η ορμή της θραύει.
Η σκληρή φτώχεια, η γύμνια, η πείνα παύει
και με καλούν μύριες φωνές να λέω
θούριο τραγούδι` σ'ένα πέλαο πλέω
χαράς, λεύτεροι ανθρώποι είναι όλοι οι σκλάβοι.
Μα για να σκίσω τες ανάερες ρούγες
που θα με βγάλουν στον ψηλό Ελικώνα,
πρέπει γοργά αργυρόχρυσες φτερούγες
Αγάπη αρμονική να μου χαρίσει.
Τι δε μπορεί ψυχής βαρειάς εικόνα
της Κασταλίας, να καθρεφτίση η βρύση.

         Ο Γ ρ η γ ό ρ ι ο ς Ξ εν ό π ο υ λ ο ς

 παλιός οπαδός του Πλ. Δρακούλη, δεν έμεινε ανε πηρέαστος από το εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα στα πριν από τα 1920 χρόνια.  Ο προσεχτικός ανααγνώστης θα ιδεί την επίδραση αυτή στο έργο του , που' ναι γραμμένο πριν τα 1917. Στο μθιστόρημά του Πλούσιοι και φτωχοί, που δημοσιεύτηκε το 1919 στην εφημερίδα  Έθνος, διαφαίνονται οι παλιές αναμνήσεις του συγγραφέα από την εποχή που είχε έρθει σ' επαφή με τη σοσιαλιστική ιδεολογία.
        Ούτε ο Κ ω σ τ ή ς Π αλ α μ ά ς

 έμεινε ανεπηρέαστος. Το πέρασμά του στους αγώνες του δημοτικισμού, οι συζητήσεις που γίνανε στο Νουμά γύρω στο βιβλίο του Γ. Σκληρού  Το κοινωνικό μας ζήτημα , η επαφή του με προοδευτικούς διανοούμενους της εποχής του, όπως ο Αλ.Δελμούζος, η μελέτη του Τολστόη, του Ίψεν κ.α. ξένων συγγραφέων, που τα έργα τους είχαν κοινωνικό περιέχόμενο, ακόμα και οι λόγοι του Ζωρές στη γαλλική Βουλή, όλ' αυτά είχαν την επίδρασή τους στον Παλαμά. Έτσι, με τον πλούσιο και βροντόφωνο στίχο του, στάθηκε κι αυτός τότες ένας υμνητής της εργατιάς και των αγώνων της. Δίνουμε πιο κάτω μερικούς στίχους του που οι εργάτες θα πρέπει να τους θυμούνται:

Ο σηκωμός του προλετάριου


Ανάστα! Και φεγγόβολος και μεταμορφισμένος
ανέστη από το μνήμα του το παραπεταμένο
ο ταπεινός, ο κουρελής, ο καταφρονεμένος,
ο αγνώριστος, ο απάντεχος, ο αγέλαστος, ο ξένος,
μισόκοπος, σημαδιακός, άσκημος, ο άντρας, ο άντρας!
Της εργατιάς ο βασιλιάς, της φτώχειας ο πατέρας,
του κόσμου αφέντης! Έρχεται των πάντων ο ντραγάτης
ο κληρονόμος έρχεται στο τέλος των αιώνων.
Σταμνί βαστά, σπαθί βαστά, για να σφάξη τα έθνη!
Δράκοντα, αλιά σου, Μαμωνά! Στην οικουμένη ειρήνη,
αδελφωσύνη στους λαούς, χαρά και καλή γνώμη
στη γη! Τρισύγενη η δουλειά, μια πολιτεία ο κόσμος!

       Το 1910 ο Παλαμάς έγραψε το παρακάτω  " Τραγούδι του εργάτη " που το Εργατικό Κέντρο της Αθήνας είχε τότες σκοπό να το επισημοποιήσει σαν "ύμνο" της εργατιάς:

Εμείς οι εργάτες είμαστε, που με τον ιδρώτα μας
ποτίζαμε τη γη για να γεννά
καρπούς, λουλούδια, τ΄αγαθά του κόσμου ολόγυρά μας,
φτωχή, αλουλούδιαστη, άκαρπη μονάχα η εργατιά.


Εμείς οι εργάτες είμαστε, που με τον ιδρώτα μας
ζυμώνουμε του Κόσμου το ψωμί
πιο δυνατά από τα σπαθιά τα χέρια τα δικά μας
που μ' όλο τ' αλυσόδεμα σκάφτουν κι η γη πλουτεί.

Στου κόσμου τους θησαυριστές το βιος σου, εργάτη, νόμοι
στο τρώνε αδικητές, χωρίς ντροπή.
Αγκαλιαστήτε αδέρφια, ορθοί με μια 
καρδιά, μια γνώμη.
- Δικαιοσύνη , βρόντηξε και λάμψε προκοπή.

       Ο Κ ώ σ τ α ς   Χ α τ ζ ό π ο υ λ ο ς

 είναι ο πεζογράφος και ποιητής που όχι μόνο πέρασε στο σοσιαλιστικό κίνημα, αλλά πήρε κι ενεργό μέρος σ' αυτό. Όμως, εξόν από ελάχιστους στίχους με σοσιαλιστική πνοή, το έργο, στο σύνολό του σχεδόν, μένει μακριά από τους αγώνες της εργατιάς.  Από τα λιγοστά ποιήματά του με κοινωνιστικό περιεχόμενο διαλέγουμε το πιο κάτω, που' ναι κατά τη γνώμη μας και το καλύτερο:

Ξύπνα μονάχα απ' τ' αποκοίμισμά σου
μη σκύβεις, λεημοσύνη μη ζητάς!
Τρίξε τα δόντια, αγρίεψε(ανταριά σου)
σπάσε όποιο μπρός σου μπόδισμα απαντάς.


Ρίχνε ό,τι κόβει την ορμή σου, χύμα
σαν ακράτητη θάλασσα πλατειά.
Καθ' άλλο μεγαλείο μπροστά σου τρίμα
ας πέση απ' τη γερή σου τη γροθιά.


Αιώνες δεν απόστασες να γέρνης,
σαν το νωθρό το βώδι, στο ζυγό.
Να σου θερίζουν άλλοι ό,τι συ σπέρνεις,
αργούς να θρέφης στάζοντας ιδρώ;


Χύνοντας αίμα συ να τους πλουταίνης,
να τους υψώνης σκύβοντας στη γη.
Κ' εσύ να λαχταράς, να μη χορταίνης
και το πικρό σου, το ξερό ψωμί. 


Γιάννης Κορδάτος, Η επίδραση του εργατικού κινήματος στη νεοελληνική διανόηση (ΙΙ)

"    Ενθουσιώδεις και μαχητικοί απολογητές των δικαιωμάτων της εργατικής  τάξης  προβάλλουν από   το πνευματικό επιτελείο του Νουμά ο Δημ. Ταγκόπουλος, ο Κώστας Παρορίτης, ο Ρήγας Γκόλφης κ.α
     Ο Δ. Τ α γ κ ό π ο υ λ ο ς  γράφει το 1907 το δράμα του  Οι αλυσίδες, που, μολονότι κρίθηκε άτεχνο, έκανε τότες μεγάλη εντύπωση.
Ο ποιητής Ρ ή γ α ς  Γ κ ό λ φ η ς

μεταφράζει το διεθνή σοσιαλιστικό ύμνο του Ποττιέ σε θαυμάσιους ελληνικούς στίχους:

Σηκωθήτε παιδιά και χτυπάτε!
Καταφρόνια και πείνα μας σφίγγει.
Το μεγάλο μας δίκιο ζητήστε
και πατήστε τ' εχτρού το λαρύγγι.
Σαν αδέλφια μ' αγάπη ενωθήτε
φως καινούργιο θα φέξη στην πλάση.
Για στερνή σας φορά σηκωθήτε!
Η ορμή μας τα σίδερα ας σπάσει.

   Ακολουθούν άλλες τρεις στροφές από οχτώ στίχους η καθεμιά κι ο ύμνος τελειώνει με το τετράστιχο:

Σήκω απάνω το δίκιο σε κράζει.
Κοίτα γύρω, κοράκια κι ακρίδα
Η γροθιά κι όχι πια το μαράζι...
Στέλνει ο ήλιος καινούργια αχτίδα.

   Το 1908 , σε τρία τεύχη του Νουμά,
 

 πρωτοδημοσιεύτηκε το κοινωνιστικό δράμα του Ρήγα Γκόλφη  Γήταυρος, που αργότερα κυκλοφόρησε σε βιβλίο και κυκλοφόρησε πλατιά. Στο Εργατικό Κέντρο Βόλου γίνονται διαλέξεις για το δράμα αυτό του Γκόλφη, που διαβάστηκε στους εργάτες και  πολλές φορές παίχτηκε από ερασιτέχνες ηθοποιούς - εργάτες όχι μόνο στο Βόλο και στην Αθήνα, αλλά και σε πολλές άλλες πόλεις, ακόμα και στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου από το " θίασο" του Θωμά Οικονόμου.
    Ο Γκόλφης έγραψε αρκετά τραγούδια , εμπνευσμένα από τη ζωή, τους αγώνες  και τους πόθους της εργατιάς, όπως το "Ψωμί της πίκρας και του πόνου", " Οι σκλάβοι της γης" κ.α., από τα οποία δημοσιεύουμε εδώ τα πιο κάτω δύο:

Πρωτομαγιά


Πάμε να βρούμε την καινούρια μέρα.
Ήλιος εδώ την πλάση δε φωτίζει.
Απ' το σάπιο μολεμένο αέρα,
το πουλί της καρδιάς μας φτερουγίζει.
Σε μιαν αλλοτινή σιμώνει σφαίρα,
που το πνέμα δε στέκει, μετερίζει
στης ανάγκης το νόμο, τον πατέρα
κάθε αδικιάς που τη ζωή λυγίζει.
Πάμε να βρούμε τον καινούργιο δρόμο,
μακρά απ'της κοινωνίας μας τον κρυμένο.
Ω νέα ψυχή που τίναξες τον τρόμο
του δειλού, την απάτη και το ψέμμα
το ζωντανό αγωνίσου τον αγώνα,
Σ' ακολουθεί το φουσκωμένο κύμα.


Απεργία 

Στη στράτα αργοδιαβαίνει της εργατιάς το πλήθος.
Φαρμάκι έχει στα χείλη, κομένη την ορμή,
κι ο πόνος που συντρίβει τ' αράθυμό του στήθος
                                          θεριεύει το κορμί.
Πού πάει συμαζωμένο, το έλεος να γυρέψει;
Ποιος άρχοντας θ' ακούσει, ποια πόρτα θ' ανοιχτεί;
Με τάπραγα τα λόγια τι πάει να ζητιανέψει,
                                            να γείρει να κλαυτεί;
Το τέρας της ανάγκης που τη ζωή του θλίβει,
νεκρώνει την αγάπη, μαραίνει τ' αγαθά,
θα πάψει να τραντάζει το μαύρο του καλύβι,
                                           το Χάρο να βοηθά;
Ω συνοδειά θλιμένη, του δίκιου τον αγώνα
σα θέλεις να κερδίσεις, μη σκύβεις και δειλιάς.
Και πώς θα διαφεντέψεις με λυγισμένο γόνα
                                          τη μοίρα της δουλειάς;
Τη δύναμή  σου νοιώσε κ' υψώσου προς τον ήλιο.
Την πάναγνή σου ρώτησε, τη σιδερένια υγειά,
θεούς να τα λατρέψεις. Του κόσμου το βασίλειο
                                      ζωντάνεψε , ραγιά.
Το πείσμα του δυνάστη, που τη χαρά μολεύει,
τα λούλουδα σκοτώνει, στερεύει την πηγή,
θα το συντρίψει, μάθε, το χέρι που δουλεύει
                                       κι αναμετρά τη γη.

     Το 1907 κυκλοφορούν τα πρώτα διηγήματα σε βιβλίο του προοδευτικού- σοσιαλιστή λογοτέχνη
Κ ώ σ τ α  Π α ρ ο ρ ί τ η

 με τον τίτλο  Οι νεκροί της ζωής. Το 1910 ο Παρορίτης γράφει το δεύτερο έργο του Στο άλμπουρο και το 1912 κυκλοφορεί το κοινωνικό μυθιστόρημά του Το μεγάλο παιδί με το οποίο ασχολείται πολύ η συντηρητική κι η προοδευτική κριτική. Ως το θάνατό του ο Κώστας Παρορίτης έμεινε συνεπής στην ιδεολογία του. Δοκίμασε κι αυτός διώξεις για τις πεποιθήσεις του. Μετά το 1920 έγραψε μια σειρά διηγήματα με τον τίτλο Ο πατέρας κι άλλα διηγήματα και τα κοινωνιστικά μυθιστορήματα  Ο κόκκινος τράγος(1924) και Οι δύο δρόμοι(1927).
      Την ίδια εποχή γράφει διηγήματα και νουβέλες με περιεχόμενο κοινωνικό κι ο μεγάλος διηγηματογράφος μας Δ η μ ο σ θ έ ν η ς Β ο υ τ υ ρ ά ς."




Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

Γιάννης Κορδάτος , Η επίδραση του εργατικού κινήματος στη νεοελληνική διανόηση (Ι)

 Πρωτομαγιά σε λίγες μέρες. Οι αναρτήσεις  θα είναι αφιερωμένες σε διάφορες πτυχές του εργατικού κινήματος . Σκέφτηκα να παρουσιάσω αποσπάσματα από βιβλία γνωστά αλλά και από    εκδόσεις πιο σπάνιες.
Ένα από τα γνωστά βιβλία είναι η " Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος" του Γιάννη Κορδάτου.  Στο βιβλίο αυτό υπάρχει  σπάνιο αρχειακό υλικό  και  πολύτιμες ιστορικές πληροφορίες που συμπληρώνουν τις γνώσεις μας για το εργατικό κίνημα στο ξεκίνημά του.
Από αυτό το βιβλίο επέλεξα  το τελευταίο κεφάλαιο με τίτλο:
 " Η επίδραση του εργατικού κινήματος στη νεοελληνική διανόηση"
Γράφει ο Γιάννης Κορδάτος
   " Η αδιάκοπη κι επίμονη ...προσπάθεια και πάλη του Έλληνα εργάτη για να ζήσει μιαν ανθρώπινη ζωή, προσπάθεια που βρήκε την έκφραση της στην οργάνωση , στην ενότητα και στους αγώνες, κατανοήθηκε από πολλούς συγκαιριανούς λογοτέχνες και πνευματικά καλλιεργημένους Έλληνες. Ο εργάτης , η ζωή του, ο μόχθος του, ο αγώνας του, τα ιδανικά του, όλ' αυτά αποτελέσανε πλούσιο συνθετικό υλικό τόσο του ποιητικού όσο και του πεζού λόγου πολλών Νεοελλήνων στοχαστών. 
      Έτσι, την πρωτοχρονιά του 1876, στην εφημερίδα Εργάτης της Αθήνας δημοσιεύεται ένα ποίημα, στην υπερκαθαρεύουσα της εποχής, ενός Κ. Ζησίου. Ο στιχουργός αυτός με τους πιο κάτω άτεχνους στίχους του, εκφράζει την αγανάχτησή του για την καταπίεση και την απαθλίωση του εργάτη κι οραματίζεται το ξύπνημά του :

 Ως χθες πλην μέσω πάντων δεν ήλπιζεν εις μόνος,
δεν ήνοιγε τα χείλη εις ασμα χαρμονής`
αλλ' επί της ψυχής του επέβοσκεν ο πόνος,
ωσεί του Προμηθέως ο γυψ ο απηνής.

Ην ούτος ο ε ρ γ ά τ η ς ` έκυπτε χθες και πέραν
κι ειργάζετο ως κτήνος την γην νυχθημερόν,
χωρίς τινος ελπίδος γλαυκήν να ίδ' ημέραν, 
εις της ζωής τους πάγους τον ήλιον φαιδρόν.

Είναι χειμών` βορέας κακός χιόνια ρίπτει,
ο πόντος κρυσταλλούται και θνήσκει η χλωρίς,
εγγύς, πλην αρότρου, επί της γης να κύπτη
λιποψυχούντα - κρύον εργάτην θεωρείς.

Ήλθον μακραί ημέραι του θέρους του πυρίνου,
και δώρον είναι θείον της αύρας η ριπή.
Ο δυστυχής εργάτης πλησίον της καμίνου
ιδρώνει μέλαν αίμα, την σφύραν πλην κρατεί.

Οι άνεμοι ρηγνύουν ιστούς μετά ιστίων
και φέρουσι το πλοίον ως πτίλον νεοσσού.
Ιδέτε` εις εργάτης άμορφος αίμα πτύων
κυλίετ' ως η άμμος του σκοτεινού βυθού.

Άστοργος έρχετ' άρχων, σύρει δια της βίας
υιόν πτωχού εργάτου, βλαστόν ερατεινόν,
ακμάζων ίνα πέση εις μάχας φυλαρχίας ...
και ο εργάτης αίμα δακρύει, φευ! πικρόν.

Έχ' ο εργάτης κόρην ως η αυγή ωραίαν,
είναι καλή θυγάτηρ, γλυκεία αδελφή...
την βλέπει λάγνος άρχων, ω την αθώαν νέαν!
ή άτιμος θα ζήση, ή μάρτυς θα ταφή.

Αλλ' όχι. Ας ελπίζη στο μέλλον ο εργάτης`
ας ναυστολή τους πόντους ο ναύτης φαιδρωπός`
τους βώλακας ας σχίζη άδων ο βοηλάτης,
την κάμινον ας τρέφη δ' άλλος χαρωπός.

Ιδού των βασιλέων οι θρόνοι νυν κλονούνται,
και σφίγγουσι τας χείρας οι αδελφοί λαόι`
οι πόλεμ, η δουλεία νυν καταπολεμούνται...
Ιδού πληροί το σύμπαν ελεύθερος πνοή.

Τους απ' αιώνων άθλους στέφει χλωρά μυρσίνη,
της ισοπολιτείας οι άγιοι θεσμοί`
η Κούβα, η Γαλλία και η Ερζεγοβίνη...
εκάστη υπέρ τούτων ιδού προπολεμεί.

Αν σήμερον δε έτι χειμών μας περιβάλλη,
αν που τυράννων θρόνους υποβαστάζ' η γη,
θαρρώμεν` η ημέρα εγγίζει η μεγάλη,
γελούσα θ' ανατείλη και δι' ημάς αυγή.
( Ο Κ.Ζησίου ήταν ένας νεαρός φιλόλογος τότε και αργότερα δημοσίευσε πολλές αξιόλογες μελέτες με θέματα χριστιανικής αρχαιολογίας)

Ένας  άλλος, ο Πατρινός Βασίλης Δουδούμας( δικηγόρος και λογοτέχνης και για μια περίοδο πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Αδελφότητας Πατρών), που ανακατεύτηκε στην εργατική κίνηση, έγραψε πολλούς στίχους, που απαγγέλλονταν στις εργατικές γιορτές...
Αξίζει να δημοσιεύσουμε εδώ μερικούς στίχους από την ποιητική παραγωγή του, γιατί ο στοχαστής αυτός είναι ξεχασμένος:
 Σηκωθήτε
Αφ' τον ύπνο τιναχτήτε και σκωθήτε στο ποδάρι
           - δεν ακούτε της  τρουμπέταις;
κάμετε τ' αητού το μάτι, του φιδιού τη γληγοράδα
κ' αφ' τα στήθια σας μουγκρίχτε σα μουγκρίζει το λιοντάρι.
Ήρθ' η ώρα` δεν ακούτε; όλοι απάνου στην αράδα
            για σας σκίζουντ' η τρουμπέταις.

Αφ' την τσάπα μαυρισμένοι, στα πηγάδια, στον αέρα
         - δεν ακούτε της τρουμπέταις;
Τόσα χρόνια σκάψε σκάψε ρέψανε τα κόκκαλά σας.
Τι παντέχετε ακόμα; σηκωθήτε, είν' ημέρα.
Ήρθ' η ώρα, ζωή νέα για ν' ανοίξουν τα τσαπιά σας,
          σας φωνάζουν η τρουμπέταις.

Με τα χέρια σταυρωμένα και μουγκοί, ποιον καρτερείτε
να σηκώση δοξασμένα τα κορμιά σας και να ιδήτε
          νέο κόσμο ν' ανατέλλη;
Σηκωθήτε ορθοί σαν άντρες με το γρόθο σας να δείχτε
πως ο κόσμος είν' δικός σας και της μάντραις του να ρίχτε.

Σηκωθήτε οι πεσμένοι στη δουλεία για το ψωμί σας
         - δεν ακούτε της τρουμπέταις;
Τι κερδίστε τόσα χρόνια δούλοι ο ένας εις τον άλλον
σας εσάπισε η έγνοια και η φτώχεια το κορμί σας,
σηκωθήτε κι εμπρός όλοι στον αγώνα τον μεγάλον
           που φωνάζουν η τρουμπέταις.

Λιγ' ακόμα και τα όρνια θα σας πάρουν για ψωφίμια
            - δεν ακούτε της τρουμπέταις;
Σηκωθήτε όλοι οι σκλάβοι κ' αντριεύτε την ψυχή σας`
δεν γινήκατε ανθρώποι για να ζήτε μες στη γδίμια
και να βρέχετε με αίμα και ιδρώτα το ψωμί σας,
           σας φωνάζουν η τρουμπέταις.

Σηκωθήτε είν' η ώρα οπόυ σκούζουν η τρουμπέταις
           - δεν ακούτε τη φωνή τους;
Όλ' η εργατιά του κόσμου με λοστούς ξεθεμελιώνει
ό,τι έχτισε ο δόλος, η κλεψιά κι η μπαγιονέταις
κι ένα δίκαιο κόσμο Νέο στα ερείπιά του ριζώνει,
              δεν ακούτε τη βουή του;


Όλοι αδελφωμένοι
Θ' ανατείλλη μια φορά Αγάπη εις τη γη μας
και θα ενώση τους λαούς σε γιορτινά τραγούδια.
Έγνοιες κι αγώνες ταπεινοί θα λείψουν κ' η ζωή μας
θ' ανθίζη με το άρωμα π' ανθίζουν τα λουλούδια.

Απ΄τις κορφές εκεί ψηλά π' ο Ήλιος τώρα βγαίνει
θα βγη ταχιά μαζί μ' αυτό ολόλαμπρη η Αλήθεια,
και το σκοτάδι όπου τη Γη ωσάν θηριό βυζαίνει
θα ζη μονάχα στου παλιού καιρού τα παραμύθια.

Απ' άκρη σ' άκρη οι φυλές με χέρι διαταγμένο
θα ξεριζώσουν τις παλιές τις έχτρες και τα μίση
και θ' ανταλλάξουν φίλημα αγάπης μυρωμένο.
" Θάμαστε όλοι αδελφοί, ελεύθεροι και ίσοι"

Αλλ' ως που νάρθ' η ποθητή ημέρα να χαρούμε,
θυμήσου πώς ετάξαμε αντάμα ορκισμένοι
στο ξύπνημα των ταπεινών του κόσμου να γυρνούμε
και να μην πάψουμε προτού να σηκωθούν
                                        νάμαστε αδελφωμένοι.

   Ο Δουδουμάς, εξόν από τα δικά του, είχε μεταφράσει και ξένα τραγούδια, από τα οποία μερικά ενθουσίαζαν τους Πατρινούς εργάτες. Στην αρχή μεταχειριζόταν την καθαρεύουσα, αλλά σιγά σιγά έσπασε τα γλωσσικά δεσμά του λογιοτατισμού κι εγκολπώθηκε τη γλώσσα του λαού. Μετάφρασε ακόμη και τη " Μασσαλιώτιδα των εργατών " από τ' αγγλικά:

Εμπρός παιδιά της Λευτεριάς
Η δόξα τώρα μας καλεί.
Κάτου ο τύραννος παράς.
Κλαίν τα παιδιά μας για ψωμί. (δις)
Λησταί και τύραννοι, λοιπόν,
θάχουν πατρίδα αυτή τη Γη;
Γιατί να χαίρωναται αυτοί
των μόχθων μας το προϊόν;
          Επωδός
Εργάται των Εθνών.
Μια γνώμη, μια καρδιά.
Με δύναμη, με ένωση,
Η νίκη είναι για μας.

 Μες στο χρυσάφι κολυμβούν
Αγέρωχοι και αγενείς.
Για εξουσία όλο διψούν.
Θε να πουλούνε και το φως,
Θέλουν ακόμη κι ως θεούς
Κάθε φτωχός να τους τιμά.
Πλην θε να μάθουν μια φορά,
Να τους φοβούνται τους φτωχούς.

Ελευθερία, ποιος ποτέ
Άπαξ την όψη σου ιδή
Να σ' αρνηθεί μπορεί εσέ.
Δεν σε δαμάζει η φυλακή.
Τόσοι αιώνες κι εποχές
περνούσ' ο κόσμος σε κλαυθμούς.
Σε τούτους, όμως, τους καιρούς
Ο κόσμος νοιώθει τις ψευτιές.

     Το τραγούδι αυτό , ως τα 1910 και υστερότερα ακόμα, βρισκόταν στο στόμα της εργατιάς, όχι μόνο της Πάτρας και του Πύργου, αλλά και της Αθήνας, του Πειραιά, του Βόλου, της Σύρας και των άλλων αστικών κέντρων.
     Η εξόρμηση του δημοτικισμού στις αρχές του αιώνα μας κι η διάδοση του σοσιαλισμού στη χώρα μας φέρνουν τους πνευματικούς μας ανθρώπους πιο κοντά στις λαϊκές μάζες.
     Έτσι άρχισαν να προσφέρονται μεταφράσεις ξένων προοδευτικών λογοτεχνικών και κοινωνιολογικών έργων, κυρίως γαλλικών, γερμανικών  και ρωσικών, ενώ αρκετοί Έλληνες ποιητές και πεζογράφοι αγκαλιάζουν την εργατιά με στοργή και της δίνουν ξεχωριστή θέση στα έργα τους. Λογοτεχνικά εξάλλου περιοδικά με μεγάλο κύρος , όπως ο Νουμάς  , κρατούν ανοιχτές τις στήλες τους σε τέτοια προοδευτικά έργα και στέκονται πρωτοπορεία στους αγώνες της προοδευτικής διανόησης της εποχής τους.
      Όσο ξέρω , το πρώτο έργο με περιεχόμενο κοινωνικό, όπου ζωγραφίζεται ρεαλιστικά η απαθλίωση της εργατικής τάξης, μας το' δωσε ο λογοτέχνης Γ ι ά ν ν η ς Κ α μ π ύ σ η ς. 
 Το δράμα του  Οι Κούρδοι (1902)  επηρεασμένο από τον Ίψεν και τον Στρίμπεργκ, στάθηκε για την εποχή εκείνη ένα αληθινό ανθρωπιστικό κήρυγμα.

 Η φωτογραφία από εδώ
    Αργότερα (1907) ο Σ π ύ ρ ο ς Μ ε λ ά ς δημοσιεύει στην εφημερίδα Ακρόπολις το πρώτο του μυθιστόρημα Οι Μαύροι άνθρωποι με περιεχόμενο κοινωνικό. Έπειτα γράφει τα δράματα Χαλασμένο σπίτι, Κόκκινο πουκάμισο, Άσπρο και μαύρο, που σημειώνουν μεγάλη επιτυχία και προκαλούν τον ενθουσιασμό, όταν παίζονται σε λαϊκές παραστάσεις και σ' εργατικές γιορτές. Εξόν απ' αυτά , ο Μελάς έγραψε και τις Πολεμικές σελίδες (εντυπώσεις από τον πόλεμο του 19120, που διαβάστηκαν με πολύ ενδιαφέρο, γιατί μέσα σ' αυτές έπνεε ένας άνεμος ανθρωπιστικός κι αντιπολεμικός."
    









Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Ήμασταν παιδιά κι ονειρευόμασταν...



Φίσκα η γειτονιά στο παιδομάνι
τράνταζε απ' τα γέλια η αλάνα
Βάζαμε αντήλιο την παλάμη
Και μ’ ένα μαντήλι στο καλάμι
Κάναμε σινιάλο στ’ αεροπλάνα

Ήμασταν παιδιά κι ονειρευόμασταν
Χώρες μακρινές και ξωτικές
Ήμασταν παιδιά και φανταζόμασταν
Μια ζωή γεμάτη Κυριακές

Με τις φυσαρμόνικες τ’ αγόρια
Το σκαρφάλωμα στα λεωφορεία
Τα κορίτσια πάνω απ’ τ’ ανηφόρια
Κοίταζαν με κιάλια τα βαπόρια
Το καμπαναριό, την παραλία

 Στίχοι: Νίκος Βρεττός
Μουσική: Σπύρος Παπαβασιλείου
Πρώτη εκτέλεση: Βίκυ Μοσχολιού




Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Bon Iver

 Οι θυγατέρες μου , πότε η μία και πότε η άλλη , πάντα φροντίζουν να με κρατούν ενήμερη για τις νέες κινηματογραφικές ή μουσικές κυκλοφορίες . Για τα νέα είδη μουσικής, τους νέους καλλιτέχνες, ευρωπαίους ή αμερικάνους , για ξένες τηλεοπτικές σειρές ή ταινίες που με παροτρύνουν να παρακολουθήσω ακόμη και για βιβλία ελληνικά ή ξενόγλωσσα . Ανταλλάσσουμε γνώμες, τσακωνόμαστε αρκετές φορές γιατί έχουμε διαφορετικές απόψεις, διαφορετικά γούστα, αλλά στο τέλος μένει πάντα η ζεστασιά της επαφής. Τελικά είναι ωραίο να έχουν μεγαλώσει τα παιδιά και να σε θεωρούν ισότιμο συνομιλητή τους.
Σε μία από αυτές τις ζωντανές συζητήσεις  και εν μέσω νέων μουσικών προτάσεων που προτείνει
η κόρη μου, η δεύτερη, η οποία βάζει το ένα μουσικό κομμάτι μετά το άλλο να παίζει, ξεχωρίζω μια φωνή και ένα τραγούδι που με γοητεύουν.
-Ωραίο αυτό . Ποιος τραγουδάει;
-Bon Iver
- Τι είναι Γάλλος;  Οι στίχοι είναι στα αγγλικά.
- Είναι συγκρότημα αμερικάνικο. Σοβαρά σου άρεσε ;
-Ναι , έχει κάτι ιδιαίτερο η φωνή του τραγουδιστή αλλά και η μουσική.
- Α, να σου βάλω κι άλλο .

- Τι σημαίνει Bon Iver;
-Καλό χειμώνα. Είναι από τα γαλλικά.
-Πότε ιδρύθηκε;
-Το 2007. Ο τραγουδιστής λέγεται Justin Vernon
- Σε πoιο είδος ανήκει η μουσική που παίζει;
-Alternative, εναλλακτική.
Ήδη έχει κερδίσει δύο σημαντικά βραβεία , το Grammy Award for Best New Artist  το 2011 and Grammy Award for Best Alternative Music Album το 2012
- Ωραία θα ψάξω να βρω και άλλα και θα σου κάνω μια αφιέρωση 

Το τραγούδι που άκουσα ήταν το Come talk to me



Ψάχνοντας βρήκα και άλλα βίντεο στα οποία η ωραία μουσική συνοδεύεται από μία ιστορία χωρίς λόγια ,την οποία αφηγείται η μουσική.






















Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

Κάρλο Λέβι, Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι

"     Πέρασαν πολλά χρόνια, χρόνια γεμάτα πόλεμο, γεμάτα από κείνο που συνήθισαν οι άνθρωποι να ονομάζουν Ιστορία. Σπρωγμένος δω και κει απ'τη μοίρα δεν μπόρεσα να κρατήσω την υπόσχεση που 'δωσα στους χωρικούς μου, πως θα γύριζα να ζήσω μαζί τους. Και δεν ξέρω, αλήθεια, αν και πότε θα μπορέσω να την κρατήσω. Όμως , αν ξέρουν πως κλεισμένος σ'ένα δωμάτιο, μέσα σ'ένα κλειστό κι ανάλγητο κόσμο, μ'αρέσει να ξαναπηγαίνω με τη σκέψη μου σε κείνο τον άλλο κόσμο, το χωμάτινο, κλειδωμένο στα βάσανα και στα έθιμά του, τον κόσμο κείνο που αρνήθηκε κι αγνοεί η Ιστορία και το Κράτος, τον κόσμο με την ανεξάντλητη υπομονή. Σ'αυτή την πικρή κι απαρηγόρητη γη μου, όπου ο χωριάτης ζει μέσα στην αθλιότητα και στην ερημιά τον ακίνητο σαν πέτρινο πολιτισμό του, πάνω σ΄ένα τραχύ και διψασμένο έδαφος, πλάι στο θάνατο που καιροφυλακτεί.
     Εμείς δεν είμαστε χριστιανοί - λένε - ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι. Και χριστιανός στη γλώσσα τους θα πει άνθρωπος. Αυτή η φράση, που τόσες φορές άκουσα να τη λένε και να την ξαναλένε, δεν είναι ίσως παρά η έκφραση ενός απαρηγόρητου συμπλέγματος κατωτερότητος. Εμείς δεν είμαστε χριστιανοί, δεν είμαστε άνθρωποι, δεν μας θεωρούν παρά ζώα και μάλιστα ζώα για φόρτωμα, κι ακόμα λιγότερο, άχερα, άγανα, σκουπίδια. Και μεις δεν μπορούμε να ζήσουμε την κολασμένη ή αγγελική μα ανεξάρτητη ζωή των ζώων και των σκουπιδιών. Όχι. Εμείς πρέπει να σηκώνουμε στις αδύναμες πλάτες μας το βάρος του κόσμου των χριστιανών , που δεν τους βλέπουμε, γιατί ζουν πέρα από τον ορίζοντα της γης μας. Μα η φράση τους έχει μια έννοια ακόμα πιο βαθιά και συμβολική. Ο Χριστός αληθινά σταμάτησε στο Έμπολι, όπου η δημοσιά και το τραίνο εγκαταλείπουν απότομα τις ακτές του Σαλέρνο και τη θάλασσα για να εισδύσουν στην έρημη και ρημαγμένη γη της Λουκάνια. Ο Χριστός, έχουν δίκιο, ποτέ δεν πάτησε σε τούτα τα χώματα, ποτέ δεν πάτησε κι ο χρόνος κι είναι ολωσδιόλου άγνωστη εδώ η ψυχή του ανθρώπου, η ελπίδα, η σχέση της αιτίας με το αποτέλεσμα, το δίκιο, η Ιστορία. Ο Χριστός δεν έφτασε δώ, όπως δεν έφτασαν κι οι Ρωμαίοι, που έλεγχαν μόνο τους μεγάλους δρόμουςκαι δεν έμπαιναν ποτέ ανάμεσα σε βουνά και δάση , όπως δεν έφτασαν ποτέ οι Έλληνες που αποίκισαν κι άνθησαν στα παράλια του Μεταπόντο και του Σίμπαρι. Κανένας από τους παράτολμους άντρες της Δύσης δεν έφερε  ως εδώ το νόημά του για το χρόνο που κινείται, ούτε κι η κρατική θεοκρατία με την αέναη δραστηριότητά της. Κανένας δεν πάτησε τη γη αυτή σαν φίλος. Κι όσοι πέρασαν δεν ήσαν παρά κατακτητές , εχθροί ή δίχως κατανόηση επισκέπτες. Οι εποχές κυλούν πάνω στο μόχθο και στον ιδρώτα του αγρότη, απαράλλαχτα όπως τρεις χιλιάδες χρόνια πριν το Χριστό. Κανένα μήνυμα ανθρώπινο ή θείο δεν απευθύνθηκε ποτέ σ΄αυτούς τους γυμνούς κι ανυπότακτους πληθυσμούς. Η γλώσσα μας εδώ είναι ακατανόητη. Για να μας καταλάβουν πρέπει να μιλήσουμε τη δική τους. Οι μεγάλοι ταξιδιώτες δεν πήγαν πιο πέρα από τα σύνορα του δικού τους κόσμου. Οδοιπορώντας, διέσχισαν τα μονοπάτια της δικής τους ψυχής και κείνα του καλού και του κακού, της ηθικής και της απολύτρωσης. Ο Χριστός κατέβηκε στην υπόγεια κόλαση του εβραϊκού ηθικισμού για να σπάσει τις πόρτες  του χρόνου και να τις σφραγίσει στους αιώνες των αιώνων. Μα στη σκοταδερή τούτη γη, την αναμάρτητη, την αλύτρωτη, όπου το κακό δεν είναι ηθικό, μα είναι πόνος επίγειος κι αθεράπευτος, ο Χριστός δεν κατέβηκε να περπατήσει. Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι..." (απόσπασμα)
[Κάρλο Λέβι, Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι, μετάφρ.Ρίτα Μπούμη-Παπά, Οδυσσέας, 2η έκδοση 1980]

     Η προηγούμενη ανάρτηση για τους τόπους εξορίας στην Ελλάδα, μου θύμισε αυτό το βιβλίο του Κάρλο Λέβι. Η εξορία ως φαινόμενο δεν είναι  μόνο ελληνικό. Ο Μουσολίνι εκτόπιζε τους αντιφασίστες σε απομακρυσμένα χωριά της Ιταλίας, όπου απαγορευόταν και η επικοινωνία ανάμεσα στους εκτοπισμένους.
   " " Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι" γράφτηκε στη Φλωρεντία μεταξύ 1943 και 1944 στις πιο δραματικές στιγμές του πολέμου. Το βιβλίο εκδόθηκε αμέσως μετά την απελευθέρωση, το 1945, και είχε μεγάλη επιτυχία τόσο στην Ιταλία όσο και στο εξωτερικό( η πρώτη ελληνική έκδοση ανάγεται στο 1957).
       Ο μύθος είναι αυτοβιογραφικός: ο συγγραφέας εκτοπισμένος στη διάρκεια του φασισμού σ' ένα απομακρυσμένο χωριό, έρχεται σ' επαφή με τη σκληρή αθλιότητα μιας Ιταλίας που έχει μείνει για αιώνες θαμμένη κάτω από το βάρος της κοινωνικής αδικίας και της πολιτικής αδιαφορίας. Είναι η νότια Ιταλία της αγροτιάς, που γεννάει στον καλλιτέχνη την τάση να γνωρίσει αυτό τον πρωτόγονο κόσμο, τον διαφορετικό "πολιτισμό"" (από το οπισθόφυλλο)

" Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι" γυρίστηκε ταινία από τον Φραντσέσκο Ρόσι με πρωταγωνιστή τον Τζιαν Μαρία Βολοντέ.



Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή...



Στίχοι: Γιώργος Σεφέρης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Αντώνης Καλογιάννης

 Τ' ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ' ασφοδίλια
το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου
χρυσά τ' άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ' άστρο ο Αλδεβαράν

Κράτησα τη ζωή μου
κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς
καμιά φωτιά στη κορυφή του βραδιάζει

Κράτησα τη ζωή μου στ' αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου
τάχα να υπάρχουν στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού
τάχα να μένουν εκεί που φύσηξε ο βοριάς καθώς ακούω
γύρω στη παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή

Τα πρόσωπα που βλέπω δε ρωτούν μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της

Ανεβαίνω τα βουνά μελανιασμένες λαγκαδιές
ο χιονισμένος κάμπος, ως πέρα ο χιονισμένος κάμπος τίποτε δε ρωτούν
μήτε ο καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκλήσια
μήτε τα χέρια που απλώνουνται για να γυρέψουν, κι οι δρόμοι

Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ
ψίθυροι σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια σαν
την ανάμνηση της φωνή σου λέγοντας "ευτυχία"

Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ' τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες που μου ξεφεύγουν
εκεί που τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ο άνθρωπος
που βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής

Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό που σ' αγγίζει
στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας ένα κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που έφυγαν εκείνους
που χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους σε πελαγίσιους τάφους
όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
που στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε η καρδιά σου
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή, κράτησα τη ζωή μου

Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

"Γύρω σε κάθε βλέμμα το συρματόπλεγμα, γύρω στην καρδιά μας το συρματόπλεγμα, γύρω στην ελπίδα το συρματόπλεγμα...

" Αη-Στράτης , Ανάφη, Γαύδος, Γυάρος, Ικαρία, Ίος, Κίμωλος , Κύθηρα, Αντικύθηρα, Λέρος, Λήμνος, Μακρόνησος, Μήλος, Νάξος, Σαμοθράκη, Σαντορίνη, Σέριφος, Σίκινος, Σίφνος, Τρίκερι, Φολέγανδρος, Χίος, είναι οι κυριότεροι τόποι εξορίας..."



 " Τόποι άνυδροι, κτίρια εγκαταλελειμμένα, χώροι σιωπηλοί: ένας κόσμος απόκοσμος..."

" ...Κοντά , ενίοτε δίπλα στους αρχαίους ναούς, στα θέατρα, στις αγορές της δημοκρατίας του αρχαίου κόσμου, προστέθηκε ετούτος ο τύπος μνημείου: οι φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Δείγμα ποιότητας ενός καθεστώτος που γεννήθηκε στη σκέπη του δωσιλογισμού και της προδοσίας και που για χρόνια πολλά κράτησε τη χώρα σε έναν μεσαιωνικού τύπου σκοταδισμό."




 " Στην ερημιά μιας μισάνοιχτης πόρτας βλέπουμε την εσωτερική ερήμωση που γεννά κάποιες στιγμές η φυλακή , στη σκουριά βλέπουμε τη φθορά των ψυχικών και των σωματικών δυνάμεων των εξορίστων, στον σπασμένο σοβά  βλέπουμε ραγισμένα από το μαρτύριο σώματα...





" Είναι εικόνες στοιχειωμένες , όχι γιατί αυτοί που μαρτύρησαν  δεν απεικονίζονται , αλλά γιατί ίσα ίσα υποδεικνύονται μέσα από ό,τι απεικονίζεται.."


"..οι ξεκοιλιασμένες πόρτες υποδύονται τους κρατούμενους, οι ραγισμένοι σοβάδες , τα σκαλωμένα ξέφτια στα συρματοπλέγματα υποδύονται τους κρατούμενους...



 " Δεν είναι που η φύση επανακτά τα ερημωμένα στρατόπεδα και τις φυλακές. Είναι που τα ίδια τα ανθρώπινα  έργα γίνονται όλο και πιο αφύσικα καθώς χαλάνε, καθώς ραγίζουν, γέρνουν, σπάνε, σκουριάζουν...



" Και σήμερα όσο ποτέ, τούτος ο κόσμος της φρίκης δεν πρέπει να παραδοθεί στην ταξινομητική εξημέρωση του. Σε εποχές κινδύνου είναι που ξεπετιέται η αλήθεια  του παρελθόντος ως διαρκή αποτίμηση . Στο όνομα αυτού του κόσμου και των ανθρώπων που τον έζησαν , ας είναι τούτες οι εικόνες όχι ένα μνημόσυνο αλλά μια συνεισφορά στον αγώνα για να σκεφτούμε έναν άλλο κόσμο"




Οι στίχοι στον τίτλο είναι από  το Καπνισμένο Τσουκάλι του Γιάννη Ρίτσου

Τα κείμενα με τη σειρά που δημοσιεύονται είναι αποσπάσματα  από:
  1. Στρατής Μπουρνάζος, Μισός αιώνας πολιτικής εξορίας στην Ελλάδα: σκέψεις για την ιστορική μελέτη του φαινομένου
  2. Γιώργος Μαργαρίτης, Μνημεία του πρόσφατου χθες
  3. Σταύρος Σταυρίδης, Εικόνες - σκέψεις;
Και βρίσκονται στο φωτογραφικό λεύκωμα
 " Τόποι Εξορίας,ένα σημερινό βλέμμα."
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2009


Μαύρος βαρύς ο ουρανός

Αυτά τα μαύρα βαριά σύννεφα έχουν φέρει μια πολύ δυνατή  καταιγίδα

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Εδώ Λιλιπούπολη

Πολλές φορές με έχουν ρωτήσει τι σημαίνει το Ofisofi, από πού προέρχεται. Εξηγώ ότι ήταν το όνομα μιας ηρωίδας της Λιλιπούπολης. Δεν θυμάμαι καθόλου το ρόλο της , θυμάμαι όμως ότι οι φίλοι κάνοντας λογοπαίγνιο με το όνομά μου με φώναζαν έτσι υπό την επίδραση της ραδιοφωνικής εκπομπής
" Εδώ Λιλιπούπολη". Ποια ήταν η Λιλιπούπολη;
 Ήταν μια ραδιοφωνική σειρά που παιζόταν καθημερινά στο Γ΄Πρόγραμμα από το 1976 μέχρι το 1980. Διευθυντής του Γ΄ Προγράμματος ο Μάνος Χατζιδάκις. Η σειρά ήταν παιδική αλλά κατέληξε να γίνει και μία σειρά για πιο μεγάλα παιδιά, διότι το περιεχόμενο ήταν τολμηρό, πολιτικό και ανατρεπτικό .Τα πρόσωπα απέκτησαν συμβολικές διαστάσεις και μέσα από αυτά μπορούσαμε να διακρίνουμε γνωστά πολιτικά πρόσωπα και πρακτικές. Ακριβώς γι' αυτό προκάλεσε δυσαρέσκεια στους πολιτικούς της εποχής. Η κυβέρνηση της εποχής και αρκετές εφημερίδες κατηγόρησαν τη σειρά για κομμουνιστική προπαγάνδα. Μέχρι και επερώτηση είχε γίνει στη Βουλή.
 Ο Χατζιδάκης  σε κείμενό του είχε χαρακτηρίσει τη «Λιλιπούπολη»:
    γέννημα μιας φιλελεύθερης και πειραματικής ραδιοφωνίας από τη μία, του Τρίτου Προγράμματος, και από την άλλη μιας ομάδας νέων ανθρώπων με πολύ ταλέντο που συγκεντρώθηκαν στο Τρίτο και δούλεψαν ελεύθερα, με κέφι, με αξιοπρέπεια και αυτοσεβασμό. Αυτό βέβαια δεν στάθηκε εμπόδιο στο να εξοργιστεί η αντιδραστική παραδημοσιογραφία του ελληνικού Τύπου που χαρακτήρισε τη "Λιλιπούπολη"... κομμουνιστική. Ίσως γιατί πρώτη φορά κάποιοι μιλούσαν στα παιδιά υπεύθυνα με καθαρή ποιητική γλώσσα. Θίγοντας (με τον τρόπο αυτόν) θέματα που βασανίζουν και πονάνε τον τόπο και όχι ως εκπαιδευτικοί ή γονείς ανόητοι που συμπεριφέρονται στα παιδιά λες και αποτείνονται σε υπανάπτυκτους και ατελείς οργανισμούς με θέματα ανώδυνα και γλώσσα απονεκρωμένη και συμβατική   
Νέοι δημιουργοί έδωσαν φτερά στη σειρά με τη μουσική , τους στίχους και τα κείμενα. Ήταν μια πλούσια σειρά, που δεν νομίζω να έχει υπάρξει κάτι ανάλογο στο ραδιόφωνο.
 Η Μαριανίνα Κριεζή ήταν η στιχουργός των τραγουδιών και μια σειρά νέων καλλιτεχνών Δημήτρης Μαραγκόπουλος, Λένα Πλάτωνος, Νίκος Κυπουργός και Νίκος Χριστοδούλου συνέθεταν τις μουσικές, τα οποία τραγουδούσαν οι Σπύρος Σακκάς, Σαβίνα Γιαννάτου, Αντώνης Κοντογεωργίου και Νένα Βενετσάνου.  Ανάμεσα στους ηθοποιούς που ακούγονταν στην σειρά ήταν οι Βασίλης Μπουγιουκλάκης, Άννα Παναγιωτοπούλου, Σταμάτης Φασουλής, Λευτέρης Βογιατζής, Σαπφώ Νοταρά, Λυδία Κονιόρδου, Αλέκα Παΐζη, Μίρκα Παπακωνσταντίνου, Ράνια Οικονομίδου, Πέπη Οικονομοπούλου, Μίνα Αδαμάκη, Θόδωρος Μπογιατζής, Νίκος Τσιλούνης, Σταύρος Μερμήγκης, Λάμπρος Τσάγκας και Μίμης Χρυσομάλλης.
Εκείνη την εποχή , πιο συγκεκριμένα από το τα τέλη του 1978 που ήμουν πλέον φοιτήτρια μέχρι και το 1980 που σταμάτησε η σειρά , καθημερινά ακούγαμε " Εδώ Λιλιπούπολη" και μετά σχολιάζαμε  , κρίναμε και προσπαθούσαμε να μάθουμε διαλόγους και τραγούδια. Έντονα πολιτικοποιημένοι , με ενεργό δράση στο φοιτητικό κίνημα της εποχής  προσπαθούσαμε να συλλάβουμε τα πολιτικά μηνύματα της σειράς και να τα ταυτίσουμε με την επικαιρότητα.
Μερικά χρόνια αργότερα , μικρομαμά πλέον, ήθελα οπωσδήποτε  η μικρούλα κόρη μου να ακούσει τη Λιλιπούπολη.  Μετά από ψάξιμο βρήκα σ'ένα δισκάδικο στο Αγρίνιο, που υπηρετούσα, δύο κασέτες με τη σειρά. Δυστυχώς δεν ήταν ολόκληρη.  Ούτε ξέρω πόσες φορές έπαιξαν αυτές οι κασέτες, λιώσανε. Κάπου υπάρχουν καταχωνιασμένες μαζί με τα χαλασμένα κασετόφωνα. Κυκλοφορούν όμως τα τραγούδια και αρκετά αποσπάσματα,τα οποία εξακολουθώ να ακούω με τον ίδιο ενθουσιασμό. Χαίρεται η ψυχή  μου. Ξανανιώνω.

"Το φαινόμενο Λιλιπούπολη οφείλει τη διαχρονικότητά του στο ότι προσφέρει σε όλους πάντα ένα μεγάλο ταξίδι στη χώρα των παιδικών αναμνήσεων και στον κόσμο του φανταστικού, που όλα είναι πιθανά μέσα από την πραγματικότητα. Κι έτσι δημιουργείται μια όαση ονείρου στην αναζήτηση ενός κόσμου ιδανικού".Ρεγγίνα Καπετανάκη(προσωπική φίλη του Χατζιδάκι από τους πρωτεργάτες της Λιλιπούπολης)

































Εντοπίσαμε και την  Οφησόφη . Ευχαριστώ τους φίλους...μια φορά κι έναν τρελλό που υπέδειξε το βίντεο και  e- Αpenanti που έδωσε την αρχική πληροφορία κι ας ήταν λάθος ο ρόλος . Δεν έχει σημασία.