Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Η μπαλάντα του Αντρίκου



Είχε την τέντα ξομπλιαστή
η βάρκα του καμπούρη Αντρέα.
Γυρμένος πλάι στην κουπαστή
ονείρατα έβλεπεν ωραία.

Η Κατερίνα κι η Ζωή,
τ' Αντιγονάκι κι η Ζηνοβία.
Ω, τι χαρούμενη ζωή!
Χτυπάς, φτωχή καρδιά, με βία.

Τα μεσημέρια τα ζεστά
τη βάρκα παίρνανε τ' Αντρέα
για να τις πάει στ' ανοιχτά
όλες μαζί, τρελή παρέα.

Ήρθ' ο χειμώνας ο κακός
και σκόρπισε η τρελή παρέα
Και σένα βήχας μυστικός
σ' έριξε χάμω, μπάρμπα-Αντρέα.


Ποίηση: Κώστας Βάρναλης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης


Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Γυάλινα Γιάννενα

Χάραζε ο τόπος με βουνά πολλά
κι ανάτελλε τα ζωντανά του,
καλούς ανθρώπους και κακούς, νυφίτσες,
αλεπούδες,


 μια λίμνη ως κόρην
οφθαλμού


 και κάστρα πατημένα.



Θα ‘ναι τα Γιάννενα, ψιθύρισα,
στο χιόνι και στον άγριο καιρό
γυάλινα και μαλαματένια.


                                                      Δημήτρης Aνδρεαδάκης, Aπό τη γη στον ουρανό
                                                                     
Κι όσο πήγαινε η μέρα,
σαν το βαπόρι σε καλά νερά,
είδα και μιναρέδες 

                                                                Νικόλαος Oθωναίος, Ιωάννινα
                                                                
κι άκουσα
τα μπακίρια να βελάζουν.

Μιχάλης Γκανάς, Τα Γυάλινα Γιάννενα, Καστανιώτης


Λήδα και κύκνος

Ο δικός μου τόπος 
η ξακουστή ' ναι Σπάρτη και πατέρας
ο Τυνδάρεως` μια φήμη ωστόσο λέει
πως παίρνοντας ο Δίας θωριά κύκνου, 
πέταξε προς τη μάνα μου, τη Λήδα,
κάποιον αϊτό για να ξεφύγει τάχα, 
κι έτσι μαζί της δολερά έχει σμίξει,
αν είναι αλήθεια. Ελένη τ' όνομά μου

Η Λήδα και ο Κύκνος, έργο του Τιμοθέου, π. 370 π.Χ. Αντίγραφο. Ρώμη, Μuseo Capitolino
Πηγή: Αρχαιολογία







Αα! Τύχη πολυστέναχτη 
και πικραμένη μοίρα που έχεις!
Αγλύκαντη ζωή από τότε 
που σ' έσπειρεν ο Δίας, όταν
σαν κύκνος λευκοφτέρουγος 
αστράφτοντας μες στον αιθέρα
μπήκε στης μάνας σου τον κόρφο.

Peter Paul Rubens,Leda and the Swan
Πηγή: Wikipaintings


Οι στίχοι είναι από την τραγωδία του Ευριπίδη, Ελένη

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Θα ήθελα να μην ήμουν πρόσφυγας...

   Το απόσπασμα "Ταξίδι χωρίς επιστροφή"  από το μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου " Οι νεκροί περιμένουν" βρίσκεται στο βιβλίο των Κειμένων της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας της Α΄Γυμνασίου. Η μικρή μαθήτρια Ι.Α έγραψε το παρακάτω κείμενο συνδυάζοντας  τη φαντασία της και την ιστορία που της αφηγήθηκε η γιαγιά της.

  
   "Δρόμοι πλημμυρισμένοι από αίμα! Φτώχεια, πείνα, φόβος ! Κανείς δεν ήξερε τι να κάνει! Οι τυχεροί μπορούσαν να φύγουν, έλεγε πάντα η κυρά Μαρία, αλλά εμείς; Εδώ θα αφήσουμε τα κοκκαλάκια μας. Το έλεγε πάντα με το ίδιο φρικτό βλέμμα που σε έκανε να σκέφτεσαι διάφορα!

     Mόνο εγώ σκεφτόμουν το πώς πρέπει να είναι εκεί έξω. Οι μάνες μας δεν μάς άφηναν να κάνουμε ρούπι από κοντά τους. Λέγαν πώς έτσι φυλάγονταν!!!. Τρομάρα που πήρα όμως με τα νέα που είπε ο θείος μου! Είπε πως αν δεν φύγουμε την επομένη, θα πεθάνουμε . 

      Για μια στιγμή είδα τις σταγόνες της βροχής να πέφτουν και να χτυπούν το μαραμένο χώμα. Σαν τα δάκρυα της μάνας και του πατέρα , σαν το αίμα χιλιάδων παιδιών, που " στόλιζε " τα χαντάκια και τους δρόμους. Ένα χάος γύρω μου! Ήμουν μοναχά δεκαπέντε χρονών.

    Μια μέρα ο μπάρμπας μου κτυπημένος , γεμάτος αίμα, βουτηγμένος στο φόβο, ήρθε και μάς είπε να κλειδαμπαρωθούμε στο σπιτάκι μας. οι μεγάλες δυστυχίες τώρα αρχίζουνε. Εγώ είχα πάει προσεκτικά , κρυφά από τη μάνα στην θεία μου και πήρα τα μωράκια της. Μού είπε να απομακρυνθώ, να πάω κάπου ώστε να είναι τα μωρά ασφαλή. Μπροστά μας ξεπρόβαλαν ξαφνικά δυο "φονιάδες". Έτσι τούς έλεγε η μάνα μου. Φονιάδες. Η θεία μου με έδιωξε αλλά εγώ δεν ήθελα να την αφήσω μόνη της . Με το ζόρι κατάφερε να με πείσει. Πήρα τα μωρά και ανέβηκα στο βουνό. Γοργά - γοργά έφτασαν στο βουνό, απέναντί μου. Κρύφτηκα. Δεν με είδαν . Πίσω από τις ωραίες φυλλωσιές κρυβόταν το αθώο προσωπάκι μου, που φοβόταν να βγει γιατί θα πέθαινε.

     Τα μωρά άρχισαν να κλαίνε. Προσπάθησα να τα καθησυχάσω , αλλά ζήταγαν απεγνωσμένα τη μάνα τους. Ξάφνου , φάνηκε η σκιά της δίπλα μου. Βγήκα από την κρυψώνα  μου και την αγκάλιασα. Φοβόμουνα πολύ. Όταν όμως μού εξήγησε πώς και γιατί βρέθηκε μπροστά μου , έχασα τη μιλιά μου. Ένας παπούς ζήτησε να πάρουν τον ίδιο αντί γι' αυτήν. Έτσι κι έγινε. Και σαν να μην έφτανε το ξύλο που έφαγε ο δόλιος , τού πήραν όλα του τα υπάρχοντα, το ψωμί, τις ελιές  ακόμη και το λάδι! Η θεία μου τούς ακολούθησε . Οι αξιωματικοί - φονιάδες τόν πέταξαν στο ποτάμι.Προλάβαμε και τον βγάλαμε από το ποτάμι. Άρρωστο! 

   Τρόμος πια κυρίευε την ψυχή μου!. Όταν πήγα στο σπίτι η μάνα μου με γύρευε . Φοβόταν για το χειρότερο, αλλά μόλις βρέθηκα μπροστά της με δάκρυα στα μάτια, βλέμμα μίζερο και μια υποψία τρόμου , πριν προλάβει καλά καλά να μου σούρει οτιδήποτε με πήρα αγκαλιά και με ρώτησε τι έχω. Δεν της απάντησα . Της είπα μονάχα μια λέξη: Φόβος! χωρίς να την αντικρίσω.

    Πήγα στο μικρό εικονοστάσι και έκανα την προσευχή μου. Η μάνα με είδε αλλά δεν σταύρωσε λέξη. Προσπάθησε να αδειάσει την αθώα καρδούλα μου από τα συναισθήματα φρίκης. Μα δεν τα κατάφερε! Είχα ήδη πιστέψει στη δικιά μου πραγματικότητα! Με πήρε αγκαλιά και μού είπε πως θα με προστατεύει πάντα. Έγειρα το κεφάλι μου στην ποδιά της και άρχισα να σκέφτομαι πώς είναι από τη μια να αγκομαχάς και να παλεύεις με το Χάρο και από την άλλη να ζεις!

   Νομίζω πως τότε κατάλαβα τα λόγια των μεγάλων .  Δεν αρκεί να έχεις μόνο θάρρος , πρέπει να έχεις και δύναμη. Δύναμη που να μπορεί να νικά τα πάντα. Άραγε την έχω;

    Δεν άντεχα να κάνω πια πως δεν συμβαίνει τίποτα! Πως δεν βλέπω και δεν 
ακούω . Είμαστε ακόμα ζωντανοί. Είμαστε; Αν ναι, τότε γιατί μάς αφήνουν να τους φοβόμαστε; Ίσως φαταίει η όψη τους γι' αυτό. Τα μάτια τους μεγάλα προκαλούν τον φόβο. Χύνουν αίμα αδιάκοπα και δεν σκέφτονται το χαμό γύρω τους. Χαίρονται με τη δυστυχία του άλλου. Το βλέμμα τους φρικιαστικό. Νομίζουν πως μπορούν να τα έχουν όλα δικά τους. Κι αν η αντίσταση των ανθρώπων διαβεί το "μεγαλείο " τους, χύνουν μονομιάς το αίμα. Σκορπούν το φόβο γύρω τους. Νοιάζονται μόνο για το αύριο το δικό τους. Νομίζεις πως ο θάνατος είναι η μοναδική τους ευχαρίστηση . Τα όπλα  τα έχουν σαν δεύτερο βοηθό. 

    Οι δύσμοιροι άνθρωποι τι φταίνε; Τρόμος στις καρδιές των ανθρώπων! Μίσος στις δικές τους !Μονάχα  οι  λέξεις φόβος , δυστυχία εκφράζουν τον πόνο μας και ένα μεγάλο γιατί; Τι θέλουν ; Τι τούς έχουμε κάνει; Το αξίζουμε αυτό; Όταν όμως οι άνθρωποι μένου χωρίς συναισθήματα τι γίνεται;
Αδικία, φόβος, μίσος, δυστυχία, ανθρώπινες ψυχές που δεν ξέρουν  αν θα υπάρχουν αύριο.

   Τα καράβια με τους ανθρώπους εγκαταλείπουν την πατρίδα. Αυτό πρέπει να κάνουμε και εμείς, οι λιγοστές οικογένειες που έχουμε απομείνει. Να φύγουν , να αφήσουν πίσω κάθε περιουσία.
Κάθε πέτρα που αφήνουν πίσω τους , κάθε βλέμμα τους, κάθε δάκρυ που χύνεται , κάθε σταγόνα αίματος είναι ένα κομμάτι τους.

    Ο θείος είπε ότι όλοι θα γίνουν πρόσφυγες. Μόλις άκουσα αυτή τη λέξη δεν μπορούσα να συγκρατηθώ. Ένιωθα μισή! Τα ποδάρια μου , μού κόπηκαν, το βλέμμα μου άλλαξε! Έγινε κάτι μέσα μου . Αυτή η λέξη μού δημιούργησε μερικές απορίες. Άραγε αυτοί οι φονιάδες ξέρουν τι είναι οι πρόσφυγες; Αν ναι, κάνουν κάτι; Μπορεί ο θείος να μην μού απαντούσε στην ερώτηση τι είναι οι πρόσφυγες  αλλά εγώ είχα σκοπό να μάθω! 

    Καθόμουν αμέτρητες ώρες κοιτώντας έξω από το παράθυρο, βλέποντας βαρκούλες, καΐκια και κάθε λογής ξύλο πάνω στο οποίο μπορούσε κανείς να επιπλεύσει, γεμάτα ζωές , γεμάτα ανθρώπους.
Παιδιά που ήθελαν να φωνάξουν βοήθεια και δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυα τους. 

     Πίστευα πως οι άνθρωποι έφευγαν για να πάνε κάπου κοντά, αλλά λάθος πίστευα. Ο χαμός γύρω τους μεγάλωνε το φόβο τους, σκέφτονταν συνεχώς τις απώλειες. Αναρωτιόμουν γιατί εμείς δεν τους ακολουθούσαμε και μέναμε πίσω. Την επομένη, το βράδυ , κρυφά - κρυφά μπήκαμε σ'ένα καράβι . 

    Δεν ξέρω γιατί μάς έμενε κρυφό ότι θα γίνουμε πρόσφυγες!!! 
Η μάνα δεν με αντίκρισε , μού είπε μόνο να είμαι δυνατή!...

   Με τις πρώτες ηλιαχτίδες να γαργαλούν το μέτωπό μου , με τα πρώτα φτερουγίσματα των γλάρων στο γαλάζιο ουρανό ακούσαμε  φωνές : Φτάσαμε! 
Βρισκόμασταν κάπου μακριά από τον κόσμο μας. Θα ήθελα να μην ήμουν πρόσφυγας.!!!"( Ι.Α , Α΄Γυμνασίου)

Η φωτογραφία είναι από εδώ

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Βουκολικό

Γλυκό ειν' το ψιθύρισμα σαν αναδεύει ο αγέρας
τη φυλλωσιά, τσοπάνη μου, του ήμερου του πεύκου,
που οι ρίζες του δροσίζονται στο πλαϊνό ρυάκι,
γλυκός ακόμα κι ο σκοπός σαν παίζεις τη φλογέρα
μετά τον Πάνα πρέπει σου το δεύτερο βραβείο.
Τράγο αν πάρει ο θεός, εσύ θα πάρεις γίδα,
αν γίδα του χαρίσουνε, θα πάρεις γιδοπούλα,
που' χει το κρέας τρυφερό στο άρμεγμα πριν φτάσει


μα στων γελάδων τους μαστούς βάλτε τα τα μοσχάρια,
βάλτε τις στέρφες στα ταυριά, για να βοσκούν κοντά τους



γλυκό είν΄το μουγκανητό του μοσχαριού κι ακόμα 
είναι γλυκό το μούγκρισμα από την αγελάδα,
γλυκιά η φλογέρα του βοσκού, γλυκό και το τραγούδι.



Οι στίχοι είναι του ποιητή Θεόκριτου (325 - 267 π.Χ.) , θεμελιωτή και κύριου εκπροσώπου της βουκολικής ποίησης.
Θεόκριτος , Άπαντα, σειρά Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, αρ.322, Κάκτος, 1992

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Μια βραδιά με τον «άγνωστο Βάρναλη»

Ορισμένοι άνθρωποι έχουν το χάρισμα και το ταλέντο να μεταφέρουν ζωντανά με την πένα τους  όμορφες εικόνες από ένα γεγονός που έζησαν. Ο οικοδόμος ήταν στην παρουσίαση του βιβλίου για τον άγνωστο Βάρναλη και με ένα πολύ ζεστό και παραστατικό κείμενο κατορθώνει  να  μάς μεταφέρει εκεί και να μάς κάνει συμμέτοχους στην όμορφη ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε. 
Σαν να ήμασταν και εμείς εκεί...

      Σα να ήταν εκεί...


«Ο άγνωστος ΒΑΡΝΑΛΗΣ και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του», από τις εκδόσεις «ΕΝΤΟΣ». Καισαριανή, Τρίτη 20 Νοέμβρη 2012. Ήταν μια «Βαρναλική» βραδιά.

«Αλησμόνητη θα μου μείνει η πρώτη μου συνάντησι με το Δάσκαλο στο σπίτι του, ένα ανοιξιάτικο απόγευμα του 1933. Είχε έρθει από τον Πύργο της Βουλγαρίας με μια ανηψιά του, την Έλσα, καλή της ώρα όπου κι αν βρίσκεται σήμερα. είχε μπη στη φοιτητική μας συντροφιά, δέθηκε μαζί μας με αδερφική φιλία. Της άρεσαν τα αθώα γλεντάκια μας, τα τραγούδια μας, η ομαδική μας απαγγελία και μια μέρα μας έφερε πρόσκλησι του Βάρναλη να πάμε να το κάψουμε στο ανοιχτόκαρδο σπίτι του. Περάσαμε ένα θείο απόγευμα με τη συντροφιά του. Ήταν εκεί κι ο Αυγέρης –άλλη σεβαστή μορφή των γραμμάτων μας- η Γαλάτεια και κάμποσοι άλλοι. Τα τσούξαμε κιόλας, ενθουσιαστήκαμε κι αρχίσαμε όλοι μαζί ν’ απαγγέλουμε τα τραγούδια του. είχαμε πραγματικό πάθος για την ποίησί του, όχι μονάχα για την απαράμιλλη αισθητική της αξία, αλλά γιατί αποτελούσε το καθημερινό ψωμοτύρι της ζωής μας. για τη νεολαία εκείνης της εποχής  δεν μπορούσε να νοηθή ύπαρξι χωρίς την ποίησι του Βάρναλη, γι’ αυτό ξέραμε απόξω το μεγαλύτερο μέρος του έργου του και το απαγγέλναμε φωναχτά, σα ζητωκραυγή. Θυμούμαι τη συγκίνησι του Δασκάλου. Και τώρα ακόμα, στεφανωμένος πια και καταξιωμένος ποιητής του λαού, συγκινείται τρομερά όταν ακούη τους στίχους του να φτερουγίζουν στα χείλη των φίλων του και του λαού.»

Τις αναμνήσεις του Τάσου Βουρνά, τυπωμένες ακριβώς πριν 55 χρόνια στην έκδοση του «Κέδρου» για τα πενηντάχρονα του έργου του Κώστα Βάρναλη, πρωτοδιάβασα όταν, μαθητής του Λυκείου, άρχιζα να ανακαλύπτω τον ποιητή μέσα από τα βιβλία του. Όταν έλαβα την τιμητική πρόσκληση από τον δημοσιογράφο Ηρακλή Κακαβάνη να παραβρεθώ στην παρουσίαση του βιβλίου του «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του», από τις εκδόσεις «ΕΝΤΟΣ», η πρώτη μου κίνηση ήταν να αναζητήσω στη βιβλιοθήκη μου αυτήν την παλιά έκδοση. Ήθελα να επαναφέρω στη μνήμη μου την ατμόσφαιρα που περιέγραψε τόσο παραστατικά ο Βουρνάς.

Μια ατμόσφαιρα που κάτι από «αυτήν» -μπορώ να περηφανεύομαι μέσα μου πως- έκλεψα   κάποτε παρέα με φίλους και συμμαθητές, δίπλα σε μερικούς σημαντικούς ανθρώπους. Μια εποχή που κάποιοι δάσκαλοί μας μας μιλούσαν για λογοτεχνία, μας «γνώριζαν» με ποιητές, μας ενθάρρυναν να διαβάζουμε και σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και να γράφουμε. Δεν ήταν λίγες οι φορές –τότε και λίγο αργότερα- που γύρω από νεανικά τραπέζια με μεζέ και καλό κρασί, απλώναμε τις σκέψεις μας για το μέλλον πάνω σε έργα ποιητών ή πεζογράφων, με την ελπίδα πως οι δρόμοι που οδηγούσαν στο όνειρο θα έμεναν ανοιχτοί.
Το βιβλίο του Ηρακλή Κακαβάνη μου κέντριζε την περιέργεια. Πόσο «άγνωστος» μπορεί να παραμένει ένας ποιητής που το έργο του κυκλοφόρησε σε αμέτρητες εκδόσεις, έγινε κτήμα του λαού,  γαλούχησε κάμποσες γενιές, διδάσκεται σήμερα στα πανεπιστήμια, ασχολήθηκαν και έγραψαν γι’ αυτόν τόσοι σημαντικοί άνθρωποι; Άσε που η πρόσκληση έγραφε για παρουσίαση σε… τσιπουράδικο. Τί είδους παρουσίαση βιβλίου θα ήταν αυτή, όταν ανάλογες  εκδηλώσεις γίνονται συνήθως σε άχρωμες αίθουσες, σε εκδοτικούς οίκους ή σε «πολυχώρους πολιτισμού»; Διάβασα ακόμα μια φορά  το κείμενο του Βουρνά και σκέφτηκα: Λες;…

Οι ομιλητές και ο συντονιστής της εκδήλωσης εγγυούνταν μια πετυχημένη παρουσίαση. Οι σύντροφοι –ας μου το επιτρέψουν, έτσι τους νιώθω-Μπογιόπουλος, Τσακνής και Σαρρής και η καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και Δραματουργίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κυρία Γεωργία Λαδογιάννη, άνθρωποι καταξιωμένοι στο χώρο τους και ευρύτερα,  με στίγμα, διαδρομή και προσφορά στο λαό και τους αγώνες του. Όλα αυτά έκοβαν βόλτες στη σκέψη μου ακόμα και την ώρα που -το απόγευμα της Τρίτης- βγήκα στον δρόμο για την Καισαριανή. Ο καιρός ήταν μουντός  -τα σύννεφα προετοίμαζαν το βαρύ φορτίο τους για τις ώρες που θα ακολουθούσαν- σαν την διάθεση πολλών από μας τον τελευταίο καιρό…

Έφτασα μάλλον από τους πρώτους. Ο συγγραφέας του βιβλίου υποδεχόταν με ευγένεια τους καλεσμένους του και τους οδηγούσε στις προκαθορισμένες θέσεις-τραπέζια τους. Το τσιπουράδικο «Ο Μπούσουλας»,  στην πλατεία της Καισαριανής είναι ένας χώρος ζεστός που γρήγορα σε κάνει να νιώσεις  σαν στο σπίτι σου. Πάνω στους τοίχους του  γραμμένοι στίχοι ελλήνων ποιητών (μπόρεσα να διακρίνω από εκεί που καθόμουν ποιήματα του Καβάφη και του Καββαδία), κάτι που με έκανε να σκεφτώ πως δεν θα ήταν τυχαία η επιλογή του χώρου για την εκδήλωση.

Στάθηκα για λίγο στην είσοδο και παρατηρούσα τους προσκεκλημένους  που κατέφταναν ένας ένας. Άνθρωποι αναγνωρίσιμοι ή όχι, γνωστοί ή λιγότερο γνωστοί,  όλοι τους  απλοί, λαϊκοί   άνθρωποι, σαν αυτούς με τους οποίους συνήθιζε να κάνει παρέα κάποτε ο ποιητής. «Ο Βάρναλης δεν αγαπάει την επίδειξι ούτε την πόζα, τόσο συνηθισμένο πράμα στους Ρωμιούς γραμματιζούμενους. Αντίθετα λατρεύει τους απλούς ανθρώπους του λαού και μ’ αυτούς κάνει συντροφιά. Παλιότερα η πιο συχνή παρέα του ήταν ένας τσαγκάρης της οδού Σίνα κι ο κυρ Μιχάλης ο Σαρδέλλης, υπάλληλος στο βιβλιοπωλείο Κολλάρου, ήσυχοι και σεμνοί άνθρωποι, που τον αγαπούν και τους αγαπά.» γράφει ο  Βουρνάς. Τέτοιοι άνθρωποι πέρναγαν την είσοδο του τσιπουράδικου. Αναγνώρισα μερικούς και πρώτον απ’ όλους τον Γιώργο Φαρσακίδη, τον σπουδαίο άνθρωπο της Τέχνης, αυτόν τον μεγάλο αγωνιστή, την ζωντανή ιστορία του Μακρονησιού. 


Μεταξύ των παρισταμένων ήταν και αρκετοί μπλόγκερς, όπως είπε και ο συγγραφέας του βιβλίου. Από τις συστάσεις γνώρισα τους συντελεστές της «Σεισάχθεια», κάποιους από το «Βαθύ κόκκινο», ήταν εκεί φυσικά οΓιώργος Σαρρής και ακόμα ο Κώστας Γρηγοριάδης που είναι και σκιτσογράφος στον Ριζοσπάστη. Ήταν  και ο καλός σύντροφος «Σφυροδρέπανο»ς που είχαμε ξανασυναντηθεί   σε κάποια από τις απεργιακές συγκεντρώσεις του ΠΑΜΕ καιέγραψε το καλύτερο ρεπορτάζ –από όσα μέχρι τώρα διάβασα- για την παρουσίαση του βιβλίου.

Η εκδήλωση ξεκίνησε με την θεατρική απόδοση σατιρικού κειμένου (διαλόγου) του Βάρναλη από τους ηθοποιούςΣτέλιο Γερανή και Κατερίνα Φωτιάδου. Στην συνέχεια ο Μπογιόπουλοςπου εκτελούσε χρέη συντονιστή και προσέθετε κάθε τόσο «αλατοπίπερο» στην βραδιά κάνοντάς μας γνωστές ανθρώπινες στιγμές του ποιητή, έδωσε τον λόγο στον Γιώργο Σαρρή που μίλησε για την ταξικότητα του έργου του Βάρναλη: «Υπάρχει σήμερα Τέχνη που να ζητάει την έξοδο, τη φυγή από τον κόσμο της ασκήμιας, από τον κόσμο της καθημερινής βιοπάλης και δυστυχίας προς τον κόσμο της αιώνιας ομορφιάς, της υπέρτατης γαλήνης και ισορροπίας όλων των δυνάμεων!» (Ολόκληρη την τοποθέτηση του  Σαρρήδιαβάστε ΕΔΩ).

Ο Διονύσης Τσακνής αναφέρθηκε στην σπουδαιότητα του βιβλίου στο πόσο μπορεί να βοηθήσει την προσέγγιση των νέων ανθρώπων με τον Βάρναλη και στάθηκε ιδιαίτερα  στην στάση  των διανοουμένων σήμερα. Σημείωσα την φράση του: «σήμερα ή δεν υπάρχουν (διανοούμενοι) ή κρύβονται».

Νόμιζα πως ο λόγος μιας καθηγήτριας Πανεπιστημίου θα ήταν «βαρύς», υπερβολικά εξειδικευμένος και θα αναλωνόταν μόνο σε «τεχνικές» λεπτομέρειες του έργου του Βάρναλη. Κακώς νόμιζα. Ο παθιασμένος, χειμαρρώδης λόγος της κυρίας Λαδογιάννη συνεπήρε το ακροατήριο,  όπως σίγουρα θα συμβαίνει  και με τους φοιτητές που γεμίζουν τα αμφιθέατρα για να την ακούσουν. Μας μίλησε για τις έρευνές τις που κράτησαν χρόνια, για ένα τιτάνιο έργο για τον Βάρναλη, που ολοκληρώθηκε από ομάδες φοιτητών με την δική της καθοδήγηση και που περίμενε την έκδοσή του. Κάτι που –προς απογοήτευση όλων- δεν θα γίνει ποτέ, αφού τελικά αυτό το υλικό χάθηκε… Μια σύντομη παρέμβαση για το γλωσσικό ζήτημα και τον δημοτικιστή Βάρναλη έκανε η φιλόλογος Ρίτα Νικολαΐδου, ενώ ένα κείμενο που είχε γράψει για τον ποιητή διάβασε ο εκπρόσωπος  της «Σεισάχθεια».

Οι ομιλίες είχαν τελειώσει όταν ο Γιώργος ο Σαρρής έπιασε την κιθάρα και άρχισε να τραγουδάει τους «μοιραίους». Δεν τον αφήσαμε φυσικά «μόνο» του. Την ίδια ώρα, κάτω από τις οδηγίες του... πανταχού παρόντα κυρίου Βαγγέλη (ιδιοκτήτη του τσιπουράδικου), άρχισαν να προσγειώνονται στα τραπέζια οι πρώτες καράφες  με το κρασί και οι απαραίτητοι μεζέδες.

Έτσι, με  γευστικό φαγητό και συντροφιά με το καλό  κρασί του «Μπούσουλα», μας δόθηκε η δυνατότητα να γνωρίσουμε μερικούς σημαντικούς ανθρώπους και να συζητήσουμε  ενδιαφέροντα θέματα στα πηγαδάκια που δημιουργήθηκαν. Είχε ενδιαφέρον για παράδειγμα η συζήτηση με τον Ηρακλή Κακαβάνη για την έρευνά του  στο αρχείο του ποιητή. Για το πώς έγραψε το βιβλίο. Η ξενάγηση που μας έκανε στις σελίδες του. Ακούσαμε  έναν άνθρωπο να μιλάει με αγάπη για την ποίηση, για  την έρευνα, για τον Βάρναλη. Γνωρίσαμε και συζητήσαμε για το βιβλίο του Βάρναλη και για άλλα βιβλία, συγγραφείς  και εκδόσεις, τον κ. Θέμη Φασούλα, εκδότη του βιβλίου (εκδόσεις «ΕΝΤΟΣ»).

Η φράση του  Τσακνή για τους διανοούμενους έγινε αντικείμενο μιας καλής συζήτησης μεταξύ  του ίδιου, ημών,   Μπογιόπουλου και άλλων ομοτράπεζων. Είχαν πολύ ενδιαφέρον οι απόψεις που ακούστηκαν και το θέμα αυτό από μόνο του θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μιας πιο πλατιάς συζήτησης -γιατί όχι και εκδήλωσης;- κάποτε. Η άποψη του ιστολογίου πάντως –αν ενδιαφέρει κάποιον-  γέρνει προς το «δεν υπάρχουν». Ενδιαφέρουσα ήταν και η ανταλλαγή απόψεων  με τους άλλους μπλόγκερς.

Όμως οι όμορφες στιγμές, όταν τις ζεις, σε κάνουν να χάνεις την αίσθηση του χρόνου. Έτσι δεν κατάλαβα πόσο γρήγορα πέρασε η ώρα. Μόνο όταν είδα ότι οι περισσότεροι είχαν αποχωρήσει... όμως… και πάλι... ήταν νωρίς!...

Η βραδιά δεν είχε τελειώσει. Δυο χούφτες άνθρωποι γύρω από λίγα τραπέζια βάλαμε στη μέση τον Σαρρή που ακούραστος έδινε τον ρυθμό με την κιθάρα και την μελωδική φωνή του. Και γίναμε όλοι ένα στόμα και τραγουδήσαμε Θεοδωράκη, Καλδάρα, Λοΐζο, Καζαντζίδη και φυσικά Βάρναλη. Ο ενθουσιασμός μπλεκόταν με τις νότες, οι στιγμές παραμέριζαν τον χρόνο, πρόσφεραν απλόχερα ψυχική ανάταση που σε έκαναν να νιώθεις άτρωτος από τα «πεζά» και «καθημερινά», που ήξερες ότι περιμένουν στη γωνία με την βεβαιότητα πως θα έρθει και η δική τους σειρά. Η κιθάρα ξανάπιασε τους «μοιραίους» και τα στόματα ακολούθησαν. Και η σκέψη μου γυρίζει ασυναίσθητα στο κείμενο του Βουρνά. Σαν κάπου δίπλα μας να κάθεται ο ποιητής, να απολαμβάνει το κρασάκι του και να μας κλείνει ευχαριστημένος το μάτι. Λες;...

«Ω, της αυγής κροκάτη γάζα»… Για μια ακόμα φορά αυτό το τόσο ειπωμένο, το χιλιοτραγουδισμένο  ποίημα ακούστηκε σαν καινούργιο, σαν να  ανακάλυπτα αυτόν τον στίχο εκείνη την στιγμή. Ο διαχρονικός λόγος του Βάρναλη. Ο πάντα επίκαιρος, ο τόσο δικός μας, ο τόσο βαθύς  και «άγνωστος», όπως ο απέραντος ωκεανός που ακόμα και ο πιο ατρόμητος θαλασσοπόρος δεν θα καταφέρει ποτέ να τον διαβεί απ’ την μια άκρη του ως την άλλη. Θα περιπλανιέται στα αμέτρητα πελάγη του, θα χάνεται στις φουρτουνιασμένες θάλασσες, θα μαγεύεται στο απάγκιο των λιμανιών του. Ο Ηρακλής Κακαβάνης με  το βιβλίο του μας έκανε δώρο μια «πυξίδα» που θα μας κρατήσει στη σωστή ρότα.

Έβρεχε δυνατά όταν έφυγα.  Ο  δρόμος μπροστά μου απλωνόταν άδειος. Οδηγούσα αργά. Οι γυαλοκαθαριστήρες του αυτοκινήτου ανεβοκατέβαιναν με ρυθμό και από το ραδιόφωνο ακούγονταν οι στίχοι ενός άλλου ποιητή. Μιλούσαν για κάποια ανήλιαγα στενά. Πόση δύναμη αλήθεια μπορούμε να πάρουμε από τους στίχους των ποιητών μας! Μια δύναμη που αν κάποτε μπορούσαμε να καταλάβουμε το μέγεθός της, το φως θα πλημμύριζε  τις ζωές μας, για πάντα. (οικοδόμος)

Αναδημοσίευση από στηθάγχη

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Είναι διγαμία ν' αγαπάς και να ονειρεύεσαι

Α τι ωραία να' σαι νεφεληγερέτης
να γράφεις σαν τον Όμηρο εποποιίες στα παλιά παπούτσια σου
να μη σε νοιάζει αν αρέσεις ή όχι
τίποτε

Απερίσπαστος νέμεσαι την αντιδημοτικότητα
έτσι` με γενναιοδωρία` σαν να διαθέτεις
νομισματοκοπείο και να το κλείνεις
ν'απολύεις όλο το προσωπικό
να κρατάς μια φτώχεια που δεν την έχει άλλος κανείς
εντελώς δική σου.
Την ώρα που μες στα γραφεία τους απεγνωσμένα
κρεμασμένοι απ' τα τηλέφωνά τους
παλεύουν για' να τίποτα οι χοντράνθρωποι 
ανεβαίνεις εσύ μέσα στον Έρωτα
καταμουντζουρωμένος αλλ' ευκίνητος
σαν καπνοδοχοκαθαριστής
κατεβαίνεις απ' τον Έρωτα έτοιμος να ιδρύσεις 
μια δική σου λευκή παραλία

χωρίς λεφτά

γδύνεσαι όπως γδύνονται όσοι νογούν τ' αστέρια
και μ' οργιές μεγάλες ανοίγεσαι να κλάψεις ελεύθερα...

Είναι διγαμία ν' αγαπάς και να ονειρεύεσαι.

Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη, Ίκαρος, Αθήνα 1980 , 4η έκδοση


Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Εκεί που είναι ο πόνος κι ο ιδρώτας και τα δάκρυα, εκεί δεν είναι ο άνθρωπος;


...Η Αριάγνη αμίλητη τράβηξε από μπρος του το άδειο πιάτο, τον έσπρωξε με τον αγκώνα για να της κάνει τόπο, έβαλε το πιάτο στην άκρη του τραπεζιού, και με την κόψη της παλάμης σκούπιζε μέσα τα ψίχουλα.

- Εσύ, Κυρά, τι λες; την πείραξε ο Διονύσης.

  Η Αριάγνη τον κοιτούσε με τα μαύρα μάτια της και δεν έλεγε τίποτα.


   Μάτια που σε κοιτούνε και δε σαλεύουνε. Μάτια που μαλώνουνε. Η βροχή δυνάμωσε κι ο κόσμος σκοτείνιασε. Το παιδί με την προβιά. Θα του κόψει τουλάχιστο να χωθεί σε καμιά πόρτα για να μη βρέχεται; Αχ, παιδί μου Σταμάτη, αχ Καλλιόπη και Ουρανία, αχ κύρη τους εσύ που τους τα έμαθες αυτά. Γιατί γουμάρια; Γιατί κουρμπάτσι; Εκεί που είναι ο πόνος κι ο ιδρώτας και τα δάκρυα, εκεί δεν είναι ο άνθρωπος; Γιατί λοιπόν σκάβετε ένα χαντάκι και χωρίζεστε; Πού θα σας βγάλουν αυτά τα μυαλά; Τρέμω. Θα 'θελα να μη ζω. Να μη δούνε τα μάτια μου. Θα έρθει μέρα. Βλέπω κόσμο να στριμώχνεται στις προκυμαίες με βουνά γύρω τους τις βαλίτσες και τους μπόγους και τα στρώματα. Και πίσω τους τάφοι γονιών, προγόνων, τάφοι μικρών παιδιών αφημένοι στο έλεος του Θεού. Δίχως καντήλι, δίχως έναν κουβά νερό να ξεδιψάσουν τα κόκαλά τους. Κι όλο το μόχθο, τις γιορτές, τις αγκούσες, πενήντα, ογδόντα, εκατό χρόνων, να θαρρείτε πια πως τις παίρνετε μαζί σας γιατί καρφώσατε όπως όπως μέσα σε σανιδένια μπατάλικα σεντούκια τα έπιπλα και το ρουχισμό και τα σκεύη σας και τίποτε θυμητικά μικροπράγματα. Και θα νομίζετε πως μια και κουβαλήσατε τα πράματα σώσατε μαζί τους τη χαρά και τους έρωτες και τις ελπίδες και τα μεθύσια. Τίποτα δε σώσατε. Μόνο άψυχα πράματα που κάποτε σταθήκαν μάρτυρες. Θα τα στήσετε κάτω από άλλον ουρανό και θα δείτε πως δε θα σας μιλούν, δε θα σας λένε αυτά που περιμένετε. Γιατί θα τα ζεσταίνουν άλλα χνώτα, άλλα βλέμματα, άλλες φωνές. Μη χάνεστε κι ακούστε που σας λέω. Μια ζωή που έζησες, την έζησες, δεν τη βρίσκεις αλλού. Γιατί την έζησες μέσα σε μυρουδιές, μέσα σε φώτα, μέσα σε ήλιους και βροχές, μέσα σ' ανθρώπους. Κι αυτά όλα θα μένουν πίσω σου και θα τ' αναζητάς. Θα τριγυρίζετε σαν άταφοι νεκροί που ζητούν ένα λάκκο να πέσουν μέσα να ξεκουραστούν. Και τα γουμάρια και το κουρμπάτσι θα βρίσκονται πίσω σας μίλια και σεις πια μήτε θα τα θυμόσαστε. Εγώ, θα λέτε, να ξεραθεί το στόμα μου αν είπα ποτέ τέτοιο λόγο. Μα τον είπατε, είναι γραμμένος στον αέρα, πάνω στους τοίχους των σπιτιών, μέσα στις φυλλάδες που βγάζατε. Και τούτοι οι άνθρωποι, όσο πονετικοί κι αν είναι, πώς θέτε να τον ξεχάσουνε; Θα τον θυμούνται και θα σας τον θυμίζουνε και σεις θα μετανοιώνετε πικρά. Γι' αυτό σας λέω μη, μη όσο είναι καιρός.

    Θα λέτε: μάνα, και τούτη τη λεκάνη, πίσω μας θα την αφήσουμε; Να σας πω για τη λεκάνη. Το άσπρο σμάλτο της από μέσα είναι τσουκαρισμένο στον πάτο, μια μαύρη ξεγδαρματιά που μεγαλώνει με τα χρόνια, γι' αυτό θέλει προσοχή στο σαπούνισμα. Έτσι την αγόρασα, μισοτιμής. Αυτού μέσα έπλυνα τα μωρουδιακά σας, από Μιχάλη ως Νίκο, τριάντα χρόνια, μάλιστα. Πώς θαρρείτε πως στήνεται νοικοκυριό άμα ζεις μεροδούλι μεροφάι; Αυτό που αγοράζεις κόβοντας απ' το ψωμί σου, το καμαρώνεις, το προστατεύεις, γαντζώνεσαι πάνω του. Και το κουβαλάς, απ' το ισόγειο της Μπαλάξα στο μονόροφο του λαβύρινθου με τα πολλά καφασωτά κι από κει εδώ, κι από δω ποιος ξέρει πού, με τα μυαλά που πηγαίνετε. Ακούς εκεί, γουμάρια! Δεν τη θυμάστε φαίνεται τη λεκάνη γεμάτη ως τη μέση με το αίμα της Ουρανίας. Τη θυμάστε; Ήτανε νύχτα του Οχτώβρη, ζεστή. Το κοριτσάκι από τ' απόγεμα, σα γύρισε από το σκολειό, παραπονιόταν: Ένα βάρος, μαμά, στο κεφάλι μου. Τη βάλαμε κάτω και πλάγιασε νωρίς. Θάτανε εννιά, θάτανε δέκα; Ο ποδηλατάς κάτω είχε στήσει το τάβλι στο φως της ασετυλίνης κι έριχνε μόνος τα ζάρια για να γυμνάζεται. Μαμά, φωνάζει η Ουρανία, έλα να δεις. Είχε ανοίξει η μύτη της, τα μαξιλάρια κόκκινα, το νυχτικό της έσταζε. Δεν είναι τίποτε, είπαμε, θα ξεθυμάνει ο πονοκέφαλος. Μα το αίμα έτρεχε βρύση, φέραμε το κοριτσάκι στο αντρέ, φέραμε τη λεκάνη και πιάσαμε τα ξίδια και τα μπαμπάκια. Σκύψε, παιδί μου, μέσα, όχι, όχι, καλύτερα πίσω το κεφάλι σου. Τι γάζες, τι μαντίλια γέμισε. Βρε Μιχάλη, λέω του μεγάλου, η βάρδια του πατέρα σου ακόμη δεν τελείωσε. Πετάξου σ' ένα τηλέφωνο και πες του να φέρει αμέσως γιατρό. Γιατρό, νύχτα, στο σπίτι; Έβαλε τα κλάματα ο Σταμάτης και πίσω του το Καλλιοπάκι. Η Ουρανία ήτανε σαν το πανί, σκυμμένη πάνω απ' τη λεκάνη, δεν ήθελε πια να γέρνει πίσω, γιατί το αίμα κατέβαινε στο στομάχι της και την αναγούλιαζε. Κι ο Μιχάλης ξεχρόνιζε. Πάει, το χάνω το παιδί, λέω μέσα μου. Βαστάτε της το κούτελο, τους λέω και πάω στα εικονίσματα. Έπεσα χάμω και χτυπούσα το κεφάλι στο πάτωμα. Παναγίτσα μου, έλεγα, όχι αυτό, είναι αθώο και τ' αγαπάει τόσο τα γράμματα. Και στο ράψιμο είναι καλό και τ' αδέρφια της τα πονάει κι είναι η αδυναμία του κύρη της. Μαμά, μου φωνάζουνε, τα χέρια της πάγωσαν. Κι ο Μιχάλης ξεχρόνιζε. Κι έφτασε κάποτε και νόμισα πως έφτασε ο Μεσσίας. Μα τι μου λέει; Ο πατέρας δεν πήγε απόψε καθόλου στη δουλειά. Ω, συμφορά, ω, ανάθεμα σ' αυτόν που έβγαζε τις τράπουλες. Κάνω έτσι κι όταν είδα τη λεκάνη γεμάτη στα μισά, μου ήρθε σαν τρέλα. Μπα, λέω, αδύνατο τόσο αίμα να είναι του παιδιού, θα 'χε τελειωσει. Αυτό είναι ξινισμένο κρασί απ' τη νταμιζανίτσα του μπαλκονιού. Το παιδί χάνεται, Αριάγνη! Άνοιξα τα παράθυρα. Σώστε, χριστιανοί, το χάνω μέσα από τα χέρια μου, φωνάζω. Από κάτω, κάτι μου λέγανε. Σκύβω, ήταν ο Γιούνες μ' εκείνο το σερσέμη τον πιανίστα το Γερμανό και χάζευαν το τάβλι του ποδηλατά. -Ομ Μεχάλη, τρέχει τίποτα;- Βρε Γιούνες, του λέω, σώσε, το παιδί μου τελειώνει. Ώσπου να το πω ήταν απάνω. Πλατς, πλατς χτυπούσαν τα γυμνά του πόδια στα πέτρινα σκαλοπάτια. Μια και δυο τη σήκωσε στα χέρια και δρόμο κάτω. Πίσω ο Μιχάλης με το παλτουδάκι της, για να τη σκεπάσει. Ξοπίσω τους εγώ με τις παντόφλες και τη νυχτικιά. Πού την πάει; Τρέχα με σαν τρελοί και δεν τον προφταίναμε. Κι από πίσω μας ο μαχαλάς ξεσηκωμένος να ρωτάει: Μα τι γίνηκε, φονικό; Ποιος είχε καιρό να τους εξηγήσει. Όταν φτάσαμε στη Μπουστάνι, τον χάσαμε. Αριστερά, πήρε την Νταουαουίν, μας λέει ένας περαστικός. Κατάλαβα, την πήγαινε στο φαρμακείο που διανυχτέρευε, αντίκρυ στο σαράι του Πασά. Την είχαν κιόλας ξαπλωμένη στο μουσαμαδένιο κρεβάτι. «Ψυχραιμία, κυρία μου», έλεγε ο φαρμακοποιός. «Μην κάνετε έτσι. Τώρα θα φτάσει ο γιατρός. Ευτυχώς κατοικεί από πάνω μας. Πήγε να τον φωνάξει. Μα πού το βρήκατε τέτοιο θηρίο; Κοιτάξτε πώς την έσπασε την πόρτα μου. Αφού τον είδα και του φώναξα έρχομαι, ήταν ανάγκη να την κλωτσήσει; Ποιος θα πληρώσει τώρα τα τζάμια;»

     Με το γιατρό άλλο ζήτημα. Τον κατέβασε με τις πυτζάμες. Και τον κρατούσε από το σβέρκο μπας και του φύγει. Μα εκεί το παράκαμνε. Γιατί ο γιατρός ήταν ένας καλότατος άνθρωπος. Μικροκαμωμένος, με μούσι, μιλούσε φαρσί τα ελληνικά, αν κι ήτανε Σαμλής ή κάτι τέτοιο. - Βρε, Γιούνες, του λέω, κατέβασε τα χέρια σου απ' το γιατρό, δεν ντρέπεσαι; - Ομ Μεχάλη, μού κάνει, άσε με να τελειώσω τη δουλειά κι ύστερα δείρε με.

    Έτσι το σώσαμε το κοριτσάκι. Κι όταν γυρίσαμε σπίτι με τ' αμάξι που μας έφερε ο Γιούνες, και την πλαγιάσαμε στο κρεβάτι κι αποκοιμήθηκε, είδα τη λεκάνη πάνω στο τραπέζι: Θε μου, είπα, αυτό είναι το αίμα του παιδιού μου, πώς να το χύσω στο νεροχύτη; Μα κι αυτό το έκανα κι όταν γύρισε ο κύρης της, ξημερώματα πια, το σπίτι ήτανε συγυρισμένο κι όλα τα παιδιά κοιμόντουσαν σα να μην είχε γίνει τίποτα. - Το γουμάρι, του κάνω, ο ξιπόλητος, που λες καμιά φορά, έσωσε το παιδί μας απόψε. - Ποιος, τι; Κι όταν του τα είπα με το νι και με το σίγμα, τι γυρίζει και μου κάνει; - Κι άφησες αυτόν τον βρωμάραπα να πάρει στην αγκαλιά του το κορίτσι μας;

   Τη λεκάνη και τα εικονίσματα μπορείτε να τα πάρετε. Ακόμα και το τραπέζι με τον κίτρινο μουσαμά. Και την Ουρανίτσα την ίδια μπορείτε να τη στείλετε αλλού. Μα η νύχτα μέσα στο γαϊδουροκαλόκαιρο, το φως της ασετυλίνης, τους δρόμους και το βουητό του μαχαλά, τα σπασμένα τζάμια και τις μεγάλες φωτισμένες γυάλες με το πράσινο και το κόκκινο νερό, το λαχάνιασμα του Γιούνες, το χαμόγελο του γιατρού, αυτά όλα θα μείνουν πίσω, δεν κλείνονται σε βαγόνια. Και δίχως αυτά τι παίρνετε μαζί σας; Τίποτα! (απόσπασμα)

Στρατής Τσίρκας , Ακυβέρνητες Πολιτείες, Αριάγνη, Κέδρος , Αθήνα 2000, 32η έκδοση

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Χρώματα

Κράτησα τη ζωή μου
ταξιδεύοντας ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα,
κάτω απ΄ το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες
με τα φύλλα της οξιάς
καμιά φωτιά
στην κορυφή τους βραδιάζει.

                                    Γιώργος Σεφέρης










Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Δεν έχει αστέρια ο ουρανός



Μακρυά μας βγαίνει το πρωί
καρδιά μου π' ανασαίνεις
τα χείλη έχουν το φιλί
μα η ζωή φαρμάκι

Κι αν γνώρισες πολλά στενά
και τους μεγάλους δρόμους
δεν έχει αστέρια ο ουρανός
για όσους μετανιώνουν

Τον πόνο σου μου έδωσες
με λόγια ξεχασμένα
νυχτώσαμε και χάσαμε
την στράτα την μεγάλη


Στίχοι: Κυριάκος Σφέτσας
Μουσική: Κυριάκος Σφέτσας
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Πουλόπουλος

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι

   Ο ήλιος , χαμόγελο μωρού, τον κοίταζε κρυφά πίσω από την κορυφογραμμή - γυναίκα που ονειροπολεί ξαπλωμένη στα μωβ.

     Λένε πως ο άνθρωπος ως λογικό ον μπορεί να καθορίσει τη μοίρα του, ξεχνούν όμως πως η πλάνη είναι η αποτίμηση της λογικής, μιας και διαφορετικά η λογική δε θα' χε καμια δυνατότητα διάκρισης. Πόσο ακατανόητο έγινε το αυτονόητο, πόσο δύσκολο το εύκολο, πόσο πολύπλοκο το απλό, πόσο υποχώρησαν οι αισθήσεις και οι κινήσεις του κορμιού. Οι πολιτισμένοι άνθρωποι περπατάνε για άσκηση πια, όχι από ανάγκη, εκεί που συζεί, που δένεται το κορμί με την πλάση. Αντί να σκύψεις να μυρίσεις ένα λουλούδι ή να σκαλίσεις τη γη, κάνεις επικύψεις σαν μαλάκας μέσα σ' ένα κουτί από μπετόν, ή...τρέχεις πάνω σ' ένα σταματημένο ποδήλατο. Τέτοια συμπεριφορά απέναντι σ' αυτό το ευγενικό τεχνούργημα που, μετά το κάρο, το άλογο, το μουλάρι, το γάιδαρο, χάρισε τα ωραιότερα  ταξίδια στον άνθρωπο περπατώντας τον μέσα στη φύση και στη ζωή, και όχι μέσα στο χρόνο.

    Χαμογέλασε. Το πρόσωπο του Μαθιού ήρθε φάτσα στον καθρέφτη της μνήμης του κι ο νόστος βαθύς τον κατέλαβε: " Τι τις θέλεις τις ιδεολογίες και τις θεωρίες; Δες, αν μπορείς, απ' έξω μια μέρα των ανθρώπων, και θα πάρεις τα βουνά". Του' λειπαν εκείνα τα τρυφερά δειλινά, όπως και ο λόγος του Μαθιού. Δυστυχώς, ήταν η τελευταία φορά που τον είδε. Ο θάνατός του, όπως και η ζωή του, στάθηκε ένα παράλογο γεγονός.

     Ξύπνησε βαρύθυμος και κουρασμένος. Ήταν καιρός τώρα που σέρνονταν πάλι σε μιαν άνυδρη έρημο αισθήσεων και συναισθημάτων. Ως και οι γυναίκες ακόμα, που τις λάτρευε, όπως έλεγαν, τον άφηναν αδιάφορο.

     Παρά τη βεβαιότητα του Μαθιού, " θα έρθει, αφού τη θέλεις πραγματικά" αυτή η περίφημη Καθολική Επικοινωνία, όπως την έλεγε, δε φαινόταν πουθενά.

     Βέβαια, ο Μαθιός είπε και τ' άλλο: " Θα σου' ρθει όταν θα' σαι έτοιμος, όταν θα μάθεις να ερωτεύεσαι πραγματικά, όταν δηλαδή θα καταλάβεις πως το βάθος, η ποιότητα μιας ερωτικής σχέσης, δεν κρίνεται από την αρχή της αλλά από το τέλος της, όταν θα μάθεις να αγαπάς τον άλλο, όχι γιατί σε κάνει ευτυχισμένο, αλλά γιατί είναι ικανός για την ευτυχία, όταν κι οι δυο, φορτωμένοι μπαχαρικά, εξωτικά αρώματα και γιρλάντες εξαίσιας μνήμης, θα αναχωρούν για νέα ταξίδια, όπου οι πληγές γίνονται τριαντάφυλλα. Μα αυτό απαιτεί την ύψιστη εντιμότητα της ψυχής σου: Να απαλλάξεις την αγάπη σου από τον εγωισμό της. Τότε είναι σίγουρο πως, παρά τις τρέλες που θα κάνουν τα συναισθήματα, στο τέλος θα μείνει ένα απόσταγμα ακριβό, συρμαγιά πλούσια και φανταχτερή για ένα νέο σεργιάνι, κατά τις επιθυμίες σου. Μόνο οι εξουσιαστικές σχέσεις αφήνουν πίσω τ΄άπλυτά τους κι ο κόσμος γίνεται φτωχότερος'.

    Μα αυτός, σε κάθε ερωτική αποτυχία ή εγκατάλειψη ή, έστω, απόρριψη, ακόμα φθονούσε, πονούσε, μισούσε.

    Όμως απόψε, η τρυφερότητα του δειλινού χαλάρωνε τις αισθήσεις του και τις κολυμπούσε στην ομορφιά του τοπίου.

    Ξαφνικά, ένιωσε πως όλον αυτόν τον καιρό, που σέρνονταν με υπνωτισμένο κορμί στα όρια της επιβίωσης, μέσα σ' αυτό το θάνατο των αισθήσεων και των συναισθημάτων, είχαν εξαφανιστεί και τα αρνητικά, όπως τα έλεγε ο Μαθιός, συναισθήματα.

    Βγήκε η σελήνη. Λαμπερή τού χαμογελούσε πίσω από το πεύκο. Ένιωθε νιογέννητος, καθαρός. Ένιωσε το κορμί του να λάμπει, να πάλλεται. Δε ζήλευε κανέναν, δεν ήθελε να μοιάσει κανενός, και κανενός δεν ήθελε το έχει. Ήθελε να' ναι Αυτός, ο χαμογελαστός μάγκας πιτσιρικάς.

  .....Ανοιξιάτικο δειλινό, χρώματα, οσμές, απαλοί ήχοι, η παιδική σου ανάσα. Πώς μάθαμε ν' ανοίγουμε τα χείλη μας ο ένας στο στόμα του άλλου. Γιρλάντες γιασεμί, το πρώτο αστέρι, σε κρατώ από τη μέση και συ κρέμεσαι από το λαιμό μου. " Βιολέεετααα" η φωνή της μάνας σου. Ένα δάγκωμα στα χείλη,
" έρχομαι, μαμά", και το κοκαλάκι της πλεξούδας σου , λευκό μέσα στην νύχτα των μαλλιών σου, όπως και το γιασεμί, έπαιζε τρεχαλητό στο σκοτάδι...

     Χαμογέλασε. Παιδικός έρωτας. Ο πρώτος αγιασμός της ψυχής μας.(απόσπασμα)


Χρόνης Μίσσιος, Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι, Γράμματα , Αθήνα 1996 , 11η έκδοση

Το κλειδί που κρύβεται κάτω από το γεράνι δεν είναι σαν όλα τα κλειδιά.
Ανοίγει την πόρτα σ' έναν άλλο κόσμο, κατοικημένον από ευτυχισμένους δραπέτες, που μακριά από την παγίδα του "πολιτισμού", ζουν αρμονικά με τη φύση και τον εαυτό τους...(από το οπισθόφυλλο)

Το γιασεμί στην πόρτα σου...


Νιότη μου πούν’ τα ρόδα σου, τα γιασεμιά σου τ' άσπρα;
- Εφύτεψά τα, κόρη μου, στση κόρης σου τη γλάστρα.(λαϊκό δίστιχο)

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Αξίζει παναθεμάτη αυτή η παλιοζωή...

Wassily Kandinsky, Der Blaue Reiter, 1903

  Τις Κυριακές, που ο μπάρμπα - Νικόλας δε δούλευε, φεύγαμε ολήμερα για μέρη πολύ μακρινά. Κάτι που γίνηκε μια τέτοια γιορτή, στένεψε πιο πολύ τη φιλία μας. Στην αρχή με κατάπληξη, με δέος θα έλεγα, ύστερα όμως πίστεψα στο αστέρι της τύχης μου και ζούσα τα πράγματα ως να ήμουν μεγάλος. Ανταποκρινόμουνα στη φιλία του, ένιωθα σαν ίσος προς ίσο.

  Σηκωθήκαμε νύχτα. Τ' αστέρια μαρμαίρανε σαν τσαμπιά στο νοτιά. Το τριζόνι στροβίλιζε τον ψαλμό του ψηλά. Οι λεύκες αλώνιζαν με τις ψηλές τους κορφές τη χαμηλωμένη μαρμαρυγή της αστροφεγγιάς. Καβαλήσαμε το άλογο και τραβήξαμε για τη θάλασσα. Τα δέντρα μαύριζαν ακίνητα, καθώς κατεβαίναμε να βγούμε στον κάμπο, τρεισήμισι ώρες μακριά.

  Αυτός στο σαμάρι και γω στα καπούλια. Δεν έβρισκα λόγια να ειπώ για τη νύχτα. Η σιωπή της περνούσε στις φλέβες μου. Με κρυμμένο το  πρόσωπό μου πίσω απ' τις πλάτες του, τον άφηνα εκείνον να μιλήσει αν ήθελε` μα μόνον τα πέταλα αντηχούσανε στα φρύδια των λόφων κι ο αχός τους πλατάγιζε κάτω στα ρέματα που ψιλόβρεχε πάχνη.

  Ο κάμπος ανοίχτηκε μπροστά μας. Το άλογο βούλιαζε μέσα στο χώμα. Σε κείνα τα μέρη τα γεννήματα στοίχειωναν. Πηγές που δε στερέβαν ποτε, ποτάμια με ακίνητα φωτισμένα νερά που νέσα τους βλέπαμε το άλογο, όταν περνούσαμε πάνω στους όχτους τους, να περπατάει ανάποδα στον καθρεφτισμένο γαλάζιο ουρανό.

  Πιο κάτω ψαθιά και καλάμια, μερηχιές, και στις άκρες του πανύψηλες λεύκες. Λοξέψαμε στο βάλτο, να περάσουμε στην άκρη της θάλασσας, εκεί που τέλειωνε ο κάμπος κι αρχινούσαν βράχοι απότομοι, γυμνοί, όλο πέτρα.

    Περάσαμε πάνω στην άμμο, βαδίσαμε λίγο δεξιότερα και πηδήσαμε από το άλογο στη ρίζα του βράχου, όπου δυο γέρικοι φοίνικες ρίχνανε τη σκιά τους. Μια φλέβα νερού, ξεπετιόταν χοχλάζοντας και τρυπώνοντας μέσα στην άμμο φιδογλίστραε στη θάλασσα. Ο ήλιος ανοίγοντας τη χρυσή του βεντάγια, μόλις ξεμύτιζε απ' το βουνό. Δέσαμε το άλογο και καθίσαμε λίγο στη λευκή χαλικία, εκεί που έσβηνε η άσπρη ταντέλα του καθαρού νερού. Εκείνος χάιδεψε τα άσπρα μαλλιά του και μίλησε πρώτος.

-  Αξίζει παναθεμάτη αυτή η παλιοζωή. Να αναπνέεις και να χαίρεσαι, ξεχνώντας πως έχεις σάρκα και οστά. Νομίζεις πως έχεις τη θάλασσα μέσα σου, τον ήλιο, τον κόσμο ολόκληρο. Τι άλλο θέλεις καλύτερο για να ζεις σε τούτο τον κόσμο χωρίς να μισείς;

   Τα χείλη του ίδρωναν. Η φωνή του γινόταν ουσία σαν την ουσία όλου του κόσμου που ξετυλίγονταν γύρω μας. Δεν ήταν βαριά, συνταιριάζονταν αρμονικά με τη γύρω σιωπή. 

  Προσπάθησα κάτι να ειπώ. Τον κοίταξα, βύθισα τα δάχτυλά μου στην άμμο και είπα:

- Αλήθεια! μονάχα να νιώθεις!(απόσπασμα)

Νικηφόρος Βρεττάκος , Το Γυμνό παιδί , Τρία φύλλα Αθήνα 1983

" Το Γυμνό παιδί" τυπώθηκε το 1939 από τις εκδόσεις
 " Νεοελληνική Λογοτεχνία" και δεν ξανατυπώθηκε ως τα σήμερα, όπως έγινε και με άλλα πεζογραφήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου. 
Το " Γυμνό παιδί" παρά τα πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, δεν είναι ένα καθαρά αυτοβιογραφικό έργο. Θέλοντας να εξομολογηθεί τις αντιδράσεις και τα συναισθήματα του σε μια ωρισμένη χρονική περίοδο - την περίοδο της παιδικής ηλικίας - μέσα σ' ένα ωρισμένο περιβάλλον, ανάπλασε μυθιστορηματικά το σύνολο του υλικού του. Οι δυο κεντρικοί ήρωες, αποτελούν τη συνισταμένη πολλών προσώπων, που αντιπροσωπεύουν το καλό και το κακό στα χρόνια της πρώτης γνωριμίας του με τον κόσμο. Τελικός σκοπός του υπήρξε το να δώσει την οδυνηρή πραγματικότητα των πληγμάτων που δέχτηκε η ευαισθησία του, άσχετα προς το πώς ακριβώς έγιναν τα πράγματα, τα οποία δημιούργησαν τις ψυχολογικές καταστάσεις τις οποίες περιγράφει σε αυτή τη νουβέλλα." ( οι πληροφορίες από το εσώφυλλο του βιβλίου)


Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Καταγγέλλω τον εαυτό μου...

Με την αύριο, όταν οι δυνάμεις της "εξουσίας" καθάριζαν τον τόπο της σφαγής απ' τα αίματα και τις άλλες ακαθαρσίες, βρήκαν μες στο σωρό ένα κομμάτι ξεσκισμένο σακακιού, με μιαν ανοιχτή τσέπη να χάσκη μπροστά στα βαριεστημένα τους μάτια. Μεσ' απ' αυτήν την τσέπη ξεμύτιζε ένα βρώμικο χαρτί. Το τράβηξαν, το εξέτασαν. Διάβασαν τούτα τα γράμματα με μολύβι:

Κ α τ α γ γ έ λ λ ω

Κ α τ α γ γ έ λ λ ω  τ ο ν  ε α υ τ ό  μ ο υ , π ο υ  δ ε ν  ξ ύ π ν η σ α   π ι ο  
μ π ρ ο σ τ ά,  π ο υ  δ ε ν  ξ ε σ η κ ώ θ η κ α  π ι ο   μ π ρ ο σ τ ά,  
ν'  α ν τ ι σ τ α θ ώ  σ τ η  β ί α  κ α ι  σ τ ο ν   τ ρ ό μ ο.

Κ α τ α γ γ έ λ λ ω  τ ο ν  ε α υ τ ό  μ ο υ ,  π ο υ  υ π ή ρ ξ α   έ ν α ς  
 π ο λ ί τ η ς   ε λ ε ε ι ν ή ς  μ ο ρ  φ  ή ς

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Τάκη Χατζηαναγνώστου,  Ένας πολίτης ελεεινής μορφής, Αθήνα 1975 
Βρίσκεται στο ανθολόγιο του Ηλία Γκρη, Το μελάνι φωνάζει , Η 17η Νοεμβρη 1973 στη λογοτεχνία, Μεταίχμιο, 2003

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Λαχτάρησα μια χώρα



Λαχτάρησα μια χώρα, γυρεύω ένα νησί
που οι άνθρωποι να λένε ό,τι μου λες κι εσύ
Βροχούλα στα μαλλιά σου στα μάτια η χαραυγή
φωνή που σε θηλάζει μια μάνα υπομονή
Να σπείρω ένα χωράφι και κάθε πρωινό
πόση ζωή έχει πάρει να βγαίνω να μετρώ
Θέλω να σε κρατήσω θέλω να σ' αγαπώ
για όσα έχουν σωπάσει να σκύψω να σου πω.
Και σα θα μεγαλώσεις το λάδι απ' την ελιά
ίσια να το μοιράζεις στα δώδεκα παιδιά
Να ρίξουν ένα γέλιο να πάει ως την πηγή
να σηκωθούν οι μέρες που καρτερούν εκεί.
Βροχούλα στα μαλλιά σου στα μάτια η χαραυγή
φωνή που σε θηλάζει μια μάνα υπομονή.



Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Από το θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη "Εχθρός Λαός"

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Ανεξόφλητη επιταγή το αίμα τους...

...Στο Πολυτεχνείο, οι ελεύθεροι πολιορκημένοι. Το τανκς με τους εκτυφλωτικούς προβολείς να σκορπίζει την παγωνιά. Οι σφαίρες που ήταν αληθινές. Οι σκοτωμένοι, οι τραυματίες. Το αίμα και το ανάθεμα. Ο Γιώργος ξαναμμένος, με το μαντίλι σφιχτά δεμένο στο κεφάλι του, να συγκρατεί τις μπούκλες των μαλλιών του. Να παίρνει εκείνη τη στιγμή μαζί του για πάντα. Έχουμε ανάγκη από αίμα. Να κάνουμε έκκληση στον Ερυθρό Σταυρό. Να κατέβει ο κόσμος στους δρόμους. Και το ξημέρωμα αργούσε να φανεί. Θεοσκότεινα τα παράθυρα κι οι πόρτες στις πολυκατοικίες κλειστές.

  " Πώς είναι δυνατόν να κοιμάστε..."

    Ο ραδιοφωνικός σταθμός να κραυγάζει ακόμα στ΄αφτιά μου.

    Πίσω από την πύλη οι φοιτητές. Πάνω στην κολόνα ο Κυριάκος, με το λευκό πουκάμισο, "να διαπραγματευτούμε". Ο Κώστας απέξω από τα κάγκελα, όρθιος, λίγο πριν συλληφθεί. Ένα ένα ανάβουν τα παράθυρα, δειλά το φως να διώξει το σκοτάδι, ένα γύρο στις πολυκατοικίες, πυγολαμπίδες κι άστρα στα μάτια μου.

   Το τανκς να έρχεται καταπάνω μας και στον πυργίσκο του αξιωματικός πίσω απ' τον προβολέα με το περίστροφο προτεταμένο.

    Η Μερσεντές. Τη σπρώχνουμε να γίνει οδόφραγμα. Ο Στέλιος, η Ιωάννα εκεί, μαζί με τους "προβοκάτορες", ένα σώμα, μια ψυχή και μια στραβή...Δεν υπερίσχυσε η γραμμή. Ο Κυριάκος να πέφτει απ' την κολόνα. Το τανκς να γκρεμίζει την πόρτα, η Πέπη κάτω απ' τα κάγκελα, κι εμείς να σπρώχνουμε τη Μερσεντές. Το τανκς να περνάει από πάνω της και να μην παραμερίζουμε, να ζούμε την υπέρβαση, ο φόβος είναι η πρόκληση, ο εχθρός που δοξάζει τον άνθρωπο και κάνει τα πράγματα να λάμπουν, νέα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, με προτεταμένα στήθια.

   " Κάτω η χούντα", " Έξω οι Αμερικάνοι", " Μαρκεζίνη Μασκαρά", " Απόψε θα γίνει Ταϊλάνδη", " Κάτω το κράτος κι η εξουσία".

    Κι όταν όλα φάνηκε πως τελείωσαν, " ο αγώνας συνεχίζεται", βροντοφωνάξαμε.

    Την άλλη μέρα, τα απομεινάρια της εξέγερσης διαλύονται και μέσα στις φωτιές, όρθιοι και καταγής στο πεζοδρόμιο, στη μέση του δρόμου, δυο νέες κοπέλες, η Ελένη κι η Μαρία, κι ένα αγόρι να το τραβούν απ' τα μαλλιά οι μπάτσοι.

    Μέσα από τα δακρυγόνα να περνάει ένα φορείο, να πετάει πάνω από τα κάγκελα, να λιποθυμάς, να σβήνεις και να ανασταίνεσαι...για να συνεχίσεις.

  Ξεχυθήκαμε στους δρόμους και πάλι. Κουρέλια ακόμα, η φωνή μας δεν μπόρεσε τίποτα να πει.

  Οι δολοφόνοι πλένουν τα χέρια τους στους νεροχύτες. Σκουπίζονται απ' τα σχισμένα πουκάμισα. Κατουράνε το αίμα μας με χοντρές μάνικες, για να ξεπλυθούνε τα πεζοδρόμια, να πάει ο κόσμος ήσυχα στη δουλειά του το πρωί. Μην αγριέψει το μάτι του. Μη θυμηθεί το μεσημέρι το σκοτωμένο πρωινό και ανταργιέψει.

   Το είδα στα μάτια του κοριτσιού που κράτησε την εικόνα, πίσω από τις γρίλιες στην Τοσίτσα και έγινε σε μια στιγμή γυναίκα, να βγει στο δρόμο ενάντια στον τρόμο....τρελαμένη από το παράδοξο της συναπαντοχής και πως τα φέρνει για να δεις..." Θα' ρθω μαζί σου", είπε...

   Τα υπόλοιπα είναι για το τραγούδι. Μένει μονάχα να θυμόμαστε ξανά και ξανά, στα μνημόσυνα και στις επετείους, πως το κρατούμενο δεν είναι ένα. Μαζεύτηκαν πολλά, θα χάσουμε το λογαριασμό. Και είναι που μάς χρωστάνε. Ανεξόφλητη επιταγή το αίμα μας, πάλι με το ποδήλατο να κάνω βόλτες γύρω από τους σταθμούς της μνήμης και να περνάει το τρένο στις οκτώ, ταξίδι για την Κατερίνη, Νοέμβρης μήνας δε θα μείνει..

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Δημήτρη Παπαχρήστου, Ο ήλιος του Μουσείου, Νέα Σύνορα - Α.Α Λιβάνη, 1994 . Βρίσκεται στο ανθολόγιο που επιμελήθηκε ο Ηλίας Γκρης, Το μελάνι φωνάζει, η 17η Νοέμβρη 1973 στη λογοτεχνία, Μεταίχμιο, 2003

Η αφίσα" Εδώ Πολυτεχνείο, 16 XI 1973" του Γιώργου Βακιρτζή