Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

...όταν ανοίγω ένα βιβλίο, βλέπω μια ακρούλα του ουρανού...

...Πρώτη φορά στη ζωή μου κατάλαβα τι είναι ένα βιβλίο. Ένα βιβλίο είναι ένας μαγικός κόσμος γεμάτος μικρά σύμβολα που μπορούν να δώσουν ζωή στους νεκρούς και να χαρίσουν αιώνια ζωή στους ζωντανούς. Είναι ασύλληπτο, φανταστικό και "μαγικό" ότι είκοσι τέσσερα γράμματα του αλφάβητου μπορούν να συνδυαστούν  με τόσους τρόπους ώστε να γεμίσουν τεράστια ράφια με βιβλία και να μας οδηγήσουν σ' έναν κόσμο δίχως όρια, ένα κόσμο που θα διευρύνεται διαρκώς όσο υπάρχουν άνθρωποι σ' αυτή τη γη.
Κοίταξα ψηλά στους τοίχους και για μια στιγμή ένιωσα τα βιβλία να με καρφώνουν με το βλέμμα τους. Λες κι είχαν ζωή, λες και φώναζαν:
" Έλα κοντά μας, μη φοβάσαι, έλα!"
Ξαφνικά ένιωσα τρομερή πείνα. Όχι για φαγητό, αλλά για λέξεις που κρύβονταν σ' αυτά τα ράφια. Αλλά το ήξερα: όσο και να διαβάζω στη ζωή μου, ποτέ δε θα μπορούσα να διαβάσω έστω κι ένα δισεκατομμυριοστό απ' όλες τις προτάσεις που έχουν γραφτεί. Γιατί στον κόσμο υπάρχουν τόσο πολλές προτάσεις όσα αστέρια στον ουρανό. Και πολλαπλασιάζονται ολοένα, διευρύνονται διαρκώς , όπως ο δίχως όρια χώρος.
Αλλά ταυτόχρονα ήξερα ότι, όταν ανοίγω ένα βιβλίο, βλέπω μια ακρούλα του ουρανού, κι όταν διαβάζω μια νέα πρόταση, γνωρίζω κάτι περισσότερο από πριν. Κι όλα όσα διαβάζω κάνουν τον κόσμο μεγαλύτερο, αλλά διευρύνουν και τους δικούς μου ορίζοντες. Για μια στιγμή είχα κοιτάξει στο φανταστικό και μαγικό κόσμο των βιβλίων...




Γιόστεν Γκάαντερ, Κλάους Χαγκερούπ, Η Μαγική Βιβλιοθήκη, Α.Α Λιβάνη, Αθήνα 2002

H φωτογραφία από εδώ

Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

Το χαμόγελο σου, Νίκο Μπελογιάννη, δε θα μπορέσει κανείς να μας το πάρει πίσω...

Ποιος έχει γλώσσα να το πει και χέρι να το γράψει: ΣΚΟΤΩΣΑΝ το ΝΙΚΟ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗ. Το σκότωσαν το παλικάρι, πάει. Μαζί του εκτελέσανε και τον Μπάτση, τον Καλούμενο και τον Αργυριάδη...Το έγκλημα έγινε στην Αθήνα στο " συνήθη τόπο ", ξημερώνοντας η 30 Μάρτη, σε μέρα και ώρα απαγορευμένα που και αυτοί οι Γερμανοί κατακτητές το σεβάστηκαν. Κυριακή 4 και 10΄μέσα στο πηχτό σκοτάδι, υπό το φως των προβολέων, μήπως και φρίξει η μέρα.
Κι ούτε ένας αρμόδιος δε βρέθηκε να παραδεχτεί πως αυτός έδωσε την εντολή. Όλοι ανεύθυνοι. 

" Αθώος ειμί του αίματος τούτου"

Κι ως το' μαθε ο κόσμος πήρε τους δρόμους, έτρεχε με γαρίφαλα και μύρα να πλύνει το νωπό αίμα εκείνου που τους ξανάδωσε την ελπίδα.

" Σκότωσαν το Νίκο Μπελογιάννη! Σκότωσαν το Νίκο Μπελογιάννη!"
" Σκοτώνεται ποτέ ο ήλιος;"

Δάκρυα, τριγμοί και σεισμοί και όρκοι.

 " Κοιμήσου ήσυχος Νίκο, εμείς αγρυπνούμε..."

Εκατομμύρια άνθρωποι σ΄ όλη την υφήλιο υψώνουν τις γροθιές τους. Εκατομμύρια κάνουν ευλαβικά το σταυρό τους. Κι η γροθιά με το σταυρό ανταμώνουν εκεί που η καταλύτρα βία γκρεμίζει τα θεμέλια της ανθρωπιάς. Σκότωσαν έναν άνθρωπο κι ανάστησαν μια ιδέα. Θάνατος δεν υπάρχει όταν η ζωή σου γίνεται ένα μ' εκατομμύρια ζωές που μάχονται για την ανθρώπινη ανάσταση.
Πένθιμα εμβατήρια και παιάνες από τη Μόσχα, το Πεκίνο, το Πιογκ - Γιαγκ, τη Ρώμη, το Παρίσι...τα σταυροδρόμια της Ανατολής, της Ασίας, της Ευρώπης...


...Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους
το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη.

Οι δολοφόνοι κρύβονται πίσω απ' τα μαχαίρια τους
Τραβηχτείτε πέρα, δολοφόνοι. Τραβηχτείτε πέρα.

Σάλεψε η γη. Σάλεψαν τ' αγκωνάρια του ουρανού.
Σάλεψε το δοκάρι του σπιτιού.
Σάλεψε η κρεμασμένη λάμπα.

Τι ώρα νάναι λοιπόν; Τι ώρα νάναι
...παιδί μου να θυμάσαι.

Οι στίχοι του Γιάννη Ρίτσου ανταμώνονται στους αιθέρες με τους στίχους όλων των μεγάλων βάρδων της γης. Κι ο Πωλ Ελυάρ λέει μπρος σ' εκατομμύρια Γάλλους που κλαίνε από οργή και συγκίνηση:

" Ο Μπελογιάννης είναι νεκρός. Δε θυσίασε τίποτα απ' την τιμή και την ελπίδα μας για ένα αύριο φωτεινό. Χαμογελούσε...Ποτέ δε θα μπορέσουμε να μετρήσουμε αυτούς που έδωσαν τη ζωή τους όπως εκείνος, όπως ο Περί, η Ζώγια...Είναι πάρα πολλοί, ξαναγεννιούνται συνεχώς...Η δύναμή τους είναι μεταδοτική. Βαδίζουν μπρος από το μέλλον...Όλα μπορούν να ξεχαστούν, όχι η δική τους εμπιστοσύνη στη ζωή..."

Αχ, και δυο σπαραγμένες γυναίκες, η μάνα του και η μάνα του παιδιού του, ριγμένες η μια πάνω στο νωπό μνήμα, κι η άλλη πίσω από τα σίδερα του απομονωτηρίου της Καλλιθέας...


Ποιος μπορεί να πει πως οι σφαίρες του εκτελεστικού
άφησαν ανέγγιχτη την δική μου καρδιά...

Πιάνει η Έλλη την πένα που την άφησε εκείνος και γράφει, ονοματίζει έναν έναν τους ενόχους. Δυο γράμματα έγραψε κι έπεσε σ' άγρια σιωπή αναμετρώντας πόσο βαρύ θα ' ναι να ζήσει...Κι η μάνα του Νίκου να θρηνεί διακριτικά: Γιε μου! Γιε μου! Ήλιε μου, σπλάχνο μου ακριβό, που δεν εχόρτασα τη θωριά σου...Πώς θα χωρέσει τη ζωντάνια σου η μαύρη γης...

Δεν κλαίγαν τον ήρωα, μα το γιο και τον άντρα, το ψιλομελάχρινο παλικάρι, τα νιάτα του, την καρδιά του...Και κάναν ευκή, τούτη η χώρα να πάψει να τρώει τα τέκνα της κι ουδέ ήρωες ουδέ προδότες να φτιάχνει. Μόνο ανθρώπους, νιάτα ψυχωμένα, χαρούμενα κι υπεύθυνα όπως εκείνος.

Το χαμόγελο σου, Νίκο Μπελογιάννη, δε θα μπορέσει κανείς να μας το πάρει πίσω. Δεν ήσουνα άνθρωπος, μα μια γενιά, ένα κίνημα που νίκησε την ήττα του...



Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, Κέδρος 1985, 26η έκδοση

Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Ο τρελός λαγός

Ο Μίλτος Σαχτούρης, από τους σημαντικότερους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής λογοτεχνικής γενιάς, φιλοξενείται στη σειρά κινηματογραφικών εκπομπών του Γιάννη Σμαραγδή «ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ», σε σενάριο και σκηνοθεσία του Λευτέρη Ξανθόπουλου.

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

Με βροχή και με χαλάζι

Ο Μάρτης επιβεβαίωσε τη φήμη του. Γδάρτης...Χθες το μεσημέρι η καταιγίδα ήταν δυνατή, αλλά αυτή που ξέσπασε τα ξημερώματα ήταν σφοδρότατη και καταστροφική για τα δέντρα και τις καλλιέργειες.  Αστραπές, βροντές, θυελλώδεις άνεμοι και πολύ δυνατή χαλαζόπτωση. Δεν έμεινε τίποτα όρθιο. Άσπρισε ο τόπος σαν να είχε χιονίσει. 









Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Ήταν καμάρι της αυγής και καβαλάρης όμορφος. Τώρα μια χούφτα χιόνι...

Ο αγαπημένος ερμηνευτής Λάκης Παππάς δεν ανήκει πια στο γήινο κόσμο. Η φωνή του όμως , ευαίσθητη, τρυφερή, ερωτική και βαθιά αισθαντική θα εξακολουθεί να μας συνοδεύει όπως τότε που τον πρωτοακούσαμε παιδιά και έμεινε για πάντα μέσα στην καρδιά μας να θυμίζει όμορφες στιγμές των χρόνων της νιότης μας.  Ματωμένος Γάμος και Παραμύθι χωρίς όνομα, μοναδικά δεμένη η μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και η ερμηνεία του Λάκη Παππά.


ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΓΑΜΟΣ
(1947-1948)

Μουσική και τραγούδια για το θεατρικό έργο του F.G.Lorca που ανέβηκε από το «Θέατρο Τέχνης» στο θέατρο «Αλίκη»
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Απόδοση: Νίκου Γκάτσου
Σκηνοθεσία: Κάρολου Κουν
Ηχογράφηση: Οκτώβριος 1965
Τραγουδάει ο ΛΑΚΗΣ ΠΑΠΠΑΣ

 ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ
(1959-1960)

Κύκλος τραγουδιών που γράφτηκαν για το ομώνυμο θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη, το οποίο ανέβηκε για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 1959 από το Νέο Θέατρο σε σκηνοθεσία Βασίλη Διαμαντόπουλου
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης.
Ηχογράφηση: Οκτώβριος 1965.
Τραγουδάει ο ΛΑΚΗΣ ΠΑΠΠΑΣ

Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

Οι Εβραίοι των Ιωαννίνων στο Άουσβιτς

Το Σάββατο της 25ης Μαρτίου του 1944 η διοίκηση της γερμανικής Βέρμαχτ απέστειλε διαταγή στα Γιάννενα με την οποία 1850 Εβραίοι κάτοικοι της πόλης συγκεντρώθηκαν και οδηγήθηκαν στο Άουσβιτς. 

Στις 03.25.1944, υπό την καθοδήγηση του ταγματάρχη της αστυνομίας τήρησης τάξεως Χάφρανεκ  και με τη συνεργασία : στρατεύματος, της στρατιωτικής αστυνομίας, της αστυνομίας για την τήρηση τάξεως και το τμήμα της GFP 621 (προφυλακής στα Γιάννενα), οι Εβραίοι των Ιωαννίνων εκκενώθηκαν. Επίσης συνεργάστηκε και η ελληνική αστυνομία.
Την 3.oo ώρα το ξημέρωμα της 25ης Μαρτίου το γκέτο αποκλείστηκε από τα στρατεύματα. Την 5.oo π.μ. ώρα ο πρόεδρος της εβραϊκής κοινότητας ενημερώθηκε γι’ τό ότι όλοι οι Εβραίοι μέσα σε τρεις ώρες με το σύνολο των μελών των οικογενειών τους να παρουσιαστούν σε δύο προκαθορισμένα σημεία συγκέντρωσης. Οι αποσκευές που θα μπορούσαν να παραληφθούν να είναι μέχρι 50 κιλά ανά οικογένεια.
Στην ελληνική αστυνομία και την κρατική αστυνομική ασφάλεια, καθώς και στα μέλη του Εβραϊκού Συμβουλίου με τον επικεφαλής των Εβραίων, έγινε γνωστό ότι κάθε μέλος της Εβραϊκής Κοινότητας αν δεν βρίσκεται μετά τις 8.οο π.μ. στο ραντεβού, θα πρέπει να πυροβολήται.
Μέχρι 7.45 π.μ. το σύνολο των Εβραϊκών συνοικιών είχαν εκκενωθεί και είχαν εμφανιστεί στα σημεία συνάθροισης. Ισχυρή φάλαγγα της γερμανικής αστυνομίας για την τήρηση τάξεως παρακολούθησε με αποσπάσματα της την εκκένωση της πλειοψηφίας των σπιτιών. Η επιχείρηση εξελίχθηκε χωρίς κανένα περιστατικό. Την 8.oo π.μ. θα μπορούσε να ξεκινήσει η εκκένωση. Προηγουμένως τα φορτηγά για τη μεταφορά, στάθμευσαν στους δρόμους πρόσβασης στα σημεία συγκέντρωσης.

Η φόρτωση έγινε υπό την επίβλεψη της στρατιωτικής αστυνομίας και της Γερμανικής Αστυνομίας Τάξης. Ο συνοδηγός του οχήματος είχε την υπευθυνότητα για την καταμέτρηση κατά την μεταφορά των Εβραίων του οχήματος του. Την 10.oo π.μ. η φόρτωση όλων των Εβραίων ολοκληρώθηκε και η φάλαγγα των 80 φορτηγών ξεκίνησε την πορεία με κατεύθυνση προς τα Τρίκαλα. Η επιχείρηση πρέπει να χαρακτηριστεί ως απόλυτα επιτυχής, καθώς το 95% των συλληφθέντων Εβραίοι μεταφέρθηκαν. Η συνεργασία των εμπλεκόμενων τμημάτων, συμπεριλαμβανομένης της ελληνικής αστυνομίας ήταν υποδειγματική.
Οι ελληνικός πληθυσμός, που είχε λάβει γνώση της επιχείρησης, συγκεντρώθηκε στους δρόμους της πόλης. Με σιωπηλή ικανοποίηση που θα μπορούσατε να δείτε στα πρόσωπά τους, παρακολούθησαν την μεταφορά των Εβραίων από την πόλη τους.
Μόνο σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, κάποιος Έλληνας παρευρισκόμενος, σε κάποιος Εβραίους γνωστούς έγνεφε τον αποχαιρετισμό. Βλέποντας το ξεκάθαρα αναγνωρίζουμε ότι αυτή η φυλή ήταν σε μεγάλους και σε νέους το ίδιο αντιδημοφιλής. Συμπόνια για την τύχη τους, ή ακόμα και με μέτρια αξιολόγηση της επιχείρησης δεν ήταν γνωστή σε καμία μεμονωμένη περίπτωση.
(Αρχειακό τεκμήριο αριθ. WΒ 2340 (5)
Ομάδα Μυστικής Αστυνομίας 621 την 27.3.1944.
Υπό την Διοίκηση του XXII. Σώματος Ορεινών Καταδρομέων)

Πηγή: tvxs

...Καί νωρίς ἐβγήκανε καταμπροστά στόν ἥλιο, μέ πάνου ὡς κάτου ἁπλωμένη τήν ἀφοβιά σά σημαία, οἱ νέοι μέ τά πρησμένα πόδια πού τούς έλεγαν ἀλῆτες.

Η μεγάλη Έξοδος
Τίς ἡμέρες ἐκεῖνες ἔκαναν σύναξη μυστική τά παιδιά καί λάβανε τήν ἀπόφαση, ἐπειδή τά κακά μαντάτα πλήθαιναν στήν πρωτεύουσα, νά βγοῦν ἔξω σέ δρόμους καί σέ πλατεῖες μέ τό μόνο πρᾶγμα πού τούς εἶχε ἀπομείνει: μιά παλάμη τόπο κάτω ἀπό τ’ ἀνοιχτό πουκάμισο, μέ τίς μαῦρες τρίχες καί τό σταυρουδάκι τοῦ ἥλιου. Ὅπου είχε κράτος ἡ Ἄνοιξη.
Καί ἐπειδή σίμωνε ἡ μέρα πού τό Γένος εἶχε συνήθειο νά γιορτάζει τόν ἄλλο Σηκωμό, τή μέρα πάλι ἐκείνη ὁρίσανε γιά τήν Ἔξοδο. Καί νωρίς ἐβγήκανε καταμπροστά στόν ἥλιο, μέ πάνου ὡς κάτου ἁπλωμένη τήν ἀφοβιά σά σημαία, οἱ νέοι μέ τά πρησμένα πόδια πού τούς έλεγαν ἀλῆτες. Καί ἀκολουθούσανε ἄντρες πολλοί, καί γυναῖκες, καί λαβωμένοι μέ τόν ἐπίδεσμο καί τά δεκανίκια. Ὅπου έβλεπες ἄξαφνα στήν ὄψη τους τόσες χαρακιές, πού ‘λεγες είχανε περάσει μέρες πολλές μέσα σέ λίγην ὥρα.
Τέτοιας λογῆς ἀποκοτιές, ὡστόσο, μαθαίνοντες οἱ Ἄλλοι, σφοδρά ταράχτηκαν. Καί φορές τρεῖς μέ τό μάτι ἀναμετρῶντας τό ἔχει τους, λάβανε τήν ἀπόφαση νά βγοῦν ἔξω σέ δρόμους καί σέ πλατεῖες, μέ τό μόνο πρᾶγμα πού τούς εἶχε ἀπομείνει: μιά πήχη φωτιά κάτω ἀπ’ τά σίδερα, μέ τίς μαῦρες κάνες καί τά δόντια τοῦ ἥλιου. Ὅπου μήτε κλῶνος μήτε ἀνθός, δάκρυο ποτέ δέν ἔβγαλαν. Καί χτυπούσανε ὅπου νά ‘ναι, σφαλῶντας τά βλέφαρα μέ ἀπόγνωση. Καί ἡ Ἄνοιξη ὁλοένα τούς κυρίευε. Σάν νά μήν ἤτανε ἄλλος δρόμος πάνω σ’ ὁλακέρη τή γῆ, γιά νά περάσει ἡ Ἄνοιξη παρά μονάχα αὐτός, καί νά τόν εἶχαν πάρει ἀμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, περ’ ἀπ’ τήν ἄκρη τῆς ἀπελπισιᾶς, τή Γαλήνη πού έμελλαν νά γίνουν, οἱ νέοι μέ τά πρησμένα πόδια πού τούς έλεγαν ἀλῆτες, καί οἱ ἄντρες, καί οἱ γυναῖκες, καί οἱ λαβωμένοι μέ τόν ἐπίδεσμο καί τά δεκανίκια.
Καί περάσανε μέρες πολλές μέσα σέ λίγην ὥρα. Καί θερίσανε πλῆθος τά θηρία, καί άλλους ἐμάζωξαν. Καί τήν άλλη μέρα ἐστήσανε στόν τοῖχο τριάντα.



Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον Εστί, Ίκαρος, Αθήνα 1977, 9΄έκδοση













Θέμα του τρίτου αναγνώσματος είναι ένα συγκεκριμένο, ιστορικό πια γεγονός` η μεγάλη πανεθνική εκδήλωση διαμαρτυρίας που έγινε στην Αθήνα με την ευκαιρία του απαγορευμένου εορτασμού της 25ης Μαρτίου 1942, κατά την οποία εθρηνήσαμε πολλά θύματα. Πρωτοπορεία ήσαν οι νέοι, μαθητές και φοιτητές. Από το πρωί εγέμισε εορταστικά η Αθήνα με πλήθος κόσμου. Σκοπός, το στεφάνωμα των προτομών των ηρώων της Επανάστασης και του Αγνώστου Στρατιώτου. Οι αρχές της Κατοχής έστειλαν ιππικό και μηχανοκίνητα και εκτύπησαν "στο ψαχνό". Η εκδήλωση αυτή υπήρξε μια από τις σημαντικότερες ομαδικές εκδηλώσεις σ' ολόκληρη τη γερμανοκρατούμενη Ευρώπη και υπήρξε δίδαγμα για όλο τον κόσμο της καθολικής αντιστάσεως του Ελληνικού λαού. Από κείνη την ημέρα άρχισαν συστηματικά οι ομηρίες και οι ομαδικές εκτελέσεις. Την εικόνα της "ημέρας εκείνης" θέλει να δώση ο ποιητής.
Η ανάλυση του Τάσου Λιγνάδη στο βιβλίο Το Άξιον Εστί του Ελύτη ( Εισαγωγή, Σχολιασμός , Ανάλυση).Αθήνα 1977, 3η έκδοση (με προσθήκη)

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

Ο κόσμος μάς έλεγε τρελλούς. Ημείς αν δεν ήμεθα τρελλοί δεν εκάμαμεν την επανάστασιν...


Η επανάστασις η εδική μας δεν ομοιάζει με καμμιάν απ' όσαις γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης αι επαναστάσεις εναντίον των διοικήσεων των είναι εμφύλιος πόλεμος. Ο εδικός μας πόλεμος ήτον  ο πλέον δίκαιος, ήτον έθνος με άλλο έθνος, ήτον με ένα λαόν οπού ποτέ δεν ηθέλησεν να αναγνωρισθή ως τοιούτος, ούτε να ορκισθή, παρά μόνον ό,τι έκαμνε η βία. Ούτε ο Σουλτάνος ηθέλησε ποτέ να θεωρήση τον ελληνικόν λαόν ως λαόν, αλλ' ως σκλάβους. Μίαν φοράν, όταν επήραμεν το Ναύπλιον, ήλθε ο Άμιλτων να με ιδή, μου είπε ότι: " Πρέπει οι Έλληνες να ζητήσουν συμβιβασμόν, και η Αγγλία να μεσιτεύση". Εγώ του αποκρίθηκα, ότι : " Αυτό δεν γίνεται ποτέ, ελευθερία ή θάνατος. Εμείς καπιτάν Άμιλτων, ποτέ συμβιβασμόν δεν εκάμαμεν με τους Τούρκους. Άλλους έκοψε, άλλους σκλάβωσε με το σπαθί και άλλοι, καθώς εμείς, εζούσαμε ελεύθεροι από γενεά σε γενεά. Ο βασιλεύς μας εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε, η φρουρά του είχε παντοτινόν πόλεμον με τους Τούρκους και δύω φρούρια ήτον πάντοτε ανυπότακτα". Με είπε: " Ποία είναι η βασιλική φρουρά του, ποία είναι τα φρούρια;" - " Η φρουρά του βασιλέως μας είναι οι λεγόμενοι Κλέφται, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά". Έτζι δεν με ωμίλησε πλέον.

Ο κόσμος μάς έλεγε τρελλούς. Ημείς αν δεν ήμεθα τρελλοί δεν εκάμαμεν την επανάστασιν, διότι ηθέλαμεν συλλογισθή πρώτον δια πολεμοφόδια, καβαλαρία μας, πυροβολικό μας, πυριτοθήκαις μας, τα μαγαζιά μας, ηθέλαμεν λογαριάσει την δύναμιν την εδική μας, την τούρκικη δύναμη. Τώρα οπού ενικήσαμεν, που ετελειώσαμεν με καλό τον πόλεμό μας μακαριζόμεθα, επαινώμεθα. Αν δεν ευτυχούσαμεν ηθέλαμεν τρώγει κατάραις, αναθέματα. Ομοιάζομεν σαν να ήναι εις ένα λιμένα πενήντα - εξήντα καράβια φορτωμένα, ένα από αυτά ξεκόβει, κάνει πανιά, πηγαίνει, πουλεί, κερδίζει, γυρίζει οπίσω σώον. Τότε ακούς όλα τα επίλοιπα καράβια και λέγουν: " Ιδού άνθρωπος, ιδού παλληκάρια, ιδού φρόνιμος, και όχι σαν εμάς οπού καθόμεθα έτζι δειλοί, χαϊμένοι", και κατηγορούνται οι καπεταναίοι ως ανάξιοι. Αν δεν ευδοκιμούσε το καράβι ήθελε ειπούν: " Μα τι τρελλός να σηκωθή με τέτοια φουρτούνα, με τέτοιον άνεμο, να χαθή ο παληάνθρωπος, επήρε τον κόσμο εις το λαιμό του".

 Η αρχηγία ενός στρατεύματος ελληνικού ήτον μία τυραννία, διατί έκαμνε και τον αρχηγό, και τον κριτή, και το φροντιστή, και να του φεύγουν κάθε ημέρα και πάλιν να έρχωνται, να βαστάη ένα στρατόπεδον με ψέματα, με κολακείες, με παραμύθια, να του λείπουν και ζωοτροφίαις και πολεμοφόδια, και να μην ακούν και να φωνάζη ο αρχηγός, ενώ εις την Ευρώπην ο αρχιστράτηγος διατάττει τους στρατηγούς, οι στρατηγοί τους συνταγματάρχαις, οι συνταγματάρχαι τους ταγματάρχαις και ούτω καθεξής. Έκανε το σχέδιο του και ξεμπέρδευε. Να μου δώσει ο Βελιγκτών 40.000 στράτευμα το εδιοικούσα, αλλ' ατουνού να του δώσουν 500 Έλληνας δεν ημπορούσε ούτε μία ώρα να τους διοικήση. Κάθε Έλληνας είχε τα καπρίτζια του, το θεό του, και έπρεπε να κάμη κανείς δουλειά με αυτούς, άλλον να φοβερίζη, άλλον να κολακεύη κατά τους ανθρώπους ( Θεόδωρος Κολοκοτρώνης )

Γεωργίου Τερτσέτη, Απομνημονεύματα Κολοκοτρώνη, Εκδόσεις Συλλογή , Αθήνα 1995

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Νικόλαος Σκουφάς



Τρία είναι τα κυριώτερα πολιτικά πρόσωπα που θεμελίωσαν στην αρχή, μεγάλωσαν κατοπινά και ύστερα κράτησαν στους ώμους τους ως το τέλος τον οργανισμό της Φιλικής: ο Σκουφάς, ο Ξάνθος κι' ο Αναγνωστόπουλος. Όλοι οι άλλοι που πήρανε μέρος στα μυστικά και στη δράση της και παίξανε το ρόλο τους, είτε καθαρά πολιτικό είτε απλόν οργανωτικό, δεν είναι παρά δεύτεροι και τρίτοι παράγοντες, με αξιόλογη κι' αυτοί δράση, μα χωρίς τη μεγάλη και ξεχωριστή προσφορά που έκαμαν οι τρεις πρώτοι στο έργο της.

Ανάμεσα τους ξεχωρίζει η επιβλητική φυσιογνωμία του Νικόλα Σκουφά, πρώτου μέσα στους πρώτους, που ο βαρύς όγκος της θετικής εργασίας του στα πρώτα χρόνια που άρχισε να στεριώνεται η Φιλική, αποσκεπάζει τους ρόλους και τη δράση των άλλων. Είναι αυτός που έσκαψε κ' έρριξε τα θεμέλια, γερά κι' ασάλευτα. 
Από το δικό του το λαγαρό στοχασμό ξεκαθάρισαν οι πολιτικοί ορίζοντες στους πρώτους κύκλους των Φιλικών με τις αναμένες συζητήσεις μέσα στ' απόμερα καφενεδάκια της Οντέσσας και της Πόλης. Αυτός έδειξε την ανάγκη του δρόμου της Κοινής Βαλκανικής πάλης κατά του κοινού εχθρού - αναγκαίου όρου για τον Ελληνικό λυτρωμό. Στο δικό του μυαλό χώνεψαν καλά τα ξένα δασκαλέματα μαζύ με την εθνική πείρα και μπόρεσε να χαράξει, μ' ευκολία και σιγουριά, τους τρόπους που θα λειτουργούσε ο πελώριος εσωτερικός μηχανισμός της κρυφής Εταιρείας. Μ' αυτόν, τέλος, σοφό δάσκαλο κι' οδηγό φωτεινό, καθορίστηκαν οι σκοποί της πάλης στα εθνικά της όρια με όλες τις άξιες δυνάμεις της σκλαβωμένης Ρωμιοσύνης με βάση το λαό, λύθηκαν έτσι τα μεγάλα και βασικά προβλήματα του κινήματος και με την οδηγία του πρωτοξεκίνησε και βάδισε, παρ' όλα τα λάθη της, η πολυάνθρωπη  οργάνωση της Φιλικής, στους ορθούς επαναστατικούς δρόμους ως την επιτυχία του σκοπού της[...]
Η ζωή του Σκουφά έχει τυλιχτεί μέσα στην άγνοια της επίσημης ιστορίας. Η προσπάθεια του κοτζαμπασισμού, αμέσως ύστερ' από την Επανάσταση, να σβύσει το έργο της Φιλικής , τόνομά της και τα σημάδια της , έφερε ως τη μοιραία συνέπεια να χαντακωθούν και οι άνθρωποί της, σαν πολιτικοί παράγοντες και σαν ιστορικά πρόσωπα. Οι Έλληνες ιστορικοί δεν έκριναν φρόνιμο να τιμήσουν στην πρεπούμενη θέση, την πρώτη κι' όχι την τελευταία, τους θεμελιωτές της Ελληνικής λευτεριάς κ' ένα πλήθος άλλοι μικρότεροι που γεμίζουν με τα γραφτά τους τις σελίδες της νεοελληνικής ιστοριογραφίας υμνολόγησαν με περισσή δουλοφροσύνη δοξασμένους πολέμαρχους και τρανούς κοτζαμπάσηδες, χωρίς κανείς να μας αφίσει μερικά σιβαρά στοιχεία από τη ζωή και τη δράση του δημιουργού και του πρωτεργάτη της Ελληνικής Επανάστασης.
Ο Σκουφάς γεννήθηκε σ' ένα χωριό, το Κομπότι, έξω από την Άρτα, στα 1779. Εκεί μεγάλωσε κ' έμαθε τα πρώτα γράμματα. Φτωχός φαμελίτης ο πατέρας του δεν είχε τα μέσα ούτε πλούσιον έμπορα να τον κάνει ούτε τα πολλά γράμματα να του μάθει. Ο Νικόλας έπρεπε να δουλέψει από μικρός σκληρά για το ψωμί του. Πήγε ύστερα στην Άρτα να βρει τύχη και, μεγαλωμένος πια, ανοίγει μικρομάγαζο και φτιάνει σκούφιες. Αυτό τούδωσε και τόνομά του. Αλλά το κλείνει σε λίγα χρόνια από την άγρια τρομοκρατία του Αλή πασά και ακολουθώντας το ρεύμα της εποχής του και του τόπου του, ξενιτεύεται.[...]
Ξεκίνησε από το λαό ο Σκουφάς, το ραγιά και το δουλευτή, ραγιάς ο ίδιος, κι' απόμεινε στο λαό, χωρίς να ξεπεράσει την κοινωνική του θέση προς τους εμπόρους είτε τους κοτζαμπάσηδες. Έζησε τη  φτώχεια και πόνεσε το διπλό καϋμό : του ξενητεμένου και του σκλάβου.

Η εποχή του είναι ποτισμένη από τα θούρια του Ρήγα, τα κηρύγματά του και τον ηρωικό του θάνατο. Τα τραγούδια του κυκλοφορούνε από στόμα σε στόμα κρυφά κι' απόκρυφα φλογίζοντας τις καρδιές των ραγιάδων, το κήρυγμά του δείχνει καθαρά στο διπλοσκλαβωμένο λαό τι θάπρεπε να γυρεύει με μιαν εθνική επανάσταση για τη ζωή του, ο μαρτυρικός του θάνατος διώχνει το φόβο κι' ανοίγει τη σκέψη στην πάλη και τη θυσία[...]
Όταν ξενιτεύτηκε ο Σκουφάς πήρε μαζύ στην ψυχή του τη μυριόστομη βουή του λαού του για το λυτρωμό, την έκλεισε μέσα του σαν ένα πόθο μυστικό, κι' άφισε το μυαλό του ανοιχτό σ' όλους τους θερμούς ανέμους της ταραγμένης Ευρώπης να δέχεται το κάθε νέο μήνυμα. Στα κέντρα του εξωτερικού κάθε λογής Ρωμιοί πραματευτάδες και βιοτέχνες και δάσκαλοι κ' εργατικός κόσμος, ακόμα κ' έμποροι καλοστεκούμενοι συζητάνε κι' αλλάζουνε γνώμες για την ανάσταση του γένους. Άλλοι θέλουν να περιμένουν τη μεγάλη ξένη Δύναμη που θα χτυπήσει τον Τούρκο για να χαρίσει τη λευτεριά στους Ελληνικούς τόπους, άλλοι ζητάνε πρώτα την πνευματική καλλιέργεια κι' άλλοι φλογίζονται από τη λαϊκή λυτρωτική κίνηση της Ευρώπης[...] Ο Τούρκος όλο και ξεφτίζει, χάνει δυνάμεις, αρχίζει η σαπίλα να του περουνιάζει σιγά - σιγά το πελώριο κορμί του. Δεν είναι η ώρα να δασκαλευτούν κ' οι Έλληνες κάτι ωφέλιμο και θετικό από την πείρα των λαών;
Ο Σκουφάς ζει κι' ανασαίνει όλον αυτό το θερμόν αέρα. Και πρώτη του φορά στη Μόσχα, στα 1812, κάποιο βράδυ  σ' έναν κύκλο Ελλήνων ακούει τον Κωνσταντίνο Ράδο να μιλάει για εθνικόν αγώνα. Ο Ράδος ήτανε χρόνια στην Ιταλία, είχε κάνει με τους Καρμπονάρους, έζησε τους λυτρωτικούς αγώνες του Ιταλικού λαού κ' είχε την πείρα τους[...] 
Ο Σκουφάς τ' ακούει όλα, τα ζυγιάζει όλα, τα χωνεύει κι' αφήνει το μυαλό του λεύτερο να δουλεύει και να πλάθει[...]
Στα 1814 ανταμώνεται στην Οντέσσα με τον Ξάνθο και τον Τσακάλωφ. Είχανε κ' οι τρεις τους την ίδια θερμή καρδιά με τους ίδιους πόθους αλλά είχε κι' ο καθένας ξεχωριστά να προσφέρει από κάτι δικό του. Ο Τσακάλωφ την πείρα του από το " Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον" και τη φλογερή κίνηση του Παρισιού, ο Ξάνθος τρόπους οργάνωσης από τις Τεκτονικές Στοές[...] Στο μυαλό του Σκουφά πέρασαν όλα σα χωνευτήρι κ' ήταν αυτός ο πρώτος που έρριξε στο χαρτί, μέσα στις νέες ώριμες συνθήκες, το σχέδιο για μιαν Εταιρεία που θα οργάνωνε σε στέρεες βάσεις την εθνική πάλη. Δεν έπρεπε να διστάσουν στην άμεση δημιουργία της. Πρώτος καρπός, ώριμος να κοπεί από το δέντρο του ομαδικού στοχασμού τους, ήταν η Φιλική Εταιρεία.
Οι αρχικές σκέψεις που παίδεψαν το μυαλό του Σκουφά και των δύο συνεργατών του με την ίδρυση της Εταιρείας ήτανε με τι δυνάμεις, με ποιους ανθρώπους θα πήγαινε μπροστά ο σκοπός. Χωρίς αμφιβολία, μια και ο αγώνας ήτανε πρώτ' απ' όλα εθνικός, όλο το έθνος - όλες οι τάξεις του - θάπρεπε να χωρέσουν μέσα. Ο εχθρός ήταν ένας, κοινός για όλο το έθνος και κάθε τάξη, κάθε άξια εθνική δύναμη φρόνιμο ήταν να γίνει δεχτή και να βάλει τον κόπο της. Δεν έβλεπαν όλοι, βέβαια, με το ίδιο μάτι την εθνικήν υπόθεση κι' ούτε πρόσμεναν τα ίδια ωφελήματα από μιαν εθνικήν αποκατάσταση. Οι κοτζαμπάσηδες καλά και περίκαλα είχαν βολευτεί πλάι στους Τούρκους μπέηδες, οι μεγάλοι έμποροι στο εξωτερικό, σιγουρεμένοι και χορτάτοι, κύτταζαν πίσω από τον ολόγιομο μπεζαχτά τους τη σκλαβιά του γένους και μονάχα ο ραγιάς σάλευε κάτω από τη φτέρνα του δυνάστη βροντολογώντας τις αλυσίαδες του, περιμένοντας την ώρα την καλή να τιναχτεί απάνω ολόρθος. Αυτός ήταν, έπρεπε να είναι η ραχοκοκκαλιά του εθνικού κινήματος. Αλλά μόνος του, ολομόναχος , θ' αναγκαζόταν ν' ανοίξει διπλό μέτωπο: με τον ξένο τύραννο και με την εσωτερική αντίδραση[...]
Έτσι η Εταιρεία με τις πλάτες στηριγμένες στο λαό, θα δεχότανε μέσα της και κάθε άλλη εθνική δύναμη. Έπρεπε όμως να είναι μυστική , συνωμοτική, να οργανώνει τις εθνικές δυνάμεις σ' όλο το μάκρος και το πλάτος της Ελληνικής γης, ακόμα και στο εξωτερικό, με προσοχή και φρόνηση, μακρυά από τους δειλούς και τους αδιάφορους, με ανθρώπους μπιστεμένους και τολμηρούς και νάναι ετοιμασμένες στην κρίσιμη ώρα για να τις ρίξει στην πάλη[...]
Πρόσωπα σημαντικά από τους εμπόρους και τους λογίους του εξωτερικού δε θέλαν να συζητήσουν για εθνικό κίνημα των Ελλήνων, με μυστικές κιόλας Εταιρείες, κι' ακόμη με επαναστάσεις[...] Η ώρα δε σηκώνει κινήματα και κρυφές Εταιρείες και μυστική δράση και προπάντων ανώφελες θυσίες. Έπειτα ποιοι ναν' αυτοί που έρχονται ακάλεστοι, χωρίς όνομα και θέση στην ιστορία, να ορμηνέψουν ανθρώπους που στέκονται αψηλά, στον πλούτο και στη γνώση και θαρρούν τους ώμους τους γερούς για να σηκώσουν το βάρος της εθνικής λευτεριάς; Με εμποράκια και υπαλληλάκια, άνεργα και χρεωκοπημένα, χωρίς παρά και μόρφωση, δε μπορεί κανένας νοικοκύρης πατριώτης με όνομα και βιός, να σμίξει τις τύχες του[...] 
Ο Σκουφάς είχε νιώσει πώς μόνο σε τέτοιους ανθρώπους, παιδιά του λαού , θα μπορούσε να στηρίξει το έργο της Εταιρείας, να ξαπλώσει το σκοπό της[...]


Το Σκουφά οι Έλληνες ιστορικοί τον είπαν έμπορο, τον είπαν θερμό πατριώτη και ησύχασαν. Με το πρώτο έμενε η συνείδησή τους αναπαμένη πως δεν ήταν ταπεινός χωριάτης, ασήμαντος ναυτικός ή καταραμένος κλέφτης, με το δεύτερο ξοφλούσαν ένα χρέος απέναντι στον πρώτο αγωνιστή μ' ένα γενικό χαρακτηρισμό, κοινό τόπο για όλον τον κόσμο, αφού δε μπορούσαν και ν' αρνηθούν το έργο του. Ήτανε μια επίσημη απόρριψη στις ιστορικές εξετάσεις μετά πολλών επαίνων. Άλλοι ήσανε οι τρανοί που μονοπώλησαν την ιστορική δόξα. Ποιος να προσέξει το Σκουφά μέσα σ' έναν αιώνα νεοελληνικής ζωής που δε μπόρεσε να γνωρίσει τον αληθινό εαυτό της και πελαγοδρόμησε στους κούφιους μεγαλοϊδεατισμούς ενώ τα ζωντανά ρεύματα κυλούσαν κι' έφευγαν κάτω από τα πόδια της;
Υπάρχει ένα ομαδικό έργο: η Φιλική, κι' ένα πρόσωπο: ο Σκουφάς. Ούτε το ένα ούτε το άλλο μπορεί να σταθούν χωριστά[...]
Με το έργο του μπαίνουν τα θεμέλια της Ελληνικής εθνικής λευτεριάς[...]
Ήτανε πλέριο το έργο του Σκουφά; Όχι. Από το Ρήγα είχε προχωρήσει, άφισε όμως κι αυτός τα δικά του κενά. Το σπουδαιότερο πολιτικό σφάλμα του είναι η θεληματική σιωπή του απάνω στους μεταπολεμικούς πολιτικούς σκοπούς. Η Επανάσταση θα γινόταν, μ' αν πετύχαινε πού θα οδηγούσε; 
Ανάθεμα στη λευτεριά αν έφευγαν οι Τούρκοι για να καβαλλήσουν στη ράχη του λαού οι κοτζαμπάσηδες. Ο ραγιάς βούιζε απ' άκρη σ' άκρη πως γύρευε διπλό λυτρωμό[...] Όμως ο Σκουφάς πιεζόμενος από την ανάγκη δημιουργίας ενός μετώπου εθνικού δε θέλησε να το βάλει για όρο από την αρχή. Λάθος του.[...]
Μ' όλα τα λάθη , το οικοδόμημα της Φιλικής που μας έφερε  στην Επανάσταση κι' αυτή μας χάρισε τη μίζερη λευτεριά είναι δικό του έργο, που στέκει ακλόνητο μέσα στη νέα Ελληνική ιστορία, καλώντας τις νέες γενεές στην ολοκλήρωσή του. Ο Σκουφάς δεν ήταν ο πολέμαρχος του μεγάλου Αγώνα, αλλά κάτι σημαντικότερο και πολυτιμότερο: ο πολιτικός κι' ο οργανωτής του. Σ' αυτόν χρωστάμε τα πάντα, σ' αυτόν και στο έργο του βλέπουμε τις πηγές της νεοελληνικής ζωής. Δεν ήταν ξένος, ούτε τρανός, μα δικός, καταδικός του λαού και με λαχτάρα έσκυψε κι' αφουγκράστηκε  τους πόνους και τους καϋμούς της σκλαβωμένης Ρωμιοσύνης. Από κει πήγασε η ορμή του. Και το τετράγωνο μυαλό του τούδωσε το στέρεο χώμα που απάνω του πάτησε κ' έχτισε το πελώριο οικοδόμημα της Φιλικής.
Ο Σκουφάς, αυτός, το έργο του, η εποχή του, είναι σταθμός στη νεοελληνική ιστορία, αλλά μισοτελειωμένος. Στις νέες Ελληνικές γενιές άφισε τη βαρειά κληρονομιά να βάλουν τη στέγη στο οικοδόμημα της Ελληνικής Λευτεριάς, που έμεινε ξέσκεπο.
Μήπως το χρέος αυτό απόμεινε για τη δική μας γενιά;

Τα αποσπάσματα είναι από τη μονογραφία Νικόλαος Σκουφάς που βρίσκεται στη σειρά με ιστορικές μονογραφίες Μορφές του Εικοσιένα του Γιώργη Λαμπρινού. Σε αυτή ο συγγραφέας παρουσιάζει έντεκα πρόσωπα λαϊκών αγωνιστών που " ήρθαν , πέρασαν κ' έφυγαν, σιωπηλοί και μαρτυρικοί, ταπεινοί και ξεχασμένοι, αφού έκαναν πρώτα το μεγάλο τους χρέος στο λαό της πατρίδας τους.Είναι οι αληθινοί δουλευτάδες του ξεσηκωμού και της λευτεριάς..."
  Η σειρά κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το Νοέμβριο του 1941 σε συνθήκες αυστηρής λογοκρισίας.
Τα αποσπάσματα είναι από την τέταρτη έκδοση του 1956 που κυκλοφόρησε στην Αθήνα από τις εκδόσεις Τοξότης.
Το βιβλίο επανακυκλοφόρησε το 2002 από τις εκδόσεις Καστανιώτη με πρωτοβουλία του γιού του Φώτη Λαμπρινού
Και λίγα λόγια για τον Γιώργη Λαμπρινό:
 Ο Γ. Λαμπρινός (ψευδώνυμο του Γ. Μπαστουνόπουλου) γεννήθηκε το 1909 στην Αλαγωνία Μεσσηνίας. Γιος δικαστικού, πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στις πόλεις Καλαμάτα, Σπάρτη, Τρίπολη, Λαμία. Το 1926 οργανώθηκε στο ΚΚΕ, συνελήφθη στο Γύθειο, καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός μηνός και εκτοπίστηκε στη Σπάρτη. Το 1927 γράφτηκε στη Νομική σχολή αλλά μετά από ένα χρόνο αποβλήθηκε και κρατήθηκε στη φυλακή για ενάμιση μήνα ύστερα από επεισόδιο. Παντρεύτηκε το 1936, εξορίστηκε από το μεταξικό καθεστώς στη Σίκινο και αργότερα νοσηλεύθηκε με φυματίωση. Ήταν ήδη μέλος της Κ.Ε. του ΚΚΕ. Δημοσίευσε κείμενά του στο περιοδικό Νεοελληνικά γράμματα και στις στήλες της φιλολογικής Καθημερινής. Στην Κατοχή ήταν μέλος του ΕΑΜ και, μαζί με τη Μέλπω Αξιώτη, υπεύθυνος για το παράνομο περιοδικό Νέοι πρωτοπόροι. Το 1944 συνελήφθη και βασανίστηκε από τους Γερμανούς. Από το 1945 ήταν υπεύθυνος της καλλιτεχνικής σελίδας του Ριζοσπάστη και του Ρίζου της Δευτέρας όπου συνέχισε να αρθρογραφεί και μετά από τη διαγραφή του, για ένα διάστημα, από τον Ν. Ζαχαριάδη. Με την έναρξη του εμφυλίου έφυγε στη Γαλλία και από εκεί επέστρεψε  στο βουνό, σαν ανταποκριτής της εφημερίδας του Δημοκρατικού Στρατού. Το 1949 συνελήφθη και εκτελέστηκε, παγιδευμένος, σύμφωνα με μαρτυρίες, σ’ ένα καταφύγιο, όταν η φυματίωση δεν του επέτρεπε να προχωρήσει άλλο με τον ΔΣΕ.( οι πληροφορίες από το Ε.Λ.Ι.Α )


Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Φώτης Αγγουλές

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης η σημερινή και η ανάρτηση είναι αφιερωμένη στον ποιητή Φώτη Αγγουλέ καθώς συμπληρώνονται 50 χρόνια από το θάνατο του.
Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο του Γιώργου Μπλάνα, Φώτης Αγγουλές - Νυχτερινός τραγουδιστής. Στην τελευταία σελίδα του βιβλίου αναφέρεται ότι " Αν και τα πρόσωπα που αφηγούνται τη ζωή του Φώτη Αγγουλέ είναι όλα πλασματικά, αλλά όχι και ανύπαρκτα, τα γεγονότα που αφορούν στη ζωή του ποιητή είναι άπαντα διασταυρωμένα και απολύτως πραγματικά..."

Όποιος καταπιαστεί με το Φώτη Αγγουλέ, το έργο και τη ζωή του , πρέπει να έχει τρεις αρετές: να' ναι ποιητής, να μη φοβάται , και ν' αγαπά το λαό. Αλλιώς να σωπαίνει. Να σωπαίνει πρέπει σεμνά.
Περάσανε πάνω από τη Χίο άνθρωποι με πλούτη, με εξουσίες , με φανφάρες, άνθρωποι απάνθρωποι, σκάρτοι, σκληροί, φαντασμένοι. Κι όλους τους έφαγε το σκοτάδι, τους τρώει κάθε μέρα που περνά σαν να' ναι θεριό η λήθη, σαν να' ναι φυσική τους κατάληξη το σκοτάδι.

Κι ένας ψαράς αγράμματος, ένας τυπογράφος μεροκαματιάρης , που ήταν όμως ποιητής χαρισματούχος, που ήταν παλικάρι αδείλιαστο  και μάρτυρας αψεγάδιαστος, που αγάπησε την αλήθεια, που στάθηκε με ειλικρίνεια δίπλα στον άνθρωπο και πόνεσε για το βρώμικο κατάντημα του πλούσιου και το γελοίο κατάντημα του φτωχού, του μοιρολάτρη και βλάκα. Που αγάπησε την ειρήνη, αυτός που υπέφερε ξεριζωμούς, πολέμους, εξορίες και διώξεις, αυτός που πάντα βαστούσε ένα λουλούδι και τον κράτησαν χρόνια και χρόνια οι φυλακές σαν λουλούδι. Κάθε μέρα που περνά γιγαντώνει και λάμπει πιο πολύ.

Γιατί η Ιστορία , όπως πάντα άλλα ορίζει.
( Από την εισαγωγή του συγγραφέα Γιώργου Διαμπόη, στα " Άπαντα Φώτη Αγγουλέ" Χίος 1990)


Η δικτατορία του Μεταξά με βρήκε να τελειώνω την Εμπορική Σχολή της Χίου. Από τον προηγούμενο χρόνο, το 1935 , είχα διαβάσει ποιήματά μου στο Φιλοτεχνικό Όμιλο. Γνωρίστηκα με τον Φώτη. Συνδεθήκαμε με στενή φιλία. Οι νέοι λογοτέχνες εκείνου του καιρού, μαζευόμαστε στο πατάρι της ταβέρνας του Πιστόλα: εγώ, ο Φώτης, ο Γιώργος Μουτάφης, ο Αθανασιάδης  - Νόβας , ο Χαλιώρης, η Αγάπη Μολυβιάτη...Είχαμεδημιουργήσει ένα είδος " μυστικής " καλλιτεχνικής στοάς. Από πολιτική άποψη , είμαστε όλοι δημοκρατικών αρχών. Βέβαια καθένας είχε διαφορετική προέλευση και κατεύθυνση. Ωστόσο, η κυριαρχία του μελαγχολικού λυρισμού, που μας άφησαν παρακαταθήκη ο Φιλύρας και ο Καρυωτάκης, ήταν τεράστια. Κάποτε σκέφτηκα πως αποτελούσαμε μιαν άλλη, εντελώς διαφορετική παράταξη, την παράταξη των τρυφερών αγριμιών. Ο Πλάτων ήθελε να κυβερνούν οι φιλόσοφοι. Αν μας ρωτούσες τότε, θα σου λέγαμε πως οι καταλληλότεροι για κυβερνήτες είναι οι ποιητές. Ό,τι επακολούθησε αυτό αποδεικνύει. Μόνον οι ποιητές έμειναν ενωμένοι μέσα στην αδελφοσφαγή...Όχι όλοι...Εν πάση περιπτώσει , ο Φώτης ήταν ο ήρωας μας. Συνδύαζε τα ασυνδύαστα. Έφερνε κοντά θέματα, που κανείς δεν μπορούσε να σκεφτεί πως σχετίζονταν . Τι δουλειά μπορεί να είχε ο Όμηρος με τα λαϊκά τραγούδια, ο Κοραής με τους αγρότες; Ο ποιητής βρίσκει πάντα ομοιότητες εκεί που οι άλλοι βλέπουν μόνο διαφορές. Και ο Αγγουλές ήταν γεννημένος ποιητής. Στα μέσα του 1936, ο Χαλιώρης και ο Φώτης βρήκαν τρόπο να βγάλουμε το δικό μας περιοδικό, το " Νησί ". Αυτό μας έδεσε περισσότερο. Το εκδίδαμε μέχρι το 1939. Από τις αρχές του 1938 , διευθυντής ήταν ο Φώτης. Δημοσιεύσαμε ωραία κείμενα: Αθανασιάδη, Θεοτοκά, Βαλέτα. Και τα δικά μας. Είχε μεγάλη επιτυχία. Συσπείρωσε τους διανοουμένους του νησιού. Στο μεταξύ, ο Φώτης τύπωσε άλλες δύο συλλογές - και τις δύο το 1938 - τις Κραυγές στον Ήλιο και τους Μενεξέδες. Προχώρησε πολύ. Στίχοι όλο πάθος. Τον είχε συνεπάρει ο Μπωντλαίρ  και ο Ρεμπώ. Ντυνόταν πρόχειρα, τριγύριζε σαν μποέμ...κουβέντα δεν άφηνε να πέσει κάτω. Ήταν και ερωτοπαθής...Ο έρωτας  έπαιξε μεγάλο ρόλο στην ποίησή του. Συγκλονιστικό βιβλίο οι Κραυγές στον Ήλιο:

Η νύχτα ετούτη μοιάζει με κατάρα.
Πότε θα φέξει; Μ' έπνιξε η λαχτάρα.
Ω, φέγγε, σ' ακλουθώ, φέγγε και τράβα
για το ψηλότερο βουνό.
Μέσα στη νύχτα, θα σβηστεί
το τραγικό μας διάβα,
γιατί δεν είναι φωτεινό`
μα τράβα, πρέπει δίχως άλλο
να' μαστ' εκεί προς την αυγή , 
κι όπως στο πλοίο οι ναυγοί, 
στο νέον ήλιο που θα βγει ,
να κάνουμε σινιάλο.

Τόσα χρόνια, και τους θυμάμαι αυτούς τους στίχους. Ξέρεις πόσες φορές τους μουρμούρισα μέσα στο σκοτάδι ;


Ήμαστε ναυαγισμένοι, κάτου από τη νύχτα
και μας πνίγει, ω πώς μας πνίγει το σκοτάδι....
Πάρε μας δικούς σου, Σατανά,
δώσε μας του Ήλιου ένα χάδι.
Ήμαστε ναυαγισμένοι κάτου από τη νύχτα.
Σατανά, ωσανά,
δώσε στην ψυχή μας τη χαρά της`
σπάσε το κρουστάλλι τ' ουρανού,
να χυθεί το φως σαν καταρράχτης.

Κι οι Μενεξέδες, πικρό βιβλίο, κατάπικρο:


Το κάθε τι, που αγάπησα
και λάτρεψα εδώ κάτου,
μου χάρισε και μια βαθειά
λαβωματιά, Θανάτου...

Όμως δεν ήταν μόνο πίκρα που φώλιαζε μέσα του. Ήταν ερωτοπαθής όπως σου ανέφερα. Μεγάλη λατρεία στη γυναίκα. Οι Μικρασιάτισσες είχαν παρελθόν στην κοκεταρία, αλλά τις είχε κάμψει η προσφυγιά. Είχαν διαμορφώσει έναν τρόπο συμπεριφοράς...Μελαγχολία ανάμεικτη με συστολή και σοβαρότητα με αυστηρότητα. Οι Χιώτισσες είχαν κοσμοπολίτικον αέρα. Όχι μόνο οι αρχόντισσες , μα και οι γυναίκες του λαού . Δεν κρύβονταν, εκφράζονταν, έκαναν βόλτες μόνες τους και δεν δείλιαζαν να μιλήσουν με άντρες στο δρόμο. Στην πραγματικότητα δεν είχαν να χάσουν τίποτε. Κανείς δε σχολίαζε τη συμπεριφορά τους. Και οι Μικρασιάτισσες έτσι συμπεριφέρονταν στον τόπο τους. Στη Χίο όμως ήσαν αντικείμενα αντικείμενα σχολίων. Ο Φώτης , εξαιρετικός ομιλητής, όμορφος νέος, δεν άφηνε τίποτε στο διάβα του.


Αλαφροπάτητη, σειστή
και λυγιστή σαν τόξο,
μάτια λαφιού, κορμοστασιά
λιγνή, κυπαρισσένια,
χείλη κοράλλια και φωνή
κρουστάλλι...Πώς να διώξω 
της θύμησης της μια στιγμή
την φαρμακεύτραν έννοια;

Εγώ τουλάχιστον δεν γνώρισα πολλά θηλυκά που θα μπορούσαν να μείνουν απαθή σε παρόμοιους στίχους. Από την Αμαβασιά είναι. " Το Κρίμα του Ασκητή " επιγράφεται το ποίημα.
( Μαρτυρία Νίκου Διοματάρη, δημοσιογράφου, συγγραφέα)


 Ο ποιητής Φώτης Αγγουλές στις φυλακές της Κέρκυρας, 1950. Εργο του Ασαντούρ Μπαχαριάν (Χίος, Συλλογή Τρ. Μυλωνά).

Πορεία Μέσα στη Νύχτα. Χίος 1958. Δραχ.20

Επιλογή παλαιών και νέων ποιημάτων του Χίου ποιητού Φώτη Αγγουλέ, τακτικού μέλους της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών. " Τα περισσότερα απ' αυτά τα ποιήματα" σημειώνει ο ποιητής εις τον μικρόν πρόλογον της εκδόσεως, " τυπωθήκανε σε βιβλίο , ή δημοσιευθήκανε σε εφημερίδες και περιοδικά. Σήμερα τα συμμάζεψα όλα και τα τυπώνω σε τούτη τη συλλογή να υπάρχουν. Δεν τον κάνω για να σας δείξω την τέχνη μου. Και μονάχοι σας θα δείτε πως μερικά απ' αυτά τα ποιήματα δεν αντέχουν. Σας βεβαιώνω όμως, πως, περισσότερο αφ' την τέχνη τους, αγαπώ τις στιγμές που τα δημιούργησαν, τη ζωή που υφάνθηκε μέσα τους , με τις χαρές και τις λύπες της, τις συμφορές και τις ελπίδες. Η ζωή αυτή πέρασε. Η εποχή μας ήτανε ταραγμένη. Σήμερα, συμμαζεύοντας τα ποιήματά μου, μου φαίνεται πως γυρίζω ανάμεσα στα χαλάσματα κάποιας έρημης χώρας και συμμαζεύω τα τελευταία απομεινάρια". Αναδημοσιεύουμε ένα από τα καλύτερα ποίηματα του βιβλίου:

ΣΑΣ ΑΡΝΙΕΜΑΙ

Τα ματάκια που κλαίνε , τις καρδιές που πονούνε,
τις ζωές που αργοσβούνε στη σκιά δεν ξεχνώ,
δεν σας θέλω χαρές απ' αχνό.

Τα δικά μας τα νιάτα, σαν χαράμι φευγάτα.
Σε βουλιάζω μπρατσέρα του ονείρου`
σε βουλιάζω, του πόθου φρεγάτα.

Θα σταθώ στο λιμάνι να κάνω σινιάλο.
Να με βλέπουν αυτοί που χωρίζουν 
να παίρνουνε θάρρος,
ναυαγός που θα φέγγω μες στη νύχτα, σαν φάρος.

Τα ματάκια που κλαίνε, τις καρδιές που πονούνε,
τις ζωές που αργοσβήνουνε στη σκιά δεν ξεχνώ,
σας αρνιέμαι χαρές απ' αχνό.
(Εφημερίδα ΧΙΑΚΟΣ ΛΑΟΣ, 1958. Εκδόσεις)
Η φωτογραφία του Στέλιου Κασιμάτη από εδώ
Ο ποιητής Φώτης Αγγουλές έχει καταξιωθεί στη συνείδηση όλων των αγωνιστών για τη Δημοκρατία, με τους ανυποχώρητους αγώνες του, τις διώξεις και της φυλακές που πέρασε. Ο Αγγουλές έχει πρόκληση και δεν είναι για ανθρώπους  που κοιτάνε τη δουλειά τους. Όσοι έχουν τέτοια διάθεση, καλύτερα να πάνε σπίτια τους, γιατί δεν έχουν να καταλάβουν τίποτα από τον ποιητή. Τα παγκόσμια μηνύματα της ειρήνης και της συναδέλφωσης των λαών, του αγώνα ενάντια στο φασισμό και τον ιμπεριαλισμό, βρίσκουνε τη θέση τους στην καινούργια ποιητική του συλλογή, Φουτσιγιάμα, τυπωμένη φέτος στη Χίο. Αντιγράφουμε στο περιοδικό μας δυο πολύ σημαντικά ποιήματα της συλλογής.


ΕΚΘΕΣΗ
Οι γιατροί επιμένουνε, Φριτς,
πως η μνήμη μου θα ξανάρθει.
Το πιστεύω.
Τα μάτια σου ήτανε
σαν τον ουρανό της πατρίδας μου
και είχες καρδιά παιδική.
Εγελούσες σαν Άνοιξη.
Μη νομίσεις πως είμαι 
ο ταγματάρχης του Ασάφενμπουργκ,
κι ούτε ξέρω ποιος είμαι.
Πες πως είμαι κι εγώ ένας άρρωστος
από ένα νοσοκομείο της Βρέστης,
πες πως είμαιμια σπίθα απ' το Αμβούργο!
Κι ίσως πέρασα κι απ' την Κολωνία
και το Περόρτσιμ.
Θα ' θελα να παρακαλέσεις το Δήμαρχο,
 να μου δώσει στο Βερολίνο
μιαν αίθουσα εκθέσεων.
Από κείνες τις αίθουσες, που ξαπλώνατε τους αγαπημένους νεκρούς σας,
όταν γεμίσανε τα νεκροταφεία.

Θα εκθέσω
ένα γαρύφαλλο,
ένα κάτασπρο περιστέρι, 
και ένα αγαπημένο μου Γερμανόπουλο
που μασά απ' την πείνα του
έναν κόρακα.

Η ΣΤΑΧΤΗ
Η εποχή μας βιαζότανε, Σάρα.
Τα ήθη και τα έθιμα της φυλής σου
δεν πρόφτασα να τα καταλάβω.
Τώρα
είμαι μπροστά σ' ένα " τείχος δακρύων ",
είμαι μπροστά σ' έναν πόλεμο.
Θέλω κάτι να πω στους δικούς σου,
μα δεν ξέρω τον τρόπο.
Όμως, Σάρα, γνωρίζεις καλά
πως εμένα τον αριθμό μου
μου τον τυπώσανε στην καρδιά μου.
Και γι'αυτό, σε παρακαλώ να με βοηθήσεις.
Εσένα θα σε πιστέψουνε, Σάρα.
Σήκωσε τα φουστάνια σου,
και φώναξε τη φυλή σου.
Οι δικοί σου 
το ξέρουνε πως δεν είσαι φοράδα.
Κι όταν θα δούνε ο αριθμός σου
- ο τυπωμένος πάνω στον γοφό σου - 
πως τυπώθηκε με πυραχτωμένο ατσάλι, 
θα καταλάβουνε Σάρα
ότι ο αριθμός αυτός 
είναι Πόλεμος,
όπως ήτανε πόλεμος
το πρώτο στρατόπεδο
και το δεύτερο 
της μαρτυρικής Πολωνίας.
Και οι Δόκτορες, Σάρα,
Σιντλάουσκυ, Χαϊσμέγερ και Ρέζενταλ
δεν ήτανε παρά πόλεμος.
Όπως ήτανε πόλεμος
η σαδίστρια Μπιντς
και η Βέρα η Σάβενβαρτ
και η ομάδα των "D"
και ο Στάιχερ
και ο Στρόοπ.

Και όταν οι πατριώτες σου, Σάρα,
καταλάβουν πως δυο δεκανίκια
σημαίνουμε " Πόλεμος ",
θα ξαναγίνουν...πολλοί.
Τα πέντε εκατομμύρια των Μαρτύρων
θα' ρθουνε στην Παλαιστίνη.
Τότε
- το ξέρω πως δεν θα λυγίσεις - 
ανάλαβε τις συστάσεις!
" Οι πατριώτες μας, πατριώτες,
μάς έρχονται απ' τον Πόλεμο!"
Ονόματα και μαρτύρια
και ηρωισμούς
να μην αναφέρεις.
Αν όμως σου χρειαστούνε,
ξεχώρισε τα παιδιά,
που για να κερδίσει ο πόλεμος χώρο, 
τα κεφαλάκια τους συντριβότανε στα ντουβάρια,
προτού πεταχτούνε στα κρεματόρια.

Και, 
Σάρα, 
να μην ξεχάσεις τη στάχτη...
τη στάχτη εκείνη από την Ολλανδία,
που σας τη στείλανε για να μάθετε
πως ο πόλεμος

έχει πολλές ιδιοτροπίες.

Και πες στους συμπατριώτες σου, 
πως ο Πόλεμος Έρχεται.
Και σύστησέ τους να πολεμήσουνε
να τον αποτρέψουν.
Αν δεν σε πιστέψουνε, Σάρα
ο τόπος σας
Θα γιομίσει φαντάσματα...

Τότε
να κλέψεις κρυφά και να κρύψεις τη στάχτη,
τη στάχτη εκείνη από την Ολλανδία.
Όχι γιατί την πληρώσατε ακριβά,
αλλά γιατί μέσα εκεί
μπορεί να κρύβεται καμιά σπίθα...
( Αριστερή Πολιτιστική Επιθεώρηση " ΡΗΓΑΣ" . Αύγουστος 1962)


Γιώργος Μπλάνας, Φώτης Αγγουλές . Νυχτερινός τραγουδιστής. Σειρά Βίοι Αγίων, Υπόγειες Διαδρομές, Εκδόσεις Ηλέκτρα , Αθήνα 2008