Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

Πρωτομαγιές 1886 -1945

Η Μέλπω Αξιώτη έγραψε το 1945 το χρονικό, Πρωτομαγιές 1886- 1945. Το βιβλίο πιθανόν να κυκλοφόρησε μέσα του Απρίλη εκείνου του χρόνου για τον εορτασμό της Πρωτομαγιάς  ως μνημόσυνο στα θύματα του ναζισμού .
Η συγγραφέας σημειώνει τα εξής στην πρώτη έκδοση του βιβλίου από τις Εκδόσεις " Μαρή και Κοροντζή":
" Δε βλέπαμε την ώρα να φύγουνε οι Γερμανοί και να πληροφορήσουμε τον κόσμο για τα όσα συνέβηκαν στην Ελλάδα. Τώρα ο πόθος μας παραμένει πάντοτε μεγάλος, όμως οι δυνατότητές μας είναι ελάχιστες. Οι πηγές λείπουν για πληροφορίες. Στοιχεία δε βρίσκεις πουθενά.
Επί 9 χρόνια αποκλεισμένοι από τον έξω κόσμο, μείναμε μουγγοί, κουφοί και τυφλοί. Τα παράνομα φύλλα, μοναδική τροφή μας τότε, μοναδικοί και σήμερα πληροφοριοδότες για τα περασμένα μας, χάθηκαν σχεδόν κι αυτά. Ό,τι ξεγλίτωσε απ' το Μανιαδάκη , το εξαφάνισε η Κατοχή. Ακόμα και οι άνθρωποι οι παλιότεροι εξαφανίστηκαν κι αυτοί στο μεταξύ.
Κι η Εθνική Βιβλιοθήκη σού αρνείται σήμερα να διαβάσεις τα περασμένα τεύχη των νόμιμων αστικών εφημερίδων. Άγνωστο γιατί.
Μέσα από τέτοιο σκότος ξεκινούμε να πληροφορήσομε.
Πάντως τα ατελή γραφτά μας είναι τουλάχιστον απόλυτα σίγουρα. Δε γράφουνε παρά τ' απόλυτα εξακριβωμένα. Κι αν αφορά τη μικρότερη λεπτομέρεια.
Έτσι, για να γραφτεί ένα πράμα μιας μέρας, τρέχεις ένα μήνα να βρεις τα στοιχεία του, και λείπουν τα μισά.
Όσο για την κυκλοφορία του ύστερα, πρέπει να κάμεις μεγάλο κουράγιο να βάλεις το αληθινό σου όνομα. Δεν πάει να επικαλείσαι εσύ ελευθερίες και νομιμότητα! Σωματική επίθεση οπωσδήποτε επακολουθεί. Έγινε σ' όλους μας σχεδόν, και σε καρότσια, και σε βιβλιοπωλεία, όπου πουλιόμαστε.
Αυτά ισχύουν για όλα τα "μη δεξιά " έντυπα.
Πρέπει οι αναγνώστες να γνωρίζουνε τις τραγικές αυτές σημερνές συνθήκες.
                                                                                                                      Μ.Α "

Ακολουθεί το πρώτο μέρος του χρονικού:
ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΕΣ

Ο άνθρωπος στην πάλη για την πρόοδό του

Στην εποχή της κατοχής που πρωτοϊδρύθηκε το ΕΑΜ, και πρωτοβγήκαν οι αντάρτες στα βουνά μας, και μες στις πόλεις οργανώναμε την αντίσταση και την πάλη, κι ήμαστε κρεμασμένοι απάνω στα ράδια παρακολουθώντας μ' αγωνία τον διασυμμαχικόν αγώνα, τότε μια νύχτα το Λονδίνο μίλησε σε μας, και λέει: " Έλληνες, στα βουνά και τις πολιτείες, αντισταθείτε, σαμποτάρετε, χτυπάτε τον εχθρό παντού, για να κερδίσετε τη λευτεριά σας". Κι η Μόσχα σ' αυτό πρόστεσε : " Γιατί η λευτεριά ποτέ δεν χαρίζεται. Καταχτιέται!"
Τη φράση αυτή τη γράψαμε έχτοτε πολλές φορές στα παράνομα φύλλα μας της κατοχής. Τη γράφαμε και την εζούσαμε. Και θα τη ζήσουμε ακόμα πάμπολλες φορές, όπως την έζησαν πριν από μας γενεές και αιώνες. Γιατί αν αυτό δεν το ξέρουν καλά ή το ξεχνούνε πολλοί άνθρωποι, όμως το χώμα της γης που μουσκεύεται μ' αίμα το γνωρίζει...Η ανθρώπινη πάλη για την πρόοδο είναι πάντα ματοβαμμένη, κι ο ρυθμός της αργός. Γιατί η προκοπή ποτέ δεν χαρίζεται. Μόνο καταχτιέται.
Το χρόνο 1848 κατάφεραν οι πρωτοπόροι Γάλλοι να εξασφαλίσουν το δικαίωμα ψήφου ενάντια στην τοτινή αντίδραση, δηλαδή τους δεξιούς του 19ου αιώνα. Ίσαμ' εκείνη τη στιγμή οι μάζες, οι λαοί, δεν είχανε τέτοιο δικαίωμα. Η ψήφος κανονίζονταν μόνο απ' το εισόδημα και το αξίωμά σου. Το χρόνο 1875 κατάφεραν με τους αγώνες τους να κερδίσουν το δικαίωμα να συνέρχουνται, και το 1901 να συνεταιρίζουνται οι εργαζόμενοι. Το χρόνο 1864 πέτυχαν το δικαίωμα της απεργίας, για να μπορούνε να ζητούν τα δίκια τους. 97 χρόνια πέρασαν. Που αν τα βλέπομε εμείς τώρα γραμμένα μόνο στο χαρτί, όμως εκείνοι που τα ζήσανε και τα διεκδικήσανε , τα γράψανε και τα κερδίσανε μ' ανθρώπινο αίμα. Κανένας άλλος τρόπος δεν υπάρχει για να λουφάζουν οι εχθροί της προοδευτικής ανθρωπότητας! Μόνο όταν σε ματώσουνε, τότε νικιούνται!
Παράδειγμα μάς δίνει, εκτός από τα τόσα άλλα, κι η γιορτή - σύμβολο της Πρωτομαγιάς. Ενώ είναι άμιλλα προκοπής και δουλειάς, οι εχθροί της προκοπής την καταντήσαν: άμιλλα νεκρών! Είτε λέγουνται: Φασισμός, εργοδότες, δεξιοί, συντηρητικοί, βρίσκουν πάντα μια αιτία, και πολλά πιστόλια βαρούν στο ψαχνό.


Ο συμβολισμός της Πρωτομαγιάς

Στην αρχαιότητα η πρωτομαγιά ήταν γιορτή αφιερωμένη στην άνθιση της γης.Στο
Μεσαίωνα κι επόμενους αιώνες στην πρωτομαγιά γιόρταζαν το τέλος του χειμώνα και την αναγέννηση της φύσης. Στο Βορρά και τη Γερμανία θεατρικές παραστάσεις τέλειωναν με τον αποκεφαλισμό ή το ολοκαύτωμα ομοιώματος που παράσταινε το χειμώνα.
Ο 19ος αιώνας, με τις επιστημονικές του αναζητήσεις στον κοινωνικό τομέα και τις αντίστοιχες κοινωνικοεργατικές διεκδικήσεις του, μετατοπίζει το συμβολικό νόημα της πρωτομαγιάς, κι απ' το επίπεδο της καθαρής φυσιολατρείας, την καθορίζει σύμβολο της εργατικής προκοπής, που συντελείται με την εργατική πάλη.
Ο 20ος αιώνας πλαταίνει περισσότερο τις κοινωνικές εξελίξεις, βαθαίνει τις εργατικές διεκδικήσεις. Σήμερα εργατικός αγώνας δε θα πει πια αγώνας μόνο του εργάτη - χειρώναχτα. Όλες οι αποχρώσεις της ανθρώπινης δουλειάς, μέχρι το μεγαλύτερο σοφό επιστήμονα, θέλουν δε θέλουν, βρίσκουνται μπλεγμένοι στο στίβο της εργατικής πάλης. Βρίσκουνται ανακατεμένοι μες στον πρωτοποριακό συμβολισμό της πρωτομαγιάς.
Ο 20ος αιώνας, κατά την πορεία του, δεν σταματά ως εκεί. Παρουσιάζει πιο καθολικό το κοινωνικό πρόβλημα. Σήμερα ο αγώνας της ανθρωπότητας για την προκοπή της, δεν περιορίζεται πια μόνο στις τάξεις των εργαζομένων. Ήρθε ο φασισμός, κι ανάγκασε όλον τον προοδευτικό λαό της κάθε χώρας να πάρει μέρος εναντίον του. Ύστερα  ήρθε ο τελευταίος παγκόσμιος πόλεμος, που αποβλέπει στο ξερίζωμα του φασισμού απ' τη γη, κι ανάγκασε όλα τα προοδευτικά έθνη να πάρουν  σ' αυτόν τη θέση τους.
Έτσι ο αγώνας αυτός, από στενά αγώνας του χειρόναχτα στην αρχή, γίνεται ύστερα αγώνας κάθε εργαζόμενου με τα χέρια ή με το μυαλό και τέλος καταλήγει στη σημερινή πολεμική διεθνή κοσμογονία, που' χει τούτο το νόημα: Η πρόοδος θα νικήσει ή το σκοτάδι; Ο φασισμός ή ο αντιφασισμός; Αυτόν τον πόλεμο κάνουν σήμερα τα Ενωμένα Έθνη.
Έτσι, παράλληλα, και το συμβολικό νόημα της πρωτομαγιάς, πλαταίνει και βαθαίνει κι ολοκληρώνεται τώρα σαν σύμβολο. Από γιορτή μόνο εργατική, γίνεται τώρα γιορτή εθνική όλης της προοδευτικής αντιφασιστικής ανθρωπότητας. Σαν τέτοια θα γιορτάζεται από δω και πέρα απ' όλα τα ελεύθερα  έθνη.

Το ιστορικό της εργατικής Πρωτομαγιάς

Το 1886 στις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής οι εργάτες διεκδικούσαντην εφαρμογή 
οχτάωρης ημερήσιας δουλειάς. Κηρύχτηκαν απεργίες, και την 1η του Μάη, στο Σικάγο ιδιαίτερα, σκοτώθηκαν εκατοντάδες εργάτες σε συρράξεις με αστυνομικούς. Το 1889 στο διεθνές εργατικό σοσιαλιστικό συνέδριο που' γινε στο Παρίσι, η αμερικάνικη εργατική αντιπροσωπεία πρότεινε, σ' ανάμνηση της εργατιάς που δολοφονήθηκε τότε, να καθιερωθεί η ημερομηνία εκείνη της 1ης Μάη, παγκόσμια εργατική γιορτή. Η πρόταση ψηφίστηκε, και οι εργάτες από τότε απόχτησαν τη μεγάλη γιορτή τους.
Πέρασαν από τότε 59 χρόνια, 59 φορές η παγκόσμια εργατιά τραγούδησε και χάρηκε την 1η του Μάη, 59 φορές την παγκόσμια εργατιά την έσφαξαν οι εργοδότες την 1η του Μάη.
 Τα λάβαρά της τής δουλειάς που χτίζουνε τα πάντα  απάνω στη γη βάφτηκαν με το ίδιο της το αίμα, κι άλλαζαν από τότε χρώμα.
Κι έτσι δημιουργήθηκε η Κόκκινη Σημαία.
Έτσι έγινε σύμβολο σημαία του κάθε εργαζόμενου.
Έτσι αγαπήθηκε και τραγουδήθηκε σαν το πιο ιερό πράμα των δουλευτάδων

- Ω Κόκκινη Σημαία μου,
χρώμα αγάπης και ζωής,
πόσες φορές μάς σκέπασες
τους μάρτυρές μας κατά γης...

Στ' όνομά της προσφέρθηκαν χαμογελώντας στρατιές ανθρώπινες.

- Κι αν πέσω θύμα προδοτών,
μ' αυτήν σκεπάστε με νεκρόν,
την Κόκκινη Σημαία!...

Τ' όνομά της δημιούργησε ένα από τα μεγαλύτερα πολεμικά παράσημα της Σοβιετικής Ένωσης, το παράσημο της " Κόκκινης Σημαίας ". Για να τιμηθούνε μ' αυτό, τρέξαν λαχανιασμένοι οι στρατιώτες της την απόσταση Στάλιγκραντ - Βερολίνου.
Και τα σοβιετικά σχολειά για να κεντρίσουνε την άμιλλα να φιάξουν άξιους μαθητές της πρωτοπόρας ανθρωπότητας, έχουν ορίσει για έπαθλο: Ποιο σχολειό θα σταθεί άξιο να βαστάξει περισσότερο διάστημα το παράσημο της " Περιφερόμενης Κόκκινης Σημαίας".
Γιατί η Κόκκινη Σημαία δεν είναι λάβαρο Κρατών.
Είναι ένα πανί που γονατίζει, μαζεύει το αίμα του εργαζόμενου απ' τη γη, και βάφεται μ' αυτό, κι ανασηκώνεται ύστερα ψηλά, και κυματίζει, και ηλεχτρίζει εκατομμύρια ψυχές και τις φλογίζει, κι έτσι αυτό όλο πάντα γίνεται απ' την πρωτομαγιά του 1886, επί γενεές γενεών"


Μέλπω Αξιώτη, Πρωτομαγιές 1886 - 1945 . Άπαντα Γ' τόμος, Χρονικά, Κέδρος 1980

Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

Ο παροικιακός κόσμος του Κ.Π.Καβάφη

O Kώστας Καβάφης γεννήθηκε το 1863 στην Αλεξάνδρεια, τον καιρό που μεσορανούσε ο φιλελεύθερος καπιταλισμός και οι " μικροί λευκοί " 
(σημ.ιστολογίου:" μικροί λευκοί " ήταν οι Έλληνες πάροικοι)  της Αιγύπτου πίστευαν πως ήταν τα  αφεντικά του τόπου.
 " Διήλθεν έτη τινα της νεότητός του εν Αγγλία, μεθό απήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν όπου παρέμεινεν επί διετίαν περίπου. Ηλικιωθείς ήδη, επέστρεψεν εις Αγγλίαν και επεσκέφθη την Γαλλίαν , όπου παρέμεινεν ολίγιστον χρόνον".
Ύστερα από τις αρχές του 20ου αιώνα επέστρεψε στην Αίγυπτο και έζησε τρεις περίπου δεκαετίες στη γενέτειρά του, ίσαμε το 1933 που πέθανε. Γόνος ξεπεσμένης οικογένειας εμπόρων - παροίκων ( του οίκου Καβάφη), τελικά υποχρεώθηκε να κάνει το δημόσιο υπάλληλο της αποικιοκρατίας για να ζήσει.
Για τον Καβάφη, για τον ψυχισμό του, ο Κώστας Βάρναλης μας λέει πως 
" είχε τη γυναικεία αδυναμία να κρύβει τα χρόνια του...Τότε έβρισκε την πνευματική του ολοκλήρωση, όταν υποτασσότανε στις αισθήσεις του. Ηδονιστής, ωραιόπαθος, πολύ εγκεφαλικός, απαισιόδοξος κι ατομιστής ένιωθε να υπάρχει και ως υλικός και ως πνευματικός άνθρωπος μονάχα μέσα στη φλογερή ζωή των απολαύσεων".
Και για τον ποιητή Καβάφη, ο Βάρναλης προσθέτει:
" Χωρίς αμφιβολία ο Καβάφης είναι ένας μοναδικά ιδιότυπος ποιητής. Ασεβής σε όλα από τη μορφή ίσαμε την ουσία. Η τεχνική του ελαττωματική. Ο στίχος του έχει χασμωδίες, κακές τομές, περισσευούμενες συλλαβές και ρίμες ή καθόλου ή παρηχητικές ή ομοιολεχτικές. Μουσικότητα καμιά. Η γλώσσα του ψεύτικη ( κακή καθαρεύουσα ή κακή δημοτική), το λεξιλόγιό του φτωχό, χωρίς σύνθετα, χωρίς παρομοιώσεις, χωρίς μεταφορές..."
Η ποίησή του, λέει ο Βάρναλης, ήταν απρόσωπη, δεν έβγαινε από την καρδιά του παρά από το μυαλό του, ήταν δ ρ α μ α τ ι κ ή . 
Ο Λίνος Πολίτης, πάλι, αξιολογεί τον ποιητή Καβάφη έτσι:
" Σπάζοντας τα καθιερωμένα σχήματα, στη γλώσσα, στο στίχο, στα θέματα, με μια λιτότητα σχεδόν αποσιωπητική, έφτανε σε μια προσωπική ολότελα έκφραση, δημιουργώντας μια ιδιαίτερη υποβολή και γοητεία. Η φ ω ν ή  τ ο υ  α ι ν ι γ μ α τ ι κ ή  γ ι α  τ ο υ ς  σ υ γ χ ρ ό ν ο υ ς, αρχίζει να βρίσκει ανταπόκριση κυρίως ύστερα από το 1930 και επηρεάζει από τότε αποφασιστικά όλη τη νεώτερη ελληνική ποίηση".
Ο Στρατής Τσίρκας, τέλος, θεωρεί πως ο Καβάφης διεπότανε από ένα
 " αντιιμπεριαλιστικό ντεφαιτισμό". " Η μαύρη απαισιοδοξία του", γράφει ο Σ. Τσίρκας, και το μίσος του κατά της αγγλικής κατοχής ευθυγραμμίζουν ψυχικά τον Καβάφη με τον κόσμο της στέρησης και της βιοπάλης"
 Ευχότανε και αυτός, όπως και όλοι οι πάροικοι, σύμφωνα με τη γνώμη του Τσίρκα, ...την επιστροφή προς τα πίσω, στον παράδεισο του αρχέγονου πολιτισμού, όταν δηλαδή δεν υπήρχε αγγλική κατοχή στην Αίγυπτο. Και απογοητεύτηκε όταν  οι
 " βάρβαροι", δηλαδή οι αγωνιστές της λευτεριάς, δεν έδιωξαν τους Άγγλους από το Σουδάν και την Αίγυπτο.
Σχεδόν όλες τούτες οι παρατηρήσεις είναι σωστές. Και θα ήταν όλες, αν απουσίαζε ο χαρακτηρισμός του " αντιιμπεριαλιστικού ντεφαιτισμού " που έρχεται να αλλάξει τη σωστή οπτική γωνία της αντιμετώπισης του προβλήματος : φαινόμενο Καβάφης. Ο Καβάφης σημαδιακά διαλέγει πρόσωπα και ιστορίες από την παρακμασμένη εποχή των ελληνιστικών χρόνων. Αρνείται τους καθαρευουσιάνους. Γι' αυτό γράφει " κακή καθαρεύουσα". Αρνείται τους πάροικους δημοτικιστές. Γι' αυτό και γράφει σε
 " κακή δημοτική ". Αρνείται  τη νεοελληνική ποίηση, όχι μονάχα τη σύγχρονή του, μα και την παλιότερη. Γι' αυτό και ξεφεύγει από την παράδοση, χωρίς όμως να έχει και τη δύναμη να δημιουργήσει πραγματικά καινούρια τεχνική. Μισεί την αγγλική αποικιοκρατία. Γνωρίζει αυτός , και οι άλλοι πάροικοι αστοί, όπως έγραψε o Cromer 
(  υπήρξε για 24 ολόκληρα χρόνια ο πραγματικός διοικητής της Αιγύπτου) 
" ότι η παρουσία του αγγλικού στρατού στην Αίγυπτο πρόσφερε ασφάλεια στις ζωές και στις ιδιοχτησίες του"
 Είχε υπόψη  του ότι " σε περίπτωση αναβρασμού του Μουσουλμανικού φανατισμού θα ήταν ( οι πάροικοι) οι πρώτοι που θα υπόφεραν".
Όμως, αυτός όπως και οι άλλοι πάροικοι, εκείνοι που είχαν ξεπέσει τον καιρό της αγγλικής αποικιοκρατικής κατοχής στην Αίγυπτο 
" δεν μπορούσαν εύκολα να συγχωρήσουν τον άγγλο, επειδή στεκότανε ανάμεσα σ' αυτούς και τη λεία τους` δε μπορούσαν να ξεχάσουν ότι, αν δεν επικρατούσε η Βρεταννική επιρροή, το κέρδος τους θα ήταν τετραπλάσιο".
Γι' αυτό θυμόντουσαν " με νοσταλγία τις παλιές καλές μέρες π ρ ι ν  α π ό  τ η  Β ρ ε τ α ν ν ι κ ή  κ α τ ο χ ή, όταν μπορούσαν να λεηλατούν κατά βούληση το Αιγυπτιακό Δημόσιο και όταν συμφωνούσαν με την Αιγυπτιακή Κυβέρνηση  για να κατακλέβουν τον Αιγυπτιακό Λαό"
Αν αφαιρέσει κανείς τις παινεψιές του Άγγλου ύπατου διοικητή της Αιγύπτου για την Αυτοκρατορία της πατρίδας του, δεν είχε στα άλλα άδικο. Όσοι ξέπεσαν τον καιρό της αγγλικής κατοχής, τη μίσησαν. Μα ποτές δεν έπαψαν να βλέπουν τους αποικιοκρατούμενους λαούς σα  β ά ρ β α ρ ο υ ς. Και ο Καβάφης , μια και αισθανότανε, έβλεπε, πως η παλιά καλή εποχή δεν ερχότανε πίσω, ήθελε να εκδικηθεί τους Άγγλους, βλέποντας τους " βάρβαρους" σκλάβους της Αυτοκρατορίας να τη νικάνε και να την ξευτελίζουνε. Ήταν μια κάποια λύση στο ψυχικό του αδιέξοδο.
Όπως κάθε πρόδρομος, έτσι και ο Καβάφης ήταν " αινιγματικός " για τους σύγχρονούς του αστούς διανοητές της παροικίας και της Ελλάδας. Η πρώτη αναγνώρισή του ήρθε στα σκληρά χρόνια της οικονομικής  κρίσης του 1930 και η αποκορύφωση της δόξας του μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όταν η εισβολή του αμερικάνικου τρόπου ζωής σ' ολόκληρη την Ευρώπη αποσύνθεσε και γκρέμισε τις παλιές αξίες της ευρωπαϊκής αστικής κουλτούρας και οδήγησε την ιντελλιγκέντσια της " γηραιάς ηπείρου" είτε στην " αμερικανοποίηση " είτε στον πεσιμισμό και στην ηττοπάθεια ( τον ντεφαιτισμό) . Μέσα στην μεταπολεμική ευρωπαϊκή αστική παρακμή, ο Καβάφης έγινε σύμβολο, καινούργια αξία. Αυτό που είχε νοιώσει αυτός σαν άτομο - πάροικος, μετά την αγγλική εισβολή στην Αίγυπτο, τώρα το ένοιωθαν οι περισσότεροι αστοί διανοητές της Ευρώπης.




Νίκου Ψυρούκη, Το νεοελληνικό παροικιακό φαινόμενο, Επικαιρότητα, Αθήνα 1983

Ο Κ.Π. Καβάφης γεννήθηκε στις 29 Απριλίου 1863 και πέθανε στις 29 Απριλίου στις 1933

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

...ένας σταυρός με νύχια μπήχνονταν στην Ακρόπολη.

Η είσοδος των Γερμανών στην Αθήνα και η παράδοσή της  σε αυτούς στις 27 Απριλίου 1941 αποτυπωμένη με την πένα της Μέλπως Αξιώτη στο μυθιστόρημα της Εικοστός Αιώνας.
Με λουλούδια του Απρίλη οι κήποι επαραδόθηκαν. Δεν έφταιγε σ' αυτό κανείς. Δεν ήταν εύκολο να πεις στην παπαρούνα να μην άνθιζε.
Με στολή και παράσημο σε στάση προσοχής κ' ένα κλειδί στο χέρι σύμβολα του καιρού μας και μια χώρα που εστόλιζαν σωστά 4 χρόνια να τους την ετοιμάσουνε, οι αρχές επαράδωσαν την πόλη της Αθήνας μπρος σ' ένα καφενείο. Μια Κυριακή πρωί.
Ο πρώτος μπρος στις πόρτες της πολιτείας, έδωσε παράγγελμα: 
" Άνδρες! Ξεσκονιστείτε!".
Κατέβηκαν οι άντρες απ' τη μακριά πορεία τους απ' το βοριά, κ' εξεσκονίστηκαν. Ύστερα εμπήκαν μέσα.
Ο ίλαρχος σε λίγο φώναξε απ' την Ακρόπολη:
" Στο - όνομα - του...".
Πριν ακόμα ακούσει όνομα μια γυναίκα στο δρόμο κάπου ελιγοθύμησε. Στο όνομα του Φύρερ εκείνη τη στιγμή ένας σταυρός με νύχια μπήχνονταν στην Ακρόπολη.
Έτσι μια ιστορία 4ων χρόνων τέλειωνε. Είχε πάρει το όνομα: " τρίτος νέος πολιτισμός".
Όπως αποτραβιότανε εκείνη η παλίρροια άφηνε πίσω της πολλούς νεκρούς, πολλές φυλακές σε δράση, πολλούς χαφιέδες και σακάτηδες, πολύ κλάμα και γνώση.
Μια μάχη πάλι ετέλειωνε μια διπλή μάχη μέσα κ' έξω, και μια άλλη ευτύς άρχιζε! την ετριγύριζε ο Απρίλης και τρεις ξένοι καταχτητές.




Μέλπω Αξιώτη, Εικοστός Αιώνας, Ίκαρος, Αθήνα 1946

Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

Δεν θα συμμετάσχω στην ομάδα αυτοαξιολόγησης(αναδημοσίευση)

“ Ακόμα και τη συνηθισμένη σημασία των λέξεων σε σχέση με τα πράγματα την άλλαξαν για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους”
(Θουκυδίδης Γ 82)
΄Οσο πιο βαρύγδουπα ηχούν οι λέξεις, τόσο πιο ύποπτο, ίσως και επικίνδυνο, φαντάζει το περιεχόμενό τους. Σε μια κοινωνία ρημαγμένη και φτωχοποιημένη, σ' ένα λαό στερημένο από τα στοιχειώδη δημοκρατικά δικαιώματα στην υγεία, στην παιδεία, στη δουλειά, σ' ένα δημόσιο σχολείο που, ταλαιπωρημένο ήδη από τις πολιτικές λιτότητας, καταρρέει καθώς καλείται περισσότερο από ποτέ να ανταποκριθεί στις ανάγκες της αγοράς, σε μια εκπαιδευτική κοινότητα που δέχτηκε την αγριότερη επίθεση με συγχωνεύσεις σχολείων , κατάργηση ειδικοτήτων, τη διαθεσιμότητα χιλιάδων, τις απολύσεις εκατοντάδων συναδέλφων, την ακόμα μεγαλύτερη περιθωριοποίηση των μαθητών της τεχνικής εκπαίδευσης, είναι φανερό ότι η “αξιολόγηση” και η εξωραισμένη έκδοσή της, η “αυτοαξιολόγηση”, δεν θα βελτιώσουν το εκπαιδευτικό έργο, αλλά θα δώσουν το τελικό χτύπημα καλώντας τους συναδέλφους να υποκύψουν σ΄ ένα γραφειοκρατικό τερατούργημα που μετατρέπει τον δάσκαλο σε υπολογιστή, τον συνάδελφο σε ανταγωνιστή, τον προϊστάμενο σε φόβητρο, το σχολείο σε αρένα, για να νομιμοποιηθεί τελικά η κατάργηση και άλλων δημόσιων σχολείων, η απόλυση χιλιάδων αυτή τη φορά συναδέλφων, για να επικυρωθεί η παράδοση της Δημόσιας Παιδείας στα ιδιωτικά συμφέροντα. Εδώ και τριανταπέντε χρόνια, τα τριανταδύο στα Δυτικά, αφοσιώθηκα στο δημόσιο σχολείο. Και είναι αλήθεια ότι οι συνάδελφοί μου κι εγώ ζήσαμε τις καλύτερες στιγμές του, λίγα χρόνια μετά την πτώση της χούντας, στον δημοκρατικό πυρετό της Μεταπολίτευσης, 1981,1988,1997,1998,1999,2006, 2008 διεκδικήσαμε και κερδίσαμε τουλάχιστον την αξιοπρέπεια του δάσκαλου. Δεν ήταν όλοι οι αγώνες νικηφόροι, όμως διδάξαμε στους μαθητές μας ότι το δημόσιο σχολείο είναι προνόμιο ανεκτίμητο, ότι ο αγώνας για ένα κόσμο καλύτερο είναι καθήκον, ότι είναι αυτονόητες η αλληλεγγύη και η συναδελφοσύνη κι ακόμα ότι η γνώση δεν είναι μέσο ατομικής αναρρίχησης, αλλά το αποτελεσματικότερο και ισχυρότερο όπλο στη διεκδίκηση μιας δικαιότερης κοινωνίας. Επειδή, λοιπόν, δεν μπορώ να ξεχάσω και να προδώσω ότι μια ολόκληρη ζωή θεώρησα χρέος μου να διδάξω στα παιδιά, ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΟΚΥΨΩ και ΔΕΝ θα συμμετάσχω στην ομάδα “αυτοαξιολόγησης” του σχολείου μου στην οποία με όρισαν παρά τη θέλησή μου και τη δηλωμένη άρνησή μου. Το οφείλω στους μαθητές μου, στους συναδέλφους μου, σ' αυτούς που δοκιμάζονται από τη διαθεσιμότητα και τις απολύσεις, σε όλους που αγωνίζονται για δουλειά και αξιοπρέπεια.

Αθήνα, 21 Απρίλη 2014
Μάρω Δημάκου
Καθηγήτρια φιλόλογος στο 1ο Γενικό Λύκειο Καματερού
Δυτικής Αθήνας
Πηγή: Alfavita

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Τα πεζογραφήματα του Γιώργου Κοτζιούλα



Πριν από αρκετά χρόνια αν με ρωτούσε κάποιος για τον Γιώργο Κοτζιούλα, το μόνο που ήξερα να του απαντήσω ήταν ο τόπος καταγωγής, η Πλατανούσα Ιωαννίνων , και το Μαστορόπουλο, ποίημα που υπήρχε σε ένα παλιότερο βιβλίο Κειμένων Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Γυμνασίου. Σταδιακά άρχισα να ενδιαφέρομαι για το έργο του  και να ανακαλύπτω  πτυχές του ποιητικού του έργου κυρίως . Μετά έτυχε να διαβάσω ένα κείμενο του ίδιου σε μια παλιά Επιθεώρηση Τέχνης για το Θέατρο στο βουνό.

Ποιητής και πεζογράφος αγνοημένος , με το μεγαλύτερο μέρος του  έργου του σκόρπιο από εδώ και από εκεί. 
 Έγραφε σε ένα ποίημά του:

Θέλω να γράψω ένα βιβλίο, αλλά το κέφι,
που είναι απαραίτητο, δεν έρχεται ποτές.
Η κακοπέραση κατόπι καταστρέφει
κάτι στιγμές που τις θαρρώ ξεχωριστές.
Θα σας μιλούσα εκεί για τη βασανισμένη
ζωή μου, για τα χρόνια τα φοιτητικά`
θα σε φανέρωνα και σένα τότε Ελένη,
με όσα δεν είπα σε κανέναν μυστικά.
Οι νέοι που γράφουν δεν διαβάζονται και τόσο,
πρέπει να φτάσεις στα πενήντα ν’ ακουστείς.
Μα εγώ ως τα τότε πώς αλλιώς θα ξαλαφρώσω,
που δε μου αρέσει πια να λέγομαι ποιητής;
Δεν υποφέρονται άλλο οι στίχοι οι κουδουνάτοι,
αυτά σου τα μαθαίνουν κι οι στιχουργικές.
Είμαστε σύμφωνοι, αναγνώστη ανοιχτομάτη,
πρέπει να λείψουν οι συνθήκες οι κακές.[1]


 Μετά από πολλά χρόνια κυκλοφόρησε ένα βιβλίο όχι με ποιήματα αλλά  με πεζά του Γιώργου Κοτζιούλα. « Πικρή ζωή και άλλα πεζογραφήματα» είναι ο τίτλος του και εκδόθηκε μετά από το ενδιαφέρον που έδειξε ο συγχωριανός και συγγενής του Κοτζιούλα Κώστας Αθανασούλας, ο οποίος και ανέλαβε εξ ολοκλήρου τη δαπάνη της έκδοσης.
 Την εισαγωγή, την επιμέλεια και το σχολιασμό έκανε η φιλόλογος Σωτηρία Μελετίου, η οποία σε έναν εκτενή πρόλογο σκιαγραφεί το Γιώργο Κοτζιούλα και τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της γραφής του προκειμένου να προσεγγίσουμε καλύτερα το έργο του και να καταλάβουμε τις συνθήκες και τα κίνητρα της γραφής του.

Μικρά σχόλια  προηγούνται των κειμένων που μας προϊδεάζουν ως ένα βαθμό , αλλά και πληροφορίες ακολουθούν το τέλος των περισσοτέρων κειμένων, χρονολογικές, εκδοτικές, διευκρινιστικές.

Πρώτα πρώτα δικαιολογεί τον όρο πεζογραφήματα ως δηλωτικό της ποικιλίας του πεζογραφικού έργου του συγγραφέα, το οποίο περιλαμβάνει αρκετά είδη όπως νουβέλα, διηγήματα, πεζοτράγουδα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις , λογοτεχνικά χρονογραφήματα φυσιολατρικά κείμενα κ.α.

Εξηγεί πώς αντιλαμβανόταν ο Κοτζιούλας τον όρο διήγημα και τη χρήση του. Το διήγημα, η διήγηση είναι αυτό που δηλώνει η λέξη, δηλαδή μια πραγματική περιγραφή, μια αλήθεια δοσμένη με ήρεμο τόνο, πράο και φυσικό λόγο χωρίς υπερβολές και φτιασίδια που αλλοιώνουν την πραγματική εικόνα των γεγονότων. Τέχνη του διηγήματος είναι η απεικόνιση της πραγματικότητας με τα απλά μέσα του δημιουργού και τις υπερβαίνει μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις όπως είναι οι περιγραφές της φύσης, οι κριτικοί σχολιασμοί και οι στοχασμοί του. Τότε ο πεζογραφικός λόγος του μετασχηματίζεται σε ποίηση.

Υποστηρίζει ότι ο Κοτζιούλας όχι απλά είναι ένας γνήσιος πεζογράφος που κατέχει το λόγο σε όλη του την έκταση, αλλά είναι και ένας συγγραφέας με πρωτοποριακή γραφή και ύφος και μπορεί να χαρακτηρισθεί νεωτεριστής αν και ανήκει στους υπερασπιστές και συνεχιστές της παράδοσης. Επιπλέον θεωρεί ότι εγκαινίασε στην νεότερη πεζογραφία την ηθογραφία της σκοτεινής όψης της ζωής και ότι εισηγήθηκε τον « ηθογραφικό νεορεαλισμό» στην Ελλάδα, επειδή ασχολήθηκε με τους απόκληρους της ζωής, τους ανθρώπους που βρέθηκαν στο περιθώριο, τους φθισικούς, αλλά και τους απλούς , λαϊκούς ανθρώπους  και απέδωσε την καθημερινότητά τους φθάνοντας εκεί που δεν πήγε κανένας άλλος. Οι παραστάσεις του ζωντανές και άμεσες δοσμένες με κατάλληλη γλώσσα και ποικιλία αφηγηματικών τεχνικών.

Τέλος η Μελετίου αναφέρεται στην ιδεολογία του Κοτζιούλα , η οποία επιδιώκει τη χριστιανική ισότητα και την κοινωνική απελευθέρωση με δικαιοσύνη . Προσπάθησε σε όλη του τη ζωή να συνδυάσει το χριστιανισμό με το σοσιαλισμό , στρατευμένος στην υπόθεση ενός καλύτερου κόσμου χωρίς αδικίες και ανισότητες. Ένας πολεμιστής με αιχμηρή πένα που αντιμετωπίζει τις δυσκολίες με στωικότητα και ελπίδα πορευόμενος «εν αγαθότητι».


Το πρώτο κείμενο  είναι η Πικρή ζωή. Μια νουβέλα, στην οποία ο Κοτζιούλας περιγράφει τον τόπο που γεννήθηκε καθώς και τις συνθήκες μέσα στις οποίες μεγάλωσε.  Ξεκίνησε να το γράφει το 1941 αλλά αναφέρεται στην χρονική περίοδο από το 1912 έως το 1925. Ο Κοτζιούλας την εποχή εκείνη ήταν παιδί και γι’ αυτό κυριαρχεί η παιδική ματιά στον τόπο και τους ανθρώπους. Οι σχολιασμοί όμως που παρεμβάλλονται αποκαλύπτουν τον ώριμο αφηγητή.


« Γεννήθηκα σ’ ένα μέρος αποκλεισμένο γύρω γύρω από βουνά. Ράχες κοντινές κι απόμακρες, πλαγιές που σκουροφέρνουν από την αριά και το πουρνάρι, λαγκαδιές με πελώριες πέτρες κρεμάμενες στα χείλη τους ή σταματημένες μες στο βάθος, αυτή είταν η εικόνα που αντίκρυσα μόλις άνοιξα τα μάτια. Έτσι απαράλλαχτα ξανοίξανε τον κόσμο πρωτοβλέποντας το φως κι οι πρόγονοι μου, το ίδιο όραμα είχανε μπροστά τους κι ως την ύστερη στιγμή. Μια αλυσίδα από βουνοκορφές – άλλες σπανές ή τουφωτές εδώ κι εκεί απ’ τα χαμόκλαδα κι άλλες , οι μακρινές , δασωμένες, απέραστα ρουμάνια – έκλειναν τον ορίζοντα απ’ τις τέσσερες μεριές, έτσι που το βλέμμα δεν έβρισκε τρόπο να ξεγλιστρήσει πέρα ως πέρα, ως την άκρη της γης. Όγκοι στημένοι από αιώνες ο ένας κοντά στον άλλον, καταράχια που πρόβαλλαν το ένα πίσω από τ’ άλλο, σ’ εμπόδιζαν να μάθεις τι γίνεται παραέξω. Έμοιαζαν με φύλακες αμίλητους και σκυθρωπούς που είχαν πετρώσει εκεί απ’ την πολύκαιρη ακινησία. Εδώ που ξεφύτρωσες, έλεγαν, εδώ πρέπει να αφήσεις μια μέρα και το κορμί σου. Ύστερ’ από μια ζωή γεμάτη βάσανα έτσι γέρνανε όλοι οι συντοπίτες μου στο χώμα, σ’ αυτό το ίδιο χώμα που δεχόταν με το χινοπώριασμα όσα φύλλα δε μπορούσε να τα κρατήσει άλλο πια το κλαδί τους»


Η περιγραφή του ορεινού και άγονου τόπου προοικονομεί την δύσκολη και σκληρή ζωή, την πικρή ζωή του ίδιου, της οικογένειάς του αλλά και των συγχωριανών του. Μια ζωή που συνοδεύεται από το συνεχή αγώνα της επιβίωσης. Μια ζωή δεμένη με την ανέχεια, το φόβο , τις δεισιδαιμονίες ,τις αντιλήψεις, τα ήθη , τα έθιμα , τις ανθρώπινες σχέσεις, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, το σχολείο, το δάσκαλο, τους παιδικούς φόβους, τις πονηριές που ο Κοτζιούλας σκύβει και μαζεύει.


 « Σκόρπια, ασύνδετα κομμάτια συγκροτούν την παιδική μας ηλικία. Είναι χάντρες πεσμένες μια εδώ και μια εκεί, που πρέπει να τις αναζητήσεις υπομονετικά και να τις αρμαθιάσεις κατόπι στην κλωστή. Α, όλα στο ύστερο καταντούν ένα παιγνίδι. Όταν τα ζεις όμως , είναι αλλιώτικα, είναι βαριά»


Το 1949 στο « Λογοτεχνικό ημερολόγιο 1949» των εκδόσεων « Λογοτεχνική Γωνιά» δημοσιεύτηκαν δυο πεζοτράγουδα, δηλαδή ποιήματα σε πεζό λόγο με ρυθμό και αρμονία. Έχουν μορφή ύμνου – θρήνου. Το πρώτο είναι θρηνητικό τραγούδι για τον Ταχυδρόμο που χάθηκε στις στράτες και αναφέρεται στο θάνατο του Κωνσταντή Κοτζιούλα , πατέρα του συγγραφέα. Το δεύτερο ένα Ηπειρώτικο μοιρολόι για το ξεκοίλιασμα ενός γερόγυφτου στο οποίο ο συγγραφέας αφηγείται τη ζωή και το θάνατο ενός γέρου γύφτου μέσα σε ένα άγριο περιβάλλον που το συνθέτουν η πείνα και η φτώχεια.
Τα διηγήματα που ακολουθούν γράφτηκαν σε διάφορους χρόνους από το 1931 έως και μεταπολεμικά ορισμένα. Αρκετά από αυτά  δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά , ανάμεσά τους  η Νέα Εστία και τα Νεοελληνικά Γράμματα.

Τα θέματά τους ποικίλλουν. Κυριαρχούν  η φτώχια , η δύσκολη ζωή των ανθρώπων που προσπαθούν να ζήσουν μέσα σε άθλιες συνθήκες. Άνθρωποι απλοί που αναγκάζονται πολλές φορές να καταφύγουν στη ζητιανιά για να επιβιώσουν. Ο Κοτζιούλας άλλωστε αντιμετώπισε τέτοια προβλήματα για μεγάλο χρονικό διάστημα , ίσως και για όλη του τη ζωή. Ήρθε στην Αθήνα το 1926 και πέρασε τη ζωή του ανάμεσα σε παράγκες, χαμόσπιτα , στους προσφυγικούς συνοικισμούς  ακόμα και στην ύπαιθρο. Όταν περιγράφει την καθημερινή ζωή των απλών και φτωχών ανθρώπων χρησιμοποιεί πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία και αρκετές φορές αυτοσαρκάζεται.

Ο Κοτζιούλας όμως δεν ήταν μόνο φτωχός αλλά και φυματικός. Νοσηλεύτηκε σε νοσοκομεία και σανατόρια, αλλά έζησε και σε παράγκες στην Πάρνηθα και στην Πεντέλη έως ότου αναρρώσει. Η περιδιάβαση του σε αυτούς τους χώρους τον έφερε σε επαφή με έναν κόσμο διαφορετικό, που ζούσε στο περιθώριο της κοινωνίας. Σε αρκετά διηγήματα εστιάζει στη ζωή των φυματικών που η κοινωνία έχει αποβάλει  εξ αιτίας της αρρώστιας. Συγχρόνως αναδεικνύει τις δυσκολίες, τις ταλαιπωρίες αλλά και τα συναισθήματά τους χωρίς να παραλείπει να παρουσιάσει και όλους τους άλλους που τους περιτριγυρίζουν και τους επηρεάζουν αρνητικά ή θετικά.

Αυτούς τους ανθρώπους και τη σκληρή ζωή τους περιγράφει ακολουθώντας διάφορες αφηγηματικές τεχνικές και παρουσιάζει επιπλέον ανθρώπινες συμπεριφορές και τις ψυχολογικές τους μεταπτώσεις στην προσπάθειά τους να κρατηθούν όρθιοι και ζωντανοί.

Τα σχόλια και οι σκέψεις του για διάφορα πρόσωπα και πρακτικές άλλοτε δίνονται με χιούμορ , άλλοτε με ειρωνεία και σαρκασμό και άλλοτε με φωνή καταγγελτική χωρίς να λείπει η ευαισθησία και η τρυφερότητα ακόμη και εκεί που η μαυρίλα καλύπτει τα πάντα.


« Πρόσωπα του κύκλου μου, δικοί μου ανθρώποι!

Μέσα σε τρεις μέρες που ξαναήρθα στα λημέρια σας, περάσατε όλοι από μπρος μου, δώσατε ο καθένας το «παρών» του. Γελούμενοι και σκυθρωποί, ανοιχτόκαρδοι και προφυλαχτικοί, κακοντυμένοι, μισονηστικοί, όλο βάσανα και πίκρες, εύθυμοι όμως στο βάθος, οντότητες σχηματισμένες , αναλλοίωτα καλούπια, φανερωθήκατε πάλι σ’ εμένα , που μ’ όρισε η μοίρα θιασάρχη σας.

Ήρθατε νούμερα περίφημα, καθένας με το ρόλο του, να παίξετε στο θέατρό μου, το θέατρο τ’ αληθινό, χωρίς να φορέστε προσωπίδες , χωρίς ν’ αλλάξετε τον τόνο της φωνής σας, επειδή κι έτσι όπως είστε μπορείτε να συγκινήσετε το κοινό. Ο λαός θα σας ακούσει, αυτός θα σας ιδεί, κι όπως είναι διψασμένος για τύπους δικούς του, βγαλμένους απ’ τις περιπέτειές του, η τέχνη σας μπορεί να του αρέσει.

Εγώ, να ξέρετε, είμαι μαζί σας ως το τέλος. Εσάς μονάχα μελετώ κι από σας παίρνω την έμπνευσή μου . Ο αγώνας σας είναι και δικός μου, η τύχη μας κοινή. Ξεκινούμε από τη λάσπη , που είναι ουσία γλιστερή και τραβάει σαν το χταπόδι. Μα θέλει  κοντά της να μην ξεκολλήσουμε, σαν τις αμέτρητες γενιές των αδερφιών μας που έχει καταπιεί. Μα εμείς έχουμε το πείσμα βοηθό μας αυτή τη φορά.

Όργανα της μοίρας, ξέρουμε πια τη δύναμή μας»

Εκτός από τα διηγήματα όμως διαβάζουμε  ένα χρονογράφημα από το Αλβανικό μέτωπο που δίνει κυρίως τη λαχτάρα των συγγενών να πάρουν και να διαβάσουν τα γράμματα των αγαπημένων τους που πολεμούν για την πατρίδα.


« Τα λόγια πέφτουν ένα-ένα, φορτωμένα νόημα, ηλεκτρισμένα μες απ’ το διάστημα. « Αγαπητή σύζοιγή μου Παναγιώτα, χαίρε. Πρότων ερωτό δια την καλήν σας υγίαν , καθός και εγό μέχρη όρας υγιένο καλός.»Ποτέ η καθαρεύουσα δε χρησιμοποιήθηκε , από τους αδέξιους αυτούς ανθρώπους , για ιερώτερο σκοπό . Και οι ανορθογραφίες δεν εφάνηκαν ποτέ τόσο εξαγνισμένες . Γράφει και υπαγορεύει ο λαός , ο αμόρφωτος, ο νοσταλγικός, ο μεγαλόψυχος, ο αποφασισμένος να σκοτωθεί για την ιδέα της πατρίδας, απλά και δίχως απορίες»

Ένα λογοτεχνικό – ιστορικό χρονικό μαρτυρεί την πρώτη εμφάνιση των ανταρτών του ΕΛΑΣ στο χωριό του συγγραφέα, την Πλατανούσα, το 1943 και τις αντιδράσεις τις δικές του καθώς και των συγχωριανών του.

Στη συνέχεια ένα μεγάλο ταξιδιωτικό αφήγημα για την περιδιάβαση του  στο Άγιον Όρος αλλάζει το κλίμα. Πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν οι μοναχοί και οι επισκέπτες. Αυτούς κυρίως μας σκιαγραφεί. Δημοσιεύτηκε σε 16 συνέχειες στα Νεοελληνικά Γράμματα από τις 25 – 11- 1939 έως τις 13- 4- 1940 και διακόπηκε απότομα. Μετά το τέλος του αφηγήματος παρατίθεται σχετική αλληλογραφία με την οποία ο ίδιος ο συγγραφέας σχολιάζει τα γραφτά του ύστερα από τη δημοσίευσή τους και επισημαίνει λάθη, παραλείψεις και παρερμηνείες.

Μια περιήγηση στο Άργος και στην καθημερινότητα των απλών ανθρώπων που αρχίζει με μια ιδιαίτερα όμορφη περιγραφή δείχνει την συγγραφική του δεινότητα και αποτελεί ύμνο στη ζωή:


« Για τον ταξιδιώτη που αφήνει την πρωτεύουσα με σιδηρόδρομο, η Αττική είναι πεύκο, ο Μωριάς αμπέλια κι ελιές. Όσο ακολουθάς τα παράλια του Σαρωνικού, έχεις από τη μια μεριά το χρυσοπράσινο των βελονωτών φύλλων κι από την άλλη το λουλακία ή το ζαφειρένιο της θάλασσας. Άμα μπεις στην περιοχή της Κορίνθου, όπου και να γυρίσεις το μάτι σου δε βλέπεις άλλο απ’ τα ξεράδια των κλημάτων, που βγαίνουν σαν παλούκια από το χώμα, κι απ’ τους στριμμένους , τους παιδεμένους κορμούς με τις σκούρες ή ασημένιες φυλλωσιές που τρεμοπαίζουν , σαν άλλη θάλασσα, στον ήλιο. Ευλογημένες ρίζες και τα τρία. Τα πρώτα ξεκουράζουνε το βλέμμα και σε κάνουν να παίρνεις όσο μπορείς βαθύτερες ανάσες. Τ’ άλλα δίνουνε δουλιά και πόρεψη σε τόσες φαμιλιές, σε χιλιάδες άξια χέρια που έχουν να κάμουν με τον κάμπο.»
Ένα ταξίδι στην Λευκάδα – Πρέβεζα – Βόνιτσα το 1930 του δίνει την αφορμή να καταγράψει τις εντυπώσεις του αλλά και να περιγράψει τους ανθρώπους και τις συνήθειες τους.

Εδώ αρχίζει σαρκαστικά

« Όταν πρόκειται να γράψει κανείς ταξιδιωτικές εντυπώσεις , έχει επικρατήσει η συνήθεια να ταξιδεύει  τουλάχιστον ως τις Άλπεις. Μπορούν κατά συγκατάβαση να συμπεριληφθούν  στο δρομολόγιο και μερικά ελληνικά μέρη, αλλ’ αυτά τα δεύτερα πρέπει να έχουν ιστορία και ποίηση απαραίτητη. Οι κριτικοί  μας – οι ταλαντούχοι φυσικά – αν και ανήκουν και στα δύο φύλα, είναι σπάνιοι κι οι ενθουσιασμοί τους ακόμη σπανιώτεροι` θάταν λοιπόν άδικο , για την τέχνη, να εξαντληθούν στις ασημότητες. Ύστερ’ απ’ αυτά, τι θα μας έδινε ένα ταξίδι απ’ τον Πειραιά ως την Πρέβεζα;»
Το οδοιπορικό στα ξωκλήσια και κονίσματα φανερώνει μια φύση ευαίσθητη , γιατί τι άλλο μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που έλκεται από αυτά τα μικρά και παράμερα κτίσματα τα κτισμένα και τοποθετημένα στις πιο απόμερες περιοχές , φύλακες των ταπεινών και ανίσχυρων ανθρώπων, των στρατοκόπων και των ορειβατών, των βοσκών και των ξωμάχων.


« Τάβρισκα πάνω στη μεγάλη στράτα, στο ντερβένι, σε κάνα γύρισμα του δρόμου, και  μ’ ανακούφιζαν, μ’ εγκαρδίωναν καλύτερα απ’ ανθρώπους. Μου τόνωναν την πεποίθηση , μούδιναν θάρρος και για παραπέρα. Έχοντας αυτά στο νου μου , περνούσα άφοβα τα λαγκάδια με τη βουή των νερών και τις σκοτεινές σπηλιές τους, ούτε φοβόμουν πια να μη μου κόψει το λαιμό κανένας γενάτος κουμουράς...Εγώ ο ευλαβικός, ή φοβιτσιάρης!»


 Το βιβλίο άρχισε με την Πικρή ζωή και στο σύνολό του σχεδόν κυριαρχούν τα μαύρα χρώματα της άθλιας ζωής των φτωχών, των καταφρονεμένων, των απόκληρων. Αυτή η καταχνιά διαπερνάται πολλές φορές από τα χρώματα της φύσης που αποκαλύπτεται μέσα από  λεπτοδουλεμένες περιγραφές και τονίζεται έντονα η αντίθεση της σκληρής ανθρώπινης ζωής και του φυσικού τοπίου. Αυτή τη φύση επιλέγει να ζωγραφίσει με όλα τα χρώματα και να την παρουσιάσει την στιγμή που αναδύεται ξαναγεννημένη από τα ψυχρά σπλάχνα του χειμώνα. Στην αποθέωση της ελληνικής άνοιξης αναφέρεται το αφήγημα με το οποίο κλείνει το βιβλίο. Ένα αφήγημα με λαογραφικές αναφορές, λογοτεχνικές περιγραφές, γεμάτο χρώμα και ζωή , αλλά ενδεχομένως και με συμβολικές διαστάσεις, γιατί μέσα από τη νεκρή γη γεννιέται πάντα η άνοιξη


« Η άνοιξη είναι το πανηγύρι της γης, η αποθέωση του υπαίθρου. Πού έκλεινε τόσον καιρό το ξερό έδαφος, η άχαρη πλαγιά, η γυμνή λάκα τέτια πλουμίδια και κεντήματα, χάρμα των ματιών! Στολίζονται με τα γιορτινά τους ακόμα κι οι βάτοι. Κάθε ταπεινό, ανώνυμο χορτάρι θα βγάλει το λουλούδι του, για να το κρατήσει σα λαμπάδα στο Πάσχα των φυτών. Πού βρέθηκαν τόσα χρώματα μεμιάς! Κυριαρχεί το κόκκινο, από το άλικο της παπαρούνας ως το γλυκύ ανοιχτό της κουτσουπιάς, που βρίσκεται στις δόξες της αυτή την εποχή. Αλλά και το κίτρινο δεν πάει πίσω , παράδειγμα οι σφελαχτοί. Τρίτο έρχεται το γαλάζιο, που σε σταματάει με κάτι αστρουλάκια σε χαμόχορτα των χωραφιών. Αμ το ροδάμι; Τι διακριτικός συγκερασμός στην πρασινάδα του πουρναριού!»



Ένα εξαιρετικό βιβλίο, μια έκδοση λιτή και όμορφη. Το εξώφυλλο του έχει φιλοτεχνήσει ο Αλέκος Φασιανός . Φωτογραφίες και αποσπάσματα χειρογράφων εμπλουτίζουν το βιβλίο.

Αξιέπαινη η προσπάθεια της Σωτηρίας Μελετίου και εξαιρετικές οι επιλογές της από το μεγάλο όγκο του αρχείου Κοτζιούλα , αλλά και το «στήσιμο» τους στις σελίδες του βιβλίου.

Γνώρισα έναν συγγραφέα που ουσιαστικά αγνοούσα. Τέτοιες προσπάθειες συμβάλλουν με τον καλύτερο τρόπο όχι μόνο στην επαφή μας και στη γνωριμία με την γραφή του Κοτζιούλα αλλά και στην τοποθέτησή του εκεί που ανήκει, δηλαδή ανάμεσα στους μεγάλους πεζογράφους της νεοελληνικής λογοτεχνίας.


Γιώργος Κοτζιούλας, Πικρή ζωή και άλλα πεζογραφήματα( Επιλογή από το έργο του), Εισαγωγή - Επιμέλεια - Σχόλια Σωτηρία Μελετίου,  Εκδόσεις Νηρέας, Αθήνα 2014


 [1] Γιώργος Κοτζιούλας, μια παρουσίαση από το Σωτήρη Τριβιζά, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2009

  Οι φωτογραφίες από το βιβλίο


Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

Θέμος Κορνάρος


..Γιόστρα είναι η φυλακή που, ολοημερίς κι' ολονυχτίς, κονταροχτυπούνε Διγενήδες κι' Αη Γιώργηδες με τον Ανίκητο. Στην τελική μάχη μαζί του όλοι πάνε χτενισμένοι, γελαστοί και τραγουδώντας.
Μα τη φάση εκείνη ποιος τη λογαριάζει πια!...Κρατάει δευτερόλεπτα μονάχα και καμμιά φορά μπορεί κ' η απελπισία κ' η συμφόρηση να περάσουν  για ηρωισμός. Οι άπειρες χιλιάδες στιγμές μιας πεζής, καταθλιφτικής ζωής είναι που κάνουνε τον άντρα!...
- Να μην ελπίζεις τίποτα για τον εαυτό σου και να μοιράζεις ελπίδες σαν Παντοκράτορας!...
- Να πεινάς τον ύπνο και να μπορείς να στρώνεις πουπουλένιες κούνιες ξεγνοιασάς για τον πλησίον!...
- Το ψωμί να το μετράς με ψίχουλα, κι' όμως πάντα νάχεις να χαρίζεις απλόχερα.
- Κ' ύστερα να καταφέρνεις, τ' άτσαλα χέρια του σιδερά, του ρεσπέρη, του λούστρου, να γίνουνε όργανα χαδιού κι' εστίες απαλής γαλήνης. Χέρια Μάνας!...
-Τα πόδια, που είχαν έργο, ολάκερη ζωή, να φτερνίζουνε βαρειά σε πατητήρια και αλωνίστρες, για να κερδίσουν το ψωμί σου, εδώ πρέπει ν' αλλάξουνε συνήθειες και ρυθμούς. Να τους φυτρώσουνε φτερά και να περνάς σας αέρας και σαν ίσκιος, για να μην ταράξεις του πλησίον τον ύπνο ή τη συλλογή.
- Κι ας είσαι αμόρφωτος. Ας μη δρασκέλισες σκολειού κατώφλι. Ανάγκη να γίνεις σοφός στην υπηρεσία της ζωής. Σοφός, που να ξημερώνεται στα καρτέρια και στα περάσματα των παθών, με της σίγουρης αλήθειας το δαυλό αναμμένο...
- Να κρατάς στα δάχτυλά σου μάτσο τα νεύρα και να τα παίζεις σα μαέστρο την ορχήστρα του από αναρίθμητα βιολιά!...
- Ναι! Τέτοιος περήφανος σοφός πρέπει να γίνεις. Που να μην καταδέχεσαι ποτέ τυχαίες εκρήξεις θυμού και κεραυνοβολήματα αισθημάτων. Για όλα νάχεις το πρόσταγμα. Κι' όλα να υπηρετούνε μ' αρμονία και τάξη την ολόφωτη θέληση. Τίποτα σκοτεινό μέσα σου. Μήδε χαρές, μήδε φόβοι, μήδε μίση. Όλα, να ξέρεις σε ποια βάθη φυτρώνουνε, ποιαν ώρα κι' από ποιο χέρι έπεσε ο σπόρος τους!
Αυτή η δύναμη και η γνώση θα φέρουνε τη γαλήνη στον ανταριασμένο Νου.
Τότε χρειάζεται να τοποθετήσεις τη φωνή σου σωστά - να μη φτύσεις πια τον ιερό ήχο της ζωής πρόχειρα και πρόστυχα - σαν αρμονία μουσική που έχει αποδέχτη χώρους του σύμπαντος: Την ψυχή του πλησίον...
Σίμωσε, κατά πώς του πρέπει, αυτό το Ναό. Στάσου στην πόρτα του. Μη βιαστείς να ξοδέψεις τα γέλια και τα λόγια της χαράς σ' εκείνο το κατώφλι. Ορθάνοιξε τ' αυτιά σου να γροικήσεις πρώτα τον ξένο πόνο, το ξένο άχτι. Κ' η πόρτα της ψυχής του πλησίον θ' ανοίξει μονάχη της. Μα κι' όταν ανοίξει, μη βιαστείς να χουγιάξεις για τη νίκη. Άφησε την άλλη καρδιά να κάνει την αρχή. Και πρόσεξε μην ξαφνιαστείς όταν ακούσεις τη δική σου λαλιά από ξένο στόμα!...Μέσα του σ' είχε από καιρό, μ' εμπιστοσύνη, εργάτη κι' αρχιμάστορα στο μέγα έργο για μια τρανή αλλαγή της ίδιας της φύσης...(απόσπασμα)

Θέμος Κορνάρος, Με τα παιδιά της θύελλας, Νεοελληνικές Εκδόσεις - Βιβλιοθήκη του Λαού, Αθήνα 1963, 3η έκδοση
Στις 23 Απριλίου του 1970 έφυγε από τη ζωή ο εργάτης - συγγραφέας  Θέμος Κορνάρος
 Πάμφτωχος και μόνος , αυτός που σε καιρούς πολύ δύσκολους προσπάθησε να δώσει μαθήματα αισιοδοξίας, ανθρωπιάς, μαχητικότητας, αξιοπρέπειας και ελπίδας.
Η ζωή του δαπανήθηκε ανάμεσα σε σκληρές χειρωνακτικές δουλιές και στους ακόμη πιο σκληρούς κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, στις φυλακές και στις εξορίες.

Ο «Ριζοσπάστης», τον Απρίλη του 1977, έγραφε: «Ο Θέμος Κορνάρος είναι μάγος στην απόδοση ονειρικών και θολών στιγμών της ψυχής. Παρακολουθεί από κοντά το λαβύρινθο του νου και αποδίδει με επιβλητική δύναμη τις μεταξύ ύπνου και ξύπνιου καταστάσεις. Το ίδιο μάστορας δείχνεται και στην απόδοση της λαϊκής ψυχής, που τη ζωγραφίζει με γνήσια ελληνικά χρώματα. Βρίσκει τον Ρωμιό πλούσιο σε αισθήματα δικαιοσύνης και αλληλεγγύης. Οι ήρωες του αυτοδίδαχτου συγγραφέα, είναι πειστικοί λαϊκοί άνθρωποι, υπέροχοι σε ήθος και ασκούν μια βαθιά επιρροή πάνω στους αναγνώστες. Πολύ οικείοι, αν και σχεδόν ημίθεοι σε ψυχική δύναμη, επηρεάζουν και αλλάζουν εσωτερικά τους αναγνώστες που θα τους αγαπήσουν...»


Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Μετά την ήττα

Η Μοσχολιού, η πρώτη ερμηνεύτρια της ¨Τετραλογίας¨
του Δήμου Μούτση, στην παρουσίαση του δίσκου στο Ζυγό
στις 13/11/1973, εν μέσω δικτατορίας.
Ο δίσκος κυκλοφόρησε τελικά το 1975
με ερμηνεύτρια την Άλκηστη Πρωτοψάλτη.

Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Δήμος Μούτσης

Ύστερα από την πανωλεθρία των Αθηναίων
στους Αιγός ποταμούς
και λίγο αργότερα
μετά την τελική μας ήττα
Πάνε πια οι ελεύθερες κουβέντες
πάει πια κι η Περίκλεια αίγλη
Ήρθε βαριά σιωπή στην αγορά
κι η ασυδοσία των τριάντα τυράννων

Τα πάντα γίνονταν ερήμην μας
και τα πιο δικά μας
χωρίς την δυνατότητα μιας έστω τυπικής
διαμαρτυρίας
Στη φωτιά τα χαρτιά και τα βιβλία
Κι η τιμή της πατρίδας στα σκουπίδια

Κι αν γινόταν ποτέ να μας επέτρεπαν
να φέρουμε για μάρτυρα
κάποιον παλιό μας φίλο
Αυτός δε θα δεχότανε από φόβο
μήπως και πάθει τα δικά μας
Με το δίκιο του ο άνθρωπος

Γι' αυτό καλά είναι εδώ
Μπορεί και να αποκτήσουμε
μια νέα επαφή με τη φύση
κοιτώντας πίσω από το σύρμα
ένα κομμάτι θάλασσα
τις πέτρες τα χορτάρια
ή κάποιο σύννεφο στο λιόγερμα
βαθύ βιολετί συγκινημένο

Κι ίσως μια μέρα βρεθεί ένας νέος Κίμωνας
Μυστικά οδηγημένος απ' τον ήλιο τον αετό
να σκάψει και να βρει
την σιδερένια αιχμή απ' το δόρυ μας
σκουριασμένη λιωμένη κι αυτή
Και να την κουβαλήσει επίσημα
σε πένθιμη δοξαστική πομπή
με μουσική και στεφάνια στην Αθήνα

Περισσότερα εδώ:
http://www.musicpaper.gr/documents/it...

(Η ηχογράφηση έγινε με κασετόφωνο από τον Νίκο Αβαγιανό.)