Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Ονομάζω αγάπη...


Ήταν εκεί γύρω στα 1977 ή 1978 , όταν για πρώτη φορά άκουσα την απαγγελία ποιημάτων του Νικηφόρου Βρεττάκου. Μέσα σε μια σχολική αίθουσα, σε ένα σχολείο στην περιφέρεια της Αττικής , επαρχιακό το θεωρούσαν οι καθηγητές, η νεαρή φιλόλογος μας , μας γνώρισε τον ποιητή.
 " Τα εφτά ελεγεία και το ποτάμι Μπυές" ήταν η ποιητική συλλογή . Οι στίχοι του ποιητή με συνόδευσαν πολλά χρόνια . Τους σημείωνα παντού όπου έβρισκα. Διάβασα και άλλα ποιήματα στη συνέχεια . 

Πολλά θεωρητικά δεν γνωρίζω για τους ποιητές και την ποίηση , από αυτά που τους "διαλύουν" και τους κάνουν απωθητικούς . Ούτε και με ενδιαφέρει να γνωρίσω.   Η ποίηση προσεγγίζεται με την καρδιά, με το συναίσθημα . Ο κάθε ποιητής συνομιλεί διαφορετικά με τον αναγνώστη του. Ο Νικηφόρος Βρεττάκος είναι συνώνυμος με την αγάπη. Αυτό το συναίσθημα κυριαρχεί μέσα μου όταν διαβάζω ποιήματα του.



Το 2012 ήταν αφιερωμένο στον ποιητή. Αυτό το ιστολόγιο δεν έκρυψε την αδυναμία του στο έργο του και δημοσίευσε αρκετά ποιήματά του. 

Αποχαιρετώντας το Έτος Βρεττάκου, αλλά όχι τον ποιητή, διάλεξα ένα απόσπασμα, πεζό,από το έργο του
" Δυο άνθρωποι μιλούν για την ειρήνη του κόσμου" που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1949 από τις εκδόσεις " Τα Πειραϊκά Χρονικά" . Εφτά γράμματα περιέχονται σε αυτό το βιβλίο , γράμματα στοχασμού και "προσωπικού επαναστατισμού" . Ο ποιητής προβάλλει " τις δικές του προσωπικές θέσεις αντιδρώντας στη βιαιότητα και στην τροπή που έπαιρναν τα διεθνή πράγματα μετά την ανακάλυψη της ατομικής βόμβας, που ρίχτηκε τον Αύγουστο του 1945 στις δυο ιαπωνικές πόλεις Χιροσίμα και Ναγκασάκι" (από το εσώφυλλο).

Το απόσπασμα είναι από το τρίτο γράμμα:

[...] Ο δρόμος της ανόδου , μού είχε αποκαλυφτεί. Σήμερα μπορώ να το υποστηρίζω με απόλυτη βεβαιότητα. Ένας είναι ο δρόμος ανόδου στη γη. Αυτός που οδηγεί προς τον άνθρωπο. Το υψηλότερο σημείο του κόσμου, είναι κείνο που μπορεί να διακρίνει κανείς τον άνθρωπο σαν υπέρτατη έννοια και το πρόβλημά του σαν το μέγιστο πρόβλημα. Από το πλησίασμα λοιπόν του ανθρώπου, από το πλησίασμα του προσώπου σου πάνω στο πρόσωπο του άλλου ανθρώπου, από το βύθισμα των δικών σου χαρακτηριστικών μέσα στα δικά του χαρακτηριστικά, από την αποκάλυψη που σού δίνει η βαθύτερη παρατήρηση , αρχίζει η αγάπη. Την κατανόηση λοιπόν του ανθρώπινου δράματος, χωρίς όρια μέσα στον κόσμο, αυτό είναι που ονομάζω αγάπη.

 Ονομάζω αγάπη την κατανόηση της ιερότητας που έχει αποχτήσει ο άνθρωπος στην πάλη του με τη φύση και με τον ίδιο τον άνθρωπο. Αγάπη ονομάζω την ανάγκη να περιπτυχθείς τον άνθρωπο, όχι σαν μονάδα, αλλά σαν είδος, στο σύνολό του. Αγάπη εννοώ την κατανόηση του ανθρώπινου προβλήματος σ' όλες τις υποθέσεις που προβάλλουν με αξιώσεις για τη λύση αυτού του προβλήματος. Αγάπη εννοώ την ανάγκη να σώσεις. Αγαπάς από τη στιγμή που η σωτηρία του ανθρώπου , γίνεται η οργανικότερη ανάγκη της ύπαρξης σου. Αυτός αγαπάει , που ακούει, πιο ευδιάκριτα από τον άνεμο του μεσονυχτιού, το θρήνο των μαζών, όσο κι αν οι τελευταίες αυτές βρίσκονται μεθοδικά σκεπασμένες από την επίφαση του πολιτισμού του αιώνα μας. 

Αγαπώντας κανείς έχει κιόλας κερδίσει την ατομική του δικαίωση. Αγαπώντας κανείς, έχει πάρει κιόλας μια θέση απέναντι στον πόλεμο. Έχει πάρει κιόλας μια θέση απέναντι στην τυραννία. Έχει πάρει κιόλας μια θέση απέναντι στην ανισότητα.

 Έχει αποκριθεί στη μεγάλη κραυγή που ανεβαίνει από παντού. Στην κραυγή που είναι ένα μέρος  από το σώμα του ανθρώπου και που υπάρχει παντού.

 " Σώσε με! Εγώ είμαι! Είμαι τα χέρια σας! Είμαι η καρδιά σας! Είμαι το πρόσωπό σας! Είμαι τα ίδια σας τα πλευρά που ζητούν να τα αποσπάσουν! Κινδυνεύετε! Σώστε με!..." 

Αυτό το αίσθημα της αγάπης, είναι σαν ένα κλίμα αθανασίας μέσα στον άνθρωπο. Περισσότερο από τη μουσική, από την ποίηση κι από την επιστήμη, νομίζεις πως ενώνει τα τέσσερα σημεία του σύμπαντος μέσα σου. Αγάπη σημαίνει πληρότητα. Μια πληρότητα που ξεχυλίζει την ιερότητά της και πολλές φορές αναβλύζει σε δάκρυα. Με τα δάκρυα λοιπόν αυτά που αναβλύζουν τα μάτια μας για την τύχη του κόσμου, πολύ δύσκολα θα μπορούσε να παραβληθεί κι αυτή ακόμα η πρώτη ανατολή των αστεριών στο στερέωμα. Ανατέλλουν κι αυτά από ένα βάθος μεγάλο και καθαρό. Ανατέλλουν και φωτίζουν την ελπίδα του κόσμου.

Η συνείδηση είναι το βάθος του ανθρώπου. Η αγάπη είναι το πλάτος του.

Ενώ η ανθρώπινη διάνοια σταματά σ' ένα σημείο του χώρου και σ' ένα σημείο του χρόνου, η αγάπη φτάνει ως το τέλος. Τόσο ο ήλιος όσο κι ο Θεός, παρουσιάζονται, ανατέλλουνε, δύουνε και ξανανατέλλουνε μες στην αγάπη."



Νικηφόρος Βρεττάκος, Δυο άνθρωποι μιλούν για την ειρήνη του κόσμου, Τρία Φύλλα, Αθήνα 1983, 2η έκδοση


Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

Andrei Tarkovsky, σμιλεύοντας το χρόνο



"   Όταν λέω ποίηση δεν εννοώ κάποιο λογοτεχνικό είδος. Ποίηση είναι ένας ξεχωριστός τρόπος να συνειδητοποιείς τον κόσμο, να συνδέεσαι με την πραγματικότητα. Η ποίηση λοιπόν γίνεται φιλοσοφία που καθοδηγεί τον άνθρωπο όλη του τη ζωή. Σκεφτείτε τη μοίρα και το χαρακτήρα του Αλεξάντερ Γκριν που , ετοιμοθάνατος από πείνα, πήγε στα βουνά να κυνηγήσει με αυτοσχέδιο  τόξο και βέλη. Συνδέστε αυτό το περιστατικό με την εποχή που ζούσε, και ο συσχετισμός θα αποκαλύψει την τραγική φυσιογνωμία του ονειροπόλου.

    Ή σκεφτείτε τη μοίρα του Βαν Γκογκ.

     Σκεφτείτε τον Πρίσβιν, που το βαθύτερό του είναι διαφαίνεται στα χαρακτηριστικά στοιχεία του ρωσικού τοπίου, το οποίο και περιέγραψε με άπειρη αγάπη. 

    Σκεφτείτε τον Μάντελσταμ, σκεφτείτε τον Πάστερνακ, τον Τσάπλιν, τον Ντοβζένκο, τον Μιζογκούτσι, και θα καταλάβετε τι τρομερή συναισθηματική δύναμη κουβαλούν αυτές οι μεταρσιωμένες μορφές που πλανιούνται πάνω από τη γη και στις οποίες ο καλλιτέχνης δεν εμφανίζεται απλώς σαν εξερευνητής της ζωής, παρά σαν κάποιος που δημιουργεί μεγάλους ποιητικούς θησαυρούς  και την ειδική εκείνη ομορφιά που υπακούει μόνο στην ποίηση. Ένας τέτοιος καλλιτέχνης  μπορεί να διακρίνει τις γραμμές του ποιητικού σχεδίου του είναι. Μπορεί να προχωρήσει πέρα από τα όρια της αυστηρής λογικής, και μπορεί να αποδώσει τη βαθιά πολυπλοκότητα και αλήθεια των ανέγγιχτων αρμών και των κρυμμένων φαινομένων της ζωής..."


  "Ο χρόνος είναι όρος για την ύπαρξη του "εγώ' μας. Είναι κάτι σαν πολιτιστικό διάμεσο που καταστρέφεται όταν δεν χρειάζεται άλλο, μόλις λυθούν οι δεσμοί ανάμεσα στο άτομο και στις συνθήκες ύπαρξης. Και η στιγμή του θανάτου είναι θάνατος του ατομικού χρόνου: η ζωή του ανθρώπου δεν είναι πια προσιτή για τα συναισθήματα αυτών που μένουν ζωντανοί, είναι νεκρή για τους γύρω του....

   .....Λένε πως ο χρόνος είναι αμετάκλητος. Κι είναι αλήθεια, με την έννοια ότι " δεν μπορείς να φέρεις πίσω τα περασμένα". Τι ακριβώς είναι αυτά τα " περασμένα'; Όλα όσα πέρασαν; Και τι σημαίνει  " πέρασαν " για κάποιον , όταν για τον καθένα μας το παρελθόν είναι φορέας κάθε συγκεκριμένου πράγματος στο παρόν μας σε κάθε στιγμή  μας; Από μια άποψη το παρελθόν είναι πολύ πιο πραγματικό  από το παρόν ή τουλάχιστον πιο σταθερό , πιο ανθεκτικό. Το παρόν γλιστρά μέσα από τα χέρια μας  και χάνεται σαν άμμος, και μόνο όταν το αναπολούμε αποκτά  υλικό βάρος. Τα δακτυλίδια του βασιλιά Σολομώντα είχαν το επίγγραμμα " όλα θα περάσουν"` εγώ, αντίθετα , θέλω να επισύρω  την προσοχή στον τρόπο με τον οποίο  ο χρόνος, με την ηθική του σημασία, επιστρέφει. Ο χρόνος δεν χάνεται χωρίς να αφήσει ίχνη, γιατί είναι κατηγορία υποκειμενική, πνευματική` κι ο βιωμένος χρόνος μένει στην ψυχή μας σαν εμπειρία εν χρόνω..."

Αντρέι ΤαρκόφσκιΣμιλεύοντας το χρόνο, Νεφέλη 1987



Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Στις γενιές που θα΄ρθουν


I      
Πράγματι, ζω σε καιρούς σκοτεινούς!
Ανυποψίαστη λέξη, παράλογη. Ένα μέτωπο αρυτίδωτο
παραπέμπει σε απάθεια. Γι’ αυτόν που γελά
προορίζεται η είδηση η τρομερή
μόνο που δεν υπήρξε ακόμη αποδέκτης της.

Σαν τι τάχα καιροί να ’ναι τούτοι,
που μια συνομιλία για δέντρα μ’ έγκλημα μοιάζει∙
μόνο και μόνο γιατί ενέχει σιωπές για τόσα και τόσα ανομήματα!
Εκείνος εκεί που ήρεμα διασχίζει το δρόμο
δεν είναι πια διαθέσιμος στους φίλους του
που βρίσκονται σ’ ανάγκη;

Αληθεύει: Το ψωμί μου το κερδίζω.
Όμως πιστέψτε με: Πρόκειται για καθαρή σύμπτωση.
Τίποτα απ’ όσα κάνω δεν μου δίνει το δικαίωμα να τρώω και να χορταίνω.
Κατά τύχη τη γλίτωσα. (Κι αν η τύχη μου μ’ αφήσει, είμαι χαμένος από χέρι.)

Μου λένε: Τρώγε και πίνε! Να ’σαι ευτυχής που έχεις!
Μα πώς μπορώ να τρώω και να πίνω, αφού
απ’ τον πεινασμένο κλέβω το φαί,
απ’ τον διψασμένο το ποτήρι το νερό μου;
Κι όμως, τρώω και πίνω.

Ευχαρίστως θα ήμουν σοφός.
Και τα βιβλία τα παλιά το λένε, σοφία τι θα πει:
Έξω να μένεις απ’ τις έριδες του κόσμου, και τον σύντομο χρόνο
δίχως φόβο να τον ζεις,
ακόμη, δίχως βία να τα βγάζεις πέρα,
το κακό με καλό ν’ ανταποδίδεις,
τις επιθυμίες σου να μην τις πραγματοποιείς, μα να τις ξεχνάς.
Αυτό θα πει σοφία.
Όλ’ αυτά μου είναι αδύνατα:
Πράγματι, ζω σε καιρούς σκοτεινούς!
 
II 
Στις πόλεις έφτασα σε καιρό αναρχίας
όταν  πείνα επικρατούσε.
Στους ανθρώπους έφτασα σε καιρό ταραχής
κι αγωνίστηκα μαζί τους.
Έτσι πέρασε ο καιρός
που μου δόθηκε επί γης.

Το φαί μου το ’τρωγα ανάμεσα στις μάχες
να κοιμηθώ ξάπλωνα ανάμεσα σε φονιάδες
την αγάπη απρόσεχτα την υπηρέτησα
και τη φύση την αντίκρισα δίχως υπομονή.
Έτσι πέρασε ο καιρός
που μου δόθηκε επί γης.
Οι δρόμοι στον καιρό μου οδηγούσαν στο βούρκο.
Η γλώσσα με πρόδωσε στους σφαγείς.
Λίγα μόνο κατάφερα. Μα οι εξουσιαστές
ασφαλέστεροι ένιωθαν δίχως εμένα∙ αυτό ήλπιζα.
Έτσι πέρασε ο καιρός
που μου δόθηκε επί γης.

Οι δυνάμεις ελάχιστες. Ο στόχος
ακόμη μακριά,
φαινόταν καθαρά, μα αδύνατο για μένα
να τον φτάσω.
Έτσι πέρασε ο καιρός
που μου δόθηκε επί γης.
 
III 
Εσείς, που απ’ τον κατακλυσμό θ’ ανατείλετε,
τον ίδιο, όπου εμείς αφανιστήκαμε,
μνημονεύετε
καθώς για τις αδυναμίες μας θα μιλάτε
τους σκοτεινούς καιρούς
απ’ όπου ξεγλιστρήσατε.

Διότι προχωρούσαμε, αλλάζοντας χώρες συχνότερα κι από παπούτσια,
περνώντας ανάμεσα από πολέμους ταξικούς, απελπισμένοι,
όταν μονάχα άδικο υπήρχε και πουθενά ξεσηκωμός.

Κι όμως το ξέρουμε:
Ακόμη και το μίσος απέναντι στη μικροπρέπεια
συσπά το πρόσωπο.
Ακόμη κι η οργή για το άδικο
κάνει τη φωνή βραχνή. Αχ, εμείς,
που το έδαφος να ετοιμάσουμε θέλαμε για την καλοσύνη
και δεν καταφέραμε να γίνουμε οι ίδιοι καλοί.

Όμως εσείς, με το πλήρωμα του χρόνου,
καθώς ο άνθρωπος στον άνθρωπο θα ’ναι αρωγός και παραστάτης,
να μας μνημονεύετε
με επιείκεια.


Bertolt Brecht
Μετάφραση Έλενα Σταγκουράκη

Πηγή: Poeticanet

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Μια πέτρα που δεν είχε τίποτε να χάσει, μέχρι που ανακάλυψε έναν καινούριο κόσμο και τον έχασε...

 
 Μια φορά κι έναν καιρό, στη μέση ενός χωματόδρομου, τότε που υπήρχανε ακόμη χωματόδρομοι, ζούσε μια πέτρα. Μάνα, πατέρα δεν γνώρισε κι ούτε ήξερε πότε γεννήθηκε. Οι πέτρες , όπως ξέρετε, ζούνε τόσα πολλά χρόνια που ξεχνούν την ηλικία τους. Πολλές απ΄αυτές μάλιστα είναι τόσο αρχαίες όσο και η πέτρινη εποχή, αν έχετε ακουστά. Μια πέτρα όμως, ακόμα κι αν είναι τόσο αρχαία, μπορεί να είναι ασήμαντη. Ή , για να το πω καλύτερα, όλες οι πέτρες είναι ασήμαντες, εκτός από εκείνες που γινήκανε αγάλματα ή ναοί ή από εκείνες που τις λεν λίθους πολύτιμους και που τις κρύβουν μέσα σε κουτιά από σίδερο.

     Η δική μας πέτρα ήταν εντελώς ασήμαντη` δεν άξιζε ούτε για να την κλοτσήσει κανείς. Μικρή κι ασουλούπωτη, δεν ήταν ούτε στρογγυλή ούτε τετράγωνη ούτε μακρόστενη. Το χρώμα της, ξέθωρο γκρίζο , την έκανε ακόμα πιο ασήμαντη, γιατί κι ο δρόμος είχε το ίδιο χρώμα και με δυσκολία την ξεχώριζες. Η ασημαντότητά της αυτή είχε βέβαια και τα καλά της. Ένα απ΄αυτά το΄παμε κιόλας: κανείς δε σκέφτηκε ποτέ να την κλωτσήσει. Έν΄άλλο ήταν ότι κανείς  ποτέ δε σκέφτηκε με τη βαριά του να την κομματιάσει ή να τη μεταφέρει έξω απ΄το δρόμο, γιατί, έτσι μικρή που ήτανε, τόπο δεν έπιανε κι ο δρόμος έμενε ελεύθερος.

     Ζούσε, λοιπόν, ειρηνικά την πέτρινη ζωή της, που ήταν βέβαια λίγο μονότονη, αλλά αυτό καθόλου δεν την ενοχλούσε, γιατί , αφού δεν ήξερε τι δεν είναι μονοτονία, δεν ήξερε ούτε τι είναι. Μια μέρα όμως έμαθε.

    Εκείνη τη σημαδιακή , για τη ζωή της πέτρας, μέρα έν΄αγόρι, που ήθελε να σκοτώσει ένα σπουργίτι ή να σπάσει κάποιο γλόμπο και δεν έβρισκε άλλη πέτρα, πιο κατάλληλη , τη μάζεψε απ΄το δρόμο, την έβαλε στη σφεντόνα του και την τίναξε στον αέρα, ψηλά και μακριά. Ευτυχώς, επειδή ήταν ατζαμής, δεν πέτυχε τον στόχο του, πέτυχε όμως, δίχως να το ξέρει, ν΄αλλάξει τη ζωή της πέτρας. Δίχως να το ξέρει, της έδειξε πως δεν ήταν πλασμένη μόνο για να σέρνεται στον δρόμο, μα πως μπορούσε και να πετάξει, κι ακόμη πως ο δρόμος δεν ήταν ο κόσμος όλος αλλά μονάχα ένα μέρος του, και μάλιστα όχι το πιο ωραίο, γιατί η πέτρα , όταν τελείωσε το πέταγμά της , βρέθηκε μέσα σ΄έναν κήπο.

     Ο κήπος αυτός, τώρα, αν και δεν ήτανε καθόλου μαγεμένος, όπως συμβαίνει συνήθως με τους κήπους των παραμυθιών, ήταν χαρά των ματιών να τον βλέπεις. Και τι δεν ήταν φυτεμένο εκεί! Κρεμμύδια και ντομάτες και φασολάκια πράσινα κι αγγούρια, αλλά και λουλούδια, πολλά λουλούδια κια διάφορα, γαρίφαλα και τριαντάφυλλα ( τριαντάφυλλα και εκατόφυλλα) και κρίνα και βιολέτες και ντάλιες και γεράνια, πολλά γεράνια. Άσε τα μυριστικά, βασιλικούς και δυόσμους κι αμπαρόριζες και δεντρολιβανιές και μαντζουράνες. Μ΄άλλα λόγια ο κήπος ήταν κήπος κι όχι ποδοσφαιρικό γήπεδο, όπως εκείνοι οι κήποι με το κουρεμένο γρασίδι.

     Φανταστείτε τώρα το ξάφνιασμα της πετρούλας, πρώτα απ΄το ταξίδι της στον αέρα κι ύστερα απ΄τον καινούριο αυτόν κόσμο, που τόσο ξαφνικά ανακάλυψε. Όσο για το πέσιμό της αυτό δεν είχε διόλου άσχημες συνέπειες, γιατί, όπως, οι πέτρες δεν έχουν ούτε χέρια ούτε πόδια ούτε κεφάλι, δεν κινδυνεύουνε να σπάσουν τίποτε πέφτοντας στο χώμα, όταν μάλιστα αυτό είναι το αφράτο χώμα ενός κήπου.

     Το μεγάλο ξάφνιασμά της κράτησε βέβαια πολύ λίγο, όσο βρισκότανε ακόμη στον αέρα, πάνω απ΄τον κήπο , γιατί μόνο από κει μπόρεσε να δει όλο το θαύμα που απλωνόταν από κάτω της. Απ΄τη στιγμή που βρέθηκε στο χώμα και μετά, μπορούσε να βλέπει μόνο ό,τι βρισκότανε πολύ κοντά της, δηλαδή μια ντοματιά, μια γαριφαλιά και δυο ρίζες βασιλικό. Σιγά σιγά όμως γνώρισε κι άλλα πράματα, σπουδαία, που ποτέ πριν δεν είχε φανταστεί την ύπαρξή τους. Γνώρισε τις μέλισσες και το ατέλειωτο παιχνίδι τους με τον ήλιο και τα λουλούδια, τα μακριά κοκκινοσκούληκα, που βγάζαν πότε πότε το κεφάλι έξω απ ΄τις τρύπες τους για να δουν πώς παν τα πράγματα στο φως, τα μερμήγκια, που σκαρφαλώναν πάνω της αγκομαχώντας, κουβαλώντας τεράστια ψίχουλα, κάτι περίεργα μυγιάγγιχτα ζουζούνια, που, στο παραμικρό άγγιγμα , μαζεύονταν και γίνονταν μικρά σκληρά μπαλάκια...

     Η πετρούλα πέρασ΄εκεί μιαν άνοιξη κι ένα καλοκαίρι , και στις αρχές του φθινοπώρου , με τα πρωτοβρόχια, ανακάλυψε με χαρμόσυνη ανατριχίλα, που έφτανε ως τα βάθη της πέτρινης καρδιάς της, ότι είχε αρχίσει ν΄αλλάζει χρώμα και, από γκρίζα κι αναιμική που ήτανε, ν΄αποκτά μια πρασινωπή, όλο υγεία όψη. Η χαρά της όμως αυτή δεν κράτησε πολύ. Ένα φθινοπωριάτικο απογευματάκι , από κείνα που η γλύκα τους μεθάει τα χρυσάνθεμα και τα κάνει να θέλουν ν ΄αποχωριστούν τις ρίζες τους και να πετάξουνε στον ουρανό σαν χρυσορόδινα συννεφάκια, ένα τέτοιο λοιπόν απογευματάκι, ενώ ήταν απορροφημένη απ΄τον αγώνα ενός μερμηγκιού που προσπαθούσε να σηκώσει ένα σποράκι, ένιωσε μια δύναμη να τη σηκώνει σαν πούπουλο  στον αέρα. Πριν καταλάβει καλά καλά τι της γινότανε, πριν ακούσει καν τον κηπουρό να μουρμουρίζει " μπα, μια πέτρα!", βρέθηκε να κάνει τη δεύτερη πτήση στη ζωή της και, περνώντας πάνω απ΄τη μάντρα του κήπου, να προσγειώνεται στο σκληρό γκρίζο δρόμο, απ΄τον οποίο νόμιζε πως είχε φύγει πια για πάντα.

      Καταλαβαίνετε τώρα την απελπισία της` μετά από τόση ομορφιά που είχε ζήσει, να ξαναβρεθεί στη μέση της ίδιας της παλιάς , μονότονης ασκήμιας...

     Στην αρχή ήθελε να πεθάνει και προσευχόταν να περάσει από πάνω της ο τροχός κανενός οδοστρωτήρα και να την κάνει σκόνη. Αργότερα, όταν της πέρασε η πρώτη, μεγάλη πίκρα, άρχισε να ονειρεύεται ότι θα ξαναπερνούσε από κει ο μικρός πρίγκηπας, ο πιτσιρίκος με τη σφεντόνα, κι ότι θα την ξαναπέταγε μες στον παράδεισό της.

      Τα χρόνια όμως περνούσαν κι ο μικρός πρίγκηπας, που στο μεταξύ έγινε ένας μεγάλος μπακάλης, ποτέ δεν ξαναπέρασε από κει.

     Η πέτρα , βέβαια, που δεν ξέρει (κι ούτε θέλει να μάθει) από χρόνια, ηλικίες κι άλλα τέτοια, ποτέ δεν έπαψε , κι ούτε θα πάψει, να ονειρεύεται τον κήπο της, ακόμη και τώρα που βρίσκεται θαμμένη κάτω από ένα παχύ στρώμα ασφάλτου κι ο παράδεισός της δόθηκε αντιπαροχή για πολυκατοικία.

Επιμύθιο Ι: Καλύτερα ν΄αποχτήσεις κάτι κι ας το χάσεις, παρά να μην αποχτήσεις ποτέ τίποτε.

Επιμύθιο ΙΙ: Πατάτε με σεβασμό την άσφαλτο. Από κάτω της υπάρχουν πέτρες που ονειρεύονται κήπους.

Αργύρης Χιόνης, Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες, με σχέδια της Εύης Τσακνιά, Κίχλη , Αθήνα 2011, ε΄έκδοση

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Παραμονή

 Η Μέλπω καθότανε πλάι στη λάμπα την παραμονή κι αποτελίωνε μια παντούφλα.
   
  Πού και πού σταματούσε τις βελονιές της για ν ΄αφουγκραστεί. Κανένα μπαστούνι, που σερνότανε έξω στα χαλίκια του δρόμου. Κανένα μεθυσμένο που διάβαινε τραγουδώντας νανέ - νανέ - να.

   Έξω η βροχή έπεφτε ολοένα. Η γης είχε χορτάσει καλά νερό και το περισευούμενο κατέβαινε προς την πόλη, στα χαμηλώματα, κάνοντας ποταμάκια.


    Μπροστά στο παράθυρο, κι ως τη μέση της κάμαρας, τα σανίδια ήτανε μουσκεμένα από τα νερά που μπήκανε τη νύχτα σαν γύρισε ο καιρός. Τα κουφώματα δε σμίγανε πια καλά.


    Η Μέλπω έφερε το μαγκάλι και το έβαλε εκεί, ίσως στεγνώσει λίγο η κάμαρα. Κάθισε κι αυτή για το συντρόφιασμα της φωτιάς.


    Όμως το μαγκάλι σε λίγο στάχτωσε, γίνηκε σαν καταραμένο και η Μέλπω παραδομένη στο φτιάσιμο της παντούφλας το ξέχασε.


    Η λάμπα φώτιζε κιτρινιάρικα. Τα μάτιας της κουραζόντανε. Καίγανε γύρο στα ματόφυλλα και συχνά τα έκλεινε για λίγο, μα πετιόνταν και ξανάρχιζε τις βελονιές με ζέση.


    Έτσι που καθότανε με το ζερβί πλευρό στη ράχη της καρέκλας έγερνε. Έγερνε ασυναίσθητα για να ζυγώσει το φως. Σαν κουραζότανε ανασηκωνότανε πάλι, νοιώθοντας τη ράχη της πονεμένη.


     Συλλογίστηκε σαν τι ώρα να ήτανε. Η βροχή τρακάλιζε στις πλάκες της αυλής. Ένα σκυλί βρεχάμενο έκλαιγε.Ακούμπησε τη δουλειά της πάνω στα γόνατα και πάσκισε να πάρει μια στάση πιο αναπαυτική.


     Ακούμπησε τον αγκώνα στη ράχη της καρέκλας  και το κεφάλι της στην παλάμη.


    - Νάμουνα στο κρεβάτι μου, αποθύμησε.


     Ο ήσκιος της γράφουνταν πάνω στον τοίχο μεγάλος. Νύσταζε , όμως θα καθότανε κει να περιμένει αυτό το σακάτικο παιδί, το νοικάρη τους. Αυτός έρχεται πάντα νωρίς. Μα απόψε είναι παραμονή Χριστούγεννα. Κι αυτός το κατά δύναμη θα κάνει παραμονή.


    Η Μέλπω θαρρεί και τον βλέπει ν΄ανηφορίζει με τα δεκανίκια του μέσα σε τέτοια βροχή .


    Ου! χωρίς άλλο θα μούλιαζε. Αυτός δεν μπορεί να τρέξει. Συλλογιέται τον εαυτό της. Πωςς να μην μπορεί να τρέξει . Πως να μην μπορεί να πηγαίνει με το κορμί της ίσιο εδώ και κει, λαφριά και γρήγορα.


    Σηκώνεται ορθή και τεντώνεται ολοΐσια. Ξενυστάζει` βάνει τα χέρια της, πίσω στο κεφάλι, μπλεγμένα και κοιτά τη σκιά της λιγερή και σωστή πάνω στον άσπρο ασβεστωμένο τοίχο. Πάει κοντά στο καθρεφτάκι που κρέμεται στον τοίχο και κοιτάζεται. Τα μάτια της είνε πρισμένα από τη δουλειά κοντά στο φως. Έπειτα λιγάει σαν ένα άδειο ταφταδένιο ρούχο και κάθεται χάμω.


     Βάνει το κεφάλι της στο ψαθί της καρέκλας. Συγκρυάζεται. Τυλίγεται καλά στο ρούχο της και χώνει το κεφάλι της στην αμασκάλη. Τα μάτια της τα κάλυψεν ο ύπνος στη στιγμή. Από πέρα κάποιος έρχεται. Στην αρχή δεν τον γνωρίζει. Μα καθώς ζυγώνει τον ξεχωρίζει και τον καμαρώνει. Αυτός πάει τραγουδώντας δυνατά με καλή φωνή.


    Πάνω από το δεξί του αυτί φορεί ένα γαρούφαλο άλικο, που ταιριάζει ωραία στα μαύρα του μαλλιά. Καθώς περνά της γελά. Τραβά κατά τη θάλασσα που είνε κυματισμένη και βουΐζει δυνατά.


    Κι αυτός όλο τραγουδά παράφωνα, μα το τραγούδι του είνε γεμάτο δύναμη και χαρά.


    Αυτή τον κοιτά και γελά. Συλλογιέται πως κι έτσι παράφωνο το τραγούδι πάλι όμορφο είναι. Κι αφουγκράζεται το συνταίριασμα της θαλασοβοής και του τραγουδιού.


   Μα όσο αυτός μακραίνει, όλα τα κύματα, που σαλεύανε αφριστά, μικρά κατά την ακρογιαλιά, ανεβαίνουν και τη ζυγώνουν. Κι όλα γίνονται μικρά χέρια που κουνιούνται γύρω της.


    Την αγγίζουν. Τη χαϊδεύουν. Κι όλο έρχονται καινούργια να την τριγυρίσουν. Μικρά, μεγάλα, τραχειά, ματωμένα και κουρασμένα, σα να θεν κάπου ν΄ ακουμπήσουν ν ΄αναπαυτούν.


    Η Μέλπω τρομάζει. Βάνει μια δυνατή φωνή και ξυπνά. Και θυμάται μιαν άλλη παραμονή χειρότερη από τούτη. Αυτή κι η μάνα της άναντρες γυναίκες, μονάχες και οι δυο, βρισκόντανε στο σπίτι άγνοιαστες από θεό κι ανθρώπους.


     Είχε βρέξει από μέρες κι η γη ήτανε χορτάτη από νερό. Όξω φύσαγε παγωνιά. Το δειλινό σηκώθηκε η μάνα της και βγήκε τυλιγμένη σ΄ένα ρούχο. Η Μέλπω σαν την είδε να φεύγει πήγε και κοίταξε κάτω από το τζάκι. Τα ξύλα είχαν σωθεί. Ούτε αγκύλι δεν είχαν. Μπήκε πάλι στην κάμαρα και κάθισε. Μπρος τον καναπέ έχασκε το μαγκάλι, θλιβερό, με την κρύα στάχτη του. Η μάνα της έλεγε, πως κι αυτό καλό κάνει.


    Δεν ήταν πολλές ημέρες που είχε σηκωθεί η Μέλπω από αρρώστεια. Σημμαζεύτηκε στον καναπέ κι άκουε τον αέρα, που ερχούντανε ίσια από το πέλαγος, ανεμπόδιστα κι έπεφτε πάνω στο σπίτι. Έκλεινε τα μάτια της κι ακουγε πότε μαζύ και πότε ξέχωρα, τον καθένα, όλους τους θορύβους, που γινότανε στο σπίτι από τον αέρα.


     Ώρες θαρρούσε πως ταξιδεύει και το φουρτουνιασμένο πέλαγος σκουντρά πάνω στο καράβι να το καταπονέσει. Ώρες πάλι έλεγε, πως ήταν παιδί στην κούνια του και τη νανούριζαν από μακριά με παράξενα νανουρίσματα. Ωστόσο η ώρα περνούσε και η μάνα της δεν φάνηκε.


    Σηκώθηκε έρξε ένα ρούχο και βγήκε ανήσυχη.


    Τράβηξε ψηλά. Διάβηκε μέσα από τον πυκνό ελαιώνα και πήρε το μονοπάτι προς το γειτονικό χωριό.


   Τα πόδια της μουσκέψανε σε λίγο και τα ένιωσε παγωμένα. Ο αέρας ήταν παγερός. Ο ουρανός ακούμπαγε άχρωμος πάνω στις μικρές γειτονικές βουνοκορφές. Όλα τα πάντα είχανε συμαζωχτεί θαρρείς, είχανε κρυφτεί να φυλαχτούνε από το χειμωνιάτικο δαρμό.


    Αυτή πήγαινε, κοιτάζοντας ολόγυρα. Δεν φαινούτανε ψυχή. Το μονοπάτι έστριβε ζερβά ακουμπώντας στο βουνό. Ανέβαινε λιγερά και σκαλωτά αφίνοντας δεξά ένα ρέμα μικρό με κάνε δυο λευκάρια γυμνά εδώ και εκεί.


     Στρίβοντας είδε τη μάνα της. Καθότανε πάνω σε μια πέτρα, στη ρίζα ενού αγριόπρινου. Με τον αγκώνα ακουμπιστό στο γόνατο, με το κεφάλι στη φούχτα έκλαιγε μ΄αναφυλλητά δυνατά.


     Τα ψαρά τσουλούφια της ξαναιμίζονταν γύρω στο μελαχροινό κουρασμένο της πρόσωπο.


     Πήγε κοντά και κείνη την ένιωσε.

    - Γιατί βγήκες; τ ΄ήθελες και βγήκες; Θ΄αρωστήσεις ξανά.
    - Καλά τα κατάλαβα και βγήκα, είπε η κόρη.

    Ζύγωσε καλά. Τα χέρια της μάνας ήτανε γραντζουνισμένα και ματωμένα. Στα πόδια της κείτονταν δυο τρία ξεριζώματα από ασκίσες και πρινόκλαδα. Κοίταξε πάνουθε τον πρίνο. Σαν να είχεν ανθίσει. Εδώ και κει μέσα στα λουλουδιαστά αγκαθόφυλλά του κρατούσε κάμποσες στάλες αίμα από τα χέρια της μάνας της. Έσκυψε και την έπιασε από τον αγκώνα. - Άντε , πάμε τώρα να φύγουμε.


    Αυτά συλλογιέται η Μέλπω και σηκώνεται` μπαίνει αθόρυβα μέσα στην άλλη κάμαρα, που κοιμάται η μάνα της. Κάνει τόπο και γέρνει συμμαζευτά κοντά της. Κείνη τήνε νοιώθει μέσα στον ύπνο της. Λίγο λίγο φέρνει τα χέρια της και τ΄ακουμπά στο μαύρο κεφάλι της κοπέλας της. Μένουν εκεί και κοιμούνται δυο τυραγνισμένα χέρια. Είναι σαν να νοιάζονται να την αποσκεπάσουν και στον ύπνο τους από κάθε κακό.


    Η Μέλπω κλείνει τα μάτια και κοιτά πάλι μιαν ατέλιωτη παρέλαση από χέρια.


    Χέρια άσπρα , αφράτα, αδούλευτα και μοσκοβολημένα. Κι άλλα πολλά χέρια κοκαλιασμένα από το κράτημα της βελόνας. Ροζιασμένα από το ψαλίδι, πληγωμένα από τα πλυσίματα και τις λογιών χοντροδουλιές.


    Όλα σαν παραπονεμένα κι αποκαμωμένα` όλα σαν ν΄αναδίνουν μια κραυγή πίκρας.


    Και είνε τούτα τα δικά μας χέρια συλλογιέται. Τα τραχειά και παραμορφωμένα χέρια της μεγάλης εργατιάς. Να οι σκυφτοί συλλογισμένοι μαστόροι. Τα γνωστικά χεροδύναμα παλληκάρια , τα μικρά δουλευτάρικα παιδιά. Οι γέροι που μόνο στη  γης θα δουν αναπαμό.


      Όλοι τούτοι οι απλοί αγράμματοι και λιγόλογοι ανθρώποι. Αυτοί με την αξιωσύνη τους φτιάνουν τη ζωή  με τ΄αγαθά της και τις ομορφιές της. Μα να που οι ίδιοι στέκουν παράμερα, ντροπιάρηδες και σεμνοί. Στερημένοι άδικα τη χαρά του κόπου τους. Εκείνου που μια στιγμή ήταν η αναλαμπή της ψυχής τους. Μόνο τα χέρια μιλάνε. Λένε την ιστορία τους. Κειδά καθώς ακουμπάν άπραγα και ειρηνικά.


Μαρία Κλωνάρη , Ήμεροι Άνθρωποι, Διηγήματα, Εκδόσεις Πηγής Αθήνα 1953

( πρόλογος Γ. Βαλέτα)

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Θυμάμαι κάποια Χριστούγεννα...



     Αλλοτινές εποχές και εμείς πιτσιρίκια χαρούμενα βγαίναμε στις γειτονιές παραμονές Χριστουγέννων τραγουδώντας άλλα τα κάλαντα και άλλα τραγουδάκια που είχαμε μάθει στο νηπιαγωγείο ή στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού.

  Κάπου εκεί στα μέσα της δεκαετίας του  ΄ 60 και αρχές του ΄70 τα Χριστούγεννα είχαν άλλη όψη και άλλο άρωμα. Περιμέναμε με λαχτάρα στο σπίτι το δώρο του πατέρα μου, για να πάμε στην Αθήνα να ψωνίσουμε. Δυο φορές  το χρόνο  συνηθίζαμε να πηγαίνουμε στην Αθήνα για ψώνια, Χριστούγεννα και Πάσχα.Πιο πολύ μου άρεσαν τα Χριστούγεννα.

    Παίρναμε το λεωφορείο το πρωί . Ήμασταν ολόκληρη παρέα. Γυναικόπαιδα. Μανάδες, θείες, αδέλφια, ξαδέλφια γεμίζαμε σχεδόν το μικρό υπεραστικό λεωφορείο. Δυο ώρες ταξίδι τότε για την Αθήνα από τον παραλιακό δρόμο. Κατεβαίναμε στο Πεδίο του Άρεως. Εκεί ήταν η στάση μας. Από το χέρι πιασμένα περνούσαμε την Πατησίων και βρισκόμασταν σιγά σιγά και χαζεύοντας στην Αιόλου. Όλοι μαζί μπαίναμε στο Ζαχαροπλαστείον « Ο Κρίνος». Μια μερίδα ζεστοί λουκουμάδες με μέλι και μπόλικη κανέλλα σήμανε την αρχή του  ονείρου.

  Όνειρο ήταν οι βιτρίνες , οι στολισμένες με χριστουγεννιάτικα στολίδια, λαμπιόνια και ψεύτικο χιόνι. Άγγελοι, φάτνες, μικροί Χριστούληδες και στοργικές Παναγίες σε κάθε γωνιά. Αη- Βασίληδες στα κόκκινα με μεγάλους σάκους τριγύριζαν στους γεμάτους δρόμους. Μικροπωλητές είχαν στημένους τους πάγκους τους εδώ και εκεί και διαλαλούσαν την πραμάτεια τους, φτηνά παιχνίδια αλλά εντυπωσιακά.

  Όλη μέρα γυρίζαμε στα μαγαζιά . Η πιο συναρπαστική εμπειρία όμως ήταν τα ψώνια στο « Μινιόν» . Στα μάτια μας , τα παιδικά, τα άβγαλτα,  αυτό το πολυκατάστημα φάνταζε παραμυθένιο. Όροφοι γεμάτοι ρούχα, παπούτσια, παιχνίδια. Όλοι στολισμένοι φαντασμαγορικά. Ατμόσφαιρα μαγική , ο Αη-Βασίλης σε περίμενε εκεί να φωτογραφηθείς μαζί του και να σου δώσει το δωράκι του. Και εμείς πιστεύαμε ότι αυτός ήταν ο πραγματικός Άγιος που είχε έρθει από τόσο μακριά.( Μια φωτογραφία , από τις πρώτες αυτόματες έγχρωμες, τη βρήκα καταχωνιασμένη σε κάποιο κουτί.  Μινιόν 1975 γράφει, και ο μικρός αδελφός μου , περίπου εννέα χρονών καμαρώνει δίπλα του με ένα αθώο χαμόγελο γεμάτο ευτυχία.)

  Κουρασμένα , με τα χέρια γεμάτα τσάντες με τα χριστουγεννιάτικα ψώνια, λαχταρούσαμε να γυρίσουμε στο σπίτι , να τα ανοίξουμε και να τα φορέσουμε. Πριν την ημέρα των Χριστουγέννων δεν μας άφηνε η μάνα μου να τα αγγίξουμε. Έπρεπε να περιμένουμε. Με πόση λαχτάρα θυμάμαι πάντα τα καινούρια παπούτσια, μαύρα λουστρίνια, και το παλτό, συνήθως κόκκινο βαθύ.

  Τα ψώνια όμως δεν τελείωναν αν δεν περνούσαμε από την αγορά , στην οδό Αθηνάς. Η μάνα μου έπρεπε οπωσδήποτε να εφοδιασθεί τα δικά της πράγματα, τις λιχουδιές , κυρίως παστουρμά και λακέρδα.

   Ο δρόμος  της επιστροφής περνούσε πάντα από την οδό Μαυροματαίων, δίπλα στο Μουσείο . Εκεί υπήρχε ένα μαγαζί που έφτιαχνε γύρο. Κανείς δεν έφευγε από την Αθήνα αν δεν έτρωγε μια πίτα με γύρο. Ήταν λαχταριστό γιατί ήταν σπάνιο. Δεν είχαμε τη δυνατότητα να το δοκιμάσουμε άλλη φορά , παρά μόνο αν βρισκόμασταν στην Αθήνα.

    Μετά τα ψώνια , άρχιζαν οι προετοιμασίες των γλυκών στο σπίτι , στη γειτονιά. Γυναίκες πήγαιναν και έρχονταν. Η μια βοηθούσε την άλλη και συναγωνίζονταν για τα καλύτερα μελομακάρονα.
Το σπίτι μας μοσχοβολούσε κανέλα και γαρύφαλο. Και τι δεν έφτιαχναν τα χέρια της μάνας μου. Λαχταριστά μελομακάρονα σωστά μελωμένα και πασπαλισμένα με μπόλικο καρύδι και κανέλα. Γεμιστά μελομακάρονα, ισλί κεντημένα με το ειδικό τσιμπιδάκι και σαρί –μπουρμά. Τοποθετημένα σε μεγάλες πιατέλες  κλειδώνονταν στο σερβάν μέχρι την ημέρα των Χριστουγέννων.

  Ανήμερα των Χριστουγέννων , το πρωί , μας ξυπνούσε η μυρωδιά της κοτόσουπας. Συνήθεια πολύ παλιά , φερμένη από το μικρασιατικό χωριό της γιαγιάς.  Το μεσημέρι στο τραπέζι υπήρχαν πολλοί μεζέδες , γαλοπούλα γεμιστή με κάστανα , κρέας με πατάτες και καλό ντόπιο κρασί . Με το τέλος του φαγητού έβγαιναν και τα γλυκίσματα .

  Μετά μαζευόμασταν γύρω από τη σόμπα και παίζαμε , ακούγαμε ραδιόφωνο ή τους μεγάλους να αφηγούνται και εκείνοι  τις ιστορίες των δικών τους αλλοτινών εποχών.

  Κάποιο ξωτικό με άγγιξε απόψε και με παρέσυρε σε άλλο χρόνο , σε άλλο τόπο, στάθηκα από πάνω και ανοιγοκλείνοντας  για ένα λεπτό  τα μάτια μου βρέθηκα παιδί στο πατρικό μου σπίτι  να  το κρυφοκοιτάζω  από μια γωνιά  νιώθοντας μια γλυκιά νοσταλγία για τα χρόνια της ζωής μου  που τα σημάδεψαν όμορφες μικρές στιγμές.


Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Χριστουγεννιάτικη ιστορία



Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει,
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.

Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί.
Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα»,
ευχές δε φθάνουν ως εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.

Κοντεύουνε ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ’ το βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ’ το σύννεφο της ντουφεκιάς του.

Αν σκέφτεται στ’ αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία

για να τον πάρει ο ύπνος.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα…

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα νά ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
στις πλάτες του ν’ αχνίζει.

Δώσ’ του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
πως είναι πεθαμένη.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δούν πως μεγαλώσαμε
να παρηγορηθούνε.
(στον πατέρα μου και στα παιδιά μου. Στ΄αδέρφια μου)

Μιχάλης Γκανάς, " Γυάλινα Γιάννενα" , Καστανιώτης Αθήνα 1989

 Το χαρακτικό της Αλεξίας Τάγκα από εδώ

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Heinrich Böll, Το λυπημένο μου πρόσωπο


Σταματώντας στην άκρη του λιμανιού για ν' αγναντέψω τους γλάρους, το λυπημένο μου πρόσωπο τράβηξε την προσοχή του πολιτσμάνου, που γύριζε σ' εκείνη την περιοχή. Είχα αφαιρεθεί κοιτάζοντας τα αιωρούμενα πουλιά, που ζυγιάζονταν κι εφορμούσαν για να βρούνε κάτι να φάνε, μα χωρίς αποτέλεσμα. Το λιμάνι ήταν έρημο, το νερό πράσινο, πηχτό από τ' ακάθαρτο πετρέλαιο και στο λεπιδωτό δέρμα του έπλεε κάθε λογής σαβούρα. Πλοίο πουθενά, ο γερανός σκουριασμένος, οι αποθήκες ρεπιασμένες. Στα μαύρα ερείπια της αποβάθρας ούτε ποντίκια δεν κατοικούσαν πια· νέκρα. Εδώ και χρόνια ήταν κομμένη κάθε σχέση με τον έξω κόσμο.
Είχα καρφώσει το βλέμμα σ' ένα γλάρο και παρακολουθούσα το πέταγμά του. Με τον τρόμο χελιδονιού που προαισθάνεται κακοκαιρία πετούσε σχεδόν πάντα κοντά στην επιφάνεια του νερού και μόνο πότε πότε ξεθάρρευε ν' ανέβει ψηλά κρώζοντας, να σμίξει το δρόμο του με κείνον των συντρόφων. Αν λαχταρούσα κάτι, ήταν χωρίς άλλο ένα ψωμί να ταΐσω τους γλάρους, να το κόψω κομμάτια και στο ανάκατο πέταγμα να βάλω ένα άσπρο σημάδι, ένα στόχο που κατά πάνω του θα πετούσαν. Ρίχνοντας ένα κομμάτι ψωμί σ' αυτό το ανεβοκατέβασμα των μπερδεμένων τροχιών που έκρωζε, να τους κατεύθυνα σα να 'τανε δεμένοι με σχοινιά.
Μα ξαφνικά έπεσε πάνω μου το χέρι της εξουσίας και μια φωνή είπε:
«Ακολούθα με!». Ολομιάς το χέρι δοκίμασε να με τραβήξει απότομα από την πλάτη και να με στριφογυρίσει βίαια. Εγώ στυλώθηκα, το τίναξα κι είπα συγκρατημένα: «Σίγουρα δεν είστε καλά!». «Συνάδερφε», είπε πριν ακόμα καταφέρω να τον καλοκοιτάξω, «σε προειδοποιώ». «Αφεντικό...», ανταπόδωσα. «Δεν υπάρχουν αφεντικά», φώναξε οργισμένος. «Συνάδερφοι είμαστε όλοι». Τώρα στεκόταν δίπλα μου, με κοίταξε από το πλάι κι ήμουν αναγκασμένος να συγκεντρώσω το βλέμα μου, που πλανιόταν ευτυχισμένα, και να το βυθίσω στην αλύγιστη ματιά του. Ήταν σοβαρός σα βουβάλι που δεκαετίες ολόκληρες δεν καταβρόχθιζε άλλο από καθήκον. «Για ποιο λόγο;...» πήγα να πω. «Για σοβαρό λόγο», είπε. «Για το λυπημένο σου πρόσωπο». Γέλασα. «Άσε τα γέλια!». Η οργή του ήταν πραγματική. Για μια στιγμή σκέφτηκα πως το 'κανε έτσι από ανία, μιας και δεν έβρισκε να συλλάβει ούτε μια αδήλωτη ούτε ένα μεθυσμένο ναύτη, ούτε κλέφτη ή δραπέτη, μα είδα πως δεν αστειευόταν: Εμένα ήθελε να πιάσει. «Ακολούθα με!...» «Μα γιατί;» ρώτησα συγκρατημένα...
Έδεσε μονομιάς τ' αριστερό μου χέρι στον καρπό με μια λεπτή αλυσίδα και στη στιγμή κατάλαβα πως ήμουν πάλι χαμένος. Γύρισα για τελευταία φορά κατά τους γλάρους που πετούσαν, είδα τον όμορφο γκρίζο ουρανό κι έκανα να πέσω με ξαφνική στροφή στη θάλασσα, γιατί μου φάνηκε προτιμότερο να πνιγώ με τη θέλησή μου σ' αυτή τη βρώμικη πήχτρα, παρά να με στραγγαλίσουν οι λοχίες σε κάποιο κρατητήριο ή να με ξαναφυλακίσουν. Μα ο πολιτσμάνος τινάζοντάς με απότομα με τράβηξε τόσο κοντά, που ήταν αδύνατο να ξεφύγω. «Μα γιατί;» ρώτησα πάλι. «Ο νόμος διατάζει να είσαι ευτυχισμένος!». «Είμαι ευτυχισμένος», φώναξα. «Το λυπημένο σου πρόσωπο;» κούνησε το κεφάλι. «Μα ο νόμος αυτός είναι καινούριος» είπα. «Έγινε πριν τριανταέξι ώρες, και το ξέρεις καλά πως κάθε νόμος ισχύει σαν περάσουν εικοσιτέσσερις ώρες από τη δημοσίευσή του». «Μα δεν έχω ιδέα». «Καμιά δικαιολογία! Από προχτές το 'λεγαν όλα τα μεγάφωνα κι όλες οι εφημερίδες, και σε κείνους», εδώ με κοίταξε περιφρονητικά, «και σε κείνους που δε φτάνει η ευλογία ούτε της εφημερίδας ούτε του ραδιοφώνου, το 'καναν γνωστό οι προκηρύξεις που σκορπίστηκαν στους δρόμους όλου του κράτους. Λοιπόν, συνάδερφε, θ' αποδειχτεί πού ήσουν τις τελευταίες τριανταέξι ώρες».
Μ' έσπρωξε μπροστά. Τώρα για πρώτη φορά κατάλαβα πως έκανε ψύχρα και πανωφόρι δεν είχα, τώρα για πρώτη φορά η πείνα μου έφτασε, στ' αποκορύφωμα και γουργούριζε στην πύλη του στομαχιού, τώρα για πρώτη φορά κατάλαβα πως ήμουν άπλυτος κι αξύριστος και πως υπήρχαν νόμοι, που σύμφωνα μ' αυτούς έπρεπε κάθε συνάδερφος να 'ναι καθαρός, ξυρισμένος, ευτυχισμένος και χορτάτος. Μ' έσπρωχνε μπροστά σαν σκιάχτρο, που έπρεπε ν' αφήσει τον τόπο των ονείρων του στην όχτη του χωραφιού, μια κι η κλοπή ήταν ολοφάνερη. Οι δρόμοι ήταν αδειανοί, η απόσταση για το τμήμα κοντινή, κι όσο ένιωθα πως θα 'βρισκαν σε λίγο πάλι μιαν αιτία να με φυλακίσουν, τόσο βάραινε η καρδιά μου, γιατί με περνούσε από μέρη της νιότης μου, που σκόπευα να τα επισκεφτώ σαν τέλειωνα την περιδιάβαση του λιμανιού: κήπους που ήταν άλλοτε γεμάτοι θάμνους, όμορφους στη φυσική τους αταξία, δρόμους κατάφυτους τώρα ήταν όλα σχεδιασμένα, τακτοποιημένα, καθαρά, τετραγωνισμένα, κανονισμένα για τους πατριδολατρικούς συλλόγους, που Δευτέρα, Τετάρτη και Σάββατο έκαναν εδώ τις παρελάσεις τους. Μονάχα ο ουρανός ήταν σαν τότε, κι ο αέρας, σαν κείνες τις μέρες που η καρδιά μου ήταν γεμάτη όνειρα.
...Όσους ανθρώπους συναντούσαμε τους έπιανε ολοφάνερος ενθουσιασμός, τους διαπερνούσε το λεπτό ρευστό της εργατικότητας, μάλιστα τόσο περισσότερο, όσο έβλεπαν τον πολιτσμάνο. Περπατούσαν όλοι γρηγορότερα, έδειχναν φάτσα βουτηγμένη στο καθήκον, κι οι γυναίκες που έβγαιναν από τα μαγαζιά έβαζαν τα δυνατά τους να δώσουν έκφραση χαράς στο πρόσωπό τους, εκείνη ακριβώς που περίμεναν απ' αυτές, γιατί ήταν διαταγή να εκδηλώνουν χαρά, ζωηρό κέφι στα καθήκοντα της νοικοκυράς που θα 'πρεπε το βράδυ να τονώνει με πλούσιο δείπνο το δουλευτή του κράτους.
Μα όλοι αυτοί οι άνθρωποι λοξοδρομούσαν επιδέξια, έτσι που κανένας τους να μη βρίσκεται στην ανάγκη να διασταυρώσει μπροστά μας το δρόμο. Στο δρόμο είκοσι βήματα πριν από μας εξαφανιζόταν κάθε ίχνος ζωής, καθένας βιαζόταν να μπει το γρηγορότερο σε μαγαζί ή να στρίψει σε γωνία κι άλλοι έμπαιναν ακόμα και σε ξένο σπίτι και περίμεναν πίσω από την πόρτα έντρομοι, ώσπου να χαθούν τα βήματά μας.
Μονάχα σαν φτάσαμε σε μια διασταύρωση μας συνάντησε ένας ηλικιωμένος, που φευγαλέα διέκρινα να 'χει το σήμα του δασκάλου. Δεν τα κατάφερε να λοξοδρομήσει και χαιρετώντας πρώτος αυτός τον πολιτσμάνο κατά τον κανονισμό —χτυπώντας την παλάμη τρεις φορές στο κούτελο να δείξει την απόλυτη ταπεινότητά του— προσπάθησε τώρα, για να εκτελέσει τέλεια το καθήκον που του επιβαλλόταν, προσπάθησε να με φτύσει τρεις φορές στο πρόσωπο και να μ' εφοδιάσει με την τιμητική προσφώνηση: «Πουλημένο τομάρι!». Είχε σκοπεύσει καλά, μα η μέρα είχε ζεστάνει, ο καταπιόνας του ήταν αναγκαστικά ξερός, γιατί με πέτυχαν μονάχα λίγες ταλαίπωρες, πες δίχως ουσία πιτσιλιές, που άθελά μου —παρά τον κανονισμό— με το μανίκι έκανα να τις σκουπίσω. Την ίδια στιγμή ο πολιτσμάνος μού δωσε μια πίσω και με χτύπησε γροθιά στη μέση της ραχοκοκαλιάς, λέγοντας ατάραχα «βαθμίς πρώτη», που τόσα πολλά σήμαινε, όπως μορφή πρώτη της πιο ήπιας ποινής που επιβάλλει κάθε πολιτσμάνος.
Ο δάσκαλος το 'βαλε γρήγορα στα πόδια. Οι άλλοι κατάφεραν να λοξοδρομήσουν. Μονάχα μια γυναίκα που είχε πάρει κιόλας τον καθορισμένο αέρα της πριν από το βραδινό γλέντι στην ερωτική στρατώνα, μια χλωμή, πρησμένη ξανθή μου 'στειλε κλεφτά ένα φιλί και χαμογέλασα με ευγνωμοσύνη, ενώ ο πολιτσμάνος πάλευε να καμωθεί πως δεν είδε τίποτε. Είναι ορμηνεμένοι να επιτρέπουν σ' αυτές τις γυναίκες ελευθερίες που σίγουρα θα στοίχιζαν βαριά τιμωρία σε κάθε συνάδερφο, γιατί, μιας κι είναι η συμβολή τους πολύ ουσιαστική στην ανύψωση της γενικής χαράς για εργασία, θεωρείται πως δεν εμπίπτουν στην περιοχή των συνεπειών του νόμου, μια ομολογία δηλαδή που τη σημασία της τη στιγμάτισε ο καθηγητής της περί κράτους φιλοσοφίας διδάκτωρ, διδάκτωρ, διδάκτωρ Μπλάιγκετ στο επίσημο περιοδικό της (περί κράτους) φιλοσοφίας, σαν ένα σημάδι προϊούσας φιλελευθεροποίησης. Το 'χα διαβάσει την προηγούμενη μέρα πηγαίνοντας για την πρωτεύουσα, σα βρήκα λίγες σελίδες του περιοδικού στον αναγκαίο* ενός χωριατόσπιτου, που κάποιος φοιτητής —ίσως παιδί του χωρικού— τις είχε εφοδιάσει με πολύ έξυπνα σχόλια.
Ευτυχώς φτάναμε πια στο σταθμό, γιατί την ίδια στιγμή χτυπούσαν οι σειρήνες κι αυτό έλεγε πως θα πλημμύριζαν οι δρόμοι από χιλιάδες ανθρώπους με συγκρατημένη ευτυχία στα πρόσωπα —γιατί ήταν διαταγή σκολώντας τη δουλειά να μην εκδηλώνουν πολύ μεγάλη χαρά, αφού αυτό θα σήμαινε πως είναι βάρος η δουλειά, αντίθετα πιάνοντας δουλειά έπρεπε να επικρατεί αλαλαγμός χαράς, αλαλαγμός χαράς και τραγούδι— κι όλες αυτές οι χιλιάδες θα πρεπε να με φτύσουν. Οπωσδήποτε οι σειρήνες χτυπούσαν δέκα λεφτά πριν από το βραδινό γλέντι, γιατί καθένας θα 'πρεπε ν' αφοσιωθεί επί δέκα λεφτά σε ένα γενικό πλύσιμο, σύμφωνα με το σύνθημα του τωρινού αρχηγού: ευτυχία και σαπούνι.
Την πύλη για το τμήμα της περιοχής, έναν όγκο μπετόν, τη φρουρούσαν δυο σκοποί, που περνώντας εγκαινίασαν τη «λήψη» των συνηθισμένων «σωματικών μέτρων»: Με χτύπησαν με τη λόγχη τους δυνατά στα μηλίγγια, κροτάλισαν την κάννη του πιστολιού τους πάνω στο κλειδί του ώμου μου, σύμφωνα με το προοίμιο του νόμου του κράτους. Άρθρο 1: «Έκαστον όργανον τάξεως οφείλει να δηλοποιεί εαυτό επισήμως ως εξουσίαν καθ' εαυτήν εις πάντα συλλαμβανόμενον (εννοούν προφυλακιστέο), εξαιρέσει εκείνου, όπερ προβαίνει εις την σύλληψιν, καθ' όσον τούτο θέλει μετάσχει της ευτυχίας ταύτης, προβαίνον εις την λήψιν των κατά την ανάκρισιν απαιτουμένων σωματικών μέτρων». Κι ο ίδιος ο νόμος του Κράτους Άρθρο 1 λέει τα ακόλουθα: «Έκαστον όργανον τάξεως δύναται να τιμωρεί, οφείλει να τιμωρεί πάντα ένοχον παραβάσεως. Εις ουδέν όργανον παρέχεται ελευθερία εξαιρέσεως εκ της τιμωρίας, αλλά δυνατότης εξαιρέσεως εκ της τιμωρίας».
Περνούσαμε τώρα ένα μεγάλο, παγερό διάδρομο με μεγάλα παράθυρα. Σε λίγο άνοιξε αυτόματα μια πόρτα, γιατί στο μεταξύ οι φρουροί είχαν αναφέρει κιόλας την άφιξή μας, και κείνες τις μέρες που ήταν όλοι ευτυχισμένοι, γενναίοι, ταχτικοί και καθένας πάλευε να ξοδέψει το καθορισμένο μισό κιλό σαπούνι τη μέρα, κείνες τις μέρες να φτάνει ένας κρατούμενος ή προφυλακιστέος ήταν πια γεγονός.
Μπήκαμε σε χώρο σχεδόν αδειανό, που είχε μόνο γραφείο με τηλέφωνο και δυο καθίσματα, εγώ έπρεπε να σταθώ στη μέση ορθός. Ο πολιτσμάνος έβγαλε το κράνος και κάθισε.
Επικράτησε πρώτα απόλυτη σιωπή κι απραξία. Έτσι το συνήθιζαν πάντα. Δεν υπάρχει χειρότερο. Ένιωθα το πρόσωπό μου να καταρρέει ολοένα περισσότερο, ήμουν κουρασμένος και πεινασμένος κι είχε χαθεί και το τελευταίο ίχνος από κείνη την ευτυχία της θλίψης, γιατί το 'ξερα πως ήμουν πια χαμένος.
Ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα μπήκε χωρίς να πει λέξη ένας χλωμός ψηλός άντρας με τη μαυριδερή στολή του προανακριτή. Κάθισε χωρίς να πει λέξη και κάρφωσε το βλέμμα πάνω μου. «Επάγγελμα;» «Μονάχα συνάδερφος». «Έτος γεννήσεως;» «Πρώτη πρώτου του «Ένα», είπα. «Τελευταία ασχολία;» «Κατάδικος». Ο ένας τους κοίταξε τον άλλον. «Πότε και από πού απολύθηκες;» «Χτες από το κτίριο 12, κελλί 13». «Τόπος προορισμού;» «Για την πρωτεύουσα». «Χαρτί!»
Έβγαλα από την τσέπη το αποφυλακιστήριο και του το 'δωσα. Το καρφίτσωσε στην πράσινη καρτέλλα, που είχε αρχίσει να συμπληρώνει με τα στοιχεία μου. «Προηγούμενη παράβαση;» «Χαρούμενο πρόσωπο». Ο ένας τους κοίταξε τον άλλον. «Εξήγησε!» είπε ο προανακριτής. «Παλιά τράβηξε την προσοχή του πολιτσμάνου το χαρούμενο πρόσωπό μου, μέρα που είχε διαταχθεί γενικό πένθος. Ήταν η μέρα που πέθανε ο αρχηγός». «Διάρκεια ποινής;» «Πέντε». «Έκτιση;» «Άσχημα». «Αιτία;» «Πλημμελής αφοσίωση στην εργασία». «Αρκετά!»
Ο προανακριτής σηκώθηκε, ήρθε κατά πάνω μου και μ' ένα χτύπημα μου 'σπασε κυριολεκτικά τα τρία μεσαία μπροστινά δόντια, σημάδι πως για λόγους υποτροπής έπρεπε να στιγματιστώ μ' αυστηρά μέτρα, που δεν είχα λογαριάσει. Ο προανακριτής έφυγε και μπήκε μέσα ένας χοντρός τραμπούκος με κατάμαυρη στολή: ο ανακριτής. Ο ανώτερος ανακριτής, ο προϊστάμενος ανακριτής, ο επίτροπος και ο πρόεδρος και μαζί τους ο πολιτσμάνος εξάντλησε τη «λήψη» όλων των «σωματικών μέτρων» καθώς ο νόμος πρόσταζε. Και μου 'ριξαν δέκα χρόνια φυλακή για το λυπημένο μου πρόσωπο, έτσι ακριβώς όπως πριν πέντε χρόνια μου είχαν ρίξει πέντε χρόνια φυλακή για το χαρούμενο πρόσωπό μου.
Αν αντέξω τα επόμενα δέκα χρόνια της ευτυχίας και του σαπουνιού, είμαι αληθινά αναγκασμένος να φροντίσω να μείνω ολότελα δίχως πρόσωπο.

 Heinrich Boll (Χάινριχ Μπέλ), Το λυπημένο μου πρόσωπο

Το κείμενο είναι από εδώ

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

Το σπουργιτάκι

Ήταν 19 Δεκεμβρίου του 1915 , όταν γεννήθηκε η Εdith Giovanna Gassion, η γνωστή ως Εdith Piaff. Θεωρείται η μεγαλύτερη φωνή της Γαλλίας και μία από τις πιο συγκλονιστικές φωνές του κόσμου.









Το 1962 ο Μίκης Θεοδωράκης και η Συμφωνική του Ορχήστρα επενδύουν μουσικά την ταινία “Les amants de Teruel”. Ένα από τα κύρια μουσικά θέματά της βασίστηκε στην μελωδία της «Όμορφης Πόλης», ενώ, εξωκινηματογραφικά, έγινε τραγούδι, σε στίχους του Jacques Plantes, που ερμήνευσε μοναδικά η Edith Piaf. 
 Πηγή : ogdoo

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Για τον όρο «μετανάστες»


Λαθεμένο μού φαινόταν πάντα τ' όνομα που μας δίναν:
«Μετανάστες».
Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. Ούτε
και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα 'ναι, μα εξορία.
Έτσι, απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιο κοντά
στα σύνορα,
προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό
σημάδι αλλαγής στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ' ερωτήσεις
κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα
ν' απαρνιόμαστε,
χωρίς να συχωράμε τίποτ' απ' όσα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε.
Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμ' εδώ
τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ' τα στρατόπεδά τους. Εμείς
οι ίδιοι
μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε
τα σύνορα να δρασκελίσει. Ο καθένας μας,
περπατώντας μες στο πλήθος με παπούτσια ξεσκισμένα,
μαρτυράει την ντροπή που τη χώρα μας μολεύει.
Όμως κανένας μας
δε θα μείνει εδώ. Η τελευταία λέξη
δεν ειπώθηκε ακόμα.
Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα,
μτφρ. Μάριος Πλωρίτης, Θεμέλιο

Ουράνιο τόξο


Είδα το Θεό μικρό
σε μια σταγόνα.
Και τίναξα τα χέρια παίζοντας
δίχως να το ξέρω
κάνοντας
ένα πλατύ ουράνιο τόξο.

Κι ακούμπησα στις άκρες του.


Χρήστος Ντάλιας



Το ποίημα είναι από εδώ

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Το κελάηδημα της τσίχλας




ΣΙΧΛΑ τὴν πα­ρα­νο­μά­ζα­νε στὸ χω­ριὸ τὴν Ἀν­νού­λα. Κι’ ἔ­ζη­σε καὶ πέ­θα­νε Τσί­χλα.
Εἴ­τα­νε μιᾶς μπου­κιᾶς ἀν­θρω­πά­κι. Ἀ­δύ­να­τη, μὲ ψι­λὰ κα­νιά, δί­χως βά­ρος, πε­τού­με­νη. Δὲν περ­πα­τοῦ­σε – πή­δα­γε κι’ ἔ­τρε­χε.
       Ἀλ­λὰ γιὰ ποι­ό χω­ριὸ μι­λᾶ­με;
      Γιὰ ἕ­ν’ ἀ­πὸ κεῖ­να τὰ βου­νί­σια, ποὺ σκαρ­φα­λώ­νου­νε στὴν πλα­γιὰ τοῦ βου­νοῦ κ’ εἶ­ναι ὅ­λα τὰ ἴ­δια. Ὄ­μορ­φα, μὰ φτω­χὰ καὶ μί­ζε­ρα κι’ ἀ­φη­μέ­να στὴν τύ­χη τους κι ἀ­πὸ Θε­οὺς κι ἀν­θρώ­πους.
      Μιὰ ρε­μα­τιὰ στὴν κα­τη­φο­ριὰ μὲ τὶς κόκ­κι­νες ρο­δο­δάφ­νες καὶ μιὰ γι­δό­στρα­τα, ποὺ φέρ­νει μὲς ἀ­πὸ τὸ δά­σος τῶν πέφ­κων στὴν κορ­φὴ τοῦ βου­νοῦ. Τό­σο ἀ­πό­με­ρο, ξε­χα­σμέ­νο χω­ριό, ποὺ σχε­δὸν εἶ­χε κι ἀ­φτὸ ξε­χά­σει τ’ ὄ­νο­μά του.
      Δὲν τοῦ χρει­α­ζό­τα­νε, λὲς καὶ τοῦ πε­φτε βά­ρος.
      Ἀλ­λ’ ὅ­σο τοὺς λεί­που­νε τῶν μι­κρῶν ἀ­φτῶν χω­ρι­ῶν, πο­λι­τι­σμός, φρον­τί­δα καὶ χορ­τα­σιά, τό­σο τοὺς πε­ρισ­σέ­β’ ἡ ψυ­χή, ψυ­χὴ τοῦ λα­οῦ!
      Εἴ­μα­στε στὸν τε­λε­φταῖ­ο χρό­νο τῆς κα­το­χῆς.
      Τὸ χω­ριό, ποὺ λέ­με, βρι­σκό­τα­νε στὰ σύ­νο­ρα τῶν δύ­ο Ἑλ­λά­δων: τῆς λέ­φτε­ρης καὶ τῆς συ­νερ­γα­ζό­με­νης. Ἀλ­λὰ πρὸς τὰ ἐ­δῶ.
      Ἕ­να γερ­μα­νι­κὸ φυ­λά­κιο προ­σπα­θοῦ­σε μὲ τοὺς να­ζῆ­δες τοὺς δι­κούς του καὶ τοὺς τσο­λιά­δες τοὺς «δι­κούς μας» νὰ μπο­δί­ζει τὴ λε­φτε­ριὰ νὰ κα­τέ­βει ἀ­π’ τὴν κορ­φὴ τοῦ βου­νοῦ πρὸς τὰ κά­τω – στὸν κάμ­πο. Για­τὶ κεῖ ψη­λὰ στὴν κορ­φὴ τοῦ βου­νοῦ εἴ­χα­νε φω­λιά­σ’ οἱ ἀ­γω­νι­στὲς τοῦ Ἔ­θνους κι ἑ­τοι­μά­ζα­νε «κα­λὰ Χρι­στού­γεν­να» γιὰ τοὺς ἐ­χθρούς.
      Μὲ τὴν ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κὴν ἐ­πι­τρο­πὴ τοῦ χω­ριοῦ εἴ­χα­νε συ­χνὴν ἐ­πα­φή. Ἀλ­λὰ πῶς; Μέ­σον τῆς τσί­χλας. Εἴ­τα­νε κό­ρη μιᾶς φτω­χειᾶς χη­ρε­βά­με­νης τοῦ χω­ριοῦ, ποὺ ὁ ἄν­τρας της σκο­τώ­θη­κε στὴν Ἀλ­βα­νί­α. Ὀ­χτὼ μὲ δέ­κα χρο­νῶν ἡ τσί­χλα. Μὰ γε­μά­τη φω­νή, ξυ­πνά­δα καὶ μῖ­σος ἐ­ναν­τί­ον τῶν ἐ­χθρῶν. Καὶ σβέλ­τη καὶ μπα­σμέ­νη στὴ ζω­ὴ —σὰν ὥ­ρι­μο πλά­σμα— κι ἀ­δεί­λια­στη.
      Κα­λὸς και­ρὸς στὰ τέ­λη τοῦ Δε­κέμ­βρη. Ἥ­λιος καὶ στέ­γνη – μὰ καὶ κρύ­ο τσου­χτε­ρό.
      Ἡ Τσί­χλα, μα­ζὶ μὲ ἄλ­λα παι­διά (τὰ σκο­λειὰ κλει­σμέ­να!) βγαί­ναν ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ χω­ριὸ σ’ ἕ­να πλά­τω­μα πρὸς τὸ ρέ­μα καὶ παί­ζα­νε μπρο­στὰ στὰ μά­τια τῶν Γερ­μα­νῶν καὶ τῶν τσο­λιά­δων.
      Παί­ζα­νε τό­πι.
      Ἡ Τσί­χλα, πά­νου στὸ φούν­τω­μα τοῦ παι­χνι­διοῦ, τί­να­ζε τὸ τό­πι ὅ­σο μπο­ροῦ­σε πι­ό­τε­ρο, νὰ τὸ φτά­σει.
      Τὸ τό­πι κυ­λοῦ­σε κά­του στὴ ρε­μα­τιὰ κι ἡ Τσί­χλα κυ­λοῦ­σε κι ἀ­φτή.
      Ὄ­χι πο­λὺ ψη­λά, μέ­σα στὸ δά­σος τὴν πε­ρι­μέ­να­νε κα­τὰ τὸ με­ση­μέ­ρι, κά­θε μέ­ρα δυ­ὸ ἀν­τάρ­τες. Τοὺς ἔ­δι­νε τὸ μή­νυ­μα γραμ­μέ­νο ἢ στο­μα­τι­κὰ τῆς ἐ­πι­τρο­πῆς καὶ ξα­να­γυρ­νοῦ­σε πί­σω λα­χα­νι­α­σμέ­νη (γιὰ νὰ μὴν ἀρ­γή­σει) μὲ τὸ τό­πι στὰ χέ­ρια!
      Ἀλ­λ’ ἀ­φτὸ τὸ τα­χτι­κὸ χά­σι­μο τῆς Τσί­χλας μέ­σα στὸ δά­σος πο­νή­ρε­ψε τοὺς «ἐ­χθροὺς» ξέ­νους καὶ δι­κούς.
      «Πρέ­πει νὰ ἰ­δοῦ­με τὶ τρέ­χει, μὲ τρό­πο – για­τὶ τὸ μω­ρὸ εἶ­ναι πο­λὺ πο­νη­ρό…».
      Ἀλ­λὰ δὲν χρει­ά­στη­κε τρό­πος. Ὁ πρό­ε­δρος τοῦ χω­ριοῦ, δε­ξὶ χέ­ρι τῶν Να­ζή­δων, ἔ­κα­νε τὴν τε­λε­φταί­α του ὑ­πη­ρε­σί­α «πρὸς τὴν Πα­τρί­δα». Τοὺς πλη­ρο­φό­ρη­σε τὶ συμ­βαί­νει.
      Ὅ­ταν τὴν ἄλ­λη μέ­ρα, πα­ρα­μο­νὴ Χρι­στου­γέν­νων, ἡ Τσί­χλα ξα­νά­κα­νε τὸ «παι­χνί­δι» της, τρέ­ξα­νε πί­σω ἀ­πὸ τὸ τό­πι Να­ζῆ­δες καὶ «δι­κοί», στα­μα­τή­σα­νε τὸ τό­πι, στα­μα­τή­σα­νε κι ἀ­φτή­νε καὶ τὴν ψά­ξα­νε.
      Βρή­κα­νε χω­μέ­νο μέ­σα στὰ μαλ­λιά της ἕ­να χαρ­τά­κι.
      «Ἔ­λα δῶ, που­λά­κι μου, τὴ ρώ­τη­σε ὁ πρό­ε­δρος. Ποι­ός σοῦ τό δω­σε τοῦ­το;»
      «Μό­νη μου τό γρα­ψα.»
      «Καὶ τί ξέ­ρεις ἐ­σὺ ἀ­πὸ τέ­τοι­α πρά­μα­τα;»
      «Ὅ­λοι μας ξέ­ρου­με.»
      «Καὶ τί ἄλ­λο “παι­χνί­δι” ξέ­ρεις;»
      «Ὅ­λα. Καὶ νὰ τρέ­χω. Καὶ νὰ πη­δῶ. Καὶ νὰ τρα­γου­δῶ. Νὰ σκαρ­φα­λώ­νω στὰ δέν­τρα, νὰ καρ­πο­λο­γῶ καὶ νὰ πιά­νω που­λά­κια στὶς φω­λι­ές τους.»
      «Γιὰ σκαρ­φά­λω­σε σ’ ἀ­φτή­νε τὴν ἐ­λιὰ νὰ σὲ ἰ­δοῦ­με;»
      Ἡ Τσί­χλα βρέ­θη­κε σ’ ἕ­να λε­πτὸ πά­νω στὸ δέν­τρο.
      «Ξέ­ρεις, εἶ­πες, νὰ τρα­γου­δᾶς. Γιὰ πές μας κα­νέ­να “σκο­πὸ” ν’ ἀ­κού­σου­με; Ὅ,τι σοῦ ἀ­ρέ­σει.»
      Κ’ ἡ Τσί­χλα μὲ λα­γα­ρὴ παι­δι­ά­στι­κη φω­νὴ κε­λά­η­δη­σε.

      «Μά­βρ’ εἶ­ν’ ἡ νύ­χτα στὰ βου­νά…» (Ἀ­φτὸ τὸ τρα­γού­δι εἴ­τα­νε τό­τες τὸ πιὸ συ­νη­θι­σμέ­νο τρα­γού­δι τῶν σκλα­βω­μέ­νων Ἑλ­λή­νων.)

      Μπαμ!, μπάμ!, μπάμ!…
      Οἱ Γερ­μα­να­ρά­δες κι οἱ τσο­λιά­δες τὴ βά­λα­νε στὸ ση­μά­δι καὶ τὴ σκο­τώ­σα­νε σὰν που­λί. Καὶ τὸ που­λὶ σω­ρι­ά­στη­κε χά­μου, μιᾶς φού­χτας σῶ­μα κι ἀ­πέ­ραν­τη ψυ­χή. Ἡ ψυ­χὴ ὅ­λης τῆς Ἑλ­λά­δας.
      Πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυ­χτα, τὴν ὥ­ρα ποὺ οἱ καμ­πά­νες δι­α­λα­λού­σα­νε τὴ γέν­νη­ση τοῦ «Σω­τῆ­ρος», πέ­σα­νε ξαφ­νι­κὰ στὸ χω­ριὸ οἱ ἀν­τάρ­τες – καὶ να­ζῆ­δες καὶ «δι­κοὶ» κι ὁ πρό­ε­δρος πλη­ρώ­σαν μὲ τὴ ζω­ή τους τὸ ἄ­ναν­τρό τους ἔγ­κλη­μα.
      Κι ὕ­στε­ρα;
      Ὕ­στε­ρ’ ἀ­πὸ ἕ­να χρό­νο ἡ «ἐ­λευ­θε­ρί­α» εἶ­χε κυ­νη­γη­θεῖ στε­ριᾶς καὶ πε­λά­ου ἀ­π’ ὅ­λη τὴν Ἑλ­λά­δα. Ἀλ­λὰ κά­θε Χρι­στού­γεν­να, με­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα, οἱ χα­ρού­με­νοι ἀν­τί­λα­λοι τῆς καμ­πά­νας δὲν μπο­ρ­οῦ­νε νὰ πνί­ξου­νε τὸ θλι­βε­ρὸ κε­λά­­δη­μα τῆς Τσί­χλας καὶ τὸ κλά­μα τῆς Πα­τρί­δας…

Κώστας Βάρναλης

(Έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα 16 Δεκεμβρίου 1974)
Πηγή: Γιὰ τὴν Χι­λι­ά­κρι­βη τὴ Λευ­τε­ριά, Δι­η­γή­μα­τα τῆς Ἀν­τί­στα­σης, Πο­λι­τι­στι­κές καὶ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐκ­δό­σεις, Ἀθήνα, 1961.