Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Κορυσχάδες - Μάης 1944 , Το Εθνικό Συμβούλιο και η Παιδεία

Μια " Επιθεώρηση Τέχνης" αφιερωμένη στην προσφορά των πνευματικών ανθρώπων στην Εθνική Αντίσταση που κυκλοφόρησε το Μάρτιο - Απρίλιο του 1962 , αριθ. τεύχους 87-88, κρατώ στα χέρια μου. Την ξεφυλλίζω.

Πολλά τα θέματα. Σταματώ στο άρθρο του Κ.Δ.Σωτηρίου* , Το Εθνικό Συμβούλιο και η Παιδεία.

Κορυσχάδες Ευρυτανίας. 14 -27  Μάη του 1944. Σύνοδος του Εθνικού Συμβουλίου, δηλαδή της Εθνοσυνέλευσης της Ελεύθερης Ελλάδας. 


     "[...] Εκεί στο ιστορικό αυτό χωριό , μέσα σε ατμόσφαιρα γεμάτη φλογερό πατριωτισμό και ηρωική αγάπη στο δουλευτή Ελληνικό λαό, το Εθνικό Συμβούλιο έβαλε γερά τα θεμέλια για να υψωθεί πανέμορφο το οικοδόμημα της γνήσιας Δημοκρατίας και άνοιξε το δρόμο για την προκοπή του Ελληνικού Λαού.
   

       Εκεί με τον ίδιο ενθουσιασμό γκρεμίστηκε η αντιλαϊκή, αντιδημοκρατική , ατομικιστική και σκοταδιστική Παιδεία, που η κυρίαρχη τάξη, η πλουτοκρατική ολιγαρχία, είχε εγκαθιδρύσει στη λαμπερή πατρίδα μας και θεμελιώθηκε η γνήσια λαϊκή και βαθιά ανθρωπιστική Παιδεία.[...]


       Η Κυβέρνηση της Ελεύθερης Ελλάδας, η ιστορική ΠΕΕΑ έπειτα από εξονυχιστική συζήτηση με τους εκπαιδευτικούς συμβούλους της, είχε υιοθετήσει θέσεις για την οργάνωση , για το πρόγραμμα και τη διοίκηση της λαϊκής  ανθρωπιστικής Παιδείας, που είχανε με βαθιά επιστημονικότητα προετοιμάσει διαλεχτοί πρωτοπόροι εκπαιδευτικοί στη σκλαβωμένη Αθήνα, με δύο συνεργεία:
με το εκπαιδευτικό συνεργείο της ηρωικής ΕΠΟΝ και παράλληλα με το αντίστοιχο συνεργείο του ΕΑΜ.

       Τις πρωτοποριακές αυτές θέσεις για την ουσιαστική αληθινή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση τις εισηγήθηκε στο Εθνικό Συμβούλιο ο Γραμματέας (Υπουργός) της Παιδείας στην ΠΕΕΑ αλησμόνητος Πέτρος Κόκκαλης. Την πλατύτερη ανάπτυξη είχα την εξαιρετική τιμή και ευτυχία να την παρουσιάσω εγώ, Εθνοσύμβουλος και εγώ της Αθήνας.[...]


     Η λαϊκή, ανθρωπιστική παιδεία θεμελιώθηκε επάνω στα ακόλουθα[...] βασικά αιτήματα του Ελληνικού Λαού.
α) Αναγνωρίστηκε επίσημη γλώσσα του νεοελληνικού Κράτους και κατοχυρώθηκε συνταγματικά η  " δημοτική" η περιφρονημένη και κυνηγημένη γλώσσα του Ελληνικού λαού. Ψηφίστηκε από το Εθνικό Συμβούλιο να αποδιωχθεί από τα σχολεία η αντεθνική καθαρεύουσα, μ'όποια μορφή κι αν παρουσιάζεται και να καθιερωθεί μοναδική γλώσσα
 η " δημοτική"  σ'όλες τις βαθμίδες της Παιδείας, από το νηπιαγωγείο ως το πανεπιστήμιο και τ' άλλα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Γιατί όπως τονίστηκε , η λαϊκή παιδεία μόνο με μοναδικό γλωσσικό της όργανο τη δημοτική γλώσσα θα είναο γόνιμη[...]

β) Αναγνωρίστηκε με τον πιο πανηγυρικό τρόπο, το δικαίωμα της νέας γενιάς για την ολοκληρωτική σωματική και πνευματική της ανάπτυξη και την πολύπλευρη μόρφωσή της. Η μόρφωση της νεολαίας, είναι επιταχτική υποχρέωση του Κράτους και όχι απλή παραχώρηση[...]
   Στη γνήσια Δημοκρατία[...] το Λαϊκό Κράτος έχει την υποχρέωση να πάρει όλα τα μέτρα  και να χορηγήσει όλα τα μέσα  σ'όλα τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, να αναπτύξουνε τις σωματικές και πνευματικές τους ικανότητες. Μόνο τότε και μόνο έτσι[...] θα πραγματώσει η νέα γενιά την ανθρώπινη υπόστασή της[...]


γ) Διακηρύχτηκε στο Εθνικό Συμβούλιο, πως η Παιδεία πρέπει να εξοπλίσει τη νέα γενιά και να την καταστήσει ικανή να πραγματοποιήσει τον αληθινό προορισμό της, να γίνει δηλαδή δημιουργικός συντελεστής μέσα στο σύγχρονο πολιτισμό.[...] Το Εθνικό Συμβούλιο υιοθέτησε το δωδεκάλογο της νεολαίας που είχε συντάξει η ΕΠΟΝ, και διακήρυξε , πως ο Ελληνικός Λαός θέλει " τα νιάτα ευτυχισμένα, μέσα στη χαρά της δημιουργικής δράσης" Μα για να είναι πραγματικά δημιουργική η μόρφωση , πρέπει η Παιδεία πλούσια να εφοδιάσει τη νέα γενιά με αληθινά επιστημονικές γνώσεις, οργανικά δεμένες στη θεωρία και στην πράξη, σε στενό δηλαδή σύνδεσμο του σχολείου με τη ζωή , με την παραγωγική εργασία.[...]


δ) Βασικό αίτημα και δικαίωμα του Ελληνικού Λαού είναι η Παιδεία να γίνει δημιουργικό όργανο στα χέρια του για την προκοπή του. Και το αίτημά του τούτο θα ικανοποιηθεί μόνο άμα η οργάνωση ιδιαίτερα της Μέσης Παιδείας ανταποκρίνεται στις υλικές και πνευματικές  ανάγκες του[...] πρέπει ριζικά να αναδιοργανωθεί ιδιαίτερα η Μέση Παιδεία και από μονόπλευρη , ψευτοκλασική και προγονόπληχτη  που είναι , να γίνει πολύπλευρη και πολύκλαδη αντίστοιχα με τις ανάγκες και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει στην προοδευτική του πορεία ο Ελληνικός Λαός.
       Μα για να γίνει η Παιδεία πραγματικά δημιουργικό όργανο στα χέρια του Ελληνικού Λαού, πρέπει να διαποτιστεί από την " τεχνική" να ενωθεί δηλαδή οργανικά και αδιάσπαστα μαζί της: Το αγεφύρωτο χάσμα, που χωρίζει σήμερα τη μονόπλευρη ψευτοκλασική Μέση Παιδεία από την επαγγελματική εκπαίδευση, έχει καταστρεφτικές συνέπειες για την πρόοδο του Ελληνικού Λαού.
Η ψευτοκλασική , Μέση Παιδεία έχει καταντήσει αντιδραστική και αντικόβει την πρόοδο , και από το άλλο μέρος η επαγγελματική εκπαίδευση , κοντόθωρη, στενόκαρδη και περιφρονημένη , φυτοζωεί[...]


ε) Η πολύπλευρη μόρφωση , ο πλούσιος θεωρητικός και τεχνικός εξοπλισμός με επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις [...] δεν θα έχει σκοπό να αναδειχτεί και να επικρατήσει το άτομο σε βάρος των άλλων, σε βάρος του κοινωνικού συνόλου[...] Από το άλλο όμως μέρος πρέπει και η νέα γενιά βαθιά να κατανοήσει, πως έχει και αυτή την υποχρέωση να αναπτύξει τις σωματικές και πνευματικές  της ικανότητες με μοναδικό σκοπό να εξυπηρετήσει πρόθυμα το κοινωνικό σύνολο. Γιατί μόνο μέσα στη γενική προκοπή και ευτυχία θα θεμελιώσει και τη δική της ευτυχία.
       Εκεί λοιπόν στο Εθνικό Συμβούλιο καταδικάστηκε και εξοστρακίστηκε η ατομικιστική παιδεία , που τόσο επίμονα καλλιεργεί η κυρίαρχη τάξη , και στη θέση της μπήκε η κοινωνική παιδεία.[...]


στ)  [...] Ο Ελληνικός Λαός όμως λαχταράει γνήσια, αγνά, πραγματικά εθνικά , φωτεινά αστέρια για τη νέα γενιά στη δημιουργική της προοδευτική πορεία, να είναι τα Ιδανικά που θα διαποτίζουνε τη λαϊκή παιδεία.[...]το Εθνικό Συμβούλιο πρόβαλε , φωτεινούς οδηγούς στη νέα γενιά, το γνήσιο πατριωτικό Ιδανικό, το Ιδανικό της Ειρήνης και το Ιδανικό της Δημοκρατίας του δουλευτή Λαού[...]


ζ) Με τον πιο πανηγυρικό τρόπο αναγνωρίστηκε και το τόσο καταπατημένο δικαίωμα του Ελληνικού Λαού για την παραγωγική εργασία. Το Εθνικό Συμβούλιο διακήρυξε:
 Όλα τα άτομα έχουν το δικαίωμα - και το δικαίωμά τους τούτο πρέπει να το εξασφαλίσει το Κράτος - να πάρουνε μέρος στην παραγωγική εργασία και με τη χαρούμενη δημιουργική τους δράση να συνεισφέρουν με όλη τους την ικανότητα στην πρόοδο της κοινωνίας.
   Με αυτό το πνεύμα πρέπει να διαπαιδαγωγηθεί η νέα γενιά. Η ανυστερόβουλη αγάπη στην κοινοφέλιμη παραγωγική εργασία και την χειροτεχνική και την πνευματική, είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα του αληθινά δημοκρταικά διαπαιδαγωγημένου ατόμου.
    Η παιδεία λοπόν, σ' όλες της τις βαθμίδες από το νηπιαγωγείο ως το πανεπιστήμιο, πρέπει να καλλιεργήσει , με όλα τα παιδαγωγικά μέσα , στη νέα γενιά την αγάπη στην παραγωγική εργασία.
    Η νέα γενιά, πολύπλευρα μορφωμένη, πρέπει να νιώσει βαθιά, πως ο αληθινός προορισμός της είναι η συμμετοχή της στην παραγωγική εργασία[...]

      Εκεί λοιπόν στο Εθνικό Συμβούλιο, μπήκανε τα θεμέλια για γνήσια λαϊκή και βαθιά ανθρωπιστική παιδεία.  Με γοργό ρυθμό και ψυχική ανάταση προετοιμάστηκαν από το διαλεχτό επιτελείο στη Γραμματεία(Υπουργείο) της Παιδείας τα πρώτα μέτρα. Ασυγκράτητος ήταν ο ενθουσιασμός των δασκάλων, που προστρέξανε να τα εφαρμόσουν. 

       Η πρωτοποριακή Συνδιάσκεψη των λειτουργών της Παιδείας στην Ελεύθερη Ελλάδα, στο χωριό Λάσπη, κοντά στο Καρπενήσι με τις γόνιμες συζητήσεις για τα γενικά και ειδικά προβλήματα της Παιδείας θα μείνει κι αυτή ιστορική."

         Το άρθρο τελειώνει έτσι:
  " Πέρασαν από το τότε 18 χρόνια. Στο διάστημα αυτό ο Ελληνικός Λαός έζησε μαύρες  ημέρες . Βυθίζεται αδιάκοπα στην εξαθλίωση και στο πνευματικό σκοτάδι. Η λαϊκή παιδεία που διακηρύχτηκε και μπήκανε τα θεμέλιά της στο Εθνικό Συμβούλιο εξακολουθεί να είναι ένα από τα πιο φλογερά αιτήματα του Ελληνικού Λαού. 
    Φαίνεται σήμερα (1962) μακρυνό  όνειρο. Μα το όνειρο αυτό, παρ'όλα τα εμπόδια , γρήγορα θα γίνει πραγματικότητα, γιατί ο ελληνικός Λαός θέλει να ζήσει ελεύθερος και δημιουργικός και αγωνίζεται με φανατισμό να το πραγματοποιήσει"

* Ο Κ.Δ. Σωτηρίου ήταν δάσκαλος που συμμετείχε στην Επιτροπή  Παιδείας της ΠΕΕΑ μαζί με τον Μιχάλη Παπαμαύρο και τη Ρόζα Ιμβριώτη   

Πέρασαν 68 χρόνια από τότε και αναρωτιέμαι πού χάθηκε το όνειρο;  Τα λόγια του δάσκαλου θα μπορούσαν να έχουν ειπωθεί για να χαρακτηρίσουν την εποχή μας.
Εξαθλίωση και πνευματικό σκοτάδι και μια παιδεία στο έλεος της παραπαιδείας και της ημιμάθειας. Θλίψη !







Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

«Με τα νύχια μπηγμένα στην πέτρα»… Προσκύνημα στη Μακρόνησο 27 Μάη 2012(αναδημοσίευση)

 

Όταν ήμουν μικρός συνήθιζα  να ρωτάω τον παππού μου για την εποχή που ήταν νέος, για τα πρώτα χρόνια του στη δουλειά, για τον ξενιτεμό με τα μπουλούκια των μαστόρων. Όταν είσαι παιδί διψάς για τις αφηγήσεις των μεγαλύτερων, τις ακούς σαν παραμύθι. Δεν ήταν εύκολο, ήθελε  προσπάθεια από τη μεριά μου για να του αποσπάσω κάποιες ιστορίες. Άλλες φορές τον ρωτούσα για την Αλβανία, για τις εμπειρίες του από το Μέτωπο. Δεν θυμάμαι να μιλούσε πολύ γι’ αυτά. Αυτό όμως που θυμάμαι έντονα και έκανα πολλά χρόνια για να το εξηγήσω, ήταν η άρνησή του να μου μιλήσει για τις «επισκέψεις» του   σε διάφορους τόπους εξορίας. Όταν τον ρωτούσα, ειδικά για την Μακρόνησο, σώπαινε και γύριζε το βλέμμα του αλλού.
Ήξερε τόσα γράμματα ίσα για να μπορεί να γράφει και να διαβάζει. Κυρίως το δεύτερο. Θυμάμαι, είχε μια μεγάλη ξύλινη βαλίτσα γεμάτη βιβλία, κάτω από το κρεβάτι του. Από εκεί κάποτε πήρα κρυφά ένα που εξιστορούσε τη μαρτυρική ζωή των εξόριστων στο κολαστήριο της Μακρονήσου. Ήταν τόσο γλαφυρή η περιγραφή των βασανιστηρίων που κάποια βράδια αργούσα να κοιμηθώ από την ένταση που «ζούσα» μέσα στις σελίδες του. Μαθητής δημοτικού σχολείου...
Τα χρόνια πέρασαν, εγώ μεγάλωνα, ο παππούς ταξίδεψε και κάποια στιγμή  ένοιωσα πως έχω ένα χρέος απέναντι σ’ αυτόν και μαζί στους χιλιάδες ακόμα αγωνιστές που πότισαν με τον ιδρώτα και το αίμα τους τα ξερά χώματα του αφιλόξενου αυτού νησιού. Να επισκεφτώ αυτόν τον τόπο και να προσκυνήσω τιμώντας την μνήμη τους. Για λόγους που κάποιες φορές ξεπερνούσαν τις δυνάμεις μου, αυτό πραγματοποιήθηκε μόλις προχτές.
Πριν λίγες βδομάδες τελείωσα το –παράλληλο- διάβασμα δυο σχετικών με το θέμα βιβλίων  (Γιώργης Πικρός: Το χρονικό της Μακρονήσου, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 1989 (τέταρτη έκδοση) και Αντώνης Ι. Φλούντζης: Στο κολαστήριο της Μακρονήσου, εκδόσεις «Φιλιππότη», 1984), χωρίς να έχει ανακοινωθεί ακόμα η ημερομηνία για το χρονιάτικο προσκύνημα που διοργανώνει η ΠΕΚΑΜ. Μόλις το έμαθα είπα πως φέτος δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια για αναβολή.
Οι μέρες περνούσαν αργά, μεγαλώνοντας την φόρτιση που με κυρίευσε απ’ όταν πήρα αυτήν την απόφαση. Στο μυαλό μου επέστρεφαν όσα είχα διαβάσει λίγο πριν και συγκρούονταν με την σημερινή κατάσταση. Συνειρμοί έπαιρναν διάφορα σχήματα, παραλληλισμοί ανθρώπινων ψυχών, αντοχών, αποφασιστικότητας, πίστης, αισιοδοξίας, θανάτου. Το βράδυ του Σαββάτου ξαναδιάβασα κάποια κεφάλαια από το βιβλίο του Πικρού μέχρι που με πήρε ο ύπνος.
Νωρίς το πρωί της Κυριακής (27 Μάη) μπήκαμε σε ένα από τα λεωφορεία  των διοργανωτών με κατεύθυνση το Λαύριο. Στη διαδρομή μας μίλησε ένας άλλος παππούς από μέρους της ΠΕΑΕΑ-ΔΣΕ. Κάποια συναγωνίστρια διάβασε ένα όμορφο ποίημα που έγραψε ένας  Μακρονησιώτης αγωνιστής που φέτος, απ’ ότι είπαν οι συναγωνιστές στο λεωφορείο, ήταν η πρώτη φορά που δεν συμμετείχε σ’ αυτό το ταξίδι. Είχε ξεκινήσει πρωτύτερα για το πιο μακρινό…
Φτάνοντας στο Λαύριο επιβιβαστήκαμε στο καράβι που θα μας μετέφερε απέναντι. Πολύς κόσμος. Τα καταστρώματα γεμάτα από κατάλευκα κεφάλια, γερμένα σώματα στηριγμένα στις μαγκουρίτσες τους, από οικογένειες με μικρά παιδιά που έκαναν φασαρία, από νέα, όμορφα κορίτσια και αγόρια που μιλούσαν και γελούσαν δυνατά. Κάποιοι συναντούσαν γνωστούς τους, είχαν ακριβώς έναν χρόνο να τους συναντήσουν,  άλλοι έσφιγγαν τα χέρια, αγκαλιάζονταν. Ανάμεσά μας και οι λίγοι εναπομείναντες επιζώντες, συγκινημένοι αλλά χαμογελαστοί. Παντού έβλεπες χαμόγελα ανθρώπων που λες και πήγαιναν σε γιορτή, ανθρώπων περήφανων για τους συναγωνιστές τους, για τους πατεράδες, για τους παππούδες τους.
Πρωτοαντικρίζοντας το ξερονήσι απ’ το καράβι, η καρδιά μου σφίχτηκε. Ένας κόμπος που δεν κατάλαβα από πού ξεφύτρωσε,  έκατσε στον λαιμό και τον πίεζε. Διέκρινα μακριά στις πλαγιές του κάποια σκόρπια κτίσματα, να στέκουν μουντά και γκρίζα, άδεια από ζωή, μελαγχολικά. Η ίδια μελαγχολία άρχισε να με κυριεύει καθώς η μνήμη μου ανακαλούσε ασπρόμαυρες φωτογραφίες με τα αντίσκηνα των εξορίστων και τις ομαδικές πόζες των αδυνατισμένων κορμιών τους που γέμιζαν το τοπίο. Αυτό, το ίδιο τοπίο που τώρα έστεκε απέναντί μου αδειανό από ανθρώπους, χωρίς ζωή, μα σπαρμένο από κόκαλα και ποτισμένο με τον ιδρώτα και το αίμα χιλιάδων ηρώων. Το ίδιο τοπίο που ο θάνατος ρίζωσε και δεν θα εγκαταλείψει ποτέ το μετερίζι του.
Το καράβι έπιασε στο υποτυπώδες λιμάνι, οι κάβοι έδεσαν και το πολύχρωμο πλήθος άρχισε να ξεχύνεται στην μικρή προκυμαία. Σχηματίστηκε μια πομπή προς το Μνημείο του Δεσμώτη Αγωνιστή, που βρισκόταν λίγες εκατοντάδες μέτρα μακρύτερα. Μιλούσαμε μεταξύ μας χωρίς να γνωριζόμαστε.
«Είχατε κάποιον δικό σας εδώ;»
«Τον παππού μου, εσείς;»
«Τον αδερφό μου!»
«Εσείς;»
«Τον πατέρα μου!»
Ο ήλιος είχε ανέβει κιόλας ψηλά, άρχισε να καίει, η ζέστη δυνάμωνε. Τριγύρω δεν υπήρχαν δέντρα, ελάχιστα μόνο, ψηλότερα στην πλαγιά. Παντού θάμνοι αγκαθωτοί και θυμάρια. Η μυρωδιά του θυμαριού διάχυτη, έντονη, επιβλητική. Πάντα οι μυρωδιές αποτελούσαν τον ισχυρότερο δεσμό μου με τους τόπους που διατηρώ μνήμες. Του θυμαριού, το ξέρω,  θα μου θυμίζει από δω και πέρα τη Μακρόνησο.
Φτάσαμε στο Μνημείο. Ο κόσμος κατέκλυσε τον περιφραγμένο χώρο. Ένα ελαφρύ αεράκι ανέμιζε τις κόκκινες σημαίες με το σφυρί και το δρεπάνι, που κρατούσαν νεαρά χέρια. Λίγο πιο δίπλα, ανάμεσά μας, ήταν μια αντιπροσωπεία του ΚΚΕ, με επικεφαλής την Γραμματέα του. Πρώτος ομιλητής ο πρόεδρος της ΠΕΚΑΜ που συγκίνησε με το λόγο του και κάποιες αφηγήσεις αγωνιστών που διάβασε. Στη συνέχεια είπε λίγα λόγια –χωρίς γραπτό κείμενο- η Αλέκα. Λόγια απλά, ζεστά, ανθρώπινα. Για τους αγωνιστές-μάρτυρες της Μακρονήσου, για τους κομμουνιστές, για την ιστορία του λαού μας και του κόμματος, για τους αγώνες του τότε και του σήμερα. Άγγιξε τις καρδιές μας ο λόγος της, η άμεση επικοινωνία μας, χωρίς κάμερες και δημοσιογράφους. Δυο φοιτητές στη συνέχεια ανέλαβαν το προσκλητήριο των νεκρών ηρώων. Μετά από κάθε όνομα, άκουγες τις φωνές ηλικιωμένων συναγωνιστών: παρών! Αφού κρατήσαμε ενός λεπτού σιγή, και έγινε κατάθεση στεφάνων, η τελετή τελείωσε και ο κόσμος άρχισε να κατηφορίζει προς το σημείο  που θα συνεχιζόταν η εκδήλωση.
Μείναμε λίγο παραπίσω, περιμένοντας τον πολύ κόσμο να φύγει. Σήκωσα το βλέμμα μου ψηλά προς την ψηλόλιγνη φιγούρα του    Δεσμώτη Αγωνιστή που φορτωμένος με μια μεγάλη πέτρα στην πλάτη, αγνάντευε απέναντι στο Λαύριο, τη λευτεριά, τη ζωή, τυλιγμένος με αγκαθωτό σύρμα που όμως δεν κατάφερε ποτέ να φυλακίσει τα όνειρά του. Έσκυψα και χάιδεψα τη γη, παίρνοντας λίγο από το χώμα της στην τσέπη μου. Το πλήθος των επισκεπτών βρίσκονταν κιόλας στο χώρο του ΑΕΤΟ, όπου ένας Μακρονησιώτης κρατούμενος εξιστορούσε τη σφαγή των συνεξόριστών του, το 1948. Αντίθετα από το σημείο εκείνο, προς την κορυφή μιας από τις πλαγιές, αντίκρισα μια γνωστή –από φωτογραφίες-  ερειπωμένη φιγούρα, το ναό του Αγίου Αντωνίου. Πήραμε τον ανηφορικό χωματόδρομο. Στ’ αφτιά μας έφτανε από τα μεγάφωνα η συγκλονιστική αφήγηση του υπέργηρου συναγωνιστή.
Ένας μεγάλος επιβλητικός θόλος γεμάτος από ζωγραφισμένα αστέρια, δέσποζε στο κέντρο του κτίσματος, έχοντας αριστερά και δεξιά του σειρές από τσιμεντένιες κολώνες και σκαλοπάτια. Κάτω ακριβώς από το κέντρο του θόλου, στεκόταν ακόμα όρθια, μισογκρεμισμένη η τράπεζα του ιερού του ναού. Πόσα κηρύγματα «αγάπης» να άκουσαν άραγε οι ήρωες αγωνιστές στον χώρο αυτού του ναού, από χείλη ιερέων και αξιωματικών που πάσχιζαν για την «αναμόρφωσή» τους… Κηρύγματα «αγάπης» για τον συνάνθρωπο, για τον Θεό και την πατρίδα, από ανθρωπόμορφα τέρατα-βασανιστές και ιερείς-υποκριτές που ποτέ δεν έμαθαν τι θα πει αγάπη για τον Άνθρωπο.
Περπατούσα αργά ανάμεσα στις κολώνες από οπλισμένο σκυρόδεμα, παρατηρώντας τα σημάδια που κουβαλούσαν από την άνιση μάχη τους με την αδιαφορία των ανθρώπων και το χρόνο. Οι σοβάδες είχαν ξεκολλήσει σε πολλές μεριές και είχαν πέσει στο έδαφος, αποκαλύπτοντας τον σιδερένιο οπλισμό. Η διάβρωση έχει αλλοιώσει τα σίδερα, αδυνάτισαν τα τσέρκια, τρίβεται η σκουριά στο άγγιγμα του χεριού. Κι όμως κάποτε, αυτά τα σίδερα έλαμπαν μόλις βγήκαν απ’ το χυτήριο. Ταξίδεψαν μέχρι το Λαύριο με φορτηγά, μπήκαν στο καράβι κι έφτασαν στο νησί. Χέρια οικοδόμων εξόριστων τα λύγισαν, τα έφτιαξαν τσέρκια, τα έδεσαν με σύρμα, τα έκλεισαν στα καλούπια τους.
Πιάνω τους αποκολλημένους σοβάδες, τα κομμάτια από μπετόν, παρατηρώ τη σύνθεσή τους. Διακρίνω τους κόκκους της άμμου, τα χαλίκια, το γκρίζο τσιμέντο. Προσπαθώ να τα τρίψω μεταξύ τους. Αντιστέκονται. Οι «εχθροί της πατρίδας»  έχτισαν τους σύγχρονους –τότε- «Παρθενώνες», γερούς, ν’ αντέχουν στο χρόνο. Ως πότε άραγε;
Προχωράμε στον περίβολο του ναού. Στα πόδια μας απλώνεται όλη σχεδόν η πλευρά του νησιού που στέκεται αντικριστά στο Λαύριο. Το βλέμμα σαρώνει το τοπίο. Παντού πέτρα, αγκάθια, θυμάρι και πέτρα.
Κατηφορίσαμε περπατώντας ανάμεσα στους θάμνους και τα θυμάρια. Παντού κοπριές κατσικιών, φυσίγγια κυνηγιού, πλαστικά μπουκάλια, σκουπίδια, εγκατάλειψη… Φτάσαμε στο κτίριο των αρτοκλιβάνων. Εδώ μέσα κάποτε ψήνονταν το ψωμί που  έτρωγαν οι εξόριστοι. Δεν χόρτασαν  βέβαια ποτέ το ψωμάκι, ούτε λόγος για φρέσκο ή ζεστό… η «αναμόρφωση» απαιτούσε σκληραγώγηση…
Στους τοίχους του κτιρίου κρεμασμένες πολλές φωτογραφίες από τη ζωή των εξόριστων στο νησί του μαρτυρίου. Ο κόσμος περνούσε μπροστά τους και κοίταζε, κάποια παιδιά ρωτούσαν να μάθουν, κάποιοι κοίταζαν προσεκτικά, κάποιοι άλλοι σκούπιζαν τα δάκρυά τους. Σε μια διπλανή αίθουσα ο λεβεντόκορμος Μακρονησιώτης αγωνιστής εικαστικός Γιώργος Φαρσακίδης, εξηγούσε όρθιος σε ένα σμάρι λαίμαργων ακροατών  λεπτομέρειες για τα έργα του που κοσμούσαν τους τοίχους, με θέματα τα βασανιστήρια των εξορίστων. Ανάμεσα στο ακροατήριο ήταν και μια γνωστή φυσιογνωμία, που ένοιωσα έκπληξη και συγκίνηση αντικρίζοντάς την. Ο παλιός θρυλικός δήμαρχος της Καισαριανής, Παναγιώτης Μακρής, υποβασταζόμενος από τον Σπύρο Χαλβατζή. Οι νεότεροι κρεμόμασταν από τα χείλη τους, από το σπινθηροβόλο βλέμμα τους, απ’ την ανάσα τους. Ρουφούσαμε πολύτιμες, ζωογόνες σταγόνες ιστορικής μνήμης, παίρναμε δύναμη και κουράγιο για να αντέξουμε τις σημερινές δυσκολίες της ζωής.
Ένα άλλο πηγαδάκι λίγο πιο πέρα, είχε στο κέντρο του τη Γραμματέα του ΚΚΕ. Συνομιλούσε με νέους ανθρώπους, απαντούσε στις ερωτήσεις τους, άκουγε τις απορίες ή τις διαφωνίες τους και τις συζητούσε μαζί τους. Με λόγια απλά και καθημερινά, όπως μιλάει η μάνα στα παιδιά της, ο αδερφός στην αδερφή, όπως μιλάμε στην οικογένειά μας, με τις εντάσεις, τις διαφωνίες, μα πάνω απ’ όλα με αγάπη για την οικογένεια. Όπως μιλάνε οι κομμουνιστές, με αγάπη για τον Άνθρωπο…
Εκείνος ο κόμπος συνέχιζε να πιέζει το λαιμό. Βγήκαμε στον προαύλιο χώρο του κτιρίου για λίγο καθαρό αέρα. Η ζέστη είχε γίνει σχεδόν αφόρητη. Είπαμε να κατεβούμε μέχρι την ακροθαλασσιά. Μέχρι τη μία που θα έπρεπε να μπούμε στο καράβι, είχαμε περίπου μιάμιση ώρα. Περπατώντας σ’ ένα υποτυπώδες μονοπάτι πρόσεξα το φημισμένο ψηφιδωτό με τα αρχικά «ΑΕΤΟ», από λευκά και μαύρα βότσαλα. Γνωστό κι αυτό από τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Διατηρημένο σε άριστη σχεδόν κατάσταση, σαν να φτιάχτηκε χτες. Λίγο πιο κάτω, τα απομεινάρια του σταδίου του ΑΕΤΟ, όπου γίνονταν οι αθλητικές εκδηλώσεις του Τάγματος. Χαρακτηριστική η χτισμένη από πέτρα και τούβλα αψίδα, που στέκει ακόμα αγέρωχη κόντρα στον καιρό, να μας θυμίζει τη μεγαλομανία του καθεστώτος. Αντιγραφή της αψίδας του Καλλιμάρμαρου σταδίου της Αθήνας…
Τριγύρω παντού ερείπια. Γκρεμισμένοι πέτρινοι τοίχοι, σακατεμένα τούβλινα τοιχάκια, κολωνάκια από μπετόν. Ατέλειωτοι σωροί από κατεστραμμένα οικοδομικά υλικά που είχαν αποτυπωμένα πάνω τους τα σημάδια της φθοράς του χρόνου, μα και σημάδια πόνου, φρίκης, θανάτου. Σήκωνα τα τούβλα, τα έσφιγγα στα χέρια μου, έτριβα τα υπολείμματα της σαθρής λάσπης που παράσερνε το ελαφρύ αεράκι. Όταν η αγωνία για να βγει το μεροκάματο, έχει γίνει ένα με το πετσί σου τόσα χρόνια, το μυαλό σου φτάνει στους εξόριστους συναδέλφους οικοδόμους την ώρα που έχτιζαν αυτά τα τούβλα. Όταν ο ιδρώτας χώνονταν στα μάτια και πλημμύριζε το κορμί. Όταν αναμετρούνταν με τον βοριά, με τον καύσωνα, τη βροχή, την παγωνιά. Με το μυστρί και το σφυρί στο χέρι.
Όταν  τη δουλειά και την κούραση της μέρας συνόδευε το μαστίγιο, το ρόπαλο, ο πόνος, η ψυχολογική βία, το αίμα. Όταν δεν ακολουθούσε ένα πιάτο ζεστό φαΐ και ένας μεσημεριανός ύπνος για ξεκούραση, αλλά μια ακόμα αγγαρεία, ένα ακόμα βασανιστήριο. Κι όμως, από τα χέρια τους ξεφύτρωσε ζωή, η τέχνη τους ομόρφυνε αυτό το αφιλόξενο σκληρό τοπίο. Τα κτίσματα πήραν κι απ’ τη δική τους μορφή, κομμάτια απ’ την ψυχή των εξόριστων αγωνιστών.
Φτάσαμε στην ακροθαλασσιά. Ένα μικρό αεράκι απάλυνε λίγο την κάψα του ήλιου. Το κύμα έρχονταν σιγανά κι  ακουμπούσε στα κοφτερά βράχια, κυλούσε ανάμεσά τους, έμπαινε στο νησί και γύριζε βιαστικά προς τα πίσω. Καθιστός σε ένα βράχο, αγνάντευα το Λαύριο έχοντας στην πλάτη μου χιλιάδες τόνους πέτρας και γύρω παντού διάχυτη την μεθυστική μυρωδιά του θυμαριού. Μου έρχονταν στο μυαλό ασταμάτητα,  εικόνες από τις διηγήσεις των εξόριστων. Έφταναν στ’ αυτιά μου οι ήχοι από τα μαστίγια που σφύριζαν διαγράφοντας την τροχιά τους, οι γδούποι από τα ρόπαλα πάνω στα σπασμένα κόκαλα των αγίων, τα βογγητά των βασανισμένων  ανακατεμένα με τις λαχανιασμένες βρωμερές ανάσες των βασανιστών τους. Μύριζα τον ιδρώτα πάνω στα λερωμένα ρούχα τους, τον ανακατεμένο με χώμα και αλάτι. Το αίμα που έσταζε σε κάθε βήμα και πότιζε το ξερό χώμα στο διάβα τους. Ένοιωθα  την έντονη μυρωδιά του θανάτου.
Έσκυψα κι ακούμπησα ένα κόκκινο γαρύφαλλο πάνω στα βράχια, μαζί και μια υπόσχεση.
Γύρισα τα μάτια μου προς το νησί. Πάνω στις πλαγιές είδα στημένα ξανά εκείνα τ’ αντίσκηνα, σε ευθείες γραμμές όπως στις παλιές φωτογραφίες. Κι ανάμεσά τους τα  τσακισμένα κορμιά των εξόριστων που στέκονταν περήφανα όρθιοι. Είχαν σηκώσει τα χέρια τους και τα κουνούσαν αργά σαν να με χαιρετούσαν. Είδα  στα πρόσωπά τους να φεγγοβολά ένα χαμόγελο και από τα μάτια τους να βγαίνει μια λάμψη. Κουνούσαν τα χείλη τους σαν να προσπαθούσαν κάτι να μου πουν.
 Έσκυψα σιγά για ν’ ακούσω: «Μη μας ξεχάσετε»…


 
 

Ένα μάθημα σύγχρονης ιστορίας έτσι όπως μας το παραδίνει η ευαίσθητη ματιά του καλού μου φίλου του Οικοδόμου σε μια εξαιρετική και βαθιά ανθρώπινη ανάρτηση. Ένα ευχαριστώ δεν φτάνει.

Αναδημοσίευση από Οικοδόμος