Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν (Α) – Δεύτερο μέρος: Η μνήμη σώζεται με τα πρόσωπα

Γράφει η ofisofi // atexnos

Καθώς η διαδρομή στο χρόνο είναι τεθλασμένη πρόσωπα και πολλά γεγονότα έρχονται από μόνα τους και του χτυπούν την πόρτα. Το ένα φέρνει τ’ άλλο. Έτσι αρχίζουν να αποκτούν ξεχωριστή παρουσία σημαντικές και συνάμα τραγικές μορφές του κινήματος: Μπελογιάννης, Ζαχαριάδης, Κολιγιάννης, Μπαρτζώτας, Πλουμπίδης, Καραγιώργης…
«Η μνήμη σώζεται με τα πρόσωπα. Τα περιστατικά εύκολα μπερδεύονται μεταξύ τους, χάνουν και τις χρονολογίες τους κάπου χάνονται και τα ίδια».
Με το Νίκο Μπελογιάννη συναντιέται για πρώτη φορά στην Πάτρα σε συνθήκες σκληρής τρομοκρατίας. Ο Αλεξανδρόπουλος είναι διαμεσολαβητής για τον γάμο ενός κοριτσιού μ’ έναν αξιωματικό. Εκείνα τα χρόνια όλοι είχαν γνώμη σε όλα τα ζητήματα ακόμα και τα πολύ προσωπικά. Αργότερα θα τον ξαναδεί κάπου στην Αθήνα και θα τον ξανασυναντήσει την άνοιξη του 1949 στο Γράμμο ως εκπρόσωπο του Γενικού Αρχηγείου που συχνά τον χρέωναν να εκφωνεί ομιλίες σε εκδηλώσεις. Τον συνάντησε και μετά την ήττα στην Αλβανία  καθώς είχε επιστρέψει από μάχη προκειμένου να βοηθηθεί η υποχώρηση και η περισυλλογή όσων δυνάμεων είχαν απομείνει. Καταπονημένος, άκεφος και ίσως άρρωστος. Εκεί πέρασαν μαζί λίγες μέρες συζητώντας.
Ο Μπελογιάννης  ήταν ένας άνθρωπος ήρεμος με ιδιόρρυθμη φωνή. Η φήμη του άρχισε με τις δίκες στην Αθήνα αλλά ο θρύλος του είχε σχηματιστεί από τα χρόνια της νεότητάς του καθώς είχε εγκαταλείψει την ασφάλεια του σπιτιού του και του μέλλοντός του και ακολουθούσε με αυταπάρνηση άλλους δρόμους που με τη σειρά τους οδηγούσαν σε εξορίες και φυλακές.
Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος υποστηρίζει ότι ο Μπελογιάννης πέθανε όπως έζησε. Αν και φαινόταν ώριμος και γαλήνιος γρήγορα αποκάλυπτε και τη σκληράδα που τον διέκρινε. Η σκέψη του ήταν καθαρή και γνώριζε πολύ καλά όλα όσα συνέβαιναν. Ανάμεσα στα προσόντα του η ειλικρίνεια και η πολιτική εγκυρότητα. Μαχόμενος κομμουνιστής συνελήφθη ακριβώς γιατί  πολεμούσε πάντα στην πρώτη γραμμή.
Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο δεν αντιμετώπισε μόνο με αξιοθαύμαστη συμπεριφορά τη σκληρή πραγματικότητα που υψώθηκε μπροστά του, αλλά «ήταν μια στιγμή ωριμότητας του κινήματος που αντιπροσώπευε. Σαν να το έπαιρνε με το λουλουδάκι του και να το κινούσε σε μια απελευθέρωση από κάποιες σκλαβιές, απελευθέρωση κυρίως από μια παραδοσιακή αιχμαλωσία (ιδεολογική, ψυχολογική)».
Ο Μπελογιάννης στην πιο κρίσιμη και καθοριστική στιγμή της ζωής του ήταν νέος, τριάντα περίπου χρονών, υγιής, με ανοιχτό μυαλό, αισιόδοξος, γεμάτος αυτοπεποίθηση και δυνατό χαρακτήρα, δίχως ρήγματα, ρεαλιστής ανήκε στην κατηγορία εκείνων των ανθρώπων, αγωνιστών που ο Αλεξανδρόπουλος χαρακτηρίζει «ανθρώπινα διαμάντια με πνεύμα, ήθος και καρδιά στο ίδιο ύψος με την ιδέα που ασπάστηκαν παιδιά και δεν την λέρωσαν παρά με το αίμα τους». Κουβαλώντας όλα αυτά «Σαν ένας καλός δρομέας έφτασε στο δικό του τέρμα με ανεξάντλητη την αντοχή του και η τελευταία του χειρονομία ήταν αληθινή και πειστική, όπως κάθε αυθεντικό, πηγαίο πράγμα. Για όλα αυτά δεν θα τον πούμε τραγικό πρόσωπο, ας του πήραν το κεφάλι στα τριάντα τόσα του χρόνια…».
Ο Μπελογιάννης λοιπόν δεν ήταν τραγικό πρόσωπο. Τραγικά πρόσωπα ήταν  πολλά άλλα με προεξέχουσα μορφή τον άλλο Νίκο, τον Ζαχαριάδη.


of1

Η ένταξη του Νίκου Ζαχαριάδη στην εποχή βοηθάει να καταλάβουμε καλύτερα την προσωπικότητά του και τη συμπεριφορά του.
Στην Αντίσταση δημιουργήθηκε ένα κίνημα που παλλόταν από ενθουσιασμό και ψυχικό σθένος, που έδειξε ότι ήξερε να δίνει μάχες και σκληρούς αγώνες και είχε όραμα και όνειρο. Η ηγεσία του όμως δεν είχε τον ίδιο δυναμισμό και φάνηκε εξαιρετικά αναποφάσιστη στις κρίσιμες στιγμές. Συμμετείχε σε συνέδρια, συνδιασκέψεις και υπέγραφε συμφωνίες για τις οποίες λίγο μετά δυσανασχετούσε αλλά στη συνέχεια πήγαινε και δεσμευόταν ότι αυτό το δυναμικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα δεν θα επιχειρούσε να καταλάβει την εξουσία. Έτσι οδηγήθηκαν στον Λίβανο, στην Καζέρτα, στη Βάρκιζα. Στη συνέχεια άρχιζαν οι ατελείωτες συζητήσεις μέσα σε ολομέλειες και συνδιασκέψεις για να βρουν τα λάθη και τις παραλείψεις.
Όμως «το κακό δεν ήταν μέσα στις αποφάσεις και στις συμφωνίες. Όλα κρίνονταν στο ενδιάμεσο, στην καθημερινή τριβή, όπου, κατά κανόνα, ανατρέπονταν όσα είχαν αποφασιστεί και συνομολογηθεί με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν γραμμές σταθερές».
Επιπλέον ο συγγραφέας συνδέει αυτές τις εξελίξεις που καθόρισαν και όσα συνέβησαν  στο μέλλον με την αναφομοίωτη μαρξιστική θεωρία. Υποστηρίζει ότι στην Ελλάδα ο μαρξισμός δεν λειτούργησε απελευθερωτικά διότι ελάχιστοι  τον είχαν προσεγγίσει ουσιαστικά. Οι περισσότεροι τον υιοθέτησαν «περισσότερο σαν μια θητεία, μια πίστη». Υπήρχε δηλαδή μια θεωρία, μια ιδεολογία την οποία δεν γνώριζαν ή αν γνώριζαν δεν την είχαν αφομοιώσει δημιουργικά  και την αναπαρήγαν μηχανικά.  Εκείνο που κυρίως προκάλεσε ο μαρξισμός «ήταν ο σεισμός στα αισθήματα». Ήταν τέτοιο το μέγεθος της επίδρασής του που οδήγησε σε μια αληθινή επανάσταση.
«Με τις δραστήριες παρεμβάσεις του μαρξισμού σχηματίσθηκε μια νέα συναισθηματική πραγματικότητα, ένας νέος ρομαντισμός. Άναψαν καινούριες φωτιές που ήταν απαραίτητες σε στιγμές εθνικής ύφεσης. Όλα τούτα όμως τα καινούρια πράγματα προχωρούσαν κάπως στα τυφλά, όπως σ’ όλους τους μεγάλους ενθουσιασμούς χωρίς την απαραίτητη πνευματική κάλυψη. Και στο γεγονός αυτό βρίσκονταν κιόλας οι προϋποθέσεις για τ’ άλλα που έρχονταν από το μέλλον.»
Την εποχή που επέστρεψε ο Ζαχαριάδης από το Νταχάου ήδη η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Είχε διαμορφωθεί μια αντιφατική κατάσταση. Το κίνημα ήταν νικημένο αλλά οι δυνάμεις του εξακολουθούσαν να είναι ζωντανές και ακμαίες. Προβαίνει μάλιστα σε μια αναλογία προσπαθώντας να αποτιμήσει το φαινόμενο Ζαχαριάδης. Γράφει συγκεκριμένα:
«Τον Ζαχαριάδη, αν θελήσει να τον σκεφθεί κανείς, αφού περάσουν άλλα πενήντα ή εκατό χρόνια, μπορεί και να τον πάρει σαν έναν άλλο στρατηγό Γκρουσύ που φτάνει στο πεδίο της μάχης μ’ ενός – δύο χρόνων καθυστέρηση κι αμέσως πιάνει πόλεμο χωρίς να έχει συνειδητοποιήσει ότι πέρασαν τόσα χρόνια. Κωμικοτραγωδία αλλά σήμερα ακόμα την κωμωδία δεν την σκεφτόμαστε, μένει πολύ ζωντανή η τραγική μνήμη εκείνων των δύο χρόνων, η αφόρητη πίεση  που άσκησαν και ήταν τρομερά δύσκολο να τη βαστάξουν συνηθισμένοι πολιτικοί ηγέτες».
Ποιος ήταν λοιπόν ο Νίκος Ζαχαριάδης;
Ήταν ένας άνθρωπος με μεγάλο κύρος στον χώρο του ΚΚΕ και στην αντίληψη των συντρόφων του. Από τους πιο έγκυρους μαρξιστές, ο οποίος μπορούσε να συνδυάζει το εθνικό με το διεθνιστικό, να τραβά μπροστά και να ανοίγει δρόμους προβάλλοντας μια νέα ηθική στις ανθρώπινες σχέσεις και στην πολιτική.
Ο Ζαχαριάδης έδινε την εντύπωση ότι μπορούσε να μετριάσει και να ισορροπήσει μέσα του, αυτό που έλειπε από τους άλλους κομματικούς ηγέτες, την ιδεολογική επάρκεια και την ψυχική έξαρση, τον παρορμητισμό.
Η συμπεριφορά του όμως έδειξε ότι δεν τα κατάφερε και δεν μπόρεσε να απαλλαγεί από τα ελαττώματα του χαρακτήρα του. Πολλές φορές ήταν απρόβλεπτος, επέβαλε τη δική του άποψη, επιδίωκε να βγαίνει νικητής και με κάθε τρόπο αναδείκνυε τις κακές πλευρές του χαρακτήρα του εφαρμόζοντας μιαν απαράδεκτη βιαιότητα, πολλή καχυποψία και εχθροπάθεια.
Από την άλλη μεριά ήταν ο μόνος από τους συντρόφους του που είχε αποδεσμευθεί ψυχικά από δεσμεύσεις στα διεθνή κέντρα, τη Μόσχα και τον Στάλιν.
Ήταν τύπος δυναμικός, σκεπτόμενος και ανεξάρτητος, είχε όραμα και θέληση να το πραγματοποιήσει. Είχε ικανότητες και προσόντα αλλά αντί να τα αξιοποιήσει «με σύνεση και ψυχραιμία, με πολιτική πονηριά ακόμα, μέσα στις εξαιρετικά δύσκολες περιστάσεις του ’45 και του ’46, άρχισε ν’ αντιδρά με ανακολουθίες …».
Ήταν ένας ηγέτης που «θέλησε να κάνει ό,τι οι άλλοι δεν έκαναν τότε που μπορούσαν…». Σε όλα αυτά έγκειται η τραγικότητα του Νίκου Ζαχαριάδη.
Ένα από τα πρόσωπα που  σχολιάζει ο Αλεξανδρόπουλος, σχετίζει με τον Ζαχαριάδη και θεωρεί αντιπροσωπευτικό της ατμόσφαιρας που επικρατούσε στο ΚΚΕ τότε, μετά τον εμφύλιο και όσα διαδραματίστηκαν είναι ο Κώστας Κολιγιάννης. «Ενώ βρισκόταν στο ικρίωμα, ξαφνικά βρίσκεται στην κορυφή της πυραμίδας».
Τον χαρακτηρίζει κλειστό άνθρωπο, λιγομίλητο και βλοσυρό, χωρίς να είναι σίγουρος αν αυτός ήταν ο χαρακτήρας του ή αν έτσι ήθελε να φαίνεται. Φημιζόταν για την ηθική του και ο συγγραφέας διευκρινίζει ότι  αν και δεν τον ήξερε καλά, του έδινε την εντύπωση γενναίου ανθρώπου, αφοσιωμένου στις ιδέες του. Εκτιμά όμως ότι άνθρωποι σαν τον Κολιγιάννη συνήθως έκαναν για δεύτεροι γραμματείς, δεν είχε σπουδαίες πολιτικές ικανότητες ούτε έκανε για ηγέτης·  και επειδή η σκέψη αυτού του είδους των ανθρώπων είναι κλειστή, δημιουργεί  ασυμφωνίες, ρήγματα, συγκρούσεις και μόνιμη ασυνενοησία. Στη σκέψη του ολιγόλογου πολύ εύκολα ο πολυλογάς δεν θεωρείται καλός σύντροφος και αυτό τον μετατρέπει σε έναν άνθρωπο δύσπιστο και καχύποπτο. Όταν λοιπόν οι συνθήκες είναι δύσκολες και οι καιροί ανάποδοι τέτοια φαινόμενα δυσπιστίας και καχυποψίας γίνονται καθημερινά. Ο Ζαχαριάδης ήταν πολύ ανοιχτός σε αυτά, αλλά και οι συνεργάτες του, ένας από τους οποίους ήταν και ο  Κολιγιάννης.  Αναφέρει συγκεκριμένα ότι όταν του Κολιγιάννη του έλεγαν για κάποιον που γράφει καλά γύριζε και τον κοίταζε σαν να του είπαν πως δεν βάζει καλά την κομματική του στολή.
Θύμα αυτής της συμπεριφοράς έπεσε και ο ίδιος ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος από την εποχή του ΔΣΕ στο βουνό αλλά κυρίως στην Τασκένδη. Υποστηρίζει ότι όλα όσα συνέβησαν θα μπορούσαν να θεωρηθούν αστεία αν δεν μεταμορφώνονταν σταδιακά σε πολύ σοβαρά γεγονότα.
Ο Αλεξανδρόπουλος κατηγορήθηκε για τη συγγραφή αντικομμουνιστικών κειμένων και εκφώνηση αντικομμουνιστικών ομιλιών. Ήταν μια κατηγορία  πολύ σοβαρή αλλά χωρίς αιτία, χωρίς λόγο, χωρίς στοιχεία, από αυτές που στήνονταν με μεγάλη ευκολία και δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα δυσπιστίας και απορίας και ένα αρνητικό κλίμα. Το ζήτημα δεν ήταν ο ίδιος αλλά εκείνοι που έστηναν τις κατηγορίες και ο λόγος που το έκαναν. Το φαινόμενο ήταν συχνό από τα χρόνια του Δημοκρατικού Στρατού στο βουνό, αλλά εντάθηκε ακόμα περισσότερο στην Τασκένδη.
«Ό,τι έμεινε και σκεφτόμουν από αυτή την ιστορία ήταν ο τρόπος  με τον οποίο στο μυαλό του ανθρώπου σχηματίστηκε μια τέτοια υπόθεση. Δεν βρήκα ποτέ άκρη. Γιατί ακριβώς μια τέτοια σύλληψη που είχε να κάνει με λόγους, με ομιλίες και κείμενα;…».
Δυστυχώς τα αλληλοφαγώματα ήταν μια οδυνηρή πραγματικότητα και εύκολα  γίνονταν πιστευτές διάφορες επινοήσεις που έβαζαν σε δοκιμασία συντρόφους του, κομματικά μέλη και στελέχη και όλοι και όλα αναποδογύριζαν με την αλλαγή των πολιτικών συνθηκών. Οι κατήγοροι βρίσκονταν κατηγορούμενοι και το αντίστροφο.
Αυτά όλα δεν είχαν λογική και γι’αυτό το κόστος ήταν πιο μεγάλο, κυρίως το ψυχικό. Όμως μέσα από όλα αυτά απέκτησε ένα μέτρο που τον βοήθησε να βλέπει καλύτερα τις αλλαγές που γίνονταν μέσα στον άνθρωπο όταν άλλαζαν τα πράγματα.
Όλοι αυτοί οι άνθρωποι υπάρχουν στις αναμνήσεις του με μορφές συσπασμένες από την προσπάθεια και την ένταση να σηκώσουν βάρη μεγαλύτερα από εκείνα που μπορούσαν. Ο δρόμος από την ιδέα ως την πραγματοποίησή της είναι μεγάλος. Μέσα σε αυτόν πορεύονται οι άνθρωποι ασταμάτητα ακόμα και αν κάποιοι δεν κατορθώνουν να φτάσουν στο τέρμα. Οι άνθρωποι, οι δυνάμεις τους εξαντλούνται, αλλά ο δρόμος όχι. Πάντα θα υπάρχουν άλλοι άνθρωποι να τους περπατούν και να συνεχίζουν .
«Τουλάχιστον κρίνοντας από την προσωπική μας πείρα, ξέρουμε τώρα όλοι πως το όνειρο, όλη η ιδέα και ο σκοπός τελικά έγειραν και στρώθηκαν χάμω σαν κομμένα δέντρα σ’ έναν δρόμο, αυτόν που περπατήσαμε, όπως τον περπατήσαμε, η μόνη μας βεβαιότητα. Και ίσως αυτό μόνο είναι που πράγματι γίνεται – να ανοίγονται μόνο και να περπατιούνται δρόμοι…». Μας προτείνει να το έχουμε στο νου μας όταν διαβάζουμε τις περιγραφές του, διότι μπορούν να φωτίσουν την ατμόσφαιρα και το δρόμο εκείνον «με τόσο σκληρή και αβάσταχτη μοίρα, κάτω από την οποία θα γογγύξουν και αληθινά δυνατοί χαρακτήρες».
Και εκείνο που τελικά είναι αξιομνημόνευτο σε όλη αυτή τη διαδρομή είναι ο τρόπος με τον οποίο περπάτησαν οι άνθρωποι. Και τα πόδια τα οδήγησε η δύναμη της ψυχής της οποίας η επίδραση στο αδύνατο σώμα υπήρξε ανυπολόγιστη. Μια δύναμη που υποτιμήθηκε και παραγνωρίστηκε αλλά πάνω στηρίχθηκαν τα πάντα.
Δεν είναι όμως μόνο αυτά τα πρόσωπα που έρχονται στη σκέψη του. Περνούν και άλλα τα οποία θυμάται με αγάπη, με τρυφερότητα, με συμπάθεια όπως είναι ο Γιώργος Σεβαστίκογλου, η Έλλη Αλεξίου, ο Κώστας Μπόσης, ο Λέων Κούκουλας, οι τρεις Χρήστοι που έρχονται στο ύπνο του, οι οπλαρχηγοί του Δημοκρατικού Στρατού.
Από όλα αυτά τα πρόσωπα θα ξεχωρίσω τη μνεία στον αδελφό του Γιώργο που μαρτύρησε στη φυλακή, τον άφησαν, τον ξαναέπιασαν  και τελικά ούτε τον ξαναείδε ούτε έμαθε κάτι γι’ αυτόν εκτός από το ότι βγήκε στο βουνό.
Αντιπροσωπευτική περίπτωση μιας εποχής, παραμονές εμφυλίου,  της ψυχολογίας της αλλά και της νεότητάς που δεν έχασαν ποτέ, γιατί την πήραν μαζί τους, «για εκείνους προνόμιο, για μας αθεράπευτη τύψη».
alex3Αλλά το πιο αποκαρδιωτικό, η λήθη. «Θεέ μου, τι είναι δυνατόν να συμβεί και με τη μνήμη των ανθρώπων! Τι χαλασμοί, τι φοβερά μπερδέματα και τι αβάσταχτη νέκρα… Συχνά στα μάτια αυτών που ρωτούσα, παλιών μας φίλων, συνομήλικων, συγκατάδικων και συμπολεμιστών, είναι μια σύγχυση του νου και μια άσπρη λησμονιά και γενικά σαν να μην είμαστε παρά η διάψευση που έμεινε απ’ όλη εκείνη την ιστορία. Και κάποτε νιώθεις ακόμα πιο άσχημα: ότι και με την καλημέρα που είπες επρόσβαλες τους νεκρούς σου. Να βάλω λοιπόν εδώ μια τελεία και να κλείσω αυτή τη διήγηση. Να μείνω μόνος με το αδέλφι μου κοιτώντας το να φεύγει ψηλά καβάλα στην τελευταία του σφαίρα.»
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στο Δημήτρη Χατζή, τη γνωριμία τους και κυρίως την αντιπαράθεση τους μετά την κριτική του Χατζή στο μυθιστόρημα του Αλεξανδρόπουλου Νύχτες και Αυγές. (συνεχίζεται)

(Το πρώτο μέρος ΕΔΩ)

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

Το 1821 στην ελληνική ποίηση

Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Το 1821 συνήθως το θυμόμαστε όταν πλησιάζει η εθνική επέτειος και το έχουμε συνδυασμένο με δημοτικά τραγούδια, παραδοσιακούς χορούς και ρητορικούς λόγους άδειους από ουσία γεμάτους στόμφο και πομπώδεις λέξεις. Ποιήματα βγαλμένα από τη ναφθαλίνη, διαιώνιση μύθων και κατασκευασμένων ιστοριών, αποσιώπηση γεγονότων και παραχάραξη πολλών άλλων.
Όλοι θυμόμαστε το πνεύμα και το κλίμα των σχολικών γιορτών ειδικά στα παλιότερα χρόνια.
Ευχάριστη ήταν η έκπληξη όταν είδα στα ράφια των βιβλιοπωλείων ένα βιβλίο με τον τίτλο Το 1821 στην ελληνική ποίηση. Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου αναφέρεται ότι η ανθολογία αυτή είναι ένα «ποιητικό μυθιστόρημα» με πρωταγωνιστές θρυλικά πρόσωπα και τόπους σύμβολα της Επανάστασης του Εικοσιένα. Περιλαμβάνει 140 ποιήματα, που έγραψαν σε διάστημα εκατόν ενενήντα χρόνων 109 Έλληνες ποιητές, με προεξάρχοντες τους Διονύσιο Σολωμό και Ανδρέα Κάλβο. Μια συναρπαστική ποιητική διαδρομή μέχρι και τις αρχές του 21ου αιώνα.
Την ανθολόγηση έκανε ο Ηλίας Γκρης και είναι αφιερωμένη στους σκλάβους που ονειρεύτηκαν πως είναι απελεύθεροι.
Λόγος για την Επανάσταση και την Ποίηση εξηγητικός βρίσκεται στο επίμετρο. Ο Ηλίας Γκρης αφού προτάσσει  τη φράση του Ανωνύμου Έλληνος από την Ελληνική Νομαρχία «Ε! Πόσον γλυκύ πράγμα είναι να ομιλή τινάς την αλήθειαν!» εξηγεί τους λόγους που τον ώθησαν να κάνει μια ανθολογία για το 1821, τη μοναδική ως σήμερα.
Ως αιτία αναφέρει το γεγονός ότι περίπου έξι γενιές βαπτίστηκαν μέσα στην νόθευση του αυθεντικού νοήματος της επανάστασης του 1821 και εμποτίστηκαν με ψέματα και ψευδολογήματα που στόχευαν στη διαιώνιση φαιδρών ιδεολογημάτων, παραχαράσσοντας και προσβάλλοντας τα ιστορικά γεγονότα. Οι αληθινοί ήρωες παραμερίστηκαν και τη θέση τους πήραν λογής λογής τυχοδιώκτες, δολοπλόκοι, και καιροσκόποι.
«Γιατί η Επανάσταση του ΄21  που ΄μεινε η κορυφαία επανάσταση της εποχής μας, με διακόσιες χιλιάδες σκοτωμένους αγωνιστές και τριακόσιες πενήντα χιλιάδες άμαχους νεκρούς, απέδειξε κι έγραψε με αίμα ότι η τραγωδία είναι ένα ελληνικό συνεχές. Αλλά δεν άξιζε να’ χει την τύχη που είχε. Να κάνει τους προύχοντες και κοτζαμπάσηδες με τους τουρκοχειροκροτημένους  ψευδάρχοντες γερά κατέχοντες, θεμελιωτές ενός σαθρού οικοδομήματος που επιβιεί ως σήμερα. Και τους αγωνιστές, που μετάγγισαν αίμα και ψυχή στη λευτεριά, να τους καταντήσει υπόδικους, απόβλητους και χλεύη των άκαπνων αρχόντων.»
Ως αφορμή αναφέρει τη συντονισμένη απόπειρα «αποκαθαρμού» του  ’21 από τα εγγενή του στοιχεία (μάχες, φονικά, αλώσεις). Υποστηρίζει ότι η ιστορία είναι πλήρες βίωμα ζωής και θανάτου των ανθρώπων στον επάλληλο βίο τους. Γι’ αυτό δεν μπορεί να είναι ουδέτερη.
Και ο ποιητής τι σχέση έχει με την ιστορία; Ο ποιητής πάντα γράφει ιστορία, δηλαδή την μεταπλάθει σε ποίηση της ιστορίας.
Ανθολογούνται  αναγνωρισμένοι και καταξιωμένοι ποιητές, που εμπνεύστηκαν διαχρονικά από την Επανάσταση και τους πρωταγωνιστές της. Στο επίμετρο όμως γίνεται μια περιληπτική αναφορά και σε πολλούς άλλους ποιητές, κυρίως των πρώτων επαναστατικών και μετεπαναστατικών χρόνων, που δεν ανθολογούνται αν και γράφουν για το 1821.
Η επιλογή είναι ενδεικτική του περιεχομένου της ανθολογίας.


Τάσος Γαλάτης, Το χάνι της Γραβιάς

Όταν ο Ομέρ Βρυώνης
έβγαινε κατησχυμμένος στην οθόνη
κι έσκουζε τα μακρόσυρτα εκείνα βάι – βάι κι αμάν
με τη φωνή του Μίμαρου
– Τριακόσια μελεούνια μ’ έφαγε , τρακόσια μελεούνια»
κι εννοούσε ως γνωστόν τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στο χάνι της Γραβιάς
δεν ήταν ασφαλώς τόσο αναρίθμητες οι απώλειες
τόσα κορμιά ούτε ο ευαγγελιστής στην Αποκάλυψη
δεν θα’ φτανε να υπολογίσει.

Όμως η παιδική ψυχή μας
τρακόσια κι άλλα τόσα μελεούνια μπορούσε να χωρέσει
και να ξαναστήσει άπαρτο
χάρη στο μεράκι του φημισμένου καραγκιοζοπαίκτη μας
το αθάνατο εκείνο χάνι.

Και τώρα συλλογίζομαι
με ποιο τρόπο η ποίηση θα μπορούσε
όχι βέβαια να αναστήσει
απλώς να ζωντανέψει λίγο στη μνήμη τα βράδια εκείνα
όταν η ρωμιοσύνη φάνταζε ακόμη απέθαντη
κι έδινε το παρόν χαρμόσυνη παρά τη φτώχεια και την καταφρόνια
σαν τον Κοπρίτη και το Κολλητήρι
έξω από την ετοιμόρροπη παράγκα του Καραγκιόζη.



Θωμάς Γκόρπας, Τα ίδια και τα ίδια
[…]
Πάμε ρε παιδιά σινεμά να περάσ’ η ώρα
κ’ ελλείψει ελληνικού βλέπουμε τούρκικο
– δε βλάπτει…Μάθατε…μάθατε;
Το παλιό ηλιοβασίλεμα επιστρέφει
ανατολή ηλίου και όλοι κλαίνε από χαρά
τρώνε και πίνουνε χορεύουνε και δε μιλάνε…
Πάλι
το μαγαζάκι το παλιό ανοίγει για καινούργιο…
Κλείνομαι μέσα κλείνομαι μέσα κλείνομαι μέσα
κι ακούω ρεμπέτικα χαζεύω ζωγραφιές
κοιτάω παλιά κιτάπια κ’ έξω απ’ το παράθυρο…
Αυτή είναι σκλαβιά! Αυτή είναι σκλαβιά μουρμουράω.
Περασμένα μεσάνυχτα με παίρνει ο ύπνος
ονειρεύομαι τον Αρχιστράτηγο Καραϊσκάκη
βήχει βρίζει λάμπει και τους δείχνει
τον πούτζο του.

Πάλι. Αμάν τι τραβάς κ’ εσύ
καημένη Ελευθερία!…
Ούτε εχθρός τους να’ σουνα…



Οδυσσέας Ελύτης, Μικρός ναυτίλος
[Προβολέας δ’]
Σκηνή πρώτη: Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος δίνει τη διαταγή να συλλάβουν και να εκτελέσουν τους απεσταλμένους του Αρείου Πάγου, Νούτσο και Πανουργιά.
Σκηνή δεύτερη: Μια ειδική επιτροπή που επέχει θέση Στρατοδικείου καταδικάζει τον Γεώργιο Καραϊσκάκη ως « επίβουλον και προδότην της πατρίδος».
Σκηνή Τρίτη: Με καταδίκη σε θάνατο  ρίχνεται στις φυλακές ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Σκηνή τέταρτη: Κυριακή πρωί, στο Ναύπλιο, έξω απ’ την εκκλησία, ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας πέφτει κάτω από τις σφαίρες των Μαυρομιχαλαίων.
[…]


Βικτωρία Θεοδώρου, Μη τη ζωή!
Των μαρτύρων το παράπονο πνέει ο αγέρας
που τους θερίσανε τα νιάτα τους μες στον Απρίλη.
Του Διάκου, ακούγεται το δίστιχο στη χλόη,
της Βάσως τ’ άθαφτο κορμί φωνάζει
για λίγο χώμα, αχ τι ντροπή, να φανερώνουν τώρα
λερά κόκαλα την περηφάνια και την ομορφιά της.
Βοά το αίμα τους και παραγγέλλει:
Μη τη Ζωή! Και Μη τα Νιάτα!

Μη, για τίποτα στον κόσμο!
« Για ιδές καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει…»
« Δέστε την ομορφιά μου αραχνιασμένα κόκαλα…»
« Κλαίνε τα δέντρα, κλαίν και τα κλαδιά
κλαίνε και τα λημέρια που λημέριαζα…»



Θανάσης Κωσταβάρας, Θάνατος και αποθέωσις του καπετάν Θύμιου Βλαχάβα και του ιερομόναχου Δημητρίου στα Γιάννινα
Σαν πήρε να βραδιάζει τη δεύτερη μέρα του μαρτυρίου
– με τον αγέρωχο καπετάνιο δεμένον στο στύλο
καταξεσχισμένον κι αιμόφυρτο –
σαν πήρε λοιπόν να βραδιάζει
κι ο αποσπερίτης είχε αρχίσει να χτυπάει ρυθμικά
ψηλά στο στερέωμα,
σήκωσε, έτσι όπως ήταν πρησμένος, το βαρύ του κεφάλι ο
αιχμάλωτος
κι είπε μέσα από τα σπασμένα του δόντια
τόσο δυνατά πάντως που να τον ακούσουν, όχι μόνο εκείνοι
που κρατούσαν τα σύνεργα
μα και οι άλλοι, ένα γύρω, που κοίταζαν.

( Ήξερε ποιο θα’ ταν το τέλος.
Ήξερε πως δεν θα ξαναδιάβαζε τα σημάδια των άστρων
και πώς δεν θα ξανάκουγε το τραγούδι των γρύλων
– που τόσο πολύ αγαπούσε –
και πως αύριο τα χαράματα θα’ ταν η τελευταία φορά
που θα’ βλεπε να ξεπροβάλει κατακόκκινος
πάνω απ’ το Μιτσικέλι ο ήλιος).

«Ορέ μουρτάτες, είπε, εμένα καλά με παιδεύετε.
Και καλά μου μπήγετε τα καλάμια στα νύχια.
Και κρεμάστε με ακόμα τ’ ανάποδα πάνω από τη φωτιά
και τσακίστε μου ένα – ένα τα κόκαλα.

Κι ύστερα γδάρτε μου το τομάρι, εμένα τον αντάρτη και
τον αρχικαπετάνιο
και χτίστε με.
Όχι γιατί μου αξίζει, μα γιατί έτσι είναι ο νόμος:
Ο νικημένος να πληρώνει τη λεβαντιά του με τον πιο άγριο
θάνατο.
Όμως αυτόν τον δυστυχισμένο καλόγερο
τι τον τυραννάει και δεν τον τελειώνει ο σκύλος;
Αυτός, έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν δικός μας.
Αυτός δεν είχε σηκώσει ντουφέκι, μήτε και τραγουδούσε τα
τραγούδια τ’ αντάρτικα.
Αυτός το σταυρό μόνο κρατούσε
παρακινώντας τους σηκωμένους να προσκυνήσουν
να γονατίσουν ακόμα μπροστά στον αφέντη
άλλη Δικαιοσύνη ζητώντας κι άλλη Ελευθερία, μέσα απ’ την
πίστη του, τάζοντας.»

Έτσι τους μίλησε ο ανδρείος.
Όμως εκείνοι καμιά σημασία δεν του’ δωσαν.
Παρά συνέχισαν να βασανίζουν και να χτίζουν τον δύστυχο.

Ο κόσμος των άστρων πλήθαινε λίγο – λίγο
και τα τριζόνια είχαν αρχίσει το γαλήνιο τραγούδι τους
και η αρμονία του σύμπαντος κρατούσε όπως πάντα την
τάξη της.

Και κει, στην αυλή του Αλή, οι δυο άνθρωποι βασανίζονταν.
Με καρτερία πάντως αξιοθαύμαστη υπομένοντας τα μαρτύρια
και με αξιοπρέπεια αδιάπτωτη προχωρώντας – και οι δυο –
προς τον θάνατο.

Έτσι γίνονταν στα 1808 κι έτσι θα γινόταν και 140 χρόνια
αργότερα.

Κι έτσι γίνεται πάντα όταν πέφτουν δίσεχτα χρόνια.
Γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος.
Γιατί σ’ έναν κόσμο μαγαρισμένο
πού να βαδίσει ο άγιος
και πού ο απροσκύνητος να σταθεί;

Και πώς να σωθεί ο αμόλυντος;
Όμως με τη ζωή του πάντα ο γενναίος
ζεσταίνει τους σκλαβωμένους.
Και με το θάνατό του τους οδηγεί
απ’ την υποταγή
στην ανάσταση.



Γιάννης Σκαρίμπας, «Εκατονταπενηντάχρονος»
Μια εθνική μόνον επανάσταση,
χωρίς την κοινωνική καταξίωσή της,
είναι μια «φαινομενοφάνεια»
που τα «κατεστητά» την επιτρέπουν.
Τι θάχαναν; Και η ανεξαρτησία δική τους θάταν…

Οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου
συνήθιζαν μόνο αναμετάξυ τους την τύφλωση.
Οι λόγιοι της Διασποράς,
αυτοί τύφλωναν ολόκληρο το έθνος.

Ο μη έχων – αυτός – αποστολήν
είναι ένας συνάνθρωπος χρήσιμος.
Ο νομίζων (εαυτόν) ότι έχει –
απ’ αυτόν να φυλάγεστε…

Μια ακόμα σοφία στις υπάρχουσες
είναι ένα ακόμα απομυζητήριο του αίματος.
Η λίμη τους
θα  μας μεταβάλει σε αντικείμενα – (res).

Περισσότερο από τη βία το ψέμα
είναι εκείνο που σηκώνει σαν Άτλας τα συμφέροντα.
Γιατί ενώ στη βία του άλλου
μπορείς ίσως ν’ αντιτάξεις τη βία τη δική σου,
στο ψέμα μνέσκεις καταευχαριστημένος
και μάπας « εκατονταπενηντάχρονος».*


*= συμπανηγυριστής των εκατονταπενηντάχρονων του ‘21

1821A 
ΤΟ 1821 ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, Ανθολόγηση – Επίμετρο: Ηλίας Γκρης, Κέδρος 2011

Τέσσερα επαναστατικά τραγούδια του Ρήγα Φεραίου

Η πρώτη δισκογραφική εμφάνιση του Δημήτρη Λάγιου,
σε ηλικία 23 ετών, στον δίσκο
«Τέσσερα επαναστατικά τραγούδια του Ρήγα Φεραίου» (1975)
Περισσότερα εδώ:http://www.musicpaper.gr/documents/it...
https://www.facebook.com/pages/Musicp...

1.Θούριος 0:00
2.Ύμνος Πατριωτικός 3:00
3.Επαναστατικό Τραγούδι 5:25
4.Ω Παιδιά μου Ορφανά μου 6:28

Ερμηνεία/ενορχήστρωση/διεύθυνση ορχήστρας: Δημήτρης Λάγιος

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

Θεόφιλος

Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, παρότι γεννήθηκε αρκετές δεκαετίες μετά την επανάσταση του 1821, μια μέρα εγκατέλειψε το ευρωπαϊκό στυλ ντυσίματος και υιοθέτησε την παραδοσιακή φορεσιά, την φουστανέλα. Ταυτίστηκε με τον ελληνικό μύθο ενός κόσμου ηρώων, από το Μεγάλο Αλέξανδρο ως τους κλέφτες και αρματωλούς του 19ου αιώνα. Τρεφόταν από τις καθημερινές μορφές του λαϊκού πολιτισμού και από το φως της Ελλάδας. Φορούσε τα ρούχα των ανθρώπων που ζωγράφιζε. Ζούσε μέσα από τους μύθους και την ιστορία των συμβόλων αυτού του τόπου. Αυτός ο φωτισμένος άνθρωπος, οδηγήθηκε στην πιο απόκρυφη απουσία του Ελληνικού Μύθου, στην τέχνη του. Ζωγράφιζε με ένα μοναδικό προσωπικό τρόπο, πρωτοφανή για τα δεδομένα της εποχής.( από την ιστοσελίδα του Λάκη Παπαστάθη)
Διακρίσεις:
28ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 1987: ΚΑΛΥΤΕΡΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ, Α΄ ΑΝΔΡΙΚΟΥ ΡΟΛΟΥ, ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ
ΚΡΑΤΙΚΑ ΒΡΑΒΕΙΑ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΠΟ - (ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 1987) Β΄ ΚΑΛΥΤΕΡΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ, Α΄ ΑΝΔΡΙΚΟΥ ΡΟΛΟΥ, ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ, ΜΑΚΙΓΙΑΖ
Συμμετοχή στο ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ
ΓΕΡΜΑΝΙΑ 1988
Σκηνοθέτης: Λάκης Παπαστάθης
Σενάριο : Λάκης Παπαστάθης
Παίζουν: Δημήτρης Καταλειφός, Σταμάτης Φασουλής, Δημήτρης Καμπερίδης,
Υβόννη Μαλτέζου, Θεόδωρος Έξαρχος, Θέμης Μάνεσης, Ειρήνη Χατζηκωνσταντή 
Ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος πέθανε στις 24 Μαρτίου 1934

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

Η σεμνή γιορτή της άνοιξης...

Η σεμνή γιορτή της άνοιξης
Η γέννησή μας
Η σιωπή, η σπουδαία από τα πράματα
Απαντοχή στην έλευσή μας

Εμείς, οι αδιαφορούντες
Οι ανύποπτοι,
Όταν ερχόμαστε
Θέλουμε θόρυβο
Για να συλλάβουμε
Την παρουσία μας


 Γ. Σαραντάρης , Σαν πνοή του αέρα. Επιμέλεια και Ανθολόγηση Μαρία Ιατρού, Ερμής , Αθήνα 1999

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2015

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν (Α) – Πρώτο μέρος: Η γραμμή της ζωής

Γράφει η ofisofi // atexnos

Ποια σχέση μπορεί να έχουν τρεις σκυλίσιοι θάνατοι, τρεις σκυλοφονιάδες, η πτώση του Ίκαρου και ένας πίνακας του Βίκτωρ Ποπκώφ με τη γενέθλια γη, τα παιδικά χρόνια, τα βιβλία, την Αντίσταση, το ΚΚΕ, το Γράμμο, τη Μουργκάνα, την πολιτική προσφυγιά, τη Σοβιετική Ένωση και το σοσιαλισμό; Με πρόσωπα και τόπους, με ιδέες και συναισθήματα; Πολλές, όταν όλα αυτά τα συνδέει μια γραμμή ζωής και η μνήμη με τη μορφή της ανάμνησης σε ζωντανό συνδυασμό με τη φαντασία.
Είναι φορές που όταν κλείνω ένα βιβλίο είναι τόσο έντονη η ψυχική και η συναισθηματική φόρτιση που δυσκολεύομαι να βρω τις κατάλληλες λέξεις όχι μόνο για να τις εκφράσω στο χαρτί αλλά να μιλήσω για το συγγραφέα και το βιβλίο. Αυτό μου συνέβη με τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο και τα δύο βιβλία του με τον γενικό τίτλο «Αυτά που μένουν».
Σ’ αυτά τα δύο βιβλία βρήκα κάτι από τις σκέψεις μου και τους προβληματισμούς μου και κατά κάποιο τρόπο συνομίλησα νοερά με τον συγγραφέα σαν να καθόμασταν ο ένας απέναντι στον άλλο συζητώντας με ήρεμο και νηφάλιο τρόπο σε μια προσπάθεια να ανοίξει ένας δρόμος σε δύσβατα μονοπάτια και κακοτράχαλες ανηφοριές που έχουν σχέση με πρόσωπα και γεγονότα του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος τις φωτεινές και σκοτεινές πλευρές του αλλά και εκείνες της σοσιαλιστικής επανάστασης  και τη Σοβιετική Ένωση.
Συνάντησα τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο «πίσω από το υγρό τζάμι του χρόνου» να μαζεύει ό,τι έχει μείνει μέσα του από ανθρώπους και περιστατικά και να προσπαθεί να τα τοποθετήσει όλα στη θέση τους καθώς αυτά ακολουθούν ένα δρόμο και σε καλούν να τον βρεις και να τον περάσεις, αλλά συγχρόνως έχουν και μια «δική τους γραμμή ζωής» και συνυπάρχουν με ιδέες και εικόνες.
Ο Αλεξανδρόπουλος με όχημα τη μνήμη και τη φαντασία ανακαλεί στιγμές από το παρελθόν και αναθυμάται το μέλλον. Σαν ένας ταξιδιώτης αναπολεί τα ταξίδια του και κουβαλά μαζί του τις αποσκευές του, τις βαλίτσες του γεμάτες κάθε φορά με «βιβλία και χαρτιά, ένα δεύτερο παντελόνι, πουκάμισο, κανένα ζευγάρι σκαρπίνια και κομμάτι ύφασμα, ευκαιριακά αγορασμένο σε μια πόλη για να ραφτεί έπειτα αλλού ένα σακάκι με κάποια ευκαιρία. Το σακάκι δεν ραβόταν και τα ρετάλια μέναν. Στο τέλος κάπου χάνονταν κι αυτά…».
Ένα ταξίδι δίχως τέλος, από σταθμό σε σταθμό, γεμάτο εμπειρίες που ανασύρονται από το βυθό και «σπονδυλώνουν τη μνήμη». Περνά από τόπους και μας συστήνει πρόσωπα δίνοντάς τους μια άλλη διάσταση από αυτή που ενδεχομένως γνωρίζουμε.
Πρώτος σταθμός η γενέτειρά του, η Αμαλιάδα, ο πατέρας του, η σιωπηλή μορφή της μητέρας του, τα αδέλφια του, οι φίλοι του, ο σκοτωμένος από τους χωροφύλακες μικρός του αδελφός, τρεις σκυλίσιοι θάνατοι, τρεις σκυλοφονιάδες και η διαπίστωση ότι «εζήσαμε μια ζωή με πολλούς σκοτωμούς και θανάτους».
Η μνήμη του ταξιδεύει συνειρμικά και ανάμεσα σε αυτά τα χρόνια της ζωής του στην Αμαλιάδα ξεπροβάλλουν μορφές που τις συνάντησε στο μέλλον σε διαφορετικές συνθήκες, όπως εκείνη του συγγραφέα Κώστα Κοτζιά και της χαράκτριας Βάσως Κατράκη που και αυτές με τη σειρά τους τον τραβούν άλλοτε στο παρελθόν και άλλοτε στο μέλλον.
Αυτή την αναδρομική ή την πρόδρομη διαδρομή τη συναντούμε και στα δύο βιβλία. Είναι η κύρια μορφή αφήγησης. Έτσι παρουσιάζονται κομμάτια της ζωής του αλλά και της ζωής των άλλων, οι περιπέτειες, οι αγώνες, οι ιδέες, οι συγκρούσεις, οι σκέψεις.
Κάποια στιγμή βρίσκεται πίσω στην εποχή της αποβολής του από το Γυμνάσιο και την επιβολή της «διαπαντός και απ’ όλα τα γυμνάσια του κράτους», μετά προχωράει μπροστά στην καταδίκη του «εις θάνατον τρις» από το Στρατοδικείο Ιωαννίνων και προβάλλεται στο απώτερο μέλλον όταν ολοκληρώνεται η ποινή με την αφαίρεση της ιθαγένειας καθώς «διαγράφεται ως μηδέποτε εγγραφής». Νιώθει να πέθανε τρεις φορές, πνευματικά, φυσικά και πολιτικά. «Συρροή παραλογισμών».
Τα χρόνια που έζησε ήταν δύσκολα αλλά όμορφα και μόνο γιατί ήταν νέος, έφηβος και χωρίς να έχει συνειδητοποιήσει τι ακριβώς συνέβαινε ένιωθε να μεγαλώνει και να στροβιλίζεται μαζί με άλλους στη δίνη των γεγονότων. Ήταν όλα τόσο δυνατά, ορμητικά και σαρωτικά που και ο ίδιος δεν μπορεί να οριοθετήσει την ακριβή στιγμή της αρχής και του τέλους αυτού του κεφαλαίου στη ζωή του.
Το τέλος του 1942 υπήρξε καθοριστικό. Στις σκέψεις του και στις αναμνήσεις του παρεμβάλλει γεγονότα με όλες τις λεπτομέρειες για να δείξει το μέγεθος της επίδρασης όσων συνέβαιναν τότε στην καρδιά και στην ψυχή των εφήβων, τόσο του ίδιου όσο και των συνομηλίκων του.
Τότε η ζωή και το νόημα της ύπαρξης τους ταυτιζόταν με δύο έννοιες: σκλαβιά και ελευθερία. Τα παιδιά ξαφνικά ενηλικιώνονταν, αλλά χωρίς να χάσουν την τρέλα και την τόλμη της νεότητας που θα τους οδηγούσαν σε πράξεις ριψοκίνδυνες και επικίνδυνες.
Τότε ήταν που συναντήθηκαν με τον άγνωστό τους μαρξισμό, τον κομμουνισμό, που τους άγγιξε με το ραβδάκι τους . Το άγγιγμα υπήρξε καταλυτικό γιατί έδωσε υπόσταση στην εξεγερμένη νεότητα, στην «ακραία ψυχική κατάσταση» που η κατοχή είχε αρχίσει να δημιουργεί.
Τότε έγινε η αρχή, στα χρόνια της Κατοχής, και δεν σταμάτησε ποτέ το ταξίδι με όλες τις αναζητήσεις και τους κινδύνους που αυτό περιέκλειε. Πρώτο μέλημα το ξεσκλάβωμα και μετά η διεκδίκηση και η κατάκτηση νέων ελευθεριών. Οι ταξιδιώτες  συνάντησαν στο δρόμο τους Κύκλωπες, Λαιστρυγόνες και Συμπληγάδες πέτρες που είχαν τη μορφή της τρομοκρατίας, του εμφυλίου, των φυλακών, της εξορίας, του εκτελεστικού αποσπάσματος, της πολιτικής προσφυγιάς, ακόμη και των εσωκομματικών συγκρούσεων. Όμως το ταξίδι συνεχιζόταν παρέα με τις εσωτερικές συγκρούσεις που κάποια στιγμή ζητούσαν να ημερέψουν μέσα από τη διαδικασία της επιστροφής στον τόπο απ’ όπου άρχισαν.
Η γενιά του, λοιπόν, ασπάστηκε το μαρξισμό πριν τον γνωρίσει. Ήταν τέτοια η εποχή που τα σαρωτικά γεγονότα και οι ραγδαίες εξελίξεις δεν πρόσφεραν την πολυτέλεια για θεωρίες και διδασκαλίες. Όλα κρίθηκαν στην πράξη με τη συμμετοχή στην Αντίσταση. Αυτή ήταν το μέτρο σε συνδυασμό με τις επιδράσεις και τα ερεθίσματα της μεταξικής δικτατορίας. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες διαμορφώθηκαν συμπεριφορές και στάσεις.
Και επειδή «ό,τι και να γίνει, η ζωή συνεχίζεται σαν μια αρχινημένη ιστορία ξεδιπλώνοντας ό,τι ήταν από μιας αρχής μέσα» επιστρέφει στην Αμαλιάδα, τη γύρω περιοχή και μνημονεύει τους ανθρώπους που τον ενέπνευσαν. Θυμάται τους πρώτους του στίχους, τα πρώτα του διαβάσματα, και την «ανεπανάληπτη συγκίνηση» των Αθλίων του Ουγκώ που από τότε δήλωνε ορκισμένος θαυμαστής του.
Δίπλα στον Ουγκώ «τρία ονόματα άλλων αγίων από εκείνη την εποχή: Παλαμάς, Παπαδιαμάντης και Καρκαβίτσας». Παράλληλα με αυτούς ορθώνεται «ο διαχρονικότερος ποιητής μας…η καλύτερη εθνική μας εγγύηση» η γιγάντια μορφή του Σολωμού που μαζί της ταυτίστηκε το ξεκίνημα εκείνων των νέων «σαν μια χρονολογία γέννησης». Τα βήματά του τον οδηγούν από τους συγγραφείς στα βιβλία. Πολλά χάθηκαν μέσα στις καταστροφές και τις λεηλασίες στη διάρκεια του εμφυλίου. Δεκατρία βιβλία σώθηκαν από τη λαίλαπα και τη φωτιά και μία Καινή Διαθήκη με τις υπογραφές των δύο αδελφών του στην τελευταία σελίδα.
Αξίζει να δούμε τη σχέση του με τα βιβλία και το διάβασμα όπως ο ίδιος την καταθέτει:
«Τι ήταν τα βιβλία μου τότε; Πλιθάρια, καδρόνια και κεραμίδια με το σωρό. Το βιβλίο, δυστυχώς, κάθε άλλο παρά αφθονούσε και στο σπίτι μας, φαντάζομαι και στ’ άλλα σπίτια της πόλης μας και της εποχής εκείνης. Παρ’ όλα αυτά είχε τρομερή κινητικότητα, από χέρι σε χέρι κυκλοφορούσαν όλα τα αναγνωστικά είδη και ποιότητες κι εμείς όλα τα διαβάζαμε και πήγαιναν κάτω μασημένα και αμάσητα. Δεν συγκροτούνται έτσι βιβλιοθήκες, δεν ταξινομούνται και καλλιεργούνται γνώσεις, μόνο στοιβάζονται μες στο κεφάλι, που όμως δεν είναι κι αυτό άσχημο. Τίποτε όμως από αυτά που διαβάζαμε τότε κι από τη ζωή που κάναμε δεν προμηνούσε ότι θα ερχόταν μια μέρα και θα πέφταμε με τα μούτρα στην πολιτική, όχι για ένα και δύο χρόνια αλλά για όλη τη ζωή – για όλες τις ζωές που πράγματι ήταν πολλές, πολλές ζώνες στον ίδιο τοίχο η μια πάνω στην άλλη».

Κάπως έτσι άρχισε να διαβάζει μεγάλους και δύσκολους συγγραφείς αδυνατώντας να τους καταλάβει. Αυτό όμως τον οδήγησε σταδιακά στην αναζήτηση της ουσιαστικής επαφής μαζί τους διώχνοντας ό,τι δεν καταλάβαινε.
Πού πήγαν όμως τα βιβλία, πού πήγαν εκείνα τα παιδιά με τα οποία τα μοιράστηκαν; Σπαρακτική η αναλογία της σχέσης τους.
«Εκείνα τα παιδιά, με τα οποία μοιραστήκαμε τα πρώτα βιβλία, είχαν την τύχη της βιβλιοθήκης μου: κάηκαν, προτού προλάβουν να σχηματιστούν. Άλλους τους έχασα έπειτα τελείως και έμειναν ό,τι ήταν: παιδιά. Και δεν υπάρχει τώρα παρά η απέραντη νεκροπομπή που κουβαλάμε μέσα μας όσοι επιζήσαμε. Και ίσως κάποια ίχνη που άφησαν με το χέρι τους, όπως τα δυο μου αδέλφια τις υπογραφές τους στον παλιό τόμο της Καινής Διαθήκης, στην τελευταία σελίδα…».

Βιβλία και συγγραφείς και ανάμεσά τους ένα που υπήρξε καθοριστικός σταθμός καθώς εκεί μέσα βρήκε τα πάντα, υπήρχαν τα πάντα. «Ήταν το Φως που καίει».
Μαζί με τα βιβλία έρχονται και τα τραγούδια. Κάθε εποχή και τα δικά της αλλά με σημαντικότατη συμβολή στην προσπάθεια της επιβίωσης και της συνέχισης του αγώνα μέσα σε δύσκολες και αντίξοες συνθήκες.
Ο συγγραφέας επαναλαμβάνει σε όλους τους τόνους και διάσπαρτα μέσα στις σελίδες των βιβλίων του ότι μιλά για πράγματα απλά και πολύ προσωπικά καθώς όλα είναι αξιόλογα και αξιομνημόνευτα.
Η μνήμη λειτουργεί σαν ένας κώδικας και συνεχώς επανέρχεται και φέρνει στην επιφάνεια γεγονότα και πρόσωπα «μέσα από κάποιες δικές της στοές…χωρίς απατηλά μπερδέματα». Τα πάντα και οι πάντες είναι εδώ, κανείς δεν ακυρώνεται ακόμα και αν κουβαλά αρνητικά φορτία.
Άλλωστε υποστηρίζει ότι ακόμα και μέσα στις πιο κυνικές εποχές το καλό είναι καλό και αυτό βοηθάει να μένουν μέσα του οι τίμιοι, ικανοί και γενναίοι που έτυχε να γνωρίσει και να υπερισχύσουν  η ομορφιά και η καλοσύνη του ανθρώπου. Η άλλη όψη υποχωρεί κάπου πιο πίσω αν και οι κακοί και οι ανάξιοι έχουν την τάση να μηχανεύονται διάφορα μες στους λαβύρινθους της μνήμης.
Από την ενθουσιώδη και ορμητική εποχή της Αντίστασης περνά στη μαύρη, σκοτεινή και βίαιη εποχή της τρομοκρατίας. Μια εποχή που σημαδεύτηκε από πράξεις αντεκδίκησης οι οποίες, όπως γράφει, έγιναν και από τους συναγωνιστές και συντρόφους του άλλοτε δίκαια και άλλοτε άδικα. Πράξεις που καθόλου δεν τους αντιπροσώπευαν. Το ζητούμενο όμως είναι κάποτε να δοθούν εξηγήσεις για όσα σκοτεινά έγιναν τα οποία άφησαν όχι μόνο τραύματα αλλά και καταβολές «που δεν τις απορρίψαμε, τις αφήσαμε, να μένουν, τις υπερασπιστήκαμε κιόλας, συμβιώσαμε για χρόνια μαζί τους, βυθίστηκαν ρίζες στο χώμα μας απ’ όπου όλο κάτι βλάσταινε στη διάρκεια μιας τρομερά δύσκολης περιπέτειας. Μες στη σιωπή και στην παράλειψη υπήρχαν κιόλας αρκετές υπαγορεύσεις για όσα θα ζούσαμε έπειτα – με τον τρόπο ακριβώς που σιωπήσαμε, αφήνοντας τους άλλους να στηρίξουν εκεί μια ψυχρή τακτική που μας πήγε στον εμφύλιο.»
Από την άλλη μεριά η κρατική τρομοκρατία του 1945 – 1946 πήρε την πιο βίαιη και ανάλγητη μορφή γιατί έπρεπε οι αντίπαλες του ΕΑΜ δυνάμεις να επιβιώσουν με κάθε τρόπο, γιατί γνώριζαν ότι δεν θα κέρδιζαν. Εκτιμά λοιπόν ότι η εξέλιξη δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετική. Η δοκιμασία ήταν δύσκολη και η αναμέτρηση με το δυνατό και ηθικά ακμαίο ΕΑΜ κρίσιμη.
alex3«Το τρομοκρατικό κράτος έχει φοβερή δύναμη κι απάνθρωπη αναλγησία…Η κρατική τρομοκρατία πατάει πάνω στα πτώματα σαν να’ ναι ξύλα και πέτρες πεταμένες στο δρόμο και κανείς δεν δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Αντίθετα, θα αμειφθούν (και ηθικά) για τη δουλειά που προσφέρουν…Έχει άλλη φρίκη το κράτος – τρομοκράτη. Κι όσοι τα έζησαν εκείνα τότε δεν είναι εύκολο να ξεχάσουν το πρόσωπο αυτό του κράτους. Αφήνεται ο άλλος ελεύθερος να βγάλει έξω όλη του την αγριότητα και την παραφροσύνη, το σαδισμό του, την ιδιοτέλειά του, τα πάσης φύσεως εγκληματικά του απωθημένα. Σε όσους τα υποστήκαν αυτά η κρατική τρομοκρατία του ’45 και του ’46 φύτεψε όλες εκείνες τις προϋποθέσεις που έκαναν δυνατό να περάσει μέσα από την ψυχή τους κι αυτός ο σταλινισμός, χωρίς ψυχικά να τον απορρίψουν για ένα μεγάλο διάστημα (τόσο πιο μεγάλο, όσο πιο βαθιά και προσωπικά ήταν τα χτυπήματα που ο καθένας είχε δεχτεί)». (συνεχίζεται)

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

Γιάννης Κοντός, Ο δικός μου Οδυσσέας Ελύτης

Στις 18 Μαρτίου του 1996 έφυγε από τη ζωή ο Οδυσσέας Ελύτης. 
Ψάχνοντας σε ράφια και συρτάρια υλικό για ένα μικρό αφιέρωμα βρήκα μια ειδική έκδοση  του περιοδικού Αντί αφιερωμένη στον ποιητή.Είναι το τεύχος 492 της περιόδου Απριλίου - Μαΐου 1992. Ανάμεσα στα ενδιαφέροντα άρθρα ξεχωρίζω έναν μονόλογο με τίτλο Ο δικός μου Οδυσσέας Ελύτης. Είναι του πρόσφατα χαμένου ποιητή Γιάννη Κοντού:
" Μόνος στα δεκαεννιά μου χρόνια πήγα στον " Ίκαρο" και αγόρασα τις " Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό". Τραβήχτηκαν τα νερά και είδα τα ελληνικά να αχνίζουν σε ερημικές παραλίες. Έκλαιγα και δεν ήξερα πού βάδιζα. Τα βράδια στο στενό κρεβάτι μου, ξάγρυπνος κοιτούσα στο βάθος να λάμπει το ποίημα. Στην αρχή κρατούσα το λυρισμό, δεν έβλεπα πιο μέσα, δεν μπορούσα. Αγαπούσα και ήρθαν κορίτσια με τη μουσική. Το μαύρο πίσω από τη σελήνη δεν το έβλεπα, έπιανα όμως μέταλλο τα απογεύματα, με τα ποιήματά σου, να με τυραννάνε και να θέλω να πάω σε δάσος να κρυφτώ. Τότε ήτανε που τα λιοντάρια μού γλείφανε τον ουρανό για να βρέξει και έβρεχε και έπαιρνε το σπίτι μου και πήγαινε στη θάλασσα και στον κόσμο. Πέφτανε πορτοκάλια και ρολόγια από τα δέντρα και εκείνο το :" Κει που με μιάς τους έριξε το ασάλευτο" και το άλλο: " Το' να χέρι μπρος, έλεγες, πολεμούσε ν' αρπαχτεί απ' το μέλλον" και το χέρι μου ετοιμαζότανε να πιάσει χώμα, να γράψει. Όμως ήξερα λίγα. Με έμαθες γραμματική, συντακτικό, χρώματα, πετρώματα, κόμματα και τελείες. Αλεπάλληλες νύχτες να ακούω θορύβους και τις μυρωδιές των λέξεών σου, στους " Προσανατολισμούς" και στον " Ήλιο τον πρώτο". Λέξεις τσακμακόπετρες και η θάλασσα να είναι η ίσκα. Πολλά σώματα και φιλιά αντέγραψα από σένα και γίνανε οι δικοί μου πραγματικότητα.
Θυμάμαι πόσο δυνατά φώναζα στην αγορά κάθε μεσημέρι
" Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα
όλα τα δάχτυλα
Σιωπή"
δεν άκουγε κανείς τίποτα. Άκουγα όμως εγώ και βάθαινε το πηγάδι μέσα μου και άρχιζε να αναβλύζει νερό και ουρανό. Έπινα χωρίς σταματημό και πίνω μέχρι σήμερα. Και μόνο γι' αυτό το πηγάδι πρέπει να σε μνημονεύω κάθε μέρα στο φαγητό μου. Περάσανε τα χρόνια, τα σύννεφα και οι Ελλάδες, μεγάλωσα κι άρχιζα να σε παρακολουθώ. Εσύ δεν με έβλεπες. Περνούσα κάτω από το σπίτι σου , στεκόμουνα στην γωνία, κοιτούσα, ξεχνούσα τα δικά μου ραντεβού. 
Μιλούσα και το μάτι μου κοιτούσε στο βάθος εσένα. Η ποίηση με είχε πάρει σε επικίνδυνα μέρη, βραχώδη, ισορροπούσα σε λίγα εκατοστά γης. Μια φορά σε είδα να στρίβεις τη γωνία Σκουφά και Αμερικής και έμεινα να κοιτάζω τον αέρα και το ανάγλυφο ποίημα " Θάνατος και ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου". Αυτό το ποίημα το διάβασα μαζί με φίλους πολλές φορές στο ραδιόφωνο στις 29 Μαΐου στην Επέτειο της Αλώσεως. Ήξερα ότι χρόνια μετρούσες τα χρώματα και το φως στις αρχαίες τοιχογραφίες της Σαντορίνης , της Κρήτης. Ήξερα ότι ο Πρίγκηπας των Κρίνων έβγαινε από τη φθορά στην Κνωσσό και μιλούσατε με τις ώρες. Άλλη φορά, τη Μεγάλη Παρασκευή, σε είδα στον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη μόνο, με τη λαμπάδα σου και κάτω εκεί που πατούσες στο πεζοδρόμιο να πετάγεται χόρτο, γιατί ήτανε Απρίλιος και η Άνοιξη έσπαγε την πέτρα. Μετά από χρόνια έγραψες " Το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου" και σκόρπια στο μυαλό μου ποιήματα και στίχοι:  " Μόλις σήμερα βρήκα το θάρρος και ξεσκέπασα το κηπάκι σαν φέρετρο" ή " Ολοένα τ' άλογα μασούν λευκά σεντόνια και εισχωρούν θριαμβευτικά μέσα στον Απρίλιο" ή " Ολοένα οι κάκτοι μεγαλώνουν κι ολοένα οι άνθρωποι σα να' ταν αιώνιοι".
Εκείνη η φωτογραφία με τα γένια στον πόλεμο και το "Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας", μνήμες και αρυτίδωτη ησυχία πριν τον πόλεμο.
Η γενιά του ' 30 είναι μέσα στους δασκάλους μου. Το περίεργο όμως, και το αντίθετο στο χρόνο είναι ότι εσένα δε σε είδα ποτέ σαν δάσκαλο, αλλά σαν συνομήλικό μου που υπήρχες κάπου και μεγαλώναμε μαζί. Λένε ότι οι ποιητές δεν έχουν ηλικία. Αλλά εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε ένα φαινόμενο διαρκές της γλώσσας και της φυλής. Όπως στο ποίημα " Μικρή πράσινη θάλασσα" :
" Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ
Που θα' θελα να σε υιοθετήσω
να σε στείλω σχολείο στην Ιωνία
Να μάθεις μανταρίνι και άψινθο"
και παρακάτω...
" Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ
Για να σε κοιμηθώ παράνομα
Και να σε βρίσκω βαθιά στην αγκαλιά σου
Κομμάτια πέτρες τα λόγια των Θεών
Κομμάτια πέτρες τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου".
Τα δάκτυλα σου πατάνε τα πλήκτρα και ακούγοντα: τα κόκκινα, οι ώχρες, τα μπλε, τα φρέσκο σε μεγάλες επιφάνειες, τα βιολετί, τα λευκά. Το κάθε γράμμα με τη θερμότητα και τον αέρα που πρέπει, όπως στο στίχο: " τα κορίτσια η πόα της ουτοπίας" . Η φύση σε ξέρει και την ξέρεις και όπως αντιστρέφεται ο δίσκος του ήλιου φέρνει το μαύρο πάνω μας " άσε τους κριτικούς να μιλάνε μόνο για το φως, τη θάλασσα και άλλα που εισέπραξαν λάθος". 
Τα ποιήματά σου στο Μικρό Ναυτίλο, εκείνο το
 " Τα παιδικά μου χρόνια είναι γεμάτα καλαμιές. 
Ξόδεψα
πολύν άνεμο για να μεγαλώσω. 
Μόνον έτσι όμως έμαθα να ξεχωρίζω τους πιο ανεπαίσθητους συριγμούς,
 να ακριβολογώ μες στα μυστήρια .
Μία γλώσσα όπως η ελληνική όπου άλλο πράγμα είναι η αγάπη
κι άλλο πράγμα ο έρωτας`
άλλο η επιθυμία κι άλλο η
λαχτάρα`
άλλο η πίκρα κι άλλο το μαράζι`
άλλο τα σπλάχνα κι άλλο τα σωθικά".
Και τα ανοιχτά χαρτιά, πυκνός λόγος κρυφά μονοπάτια, κολάζ ψυχής, ματιά, βίος σωμάτων και η ποίηση πλατυτέρα και καθημερινή δουλειά χειρωνακτική. Τα μικρά και τα μεγάλα του κόσμου, συνέχεια ζωής, έρωτα και γλώσσα ελληνική.
Στα Ετεροθαλή και το ποίημα που ήξερα απ' έξω:
" Απόψε βράδυ Αυγούστου οχτώ
Ναυαγισμένο στα ρηχά των άστρων
Το παλιό μου σπίτι με τα σαμιαμίθια
Και το χυμένο το κερί στο κομοδίνο επάνω
Πόρτες παράθυρα ανοιχτά
Το παλιό μου σπίτι αδειάζοντας
φορτίο της ερημιάς μέσα στη νύχτα"
και παρακάτω...
" Μονοθροεί και συνθροεί τα φύλλα
Μονολογεί στην αρμαϊκή του απόκοσμου:
-Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά
Σου' μελλε  να χαθείς εδώ για να σωθείς μακριά"
Και από το Φωτόδεντρο μέσα στο σπίτι μου να ακούω συνέχεια: 
" Έτσι για κάτι ελάχιστο που μήτε το έλαβα ποτέ
Μια λάμψη έστω
Κυριολεκτικά πουλήθηκα
"Διέξ το μύρτον" που θα 'λεγε  κι ο Αρχίλοχος". Και άλλα και άλλα και στίχοι και φτερά και βιβλία και τον ώμο σου στο μισοσκόταδο και να κερδίζω πιθαμή την πιθαμή την πραγματικότητα, τη φράση, την πατρίδα μου. Στο τελευταίο σου βιβλίο, εκείνο το Υστερόγραφο των Σαββάτων:
" Σσσς...πια τίποτε` τίποτε άσπρο ή λείο πια τίποτε
Μεθυστικό, μελωδικό, τίποτε κανένα φωτισμένο από το πίσω
μέρος
Νέφος ή συντροφιά του ανθρώπου έστω
Κάτι πένθιμο, λιποθυμιστικό, ύστερα που η Μέρα των Παθών
Πήρε να γέρνει με το πλάι αργά και να βυθίζεται".
Θα μπορούσα να μιλάω μέρες, νύχτες και χρόνια για τα ποιήματά σου και να σημειώνω εκατοντάδες παραθέματα που με συντροφεύουν στη ζωή μου, αλλά σταματάω εδώ και πάω κοντά στη χόβολη με λέξεις, πέτρες και εικόνες για να ζεσταθώ και εγώ με άλλους και δεν ξεχνώ: όπου με βρίσκει το κακό όπου και να θολώνει ο νους μου, θα μνημονεύω το όνομά σου.
                                                                                              Φεβρουάριος΄92







Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

Θρήνοι Γυναικών

Το έργο βασίζεται σε πέντε ηρωίδες του Σοφοκλή, την Τέκμησσα, την Ηλέκτρα, την Ιοκάστη, τη Δηιάνειρα και την Αντιγόνη, που θρηνούν για την απώλεια των αντρών και άλλων συγγενικών τους προσώπων. Μεταφρασμένα αποσπάσματα από τον Σοφοκλή εναλλάσσονται με έμμετρους μονολόγους και λυρικές εκφράσεις (τις «προσευχές» των γυναικών) σε μια ελεύθερης φόρμας μουσική σύνθεση του Νίκου Ξυδάκη που αποτελείται από πέντε μονωδίες και τέσσερα μουσικά μέρη. H μετάφραση των αποσπασμάτων του Σοφοκλή καθώς και τα πρωτότυπα κείμενα έχουν γίνει από τον ποιητή και μεταφραστή Διονύση Καψάλη. Πρωταγωνίστριες είναι οι Ελευθερία Αρβανιτάκη, Ολια Λαζαρίδου, Ανέζα Παπαδοπούλου και Λυδία Φωτοπούλου.

Αρχείο Ελευθερίας Αρβανιτάκη
 "Θρήνοι Γυναικών" του Νίκου Ξυδάκη
Μικρό Θέατρο Επιδαύρου - Μουσικός Ιούλιος 2006

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2015

Δε θα βγούμε λοιπόν ένα μικρό περίπατο πάνου απ' τη συνοικία; Μπορεί να ξεμυτίσαν κιόλας τίποτα αγριολούλουδα στις χαραμάδες των βράχων...

Είτανε τότε ένα περιβόλι γυάλινο έξω από τα παράθυρά μας,
το σπίτι μύριζε πρωινό καφέ και γιασεμί, - ο ήλιος έμπαινε στην κουζίνα.
Η μητέρα κρεμούσε τα γυάλινα μπρίκια
κ' ήταν σα νάκοβε φώτα απόνα ποτάμι και να τάδενε σε μικρά μπουκέτα.
Είταν και κείνος ο μικρός βοσκός που σφύριζε πέρα στο γαλανό λοφίσκο.
Αυτό ήταν το σύνθημα. Ξέραμε. Δεν πίναμε το γάλα μας. Κρύωνε στο τραπέζι,
δίπλα στα πετσετάκια τα κεντημένα με μικρά γαϊδουράκια και μεγάλες κίτρινες μαργαρίτες,
κι ο ασημένιος δίσκος είταν το δροσερό πρωινό φεγγάρι, λιγάκι νυσταγμένο
- γι' αυτό είχε βγει η μητέρα πρωΐ - πρωΐ στον κήπο με λυτά μαλλιά
να πάρει το φεγγάρι πούπεσε στα τριαντάφυλλα - και τα μαλλλιά της γέμισαν μαργαριτάρια.
" Πιείτε λοιπόν το γάλα σας". Δεν άκουγε τάχα η μητέρα το σφύριγμα;
Μας περίμενε εκεί ο μικρός τσοπάνος να μας μάθει φλογέρα.
Κι ό,τι αγγίζαμε πια - μια κούπα, ένα βιβλίο, τη ράχη μιας καρέκλας,
είτανε σα να δοκιμάζαμε τα δάκτυλα μας στη φλογέρα.

Δε θα βγούμε λοιπόν ένα μικρό περίπατο πάνου απ' τη συνοικία;
Μπορεί να ξεμυτίσαν κιόλας τίποτα αγριολούλουδα στις χαραμάδες των βράχων.

Γιάννης Ρίτσος , Ποιήματα( 1930 - 1960 ) Β' τ. Κέδρος 1961

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

Ο ποιητής Κωνσταντίνος Θεοτόκης

Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης  γεννήθηκε στις 13 Μαρτίου του 1872  και είναι πολύ γνωστός στους αναγνώστες κυρίως για το πεζογραφικό του έργο όπως Η τιμή και το χρήμα, Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα, Ο κατάδικος, Οι σκλάβοι στα δεσμά τους. Το μεταφραστικό του έργο είναι επίσης πολύ σημαντικό και ογκώδες. Μετέφρασε Οράτιο, Βιργίλιο, Λουκρήτιο, Πίνδαρο Σαίξπηρ, Γκαίτε, Φλωμπέρ, Σίλλερ ακόμα και αποσπάσματα της ινδικής λογοτεχνίας.
Ο Θεοτόκης όμως ήταν και ποιητής. Συνέθεσε σονέτα , τα περισσότερα από αυτά την περίοδο 1914 - 1920. Είναι μάλιστα ο μόνος Έλληνας ποιητής που έγραψε αποκλειστικά και μόνο σονέτα.
Σχεδόν όλα τα ποιήματα του είναι ερωτικά και τα περισσότερα εκφράζουν έναν απελπισμένο και ανεκπλήρωτο έρωτα που φθάνει μέχρι το θάνατο. Η ποίηση ήταν γι' αυτόν καταφύγιο, φάρμακο και λύτρωση από το ψυχικό μαρτύριο του έρωτά του.
Τα σονέτα του θεωρούνται άψογα από τεχνική άποψη. Είναι  άμεσα , βιωματικά και ανθρώπινα. Ο Θεοτόκης εκφράζει με αισθαντικό , συγκινητικό και πολλές φορές συγκλονιστικό τρόπο τα συναισθήματα του χωρίς φτηνό αισθηματισμό. Τα ποιήματα του γεννήθηκαν από την ψυχή του και την εκφράζουν με χάρη , δύναμη και ευγένεια

 Σονέτο αρ.5
Το σπάνιο μπλάβο ρόδο που μπροστά σου
    Στην ερμιά, μες στ' αγκάθια του κλεισμένο
    Το είδες, φαινότουν να σου λέει: " Προσμένω
 Τ' άσπρο σου χέρι να με κόψει. Στάσου!"
Το τήραξες, κυρά, κι ολόγυρά σου
    Τ' άχραντο βλέμμα ρίχνεις το βλοημένο
     Κι όλο τον κάμπο βλέπεις ανθισμένο
- Γεννά λουλούδια η γη για τη χαρά σου -
Και παίρνεις από τούτα και τ' αφήνεις,
      Γιατί φοβάσαι μήπως σ' αγκυλώσει
Μονάχα ακόμη μια ματιά του δίνεις
      - Πόνος αψύς μπορεί να σε λιγώσει -
Πέρα στο λόγγο η ροδαριά εξεράθη:
Καημένο μπλάβο ρόδο που εμαράθη!
                                                  
Σονέτο αρ.7
Τραγούδα, ψάλλε, πάλι στο προστάζει
       Κι ας τήζεσαι κι ας λιώνεις απ' τη θλίψη
       Με μια γλυκειά ματιά θα σ' ανταμείψει
Που αχ! πλιο πικρό θα κάνει το μαράζι.
Κι αν υποφέρεις τόσο τι πειράζει
       Τι πειράζει αν το πάθος σε συντρίψει
       Δεν πρέπει το τραγούδι να της λείψει
Θέλει με σε η κυρά να διασκεδάζει!
Κι ύμνο ποτέ χαράς δεν θα τονίσει
      Η λύρα μου που αδιάκοπα την κρούω
Τέτοια κυρά γιατί θα μ' αγαπήσει;
       Ευτυχισμένους άλλους θε ν' ακούω
Πικρό για με κι η αγάπη είναι μαρτύριο
Μυστήριο είναι όλα κι ο έρωτας μυστήριο.
                                                     
Σονέτο αρ.17
Όλο μου λέει ο νους, γιατρέψου Ντίνο
     Το πάθος που σ' αρρώστηε λησμόνει
      Συντρίβει την καρδιά του όποιος πεισμώνει
Τρελέ τι περιμένεις από κείνο.
Και του απαντώ σαν ξένος και του κρίνω
       Μου είναι γλυκά τα βάσανα κι οι πόνοι
       Κι η θλίψη κι ο καημός που με λιγώνει
Για το κορμί της το άσπρο σαν το κρίνο.
Και γιατρειά δεν θέλω, κι όσο μένει
Στα στήθη μου η πνοή, θα το θερμαίνει
        Αγάπη και λατρεία τόσο μεγάλη
Που ίσως κι αυτή μια μέρα ερωτεμένη
        Θ' αψηφήσει τα τόσα της τα κάλλη
        Και θα μ' έχει όλη νύχτα στην αγκάλη.
                                                             
 Σονέτο αρ.49
Φτωχοί πικροί μου στίχοι που εσείς μόνοι
       Λόγια γλυκά μπορείτε να της λέτε
       Και τον χαμένον Έρωτα να κλαίτε
Αφού δε θέλει πια να με σιμώνει,
Πείτε της πως, σαν με σφυρί στ' αμόνι 
       Η θλίψη της αγάπης που χαλιέται
       Ενώ η ζωή μαζί δεν καταλύεται
Την καρδιά μου βαρεί και τη ζυμώνει.
Κι ύμνοι γενείτε ταπεινοί σιμά της
      Και λέγετέ της στην καλή την ώρα
Πως ευλογώ τον πόνο στ' όνομά της
      Κι η συντριβή μου η ανέλπιδα ( ω συχώρα,
Κυρά, να σε λατρεύω) δεν με κάνει
Να θέλω η λησμονιά να τον γλυκάνει
                                   
 Σονέτο αρ.69
Είναι στιγμές που την καρδιά μου ανοίγει
     Πικρό, βαρύ, θανατερό μαράζι
     Μεσάνυχτου σκοτάδι την αδράζει
Κι η ζοφερή μαυρίλα λέω την πνίγει
Κι όξω ευλογία Θεού! στο φως τυλίγει
     Τα πάντα ο ήλιος και θερμά αγκαλιάζει
     Τη γη που απ' τα φιλιά του αναγαλλιάζει
Και στη χαρά της χάρη η γλύκα σμίγει
Να βρω ησυχία στου χάρου την αγκάλη
      Ο πόθος τότε φλογερός με σπρώχνει.
Κι η γλυκειά σου η λαλιά και τ' αργυρό σου
Το γέλιο που τ' ακούν μαζί μου κι άλλοι
      Κι η αγγελική ματιά σου που με διώχνει
Μου λεν νομίζω σπλαχνικά: νεκρώσου.




Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Τα Σονέτα, Εισαγωγή - Επιμέλεια: Ορέστης Αλεξάκης, Ωκεανίδα 1999