Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Ο Ιωάννης Καντακουζηνός υπερισχύει



Τους κάμπους βλέπει που ακόμη ορίζει
με το σιτάρι, με τα ζώα, με τα καρποφόρα
δένδρα. Και πιο μακρυά το σπίτι του το πατρικό,
γεμάτο ρούχα κ’ έπιπλα πολύτιμα, κι ασημικό.

Θα του τα πάρουν — Ιησού Χριστέ! — θα του τα πάρουν τώρα.

Άραγε να τον λυπηθεί ο Καντακουζηνός
αν πάει στα πόδια του να πέσει. Λεν πως είν’ επιεικής,
λίαν επιεικής. Aλλ’ οι περί αυτόν; αλλ’ ο στρατός;—
Ή, στην κυρία Ειρήνη να προσπέσει, να κλαυθεί;

Κουτός! στο κόμμα να μπλεχθεί της Άννας —
που να μην έσωνε να την στεφανωθεί
ο κυρ Aνδρόνικος ποτέ. Είδαμε προκοπή
από το φέρσιμό της, είδαμε ανθρωπιά;
Μα ως κ’ οι Φράγκοι δεν την εκτιμούνε πια.
Γελοία τα σχέδια της, μωρά η ετοιμασία της όλη.
Ενώ φοβέριζαν τον κόσμο από την Πόλι,
τους ρήμαξεν ο Καντακουζηνός, τους ρήμαξε ο κυρ Γιάννης.

Και που το είχε σκοπό να πάει με του κυρ Γιάννη
το μέρος! Και θα τόκαμνε. Και θάταν τώρα ευτυχισμένος,
μεγάλος άρχοντας πάντα, και στεριωμένος,
αν ο δεσπότης δεν τον έπειθε την τελευταία στιγμή,
με την ιερατική του επιβολή,
με τες από άκρου εις άκρον εσφαλμένες του πληροφορίες,
και με τες υποσχέσεις του, και τες βλακείες. 


 ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ 9-12- 24                             Κ.Π.Καβάφης       



 Νέα  Τέχνη, φύλλα 1924: 7-10 (Ιούλιος- Οκτώβριος), Αφιέρωμα Κ.Π.Καβάφη, Έκδοση Ε.Λ.Ι.Α, Αθήνα 1983


                        

Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Μελετάτε, ερευνάτε, δημιουργείτε...

Στις 30 Μαρτίου του 1952 οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα ο Νίκος Μπελογιάννης. Στα τριάντα χρόνια από την εκτέλεσή του εκδόθηκε το βιβλίο , Νίκος Μπελογιάννης , Κείμενα από την απομόνωση.

Η Έλλη Παππά, η σύντροφός του, γράφει στην Εισαγωγή του βιβλίου:
" Η μελέτη αυτή έχει μια μεγάλη, και πολύ χαρακτηριστική ιστορία. Γιατί ξεκίνησε μέσα στα μπουντρούμια της Ασφάλειας, στους ατελείωτους μήνες της απομόνωσης, από τη σύλληψή μας ως την πρώτη δίκη. Το γράψιμό της ολοκληρώθηκε στη φυλακή της Κέρκυρας, όπου είχε μεταφερθεί ο Νίκος, όταν τελείωσε η πρώτη δίκη, ως τη μεταφορά του και πάλι στα απομονωτήρια της Ασφάλειας, το Γενάρη του ' 52, για τη δεύτερη δίκη.
Το κείμενο για την Έλληνική Νομαρχία"
    
       [...] Στην απομόνωση της Ασφάλειας είχαμε αναπτύξει ένα πυκνό "σύστημα επικοινωνίας" με διάφορα μέσα: από το ...βήχα, που έδινε συνεχώς το " στίγμα", που έλεγε ότι βρισκόμαστε στο κελλί και είμαστε καλά - ή όταν έπαυε ν' ακούγεται, ότι κάπου έχουν πάρει τον ένα, κι η επιστροφή του στο κελλί, και ο καθησυχαστικός τόνος του βήχα έφερνε την είδηση πως τίποτα κακό δεν έγινε - ως την αλληλογραφία με σημειώματα, που ανταλλάσσαμε πολλές φορές τη μέρα, με σύστημα που ο Νίκος είχε επινοήσει. Αυτή η αλληλογραφία ήταν αρκετά οδυνηρή, ιδιαίτερα για το Νίκο που δεν κάπνιζε. Γιατί για πολλούς μήνες δεν είχαμε μολύβι, δεν θέλαμε να ζητήσουμε από κανένα φρουρό για να μην κινήσουμε υποψίες για την αλληλογραφία μας, και έτσι γράφαμε με την κάφτρα των σπίρτων, που τα καίγαμε με αναμμένο τσιγάρο. Για να γραφτεί ένα σημείωμα χρειαζόταν να καούν αρκετά τσιγάρα, έτσι, που το κατάκλειστο κελλί φλόμωνε από τον καπνό. Ο Νίκος άρχισε αιφνίδια να προμηθεύεται τσιγάρα (στην αρχή είχε ένα μικρό μολυβάκι, που το είχε βρει στα σκουπίδια) και αυτό έδοσε ...μεγάλη χαρά στους ασφαλίτες. Που έδοσαν μάλιστα, και σχετικό σχόλιο σε κάποια εφημερίδα, πως τα νεύρα του Μπελογιάννη...σπάσανε, αφού άρχισε να καπνίζει!
Χαρακτηριστικά αποκόμματα, φυλαγμένα με επιμέλεια

     Όσο περνούσε ο καιρός, τα γράμματα που ανταλλάσσαμε μεγάλωναν, δεν ήταν πια ένας στοιχειώδης τρόπος επικοινωνίας, αλλά μια πραγματική ανταλλαγή πολλών σκέψεων. (Για να εξασφαλίσουμε το απαραίτητο χαρτί, ψάχναμε μανιωδώς στο βαρέλι των απορριμάτων, μαζεύαμε βρώμικα χαρτιά, τα πλέναμε και τα στεγνώναμε, και με τον ίδιο τρόπο μαζεύαμε κομμάτια εφημερίδων, κι έτσι κάτι μαθαίναμε από τον έξω κόσμο). Μέσα απ' αυτή την αλληλογραφία βγήκε κάποια στιγμή η ιδέα πως λείπει μια ιστορία της ελληνικής σκέψης, στη διαδρομή της από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας. Ο Νίκος πρότεινε να τη γράψουμε εμείς, και μάλιστα ν' αρχίσουμε τη δουλιά αμέσως , μέσα στην απομόνωση. Ένας από τους φρουρούς είχε αποχτήσει κάποια οικειότητα μαζί μας, εκτιμούσε τη στάση μας , όπως έλεγε. Ο Νίκος τού άνοιξε κουβέντα για βιβλία, εκείνος είπε πως αγαπούσε το διάβασμα και τα καλά βιβλία, ο Νίκος τού πρότεινε να μας αγοράζει βιβλία και αφού τα διαβάζουμε, να του τα χαρίζουμε. Δέχτηκε. Άρχισε να φέρνει βιβλία, πρέπει να έκανε μ' αυτό τον τρόπο μια καλή μικρή βιβλιοθήκη. Τα διαβάζαμε, ανταλλάσσαμε κρίσεις και σκέψεις - ιδιαίτερα είχαμε ασχοληθεί με το Βυζάντιο από την αρχή.
Σημειώσεις από το κελλί της απομόνωσης

     Όταν με πήραν εμένα από την Ασφάλεια, τέλος Ιούλη του '51, ο Νίκος συνέχισε τη μελέτη. Καθώς είχε μείνει σχεδόν μόνος του[...] είχε κάποια μεγαλύτερη άνεση να προμηθεύεται βιβλία. Μου έστειλε κι εμένα μια παρτίδα στη φυλακή, με πολλές σημειώσεις στα περιθώρια. έτσι άρχισε να παίρνει μορφή η μελέτη του για τις ρίζες της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Στη φυλακή της Κέρκυρας , στο ελάχιστο διάστημα που έμεινε εκεί, μπόρεσε να τη  γράψει, σαν ένα κεφάλαιο της μεγάλης μελέτης πάνω στην ιστορία της ελληνικής σκέψης, που θα γράφαμε μαζί αν ζούσαμε βέβαια. Αυτό το "αν ζούσαμε" ήταν η μόνιμη επωδός σε κάθε σχέδιο, μα αυτό δεν εμπόδιζε να κάνουμε σχέδια και να τα βάζουμε σε εφαρμογή, κι αυτό είναι νομίζω , που έχει σημασία: Ότι ο Νίκος Μπελογιάννης μπόρεσε, μέσα στην απομόνωση της Ασφάλειας, να ξεκινήσει ένα τόσο μεγάλο σχέδιο και να προλάβει να ολοκληρώσει έστω και ένα του κεφάλαιο.

Τώρα για την έκδοση. Στα απομονωτήρια της φυλακής της Καλλιθέας, σ' εκείνες τις τριάντα μέρες του Μάρτη , υπήρξαν κάποιες στιγμές αισιοδοξίας, θα έλεγα. Στιγμές που φαινόταν ότι μπορούσε και να μη φτάσουν ως την εκτέλεση. Σε μια απ' αυτές τις στιγμές ο Νίκος μού είπε: " Αν τελικά σωθούμε, εμένα θα με πάνε μάλλον στην Κέρκυρα. Γι' αυτό, φρόντισε εσύ από του Αβέρωφ να βγει αυτή η μελέτη, για να τη στείλουμε κι έξω, σ' αυτούς που πήραν μέρος στη διεθνή εκστρατεία". Ανάφερε μερικά ονόματα , όπως του Αρχιεπισκόπου του Καντέρμπουρυ και του Έρεμπουργκ. Και πρόσθεσε μ' εκείνη την περιπαιχτική διάθεση , που δεν τον άφηνε ποτέ: " Για να δουν πως είμαστε και γραμματισμένοι άνθρωποι". Φυσικά, η σκέψη του ήταν πολύ πιο σοβαρή, ήθελε να πει πως οι άνθρωποι που πάσχισαν για τη σωτηρία του έπρεπε να δουν πως οι Έλληνες κομμουνιστές ήταν κάτι περισσότερο από απλά θαρραλέοι ή αποφασισμένοι αγωνιστές και , βέβαια, βρίσκονταν πολύ μακριά από την εικόνα των "κατασκόπων", που η αμερικανοκρατία πάσχιζε να δόσει.

Το εξώφυλλο του τετραδίου με τη σφραγίδα των φυλακών της Κέρκυρας και το πρόχειρο τετράδιο με τη μελέτη για τις " Μακρινές Ρίζες"

Ήρθε η 30 του Μάρτη . Εμένα μου  " χάρισαν " τη ζωή. Με μεταφέρανε πίσω, στις φυλακές Αβέρωφ. Η σκέψη να πραγματοποιήσω τις τελευταίες επιθυμιές του Νίκου, τις μεγάλες και τις μικρές, φυσικό ήταν αν μη με αφήνει. Έτσι , και για τη μελέτη αυτή, σκέφτηκα πως σωστό ήταν να εκδοθεί τότε, όπως , μού είχε πει να κάνω, αν ζούσα. Το είπα στο Μηνά Γαλέο, το δικηγόρο μας, και σ' έναν άλλο φίλο. Βγήκε το βιβλίο, με πολλή αγάπη και φροντίδα από τους ανθρώπους που το ανάλαβαν, αλλά με ορισμένα μειονεκτήματα. Ο Μηνάς, που ήταν από τη Σαλαμίνα, σκέφτηκε να βάλει το ψευδώνυμο "Μ.Κουλουριώτης", ώστε να αναλάμβανε την αυτός την ευθύνη, αν η έκδοση κινούσε κάποιες υποψίες. Τούτο το ψευδώνυμο και η τελευταία σελίδα του βιβλίου, όπου οι αράδες μπήκαν σε σχήμα αναποδυγυρισμένης πυραμίδας, έκαναν απογοητευτική την εμφάνισή του. Ίσως να με επηρέασαν οι σχετικές κρίσεις, που μου διαμήνυσαν σύντροφοι απ' έξω , πως " έτσι , όπως βγήκε αυτό το βιβλίο , δεν συμβάλλει στο μεγαλείο του Νίκου". Είπα στο Μηνά να μην κυκλοφορήσει. Δεν το στείλαμε και στους ανθρώπους έξω. Έμειναν λίγα αντίτυπα, όσα είχαν πάρει το δρόμο των βιβλιοπωλείων.

    Αυτή είναι η ιστορία της μελέτης για τις Πρώτες Μακρινές Ρίζες της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, που θα ήταν ένα κεφάλαιο από τη μεγάλη μελέτη που θα γραφόταν, αν ζούσε ο Νίκος Μπελογιάννης. Κατά καιρούς , ύστερα από τη μεταπολίτευση, διάφοροι εκδότες ενδιαφέρθηκαν για μια επανέκδοση. Ένας, μάλιστα, ήθελε να κάνει μια ωραία έκδοση με στοιχεία της κάσας. Του είχα δόσει κι έναν μικρό πρόλογο για το πώς γράφτηκε , γιατί νομίζω πως αυτό είναι τόσο σημαντικό όσο κι η ίδια η μελέτη: δίνει μαι πλευρά από την προσωπικότητα του Νίκου, την πολύπλευρη, που συνθέτει τον ολοκληρωμένο κομμουνιστή[...]

     [...]Δεν ξέρω αν θα ξενίσει πολλούς αυτό που θα πω, μα το έχω σκεφτεί πολλές φορές, πως αυτή η δουλιά του Νίκου Μπελογιάννη δίνει μιαν απάντηση σ' αυτό που λέγεται σήμερα " ανθρώπινη μοναξιά". Αν μπορούμε να μιλήσουμε για μοναξιά, τότε μπορούμε να μιλήσουμε και για την "αποθέωσή" της: την Απομόνωση.

" Πρόσεχε. Η απομόνωση είναι το χειρότερο βασανιστήριο", μου έγραφε ο Νίκος σε ένα από τα πρώτα του γράμματα, μόλις μπορέσαμε να επικοινωνήσουμε. Όταν σκέφτομαι εκείνα τα τσιμεντένια κλουβιά, του Νίκου φωτισμένο νύχτα μέρα μ' ένα απαίσιο, εκτυφλωτικό λαμπιόνι, το δικό μου κατασκότεινο, με μοναδική πηγή φωτός ένα μακρινό λαμπιόνι στο διάδρομο , που έστελνε λίγο μακρινό φως στο ταβάνι, μέσα από το άνοιγμα με τα σιδερένια κάγκελα που ήτανε πάνω από την πόρτα, και να σ' έχουνε εκεί , μήνες και μήνες, τότε λέω και ξαναλέω πως  " η ανθρώπινη μοναξιά" μπορεί ν' αρχίσει εκεί όπου τελειώνουνε τα όρια της ανθρώπινης δημιουργικότητας, εκεί όπου στομώνει η ικανότητα του ανθρώπου να αλλάζει τους όρους της ζωής του, εκεί όπου εξαντλείται η μαχητικότητα και αρχίζει η παραδοχή της ήττας.

     Κάπου εδώ βρίσκεται η ανθρώπινη σημασία της δουλιάς του Νίκου Μπελογιάννη, που έρχεται σήμερα ολόκληρη, σ' όλα της τα στάδια στη δημοσιότητα.

    Η πολιτική σημασία πάει πιο πέρα. Μπορεί να την αναζητήσει κανείς στο ότι ο κομμουνιστής - εξ ορισμού - τείνει να είναι ο άνθρωπος που τίποτε από τα ανθρώπινα δεν του είναι ξένο, και γι' αυτό πασκίζει να κατακτήσει ό,τι είναι πιο ανθρώπινο στον άνθρωπο[...]

    Όσο για την ιστορική σημασία αυτής της δουλιάς, δεν ξέρω πώς θα την εκτιμήσει ο αυριανός - μπορεί και ο σημερινός- ιστορικός. Θα' λεγα, ωστόσο, πως ένα σημείο της δεν πρέπει να παραμελήσει ο ιστορικός: το πως οι Έλληνες κομμουνιστές δουλεύανε μέσα στις πιο φριχτές συνθήκες της βίας, της τρομοκρατίας, της καταστολής, της διαστρέβλωσης της πραγματικότητας και των ιδεών, για να περισώσουνε την επιστημονική έρευνα και να την αντιπαρατάξουνε στη σκοταδιστική ιδεολογία της δεξιάς, για να ξεθάψουνε τη δημοκρατική - και τη δημοτική - παράδοση αυτού του τόπου και να την κάνουνε - μακριά από κάθε στείρα αναβίωση- όπλο παντοδύναμο στα χέρια του λαού που μάχεται για το δικό του αύριο.


Η σελίδα με τα συμπεράσματα από το τετράδιο με το τελικό κείμενο της μελέτης για τις "Μακρινές Ρίζες"

    Δε θα' θελα εδώ να σταθώ στο τι μπορεί να πει ή να μην πει η φιλολογική και η ιστορική έρευνα για τη δουλιά αυτή του Νίκου Μπελογιάννη, για την αξιοπιστία και την επάρκεια των πηγών του, για την επιστημοσύνη της μεθοδολογίας του. Σίγουρα είναι πολύ διαφορετικό να δουλεύεις μέσα στις "ιδεώδεις" συνθήκες ενός σπουδαστηρίου από τη δουλιά που μπορείς να κάνεις μέσα στα μπουντρούμια της Απομόνωσης και στις φυλακές, όταν μάλιστα ο θάνατος είναι ο μόνιμος φρουρός του κελλιού σου. Κι όμως , αυτό δε μειώνει την αξία των συμπερασμάτων και των τοποθετήσεών του.

Μέσα σ' όλα αυτά, νομίζω πως βρίσκεται η σημασία της μελέτης του Νίκου Μπελογιάννη για την Ιστορία της Ελληνικής Σκέψης. [...] από τις σημειώσεις, τις αποδελτιώσεις, τα σχόλιά του βγαίνει ένα μήνυμα[...] :
 Μελετάτε, ερευνάτε, δημιουργείτε, μη δεχτείτε ποτέ πως είσαστε δέσμιοι και ηττημένοι του ιμπεριαλισμού, του συστήματος, ή οποιουδήποτε άλλου δαίμονα της εποχής μας - και της εποχής σας "



Νίκος Μπελογιάννης, Κείμενα από την Απομόνωση, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1983, 2η έκδοση

Οι φωτογραφίες από το βιβλίο

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

Μίλτος Σαχτούρης (29 Ιουλίου 1919- 29 Μαρτίου 2005)


 
 Ορυχείο

Σου γράψω γεμάτη τρόμο μέσα από μιά στοά
νυχτερινή
φωτισμένη από μιαν ελάχιστη λάμπα σα δαχτυλίθρα
ένα βαγόνι περνάει από πάνω μου προσεχτικά
ψάχνει τις αποστάσεις του μη με χτυπήσει
εγώ πάλι άλλοτε κάνω πως κοιμάμαι άλλοτε
πως μαντάρω ένα ζευγάρι κάλτσες παλιές
γιατί έχουν όλα γύρω μου παράξενα παλιώσει
Στο σπίτι
χτες
καθώς άνοιξα τη ντουλάπα έσβησε γίνηκε
σκόνη μ' όλα τα ρούχα της μαζί
τα πιάτα σπάζουν μόλις κανείς τ' αγγίξει
φοβάμαι κι έχω κρύψει τα πηρούνια και τα
μαχαίρια
τα μαλλιά μου έχουν γίνει κάτι σα στουπί
το στόμα μου άσπρισε και με πονάει
τα χέρια μου είναι πέτρινα
τα πόδια μου είναι ξύλινα
με τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρά παιδιά
δεν ξέρω πώς γίνηκε και με φωνάζουν μάνα
Θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα
χαρούμενα
Να με θυμάσαι


Ο ουρανός

Πουλιά μαύρες σαΐτες τής δύσκολης πίκρας
δεν είν' εύκολο πράμα ν' αγαπήσετε τον ουρανό
πολύ μάθατε να λέτε πως είναι γαλάζιος
ξέρετε τις σπηλιές του το δάσος τους βράχους του;
έτσι καθώς περνάτε φτερωτές σφυρίχτρες
ξεσκίζετε τη σάρκα σας πάνω στα τζάμια του
κολλούν τα πούπουλά σας στην καρδιά του
Και σαν έρχεται η νύχτα με φόβο απ' τα δέντρα
κοιτάτε τ' άσπρο μαντίλι το φεγγάρι του
τη γυμνή παρθένα που ουρλιάζει στην αγκαλιά του
το στόμα της γριάς με τα σάπια τα δόντια του
τ' άστρα με τα σπαθιά και με τους χρυσούς σπάγγους
την αστραπή τον κεραυνό τη βροχή του
τη μακριά ηδονή του γαλαξία του

Μίλτος Σαχτούρης 
από τη συλλογή ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ


 
" Ο Σαχτούρης είναι ποιητής του κλειστού χώρου, αντιηρωικός, εκφραστής και απολογητής της κατακερματισμένης και καθημαγμένης ανθρώπινης ύπαρξης. Απορρίπτει την παραδοσιακή γραφή και στρέφεται στον συμβολισμό και τον υπερρεαλισμό. Διαφοροποιείται από τους σύγχρονους ομοτέχνους του, επειδή οικοδομεί το έργο του με εφιαλτικές εικόνες και σύμβολα, που πλησιάζουν περισσότερο τον εξπρεσιονισμό.
Υπερτονίζει το παράλογο, ενώ από τον Υπερρεαλισμό από τον οποίον ξεκίνησε, κρατά τη φαντασία και την παραίσθηση, όχι όμως και τη συνειρμική εκφορά του λόγου. Είναι ποιητής του ατομικού άγχους, αλλά μέσα στο έργο του είναι διάσπαρτος ο απόηχος του άγχους μιας ολόκληρης εποχής. Κι όμως, η ποίησή του δεν είναι απαισιόδοξη. Ο δημιουργός της ομολογεί «Πάντα θα 'χουμε ανάγκη από ουρανό» "

Πηγή: Σαν σήμερα

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Μια φορά και έναν καιρό ...ήταν η Μύρτις (2)

Χιλιάδες χρόνια μετά οι αρχαιολόγοι  το 1994-5, ανέσκαψαν έναν ομαδικό τάφο στην περιοχή του Κεραμεικού, κατά τη διάρκεια των σωστικών ανασκαφών που πραγματοποιούνταν όταν κατασκευαζόταν το Μετρό στην Αθήνα .



Αεροφωτογραφία της περιοχής του Κεραμεικού, με τον αρχαιολογικό χώρο αυτού (αριστερά) και το νεκροταφείο του (πάνω δεξιά).

 Αρχαιολόγος είναι η Έφη Μπαζιωτοπούλου-ΒαλαβάνηΣύμφωνα με την εκτίμησή της οι πρώτες ταφές έγιναν ακανόνιστα αλλά με σχετική ευρυχωρία, σε μια προσπάθεια εκμετάλλευσης του σχεδόν κυκλικού χώρου του ορύγματος.


 
Το σχέδιο της πρώτης ομαδικής ταφής



«Ανάμεσα στους πρώτους νεκρούς έριξαν και λίγα κτερίσματα. Κατά τόπους και όπου έκριναν αναγκαίο, πετούσαν και μερικές φτυαριές χώματος, τουλάχιστον στην αρχή» ανέφερε η αρχαιολόγος
 
Αγγεία της ομαδικής ταφής.

Αργότερα, όπως τόνισε, οι ταφές πυκνώνουν και ο χώρος μεταξύ των νεκρών μειώνεται, έτσι ώστε να κερδίζεται χώρος για όσο το δυνατόν περισσότερους νεκρούς.
«Σε αυτήν τη φάση θάβουν και παιδιά, ενώ στα οκτώ βρέφη προσφέρουν ιδιαίτερη μέριμνα και τα τοποθετούν σε ξεχωριστές θήκες, σαν να πρέπει να τα προστατεύσουν από αυτή καθαυτή τη χύδην ταφή» υπογράμμισε η κ. Μπαζιωτοπούλου-Βαλαβάνη, σημειώνοντας πως «μερικοί στο τέλος ήταν θαμμένοι ακόμη και σε επικλινή στάση, σχεδόν ανορθωμένοι».
Στον τάφο αυτό ήταν θαμμένα γύρω στα 150 άτομα, ενήλικες και παιδιά, που είχαν πεθάνει από τον λοιμό που έπληξε την Αθήνα από το 430 έως το 426π.Χ., δηλ. στα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου.
 Ανάμεσα στους νεκρούς του τάφου υπήρχε και το κρανίο ενός μικρού κοριτσιού, 11 χρονών περίπου. 




To κρανίο ήταν σε πολύ καλή κατάσταση. Η κάτω γνάθος διατηρημένη και η μόνιμη οδοντοφυΐα συνυπάρχει με τη νεογιλή. Αυτά τα στοιχεία έδωσαν την ιδέα  στον επ. καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Μανώλη Παπαγρηγοράκη  να αναπλαστεί το κεφάλι  του κοριτσιού. Η ερευνητική ομάδα τη βάφτισε με το όνομα Μύρτις, «ένα δισύλλαβο και εύηχο όνομα, που υπάρχει ακόμα με διαφορετική κατάληξη».





Για την ανάπλαση του προσώπου δημιουργήθηκε πιστό αντίγραφο του κρανίου, που στάλθηκε στον γλύπτη κ. Όσκαρ Νίλσον, ο οποίος και έδωσε στο πρόσωπο την τελική του μορφή. 





 " Η Μύρτις πέθανε από τυφοειδή πυρετό.
Από τυφοειδή πυρετό πεθαίνουν και σήμερα, 2.500 χρόνια μετά, πεντακόσιες έως επτακόσιες χιλιάδες άτομα το χρόνο. Σχεδόν εννέα εκατομμύρια παιδιά κάτω των πέντε ετών, χάνουν κάθε χρόνο τη ζωή τους από τυφοειδή πυρετό και άλλες νόσους που είναι δυνατόν να προληφθούν και να θεραπευτούν.

Η Μύρτις δεν βρίσκεται πια μόνο «πρόσωπο με πρόσωπο με το παρελθόν», αλλά και πρόσωπο με πρόσωπο με το μέλλον της ανθρωπότητας." (Η Μύρτις φίλη του ΟΗΕ)

Η Μύρτις υπήρξε ένα παιδί θύμα του λοιμού και θύμα του πολέμου. Χιλιάδες παιδιά σε όλο τον κόσμο βρίσκονται στην ίδια θέση σήμερα. Ας ακούσουμε τη φωνή της και ας αγωνιστούμε να φτιάξουμε έναν καλύτερο κόσμο:

«Ο θάνατός μου ήταν αναπόφευκτος. Τον 5ο αιώνα π.Χ. δεν είχαμε ούτε τη γνώση ούτε τα μέσα για την καταπολέμηση θανατηφόρων ασθενειών. Όμως εσείς, οι άνθρωποι του 21ου αιώνα, δεν έχετε καμία δικαιολογία. Διαθέτετε όλα τα απαραίτητα μέσα και πόρους για να σώσετε τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων, εκατομμυρίων παιδιών που όπως εγώ πεθαίνουν από αρρώστιες οι οποίες μπορούν να προληφθούν και να θεραπευτούν.
2.500 χρόνια μετά το θάνατό μου, ελπίζω ότι το μήνυμά μου θα επηρεάσει και θα εμπνεύσει περισσότερους ανθρώπους να εργαστούν και να κάνουν πραγματικότητα τους “Στόχους της Χιλιετίας της Ανάπτυξης”. Ακούστε με! Ξέρω τι λέω. Μην ξεχνάτε ότι είμαι πολύ μεγαλύτερη και ως εκ τούτου πιο σοφή από εσάς.» 

Πηγές:
Μύρτις
Αρχαία Αθήνα
Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού
Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού
Θουκυδίδης Ιστορίαι, βιβλίο Β΄, 48-55 , Εκδόσεις Επικαιρότητα , Αθήνα 2002
 Victor Davis Hanson, Πελοποννησιακός Πόλεμος, Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 2007

  Το πρώτο μέρος εδώ

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

Μια φορά κι έναν καιρό...ήταν η Μύρτις (1)

 Πριν τα Χριστούγεννα και λίγο μετά, στα Αρχαιολογικά Μουσεία Ιωαννίνων και Ηγουμενίτσας παρουσιάστηκε η περιοδική έκθεση «Μύρτις: Πρόσωπο με πρόσωπο με το παρελθόν». Η συμμετοχή των σχολείων ήταν μεγάλη και δεν ήταν δυνατόν να βρεθεί μια θέση για το σχολείο μας. Έτσι σκεφτήκαμε να παρουσιάσουμε την Μύρτιδα μέσα από μια δική μας εργασία. Η ιδέα μου φάνηκε ενδιαφέρουσα. 
Δεν με ενδιέφερε να παρουσιάσω στους μαθητές  ένα απλό ιστορικό της εύρεσης και ανάπλασης του κρανίου του κοριτσιού , που οι ερευνητές ονόμασαν Μύρτιδα. Σκέφτηκα ότι έπρεπε να τοποθετήσω την ιστορία του  μέσα στην εποχή της. Τα διάφορα κείμενα στην  ιστοσελίδα" Μύρτις" ενίχυσαν την ιδέα μου. Βασίστηκα σε αυτά και έπλασα μια δική μου ιστορία. Θα μπορούσε να πει και να γράψει κανείς πάρα πολλά , αλλά αυτό δεν είναι δυνατόν στα πλαίσια μιας σχολικής εργασίας - παρουσίασης. Προσπάθησα να δώσω μια αντιπροσωπευτική εικόνα της Αθήνας του 5ου αι. π.Χ , κατανοητή σε μαθητές της Α΄Γυμνασίου. Σαφώς υπάρχουν ελλείψεις και αδυναμίες.
Έτσι δημιούργησα ένα ζευγάρι Αθηναίων και την κόρη τους και μαζί τους ταξιδέψαμε στο παρελθόν.
Η παρουσίαση έγινε στους μαθητές την προηγούμενη εβδομάδα. Εδώ παρουσιάζεται με μικρές τροποποιήσεις . Οι πολλοί σύνδεσμοι αντικαθιστούν τον προφορικό λόγο .


Μια φορά και έναν καιρό σε μια εποχή πολύ μακρινή, που έμεινε γνωστή με το όνομα Χρυσός Αιώνας, στην Αθήνα ζούσε ένα ζευγάρι , νιόπαντρο, ο Κτησιφώντας και η Διοτίμα. 
Ήταν όμορφα χρόνια. Είχε τελειώσει ο πόλεμος με τους Πέρσες. Η Αθήνα μαζί με τους  συμμάχους  της είχαν νικήσει και οι αγώνες τους έμειναν στην ιστορία: Μαραθώνας, Σαλαμίνα.

 Μέσα από τα ερείπια η πόλη ξαναγεννιέται και μετατρέπεται σε μια μεγάλη και δυνατή πόλη – κράτος.  Η προσωπικότητα του Περικλή δεσπόζει και το δημοκρατικό πολίτευμα για τους Αθηναίους πολίτες βρίσκεται στην καλύτερη του στιγμή. Η εκκλησία του Δήμου είναι το κυρίαρχο όργανο , εκεί μέσα αποφασίζουν για όλα τα σημαντικά ζητήματα οι πολίτες της Αθήνας.

 Κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. η Εκκλησία του δήμου συνεδρίαζε στην Πνύκα.
Η Αθήνα μεταμορφώνεται . Λαμπρά οικοδομήματα, έργα τέχνης ομορφαίνουν κάθε γωνιά της . Ο Παρθενώναςτο τελειότερο .


Ρήτορες, φιλόσοφοι, ποιητές, σοφιστές, καλλιτέχνες έρχονται από κάθε γωνιά του κόσμου. Η Αθήνα το σχολείο της Ελλάδας.




Ο Κτησιφώντας , νέος 25 χρονών , είχε ήδη κληρονομήσει από τον πατέρα του ένα εργαστήριο κατασκευής αγγείων ,είχε αρκετούς δούλους  και αρκετά χρήματα που του εξασφάλιζαν μια άνετη ζωή.
 
Εργαστήριο κεραμεικής

Ψήστης σε εργαστήριο κεραμεικής

 Η Διοτίμα , μικρό κορίτσι 15 χρονών, ζούσε στο σπίτι της μαζί με τις άλλες γυναίκες και περίμενε την ώρα που ο πατέρας της θα την πάντρευε. Ήταν σεμνή , γνώριζε να διαβάζει , να γράφει και να μετράει για να μπορεί να κρατήσει το σπιτικό της, αλλά και να υφαίνει και να ράβει. Δεν κυκλοφορούσε ποτέ μόνη στο δρόμο και στις γιορτές πάντα είχε τη μητέρα της δίπλα και τις δούλες της.

Η ώρα αυτή δεν άργησε όταν ο πατέρας της συναντήθηκε με τον Κτησιφώντα και συμφώνησαν για το γάμο, αφού πρώτα έκλεισαν ένα προφορικό συμβόλαιο την εγγύη.
 Λεπτομέρεια αττικής ερυθρόμορφης λουτροφόρου με παράσταση της εγγύης, της σύναψης δηλαδή προγαμιαίας συμφωνίας ανάμεσα στον πατέρα της νύφης και το μελλοντικό της σύζυγο.
Courtesy, Museum of Fine Arts, Boston. 

 Η μικρή Διοτίμα είχε αγωνία. Πώς να ήταν άραγε ο σύζυγός της ;  Ο γάμος ορίστηκε για το μήνα Γαμηλιώνα , μέσα στην καρδιά του χειμώνα. Τρεις μέρες κράτησαν οιγαμήλιες τελετές
 Ο καλλωπισμός της νύφης πριν από τη γαμήλια τελετή. Λεπτομέρεια από το ερυθρόμορφο επίνητρο του ζωγράφου της Ερέτριας. Περίπου 425-420 π.Χ.
Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο

 Το λουτρό της νύφης αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της γαμήλιας τελετουργίας.
Στην εικόνα: η νύφη, κρατώντας λουτροφόρο και με τη συνοδεία γυναικών, πορεύεται προς την κρήνη, από όπου αντλούσαν το νερό για το γαμήλιο λουτρό.
Αττική ερυθρόμορφη λουτροφόρος-υδρία του ζωγράφου του Πανός. Περίπου
470 π.Χ.
Houston, Museum of Fine Arts,
Annette Finnigan Collection

Τα νυφικά σανδάλια τύχαιναν ιδαίτερης προσοχής σε πολλές απεικονίσεις καλλωπισμού της νύφης.
Στην εικόνα: η νύφη φορά τις νυμφίδες, τα νυφικά παπούτσια.
Αττικός ερυθρόμορφος γαμικός λέβητας 'με τον τρόπο' του ζωγράφου του Μειδίου.
Περίπου 420-410 π.Χ.

Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο 


 και η Διοτίμα εγκατέλειψε το πατρικό της για να εγκατασταθεί στο νέο της σπιτικό , του συζύγου της. 

 Η γαμήλια πομπή είχε σκοπό να συνοδεύσει τη νύφη στη νέα της κατοικία.
Στην εικόνα: ο γαμπρός κρατώντας τη νύφη από το χέρι, την οδηγεί στο νέο της σπίτι.
Λεπτομέρεια από αττική ερυθρόμορφη λουτροφόρο.
Περίπου 425 π.Χ.
Courtesy, Museum of Fine Arts, Boston

Η ζωή της Διοτίμας  ελάχιστα άλλαξε . Πιο πολύ άλλαξαν οι ευθύνες της μέσα στο σπίτι της μιας και επιτηρούσε όλες τις εργασίες .

 Σχεδιαστική αναπαράσταση τυπικής αθηναϊκής οικίας της Κλασικής περιόδου.
(Σχέδιο M.H.McAllister)


Αττική ερυθρόμορφη υδρία του ζωγράφου των Νιοβιδών με σκηνή γυναικωνίτη.
 Περίπου 460 π.Χ.
New York, The Solow Art and Architecture Foundation
 
Αμφορέας στον οποίο απεικονίζονται γυναίκες να υφαίνουν και να επεξεργάζονται μάλλον κλωστή μαλλιού.


 Λευκή λήκυθος που απεικονίζει γυναίκα να γνέθει μαλλί σε κλωστή. Ήταν μία από τις πιο συνηθισμένες ασχολίες των γυναικών

Μετά από εννέα μήνες , γύρω στα 440 π.Χ., η νέα γυναίκα έφερε στον κόσμο το πρώτο της παιδί. 


Ήταν ένα κοριτσάκι. Ο Κτησιφώντας και η υπόλοιπη οικογένεια δεν ενθουσιάστηκαν, αγόρι επιθυμούσαν.  Το αγόρι ήταν το στήριγμα στα γεράματα, ο νόμιμος κληρονόμος της περιουσίας και του ονόματος του.
Η Διοτίμα είχε μεγάλη στεναχώρια γιατί γνώριζε πολύ καλά ότι το κοριτσάκι της δεν της εξασφάλιζε την κοινωνική καταξίωση. Απομονωμένη για δέκα μέρες μέσα στο σπίτι, 
στο γυναικωνίτη, προσπαθούσε να σκεφθεί το μέλλον του μωρού της. Είχε αγωνία αν ο άντρας της αποδεχόταν την κόρη του.
Ο Κτησιφώντας όμως είχε ερωτευθεί τη γυναίκα του και οι παρέες που έκανε με κάποιους σοφιστές του είχαν αλλάξει λίγο το μυαλό.  Οι καινούριες ιδέες για την αναγνώριση της ισοτιμίας στους άνδρες και τις γυναίκες δεν τον άφηναν αδιάφορο. Ήθελε να νιώθει τη Διοτίμα χαρούμενη και ευτυχισμένη . Μόλις το μωρό συμπλήρωσε επτά ημέρες από τη γέννησή του, μπήκε στο δωμάτιο της γυναίκας του , το πήρε αγκαλιά και το παρουσίασε στην οικογένεια , ενώ οι δούλοι κρεμούσαν στην εξώπορτα στεφάνια ή κλαδιά στολισμένα με μαλλί.
Πολλές φορές η Διοτίμα ή οι δούλες που πρόσεχαν το μωρό του κουνούσαν την πλαταγή, την κουδουνίστρα με τα πετραδάκια. Ο ήχος ήταν ευχάριστος και το μωρό ηρεμούσε. Μεγαλώνοντας ο μπαμπάς της  τής  χάρισε μια πλαγγόνα .
 πλαταγή
 Της άρεσε να παίζει μαζί με τα άλλα κορίτσια , να ντύνουν και να καλλωπίζουν τις κούκλες τους. 
πλαγγόνες
Πολύ διασκεδαστικό ήταν να ανεβαίνει και στην αιώρα . 

 Αγόρια  και κορίτσια  έπαιζαν με τις πάνινες μπάλες  τους, τις σφαίρες,


 αλλά και διάφορα  άλλα παιχνίδια , επιτραπέζια και ομαδικά.
Δεν ήταν όλη η ημέρα παιχνίδι. Χρειαζόταν και η εκπαίδευση.

 Ερυθρόμορφο αγγείο 5ου  αιώνα  π.Χ 
που απεικονίζει μαθητές με τον γραμματιστή,
τον κιθαριστή και τον παιδαγωγό 
(Αρχαιολογικό Μουσείο Βερολίνου)
 Τα πρώτα χρόνια της ζωής του το κοριτσάκι μάθαινε τα στοιχειώδη δίπλα στη μητέρα του, τη γιαγιά του και την τροφό.  Διαπαιδαγωγούνταν στις αξίες και στους ρόλους των γυναικών και τόσα όσα χρειάζονταν για να στήσει τη δική της οικογένεια στο μέλλον.


Εκείνο που της άρεσε όμως πάρα πολύ ήταν να ακούει τη μαμά της ή τη γιαγιά της να της λέει παραμύθια και ειδικά τα κρύα βράδια του χειμώνα γύρω από τη φωτιά. Διασκέδαζε με τους μύθους του Αισώπου και με τα κατορθώματα των ηρώων του Ομήρου. Πολλές φορές τη νανούριζαν και δεν προλάβαινε να ακούσει το τέλος γιατί την έπαιρνε ο ύπνος στην αγκαλιά της μαμάς της.
Το κατώφλι του σπιτιού της δεν το δρασκελούσε πολλές φορές, μόνο στις γιορτές. Η πιο σημαντική ήταν τα Παναθήναια. Μια μεγάλη πομπή πρόσφερε ένα μεγάλο πέπλο στη θεά Αθηνά και μετά ακολουθούσαν θυσίες και πανηγύρια. 


 Νέοι οδηγούν βόδια για να τα θυσιάσουν στην Αθηνά.
Παράσταση από τη ζωφόρο του Παρθενώνα.
447-432 π.Χ.
Αθήνα, Μουσείο Ακρόπολης





Ωραία ήταν και στις γιορτέςτου Διονύσου. 



Ειδικά στα Εν άστει Διονύσια που γίνονταν την άνοιξη , όλοι είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν τους δραματικούς αγώνες.







Βέβαια τα γυναικόπαιδα κάθονταν στις τελευταίες σειρές του Θεάτρου του Διονύσου

 Πανοραμική άποψη από τα δυτικά του Θεάτρου και του Ιερού του Διονύσου.

αλλά άκουγαν και έβλεπαν καλά. 


Ήταν μια μοναδική εμπειρία. Από την ανατολή του ήλιου μέχρι τη δύση απολάμβαναν τέσσερα έργα, έβλεπαν κόσμο, συζητούσαν, ψυχαγωγούνταν, έτρωγαν , έπιναν και διασκέδαζαν με τη ψυχή τους.
Θά’ταν οκτώ χρονών όταν  οι γονείς της την πήραν μαζί στην Αγορά.  Θαμπώθηκε από τα δημόσια κτίρια, από τον κόσμο που κυκλοφορούσε.

(το Βουλευτήριο, η Βασιλική στοά, η Μακρά στοά, τα Δικαστήρια, το Μητρώο όπου φυλάγονταν τα Αρχεία της πόλης. Εδώ ήταν ακόμη το Ωδείο, ναοί προς τιμήν του Ηφαίστου, του Άρη, η Θόλος, και παντού αγάλματα και αναμνηστικά)
  






Πανοραμική άποψη της Αγοράς του 5ου αι. π.Χ. 1.Βασίλειος Στοά 2.Στοά Ελευθερέου Διός 3 Ναός Ηφαίστου 4.Νέο Βουλευτήριο 5. Θόλος 6. Παλαιό Βουλευτήριο 7Αιάκειον 8 Νότια Στοά Ι 9. Αρχαϊκή κρήνη 10.Νομισματοκοπείο, 11 Περίβολος 12. Ποικίλη Στοά

 Η Αρχαία Αγορά της Αθήνας σήμερα

Σε μια σειρά είδε τα εργαστήρια, ανάμεσά τους και του πατέρα της.

 Σχέδιο κλιβάνου και λάκκου που χρησίμευαν για την θέρμανση και χύτευση του χαλκού αντιστοίχως, παρόμοιων με αυτούς που υπήρχαν κοντά στα εργαστήρια της Αγοράς.

Αφιέρωμα του υποδηματοποιού Διονυσίου στον ήρωα Καλλιστέφανο, όπου συναντάμε την απεικόνιση του εσωτερικού ενός υποδηματοποιείου 

 Πιο κει οι πάγκοι των πωλητών, φρούτα , κρασιά, λάδια, κρέατα, ψάρια  και οι φωνές τους ξεσήκωναν τον τόπο. 

Περπατούσαν πολλή ώρα και δεν κατάλαβαν ότι μεσημέριασε. Είχαν πεινάσει . Ο πατέρας ήξερε ένα καλό μαγαζάκι με φρέσκο φαγητό. Πρώτη φορά που είχε την κόρη του και τη γυναίκα του μαζί και ήθελε να τις ευχαριστήσει. Και τι δεν παράγγειλαν.  Από το πιο συνηθισμένο που ήταν τα ψάρια , χέλι και τόνος και λίγα καλαμαράκια και σουπιές  μέχρι το πιο σπάνιο και ακριβό, ψητό  κατσικάκι . 




Πριν ξεκινήσουν όμως το φαγοπότι προτίμησαν μερικά φρούτα για να τους ανοίξει η όρεξη.
 Ο Κτησιφώντας απόλαυσε και δυο ποτηράκια εκλεκτό κρασί ανακατεμένο με νερό  και στο τέλος ήρθαν τα επιδόρπια, πλακούντες περιχυμένοι με μέλι .
Φεύγοντας από εκεί και παίρνοντας το δρόμο για το σπίτι , πολλές φωνές τους ανάγκασαν να σταματήσουν. Κάτι γινόταν , κάποια ανησυχία εκδηλωνόταν με έντονο τρόπο. 
Κάτι δεν πήγαινε καλά με την πολιτική κατάσταση. Ο αέρας μύριζε περίεργα.
Χρόνια τώρα μια άλλη μεγάλη πόλη , η Σπάρτη, δεν έβλεπε με καλό μάτι  το μεγάλωμα της δύναμης της Αθήνας. 

Η Αθήνα πάλι ήθελε να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη δύναμη και εκτός από το Αιγαίο να κυριαρχήσει στο Ιόνιο και στην Κάτω Ιταλία. Οι σχέσεις τους δεν ήταν καθόλου καλές. Δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν γιατί ήταν εντελώς διαφορετικές , είχαν διαφορετικά πολιτεύματα και διαφορετικό τρόπο ζωής. Η αφορμή για να ξεσπάσει ο πόλεμος ανάμεσα τους δεν άργησε να δοθεί. Μια διαμάχη ανάμεσα στην Κόρινθο και την Κέρκυρα  ήταν η σπίθα που άναψε τη φωτιά.



Ο τεράστιος στρατός  των Σπαρτιατών και των συμμάχων τους με αρχηγό τον Αρχίδαμο βάδιζε εναντίον της Αθήνας σε μια πρωτόγνωρη γι΄αυτούς κινητοποίηση.







Οι Αθηναίοι που ζούσαν στην ύπαιθρο μόλις έμαθαν ότι οι εχθροί πλησιάζουν στα σύνορα της Αττικής μάζεψαν τα υπάρχοντά τους και τα γυναικόπαιδα και ήρθαν και κλείστηκαν μέσα από τα τείχη της Αθήνας. 

 Η περιοχή του Κεραμεικού (Έξω) από δυτικά. Διακρίνονται τα τείχη της πόλης με τις δύο κυριότερες πύλες: Το Δίπυλον αριστερά και την Ιερά Πύλη δεξιά. Στο βάθος, η Ακρόπολη.

Η πόλη γέμισε ασφυκτικά και μετατράπηκε σ’ ένα στρατόπεδο προσφύγων. Σε κάθε σταυροδρόμι άνθρωποι απελπισμένοι και αθλιότητα.
Ήταν αρχές  του καλοκαιριού του 430 π.Χ.  Η ατμόσφαιρα ήταν περίεργα ζεστή, ο κόσμος πολύς μέσα στην πόλη,  τα σπίτια  δεν έφθαναν, το νερό λιγοστό και οι αποχετεύσεις άγνωστες. Πολλή φασαρία, άγχος, φόβος κάθονταν απειλητικά στις ψυχές των ανθρώπων. Το κακό δεν άργησε να ξεσπάσει. Λοιμός.

Ο ένας μετά τον άλλο αρρώστησαν όλοι στο σπίτι. 



Μαζί και το κοριτσάκι. Ήταν τότε έντεκα  χρονών.  Έπαιζε όταν ένιωσε ένα δυνατό πονοκέφαλο . Σε λίγο υψηλός πυρετός και έντονη φλόγωση της έφεραν κοκκίνισμα στα μάτια. Ο φάρυγγας και η γλώσσα της έμοιαζαν να έχουν ματώσει,  η ανάσα της έβγαινε με δυσκολία και βρωμούσε . Φταρνιζόταν συνέχεια, η φωνή της βράχνιασε και ένας αφόρητος πόνος της έσφιγγε το στήθος προκαλώντας της δυνατό βήχα . Το στομάχι της ανακατευόταν και η ναυτία της προκάλεσε συνεχή εμετό.  Το δέρμα της  έγινε κοκκινωπό και μετά μελάνιασε και γέμισε φουσκάλες  και πληγές. Η επιδείνωση ήταν ραγδαία. Καίγονταν τα σωθικά της , δεν ανεχόταν τίποτε πάνω της και διψούσε αφόρητα. Επτά μέρες  μετά πέθανε. 

 Στο σπίτι δεν μπορούσε κανείς να βοηθήσει για την ταφή της . Άλλοι ήταν ετοιμοθάνατοι και άλλοι κυλιόντουσαν στους δρόμους  και γύρω από τις βρύσες. Κάποιοι  μάζεψαν το σωματάκι της και το πέταξαν σε ένα λάκκο μαζί με άλλα πτώματα στον Κεραμεικό χωρίς καμιά τελετή, χωρίς κανείς να την κλάψει, χωρίς τίποτε να τη συνοδεύσει.

 Η περιοχή με τους τάφους δίπλα στον Ηριδανό


                                                                 Οι στήλες κατά μήκος της Οδού των Τάφων.

 

 Διαβάστε εδώ τη συνέχεια