Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

"Ένα και δυο: τη μοίρα μας δεν θα την πει κανένας Ένα και δυο: τη μοίρα του ήλιου θα την πούμ' εμείς."



 
Αυτός ο αγέρας που χαζεύει μες στις κυδωνιές
Το ζουζούνι αυτό που πιπιλάει τα κλήματα
Η πέτρα που ο σκορπιός φοράει κατάσαρκα
Κι αυτές οι θημωνιές μέσα στ' αλώνια
Που καμώνουνται τον γίγα σε μωρά παιδιά ξυπόλυτα.

Οι ζωγραφιές του ανάστα ο Θεός
Στον τοίχο που έξυσαν τα πεύκα με τα δάχτυλα τους
Ο ασβέστης που βαστάει στη ράχη του τα μεσημέρια
Και τα τζιτζίκια τα τζιτζίκια μες στ' αυτιά των δέντρων.

Μεγάλο καλοκαίρι από κιμωλία
Μεγάλο καλοκαίρι από φελλό
Τα κόκκινα πανιά λοξά στα σαγανάκια
Στον πάτο ζώα κατάξανθα σφουγγάρια
Των βράχων φυσαρμόνικες
Πέρκες από τις δαχτυλιές ακόμη του κακού ψαρά
Ξέρες περήφανες στις πετονιές του ήλιου.

Ένα και δυο: τη μοίρα μας δεν θα την πει κανένας
Ένα και δυο: τη μοίρα του ήλιου θα την πούμ' εμείς.

Οδυσσέας Ελύτης, Ήλιος ο Πρώτος (ΧΙΙΙ) , Ίκαρος, Αθήνα 1979, έκτη έκδοση

Ο πίνακας του Igli Giorgo 

Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Μίκης Θεοδωράκης



  "Κάποιοι μουσικοί αγαπούν τη μουσική τους και κάποιοι άλλοι αγαπούν τους ανθρώπους"αυτά τα λόγια του μεγάλου χιλιανού τραγουδιστή και μάρτυρα Βίκτορ Χάρα βρίσκουν την απόλυτη εφαρμογή τους στη ζωή και το έργο του Μίκη Θεοδωράκη ανεξάρτητα αν διαφωνώ με κάποιες επιλογές ή δηλώσεις των τελευταίων χρόνων.

Ο Μίκης Θεοδωράκης γεννήθηκε στις 29 Ιουλίου του 1925.
   Ανάμεσα στα πάρα πολλά έργα του και τα εκατοντάδες τραγούδια που έχουμε τραγουδήσει σε μικρές και μεγάλες στιγμές της ζωής μας, σε πορείες και διαδηλώσεις αλλά και σε φιλικές συγκεντρώσεις, σε ταβέρνες και σε σπίτια, επιλέγω ένα μικρό απόσπασμα από το κορυφαίο έργο του συνθέτη" Canto General"  σε ποίηση του Pablo Neruda.

   Το Canto General" είναι ένας ύμνος στην ειρήνη και στην ελευθερία  όλων των λαών της γης. Ο Μίκης Θεοδωράκης κατόρθωσε με τη μεγαλειώδη μουσική του δημιουργία να αναδείξει την ποιητική σύνθεση του Pablo Neruda και να μας προσφέρει ένα έργο οικουμενικό και παγκόσμιο που το μήνυμα του εξακολουθεί να παραμένει τραγικά επίκαιρο σε έναν κόσμο που σφαδάζει από τον πόνο που προκαλούν οι απάνθρωπες  πολιτικές των κοσμοκρατόρων , η ανελευθερία, η καταπάτηση των στοιχειωδέστερων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι  κάθε είδους διακρίσεις,  η απανθρωπιά .
Αξεπέραστες οι ερμηνείες του Πέτρου Πανδή και της Μαρίας Φαραντούρη


Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

Το όνειρο του γυρισμού


  
Πήρε, λοιπόν, τη μικρή του τη σύνταξη για τα είκοσι χρόνια του, είχε βέβαια και κάτι λεφτά μαζεμένα με την τόση τη στέρηση και ξεκίνησε αμέσως για την Ελλάδα –για το Ντομπρίνοβο– Ηλιοχώριον, επαρχία Δωδώνης. Μέσα για μέσα στην καρδιά του Πίνδου. Δημήτριος Σκουρογιάννης –ι Μήτρους που λέγαμε,– ο επιστήθιος φίλος μου και φίλος πολύ και του συγγραφέα μας. Στα σαράντα πέντε του πια, μα γερός ακόμα σαν βούβαλος, στρογγυλοπρόσωπος, αγριομάλλης, μεγαλόκορμος και στραβοπόδαρος, όπως είναι όλοι τους από κείνα τα μέρη, από κείνα τα βουνά τα μεγάλα.

    Και γύρισε ο Σκουρογιάννης εκεί. Έτσι που το 'χε τάξει στον εαυτό του. Αυτό το Ντομπρίνοβο ήταν το στήριγμα της καρδιάς του στα χρόνια της ξενιτιάς, ήταν το τέρμα του μακρινού ταξιδιού του – κι η ανταμοιβή του μαζί. Τα μεγάλα βουνά της πατρίδας ερχόνταν και ξαναρχόνταν στην ερημιά του ξένου του τόπου, σκεπάζοντας με την αχλύ τη γαλάζια τους την καταχνιά της βορεινής πολιτείας. Και το βράδυ πάλι, καθώς έκλεινε αποσταμένος τα μάτια του, το ξερό, μονότονο όλη μέρα κροτάλισμα των σιδερικών, που βούιζε ακόμα στ' αυτιά του, σκεπαζότανε σιγά σιγά από κείνο το γνώριμο, το βαθύ τους ανάσασμα των χιλιάδων και χιλιάδων πεύκων κι ελάτων στον Πίνδο –εκεί, σε κείνον τον τόπο, που 'ταν ο τόπος του, όσο δεν ήτανε κανενός– κι αποκοιμότανε μέσα σ' αυτό.

   Κρυφά, να μη φανερώνεται στους άλλους και τον αποπαίρνουνε με τις σαχλαμάρες και τα πειράγματα του ελληνικού καφενείου, αυτόν το γυρισμό δούλευε μέσα του – και τον χαιρόταν που θα τον είχε. Να τελειώσει καμιά φορά με τις νόρμες, τα ακόρντ, τα όρντουνγκ, τα συρματόσκοινα, και να τελειώσει και με την άσφαλτο, το τσιμέντο και τ' αλουμίνιο, να φτάσει κάποτε κει:

– Κόβι, Μήτρου μ', κόβε να γυρίσουμε καμιά φορά…
Και καμιά φορά ξεχνιόταν ωστόσο, ξεσπούσε μπροστά στους άλλους: «Ιμείς από του Ντουμπρίνουβουν», «Ιμείς εκεί στο Ντουμπρίνουβον… Ιδέαν δεν έχετε ισείς…».

– Παράτα μας, ρε Σκουρογιάννη, μ' αυτό το Ντομπρίνοβο, του ριχνόνταν όλοι.

Τότες έσκυβε το κεφάλι, φούσκωνε τα μάγουλά του, μετάνιωνε που του ξέφυγε και το ξανάπε, σώπαινε κι ορκιζότανε μέσα του να φυλάγεται, να το φυλάει για τον εαυτό του, θησαυρό του, καημό του.

    Αύγουστος ήταν. Από τη Θεσσαλονίκη που κατέβηκε με το τρένο –τίποτα δε στάθηκε να δει– γραμμή λεωφορείο και στην Κοζάνη, γραμμή κι από κει για την Κόνιτσα. Εκεί το νοίκιασε το μικρό ημιφορτηγό για τις έξι βαλίτσες του, κάτι δέματα, κάτι πακέτα, άλλα μικρότερα – τα καζάντια του στη Γερμανία. Σε τρεις-τέσσερες ώρες σταματήσανε στο μικρό μπακάλικο – ήταν από τότε, πριν φύγει. Τώρα, με το δρόμο που φκιάξανε, το μεγαλώσανε και σταματούν εκεί τα λεωφορεία. Κατέβασε τα πράματα, πλήρωσε τον άνθρωπο, έφυγε το φορτηγάκι, αυτός στάθηκε μια στιγμή και κοίταξε γύρω του. Αριστερά του το βουνό της Λάιστας, κάτω η βαθιά ποταμιά που πάει με τ' άλλα νερά να βρει τον Αώο. Το χειμώνα βουίζει, η πλατιά της χαλικαριά λαμποκοπάει τώρα μέσα στον ήλιο. Πέρα, μπροστά του, ο Γυφτόκαμπος. Αντίκρυ του εκείνη η πλαγιά με τα πεύκα, τα ελάτια να κατρακυλούν αραδιαστά, πυκνά, στητά, φουντωτά. Ξωπίσω της, πέρα, τα βουνά τα μεγάλα – όπως τα 'ξερε. O τόπος του.

    Είκοσι χρόνια τα 'στειλε ταχτικά κάθε μήνα στους γονιούς του τα ογδόντα του μάρκα και να 'ρθει δεν θέλησε. Δεν ήτανε μόνο για τα λεφτά, την οικονομία και δεν ήταν ύστερα μονάχα για τη δικτατορία, τις φασαρίες. Χωρίς να το ξέρει, χωρίς να μπορεί να σκεφτεί τέτοια πράματα, ήταν κι αυτός από τους ανθρώπους εκείνους που δεν το λιανίζουνε τ' όνειρό τους, το θέλουν ακέριο, σωστό, μια και καλή, το φκιάχνουνε μέσα τους, το στήνουνε, το δουλεύουν και ξέρουν, μπορούνε να την καρτερούνε την ώρα του.

  Το χωριό αρχίζει λίγο πιο κάτω απ' το δρόμο, κατηφορίζοντας από τούτη τη μεριά της βαθιάς κοιλάδας. Τίποτα δε φαίνεται από το δρόμο. Μεγάλες καρυδιές τα κρύβουν, τα σκεπάζουν ολότελα τα πέτρινα σπίτια του ως κάτω στην εκκλησία με τον πελώριο πλάτανο μπρος της. Το μεσημέρι κρατούσε ακομα, ψυχή δεν ήταν στο δρόμο. Τράβηξε τα πράματά του στην άκρη, κάθισε στον ίσκιο πάνω σ' ένα κασόνι κι άκουγε τα τζιτζίκια. Σήκωσε μια στιγμή το κεφάλι κατά το δέντρο, χαμογέλασε – τον καλωσορίζανε.

   Εκεί τον βρήκαν αργότερα, τον γνωρίσανε, τον βοήθησαν να κατεβάσουν τα πράματα, μπήκε στο πατρικό του, ήρθαν όλοι, τον καλωσορίσανε, τον δεχτήκανε μετά χαράς, μείνανε ως το βράδυ μαζί του.

   Είχε φτάσει.

   Απο τότε που γίνηκε ο κόσμος, οι Ντομπρινοβίτες ξενιτεύονται. Στο χωριό τους γυρίζουν άμα γεράσουν. Ποτές τους δεν ήτανε ξυλοκόποι στα δάση που 'χουνε γύρω τους, αγωγιάτες στα βουνά τους, τσομπαναραίοι, μαστόροι, χρυσικοί, καλαντζήδες. Ένα παρακλάδι της Εγνατίας περνούσε από κει. Το παίρνανε και τραβούσαν – όπου τους βγάλει. Ξενιτευόντανε για να καζαντίσουν. Στα Γιάννινα, τη Θεσσαλονίκη –τον παλιό καιρό πηγαίνανε στα μέρη της Μαύρης Θάλασσας, κάτω χαμηλά στη Μεσημβρία, τον Πύργο, την παλιά Ανατολική Ρωμυλία– δικά τους ήτανε κάποτε κείνα τα μέρη. O συγγραφέας μας λέει πως είναι ανθρώποι σε τούτο τον κόσμο που το 'χουν στο αίμα τους να προκόβουν. Δεν πέφτουν έξω με τις δουλειές, τα λεφτά. Oι Ντομπρινοβίτες είναι απ' αυτούς: γερή καρδιά, γερό κορμί, σίγουρο μάτι.

Δίπατα πέτρινα σπίτια, εκκλησίες μεγάλες με πλατώματα πλακόστρωτα μπροστά τους, σχολειό δικό τους, που φκιάξανε μόνοι τους, τα στενορύμια του χωριού τους όλα καλντερίμι με δουλεμένη την πέτρα – τη μαρτυρούνε την προκοπή που κάναν στα ξένα και που τη φέραν και δω.

   Ξενιτεμένοι και τώρα, πάνε και τώρα το καλοκαίρι, με τα γιωταχί τους, τα τρανζίστορ, τις ηλεκτρικές τους κουζίνες, με τις νικέλινες  πολυθρόνες που κουβαλούνε μαζί τους για τις αυλές τους. Εργάτης στη Γερμανία από το Ντομπρίνοβο δεν πήγε κανένας – αυτός, ο Σκουρογιάννης μονάχα.

Κόσμος ήτανε και τώρα στο χωριό του, πολύς, Αύγουστο μήνα που γύρισε. Και χάρηκε βέβαια που τους βρήκε τόσους εκεί. Άλλοι τον 'ξέραν, τους ήξερε, μ' άλλους βρεθήκανε να 'χουν συγγένειες, παλιές γνωριμίες. Το βράδυ ανεβαίνουνε και μαζεύονται στο μπακαλικάκι του δρόμου, κατεβαίνουν στην εκκλησιά με το μεγάλο της πλάτωμα, πότε πάλι στην πλατεία του σχολειού – μια ταράτσα πάνω από τη ρεματιά.

    Θα 'θελε να τους έλεγε κάτι κι αυτός για τα δικά του της Γερμανίας, την ξενιτιά, τη νοσταλγία, τα βάσανα. Εδώ τώρα μπορούσε να το λέει πια και να μην φοβάται, πως «Ιμείς ιδώ στο Ντομπρίνοβον…». Δικοί του άνθρωποι είναι γύρω του, Ντομπρινοβίτες, Ντομπρίνοβο είναι όλα.

   Και δεν το λέει. Από τις πρώτες μέρες ακόμα αρχίζει να νιώθει πως κάπως είναι και κάπως δεν είναι μαζί με τους άλλους. Κάτι του λείπει για να 'ναι μαζί τους, για να 'ναι απ' αυτούς. O συγγραφέας μας να 'ταν εδώ, θα μπορούσε να 'λεγε πως αυτός απόμεινε όλα τα χρόνια της Γερμανίας Ντομπρινοβίτης, οι άλλοι δεν είναι τίποτα πια, από πουθενά δεν είναι. Όπου βρεθούνε, μόλις βρεθούνε, θ' αρχίσουν σε λίγο να λένε πάλι για τις δουλειές τους, για τα λεφτά τους, τα μαγαζιά τους, τα πράματα, μηχανήματα, χτήματα που αγόρασαν, που θ' αγοράσουν. Αν ήταν εδώ κανένας Μπρουσάκης, Σαββίδης, Γιαννόπουλος, από κείνους τους φιλοσόφους του ελληνικού καφενείου, θα 'χε πάλι τη σοφή την εξήγησή του – κοινωνία της κατανάλωσης και το ξερίζωμα, την αλλοτρίωση των ανθρώπων και τ' άλλα που λέγανε.
    O Σκουρογιάννης δεν μπορούσε βέβαια να σκέφτεται τέτοια πράματα, τόσο πολλά. Άρχισε μόνο και το 'νιωθε πως ήτανε μόνος μέσα σ' αυτούς τους ανθρώπους, έτσι σαν λίγο ξένος ανάμεσά τους. Του φαίνονται λίγο παράξενοι – άλλος κόσμος είναι. Άλλοι, λοιπόν, ήταν εκείνοι οι φιλόσοφοι με τις πολλές θεωρίες τους, τις παρλαπίπες και τους καυγάδες. Αυτός ήταν που τους απόπαιρνε τότε – τους θυμιέται τώρα καμιά φορά το βράδυ, γυρίζοντας σπίτι. Και κείνα τα βράδια της ξενιτιάς, το κουτό, βαρετό ξεροστάλιασμα στο σταθμό –δεν ξέρει βέβαια κι αυτό να το πει– αν άλλο δεν είχανε μέσα –ήτανε κάπως σαν να τους δέναν, να τους ενώναν –ίδιος καημός, ίδια πίκρα– κάπως κοντά σου τον νιώθεις τον άλλον. Πολύ σκορπισμένοι του φαίνονται τούτοι – μέσα στην Ελλάδα, μέσα στο δικό τους τον τόπο. Και δεν το λέει «Ιμείς ιδώ εις το Ντομπρίνοβον» – φοβάται ο Σκουρογιάννης μη του ριχτούνε, τον αποπάρουν κι εδώ.

   Έβαλε μαστόρους κι έφκιαξε το 'να δωμάτιο, έφκιαξε δίπλα το μαγειριό του, ταχτοποίησε με μεράκι τα γερμανικά κουζινικά που 'χε φέρει, έφκιαξε μπροστά την αυλή την πλακόστρωτη, την περγολιά της. Έφκιαξε και λίγο το φράχτη –πήγε κι έφκιαξε και τους τάφους των γονιών του στο νεκροταφείο– τα τέλειωσε όλα σωστά, νοικοκυρεμένα. Oι άλλοι θα φεύγαν ως το φθινόπωρο, αυτός δεν έφευγε, ερχόταν. Κατέβηκε για λίγες μέρες στα Γιάννινα, κανόνισε την επιταγή για τη σύνταξή του, να του τη στέλνουνε στο χωριό, έβαλε τα λεφτά του στην τράπεζα, τέλειωσε μ' αυτά, γύρισε πίσω.

  Καιρός ήτανε πια να περπατήσει και λίγο τον τόπο του. Πήρε το δισάκι του ένα πρωί – να κατέβαινε ως κάτω στη ρεματιά, να 'μπαινε λίγο στο δάσος. Κατέβηκε. Μικρά «πριόνια» δουλεύουν και τώρα στην άκρη του δάσους. Έκατσε λίγο – την είδε την τυράγνια των ανθρώπων, των μουλαριών, να κουβαλούν ως τα φορτηγά τούς μεγάλους κομμένους κορμούς. Πιο γνώριμος του φάνηκε ο κόσμος αυτός, πιο δικός του. Τράβηξε ύστερα λίγο πιο πέρα, έκοψε αριστερά, μπήκε στο μεγάλο δάσος. Πήρε το παλιό μονοπάτι των τσομπαναραίων, των ξυλοκόπων, των παλιών ληστάρχων που τραβάει για την κορφή. Ανάσανε βαθιά το βουνίσιον αγέρα, στάθηκε μια στιγμή και τ' άκουσε ζωντανό το βούισμα εκείνο των δέντρων – που μακρινό τον ακολουθούσε τότε στη Γερμανία. Έφτασε στο ξέφωτο που 'ξερε, κοντά στην κορφή –ένα μικρό λιβάδι– σκηνίτες εκείνα τα χρόνια τα φέρναν εδώ και βοσκούσανε τα μικρά κοπάδια τους.
   Γύρισε αργά στο χωριό με το ηλιοβασίλεμα –γραμμή για το σπίτι– κανέναν δεν ήθελε. Ήτανε μια μέρα καλή, κάτω στη ρεματιά, στη χαλικαριά, στα πριόνια, ψηλά στο βουνό. Τ' όνειρο του γυρισμού του δεν τον είχε γελάσει. 

Δημήτρης Χατζής , Το διπλό βιβλίο, Καστανιώτης, Αθήνα 1977, 2η έκδοση ξανακοιταγμένη

Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

"ο συρμός μάλλον φέτος κλίνει στην αμνησία..."

Και τώρα ξέρετε βιάζομαι.
Είναι πολλή η δουλειά, λέτε να τα προλάβω;
έχω να συναντήσω κάποιονε που με γέννησε απάνω
σ' έναν κάβο με τ' όνομα η Ελλάς`
ω, δεν είναι της μόδας το παρελθόν - έτσι μου λένε,
στα ρούχα μεταποιήθηκαν τα πέτα και οι κονκάρδες,

ναι, το θυμούμαι πόσο αλλάζουνε τα ρούχα` εκείνος που 
       με γέννησε εφορούσε τιράντες
τώρα δυσεύρετες -
τα μόνα ατόφια απ' τη φθορά μέσα στον τάφο όταν τον 
        άνοιξα που χάσκανε ακατέλυτα, τεράστια κληρονομιά
οι δυο τιράντες κι ένα κρανίο.
Μα ετούτη η γη, το ξέρετε, από κρανία είναι ξέχειλη`
μήπως και τα παίρνανε ανίδεα όντα αν έρχουνταν από
          άλλον πλανήτη, για κούπες για κρασί,
της Αντιγόνης τα παιδιά και του Στρατή το εγγόνι,
για κούπες για μπρούσκο κρασί μας γιόμισαν το χώρο
         που ανέκαθεν
μας φιλοξένησε το πολυτιμότερο όργανο και τις
συνέπειές του.
Τώρα όμως βιάζομαι ξέρετε`
έχω να συναντήσω τα χέρια, τις φωνές, τα βράδια που
        είχα αφήσει
 τα' χω αφημένα ατέλειωτα
και σ' ένα δώμα μια τρύπα ανοιχτή, λέτε πια να' χει
γιάνει;
λέω πως πια έχει γιάνει, ήταν πολλά τα χρόνια
κι επίσης συντελούνε - στα φαρμακεία υπάρχουν - τα 
αντιβιοτικά.
Όχι. Δεν το πιστεύω.
Δε δίνω πολλή βάση σ' αυτούς που ως παρηγόρια μού 
         λέγαν πως σε γέρασαν
οι μήνες κι οι καιροί,
ποιος μπορεί να σου σβήσει το φως σου, ενώ είναι ανάγκη
         να το παραμερίζεις στο δρόμο για να προχωρείς,
μόνο πως έχουν μείνει ατέλειωτα τα βράδια -
κανείς δεν έχει παρόμοια δύναμη να παλιώσει τη γη σου
          σαν τρύπιο ταψί μπακιρένιο, σκάρτο να το πετάς,
τα βράδια μόνο εβρέθηκαν μισοστρατίς τη νύχτα, 
μπορεί χέρια να πάλιωσαν κι ο χρόνος κόσμο εσκότωσε,
εσύ είσαι πάντα ακέρια.
Σου φέρνω τον εαυτό μου
τώρα
ξένον ταξιδιώτη
μέσα στο καράβι μου.

Μέλπω Αξιώτη, Κοντραμπάντο, Ποιήματα, Κέδρος 2001




Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

Κυριακή, 7 Ιουλίου 2013

...όργωνα, θέριζα και με τον Όμηρο σε τραγουδούσα, λαέ μου.

Ήταν ο τόπος μου βράχος και χώματα
ήλιος και μαύρο κρασί
όργωνα, θέριζα και με τον Όμηρο
σε τραγουδούσα, λαέ μου. Πάνω στα κύματα
νύχτες ολόκληρες σε ονειρεύτηκα.

Ήταν τα σπίτια μου άσπρα γαρίφαλα
και τα κορίτσια σεμνά
είχαν αρμύρα στα χείλη στα μάτια τους
καίγανε την οικουμένη και τα παιδιά μου
με μια φυσαρμόνικα τα ξελογιάζανε.

Ήταν ο τόπος μου σαν το χαμόγελο
όνειρο καθημερινό
κάποιος τον πούλησε, κάποιος τον ρήμαξε
σα δανεισμένη πραμάτεια. Τώρα τ' αγόρια μου
παίζουν το θάνατο στα χαρακώματα.


 Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος,
 Στιχουργός: Κ.Χ. Μύρης, από το άλμπουμ "ΧΡΟΝΙΚΟ".
Ερμηνευτής: Νίκος Ξυλούρης



Γεννήθηκα σε μια στιγμή
του κόσμου και βαδίζω
για μια μεγάλη χαραυγή
και πίσω δεν γυρίζω

Μια φορά στον κόσμο ήρθα
δυο φορές μ' αρνήθηκαν
και όταν είπα την αλήθεια
όλοι οι δρόμοι κλείστηκαν
Μια φορά στον κόσμο ήρθα
δυο φορές μ' αρνήθηκαν
και όταν είπα την αλήθεια
όλοι οι δρόμοι κλείστηκαν

Γεννήθηκα και ήταν πρωί
μα έζησα την νύχτα
άλλα μου είπαν οι θεοί
και άλλα στο κόσμο βρήκα

Μια φορά στον κόσμο ήρθα
δυο φορές μ' αρνήθηκαν
και όταν είπα την αλήθεια
όλοι οι δρόμοι κλείστηκαν
Μια φορά στον κόσμο ήρθα
δυο φορές μ' αρνήθηκαν
και όταν είπα την αλήθεια
όλοι οι δρόμοι κλείστηκαν


 Στίχοι: Δημήτρης Χριστοδούλου
Μουσική: Λίνος Κόκοτος
Eρμηνεία: Νίκος Ξυλούρης



Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

Βραδινή περιπλάνηση

Eilif Petersen, Summer Night (1886)
   Τη μεσημεριανή βροχή διαδέχτηκε ένα γλυκό απόγευμα. Απαλά γκρίζα σύννεφα κρύβουν τον ήλιο που βαδίζει προς τη δύση του. Πού και πού οι αχτίνες του καταφέρνουν να τρυπήσουν τα σύννεφα και να χαρίσουν το ροδοκόκκινο χρώμα τους στον ουρανό .
   Το δροσερό σούρουπο μας προκαλεί για μια βραδινή βόλτα, να περπατήσουμε, να "αδειάσουμε" το μυαλό μας από το φόρτο της ημέρας. 
   Αφήνουμε την ισοτοπιά της κοιλάδας και ανηφορίζουμε τα στενά δρομάκια των απέναντι μας χωριών, στους πρόποδες του βουνού. Πίσω μας μένει η βοή του μεγάλου δρόμου από τα αυτοκίνητα που κινούνται προς τα παράλια. Τα πουλιά σιγά σιγά μαζεύονται στις φωλιές τους, κουρνιάζουν για να περάσουν τη νύχτα που σιμώνει και άλλα ετοιμάζονται  για τη βραδινή τους έξοδο. Κρωξίματα, κελαηδισμοί, φτεροκοπήματα. Ένας δυο βοσκοί μαζεύουν τα λιγοστά ζώα τους και τα οδηγούν στη στάνη. Βελάσματα, κουδούνια και γαυγίσματα σκύλων ακούγονται από διάφορες μεριές. 
  Στο δρόμο συζητάμε για την εγκατάλειψη. 
- Να εδώ ήταν κάποτε ένα τυροκομείο, εκεί ένα αμπέλι.
-  Δε φαίνεται, το έπνιξαν τα βάτα και η βλάστηση.
- Εδώ παλιά δεν υπήρχε δρόμος αλλά μεγάλοι αύλακες κατέβαζαν το νερό από το βουνό και πότιζαν τους κήπους. Τι υπήρχε κάποτε εδώ; Δέντρα οπωροφόρα και μποστάνια. Όλοι μοιράζονταν το νερό και κάτι είχε η γη να τους δώσει.
   Ούτε αύλακες ούτε κήποι ούτε οπωροφόρα. Μόνο το νερό ακούγεται να κυλάει κάτω από θάμνους και ρίζες δέντρων. Οργιώδης βλάστηση κυριαρχεί παντού. Αδιάβατοι γίναν οι τόποι.
- Τι γινόταν σε άλλες εποχές !;  Αυτή την ώρα άνθρωποι και ζώα επέστρεφαν από τις δουλειές τους. Αντιλαλούσε όλη η περιοχή από τις κουβέντες , τα γέλια, τις παιδικές φωνές. Άλλοι δεν ανέβαιναν καθόλου στο χωριό, κοιμόντουσαν στα αλώνια ή ξενυχτούσαν τα ζώα για να βοσκήσουν στη δροσιά. 
   Η μνήμη γίνεται επώδυνη ανάμνηση.
   Βαθιές ανάσες για να ρουφήξουμε τις μυρωδιές. Μοσχοβολάει ο τόπος ρίγανη και μοσχοσίτι, αγιόκλημα και αγριοτριανταφυλλιά. 
- Κάπου εδώ βρισκόταν ένα αρχοντικό. Όμορφο πέτρινο σπίτι, το καλύτερο του χωριού.
- Δεν το βλέπω , πού είναι;
- Έπεσε από την εγκατάλειψη. Πέθαναν αυτοί που το είχαν και από τότε ρήμαξε.        
  Δέντρα φύτρωσαν πάνω στα χαλάσματα.
  Σχεδόν ίδια η εικόνα λίγο πιο πάνω . Μόλις που ξεχωρίζει μια μισογκρεμισμένη στέγη και μια ετοιμόρροπη καμινάδα. Πάνε πολλά χρόνια από τότε που κάπνισε για τελευταία φορά. 
  Χρόνια τώρα και εμείς αντικρύζουμε το ίδιο θέαμα πότε σ' αυτό το χωριό πότε στο άλλο. Η κατάσταση χειροτερεύει. Έφυγαν οι άνθρωποι και δεν ξαναγύρισαν . Ερήμωσαν τα σπίτια, σιώπησαν οι αυλές, χορτάριασαν οι κήποι. Μόνο πουλιά και φίδια κατοικούν στα ερείπια και τα φαντάσματα των νοικοκύρηδων . 
  Έχει νυχτώσει. Μπροστά μας πετούν μικρές φωτεινές τελίτσες, πυγολαμπίδες . Τα τριζόνια είναι και αυτά εδώ. Το φως και ο ήχος αυτής της νύχτας.
-  Σ' αυτό το δρόμο ,που ήταν μονοπάτι, υπήρχαν τα ακουμπιστήρια, μεγάλες πέτρες, μπιστούρες. Σταματούσαν οι ντόπιοι γυρίζοντας στο χωριό και φόρτωναν , ξεφόρτωναν πράγματα, ακουμπούσαν να ξεκουραστούν. " Θα ανταμώσουμε στα ακουμπιστήρια" άκουγες τις φωνές τους.
  Στη στροφή του δρόμου και ενώ ακόμη βρισκόμαστε ψηλά στο χωριό παρατηρούμε μιαν ασυνήθιστη κίνηση στον αρχαιολογικό χώρο. Φώτα αυτοκινήτων . 
- Τι συμβαίνει εκεί κάτω; 
- Ίσως έχουν έρθει τουρίστες.
- Τέτοια ώρα;
- Μπορεί να γίνεται κάποια εκδήλωση.
- Μα, δεν θα το ξέραμε, δεν θα είχαμε δει αφίσες;
Πλησιάζουμε στον αρχαιολογικό χώρο. 
- Καλησπέρα, γίνεται κάτι απόψε εδώ;
- Ναι, παίζει η Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Ιωαννιτών. Περάστε. Τώρα αρχίζει.
   Έκπληκτοι προχωρούμε στο χώρο της εκδήλωσης. Δίπλα στο αρχαίο θέατρο, στη βεράντα του κτίσματος που κάποτε οι ηθοποιοί χρησιμοποιούσαν για παρασκήνια υπάρχει μια ολόκληρη ορχήστρα. Από κάτω στα φρεσκοκομμένα χορτάρια σε σειρές πλαστικές καρέκλες και αρκετός κόσμος. Η υπεύθυνη προλογίζει.Ακούμε το όνομα του Μπετόβεν , του Μότσαρτ, του Δία και της Διώνης που συνεβρίσκονταν στην αγκαλιά του Τόμαρου...
Ακόμη δεν έχουμε καταλάβει περί τίνος πρόκειται . Είναι σκοτεινά και δεν μπορούμε να διαβάσουμε το πρόγραμμα.
Σχολιάζουμε το γεγονός ότι γίνεται μια εκδήλωση στον αρχαιολογικό χώρο, αλλά εμείς που ζούμε δίπλα δεν το γνωρίζαμε, γιατί δεν υπήρχε  ενημέρωση. Μια πικρή γεύση έρχεται στο στόμα. Τα ίδια και τα ίδια κάθε φορά...Ίσως τα δικά μας τα αυτιά δεν είναι για τέτοια ακούσματα, " ήγουν ντατσκαναραίοι" που έλεγε και ο Δημήτρης Χατζής. Τι να πω;

  Βγαίνει ο μαέστρος και αρχίζει η μουσική. Βιολιά και βιολοντσέλα κυριαρχούν. Ακούγονται και μερικά πνευστά. Μπετόβεν , Εισαγωγή στον Έγκμουντ και Μότσαρτ, Συμφωνία αρ. 41 του Διός
   Η υποβλητικότητα του χώρου, η μοναδική ακουστική της δωδωναίας κοιλάδας, η καλοκαιρινή νυχτιά έδεσαν αρμονικά μεταξύ τους. Η  μουσική ήταν μαγευτική, μας ταξίδεψε  και έκλεισε με μοναδικό και απρόσμενο τρόπο τη βραδινή μας περιπλάνηση .                                                   
Η εκδήλωση ήταν αφιερωμένη στα 100 Χρόνια Ελεύθερα Γιάννενα και διοργανώθηκε από τη ΙΒ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Ιωαννιτών. Και η απορία παραμένει...

Χθες δεν ήθελα να έχω μαζί μου ούτε φωτογραφική μηχανή ούτε κινητό. Έτσι δεν μπόρεσα να έχω δικές μου φωτογραφίες και δανείστηκα μια φωτογραφία από το φιλικό ιστολόγιο Photos from Ioannina.  Ευχαριστώ για την παραχώρηση.



Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

Ρόζα Ιμβριώτη , Το Φροντιστήριο της Τύρνας

    
Τον Ιούνη του 1944 μου ανατέθηκε η Διεύθυνση του Φροντιστηρίου της Τύρνας. Έμεινα αποσβολωμένη. Σ' αυτό το μικρό χωριό με τους 671 κατοίκους, σε ύψος κάπου 1200μ. μέσα στην αγκαλιά του Κόζιακα έπρεπε να στήσω ένα Παιδαγωγικό Φροντιστήριο. Ούτε διδακτήριο, ούτε προσωπικό , ούτε διδαχτικό υλικό, ούτε βοηθήματα, ούτε βιβλιοθήκη, ούτε καταλύματα, ούτε...ούτε...
- Γίνεται , Συναγωνιστή, φροντιστήριο έτσι;
- Έχουμε μην ξεχνάς εμείς οι Έλληνες και το "κρυφό σχολειό". Δεν έχουμε δασκάλους, τα σχολεία μένουν κλειστά. Είναι ανάγκη να φτιάξουμε δασκάλους. Πήγαινε. Εκεί απάνω, (εννοούσε την Καστανιά) , θα βρεις τον Καραγιώργη, αυτός θα τα βολέψει όλα, λέει ο Συναγωνιστής Γραμματέας της Παιδείας Πέτρος Κόκκαλης.
    Ξεκινάω. Περνώ δυο φορές ξυπόλυτη την επικίνδυνη ζώνη κοντά στην Πόρτα και βρίσκω τον Κ.Καραγιώργη κ' έπειτα το Σ.Μπαρμπουνάκη. Μένω κατάπληχτη. Τι έξαρση ήταν εκείνη, λες ακόμα και τα λόγια τους ήταν σπαθιές. Αυτοί οι άνθρωποι ατάραχοι, γαλήνιοι, καλοί καραβοκύρηδες μέσα στη φουρτούνα συγκροτούν τα ασυγκρότητα και τα βγάζουν πέρα όλα μια χαρά. Ανάταση παντού, από τον " σύνδεσμο" ως τον "καθοδηγητή" κι ο λαός από δίπλα παραστέκει. Οι δάσκαλοιόθε κι αν στρέψω έχουν γίνει μια "κατεξοχήν" δύναμη λαομορφωτική και πολιτιστική.
     Περπατώ τώρα στα πόδια του Κόζιακα την πανάρχαια ρωμαϊκή οδό και γοητεύομαι. Μόνος που δεν έχει κατανόηση είναι ο "συναγωνιστής" - έτσι το λέγανε - που πρέπει να με πάει σηκωτή στην Τύρνα. Είναι ένα τρισχαριτωμένο γαϊδουράκι. Από τη στιγμή που ξεκινήσαμε έβαλε στόχο το ζεστό ψωμί στον τορβά μου. Του το δίνω, το τρώει όλο και μένουμε νηστικοί από κει και πέρα κ' οι δυό. Ύστερα από κάμποσο διάστημα αρνιέται να περπατήσει. Αναγκάζομαι να κατεβώ και να τον σέρνω από το σκοινί. Έτσι μπαίνω στην Τύρνα.
     - Πώς να τα βγάλω πέρα;
 Η αγωνία μου μεγαλώνει. Το χωριό είναι σχεδόν ολότελα καταστρεμμένο. Με δέχονται καμμιά τριανταριά σπουδαστές, αγόρια και κορίτσια. Αποφασίζουμε να συγκεντρωθούμε το απόγευμα κατά τις 5. Πάω να ησυχάσω. Στο μικρό δωματιάκι βρίσκω μια πολύτιμη συνεργάτισσα, τη Βάγια. Μιλήσαμε λίγο, πλύθηκα, έφαγα κ' έπεσα να ξεκουραστώ. Κατά τις 4 1/2 μ.μ. χτυπάει κάποιος την πόρτα: " Δε μπορώ να ξυπνήσω κανένα, όλα τα παιδιά κοιμούνται!". Ανασηκώνομαι ζαλισμένη .
 " Βάγια σήκω". Η Βάγια κοιμάται μακάρια. Μα κ' εγώ μισοζαλισμένη  πέφτω στο ντιβάνι. Ο φούρναρης γνωματεύει " Δε θα βγάλετε την ήρα από το στάρι". Τέλος στις 6μ.μ. μαζευόμαστε όλοι στο χώρο που θα τον είχαμε τραπεζαρία. Είναι ημιϋπόγειο 20Χ8 μ. Μείναμε καναδυο ώρες συζητώντας. Όταν βγήκαμε είχαμε την εντύπωση κι η Βάγια κ' εγώ ότι όλα θα πάνε καλά.
    Τα παιδιά στεγάστηκαν στα διάφορα σπίτια. Το προσωπικό μαζεύτηκεε σ' ένα μικρό ωραίο σπίτι, μέσα στα έλατα, μπροστά σ' ένα θαυμάσιο φαράγγι. Όλοι γύρω μας παραστέκουν. Ο " Κίσσαβος", συνταγματάρχης του ΕΛΑΣ , δάσκαλος το επάγγελμα, όλο με παίρνει στο τηλέφωνο κι όλο ρωτάει για την υγεία μας. Μας στέλνει γιατρό. Ο Μπαρμπουνάκης, δάσκαλος κι αυτός, γίνεται ο φύλακας άγγελος του Φροντιστηρίου. Στέλνει κι όλο στέλνει από διδακτικό υλικό ως τα καλύτερα φαγώσιμα. Κι όλο μας δίνει συμβουλές. Ο Πέτρος Κόκκαλης, καθηγητής του Πανεπιστημίου, μας κόβει συσσίτιο αξιωματικού και μας φροντίζει. Στέλνουν και περίφημους συνεργάτες. Φτάνει η Ξένη, διπλωματούχος της Σορβόννης για το μάθημα της ψυχολογίας, φτάνει ο Ν.Π. αρχαιολόγος για την ιστορία. Έρχονται οι καλύτεροι  δάσκαλοι της περιφέρειας, ο Π., ο Μ. κ' η Αδαμίδου. προς το τέλος φτάνει κι ο ζωγράφος Κώστας ο Θετταλός.
      Μα το καμάρι του Φροντιστηρίου είναι το ανθρώπινο υλικό, οι σπουδαστές κι οι σπουδάστριες, στην αρχή 85 και στο τέλος 107. Βλέπω γύρω μου τα νειάτα που έρχονται έπειτα από εφιαλτικά γεγονότα που γίνηκαν στην περιοχή τους , που έχουν καταματωμένα τα πόδια και αμυχές στα χέρια και στο πρόσωπο, που κρύφτηκαν σε φαράγγια και σε χαντάκια στις δημοσιές , που πέρασαν την επικίνδυνη ζώνη που τη θερίζουν οι Γερμανοί, που γλύτωσαν από αλλεπάλληλα μπλόκα ως να φτάσουν στην Τύρνα περπατώντας 10 και 15 μέρες. βλέπω αυτά τα νειάτα να με κοιτάζουν με φρέσκια και παληκαρίσια ματιά, γεμάτα εμπιστοσύνη . Όλοι και όλες είναι τελειόφοιτοι του Γυμνασίου ή σπουδαστές της Παιδαγωγικ'ής Ακαδημίας, είναι προπάντων , κι αυτό το λένε με περηφάνεια , ΕΠΟΝΙΤΕΣ!
     Το Φροντιστήριο λειτουργούσε στο μονοτάξιο Δημοτικό Σχολείο της Τύρνας. Ο ντόπιος  δάσκαλος στην αρχή ήταν δύσπιστος, έπειτα γίνηκε φανατικός οπαδός μας και μας βοήθησε πολύ ως το τέλος.
     Το πρόγραμμα μας καταρτίστηκε έτσι:
Το πρωί από τις 7 1/2 - 1μ.μ κάναμε τα θεωρητικά μαθήματα.
   Ρ. Ιμβριώτη: Παιδαγωγικά: Βάσεις για μια δημοκρατική παιδεία. Οργάνωση της Παιδείας. Περισχολικά ιδρύματα. Σχολείο Αναλφαβήτων - Επιμόρφωση. Αγωγή του πολίτη (Σκίτσο μιας δημοκρατικής αγωγής). Ο Δάσκαλος. Διοίκηση της Παιδείας.
   Ξένη: Ψυχολογία του παιδιού και Πειραματική Ψυχολογία. Τεστ , επαγγελματικός προσανατολισμός. Ασκήσεις.
   Ο φιλόλογος Ν.Π.: Ελληνική Ιστορία, Ιστορία Νέων Χρόνων και κυρίως η ελληνική Επανάσταση και το νόημά της.
    Γίνονται ομιλίες και συζητήσεις με τους ξένους επισκέπτες 12- 1μ.μ.κάθε μέρα.
    Το απόγευμα 4μ.μ. - 7μ.μ. λειτουργούσε το Δημοτικό Σχολείο. Οι Δάσκαλοι μοιράστηκαν τις τάξεις και εφάρμοζαν το "σχολείο εργασίας". Ανάλαβαν και τους αναλφάβητους και τα νήπια με τις οδηγίες μας.
    Στις 7 1/2 μ.μ. Συσσίτιο - Συζητήσεις και Ψυχαγωγία.
    Μετά το Συσσίτιο ήταν η ώρα της ξεκούρασης και της περισυλλογής. Αρχίζαμε με κάποιο σκετς ή κάποια τραγούδια. Έπειτα διαβάζαμε τις ανακοινώσεις της Π.Ε.Ε.Α, ακούγαμε αφηγήσεις από τη ζωή των παιδιών  στον απελευθερωτικό αγώνα, συχνά γινόταν ομιλίες από περαστικούς. Μιλούσαμε οι καθηγητές. Εγώ μίλησα για τον Παλαμά , η Ξένη για τον επαγγελματικό προσανατολισμό, ο Π. " για την περιοχή του Πηλίου", ο Κ. Θετταλός για την "Τέχνη" , ο Σαράτσης ο γιατρός "για την υγιεινή"κ.λ.π.
     Γίνεται πραγματικά τα βράδυα αυτά κάτω από τις δυο λυχνίες κέντρο εκπολιτιστικό το Φροντιστήριο. Σιγά - σιγά προβάλλλουν οι μορφές των χωρικών στα παράθυρα και στις πόρτες. Έπειτα αρχίζουν να συζητούν και στο τέλος ο γεροντώτερος μας μιλεί για τα "λαϊκά δικαστήρια". Σ'ένα απ' αυτά είναι δικαστής. Το Φροντιστήριο κάνει εκδρομές και συχνά μιλούμε , το προσωπικό, πάνω στα προβλήματα του χωριού.
     Αλλά το Φροντιστήριο είχε και τις επίσημες ώρες του.
     Την πρώτη Κυριακή από τη λειτουργία του γίνηκαν τα εγκαίνια. Μαζεύτηκαν από τα γύρω χωριά κάπου 1500 άτομα, άντρες, γυναίκες και παιδιά, με τα φαγιά τους. Πήρε τη μορφή πανηγυριού. μίλησα πρώτη εγώ για το σκοπό του Φροντιστηρίου και την αποστολή του Δασκάλου. Θυμάμαι πως κατάληξα περίπου έτσι:
  " Η αποστολή του Δασκάλου είναι να φτιάξει ανθρώπους , μα για να φτιάξουμε ανθρώπους, πρέπει πρώτα εμείς να γίνουμε άνθρωποι . Δεν μπορούμε να μείνουμε έξω από τους αγώνες του λαού , να μην κάνουμε δήθεν πολιτική. Γιατί τότε κάνουμε πολιτική αντίθετη από τα συμφέροντα του λαού. Εμείς θα φτιάξουμε ανθρώπους συνειδητούς και ελεύθερους . Χρέος μας είναι να σταθούμε πλάγι στο λαό μας και στην ανάγκη να τον οδηγήσουμε".
    Έδωκαν τον όρκο τα παιδιά κ' έπειτα μιλεί ο καπετάνιος της Ι Μεραρχίας του ΕΛΑΣ. Γίνηκε πανζουρλισμός. Μιλεί για τον ΕΛΑΣ και τους σκοπούς του. " Έφτασε , λέει , η ώρα της απελευθέρωσης. Χαιρετίστε τις σημαίες μας. Ο κατακτητής ψυχορραγεί. Ετοιμαστήτε για τα νέα σας καθήκοντα. Με σας πρωτοπορία θα φτιάξουμε μιαν ευτυχισμένη Ελλάδα". Το πανηγύρι κράτησε ως τη νύχτα.
     Δεύτερη επίσημη μέρα για το Φροντιστήριο ήταν η είδηση πως θα περάσει ο δοξασμένος στρατηγός Στέφανος Σαράφης. Τον δέχτηκε το Φροντιστήριο κι ο λαός με λουλούδια και τραγούδια 
"...Βροντάει ο Όλυμπος ..." .Στέκεται συγκινημένος ο Στρατηγός . Έπειτα ακουμπάει το ένα του πόδι σε μια καρέκλα του καφενείου και μιλάει. Θυμάμαι μόνο το τέλος: 
" Τιμημένα μου παιδιά! Όσοι έπεσαν για το λαό, για την Πατρίδα, αιώνια θα ζήσουν. Οι άλλοι όσοι μείναμε , εμπρός για τη λαϊκή δημοκρατία, εμπρός να γίνουμε δημιουργοί μιας νέας Ελλάδας".
    Η τρίτη επίσημη μέρα ήταν όταν έφθασε πάνω σε μια μοτοσυκλέττα ο Κ. Καραγιώργης . Τελείωνε το Φροντιστήριο κ' ήρθε  και παρακολούθησε τα τελευταία μαθήματα. Μίλησε κάπου 1 1/2 ώρα:
 " Ευχαριστώ , είπε, για όσα το Φροντιστήριό σας  πέτυχε. Ο Θεσσαλικός λαός εχτίμησε τη δουλειά σας . Η Π.Ε.Ε.Α.  στέλνει στον καθένα σας διορισμό στην περιοχή σας. Περιμένουμε να βοηθήσετε την ενότητα του λαού, να ενισχύσετε την απελευθερωτική ορμή του, να του σταθείτε να εξασφαλίσει μιαν ελεύθερη ζωή. Σταθείτε στο πλευρό του."
     Τελείωσε το Φροντιστήριο. Τα τελευταία μου λόγια ήταν : 
" Σας θαυμάζω, σας καμαρώνω και σας καλοτυχίζω παιδιά της Ελλάδας. Με σας είμαι σίγουρη πως θα δημιουργήσουμε μιαν Ελλάδα λεύτερη, χαρούμενη, δημοκρατική".
    Ήταν στιγμές ανάτασης και πεποίθησης για την Νίκη, Το Φροντιστήριο μετά δίμηνη λειτουργία διαλύθηκε, όμως ο σπόρος που έρριξε βλάστησε. Βλέπω  πότε -πότε τους παλιούς μαθητές , άντρες τώρα, γεμάτους προκοπή μα και προσμονή , πότε ο λαός θα δει τις θυσίες του να καταξιώνονται.
                                                                                            Ρόζα Ιμβριώτη
    Το κείμενο της Ρόζας Ιμβριώτη βρίσκεται στην Επιθεώρηση Τέχνης του Μαρτίου - Απριλίου 1962, τεύχος 87-88, αφιέρωμα στην Αντίσταση

Ώρα του λυκόφωτος



Είμαστε αιχμάλωτοι του ανεξήγητου και του αιώνια χαμένου
κι η τύψη είναι ο μόνος τρόπος να ξαναγυρίσουμε στην παιδική
αγνότητα -
ω παλιέ φίλε που έφυγες, ξέρω ότι θα σε συναντήσω σε κάποιο
όνειρο ή άξαφνα στο δρόμο όταν όλα θα' χουν χαθεί,
γυναίκες που αγαπήσαμε ενώ έξω απ' τα παράθυρα δυνάμωνε  η 
βροχή
κι ύστερα πιασμένοι απ' το χέρι περάσαμε τη γέφυρα, με τα μαλλιά
σας βρεγμένα να λαμπυρίζουν στο ηλιοβασίλεμα -
ποιος θα το πίστευε αλήθεια πως υπήρξε ένας καιρός που δίναμε  τη 
ζωή μας
μ' εκείνον τον αδιάκοπο πυρετό σαν τ' άρρωστα παιδιά που όταν
αναρρώσουν δεν τους χωράνε τα παιδικά τους ρούχα
και στο σχολειό τα κοροϊδεύουν - και γεμίζουν τα τετράδια τους με 
ποιήματα
για να μη χαθούν. Κι ύστερα έρχεται η ενηλικίωση σαν ένα ναυάγιο.

Ω, λυκόφως, δίκαιη ώρα, που και στα πιο ταπεινά πράγματα
δίνεις μια σημασία πριν έρθει η νύχτα.

Τάσος Λειβαδίτης, Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου
 Ποιήματα, τ.3[ 1979- 1990], Κέδρος, 2003, 6η έκδοση

Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

4 Ιουλίου 1966 , μεγάλη συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη στο γήπεδο της ΑΕΚ


Ανατέλλοντας κάπου στην Εγνατία


...Και κάποτε εκεί που στεκόταν και περίμενε , χάραξε εντελώς
ξαφνικά. Εντελώς ξαφνικά, είδε τον ήλιο να ανατέλει ταυτόχρονα
απ' τον κάθετο δρόμο και απ' τον άλλον, τον οριζόντιο...
Άρης Αλεξάνδρου

Τρίτη, 2 Ιουλίου 2013

Ηλικία της θάλασσας

  Πολλές φορές διαβάζοντας ένα μυθιστόρημα σκέφτομαι μια ταινία. Σε διαδοχικά διαστήματα η ανάγνωση  του Θωμά του Καρατζά του Κώστα Πουρναρά (Μπόση), Οι ρίζες του ποταμού του Ζήση Σκάρου και οι Νύχτες και Αυγές /Τα βουνά του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου μου θύμισαν την ταινία - ντοκιμαντέρ του Τάκη Παπαγιανίδη, Ηλικία της θάλασσας , που γυρίστηκε το 1978.
    Πρόκειται για δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ στο οποίο, μέσα από την αναστοχαστική αφήγηση ενός απλού αγωνιστή της Αριστεράς, επιχειρείται μια αναδρομή στα σημαντικά ιστορικά γεγονότα της Ελλάδας (από το 1917 έως το 1977), και τις επιπτώσεις τους στα κοινωνικο-πολιτικά δρώμενα. Πρόκειται για έναν πολιτικό απολογισμό με συναισθηματική και ποιητική διάθεση.( Ταινιοθήκη της Ελλάδας ) Ο Χριστόδουλος Χάλαρης επενδύει μουσικά την ταινία. 
Έχει βραβευτεί για τη μουσική, τη σκηνογραφία και το μοντάζ στο 19ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1978 .Το 1980 πήρε το βραβείο της Παγκόσμιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου.

Διάρκεια


 

Η νύχτα μάς κοιτάζει μέσ' απ' τα φυλλώματα των άστρων.
Όμορφη νύχτα, σιωπηλή. Θα΄ρθει μια νύχτα
κι εμείς θα λείπουμε. Και τότε πάλι
θα τραγουδάνε οι αραποσιτιές τ' αρχαία τραγούδια τους,
οι θερίστριες θα ερωτεύονται πλάι στα δεμάτια,
κι ανάμεσα απ' τους ξεχασμένους στίχους μας
όπως ανάμεσα απ' τα κίτρινα στάχυα
ένα πρόσωπο νεανικό, φωτισμένο απ' το φεγγάρι,
θα κοιτάζει, όπως εμείς απόψε,
εκείνο το μικρό ασημένιο σύννεφο
που γέρνει κι ακουμπάει το μέτωπό του στον ώμο του λόφου.


Γιάννης Ρίτσος , Θερινό Φροντιστήριο στο Ανθολογία Γιάννη Ρίτσου, επιλογή Χρύσα Προκοπάκη, Κέδρος 2000, 7η έκδοση

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Ιούλιος κι ο Άνεμος


Το βάφτισμα

   Δύο μέρες τώρα μάνα και γιος αλωνίζανε μοναχοί τους - γερασμένη κιόλας εκείνη, το παιδί δεν είχε πατήσει τα δεκατρία. Το παιδί γύριζε με τη φοράδα στ’ αλώνι, η μάνα ερχόταν, μάζευε τον καρπό, μάζευε το σανό. Η χρονιά ήταν κακή, το γέννημα λιγοστό και πλαγιασμένο. Και χρεωμένο. Ο πατέρας τη δεύτερη μέρα απ’ τ’ αλώνισμα τους άφησε κι έφυγε. Παρακάτω απ’ το χωριό είχαν αρχίσει και φτιάχνανε πάλι τους δρόμους κι οι χωριάτες, όσοι μπορούσαν, τελειώνοντας με το θέρισμα, άφηναν τις άλλες δουλειές στις γυναίκες και τα παιδιά τους και κατεβαίναν εκεί - για τα μεροκάματα. ‘Ετσι κάναν κάθε καλοκαίρι. Και πήγε κι αυτός, ο πατέρας.
      Το πρώτο βράδυ που γύρισε πίσω, το παιδί κοιμότανε κιόλας αποσταμένο δίπλα στο σβησμένο τζάκι. Πήγε κοντά, στάθηκε ορθός και το κοίταξε μια φορά. Γύρισε τα μάτια του, κοίταξε και τη γυναίκα. Αυτή του ‘γνεψε με το κεφάλι κουνώντας το καναδυό φορές πάνω και κάτω - ήθελε να του πει, ναι. Έκατσε να φάει, σήκωσε τα μάτια του και πάλι κοίταξε τη γυναίκα.
    - Και πώς τα πήγε;
    - Αψύ παιδί... Και φιλότιμο.
      Αυτός σκούπισε τα μουστάκια του, για να κρύψει το χαμόγελο.
    - Απόστασε κι αυτό και την παίδεψε και τη φοράδα πολύ.
    - Τη φοράδα - όχι.Μην τον αφήνεις...Και
      Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι:
    - Και τι να του κάνω; ‘Ολη μέρα ασταμάτητα... Με το ζόρι να τον σταματήσω για το ψωμί.
Ο πατέρας χαμογέλασε πάλι και πάλι σκούπισε τα μουστάκια του.
    - Μα τη φοράδα - όχι. Μην τον αφήνεις... Και τα κατάφερε ο κερατάς;
    - ‘Ολα για σένα... Να σ’ ευχαριστήσει.
    - Και το πουλάρι;
    - Ε, τι θέλεις εσύ. Από πίσω κι αυτό.
    - Κι αλωνίζει κι αυτό;
    - Παίζει, μωρέ.
      Ο πατέρας χαμογέλασε πάλι και δε σκούπισε αυτή τη φορά τα μουστάκια του. Καλά ήταν έτσι. Και τ’ αλώνισμα με τη φοράδα και το παιδί - και το μεροκάματο το δικό του στο δρόμο.Ξαναστάθηκε και το κοίταξε λίγο. Κοίταξε και τη γυναίκα μα δεν είπε τίποτα. Έκατσε να φάει και πάλι δε ρώτησε τίποτα. ‘Υστερα σηκώθηκε, πήγε κοντά της. Κάτι είχε στο νου του, συλλοή, στενοχώρια. Η γυναίκα δε μίλησε, περίμενε.
    - Και πώς τα πήγατε;
      Η γυναίκα σήκωσε τις πλάτες.
    - Και πότε λες να τελειώσετε;
    - Ξέρω; Πέντε μέρες ακόμα;
      Σώπασαν.
    - Θα σας πάρω, λέω, τη φοράδα, είπε τέλος αυτός.
    - Για το δρόμο;
    - Είπαν, θέλουν και κάρα... Πέντε μέρες όσο να τελειώσετε εσείς - πέντε μεροκάματα για τη φοράδα, άλλα πέντε το κάρο...
    - Και στ’ αλώνι;
      Την κοίταξε στα μάτια. Γύρισε κοίταξε και το παιδί που κοιμόνταν.
    - Το πουλάρι.
    - Μικρό δεν είναι ακόμα, Βαγγέλη;
    - Θα βαστάξει, βαστάει αυτό...
    - Κι αδοκίμαστο ακόμα κι ακαπίστρωτο... κι ακαλλίγωτο, μουρμούρισε η γυναίκα... Αυτό είναι να παίζει μονάχα...
    - Δε θα παίζει όλο τον καιρό...
    - Και ζάπι  - ποιος θα το κάνει;
    - Από μένα καλύτερα αυτός.
      Δε μίλησαν άλλο. Ο πατέρας έπεσε δίπλα στο παιδί κι αποκοιμήθηκε γρήγορα. Η γυναίκα είχε ακόμα δουλειές. Τέλειωσε - Κατέβηκε τότε και στο κατώι, έβαλε φρέσκο σανό στη φοράδα, έβαλε και στο πουλάρι. Καθώς γύρισε και την κοίταξε, τ’ άρπαξε το κεφάλι και το 'σφιξε μια φορά πάνω στα μαραμένα της στήθια. ‘Οταν ανέβηκε πάνω, πήγε και στο παιδί που κοιμόταν, το χάιδεψε κι αυτό μια φορά.
      Το πρωί ο πατέρας έζεψε τη φοράδα στο κάρο. Το παιδί στεκότανε δίπλα του με το μακρύ καμουτσίκι στα χέρια. Πίσω του πάλι του πουλάρι. ‘Ολο το καλοκαίρι έτσι πήγαινε πίσω του σαν το μανάρι, σαν το ζαγάρι. Το παιδί σηκωνόταν από το χάραμα, κατέβαινε στο κατώι και το 'βγαζε έξω. Το ‘παιρνε και το τραβούσε για το λιβάδι, για το βουναλάκι να το βοσκήσει, μα περνούσε πάντα μέσ’ απ’ τα χωράφια. Κάθε τόσο σταματούσε, κοίταζε γύρω, πηδούσε μέσα στ’ αραποσίτια, του 'κοβε ένα αγίνωτο καλαμπόκι και του το 'δινε στο στόμα. Το πουλάρι κατάπινε το χλωρό καρπό και γυρνούσε τα στρογγυλά του μάτια και το κοιτούσε. Τότε το παιδί δε μπορούσε να μην του κλέψει κι άλλο. Τ’ απόγεμα το 'παιρνε πάλι να το κατεβάσει στο ρέμα να το ποτίσει:
    - Να το καβαλήσω, πατέρα;
    - ‘Οχι, ακόμα είναι μικρό...
    - Αυτό, πατέρα;
    - Σε σκότωσα, κερατά.
      Δεν το καβαλίκευε εκεί. Το πότιζε στο ρέμα, ύστερα ξαπλωνόταν ανάσκελα. Το πουλάρι δίπλα του σκάλιζε με το μπροστινό του ποδάρι τις πέτρες - γιατί να στέκονται εκεί; Τότε το καβαλούσε, χωρίς καπίστρι, χωρίς τίποτα και τραβούσε πέρα, πίσω απ’ το βουναλάκι να μην τους ιδούνε. Κάποτε αργούσαν, χανόντανε μαζί· βράδιαζε και δεν είχαν γυρίσει. Η μάνα έβγαινε τότες στην πόρτα, κοίταζε γύρω· πού χαθήκανε πάλι;
    - Στέργιο, φώναζε.
 Γύριζε το παιδί το κεφάλι, στύλωνε και το πουλάρι τ’ αυτιά του - τ' ακούγανε τ’ όνομα και τα δύο.
      ‘Οταν θερίζανε το χωράφι, το παιδί τους έφερνε το ψωμί, τους κουβαλούσε νερό, βοηθούσε τη μάνα του στο δεμάτιασμα. Και το πουλάρι από πίσω. Σα σταματούσανε καμιά φορά τη δουλειά, πηδούσε ξαφνικά, τ’ άρπαζε το λαιμό, κρεμόταν στο στήθος του και το 'σφιγγε, το 'σφιγγε όσο που ν’ αρχίσει κι αυτό να τινάζεται και να σηκώνεται ολόρθο στα πισινά του ποδάρια. Τότε χαιρότανε.
    - Κοίτα πατέρα...
    - Κοίτα τώρα στ’ αλώνι, μην το παιδέψεις πολύ, είπε ο πατέρας.
    - Εγώ πατέρα;
    - Σιγά να το πας … Είναι αμάθετο ακόμα …
    Ο πατέρας τράβηξε τον καρόδρομο ανάμεσα στα χωράφια, το παιδί πήρε τον ανήφορο για τ' αλώνι. Το πουλάρι γύρισε, κοίταξε μια φορά τη φοράδα κι ύστερα έτρεξε πίσω του και στάθηκε δίπλα στ' αλώνι.Το παιδί το χάιδεψε στο λαιμό.Του πέρασε το καπίστρι.  Αυτό τέντωσε τα ρουθούνια, τινάχτηκε λίγο - το δέχτηκε.Το 'δεσε στο στειλιάρι τ' αλωνιού και χάρηκε που μήτε εκεί δεν στενοχωρήθηκε πολύ.  Μπήκε μπροστά του, χωρίς να πάρει την τριχιά απ' το καπίστρι.
    - Άιντε, Στέργιο …
    Άρχισε να τρέχει γύρω τ' αλώνι, όλο κοιτάζοντας πίσω του. Το πουλάρι κίνησε, έτρεξε και κείνο πίσω του, μια φορά, δυο φορές, ύστερα στάθηκε - δεν  τ' άρεσε το παιχνίδι.  Σταμάτησε και το παιδί. Πήγε κοντά του, του χάιδεψε το λαιμό και ξαναξεκίνησε κοιτάζοντας πάντοτε πίσω του. Το πουλάρι δε σάλεψε, πολεμούσε να δαγκώσει το καπίστρι. Το παιδί γέλασε, πήγε πάλι κοντά του.
    - Κοίτα, Στέργιο …  Πόσα δεμάτια …  Και ποιος θ' αλωνίσει;
    Πήρε την τριχιά στα χέρια του και ξαναξεκίνησε. Ξεκίνησε πίσω και το πουλάρι. Ο ήλιος ανέβηκε ψηλότερα, άναψε ολόγυρα η πέτρα, έκαιγε ο τόπος. Παιδί και πουλάρι μουσκευτήκανε στον ιδρώτα. Κάθε φορά που το πουλάρι σταματούσε, ζοριζόταν και τσίναγε με τα λουριά και τα σκοινιά τ' ασυνήθιστα, το παιδί τραβούσε δυνατότερα την τριχιά - ερχόταν τότες και κείνο.  Η δουλειά πήγαινε σιγά. Οι ώρες περνούσαν και ούτε τα πρώτα δεμάτια δεν είχαν τελειώσει.
    Το παιδί σταμάτησε, σταμάτησε και το πουλάρι και παιδευότανε πάλι να λευτερώσει το κεφάλι του.Το παιδί σκούπισε τον ιδρώτα απ' τα μάτια του, σκούπισε και το πουλάρι με τα μπράτσα του. Έκατσε λίγο στην άκρη απ' τ' αλώνι. Δυο μέρες με την φοράδα δεν το 'χε νιώσει καθόλου πως δούλευε. Τρεις ώρες μονάχα και το κορμί του σουβλιζότανε τώρα, η πλάτη του πονούσε  απ' το τράβηγμα, το δεξί του χέρι ξεράθηκε …
    Σηκώθηκε, μάζεψε τον καρπό, έριξε καινούργια δεμάτια, πήρε την τριχιά και μπήκε πάλι μπροστά.
    - Έλα Στέργιο μου … έλα.
    Το πουλάρι πήγε και κείνο γοργά.  Ένα αγεράκι φύσηξε απ' το βουνό, δρόσισε λίγο, το πουλάρι πήγαινε τώρα μονάχο του. Το παιδί ένιωσε την πλάτη του ν' αλαφρώνει.  Τ' άφησε να τρέχει και στάθηκε δίπλα.
    - Άιντε, Στέργιο …  Στέργιο μου …
    Το πουλάρι πήγαινε τώρα μονάχο του, το παιδί έτρεχε δίπλα του.
    - Στέργιο … Στέργιο … Κοίτα, πατέρα.
    Και πήγαινε και το πουλάρι γοργά και χαιρότανε, όλο χαιρότανε πλιότερο το παιδί.  Ύστερα πήγε από πίσω, όπως πήγαινε δυο μέρες με τη φοράδα. Κροτάλισε δυνατά το καμουτσίκι στον αέρα, από χαρά κι από περηφάνια.  Η  δουλειά πήγαινε γοργά, σε λίγο θα χρειαζόνταν καινούργια δεμάτια. Και ξαφνικά το πουλάρι σταμάτησε.
    - Άιντε, Στέργιο …
    Τίποτα.  Κροτάλισε δυνατά το καμουτσίκι στον αέρα.  Το πουλάρι δε σάλεψε.  Το σήκωσε ψηλά μ' όλη τη δύναμή του και το κατέβασε στ' αναμμένα καπούλια. Μια φορά, δυο φορές. Το πουλάρι τινάχτηκε ξαφνιασμένο, έκανε μιά να σηκωθεί στα πισινά του ποδάρια, φρούμαξε - σκοινιά, λουριά το πνίξαν - απόμεινε στο ζυγό κι έτρεμε ολόβολο. Το παιδί είδε το γυαλιστερό του τρίχωμα ν' αυλακώνεται πάνω στο ιδρωμένο κορμί - δυο βαθιές χαρακίλες - κι απόμεινε με το χέρι υψωμένο. Πέταξε το καμουτσίκι στα στάχυα, έτρεξε και τ' αγκάλιασε το στήθος. Το πουλάρι χαμήλωσε το κεφάλι του και το 'τριψε πάνω στο δικό του.  Και τότε το παιδί δεν μπόρεσε να κρατήσει τα δάκρυα.  Το 'σφιγγε, σφιγγότανε πάνω στο στήθος του κι έκλαιγε με λυγμούς.
    Ο ήλιος όλο κι ανέβαινε. Το κάμα δυνάμωνε. Το παιδί ξαναπήρε το καμουτσίκι στα χέρια και μπήκε πάλι από πίσω.  Δεν έκλαιγε πια.
    - Άιντε Στέργιο .
    Τ' άλογο έσκυψε μια φορά τ' ωραίο κεφάλι, ύστερα το τίναξε πίσω και κάλπασε πάνω στα στάχυα.
    - Έι-χω, φώναξε το παιδί κι η φωνή του ήταν χαρούμενη κι άγρια.
    Είχανε βαφτιστεί και τα δυο.   



Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι , Ροδακιό , 2000