Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

Μια εντύπωση

   Έτυχε κάποτε να βρεθώ στην Αίγυπτο για λίγες μέρες , στην Αλεξάνδρεια. Η Αλεξάνδρεια είνε μια πόλη που ή  τη βαρυέσαι απ' τη δεύτερη μέρα, ή τη συνηθίζεις αμέσως και δε θέλεις να φύγεις πια. Εγώ δε μπόρεσα να τη συνηθίσω. Έτσι πολυθόρυβη που είνε, και τόσο πεζή, μούκανε την εντύπωση γυναίκας που μιλεί δυνατά και φορεί πλούσια και φανταχτερά φορέματα.

    Η ανία με είχε κι' όλας κυριέψει , όταν θυμήθηκα τα λόγια του φίλου μου Πορφύρα: " Σαν πας εκεί κάτω πήγαινε να δης τον ποιητή Καβάφη. Είμαι βέβαιος πως αξίζει τον κόπο να κάνει κανείς το ταξείδι αυτό μόνο και μόνο για να τον γνωρίσει". Εζήτησα λοιπόν να με πάνε και να με συστήσουνε.

     Ο Καβάφης δε δέχεται με πολλή ευχαρίστηση τους ξένους, μου είχαν πη, και γι' αυτό επήγαινα με κάποιο φόβο. Ως τόσο μ' εδέχτηκε μ' αρκετή εγκαρδιότητα.Με την ευγενικώτατη φωνή του, στην οποία διακρίνεται καθαρά ένας ξενικός τόνος - Θεός φυλάξοι να του το πης! - με παρακάλεσε να καθήσω σ' ένα χαμηλό κάθισμα που βρισκόταν μπροστά μου, μέσα στο μισοσκότεινο σαλονάκι.

    Ως είμαι απ' το φυσικό μου δειλή μπροστά στους ανθρώπους που πρωτογνωρίζω , εκάθησα και πολύ λίγο του μιλούσα. Αυτό φαίνεται να τον ευχαρίστησε γιατί άρχισε να μου μιλή περσότερο εκείνος και διέταξε σε λίγο τον αράπη του τον Αχμέτ να φέρει wisky και μεζέδες. Σε λίγο συνήθισαν και τα μάτια μου το λίγο φως της κάμαρας και μπόρεσα να τον κυτάξω προσεχτικά καθώς μιλούσε πίνοντας.

   Είνε αδύνατος, χλωμός, με μαλλιά γκρίζα και πυκνά , πολύ πυκνά. Μα εκείνο που σου κρατά την προσοχή σου όλη είνε τα μάτια του, τα δυο παμμέγιστα, παράξενα , αινιγματικά του μάτια. Δυο τέτοια μάτια κανείς μας ποτέ δε θα τα ιδή σ' άλλον άνθρωπο, απλούστατα γιατί δεν είνε μάτια σημερινού ανθρώπου. Είνε μάτια που έρχονται από πολύ μακρυά, από τα βάθη των αιώνων, και κρατούνε μέσα τους το μυστήριο μιας άλλης ζωής άγνωστης σ' εμάς. Η φωνή του, όσο την άκουγα, μου φαινόταν κι' αυτή σα να ερχότανε από μακρυά, και ο ίδιος, καθώς είχε τώρα αποτραβηχτεί σε μια σκοτεινή γωνία και μιλούσε για τέχνη - σε μας ή στον εαυτό του; - έμοιαζε πλάσμα εξωτικό, που ζούσε  σ' άλλη από μας ατμόσφαιρα, που έπρεπε να τ' ακούς και να το βλέπεις από μακρυά, και να μη παραξενευτείς καθόλου αν άξαφνα το δης να χαθεί ολότελα από μπροστά σου και να σωπάσει.

    Η ομιλία του είνε γοητευτική. Τα πιο γνωστά πράγματα ξέρει να στα παρουσιάζει σαν καινούργια, έτσι καθώς τα ντύνει με της τέχνης του την ωραιότητα. Στα πάντα βάζει τη σφραγίδα του, τα δωμάτια, τα έπιπλα, τα παληά αγάλματα, τα σπάνια βάζα, το καθετί που τον τριγυρίζει είνε αρμονισμένο με τη φυσιογνωμία της Τέχνης του. Έτσι κ' η ποιητική του τέχνη είνε τόσο δική του, τόσο Καβαφική, που καταντά αδύνατο να τη μιμηθεί κανείς έστω κι' από μακρυά χωρίς να πέσει στο γελοίο. Γιατί για να γράψεις σαν τον Καβάφη πρέπει να είσαι ο Καβάφης. Αλλοιώς δε γείνεται. Ειν' εύκολο αυτό; Όχι βέβαια. Είνε μάλιστα αδύνατο  κατά τη γνώμη μου, και κάθε προσπάθεια θα ήτανε μάταιη και προσποιητή.

   Ξέροντας πως ζω στην Αθήνα, ο ποιητής μού μίλησε για όλους σχεδόν τους ποιητάς μας. Δείχνει σεβασμό για το έργο του Παλαμά, εκτίμηση για τον Ξενόπουλο που τον γνώρισε κάποτε, ενδιαφέρον για τον Πορφύρα. Προσέχει και ζυγιάζει πολύ τα λόγια του, μη ξέροντας τί φρονεί ο ξένος του, ποιους συμπαθεί και ποιους όχι. Φοβάται μη σε θίξει στο παραμικρό. Είνε ο πιο πολιτισμένος Έλληνας που γνώρισα. Η ειρωνεία - η ρωμέικη ειρωνεία - ή πότε λεπτή, πότε σκληρή, και συχνά χυδαία και βάναυση , είνε για τον Καβάφη τέλεια άγνωστη. Ο Καβάφης δε θα μπορούσε να σταθεί στη σημερινή Ελλάδα, και γι' αυτό κάνει σοφά που μένει μακρυά της. " Το ξέρω πως δεν είνε ωραία εδώ που μένω", μου είπε, " γι΄αυτό ζω, κλεισμένος σ' αυτό το σπήτι, μόνος με τα βιβλία μου. Δεν είμαι όμως ακόμα τέλειος ερημίτης. Σα βραδιάζει μ' αρέσει ν' ακούω την πόρτα μου να χτυπά. Είνε μια αδυναμία που πρέπει να την υπερνικήσω"

    Όταν έφυγα, κατεβαίνοντας τη μαρμαρένια σκάλα του σπιτιού, είπα στον Πάργα που με συνόδευε , και που γύρευε να μάθει τις εντυπώσεις μου. " Δεν ξέρω γιατί, δεν είμαι βέβαιη , αν αυτόν τον άνθρωπο τον άκουσα και τον είδα πραγματικά. Είστε βέβαιος πως μπορούμε να τον ξαναδούμε;" Αυτός γελούσε και μ' εβεβαίωνε πως θα τον ξαναϊδώ. Βγήκαμε έξω. Ο θόρυβος της πολιτείας μού φάνηκε ακόμα πιο ανυπόφορος, και τα ξεφωνητά των αραπάδων αποτρόπαια. Τράβηξα προς το ξενοδοχείο. Και η μορφή του Ποιητή μ' ακολουθούσε.

   Σα βρέθηκα μόνη σκέφθηκα: Βέβαια , όλοι σχεδόν το βλέπουμε, το ξέρουμε, πως η ζωή είνε άσχημη, και όμως τη ζούμε και τρεφόμαστε απ' την ασκήμια της καθημερινά. Αυτός κατάφερε να ξεφύγει απ' τη ρουτίνα της. Εγκαίρως κάρφωσε τα ερευνητικά του μάτια γύρω της και γύρω στον Έρωτα, και σαν τα βρήκε όλα τόσο άσχημα, πολύ φοβήθηκε. Υπερήφανος, δε  δέχτηκε ν' αυτοκτονήσει. Οπλίστηκε με τεράστια θέληση , κλείστηκε μέσα στο σπήτι του, και φρουρός άγρυπνος του εαυτού του , έκανε την Τέχνη του ζωή...
Μυρτιώτισσα





Το κείμενο της Μυρτιώτισσας δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό "Νέα Τέχνη" το 1924,φύλλα Ιουλίου - Οκτωβρίου, του οποίου η έκδοση ήταν αφιερωμένη στον Κ.Π.Καβάφη. Αυτό το αφιέρωμα ανατύπωσε " φωτοστατικά η Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου για την επέτειο των 50 χρόνων από το θάνατο του ποιητή" το 1983
Το αφιέρωμα  αυτό της " Νέας Τέχνης" ήταν το πρώτο που είχε τολμήσει να κάνει περιοδικό την εποχή εκείνη, καθώς το έργο του Καβάφη δεν αντιμετωπιζόταν ευνοϊκά και οφείλεται στην προσπάθεια του Διευθυντή του Μάριου Βαϊανού

Στο κείμενο διατηρήθηκε η ορθογραφία της συγγραφέως 

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

Όποιος δεν θυμάται το παρελθόν, είναι καταδικασμένος να το ξαναζήσει( Santayana)

                    Η μακέτα του Στρατοπέδου Συγκέντρωσης Νταχάου

 ΝΤΑΧΑΟΥ. Το πρώτο Στρατόπεδο Συγκέντρωσης στη Γερμανία που έγινε πρότυπο και μοντέλο ενός νέου θεσμού: του θεσμού των Στρατοπέδων Συγκέντρωσης. Μόνο με την ύπαρξη του αυτός ο θεσμός θα σκόρπιζε τον τρόμο στο λαό, ενώ μέσα στο στρατόπεδο μπορούσαν να αναγκάσουν με πολύ αποτελεσματικό τρόπο τον κάθε αντίπαλο να σιωπήσει.

    Οι άνδρες των Ες-Ες , οι οποίοι στα μετέπειτα χρόνια οδήγησαν εκατομμύρια αθώων ανθρώπων απερίσκεπτα στο θάνατο με δηλητηριώδη αέρια, έμαθαν πρώτα στο Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Νταχάου να θεωρούν τους αντιφρονούντες ως κατώτερους ανθρώπους και να τους μεταχειρίζονται ανάλογα, δηλαδή να τους δολοφονούν. Η υλοποίηση της θεωρίας του Ναζισμού σε αιματοβαμμένη πραγματικότητα άρχισε στο Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Νταχάου.

Ο κάθε άνθρωπος ας χαράξει στη μνήμη του την τελευταία παράκληση των ετοιμοθανάτων κρατουμένων:
" Αν γίνει το θαύμα και βγείτε ζωντανοί από δω μέσα, γράψτε και διηγηθείτε τι μας έκαναν..."


Κτίριο στο Νταχάου

Σχέδιο βασανισμού κρατούμενου

Στη μνήμη των θυμάτων του ναζισμού στο στρατόπεδο Νταχάου για προειδοποίηση των ζώντων από παρόμοια γεγονότα στο μέλλον.( Ημέρα Μνήμης Ολοκαυτώματος)

Οι πληροφορίες από το φυλλάδιο στην ελληνική γλώσσα της Διεθνούς Επιτροπής του  ΝΤΑΧΑΟΥ.




Πολυκατάστημα " Η Ελπίς"


Υπέροχο πολυκατάστημα
με όλα τα φώτα, τα στασίδια, τις ανέσεις
με πωλητές απλούς και με τιτλούχους
υπέροχο πολυκατάστημα
για πλούσιους και φτωχούς
για ενδιαφερόμενους 
κι ενδιαφερόμενους της τελευταίας στιγμής
με τους ορόφους του
έναν για κάθε πίστη
πάντα κλειστό στην έξοδο
με ορθάνοιχτες τις πόρτες του
αφειδώς διαθέτει
απόλυτης υπεραξίας εμπόρευμα
κόστους μηδενικού

ενώ εγώ
τί αγοραστή να περιμένω εγώ
που απέναντι πουλάω
τις εικονίτσες μου λευκές
δωρεάν πανάκριβες
μέσα στο κρύο;




Γιάννης Βαρβέρης, Ο άνθρωπος μόνος, Κέδρος, Αθήνα 2009, 3η έκδοση

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Ἔλα νὰ παίξουμε... Θὰ σοῦ χαρίσω τὴ βασίλισσά μου...*

Από το έργο του Αλφόνσο Ι΄ Εγχειρίδιο σκακιού , 1283
    Σκάκι έμαθα να παίζω στα πρώτα γυμνασιακά μου χρόνια. Δεν με συνάρπαζε μόνο η στρατηγική του παιχνιδιού αλλά και τα πιόνια, οι κινήσεις τους, οι μορφές τους.  Πάνε πολλά χρόνια από τότε που έπαιξα την τελευταία παρτίδα και η σκακιέρα με τα όμορφα πιόνια κλείστηκε , μάλλον για πάντα στο ντουλάπι.
Κατά καιρούς έχω διαβάσει διάφορες ιστορίες για την επινόηση του σκακιού  έως και μυθιστορήματα αλλά ποτέ δεν είχα σκεφτεί ότι μπορεί ένα πιόνι του, η βασίλισσα, να έχει σχέση με τη θέση της γυναίκας και να απεικονίζει τη δύναμη των πραγματικών βασιλισσών και των πλουσίων γυναικών στον Ευρωπαϊκό Μεσαίωνα. 

    Το θέμα αυτό αναπτύσσει διεξοδικά η Marilyn Yalom στη μελέτη - έρευνα με θέμα  " Η γέννηση της βασίλισσας του σκακιού" .
   Βιτρώ με ζευγάρι που παίζει σκάκι , Γαλλία 15ος αι.
    Η συγγραφέας με αφορμή μια "μικρή μορφή από ελεφαντοστό που απεικόνιζε τη Μαντόνα με το βρέφος " που της έδειξε ένας έφορος του Μουσείου  Isabella Stewart Gardner στη Βοστόνη και την οποία αποκάλεσε "βασίλισσα του σκακιού " άρχισε ένα συναρπαστικό ταξίδι σε άγνωστες περιοχές της ιστορίας της μεσαιωνικής Ευρώπης προκειμένου να ανακαλύψει τη γέννηση αυτού του πολύ σημαντικού πιονιού . Ακολουθώντας τα ίχνη του σκακιού μέσα από κείμενα και  χειροτεχνήματα προσπάθησε να αναπλάσει τον πολιτισμό που γέννησε τη βασίλισσα .



   Γράφει η ίδια: 
" Πριν από τη γέννηση της βασίλισσας του σκακιού , δεν υπήρχε καθόλου βασίλισσα στη σκακιέρα. Στην Ινδία, στην Περσία και στις αραβικές χώρες , όπου πρωτοπαίχτηκε το παιχνίδι, όλες οι ανθρώπινες μορφές ήταν αρσενικές[...]
     Μόνο αφότου οι Άραβες κατέλαβαν τη Νότια Ευρώπη τον όγδοο αιώνα και έφεραν το σκάκι μαζί τους εμφανίστηκε η βασίλισσα στη σκακιέρα. Γύρω στο 1000μ.Χ., η βασίλισσα άρχισε να αντικαθιστά τον βεζίρη και περί το 1200 η παρουσία της ήταν αισθητή σε ολόκληρη τη Δυτική Ευρώπη , από την Ιταλία ως τη Νορβηγία[...]


Ο Όθων Δ΄του Βρανδεμβούργου παίζει σκάκι, Γερμανία, 14ος αι.
    Γνωρίζουμε λίγα πράγματα για τη μετάδοση του σκακιού από τον μουσουλμανικό στο χριστιανικό κόσμο και ακόμη λιγότερα για την επινόηση της πρώτης βασίλισσας του σκακιού[...]
     Η βασίλισσα του σκακιού δεν ξεκίνησε ως το ισχυρότερο κομμάτι της σκακιέρας. Στην πραγματικότητα[...] ήταν αρχικά το πιο αδύναμο μέλος της κοινότητάς της, όπου της επιτρεπόταν να κινείται διαγωνίως μόνο ένα τετράγωνο τη φορά.
    Παρ' όλα αυτά, προς τα τέλη του δέκατου πέμπτου αιώνα είχε αποκτήσει ποικιλία κινήσεων άνευ προηγουμένου. Το 1497, όταν η Ισαβέλλα της Καστίλλης βασίλευε  στην Ισπανία και ο Κολόμβος είχε ανακαλύψει περιοχές του Νέου Κόσμου, ένα ισπανικό βιβλίο αναγνώριζε τη βασίλισσα του σκακιού ως το ισχυρότερο κομμάτι της σκακιέρας[...]


Βασίλισσα του σκακιού από την Ισπανία, 12ος αι.
    Στη διάρκεια του ενδέκατου και του δωδέκατου αιώνα, όταν η βασίλισσα του σκακιού απώθησε το βεζίρη από την ευρωπαϊκή σκακιέρα, υπήρξαν αναρίθμητα γεγονότα που ευνοούσαν την ιδέα της γυναικείας δύναμης. Το πρώτο ήταν η ύπαρξη χριστιανών βασιλισσών[...] Η βασίλισσα ήταν, πρωτίστως , η σύζυγος του βασιλιά, η έμπιστη σύντροφός του, συμπαραστάτης του και αφοσιωμένη υπήκοος [...]

Βασίλισσα του σκακιού από τη Σουηδία, 13ος αι.
  Ένα δεύτερο πολιτισμικό γεγονός που συνέπεσε με τη γέννηση της βασίλισσας του σκακιού και ενίσχυσε το θεσμό της γυναικείας βασιλείας ήταν η λατρεία της Παρθένου Μαρίας.[...]



    Μια τρίτη επίδραση ήταν ο άκρατος θαυμασμός της ρομαντικής αγάπης. Η λατρεία μιας όμορφης κυρίας , συχνά της συζύγου κάποιου βασιλιά ή ισχυρού αριστοκράτη, τραγουδήθηκε αρχικά από τους τροβαδούρους στη Νότια Γαλλία και ύστερα εξαπλώθηκε σε όλες τις αυλές της Ευρώπης. Το σκάκι σύντομα συνδέθηκε με την καλή ανατροφή και την " αβρότητα'. Ο ιππότης που ήθελε να θεωρείται  " αβρόφρων" έπρεπε να μπορεί να παίζει καλό σκάκι , και με γυναίκες και με άντρες αντιπάλους. Το παιχνίδι επέτρεπε στα δύο φύλα να συναντιούνται επί ίσοις όροις, και μερικές φορές λειτουργούσε ως προκάλυψη κάποιου ειδυλλίου.[...]


Βασίλισσα του σκακιού από τη Νότια Ιταλία, αρχές 12ου αι.
  Η αλληλεπίδραση των συμβολικών βασιλισσών της σκακιέρας με τις υπαρκτές βασίλισσες των πολυάριθμων βασιλικών αυλών είναι το στημόνι με το οποίο υφαίνεται το βιβλίο..."(από την εισαγωγή)


    Η Marilyn Yalom έχει την ικανότητα να χειρίζεται πολύ επιδέξια το υλικό της έρευνας της και να το παρουσιάζει με μια αφήγηση γοητευτική δημιουργώντας συγχρόνως  παραμυθένια ατμόσφαιρα .



Marilyn Yalom, Η γέννηση της βασίλισσας του σκακιού, Άγρα , Αθήνα 2009, α΄ανατύπωση, μτφρ. Εύη Κλαδούχου

* Ο τίτλος είναι  από το ποίημα "Το σκάκι "του Μανόλη Αναγνωστάκη

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Για το μεροκάματο...

Στους συναδέλφους μου του...δρόμου








Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

Η φιλοξενία


῏Ηταν Γενάρης μῆνας, καρδιὰ τοῦ χειμῶνα. Μέσα στὸ σπίτι ζέστα
καὶ λαμπρή, χοντροκάρβουνη καὶ κουτσουροθρεμμένη φωτιά κι ἔξω
φριχτὸ σκοτάδι κι ἄγριο ἀνεμόβροχο, ποὺ ξερίζωνε δέντρα. Χαρὰ σὲ
κεῖνον, ποὺ ἦταν μέσα, κι ἂς ἦταν καὶ γύφτος, κι ἀλλοίμονο σὲ κεῖνον,
ποὺ ἦταν ἔξω, κι ἂς ἦταν καὶ βασιλιᾶς!

Τὸ σπίτι, ποὺ φέρομε στὴ διήγησί μας, ἦταν τὸ πρωτόσπιτο τοῦ
χωριοῦ. Αὐτὸ δεχόταν τοὺς ξένους κι ἀγνώστους, ἐνῷ τ’ ἄλλα τὰ σπίτια
δεχόταν τοὺς γνώριμους μόνον. Ἕνας γέρος, ὁ γέρο - Δῆμος, ἦταν ὁ ἀρχηγὸς
τοῦ σπιτιοῦ, ὁ νοικοκύρης, κι ἡ Γιώργαινα ἡ νύφη του, ἡ νοικοκυρά.
Πέντε ἀγγόνια του, δύο ἀρσενικὰ καὶ τρία θηλυκά, ἀποτελοῦσαν τὴ
φυτειὰ τοῦ σπιτιοῦ. ῾Ο γυιὸς τοῦ γέρου, ἄντρας τῆς χήρας καὶ πατέρας
τῶν παιδιῶν, εἶχε σκοτωθῆ ἄδικα στὰ Γιάννενα ἀπὸ ἕνα τουρκαρβανίτη,
Χαμὶτ Γκόγκα λεγόμενο, ἀπὸ τὸ Προγονάτι τῆς Λιαπουργιᾶς. Ὕστερα
ἀπὸ τὸ φόνο, ὁ φονιᾶς βγῆκε στὰ 
βουνά.

Ζύγωνε ἡ ὥρα τοῦ δείπνου. Ὁ ὑπηρέτης ἔκλεισε μὲ πάταγο τὴν
αὐλόθυρα, ἀπόλυσε τὰ δυὸ σκυλιὰ ἀπὸ τὶς ἁλυσίδες, ἀνέβηκε τὴ σκάλα
καὶ μπαίνοντας ξεκουμπώθηκε κι εἶπε στὸ γέρο - Δῆμο:
- Κάθισα ὣς αὐτὴ τὴν ὥρα στὸ Μεσοχώρι καὶ δὲ φάνηκε κανένας
ξένος.
- Καλά, παιδί μου, εἶπεν ὁ γέρο - Δῆμος˙ ἀφοῦ δὲν ηὗρες κανένα, ἂς
στρωθῇ τὸ τραπέζι, νὰ δειπνήσουμε, κι ἂν ἔρθῃ κανένας ἀργότερα, ἡ
θύρα μᾶς εἶναι γνωστὴ κι ἀνοίγει εὔκολα.

Στὸ πρόσταγμα τοῦ γέρου μπῆκε ἡ ψυχοπαίδα, κρατῶντας ἕνα μακρὺ
τραπέζι, καὶ τὸ ἀπόθεσε καταγῆς, βάνοντας τὸ κεφαλοτράπεζο πρὸς τὸ
μέρος, ποὺ καθόταν ὁ γέρος. Σὲ λίγο ὅλη ἡ οἰκογένεια, παιδιά, μάννα καὶ
πάππος, δειπνοῦσε.

Δὲν εἶχαν φτάσει ἀκόμη στὴ μέση τοῦ φαγητοῦ, ὅταν τὰ σκυλιὰ
τῆς αὐλῆς, ὁ Κοράκης κι ὁ Τραχήλης, ἄρχισαν ν’ ἀλυχτοῦν καὶ σὲ
λίγο ἀκούστηκε καὶ ποδοβολητὸ ἔξω ἀπὸ τὴν αὐλόπορτα. Τὰ σκυλιά,
ἀκολουθῶντας ἀπὸ μέσα τὸ ποδοβολητὸ κι ἀλυχτῶντας, ἔφτασαν στὴν
αὐλόθυρα, ὅπου εἶχε σταθῆ ἄνθρωπος, κι ἐκεῖ πλέον εἶχαν γίνει θηρία καὶ
τὰ δυὸ κι ἂν δὲν ἦταν τὰ σανίδια τῆς θύρας, θὰ τὸν κατακομμάτιαζαν.
- Ἔβγα στὴν κρεβάτα, προστάζει ὁ γέρος τὸν ὑπηρέτη, καὶ ἰδέ, γιατὶ
ἀλυχτοῦν τὰ σκυλιά... Μοῦ φαίνεται, ὅτι κάποιος ξένος εἶναι ἔξω ἀπὸ
τὴν αὐλόθυρα καὶ δὲν τολμάει νὰ χτυπήσῃ...
Ὁ ὑπηρέτης βγῆκε ἔξω κι ἀμέσως φώναξε.
- Ποιός εἶναι;
Τὰ σκυλιὰ στὸ ἄκουσμα τῆς φωνῆς ἀνταριάστηκαν περισσότερο καὶ
πῶς νὰ μποροῦσαν νὰ τρυπήσουν τὴ θύρα, γιὰ νὰ δείξουν, ὅτι ἐκτελοῦν
τὸ καθῆκόν τους καὶ ὅτι τρῶν τὸ ψωμὶ μὲ τὸ δίκιο.
- Ἄνθρωπος εἶμαι, ἀπολογήθηκε μιὰ φωνὴ τρεμάμενη ἀπὸ τὸ κρύο,
διαβάτης, ἄγνωστος.
- Ποῦθε εἶσαι; ξαναρώτησε ὁ ὑπηρέτης.
- Μακριά, ἀπὸ πολὺ μακριά...
- Τοῦρκος εἶσαι ἢ Ρωμιός;
- Τοῦρκος, ἀπολογήθηκε δειλὰ - δειλὰ ὁ ξένος.
- Νὰ πάρ’ ἡ κατάρα, μουρμούρισε, ὁ ὐπηρέτης˙ τέτοιον καιρὸ καὶ
τέτοια ὥρα νὰ σοῦ τύχῃ καὶ ἀντίχριστος!
Μπαίνοντας μέσα εἶπε περίλυπα στὸ γέρο νοικοκύρη:
- Ἕνας ἀντίχριστος!
- Τί σημαίνει; ἀπολογήθηκε ὁ γέρο - Δῆμος, ἄνθρωπος δὲν εἶναι; Δὲ
ζητάει νὰ μπῇ στὸ σπίτι μας ὡς τοῦρκος ἢ χριστιανός, ἄλλ’ ὡς ἄνθρωπος.
Κατέβα ἀμέσως κάτω καὶ δέσε γιὰ μιὰ στιγμὴ τὰ σκυλιὰ κὶ ἄνοιξέ του
τὴ θύρα, νἀρθῇ ἐπάνω!
Ὁ ὑπηρέτης, θέλοντας καὶ μή, βγῆκε ἔξω καὶ σὲ λίγο ὁ ξένος ἔμπαινε
μέσα.
- Καληώρα σας, εἶπε, μπαίνοντας μέσα, ἐνῷ τὰ σκυλιὰ τῆς αὐλῆς
ἔπνιγαν τὴ φωνή του μὲ τ’ ἀλυχτήματά τους.
- Καλῶς ὥρισες, τοῦ ἀπολογήθηκε ὁ γέρο - Δῆμος καὶ τοῦ ἅπλωσε
τὸ χέρι, γιὰ νὰ τὸν χαιρετήσῃ˙ κάθισε νὰ φᾶμε!
Τὰ σκυλιὰ κόβονταν στὴν αὐλή, ἀλυχτῶντας πρὸς τὴ θύρα τοῦ
σπιτιοῦ κι ὄχι πρὸς τὴν αὐλόθηρα, ὅπως πρὶν νὰ μπῇ μέσα ὁ ξένος.

῾Ο ξένος κρέμασε τὴν κατάβρεκτη κάπα του, ἔβγαλε τὰ μουσκεμένα
τσαρούχια του, ξεζώστηκε τ’ ἀρματωμένο σελάχι του καὶ τὸ ἀπόθεσε,
τίναξε τὴ φουστανέλλα του καὶ κάθισε στὸ πλάγι τοῦ γέρου στὸ τραπέζι
κι ἄρχισε νὰ τρώγη, λέγοντας:
- Καλῶς σᾶς ηὗρα στὸ σπίτι σας, νὰ ζὴσετε, κι ἂν ἔχετε ξενιτεμμένο,
νὰ τὸν καλοδεχθῆτε...
- Καλῶς ὥρισες, τοῦ εἶπε ὁ γέρος˙ νὰ πᾷς καλὰ στὸ σπίτι σου καὶ νὰ
βρῇς καὶ τοὺς δικούς σου καλά.
῾Ο τουρκαρβανίτης ἄρχισε νὰ τρώῃ, σὰ λιμασμένο θεριό, ἀλλὰ καὶ τ’
αὐλόσκυλα περισσότερο ἀλυχτοῦσαν στὴν ἐσωτερικὴ θύρα.
- Μπᾶ, ποὺ νὰ σᾶς μασῇ λύσσα! ξεφώνισε ὁ γέρος.
Κι ὕστερα γυρίζοντας πρὸς τὸν ὑπηρέτη τοῦ εἶπε:
- Τί ἔχουν αὐτὰ τὰ σκυλιὰ ἀπὸψε καὶ κόβονται ἔτσι; αὐτὰ κάνουν σὰ
νὰ μπῆκε λύκος στὸ σπίτι.
Κι ἐπειδὴ ἡ παρομοίωσι μποροῦσε νὰ παρθῇ ἀπὸ τὸν ξένον γιὰ
προσβολὴ, τοῦ εἶπε:
- Μέ συγχωρεῖς, ἀγᾶ μου, δὲν ἐννοῶ τὴν ἀφεντιά σου... ὁ λόγος τὸ
ἔφερε.
Ὕστερα βγῆκε στὴν κρεβάτα κι ἀπὸ τὸν ἐξώστη μάλωσε τὰ σκυλιά,
γιὰ νὰ σωπάσουν.
Ἀλλὰ ποῦ ν’ ἀκούσουν τὰ σκυλιά!
Τότε ὁ γέρος κατέβηκε στὴν αὐλὴ μ’ ἕνα ραβδὶ καὶ τὰ κτύπησε καὶ τὰ
ἔδιωξε ἀπὸ τὴ θύρα, κι ἔτσι ἔπαψαν ν’ ἀλυχτοῦν στὴν ἐσωτερικὴ θύρα,
ἀλλὰ κι ἐκεῖ ποὺ πῆγαν, στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς αὐλῆς ὅλο γκρίνιαζαν.

Δὲ χρειάστηκε νὰ βάλουν ἢ νὰ ἑτοιμάσουν ἄλλο φαγητό· ὅ,τι ἦταν
στὸ τραπέζι, γιὰ νὰ φάῃ ἡ οἰκογένεια, ἔφταξε καὶ παράφταξε. Ὕστερα
ἀπὸ τὸ φαγητὸ ἡ ψυχοπαίδα σήκωσε τὸ τραπέζι, ὁ ὑπηρέτης σκούπισε
καὶ ἡ νοικοκυρὰ καληνύχτησε καὶ τραβήχτηκε μὲ τὰ παιδιά της στὸ
δωμάτιό της, κι ἔμειναν γιὰ μιὰ στιγμὴ ὁ γέρος μὲ τὸν ξένο μονάχοι.
Ὁ ξένος εἶπε στὸ γέρο:
- ῎Ηθελα νὰ μείνωμε μόνοι... Ἔχω νὰ σοῦ ξεμυστηρευτῶ...
Ἀκούοντας αὐτὰ ὁ γερονοικοκύρης φώναξε, γιὰ νὰ τὸν ἀκούσουν ὁ
ὑπηρέτης καὶ ἡ ψυχοπαίδα, ποὺ ἦσαν στὴν κρεβάτα;
- Νὰ μὴ μπῇ κανένας μέσα, χωρὶς νὰ πάρῃ ἄδεια.
Ὕστερα γύρισε πρὸς τὸν ξένο καὶ τοῦ εἶπε:
- Τώρα πές μου τὸ μυστικό σου.
- Εἶμαι, ποὺ λές, κακὸς ἄνθρωπος...
- . . . . . . . . . . . . .
- Εἶμαι φονιᾶς!... εἶμαι λῃστής!
- Φονιᾶς καὶ λῃστής; Ἂς εἶσαι ὅ,τι κι ἂν εἶσαι! ῾Η σκέπη τοῦ σπιτιοῦ
μου εἶναι μικρὸς οὐρανός˙ σκεπάζει καὶ καλοὺς καὶ κακούς.
- Μὲ κυνηγοῦν οἱ παγάνες...
- Ἂς σὲ κυνηγοῦν...
- Πολέμησα τρεῖς ὧρες... Μὲ εἶχαν περικυκλωμένο ἀπὸ τρεῖς μεριὲς
ὁ στρατὸς κι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τὸ ποτάμι, ὁ Καλαμᾶς. Τί νὰ κάμω;
ἐμπρὸς βαθὺ καὶ πίσω ρέμμα. Τὸ ἀδιάβατο καὶ θολὸ ποτάμι, ποὺ κυλοῦσε
τ’ ἄγρια νερά του μ’ ἕνα φοβερὸ βουητό, μοῦ φάνηκε σπλαχνικώτερο
καὶ ἡμερώτερο ἀπὸ τ’ ἄγρια πρόσωπα τῶν στρατιωτῶν, ποὺ ἤθελαν
νὰ μοῦ ἁρπάξουν τὴ ζωή. Πῶς νὰ γλυτώσω; Κλείω τὰ μάτια μου, καὶ
ρίχνομαι μέσα στὸ ποτάμι. Ἀλλὰ γιὰ τὴν καλή μου τύχη κρατὴθηκα
στὴ διχαλωσιὰ ἑνὸς πλατάνου. Ὁ πλάτανος αὐτὸς εἶχε τὸν κορμό του
κούφιο καὶ στὴ στιγμὴ χώνομαι μέσα στὴν κουφάλα. Οἱ στρατιῶτες,
ποὺ μὲ κυνηγοῦσαν, νόμισαν πὼς ἔπεσα ἀληθινὰ στὸ ποτάμι. Ἔμεινα
ὅλη τὴν ἡμέρα στὴν κουφάλα. Ἅμα νύχτωσε, βγῆκα ἔξω καὶ τράβηξα σ’
ἕνα μαντρί. Πρωῒ - πρωῒ ἔφυγα, λημέριασα σ’ ἕνα σύδενδρο καὶ κατὰ τὸ
δειλινὸ τράβηξα γιὰ δῶ, γιὰ νὰ φάω, νὰ πάρω λίγο ψωμὶ μαζί μου καὶ
νὰ φύγω. Δὲν μπορῶ να μείνω πολύ, γιὰ τὸ δικό σου τὸ καλὸ καὶ γιὰ τὸ
δικό μου. Τώρα διάταξε νὰ μοῦ δώσουν ψωμί, νὰ φύγω...

᾽Εκείνη τὴ στιγμὴ ἀνταριάστηκαν τὰ σκυλιὰ στὴν αὐλὴ κι’ ὅλα τὰ
σκυλιὰ τοῦ χωριοῦ, καὶ σὲ λίγο τὸ Μεσοχώρι ἀντήχησε ἀπὸ ποδοβολητὰ
καβαλαραίων στρατιωτῶν.
- Ἡ παγάνα! φώναξε ὁ ξένος. Ἂν εἶσαι χριστιανὸς καὶ πιστεύῃς Θεό,
μὴ μὲ προδώσῃς! Στὸ Θεὸ καὶ στὰ χέρια σου! Σὲ τοῦτον τὸν κόσμο σοῦ
παραδίδω τὸ κορμί μου καὶ στὸν ἄλλον 
θὰ σοῦ τὸ ζητήσω.
- Μὴ φοβᾶσαι, ἀγᾶ μου! εἶπε ὁ γέρος. Ὅσο ποὺ βρίσκεσαι κάτω ἀπὸ
τὴ στέγη τοῦ σπιτιοῦ μου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σὲ ὑπερασπιστῶ καὶ
νὰ σὲ φυλάξω. Προτιμῶ νὰ κινδυνέψω μαζί σου, παρὰ νὰ σὲ παραδώσω.
Τὰ σκυλιὰ τοῦ χωριοῦ καὶ τοῦ σπιτιοῦ κόβονταν στ’ ἀλυχτήματα, κι οἱ
τοῦρκοι στρατιῶτες φώναζαν στὴν ἐξώθηρα. Τὸ σπίτι ἀναστατώθηκε.

Ὁ γέρος λέει στὸν ὑπηρέτη φωναχτά:
- Κατέβα κάτω, πιάσε τὰ σκυλιὰ, κι ἄνοιξε τὶς θύρες, νὰ δοῦμε τί
θέλουν οἱ βασιλικοὶ οἱ ἄνθρωποι!
Ἀλλὰ τοῦ λέει κρυφά:
- Νὰ μὴ φανερώσῃς μὲ κανένα τρόπο, ὅτι ὑπάρχει ξένος ἅνθρωπος
στὸ σπίτι.
Στὸ τέλος γιὰ νὰ ἐξασφαλιστῇ πλειότερο τοῦ λέει:
- Δὲν εἶναι τοῦρκος! Ψέμματα μᾶς τὸ εἶπε. Εἶναι χριστιανὸς σὰν κι
ἐμᾶς... βαφτισμένος... Ἀκοῦς; Χριστιανός!

᾽Ενῷ ὁ ὑπηρέτης κατέβαινε στὴν αὐλὴ νὰ πιάσῃ τὰ σκυλιὰ καὶ ν’
ἀνοίξῃ τὶς θύρες, ὁ γέρος μὲ τὴ νύφη του ἀνέβασαν τὸν λῃστὴ μέσα στὸν
καπνοδόχο μὲ ὅλα τὰ πράγματά του. Ὁ καπνοδόχος ἦταν πλατὺς κι εἶχε
καὶ σκαλοπάτια καὶ καθίστρα. Πρὶν ν’ ἀνεβοῦν οἱ στρατιῶτες ἐπάνω,
ὁ γέρος εἶχε λάβει ὅλα τὰ μέτρα, ὥστε νὰ μὴ προδοθῇ ἡ κρυψώνα τοῦ
ξένου του.

Μπαίνοντας ἔπειτα στὸ σπίτι ὁ ἀξιωματικὸς τῆς παγάνας εἶπε στὸ
νοικοκύρη:
- Γέρο! γρήγορα νὰ μοῦ παραδώσῃς τὸν Χαμὶτ Γκόγκα, τὸν λῃστή,
ποὺ ἦρθε στὸ σπίτι σου ἀπόψε, ἂν θέλῃς νὰ μὴν πάθῃς.
Ἀστραπὴ τοῦ ἦρθε τοῦ γέρου, ὅταν ἄκουσε τὸ μισητὸ ὄνομα τοῦ
Χαμὶτ Γκόγκα, τοῦ φονιᾶ τοῦ γυιοῦ του, ποὺ τὸν εἶχε κρυμμένο στὸν
καπνοδόχο. Μεγάλος πόλεμος πιάστηκε ἐκείνη τὴ στιγμὴ μέσα στὴν
καρδιά του μεταξὺ τῆς ἔχθρας καὶ τῆς φιλοξενίας.
- Γιατί δὲν ἀπολογιέσαι, ὠρὲ γέρο; ρώτησε ὁ ἀξιωματικὸς τὸν γέρο
- Δῆμο.
- Καὶ τί ἀπολογία θέλεις νὰ σοῦ δώσω σ’ αὐτό, ποὺ μὲ ρωτᾷς; τοῦ
ἀπάντησε ὁ γέρος μὲ ἀθυμία. Δὲν ξέρεις, ὅτι ὁ χαμὶτ Γκόγκας εἶναι ὁ
φονιᾶς τοῦ παιδιοῦ μου; Εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἔκανε τὴ νύφη μου χήρα, τ’
ἀγγόνια μου ὀρφανὰ καὶ ἐμένα χωρὶς παιδί;
Τόσο τὸν εἶχε πλημμυρίσει ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὸ αἴσθημα τῆς
ἔχρας, ὥστε λίγο ἔλειψε νὰ τοῦ εἰπῇ: «Ἔλα νὰ σοῦ τὸν παραδώσω τὸν
ἀντίχριστο!» Ἀλλὰ βαστάχτηκε.
- Καὶ ὅμως ἕνας καταδότης τὸν πῆρε στὸ κοντὸ καὶ τὸν ἔφερε ὢς τὸ
σπίτι σου! Δὲν εἶναι μιὰ ὥρα... εἶπε ὁ ἀξιωματικός.
- Ἀλήθεια, ἐδῶ καὶ μιὰν ὥρα ἕνας ἄνθρωπος χτύπησε τὴ θύρα μου
κὶ ἡ θύρα μου ἄνοιξε, ὅπως ἀνοίγει σὲ κάθε ἄνθρωπο, ποὺ τὴ κτυπήσῃ
ζητῶντας φιλοξενία. Νὰ μὴ μοῦ τὸ χρωστάῃ ὁ Θεὸς νὰ κλείσω τὴ θύρα
μου σὲ κεῖνον, ποὺ μοῦ ζητήσῃ ψωμί, νερὸ ἢ στέγη! Τώρα μοῦ λέτε σεῖς,
ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ὁ ἐχθρός μου, ὁ φονιᾶς τοῦ παιδιοῦ μου, ὁ
Χαμὶτ Γκόγκας! Ποῦ νὰ τὸ ἤξερα ἐγώ;
- Ποὖναί τος, λοιπόν, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος;
- Κάθισε στὸ τραπέζι μας, ἔφαγε, ἔπιε, μᾶς εὐχήθηκε καλὸ ξημέρωμα...
κι ἔφυγε!...

Ἵδρωσεν ὁ γέρος, ὡς ποὺ νὰ βγάλῃ τὴν τελευταία λέξι ἀπὸ τὸ στόμα
του.
Δάγκασε τὰ χείλη του ὁ ἀξιωματικὸς ἀκούοντας τὴν τελευταία
λέξι ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ γέρου, ποὺ μάθαινε ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὅτι ἦταν
ὁ ἄσπονδος ἐχθρὸς τοῦ ληστοῦ, ποὺ κυνηγοῦσε, κι ἤλπιζε πιάνοντάς
τον ζωντανὸ ἢ φονεύοντάς τον νὰ προαχθῇ. Δὲν εἶχε κανένα λόγο νὰ
μὴ πιστέψῃ τὰ λόγια τοῦ γέρου, πρῶτα γιατὶ ὁ Χαμὶτ Γκόγκα ἦταν
τοῦρκος κι ὁ γέρος χριστιανὸς καὶ δεύτερο, τὸ καὶ μεγαλύτερο, ποὺ τόση
μεγάλη ἔχθρα βασίλευε ἀνάμεσά τους. Τέλος περιωρίστηκε νὰ ρωτήσῃ:
- Καταλάβατε κατὰ ποῦ ἔκανε τοὐλάχιστο;
- Αὐτὸ ὁ ὑπηρέτης μπορεῖ νὰ τὸ κατάλαβε κατὰ ποῦ ἔκαμε.
Ρωτοῦν τὸν ὑπηρέτη, κι αὐτὸς ρυθμίζοντας τὴν διαγωγή του πρὸς
τὴν διαγωγὴ τοῦ ἀφεντικοῦ του ἀποκρίθηκε μὲ φυσικὴ ἀπάθεια:
- ῎Εκαμε τὸν κατήφορο κατὰ τὸν ποταμό.
- ῎Εχει πολλὴ ὥρα;
- Ὅση εἶναι ἀπὸ τὴν στιγμή, ποὺ ἤρθατε σεῖς, πρόλαβε ν’ ἀπαντήτῃ
ὁ γέρος.
Ὁ ἀξιωματικὸς νομίζοντας ὅτι βρίσκεται ἀκόμα πολὺ κοντὰ ὁ
καταζητούμενος του, καβαλλίκεψε καὶ τράβηξε τὸν κατήφορο κατὰ τὸν
ποταμό, σέρνοντας μαζί του ὅλους τοὺς στρατιῶτές του.

Φεύγοντας οἱ τοῦρκοι, γυρίζει ὁ ὑπηρέτης καὶ λέγει τοῦ γέρου:
- Καὶ τώρα, ἀφεντικό, τί λογιῶν ξεμπέρδεμα θὰ κάμωμε τοῦ
ἀντίχριστου, ποὺ ἔχουμε μέσα στὸ σπίτι μας;
- Θὰ σοῦ εῖπῶ. Τὸ μόνο μου ὄνειρο, κι ἠ μόνη μου εὐχαρίστησι ἦταν
νὰ τὸν βρῶ σὲ καμμιὰ μεριὰ καὶ νὰ μοῦ εἰποῦν: Αὐτὸς εἶναι ὁ φονιᾶς τοῦ
παιδιοῦ σου, ὁ Χαμὶτ Γκόγκας! Καὶ νὰ χυθῶ ἀπάνω του, ἀλλὰ τώρα...
ἦρθαν ἀνάποδα τὰ πράγματα. Ὁ ἐχθρός μου ὁ ἄσπονδος ἔχει προστάτη
τὸ σπίτι μου! Κάθισε στὸ τραπέζι μου, ἔφαγε τὸ ψωμί μου, ἔπιε τὸ νερό
μου, ἄκουσε τὶς εὐχές μου, κι ἄκουσα τὶς δικές του... Τί νὰ τοῦ κάμω; Ἂς
τὸ βρῇ ἀπὸ τὸν Θεὸ κι ὄχι ἀπὸ μένα.
- Κι ὡς πότε θὰ τὸν φυλᾶμε μέσα ἐδῶ;
- Ἄκουσε. ᾽Εγὼ πηγαίνω μὲ τὴ νύφη μου στὸ δωμάτιο, ποὺ
κοιμοῦνται τὰ παιδιά, γιὰ νὰ μὴ συναντηθῶ μ’ αὐτὸν κι ἀνάψῃ ἡ ἔχθρα,
τὸ μῖσος στὴν καρδιά μου καὶ κάμω ὅ,τι δέν πρέπει νὰ κάμω, καὶ σὺ πή-
γαινε στὴν τραπεζαρία, κατέβασέ τον ἀπὸ τὸν καπνοδόχο, ποὺ τὸν ἔχω
κρυμμένο, καὶ βγάλε τον ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό, δεῖξέ του τὸ δρόμο, ποὺ εἶχαν
πάρει οἱ στρατιῶτες, κι αὐτὸς ὅποιον δρόμο θελήσῃ ἂς πιάσῃ.
Ὁ ὑπηρέτης τράβηξε γιὰ τὴν τραπεζαρία, μὰ ὁ γέρος κάτι εἶχε
λησμονήσει ἀκόμα, κι ἔκραξε τὸν ὑπηρέτη:
- Γιὰ νὰ σοῦ εἶπῶ. Βάλε του κι ἕνα μεγάλο κομμάτι ψωμὶ στὸ
σακκούλι.
Καὶ λέγοντας αὐτὰ ἔπιασε τὴν νύφη του ἀπὸ τὸ χέρι καὶ πῆγαν κι
οἱ δυὸ μαζὶ στὸ δωμάτιο, ποὺ κοιμῶνταν τὰ ὀρφανά, γιὰ νὰ μὴν ἰδοῦν νὰ
περνάῃ ὁ φονιᾶς τοῦ πατέρα τους, τοῦ ἀνδρός της καὶ τοῦ μοναχογυιοῦ
του!

«Πινακοθήκη» Χρῖστος Χριστοβασίλης

Πηγή

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Αγάπησα έναν γλάρο...(μνήμη Μενέλαου Λουντέμη)


    Αυτό ήταν το μικρό τρυφερό παραμύθι του μόνου της ωραίου έρωτα. Και τόλεγε με μεγάλα νεανικά μάτια μεθυσμένα απ΄το ωραίο κρασί που το κερνά με περίσσια απλοχεριά η ζωή σε μια δική της πελατεία, που τη διαλέγει η ίδια. 

    Ήταν ένα νέο κορίτσι, μια χαρούμενη νεοφώτιστη σε μια θρησκεία που την πιστεύουν μόνο τα κόκκινα στόματα. Μια θρησκεία που τη γράφουν κάτι παράξενοι 
" Ευαγγελιστές", που περνούν απ΄τη ζωή μας σα μικροί επίγειοι θεοί, και χάνονται αγνοημένοι μέσα στη βουερή ματαιότητα του κόσμου, που τους λένε  π ο ι η τ έ ς και δεν τους αγαπούν διόλου.

     Αγάπησα ένα γλάρο...
     Τι ωραία που ήταν τότε που τον γνώρισε κείνο το γλάρο!...
      Και πόσο ήταν όμορφος ο κόσμος! Πόσο ήταν όμορφος ο γλάρος κι ο γιαλός!

     Ήταν ντυμένος στα κάτασπρα - μα και τι δεν ήταν κάτασπρο κείνο το καλοκαίρι; Οι στέγες, οι αφροί, οι καβοκολόνες, το καράβι που είχε αράξει στο λιμάνι ( το καράβι που έφερε το " γλάρο").

     Να κάθεσαι ξενούλα στο νησί και να μην περιμένεις κανέναν. Να γεννηθείς για την αγάπη κι η αγάπη να μην έρχεται. Μα νάρχεται ένας γλάρος και νάναι αυτός η αγάπη κι εσύ να μην το ξέρεις . Να κάθεσαι εκεί στην ερημιά του μακρυνού κάβου και να βλέπεις το ξενικό καράβι καθώς είναι φουνταρισμένο παράμερα στ' ανοιχτά, και να μην υποψιάζασαι ότι το καράβι αυτό έφερε κ ε ί ν ο που περίμενες...

     Σε μια στιγμή μια μικρή βάρκα, άσπρη σαν το καράβι, ξεπλεύρισε κι ένας με τάσπρα έλαμνε κατακεί. Ήταν σαν κάτασπρος γλάρος. Φαίνεται πως θα την έβλεπε από ώρα με τα κυάλια. Ήταν ένας ηλιοψημένος θαλασσολάτης με ψηλή κορμοστασιά που τραβούσε ξεκούραστα το κουπί, ξεκούραστα σα νάπαιζε. Ήρθε  κι άραξε μια πιθαμή μακρυά απ΄τα πόδια της κι είπε "καλησπέρα".

    Κείνη τον κύτταξε με σαστισμένα μάτια κι έκανε να φύγει μα δε μπόρεσε.
- Καλησπέρα...είπε πάλι κείνος.
  " Φύγετε" είπαν ανήσυχα τα μάτια της - μα δεν ήθελε.
   Κείνος έστρωσε με τα δάχτυλα τα μαλλιά του.
- Καλησπέρα....είπε ξανά. Ω, μα αυτός δεν είναι γλάρος, είναι π α π α γ ά λ ο ς ! σκέφτηκε μέσα της τρομαγμένη. Κι έκανε πάλι να φύγει - και πάλι δεν μπόρεσε.
   Μα δεν ήταν παπαγάλος, γιατί ξανάνοιξε το στόμα του, και τώρα είπε άλλη λέξη:
- Θέλετε να σας πάω στ΄αντικρυνό νησάκι;
  Κείνη γύρισε το κεφάλι της κατά τη στεριά σα να μπορούσε νάταν το νησάκι στεριανό.
- Θέλετε λοιπόν;
   Τότε πια δε βάστηξε. Του μίλησε.
- Πώς παίρνετε το θάρρος;
  Έκανε πως δεν πρόσεξε το θυμό της.
- Είναι απάνω του ένα ωραίο δεντράκι. Είναι τόσος καιρός που δεν έχω δει δέντρο...
- Ποιος σας εμποδίζει; Να πάτε...
 - Είναι τόσο όμορφο το δέντρο...που δεν κάνει να το βλέπει κανείς μόνος του. Έπειτα...είναι ένα δέντρο του δικού σας τόπου, και θα δυσκολευτώ ναπιάσω γνωριμιά μαζί του.
  Δεν του απάντησε. Στάθηκε και τον κυττούσε τώρα ήμερα με μαλακό μετανιωμένο βλέμμα.
- Είστε ξένος;
  Τα μάτια του γέμισαν φως. Άπλωσε το χέρι του κι έδειξε τη θάλασσα. Κάτω απ΄το φως το νύχι του απλωμένου δάχτυλου άστραφτε σα μαργαριτάρι.
- Μ' έφερε κείνο...
  Το βαπόρι λεύκαζε κάτω απ΄τον άπλετο ήλιο.
- Θέλετε;...τη ρωτά τώρα πιο γλυκά.
  Μέσα στα μάτια του κοριτσιού πάλευαν ακόμη κάτι υγρές αμφιβολίες.
- Καλά...

    Κάτω από ένα φαλακρό βράχο μιλήσανε για τις πατρίδες τους. Η δική της ήταν η μεγάλη πολιτεία της Αττικής...Κι η δική του μια άλλη μεγάλη πολιτεία στα μάκρη του κόσμου. Μα - τι παράδοξο!- ήταν κι αυτός οπαδός κείνης της θρησκείας. Θέλανε πολύ κι οι δυο να μιλήσουν για κείνη τη θρησκεία, μα δεν ξαίρανε τη γλώσσα της γιατί αυτή η θρησκεία έχει μια παράξενη δική της γλώσσα. Βάζει τους πιστούς της και μιλούνε με τα μάτια, με τα μάγουλα και με κάτι ματσάκια λουλούδια. Πού όμως να βρεθούνε σε κείνον τον ξερότοπο τα ματσάκια; Καθόντουσαν αμίλητοι κι ήσαν πολύ λυπημένοι που ο τόπος ήταν στεγνός και δεν φύτρωναν τέτοια λόγια. Μάταια έψαχναν τα μάτια τους ν' ανακαλύψουν καμμιά ερωτική γλωσσίτσα(καμμιά ανεμώνα, κάνα φτωχολούλουδο, κανένα θυμαράκι). Τίποτα.

     Μα - άμα το βάλει πείσμα κείνη η θρησκεία!- ξαφνικά τα μάτια του κοριτσιού νά σου και ξετρυπώνουν σε μια βραχοσκισμή μια τουφίτσα πρασινάδα.
- Κυττάξτε!
  Ένα ζευγάρι ζυγά μάτια κόλλησαν πάνω στο σεμνό φυτό μ΄έκσταση...
  Μα ήταν τόσο ψηλά! ( Ω! τι ήταν αυτό για ένα γλάρο;)
- Να σας το κόψω;
- Αχ, ναι...
*
...Χειμώνιασε. Όχι ο καιρός. Χειμώνιασε ο κόσμος. Μπόρες σκέπασαν τ΄αμέριμνα κεφάλια των ανθρώπων, τρικυμίες βρυχήθηκαν μέσα στα στέρνα τους. Το κάτασπρο καράβι σηκώθηκε ένα πρωινό κι έφυγε ξελογιασμένο. Το "γλάρο" που αντιστάθηκε τον πήραν δεμένο. Τι έτρεξε; Α...Ό,τι τρέχει κάθε τόσο. Κάτι άνθρωποι άπονοι, στεγνοί, από κείνους που δεν πιστεύουν ποτέ σε κείνη τη θρησκεία, αρπάζουν από τα χέρια των πιστών τα λουλούδια, τους βάζουν χατζάρια και τους στέλνουν να γεμίσουνε τον κόσμο αίματα.

   Να ένας τέτοιος αιματηρός χειμώνας ξεκίνησε καπνανταριασμένος από έναν αγριωπό τόπο κι απλώθηκε και σκέπασε τη σφαίρα. Και σκέπασε και τούτο το κάτασπρο νησί και πήρε απ΄το στόμα των ανθρώπων του το ψωμί και το γέλιο. Κείνοι οι άνθρωποι του αγριωπού τόπου ήταν αχόρταστοι. Θερίσανε, φάγανε, αλέσανε, πιλατέψανε όλες τις φυλές, κατάπιανε ολόκληρη τη σφαίρα και πάλι αχόρταστοι απόμεναν. Το νησί, το λίγο προσφάι και τα λιγοστά πλεούμενα που είχε, τάδωκε χαράτσι και κατόπι ξαπλώθηκε να παθάνει. Ξαπλώθηκε να πεθάνει ο μαλακός και θεοσεβούμενος κόσμος του, οι νιοί του κι οι νιές του. Ξαπλώθηκε να πεθάνει και το ξενικό κορίτσι το αποκλεισμένο.

    Τα μάτια των ανθρώπων χώθηκαν μες στις λακούβες τους κι άλλο δεν έβλεπαν παρά το χάρο.

    Α! πόσο είχε μείνει μακρυά το λευκό καλοκαίρι...Τώρα βοριάδες φυσάνε πάνου απ΄τα νεκρά σπίτια, τώρα σίφουνες σαρώνουνε τους πεντάρφανους δρόμους. Τώρα οι χάροι μπαινοβγαίνουν απ΄τις ορθάνοιχτες πόρτες και τα παράθυρα και θερίζουνε δεξια-ζερβά χωρίς να λογιάζουνε και να μετράνε.

     Πίσω από ένα βουρκωμένο τζάμι, εκεί κάτου στο ακρωτήρι, σε μια αδειανή κάμαρα ένα ανάλαφρο κορμί αδειάζει απ΄τη ζωή του. Μ ό ν ο. Η ερημιά, ο τρόμος, η πείνα...Κι ένας γλάρος που δε θαρχότανε πριν απ΄το θάνατο. Μέρες τώρα ήταν παραδομένη στο γλυκό μισοΰπνι του θανάτου.

   ....Ένα πρωινό , πάνω στη στέγη έγινε ένας μικρός φτερωτός πόλεμος.

      Ένα νηστικό πουλί ανέβηκε απ΄τη θάλασσα για να κουρσέψει το μικρό νοικοκυριό του σπουργιτιού της στέγης: κάτι λιγοστούς σπόρους, κάτι σπειράκια φακή. Πάλαιψε απελπισμένα, δε λιγοκάρδισε. Με το σαματά το μικρό πουλίσιο κελάρι αναποδογύρισε κι οι σπόροι χύθηκαν. Μα κάτου απ΄τη φωληά ήταν η παλάμη του κοριτσιού και τα σπειριά χύθηκαν μέσα ( δώρα ενός καθυστερημένου Θεού. Το κορίτσι από μέρες τώρα δεν είχε ανάγκη από τίποτα...)

     Τώρα απ΄την τρυπίτσα της στέγης που τη δημιούργησε μια λεηλασία κι ένας μικρός θάνατος, ο ουρανός ραντίζει τη μικρή κάμαρα. Ποτίζει το νεκρό κοριτσίσιο ανθό και τους σπόρους της φούχτας του.
                        ................................................

    Μια μέρα με ήλιο, όταν σταμάτησαν πια οι καπνοί κι άνοιξαν οι δρόμοι, ο άσπρος αγαπημένος "γλάρος" πήγε κι ακούμπησε πάνω στο πρεβάζι. Μέσα στο μικρό δώμα κοίτονταν τα τελευταία ψίχουλα απ΄ό,τι κάποτε είχε τόσο πολύ αγαπήσει. Μα μέσα στη στάχτη της ωραίας άλλοτε φλόγας έθαλλε μια μικρή ζωή, λίγη φτωχική χλόη μέσα στη φούχτα του κοριτσιού, μικρό ανθισμένο κηπάκι.

     Κείνη τη στιγμή ένα ζευγάρι σκουλήκια σταμάτησε κάτω απ΄το βράχο του κοριτσίσιου χεριού. Ήταν κι αυτό το ζευγάρι φλομωμένο από κείνη τη θρησκεία. Έμενε με κομπιασμένη μιλιά, γιατί αυτή η θρησκεία μιλάει με τα μάτια, με κάτι ματσάκια. Μα πού να βρεθούνε σ΄αυτό το κοιμητήρι τέτοιες "γλώσσες"; Όμως άμα το βάλει πείσμα κείνη η θρησκεία ! - μέσα απ΄τα κοριτσίσια δάχτυλα - απ΄τη μικρή βραχοσκισμή - φάνηκε η μικρή τουφίτσα της ανθισμένης φακής.
- Κυττάξτε!
   Ήταν λίγο ψηλά...(ω! για έναν εραστή!)
- Να σας το κόψω; 
- Αχ...ναι!

  Μενέλαος Λουντέμης , Βουρκωμένες Μέρες(Διηγήματα), Δωρικός , Αθήνα 1977 , 9η έκδοση


  


Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

πού στο καλό βρέθηκε αυτό το πλοίο;

 
  " Διαβάζοντας τον Ηρόδοτο, ανακάλυπτα σταδιακά σε αυτόν μια αδελφή ψυχή. Τι τον παρακινούσε; Τι τον ωθούσε στη δράση; Τι τον παρότρυνε να αναλαμβάνει τους κόπους του ταξιδιού, να ρισκάρει τις αλλεπάλληλες περιοδείες; Πιστεύω ότι ήταν το ενδιαφέρον του για τον κόσμο. Ο πόθος, να βρεθεί  ε κ ε ί , πάση θυσία να τ ο ν δει με τα ίδια του τα μάτια, οπωσδήποτε να τ ο ν ζήσει.

     Κατά βάθος πρόκειται για ένα πάθος που εκδηλώνεται σπάνια. Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του ένα ον που δένεται με τον τόπο` από τότε που μπόρεσε να ασχοληθεί με τη γεωργία και να αφήσει πίσω του την επικίνδυνη και φτωχική ζωή του συλλέκτη ή του κυνηγού, έκατσε ευτυχισμένος  στο κομματάκι της γης του , το περιέφραξε από τους άλλους με τοίχο ή σύνορο, έτοιμος να χύσει το αίμα του γι΄αυτό το δικό του μέρος , να δώσει ακόμα και τη ζωή του. Εάν έφευγε από αυτό, το έκανε υπό το κράτος της βίας, κυνηγημένος από την πείνα, το λοιμό ή τον πόλεμο , ή για καθαρά επαγγελματικούς λόγους, για να εξασφαλίσει καλύτερη δουλειά ή να εργαστεί ως ναυτικός, πλανόδιος έμπορος, οδηγός καραβανιών. Αλλά να γυρίζει χρόνια ολόκληρα τον κόσμο με τη δική του αβίαστη θέληση να τον γνωρίσει, να εμβαθύνει σ΄αυτόν, να τον κατανοήσει; Τέτοιοι άνθρωποι ήταν πάντα λίγοι.

    Αλλά από πού άντλησε ο Ηρόδοτος ένα τέτοιο πάθος; Ίσως από το ερώτημα που γεννήθηκε στο παιδικό του μυαλό - πού στο καλό βρέθηκε αυτό το πλοίο; Γιατί τα παιδιά, καθώς παίζουν με την άμμο στην ακροθαλασσιά, βλέπουν μακριά, στη γραμμή του ορίζοντα, να προβάλει έξαφνα ένα πλοίο που, καθώς πλησιάζει στη στεριά, γίνεται ολοένα και μεγαλύτερο. Αλλά από πού αυτό ξεφύτρωσε; Αναμφίβολα , τα περισσότερα παιδιά δεν θέτουν στον εαυτό τους τέτοια ερωτήματα. Και να, που ξαφνικά ένα από αυτά, καθώς φτιάχνει σπιτάκια στην άμμο, μπορεί να αναρωτηθεί: από πού ήρθε αυτό το πλοίο; Αφού αυτή η γραμμή , πολύ πολύ μακριά, φαινόταν να είναι το τέλος του κόσμου! Μήπως πίσω από  αυτήν τη γραμμή υπήρχε κάποιος άλλος κόσμος; Και πίσω από αυτόν ακόμα κάποιος άλλος κόσμος; Ποιος άραγε; Και το παιδί αρχίζει να αναζητάει απάντηση. Και αργότερα, όταν μεγαλώσει, ψάχνει την απάντηση αυτή πιο επίμονα, με μεγαλύτερη, ανικανοποίητη περιέργεια.

    Κάποια απάντηση τη δίνει ο ίδιος ο δρόμος. Η κίνηση. Το ταξίδι. Ναι, το βιβλίο του Ηροδότου γεννήθηκε από το ταξίδι, και ήταν το πρώτο μεγάλο ρεπορτάζ στην παγκόσμια λογοτεχνία. Ο συγγραφέας του διαθέτει τη διαίσθηση του ρεπόρτερ, το μάτι και το αυτί του ρεπόρτερ. Είναι ακατάβλητος, πρέπει να περάσει τη θάλασσα , να διασχίσει τη στέπα, να μπει βαθιά στην έρημο - ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί για όλα αυτά. Μας καταπλήσσει με την αντοχή του, ποτέ δεν παραπονείται για κούραση, τίποτα δεν τον αποθαρρύνει, δεν λέει ούτε μια φορά ότι κάτι φοβάται.

    Τι είναι αυτό που τον κατευθύνει την ώρα που ατρόμητος και ακούραστος  ξεκινάει τη μεγάλη του περιπέτεια; Πιστεύω ότι ήταν η γεμάτη αισιοδοξία πίστη που εμείς οι σύγχρονοι έχουμε ήδη χάσει προ πολλού: Ότι ο κόσμος είναι δυνατόν να περιγραφτεί...



....Ο Ηρόδοτος ταξιδεύει για να απαντήσει στο ερώτημα του παιδιού - από πού ξεφύτρωσαν στον ορίζοντα τα πλοία; Από πού εμφανίστηκαν; Ποια είναι η προέλευσή τους; Ώστε, λοιπόν, αυτό που βλέπουμε με τα μάτια μας δεν είναι τα σύνορα του κόσμου; Υπάρχουν και άλλοι κόσμοι ; Και ποιοι είναι αυτοί άραγε; Όταν μεγαλώσει, θα θελήσει να τους γνωρίσει. Αλλά καλύτερα να μην μεγαλώσει τόσο πολύ, ώστε να μείνει και λίγο παιδί. Γιατί μόνο τα παιδιά θέτουν σπουδαία ερωτήματα και θέλουν πραγματικά να μάθουν κάτι.

    Και ο Ηρόδοτος με το πάθος και τον ενθουσιασμό ενός παιδιού μαθαίνει για την ύπαρξη άλλων κόσμων. Η σπουδαιότερη ανακάλυψή του είναι ότι υπάρχουν πολλοί. Και ότι καθένας είναι διαφορετικός.

     Καθένας είναι σπουδαίος.

     Και πρέπει να τους γνωρίσεις, γιατί αυτοί οι άλλοι κόσμοι, οι άλλοι πολιτισμοί, είναι καθρέφτες μέσα στους οποίους κοιτάζουμε τον εαυτό μας και αυτό που αντιπροσωπεύουμε. Χάρη σε αυτούς καταλαβαίνουμε καλύτερα τον εαυτό μας και αυτό που αντιπροσωπεύουμε. Χάρη σε αυτούς καταλαβαίνουμε καλύτερα τον εαυτό μας, αφού δεν μπορούμε να καθορίσουμε την ταυτότητά μας αν δεν την αντιπαραθέσουμε με τις άλλες.

     Και γι΄αυτό ο Ηρόδοτος, έχοντας κάνει αυτή την ανακάλυψη, την ανακάλυψη των "άλλων" ως καθρέφτη μέσα στον οποίο μπορούμε να κοιταχτούμε για να κατανοήσουμε οι ίδιοι καλύτερα τον εαυτό μας, κάθε πρωί, ακούραστος, ξανά και ξανά, ξεκινάει για το ταξίδι του."



Ρίσαρντ Καπισίνσκι, Ταξίδια με τον Ηρόδοτο, Μεταίχμιο, Αθήνα 2005