Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

Εργάτες

ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ
1976

Η μουσική και τα τραγούδια του Δήμου Μούτση απ' τη θεατρική παράσταση "Απεργία" του Γιώργου Σκούρτη.

Μουσική: Δήμος Μούτσης
Κείμενα / Στίχοι: Γιώργος Σκούρτης
Τραγουδάνε οι Χαράλαμπος Γαργανουράκης, Άλκηστις Πρωτοψάλτη, Δήμος Μούτσης & Χορωδία
Απαγγέλλει & τραγουδάει ο Κωνσταντίνος Τζούμας
 
ΕΡΓΑΤΕΣ 
1976

Μουσική : Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρόλογος - Επίλογος : Κώστας Ταχτσής
Τραγούδι : Λάκης Χαλκιάς

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

Για την ιστοριογραφία του ελληνικού εργατικού κινήματος

Το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΕΚΕ τον Νοέμβριο του 1918 στον Πειραιά

 Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Με αφορμή τον γιορτασμό της Εργατικής Πρωτομαγιάς σε λίγες μέρες, ένα απόσπασμα από την εξαιρετική μελέτη του Αναστάση Ι. Γκίκα «Ρήξη και ενσωμάτωση. Συμβολή στην Ιστορία του εργατικού – κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου (1918 – 1936)». Το κείμενο είναι από το εισαγωγικό μέρος του βιβλίου και αναφέρεται στην ιστοριογραφία τη σχετική με το ελληνικό εργατικό κίνημα. Θέμα όχι  ιδιαίτερα αναπτυγμένο ούτε και ευρύτερα γνωστό, αλλά πολύ σημαντικό που βοηθάει στην κατανόηση και των γενικότερων ιστορικών φαινομένων και το ρόλο τους στο μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας.


Γύρω από την ιστοριογραφία του ελληνικού εργατικού κινήματος

Όπως επανειλημμένα έχει ειπωθεί από πολλούς μελετητές στο παρελθόν, η παραγωγή ιστορικής γνώσης γύρω από το εργατικό κίνημα (στη μεσοπολεμική Ελλάδα, αλλά και γενικότερα) είναι είτε «σχεδόν ανύπαρκτη» είτε βρίσκεται ακόμη «σε εμβρυακό στάδιο». Αποτελεί, με άλλα λόγια, μια σχετικά «παραμελημένη ενότητα στην ιστοριογραφία της σύγχρονης Ελλάδας».
Ορισμένοι εντοπίζουν τις ρίζες του προβλήματος στο ότι «το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα για λόγους οικονομικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς δεν ενσωματώθηκε στην ελληνική κοινωνία. Μένοντας στο περιθώριο και μην έχοντας τη δυνατότητα να εκφραστεί με τρόπο βίαιο, με συνέπεια τη συνεχή κρατική παρέμβαση για την αναχαίτισή του. Αυτές οι αντιδράσεις και αυτή η μεταχείριση είχαν σαν αποτέλεσμα να θεωρείται αυτή η «ύλη» σαν κατ’ εξοχήν εκρηκτική και σαν μη ενδεδειγμένο αντικείμενο ακαδημαϊκής έρευνας στην Ελλάδα».  Το πρόβλημα, όμως, της ενσωμάτωσης δεν έχει να κάνει με την «ελληνική κοινωνία» γενικά και αόριστα, αλλά πολύ συγκεκριμένα με το αστικό κράτος και την αστική νομιμότητα.
Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα δεν έδρασε στο περιθώριο αλλά στο επίκεντρο των ιστορικών εξελίξεων. Βεβαίως δεν υπήρξε ενιαίο: Υπήρξε ο κρατικά ενσωματωμένος και ο ταξικά προσανατολισμένος συνδικαλισμός, «δύο γραμμές σε διαρκή αντιπαράθεση» όπως πολύ εύστοχα υπογράμμισε ο Γ. Μαυρίκος σε σχετική μελέτη […].
Στο σημείο, ωστόσο, στο οποίο συμφωνούμε εν μέρει με την παραπάνω διατυπωθείσα θέση είναι ότι όντως, λόγω της μη ενσωμάτωσής του στο αστικό καθεστώς και ακριβώς εξ αιτίας της ταύτισής του με ένα συγκεκριμένο ιδεολογικοπολιτικό χώρο – δύναμη (δηλαδή το ΚΚΕ ), το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα αποτέλεσε διαχρονικά «εκρηκτική ύλη» για το   ελληνικό ακαδημαϊκό κατεστημένο.
Από την άλλη μεριά, υπάρχουν και αντικειμενικές δυσκολίες στην ιστοριογραφική προσέγγιση του εργατικού κινήματος, που εντοπίζονται κυρίως στην έλλειψη αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων και γενικότερα πρωτογενών πηγών για την περίοδο και το θέμα που μας ενδιαφέρει.[…]
Μέσα από μια στοιχειώδη επισκόπηση της υπάρχουσας εργατικής – κομμουνιστικής ιστοριογραφίας, μπορούμε να εντοπίσουμε μια σειρά αντιλήψεις  και απόψεις γύρω από τους παράγοντες που καθόρισαν ή επηρέασαν καταλυτικά: α) Την οργάνωση (τους λόγους ένταξης σε συλλογικά – οργανωμένα σχήματα πάλης, τις μορφές οργάνωσης κ.λ.π), β) τον ιδεολογικοπολιτικό προσανατολισμό και, κατά προέκταση, γ) τις τακτικές επιλογές του ελληνικού εργατικού κινήματος στα πρώτα του βήματα. Ορισμένες εξ αυτών έχουν πλέον επικρατήσει ως ευρύτερα αποκρυσταλλωμένες παραδοχές που, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, αναπαράγονται από το σύνολο της σχετικής βιβλιογραφίας. Η εισαγωγή αυτή θα αποτελέσει το εφαλτήριο για μια εν συνεχεία διαφορετική και, ελπίζουμε, εποικοδομητική προσέγγιση στη μελέτη του κινήματος της εργατικής τάξης.
Οι πρώτες προσπάθειες καταγραφής της ιστορίας του ελληνικού εργατικού κινήματος από μαρξιστική σκοπιά (όπως του Γ. Κορδάτου ή του Α. Μπεναρόγια) αποτελούν χρήσιμες βιβλιογραφικές πηγές για το μελετητή – ιστορικό, παρά τις όποιες ελλείψεις ή αδυναμίες. Η μαρξιστική μέθοδος έχει κατηγορηθεί συχνά από πολλούς ως αναλυτικά προβληματική, δογματική και στείρα` πως δήθεν περιορίζει περιγραφικά το κίνημα της εργατικής τάξης  ως μια απλή «παρενέργεια» της ανόδου ή παρακμής της υλικής κατάστασης των εργαζομένων. Πρόκειται για μια διαστρέβλωση της μαρξιστικής μεθόδου  που προκύπτει είτε ως προϊόν πολεμικής (στο πλαίσιο της πάλης των ιδεών που είναι σύμφυτη της ταξικής πάλης) είτε λόγω άγνοιας των έργων των «κλασικών» – τουλάχιστον – του μαρξισμού (Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν) είτε ως αποτέλεσμα μιας άκριτης αναπαραγωγής συγκεκριμένων στερεότυπων που έχουν καθιερωθεί  στην αστική ακαδημαϊκή σκέψη. Στοιχεία αυτής της πολεμικής μπορεί ενδεχομένως να «πατούν» σε πραγματικές αδυναμίες μαρξιστών ιστορικών που είναι μεν υπαρκτές (αν και πολλές φορές υπερβάλλονται), δεν μπορούν όμως να ανάγονται αυθαίρετα σε «αδυναμίες» του μαρξισμού γενικά.
Ο ιστορικός υλισμός δεν αποτελεί κάποια μηχανιστική, στατική ή οικονομική μέθοδο ανάλυσης. Ούτε ένα προκατασκευασμένο σχήμα, μια συλλογή «αόριστων» ‘η «αφηρημένων» διατυπώσεων. Τουναντίον, πρόκειται για μια ιδιαίτερα ζωντανή, δημιουργική και διαρκώς αναπτυσσόμενη θεωρία που αντιμετωπίζει την ιστορία ως επιστήμη.
Εξετάζει την ιστορική εξέλιξη της κοινωνίας στην κίνησή της και όχι φωτογραφικά ως στιγμιαίες αποτυπώσεις του παρελθόντος. Αναζητά τους δεσμούς που συνδέουν τις επιμέρους πτυχές της κοινωνικής ζωής, που διατρέχουν τη φαινομενικά χαοτική εναλλαγή των ιστορικών γεγονότων. Μελετά τη φύση και το χαρακτήρα αυτών των δεσμών. Προχωράει πέρα από την καθιερωμένη προσέγγιση της ιστορίας ως μιας απλής απαρίθμησης γεγονότων, ημερομηνιών και προσώπων (κατά κύριο λόγο ηγετικών). Ο ιστορικός υλισμός διεισδύει στην ουσία των φαινομένων αναζητώντας τα γενεσιουργά τους αίτια, τους νόμους που διέπουν την εσωτερική τους λειτουργία, τις αντιθέσεις που περικλείουν, τις συνθέσεις που προκύπτουν κ.λ.π. Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρίσκεται το στοιχείο της ταξικής πάλης και οι κοινωνικές δυνάμεις που πρωταγωνιστούν σε αυτή.

Καπνεργατική συνδιάσκεψη Σερρών - Δράμας - Καβάλας 1934
Καπνεργατική συνδιάσκεψη Σερρών - Δράμας - Καβάλας 1934
                                           
Σχετικά με την υπόλοιπη ιστοριογραφία: Συχνά συναντάμε την τάση η εργατική τάξη να ταυτίζεται συνολικά με ένα μικρότερο αριθμητικά, αλλά περισσότερο οργανωμένο τμήμα της. Αντίστοιχα, οι αναφορές στο εργατικό κίνημα περιορίζονται συνήθως στους ηγετικούς εκπροσώπους – φορείς του. Ωστόσο, μια προσέγγιση που ξεκινά με αφετηρία τις ανώτερες βαθμίδες των οργανωτικών εκφράσεων και δομών του εργατικού κινήματος (και που σπανίως εκτείνεται παραπέρα) δε δύναται να καλύψει αναλυτικά ή να καταλήξει σε σύνθεση του συνόλου των διεργασιών και των ζυμώσεων που χαρακτήρισαν το κίνημα, που έθεσαν τους όρους και τα όρια της πολιτικής του συμπεριφοράς ή της κοινωνικής του συνείδησης σε επίπεδο βάσης. Μερίδα της βιβλιογραφίας περιστρέφεται γύρω από μια κατά βάση «ανθρωπολογική» αντίληψη της πολιτικής και συνδικαλιστικής δράσης στην Ελλάδα. Στις αναλύσεις αυτές, κεντρικό ρόλο στον καθορισμό των πολιτικών πεποιθήσεων των εργαζομένων παίζουν, π.χ. οι δεσμοί οικογένειας και καταγωγής, οι πελατειακές σχέσεις, η δήθεν ιδιαίτερη «φύση» ή «ψυχοσύνθεση» του Έλληνα κ.α. Η ένταξη και συμμετοχή σε συλλογικές δραστηριότητες αντιμετωπίζεται ως το προϊόν στενά ατομικών – συμφεροντολογικών κριτηρίων, τα οποία ορίζονται  στο πλαίσιο οριζόντιων ή κάθετων μηχανισμών ενσωμάτωσης.
Με το κέντρο βάρους να μετατοπίζεται στα στοιχεία της χειραγώγησης και του ελέγχου, οι ιστοριογραφικές αυτές προσεγγίσεις τείνουν να επικεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά στον «επίσημο» συνδικαλισμό, εκείνο δηλαδή που απολάμβανε της έγκρισης κράτους και κεφαλαίου.
Ωστόσο, ήταν ο «ανεπίσημος» συνδικαλισμός, εκείνος που «ακροβατούσε» στα όρια της παρανομίας (ή καλύτερα στα όρια της αστικής νομιμότητας τα οποία συχνά ξεπερνούσε), ο οποίος κατάφερε στην πορεία να αναπτύξει σημαντικό, αυτόνομο από την αστική πολιτική, πλαίσιο θεωρίας και πράξης. Επεξηγηματικά μοντέλα που εξετάζουν το εργατικό κίνημα από τη σκοπιά των «επίσημων» εκπροσώπων του δε διαθέτουν τα αναλυτικά εργαλεία που απαιτούνται για την επεξήγηση κινημάτων τα οποία δραστηριοποιήθηκαν μακριά και έξω από τα επίσημα κανάλια και τις δομές της εξουσίας. Ακολούθως, το κίνημα της εργατικής τάξης, που πρόβαλλε αντίσταση και στον ένα ή τον άλλο βαθμό αμφισβήτησε την ηγεμονία του κυρίαρχου κοινωνικοπολιτικού καθεστώτος, αντιμετωπίζεται πολλάκις ως δευτερεύον, περιθωριακό, ακόμη και ως μη υπαρκτό.
Πολλοί ισχυρίστηκαν ότι, μέσα από την ενσωμάτωση του στον κρατικό μηχανισμό, την οικονομική του εξάρτηση και τη χειραγώγηση της ηγεσίας του, το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα μετατράπηκε ουσιαστικά σε προέκταση της κρατικής γραφειοκρατίας, συμβάλλοντας σημαντικά στη διατήρηση του status quo είτε άμεσα (μέσω της υιοθέτησης και προώθησης της άρχουσας πολιτικής) είτε έμμεσα (αμβλύνοντας τις διαχωριστικές γραμμές μέσα στο κίνημα). Γι’ αυτό και η ενσωμάτωση προβάλλεται κατά κανόνα ως ο βασικός παράγοντας πίσω από τη δήθεν «αποτυχία» των Ελλήνων εργαζομένων να οργανώσουν τα συμφέροντά τους ως τάξη αδέσμευτα και ανεξάρτητα από πελατειακά, κομματικά δίκτυα (αστικών κομμάτων εξουσίας) και κυβερνητικές πολιτικές.
Ωστόσο, για ακόμη μια φορά, η διαπίστωση αυτή δεν αφορά το σύνολο του εργατικού κινήματος, αλλά ένα συγκεκριμένο κομμάτι του, αυτό του «επίσημου» συνδικαλισμού.
Το εργατικό κίνημα εμφανίζεται λίγο – πολύ ως μια στιγμιαία εκδήλωση αυθορμητισμού, ως μια προσωρινή σύμπτωση επιμέρους ατομικών συμφερόντων και όχι ως συνειδητή επιλογή για συλλογική δράση στη βάση της ταξικής συνειδητοποίησης. Οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζονται γενικά (και αταξικά) ως «πολίτες» με ατομικά συμφέροντα και ανησυχίες. Όχι ως μέλη μιας συγκεκριμένης τάξης με συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα και αντίστοιχους προβληματισμούς. Σύμφωνα με αυτήν τη λογική, ο περιβόητος «ατομισμός» του Έλληνα εργαζόμενου, θεσμοθετημένος ή όχι, τον «απέτρεψε» από το να συγκροτήσει ταξικούς φορείς διεκδίκησης, να διαμορφώσει ταξική συνείδηση ή να αναπτύξει ταξικούς δεσμούς αλληλεγγύης με τους συναδέλφους του.
Συχνά, προς «απόδειξη» του βαθμού ενσωμάτωσης του ελληνικού εργατικού κινήματος παρατίθενται γεγονότα και αριθμοί, όπως, π.χ. το «πέρασμα» της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών (ΓΣΕΕ) στα χέρια των ρεφορμιστών συνδικαλιστών την περίοδο 1926 – 1927, τα χαμηλά ποσοστά των οργανωμένων εργατών στα σωματεία, η μικρή αριθμητική δύναμη του Κομμουνιστικού Κόμματος κ.α.[…]
Αναμφισβήτητα, η εξέταση των μεθόδων ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης στην αστική πολιτική αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για οποιαδήποτε ιστοριογραφική προσέγγιση του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Ταυτόχρονα όμως, δε γίνεται να αγνοούνται οι παράγοντες που συνηγόρησαν στη ριζοσπαστικοποίησή της. Δεν είναι λίγες οι φορές όπου οι όροι και οι προοπτικές διαμόρφωσης μιας ταξικής πολιτικής από τη μεριά της εργατικής τάξης υποτιμώνται, περιθωριοποιούνται ή αποσιωπώνται παντελώς.
Επίσης, η βιβλιογραφία που επικεντρώνεται στον παράγοντα ενσωμάτωση αποτυγχάνει στην πλειοψηφία της να αναδείξει (σκοπίμως;) πτυχές της που έχουν να κάνουν με την αστική βία, με τη συγκρότηση και ευρεία χρήση κατασταλτικών μηχανισμών όπως η αστυνομία, τα Σώματα Ασφαλείας ή ο στρατός, με στόχο τη συστηματική δίωξη και καταπίεση των ριζοσπαστικών τμημάτων της εργατικής τάξης. Η καταστολή έλαβε πολλές μορφές. Εκφράστηκε, π.χ., με άμεσες ή έμμεσες παρεμβάσεις στην οργάνωση και λειτουργία των εργατικών ενώσεων. Με αλλοίωση των αντιπροσωπευτικών οργάνων του συνδικαλιστικού κινήματος. Με συλλήψεις και εκτοπίσεις εργατών ή συνδικαλιστών που ανήκαν ή δραστηριοποιούνταν στα ταξικά συνδικάτα, που ήταν μέλη ή απλά πρόσκειντο στο ΚΚΕ. Με τη φανερή ή κρυφή παρακολούθηση των συνελεύσεων των σωματείων, των εργατικών κέντρων κ.λ.π. Πρόκειται για στοιχεία που συνοδεύουν την ιστορική πορεία του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος της χώρας μας εν πολλοίς και μέχρι σήμερα. Πρέπει, επομένως, να συνυπολογίζονται σε κάθε σχετική έρευνα.
Όπου και όποτε συναντάμε αναφορά στην κρατική παρεμβατικότητα, περιορίζεται συνήθως στον έλεγχο διαφόρων σωματείων και εργατικών στελεχών μέσω των πελατειακών σχέσεων και δικτύων. Παράλληλα, μια σειρά οργανισμοί που συστάθηκαν με πρωτοβουλία των Αρχών, όπως για παράδειγμα η Εργατική Εστία, η Επιθεώρηση Εργασίας κ.α. αγνοούνται εν πολλοίς ως προς το ρόλο που διαδραμάτισαν στην οικονομική και διοικητική ενσωμάτωση του συνδικαλιστικού κινήματος.
Η αυτόματη σύνδεση αιτίας και αποτελέσματος, που συχνά επιχειρείται ή λαμβάνεται ως δεδομένη μεταξύ της ύφεσης ή της σχετικής σταθεροποίησης της οικονομίας (ντόπιας και διεθνούς) από τη μια και της τάσης ριζοσπαστικοποίησης ή συντηρητικοποίησης της εργατικής τάξης από την άλλη αντίστοιχα, αποτελεί μια μάλλον υπεραπλουστευμένη, μηχανιστική προσέγγιση του όλου ζητήματος. Και όμως, δεν είναι λίγοι εκείνοι που αρκούνται στην υιοθέτηση μιας υποθετικής φόρμουλας του τύπου «οικονομική κρίση + εργατική τάξη = κομμουνισμός» ως βάσης για την παραπέρα ανάπτυξη της προβληματικής τους. Τέτοιες υποθέσεις δεν επιτρέπουν την εμβάθυνση στην ουσία των διεργασιών που συντέλεσαν στις όποιες ιδεολογικοπολιτικές μετατοπίσεις στις γραμμές του εργατικού κινήματος.
Πολλές έρευνες επικεντρώνονται υπερβολικά στη μελέτη δομών και θεσμών, σε πρόσωπα – κλειδιά ή ομάδες που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την εξουσία (ή που διεκδικούν έστω ορισμένο μερίδιο και ρόλο στη διαχείρισή της.) Κατά συνέπεια εκτοπίζουν από το ιστορικό προσκήνιο το λαϊκό παράγοντα. Υποβαθμίζουν ή διαγράφουν εντελώς τις ανερχόμενες κοινωνικές δυνάμεις ως ιστορικά υποκείμενα. Θέτουν εκτός «εικόνας» τις συνθήκες εκείνες υπό τις οποίες οι εργαζόμενοι οδηγήθηκαν – ατομικά ή συλλογικά – στη συνειδητοποίηση της δύναμής τους, θέτοντας προοδευτικά ζητήματα ανατροπής της κυρίαρχης εξουσίας και μετασχηματισμού της κοινωνίας.
Μηδαμινή αναφορά γίνεται συνήθως στην εμπειρία της παραγωγικής διαδικασίας, στις ζυμώσεις που έλαβαν χώρα εκεί όπου οι εργάτες ζούσαν και εργάζονταν, ως συστατικά στοιχεία μιας αναδυόμενης ταξικής ταυτότητας. Ως «πρώτες ύλες» στη δημιουργία δεσμών αλληλεγγύης στις γραμμές της εργατικής τάξης. Πρόκειται για παράγοντες που συνέδραμαν σημαντικά στη διαμόρφωση της πολιτικής σκέψης και συμπεριφοράς των εργαζομένων, που σημάδεψαν τις διεργασίες στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος, καθώς αυτό προσπαθούσε να αυτοπροσδιοριστεί ως τάξη και ως πολιτικό υποκείμενο.
Τέλος, για λόγους που έχουν να κάνουν με τις ιδεολογικοπολιτικές παρακαταθήκες της μετεμφυλιακής Ελλάδας και του λεγόμενου «Ψυχρού Πολέμου», δηλαδή με την εξέλιξη της ταξικής πάλης στη χώρα μας αλλά και διεθνώς, ο αντικομμουνισμός – άλλοτε χυδαίος, άλλοτε πιο «εκλεπτυσμένος» – υπήρξε αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της σχετικής βιβλιοπαραγωγής. Η προσπάθεια δαιμονοποίησης του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος στην αστική ιστοριογραφία δεν αποτελεί, βεβαίως, έκπληξη. Σε περιόδους όξυνσης της ταξικής πάλης, η αντιπαράθεση στο επίπεδο των ιδεών λαμβάνει σαφώς μεγαλύτερες διαστάσεις.
Σε γενικές γραμμές, η κρατούσα ιστοριογραφία α) περιορίστηκε σε μια απλή αναπαραγωγή («επιβεβαίωση») μιας σειράς προκατασκευασμένων συμπερασμάτων που βρίσκονταν σε απόλυτη σύμπνοια με την κυρίαρχη εκδοχή του παρελθόντος, β) στάθηκε μεροληπτικά ενάντια στο ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, αντιμετωπίζοντάς το ως «περιθωριακό» ή «ακραίο», προϊόν της «μιζέριας» ή της «άγνοιας» της εργατικής τάξης κ.λ.π., γ) διαστρέβλωσε το χαρακτήρα, τη δράση και τους σκοπούς του, δ) άντλησε μονομερώς τις πηγές της, μην αξιολογώντας την ταξική προέλευση ή σκοπιμότητα της εκάστοτε πληροφορίας, απαξιώνοντας τις αναλύσεις , τη γραπτή και προφορική παράδοση της «άλλης πλευράς».
Δεν είναι λίγοι εκείνοι οι αστοί ιστοριογράφοι που έφτασαν στο σημείο να αρνούνται ακόμα και την ύπαρξη ενός ριζοσπαστικού εργατικού κινήματος στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου.
Επομένως, ο μελετητής ιστορικός – ιδιαίτερα της πολιτικής ιστορίας ή της ιστορίας του εργατικού κινήματος – δεν πρέπει να λησμονά το γεγονός ότι η παραγωγή γνώσης αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, προϊόν των κοινωνικοπολιτικών αντιθέσεων και συγκρούσεων της εποχής όπου συντελείται. (σελ. 21 – 30)

gikas3 
Αναστάσης Ι. Γκίκας, Ρήξη και Ενσωμάτωση. Συμβολή στην Ιστορία του εργατικού – κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου (1918 – 1936). Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2010

Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

Η τελευταία εκδρομή ...

Ο  σπουδαίος  συνθέτης Βασίλης Δημητρίου γεννήθηκε στις 12 Απριλίου 1945. Σήμερα, λίγες μέρες μετά τα γενέθλια του έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 70 ετών. Η μουσική του ονειρική, νοσταλγική,ταξιδιάρικη, ευαίσθητη , αγαπημένη.


 






Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

Η Καρδερίνα

 Carel Fabritius , The Goldfinch (1654).
Σύγχρονη αμερικάνικη λογοτεχνία έχω να διαβάσω πολλά χρόνια. Η Καρδερίνα της Donna Tartt ήταν η πρόσκληση και η πρόκληση να την
 " ξανασυναντήσω" και ομολογώ ότι η "συνάντηση" ήταν συναρπαστική.
Την ιστορία αφηγείται ο βασικός ήρωας Θίο Ντέκερ. Ενήλικας ,σε ένα ξενοδοχείο του Άμστερνταμ κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες αρχικά ,επιστρέφει στην ηλικία των δεκατριών χρόνων και  από εκεί σε πρώτο πρόσωπο αφηγείται την ιστορία του, για να τον ξαναβρούμε  τελικά στο δωμάτιο του ίδιου ξενοδοχείου , απ' όπου συνεχίζεται η περιπέτειά του μέχρι το τέλος του βιβλίου.
Είναι η ιστορία ενός παιδιού που χάνει τη μητέρα του μέσα στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης από έκρηξη βόμβας  και αυτό γίνεται η αφορμή για να μπει στην πλοκή ένας αληθινός πίνακας, H Καρδερίνα του Carel Fabritius(1654) και να δεθεί με το υπόλοιπο της ζωής του.
Ένα μυθιστόρημα μαύρο και σκοτεινό που προκαλεί καταθλιπτικά συναισθήματα σε βαθμό οδυνηρό, πλούσιο όμως σε δράση , ανατροπές και ανθρώπινους χαρακτήρες. Μέσα από την ιστορία του Θίο Ντέκερ η συγγραφέας θίγει και αναπτύσσει ζητήματα που έχουν σχέση με το θάνατο, την απώλεια αγαπημένων προσώπων, τη δύναμη της φιλίας, τις ανθρώπινες σχέσεις, την καθημερινότητα.  Παράλληλα όμως διακρίνεται η εικόνα της σύγχρονης Αμερικής, η σκοτεινή της όψη, αυτή που δεν έχει σχέση με ό,τι αποκαλείται αμερικάνικο όνειρο. Πίσω από τον πλούτο, τις φωτεινές βιτρίνες , τα πολυτελή σαλόνια, τα ακριβά σχολεία εμφανίζεται ένα κόσμος βουτηγμένος στα προβλήματα που βρίσκει διέξοδο στα ναρκωτικά και στο αλκοόλ. Αλλοτριωμένες σχέσεις, ψεύτικοι έρωτες , διαλυμένες οικογένειες. Όμως κάπου εκεί σε κάποια γωνία εξακολουθούν να υπάρχουν άνθρωποι, ζεστασιά , αγάπη.
Μου άρεσε ιδιαίτερα η απόδοση των εσωτερικών διεργασιών, των ψυχικών αλλαγών, των στοχαστικών σκέψεων των ηρώων και κυρίως του Θίο Ντέκερ. Είναι καταπληκτικός ο εκφραστικός τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας κατορθώνει και βγάζει προς τα έξω όχι μόνο τα συναισθήματα αλλά και τις ονειρικές και παραληρηματικές καταστάσεις των προσώπων. Σπαρακτικός προβληματισμός για την αλήθεια και την αναλήθεια, για το πραγματικό και την αντίληψη του πραγματικού, για την απόγνωση, την απελπισία αλλά και την επικοινωνία μέσα από το χρόνο ανθρώπων και αντικειμένων, για τα όμορφα πράγματα και την ελπίδα που γεννιέται μέσα από αυτά.
Όλα αυτά συνδυάζονται με αναφορές σε λογοτεχνικά βιβλία, στίχους ποιημάτων και τραγουδιών αλλά και πίνακες ζωγραφικής.Μυρωδιά από παλαιά αντικείμενα, έπιπλα και βερνίκια διαπερνά τις σελίδες του βιβλίου. Ο αναγνώστης ταξιδεύει ή τρυπώνει καλύτερα σε γωνιές , στέκια και καταγώγια της Νέας Υόρκης , στο φανταχτερό και απρόσωπο  Λας Βέγκας , στα κανάλια και τα στενά του Άμστερνταμ.
Η μετάφραση της Χριστιάννας Ελ. Σακελλαροπούλου είναι εξαιρετική ως προς την ποιότητα και τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας με την οποία αποδίδει το κείμενο.
Οι 989 σελίδες του όχι μόνο δεν κουράζουν αλλά προσφέρουν  πραγματική αναγνωστική απόλαυση. 
Η συγγραφέας τιμήθηκε για την Καρδερίνα με το βραβείο Pulitzer τo 2014.


Donna Tartt, Η Καρδερίνα, Εκδοτικός οίκος Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 2014


Σάββατο, 25 Απριλίου 2015

Ella Fitzerald


Η μεγάλη κυρία του swing και της jazz γεννήθηκε στις 25 Απριλίου του 1917

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν (Β) – Τρίτο μέρος: «Η μνήμη μου είναι γιομάτη σπίτια, ένα μωσαϊκό στέγες, μάντρες, παράθυρα…»

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος στη Γιάλοβα, όταν έγραφε τον Τολστόι (2005). Η φωτογραφία από το περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 501, Νοέμβριος 2009

 Γράφει η ofisofi // atexnos

Αυτά τα εβδομήντα χρόνια καταγράφονται με τη σοβιετική λογοτεχνία. Η ακμή και η παρακμή καθώς και οι σχέσεις εξουσίας και λογοτεχνίας. Η εκτίμηση του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου για τη σοβιετική λογοτεχνία δεν εξαντλείται «στα όρια των σημερινών κατεδαφίσεων, για την εποχή και τον πολιτισμό της πολλά θα έχει να πει και το αύριο.»

Η σοβιετική λογοτεχνία ήταν ένα γεγονός και καλό είναι να αντιμετωπισθεί, να κριθεί με την ουσιαστική προσφορά της. Είναι αλήθεια ότι στην λογοτεχνία επιτρέπονται τα πάντα εκτός από διαταγές. Οι παρεμβάσεις στη λογοτεχνία συμβαίνουν παντού και με διάφορους τρόπους, όπως η δράση των κυκλωμάτων, οι αντιλήψεις των εκδοτών, η εμπορική προώθηση των έργων και πολλά άλλα. Στη Σοβιετική Ένωση εκείνο που έγινε ήταν η πίεση των λογοτεχνών για χάρη της απελευθέρωσης από το παλιό και της προώθησης του νέου μέσα από δρόμους και τρόπους που ουσιαστικά εξαρτούσαν το λογοτέχνη.

«Ο αληθινός λογοτέχνης έχει δική του φωνή, έστω και πολύ μικρή. Όπως να έρθουν τα πράγματα, κρατεί την ελευθερία του και την ιδιαίτερη σχέση του χώρου του. Αλλά είναι και οι άλλοι, οι άσχετοι και οι παγιδευμένοι μες στη λογοτεχνία. Και η σοβιετική ιστορία επιβεβαίωσε  ότι από εκείνους φτιάχνονται οι κανόνες, τα συστήματα, ίδια και απαράλλαχτα με τα υποδείγματα της αγιολογίας του μεσαίωνα. Διαμόρφωσαν έννοιες, όπως και αυτή της μαρξιστικής λογοτεχνίας και του μαρξιστή λογοτέχνη, που δεν μπορούν να έχουν πραγματικό λογοτεχνικό αντίκρυσμα, υπάρχουν μόνο στην παγιδευμένη σκέψη, εύκολα όμως εξουσιάζουν τα πνεύματα και καταδυνάστευσαν μια εποχή, φτάνοντας να λειτουργήσουν και σαν σήματα για τις διωκτικές αρχές.»

Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η σοβιετική λογοτεχνία αλλιώς άρχισε και αλλιώς τελείωσε. Παρομοιάζει μάλιστα την πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης στη λογοτεχνία με την εξημέρωση που κάνουν οι κυνηγοί στα γεράκια και στους αετούς για να τα χρησιμοποιήσουν στα κυνήγια τους για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι όποιος ξέρει τι τραβά το γεράκι μέχρι να’ ρθει στα ανθρώπινα μέτρα μπορεί να σχηματίσει άποψη για τον τρόπο που η σοβιετική εξουσία χρησιμοποίησε τη λογοτεχνία.

«Η σοβιετική πολιτική σεβάστηκε και δε σεβάστηκε την ιδιοτυπία της λογοτεχνίας. Άρχισε από ένα επίπεδο που υποσχόταν πολλά. Και μπορούσε να τα κάμει, υπήρχε και η γνώση και η βούληση. Όλα όμως εκείνα, με τα οποία ξεκινούσε η σοβιετική ιστορία, οι πραγματικές της αξίες, θυσιάστηκαν μία μία στις υπαγορεύσεις μιας άλλης στρατηγικής. Τα ίδια έκανε το καθεστώς και με την ιδεολογία του, το μαρξισμό και το σοσιαλισμό του.
Μεταξύ μαρξισμού και λογοτεχνίας δεν υπήρξε σχέση θύτη και θύματος – ήταν κι οι δυο τους στον ίδιο βαθμό ομοιοπαθείς, συμπάσχοντες.»

Παρ’ όλα αυτά εκείνος που εξετάζει τη σοβιετική λογοτεχνία είναι ανάγκη να τη δει με όλα της τα γνωρίσματα και όχι μονομερώς. Υπό αυτό το πρίσμα καλό είναι να μελετηθεί και το ζήτημα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός ήταν μια σχολή στη λογοτεχνία και γενικά στην πνευματική δημιουργία, όπως σχολές και κινήματα υπήρξαν και υπάρχουν πολλά. Το ζητούμενο είναι πώς ξεκίνησε, πώς εξελίχθηκε και πώς κατέληξε ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός καθώς γύρω από αυτόν αναπτύχθηκε «ένα χαρτοβασίλειο απίθανων διαστάσεων. Μια άλλη αυτοκρατορία.»

Το κακό είναι ότι όλα αυτά συνδέθηκαν με πολιτικές πρακτικές που πολύ εύκολα ποινικοποιούσαν τη σκέψη όσων ξέφευγαν από αυτές.
Είναι σημαντική η επισήμανση του ότι δεν είναι το ίδιο να προσπαθεί κανείς να επιβάλει  σε κάποιον άλλον μια ιδέα, μια πολιτική στάση , ένα πολιτικό όνειρο με το να την εκφράζει γιατί την πιστεύει βαθιά και να προσπαθεί να αφυπνίσει και όλους τους άλλους, να τους κάνει συμμέτοχους. Από αυτή την οπτική γωνία βλέπει και τη σοβιετική λογοτεχνία και τους δημιουργούς της. Υπήρξαν οι εμπνευσμένοι συγγραφείς που πίστεψαν αληθινά στο σοσιαλισμό  και έδωσαν τα πάντα. Κάποια στιγμή όμως ήρθαν αντιμέτωποι με τη χειραγώγηση, τους συμπεριφέρθηκαν όπως στα γεράκια και τότε αρχίζει η φθορά η εσωτερική και η εξωτερική.
Η διαπίστωση είναι ότι μέσα σε αυτή την εβδομηντάχρονη πορεία πανίσχυρες ιδέες βρέθηκαν στα χέρια ανέτοιμων ανθρώπων. Ο Αλεξανδρόπουλος  γράφει μάλιστα ότι και ο ίδιος ο Στάλιν σε κείμενά του προβληματίστηκε πάνω στην ιδιοτυπία της λογοτεχνίας και έβαλε τους λογοτέχνες στη θέση τους  υποστηρίζοντας τα πιο σωστά πράγματα.
Γενικά υιοθετήθηκε μια κακή κρατική πολιτική σε σχέση με τη λογοτεχνία, όμως τις μεγαλύτερες καταστροφές τις έκανε το συνάφι των λογοτεχνών αρκεί να διέθετε κάποιος το μέσο για να το κάνει, μια εφημερίδα, ένα περιοδικό, ένα δικό του κύκλωμα, κακό χαρακτήρα, πολλές φιλοδοξίες και αδίστακτη συμπεριφορά.

«Στη Σοβιετική Ένωση δόθηκαν σ’ όλα αυτά πλούσιες δυνατότητες και τα πιο φονικά όπλα – με όλη τη σημασία του λόγου. Διαμορφώθηκαν άλλοι κανόνες. Κι αν είναι να τα κλείσει κανείς όλα σε μια φράση, εγώ θα τόλεγα έτσι: δεν άφησαν τη λογοτεχνία το γεγονός της ζωής να το κάνει δικό της γεγονός. Δεν την άφησαν να το κάνει αυτό, παρά ως ένα σημείο. Αποδώ ως εκεί. Της απαγόρεψαν την αντιγνωμία, αλλά και μερικά πράγματα τελείως απαραίτητα – τη στέρησαν κι απ’ αυτό το παιχνίδι, το δικό της παιχνίδι, τη φαντασία της, τα στολίδια της, να στολιστεί όσο θέλει και να μουρλαθεί όσο θέλει.»

Το αποτέλεσμα ήταν η λογοτεχνία να μην μπορεί να αναπνεύσει, να μην μπορεί να μιλήσει, να απλουστεύει τις σκέψεις,  να αδυνατίζει γλωσσικά. Λογοτέχνης μπορούσε να γίνει ο καθένας  ή ο λογοτέχνης να γίνεται ένας γραφειοκράτης και να στοχεύει σε μια θέση και ένα μισθό.
Η Σοβιετική Ένωση ήταν η χώρα του σοσιαλισμού και του πιο μεγάλου πολέμου, η χώρα που άνοιξε την πόρτα στους μαχητές του ΔΣΕ μετά την ήττα, που μοιράστηκε μαζί τους το ψωμί της, τις επιτυχίες, τα μπερδέματά της, η χώρα της φαντασίας τους. Ήταν μια νέα ανθρώπινη συνείδηση που δεν πρόλαβε να σχηματισθεί και γι’ αυτό δεν άντεξε. Ήταν τα σπίτια της που χωρίς αυτά δεν μπορεί κανείς να γνωρίσει μια χώρα.

«Η μνήμη μου είναι γιομάτη σπίτια, ένα μωσαϊκό στέγες, μάντρες, παράθυρα»

Μέσα σε ένα από αυτά τα σπίτια γνώρισε το κοριτσάκι, που αργότερα  έγινε η γυναίκα του, τη Σόνια Ιλίνσκαγια, και μέσα από τη ζωή της και τη σύλληψη του πατέρα της, που οδηγήθηκε σε στρατόπεδο, γνώρισε την άλλη όψη που είχαν τα πρόσωπα, τα πράγματα, οι καταστάσεις.

​Με τη Σόνια Ιλίνσκαγια στο σανατόριο Σοφράνοβο της Μπασκιρίας (1959). Η φωτογραφία από το περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 501, Νοέμβριος 2009
​ Με τη Σόνια Ιλίνσκαγια στο σανατόριο Σοφράνοβο της Μπασκιρίας (1959). Η φωτογραφία από το περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 501, Νοέμβριος 2009

Στη Σόνια λοιπόν αφιερώνει τα βιβλία του. Εξομολογείται όμως ότι αυτό το κάνει όχι γιατί του αρέσει αλλά γιατί «Όταν χρωστάς και στην τσέπη δεν έχεις παρά τα βιβλία σου, δίνεις από αυτά που έχεις.»

Δύσκολα χρόνια που τα πέρασαν περιφερόμενοι με τις βαλίτσες τους στα χέρια, χωρίς στέγη, χωρίς τίποτα που να τον βοηθάει στη συγγραφική του δουλειά. Και ήρθε κάποια στιγμή η ώρα του λογοτεχνικού ινστιτούτου της Μόσχας που μπορούσε να του παρέχει την πολυτέλεια της στέγης. Περεντέλικο λεγόταν η πόλη των συγγραφέων. Η εγκατάσταση του εκεί του δίνει την αφορμή να μας μιλήσει για την υπόθεση Πάστερνακ.

«Για μένα το όνομα του Πάστερνακ, σαν ένα σήμα έκτακτο, βγήκε κατευθείαν  μέσα από τη δόνηση, που είχε προκαλέσει η αυτοκτονία του Φαντέγεφ, εκεί πάλι στο Περεντέλικο, λίγα μέτρα πιο πέρα  από το δικό μας σπίτι».

Ο Πάστερνακ, φωνή ποιητική, φυσιογνωμία καθαρή, φαινόμενο προσωπικής ελευθερίας  ώριμο, ισορροπημένο. Δεν ήταν ένας αντεπαναστατικός άνθρωπος. Και δεν ήταν καθόλου κραυγαλέος. Ήταν ένας ποιητής υψηλής πνευματικότητας. Η πολεμική εναντίον του Πάστερνακ ήταν γελοία και παράλογη. Με αφορμή αυτή την υπόθεση σχολιάζει την πνευματική αλλοτρίωση των κομμουνιστικών κομμάτων και την  κακή σχέση διανόησης και εξουσίας και θεωρεί ότι αυτή η υπόθεση οδήγησε σε ηθική ήττα την εξουσία. Μαζί με τον Πάστερνακ ο Χρουσώφ έθαψε όλα όσα είχε αρχίσει να φτιάχνει.
Η Σοβιετική Ένωση ήταν μια πολυεθνική  και πολυπολιτισμική χώρα. Δεν μπόρεσε όμως να διαχειριστεί σωστά την εθνική και πολιτισμική ανομοιομορφία και κατά συνέπεια ούτε τις εθνικές σχέσεις  με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν αγεφύρωτες διαφορές ανάμεσα στους λαούς της. Τα προβλήματα αυτά δεν ήταν απλά, ήταν «ένα από τα θηρία που σπάραξαν το σοσιαλισμό σ’ αυτή τη χώρα….η σοσιαλιστική ιδέα μεταμορφώθηκε – στην καλύτερη περίπτωση – σε εκπολιτιστικό κίνημα γενικής αγωγής κι έδωσε πάρα πολλά στις καθυστερημένες εθνότητες, παρακρατώντας τα όμως από τους άλλους, ρίχνοντας τους πίσω.»

Ο συγγραφέας αναφέρεται στους Έλληνες του Καυκάσου και της Κριμαίας και σχολιάζει τους διωγμούς τους  προσπαθώντας να αναλύσει την κατάσταση με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που ανέπτυξαν σε αυτές τις περιοχές και τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από τη συνύπαρξη διαφορετικών πολιτισμών, άλλου τρόπου σκέψης και τρόπου ζωής  στον ίδιο χώρο, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι «ανόητα κι απίθανα πράγματα διέπραξε εδώ πέρα ο σοσιαλισμός, βιαιότητες, βαρβαρότητες, βλακείες τις αγριότερες…» επισημαίνοντας όμως ταυτόχρονα ότι «μόνο οι δρόμοι του πολιτισμού μπορούν να ενώσουν τον κόσμο και το παράδειγμα της Σοβιετικής Ένωσης περιέχει πλουσιότατη πείρα, καλή όταν η προσπάθεια ξεκινούσε κι οι άνθρωποι ένιωθαν  να τους ενώνουν οι κοινές ελπίδες, μια κοινή ψυχή, το όραμα του σοσιαλισμού, και άλλη μετά, όταν, σαν από σύστημα, άρχισαν να δίνονται οι πιο ψεύτικες λύσεις και στα σπουδαία ζητήματα της πνευματικής ζωής, που είναι και η βάση του πολιτισμού.»

Υποστηρίζει ότι η σοβιετική εξουσία με την πολιτική που ακολούθησε σε όλα τα ζητήματα από τα πιο απλά μέχρι τα πιο σύνθετα κατόρθωσε να αυτοεξοντωθεί. Κανείς δεν την γκρέμισε, αυτοδιαλύθηκε διότι η βαθιά εσωτερική φθορά είχε προχωρήσει πολύ μέσα, περισσότερο απ’ όσο φαινόταν. Είχε προσβάλει τις ψυχές των ανθρώπων και αυτοί με τη σειρά τους κυριαρχούνταν από την απάθεια και την αποξένωση, δεν ενδιαφέρονταν, δεν προσπάθησαν να βελτιώσουν τίποτε γιατί είχαν ξεμάθει να αγωνίζονται.

«Δυστυχώς, το σύστημα στήθηκε έτσι, που συνήθιζε τους ανθρώπους να πετάν από πάνω τους, σαν τα παλιά ρούχα, την ευθύνη και τη φροντίδα για τον ίδιο τον ψυχικό τους κόσμο. Ίσως  αυτό ήταν το χειρότερο  απ’ όσα συνέβησαν στη σοβιετική κοινωνία – αφαίρεσαν από τους ανθρώπους την ευθύνη της ζωής τους και της ηθικής τους. Τους έμαθαν να τα περιμένουν κι αυτά από τους άλλους, από το οργανωμένο σύνολο που σε πολλά πράγματα αντί να φτιάχνει, χάλαγε.»

Παρ’ όλα αυτά επισημαίνει είναι δύσκολο να ορίσει κανείς την πραγματική σχέση του λαού με το καθεστώς, αν δηλαδή το υποστήριζε ή δεν το υποστήριζε  Σημασία έχει ότι το καθεστώς δεν το γκρέμισε ο λαός. Δε θα το γκρέμιζε ποτέ, γιατί «ιδιαίτερα ο ρωσικός λαός κουβαλάει μνήμες από το παρελθόν, μνήμες τέτοιες που δεν λησμονιούνται, ακόμα κι όταν το σοβιετικό σύστημα  τον πότιζε  τα πιο πικρά φαρμάκια. Ο λαϊκός άνθρωπος έχει πανάρχαιο ένστικτο που τον έκανε  να υπομένει, ξέροντας ίσως, νιώθοντας καλύτερα από εκείνους που τον κυβερνούσαν, πως η ζωή, η δική του ζωή, αυτά είχε πάντα – και είχε κι άλλα πολύ χειρότερα. Το σημειώνω κι αυτό κι ο αναγνώστης ας το κρατήσει. Άλλοι την είχαν φτιάξει και τούτη τη ζωή ερήμην του λαού κι οι ίδιοι την άφησαν να ρέψει, χωρίς κι αυτές τις στιγμές ν’ αντιπροσωπεύουν το θέλημα του λαού τους. Στην καλύτερη περίπτωση , η φρεναπάτη που είχαν πριν, η ίδια τραγική άγνοια και απόσταση, τούς οδήγησε και στα τελευταία τους διαβήματα χωρίς στοιχειωδώς να ξέρουν τι κάνουν, για πού το’ βάλαν.»

Καταλήγει λοιπόν στο συμπέρασμα ότι όλα έγιναν από τους ανθρώπους της εξουσίας χωρίς καμιά συμμετοχή του λαού, που είδε τις όποιες ελπίδες  του να διαψεύδονται τραγικά και σαν αντίδραση σε όλα αυτά να πισωγυρίζει σε «θλιβερές επιστροφές».

«Η τέλεια απουσία του λαού είναι αναμφισβήτητη στα τελευταία γεγονότα, αλλά είναι – δεν πρέπει να διαφεύγει – συνέχεια εκ του προηγούμενου. Πολύ γρήγορα μετά την επανάσταση ξανάμαθε ο λαός να υποφέρει κι οι ηγέτες  του να τον αψηφούν. Η τέλεια απουσία του λαού ήταν – είναι ακόμα – αληθινά μοιραία: μόνο έτσι έγινε δυνατό να σχηματιστούν φαινόμενα, όπως ο Γκορμπατσώφ κι ο Γιέλτσιν, μορφές που δεν θα μπορούσαν να μην υπάρξουν, προκύψαν  όπως το τέλειο μαθηματικό αποτέλεσμα όλων εκείνων των πράξεων της απλής αριθμητικής που παιζόταν για χρόνια με το λαό να σιγεί.»

Στη σοβιετική κοινωνία κυριαρχούσαν άνθρωποι ειλικρινείς αλλά ανίδεοι για όσα συνέβαιναν γύρω τους. Πίστευαν ότι όλα λειτουργούσαν σωστά και ήταν βέβαιοι ότι όλα ήταν τακτοποιημένα. Αυτοί επάνδρωναν τους μηχανισμούς και με την συμπεριφορά τους και τον τρόπο σκέψης τους ύψωναν τείχη απέναντι στους πολλούς, το λαό.

«Ένα γενικό γνώρισμα των ανθρώπων που δούλευαν στους μηχανισμούς ήταν – ύστερα κι από τα βίαια ξεπαστρέμματα που είχε κάνει ο Στάλιν – το μικρό τους μέγεθος, η μικρή προσωπική αξία, απέναντι στις ευθύνες  που αναλάβαιναν και το βάρος που σήκωναν  στους ώμους τους. Μικροί, υποδεέστεροι των αξιωμάτων τους, πολύ εύκολα αφομοιώνονταν από τη λογική της δουλειάς που έκαναν. Πολλοί απ’ αυτούς, οι περισσότεροι, σχέσεις προσωπικές – αγωνιστικές – με το σοσιαλισμό, δεν είχαν. Μ’ εκείνον τον σοσιαλισμό που έβγαλε τη χώρα στην επανάσταση. Ήταν ουσιαστικά αμέτοχοι. Σχεδόν παντού, όπου τους συναντούσες, είχες αμέσως ζωντανά παραδείγματα της φθοράς που είχε γίνει, εκείνα τα παλιότερα χρόνια με τις ομαδικές εξοντώσεις των άλλων που έκαναν με τα χέρια τους την επανάσταση και είχαν άλλη αντίληψη  για τη ζωή, άλλα μέτρα για όλα. Τούτοι τώρα, στην καλύτερη περίπτωση μπορούσαν να διατηρούν ένα αίσθημα  προσήλωσης  στην παράδοση που κι αυτό όμως, αν υπήρχε, μετρούσε στην ευσυνειδησία έστω, με την οποία εκτελούσαν τα χρέη τους.»

Η εξόντωση αυτών των ανθρώπων και οι μεταβολές στην ψυχολογία της εξουσίας κόστισαν πολύ ακριβά στη σοβιετική κοινωνία.

«Η κοινωνία που την είπαν υπαρκτό σοσιαλισμό ήταν από το χαρακτήρα της προσωρινό δημιούργημα, έτσι κι αλλιώς έπρεπε να ξεπεραστεί από μια άλλη κατάσταση. Αυτό όλοι το καταλάβαιναν, εχθροί και φίλοι. Οι πρώτοι στήριζαν σ’ αυτή την πρόβλεψη τις ελπίδες τους να πάει επιτέλους κατά γκρεμού όλο το σύστημα με το σοσιαλισμό του, υπαρκτό και ανύπαρκτο. Και εκεί πάλι, στην προσδοκία μιας αλλαγής, στήριζαν  και οι φίλοι του σοσιαλισμού τις δικές τους ελπίδες, χωρίς ν’ αφήνουν να επηρεάζεται το αίσθημά τους παρ’ όλα όσα βλέπαν και μάτωνε η ψυχή τους.
Όμως υπήρξε και μία τρίτη δύναμη: το ίδιο το σύστημα πρόλαβε και σχημάτισε δική του σταθερή συνείδηση που εναντιωνόταν δραστήρια σε κάθε σκέψη για βαθιές αλλαγές, δυσκολεύοντας  έτσι πάρα πολύ τα πράγματα με τις σοβαρές δυνάμεις που διέθετε, μία απ’ όλες η βαθιά ριζωμένη αντίληψη εκείνων των ανθρώπων που συνήθισαν τόσα χρόνια να κάνουν τη δουλειά τους, όπως μπορούσε να γίνεται με τις δυνατότητες και τις δυσκολίες που υπήρχαν. Αυτά τα όρια, το πραγματικό μέτρο των δυνάμεων των δικών τους, ήταν γι’ αυτούς μια κατάσταση ιδανική. Αυτή πήρε όλη ως πέρα τη θέση του ονείρου. Τίποτα καλύτερο δεν μπορούσαν να σκεφτούν, η αναφορά στην πραγματική ιδέα, στον πραγματικό άνθρωπο τους είχε ξεφύγει. Ήταν το πιο σκληρό όριο, από εκείνα τα σκληρά που με τίποτα δε λυγίζουν και μόνο μπορούν να υπάρχουν ή να σπάνε. Έτσι όπως στο τέλος έγιναν όλα γυαλιά καρφιά.»

Τονίζει και υπογραμμίζει με μαύρα έντονα γράμματα την άποψη του ότι η σοβιετική κοινωνία υπέκυψε στην πίεση της βαθιάς της αντιπαλότητας με την ίδια τη σημαία που κρατούσε, με το ίδιο το σοσιαλιστικό ιδανικό…

Εκείνο που προβληματίζει ιδιαίτερα τον συγγραφέα είναι πώς κατάφερε μια ολόκληρη ιδεολογία και μια τόσο μεγάλη πίστη να εξαρθρωθεί τελείως στις επαφές της με την πραγματικότητα.
Σε μια προσπάθεια να απαντήσει στα ερωτήματά του υποστηρίζει ότι υπήρξε μια σύγκρουση , ένας διαχωρισμός ανάμεσα στους ανθρώπους που «συνέχιζαν να μιλούν περί σοσιαλισμού, ενώ τον είχαν στραμπουλήξει και των άλλων που εννοούσαν να τις κρατούν αυτές τις αξίες, να αισθάνονται και να σκέφτονται  μ’ αυτές και ακριβώς γι’ αυτό απωθούνταν στο περιθώριο, με όλους εκείνους τους τρόπους που έχει στα χέρια της η παντοδύναμη εξουσία.»

Λειτούργησε λοιπόν μια τέλεια αντίθεση με την ιδέα του ίδιου του σοσιαλισμού με την έννοια της καπηλείας και της παραχάραξης.
Η κριτική που ασκήθηκε στη σοβιετική ζωή στο όνομα του σοσιαλισμού ήταν πολύ εύκολη και αβασάνιστη γι’ αυτό ο ίδιος διευκρινίζει ότι δεν επιθυμεί ούτε μια κουβέντα από όσες γράφει μέσα σε αυτό το βιβλίο να αξιοποιηθεί για τη δικαίωση μιας αντίληψης αντίπαλης με το σοσιαλισμό καθώς πιστεύει ότι αυτή η ανελέητη κριτική υπήρξε η πιο μεγάλη δυσκολία του σοσιαλισμού.
Επιπλέον τονίζει ότι δεν θέλει καθόλου ούτε τη στιγμή που έχουν συμβεί όλα τα γεγονότα με την κατάρρευση και τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης να ταχθεί με όλους εκείνους που  την πολέμησαν με όλες τους τις δυνάμεις και κάθε τρόπο. Γνώμη του είναι μάλιστα ότι οι σοβιετικοί μπροστά στο μέγεθος της επίθεσης που δέχονταν δεν τους ήταν εύκολο να αντέξουν «κρατώντας τη γαλήνη τους, την ανθρωπιά τους και αυτόν το σοσιαλισμό τους – τον όποιο σοσιαλισμό τους…Και για ποιον σοσιαλισμό μπορούσε να γίνει λόγος σε μια χώρα σαν τη Ρωσία, κάτω μάλιστα από τέτοιες πιέσεις.»

Οι συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί εξωθούσαν τα πράγματα στα άκρα, διότι όσο πιο σκληρή ήταν η επίθεση των δυτικών τόσο πιο πολύ οι σοβιετικοί ισχυρίζονταν «ότι αυτό που γινόταν  στη Σοβιετική Ένωση ήταν πράγματι ο σοσιαλισμός. Να το λένε αυτό και να επιμένουν και με το λέγε – λέγε να το πιστεύουν. Μια τέτοια θέση θα έχει με τον καιρό τρομαχτικές συνέπειες.»

Αν και οι κατακτήσεις στη Σοβιετική Ένωση είχαν τεράστια μεγέθη παρ’ όλα αυτά τα πράγματα μπερδεύτηκαν και δημιουργήθηκαν παντού εικονικές καταστάσεις. Μεγάλο μερίδιο ευθύνης σε αυτό φέρει ο αντισοβιετισμός και ο αντικομμουνισμός που από την πρώτη μέρα της επανάστασης εξαπόλυσαν οι δυτικές δυνάμεις. Το πρόβλημα ήταν ότι οι σοβιετικοί δεν άντεξαν , δεν μπόρεσαν να ανταπεξέλθουν σε αυτόν τον πόλεμο.
Τότε τα πρώτα χρόνια της επανάστασης αλλά και τα υστερότερα  πολλοί άνθρωποι, κυρίως διανοούμενοι, αν και έβλεπαν τις ανεπάρκειες στήριξαν το πρώτο σοσιαλιστικό κράτος στον κόσμο. Πολλοί από αυτούς όμως υπέπεσαν στην ευκολία της κριτικής  και με πολύ ελαφριά την καρδιά τους αποδοκιμάζουν τα πάντα και τους πάντες και ζητούν ευθύνες. Έτσι πολύ εύκολα μεταπηδούν από το ένα άκρο στον άλλο και οι υπερασπιστές γίνονται κατήγοροι και αναθεματίζουν τη Σοβιετική Ένωση και μέσω αυτής το σοσιαλισμό. Είναι και αυτό φαινόμενο της εποχής.

Εκείνο που χρειάζεται να κάνει κανείς είναι «να προσπαθήσει να θυμηθεί τι ήταν εκείνα που ξεχνούσαν τότε οι άνθρωποι, απορροφημένοι από τα όσα βλέπαν και ράγιζε η καρδιά τους.»

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν. Β. Οι άλλοι πόλεμοι. Ο αδελφός μου ο Βάσια με λουλούδια, εκδόσεις Δελφίνι, Αθήνα 1994

(συνεχίζεται)

Το πρώτο μέρος ΕΔΩ
Το δεύτερο μέρος ΕΔΩ

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

" Ό,τι κι αν κάνουν θα νικήσουμε - ο κόσμος μάς ανήκει..."


 Οι άνθρωποι στη χώρα των θαυμάτων
 Αφιερωμένο χτες στη Βιένη, σήμερα στο Ελσίνκι, αύριο σε κάθε πόλη που θα μαζεύονται οι λαοί για να υπερασπίσουνε την Ειρήνη. Μεθαύριο σ' όλες τις πόλεις του καινούργιου κόσμου, ενός κόσμου που θάναι αληθινά μια χώρα των θαυμάτων

Απόψε είμαι ερωτευμένος με μια πόλη!
Άσημη πόλη φωταγωγημένη ξαφνικά από χιλιάδες όνειρα
πόλη τριαντάφυλλο, πόλη χελιδόνι, πόλη ψωμί και πόλη εμπιστοσύνη.
Σε συλλογίζομαι κ' είναι σάμπως ν' ανοίγω την πόρτα του σπιτιού μου
σ' αγαπώ, κ' είναι σα ν' ακουμπάει πάνω στην καρδιά μου
όλου του κόσμου η καρδιά.
Οι άνθρωποι απόψε τραγουδάνε τ' όνομά σου
κάνοντας ν' αντηχούνε όλες οι καμπάνες, όλα τα βιολοντσέλα
κι όλα τα γιαπιά.

Όταν έπεφτε η Μαδρίτη εμείς κλαίγαμε
όταν απελευθερωνόταν το Παρίσι  όλη η ζωή έκανε ένα βήμα μπρος
όταν οι Ρώσοι μπαίνανε στο Βερολίνο αγκαλιαζόμαστε και φιλιόμαστε
σήμερα τραγουδάμε , αγαπημένη πόλη
πόλη που μες στους δρόμους σου αγκαλιάζονται οι σημαίες των εθνών
πόλη που διασταυρώνονται τ' άστρα, τα όνειρα κ' οι δρόμοι των πέντε ηπείρων
τα κορίτσια κόβουν το νυφικό τους φόρεμα στο σχέδιο της καρδιάς σου
οι μητέρες σκουπίζουν τα δάκρυα τους μ' ένα κομμάτι απ' τον κατάφωτο ουρανό σου.
Έψαχνα να σε βρω ανάμεσα στις γυναίκες,  και συ αγαπημένη ήσουν μια πόλη.

Οι γρηές καθισμένες στα κατώφλια της γης γνέθουν τα χρόνια και την ελπίδα σου
οι καλαθοπλέχτες πλέκουν με το φως σου μεγάλα πανέρια για τη νέα σπορά
τα ζευγαράκια όλου του κόσμου δώσανε ραντεβού στα πάρκα σου
πόλη, ω πόλη που στις γωνιές σου απόψε οι υπαίθριοι πουλητές
πουλάνε δάφνες για τους ποιητές  και τηγανίτες για τα παιδιά.
Με μόνο μισή πεντάρα αγάπη απόψε, αγοράζεις όλη την ευτυχία!

Τότε, τις σκληρές μέρες του πολέμου που κανείς δεν ήξερε αν θα ζήσει
γλύστραγε μες στα χαρακώματα μι' αχτίδα απ' τον αυριανό σου ήλιο.
Έτσι ζεσταίναμε τα χέρια μας.
Όπως σηκώναμε τους σκοτωμένους βρίσκαμε κάτω μέσα στο αίμα τους
δυο ψίχουλα απ' την αυριανή αγάπη.
Μ' αυτά τα ψίχουλα ζήσαμε.
Απόψε οι ξύλινοι σταυροί τους κάνουνε μια μεγάλη σκαλωσιά
που ανεβασμένοι οι εργάτες με τραγούδια και σφυριά χτίζουν
ένα καινούργιο ορίζοντα
πόλη, πόλη κλειδί που ανοίγεις όλα τ' απελπισμένα χέρια 
κι όλα τα γιασεμιά
εσένα τραγούδαγε ο Λόρκα
ο Φούτσικ για σένα πέθανε
και το μικρό σκοτωμένο κοριτσάκι της Χιροσίμα
είναι μια πεταλούδα απόψε που πετάει μες στα ζαχαροπλαστεία σου.
Συχώρα με, αγαπημένη πόλη, μα όχι, όχι εσένα.
Απόψε είμαι ερωτευμένος μ' όλους τους νεκρούς.

Έχετε δει λοιπόν μια πόλη να χορεύει.
Να στροβιλίζεται μες σ' έναν καταράχτη από άστρα και φιλιά.
Τα σηκωμένα δρεπάνια των θεριστών κάνουν μια γέφυρα
που την περνάει χορεύοντας
άσπροι, μαύροι, κίτρινοι, το Μεξικό με την κιθάρα του στον ώμο
η αγάπη δεν έχει χρώμα, η λευτεριά έχει το ίδιο γέλιο 
για όλους τους λαούς
πόλη, ω πόλη που φρουρείς τα στάχια, τ' αμόνια,
 τα ηλιοβασιλέματα και τα φιλιά
απόψε ο Σοστάκοβιτς διευθύνει μια μουσική από χιλιάδες
ανεμισμένες σημαίες
ο Ρήνος τραγουδάει, τον συνοδεύει ο Ρίτσος 
μ' όλα τα κλαρίνα του λαού μας
η Πασιονάρια φιλιέται στο στόμα με τους περαστικούς
ένα μικρό γυφτάκι χορεύει αγκαλιασμένο με την Παναγία των Παρισίων
πόλη, πόλη ενός κόσμου απόψε που κ' οι μητέρες 
των νεκρών είναι χαρούμενες.

Όλα είναι τρέλλα απόψε. Οι άνθρωποι βρέθηκαν ξαφνικά
στη χώρα των θαυμάτων.
Κάθε παιδί μπορεί να βγάλει από τον κόρφο του χιλιάδες περιστέρια
μιλάει ο Ζολιό Κιουρί κι ακούμε μονομιάς  όλα τα φλάουτα της γης
βρέχει ήλιο και γαλήνη πάνω απ' τα πεδία των μαχών
στα χαρακώματα κυλάει το νερό - γυρνάν, γυρνάνε οι μύλοι
αλέθουνε το στάρι. Οι ζυμωτές αραδιάζουνστους πάγκους τα ψωμιά.
Μα τα ψωμιά είναι ανήσυχα, δεν κοιμούνται.
Μένουνε ξάγρυπνα τη νύχτα και συλλογιούνται τους πεινασμένους.
Και ξαφνικά σηκώνουνται οργισμένα σε μιαν απέραντη στρατιά
και ξεκινάνε να κυριέψουνε τον κόσμο. Αμήν, αμήν, λέγω υμίν
ήγκικεν η βασιλεία του ψωμιού.
Ω πόλη σηκωμένη απόψε στα χέρια των ανθρώπων σαν ευαγγέλιο.
Σ' αυτή την πόλη βλέπουν οι τυφλοί, οι άλαλοι τραγουδάνε
πόλη, πρωτεύουσα ενός κόσμου που απόψε δίνει τα χέρια.

Πάμε, πάμε σ' αυτή την πόλη.
Σε κάθε πόρτο αντί για διαβατήριο θα δείχνουμε τα εργατικά μας πρόσωπα.
Σ' όλες τις χώρες μάς γνωρίζουν. Είμαστε απ' τους δικούς τους.
Φωτιά; Τσιγάρο; Εν τάξει.
Τρεις λέξεις μόνο φτάνουν για ν' αγαπηθούνε οι άνθρωποι.
Δυο χέρια για να ζήσουν. Μια σημαία για να νικήσουνε.
Πάμε!
Μας υποδέχουνται παντού - βουίζουν οι πλατείες - καίει 
μακριά ο ορίζοντας. Ξημερώνει.
Ό,τι κι αν κάνουν θα νικήσουμε - ο κόσμος μάς ανήκει.
Το μέλλον είναι μες στην τσέπη μας, σαν το κλειδί του σπιτιού μας
κι ακόμα περισσότερο - είναι δικό μας σαν την ίδια μας την καρδιά.
Είμαστε μεθυσμένοι απόψε, μα όχι από κρασί.
Απόψε είμαστε μεθυσμένοι απ' όλο το αύριο.
Πάμε, πάμε..........


Τάσος Λειβαδίτης, Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο, Αθήνα 1956
Γενέθλια ημέρα του αγαπημένου ποιητή (20 Απριλίου 1922)

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2015

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν (Β) – Δεύτερο μέρος: Οι Άλλοι Πόλεμοι

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος έξω από τη Μόσχα το 1962
 (πηγή: περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 501, Νοέμβριος 2009)
Γράφει η ofisofi // atexnos

Σε αυτό το δεύτερο  βιβλίο του ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος  έχει τον  υπότιτλο οι Άλλοι Πόλεμοι.  Ποιοι είναι αυτοί και πότε αρχίζουν;
Είναι οι πόλεμοι οι εσωτερικοί που αρχίζουν όταν πρέπει τα πράγματα να ονομασθούν και κυρίως όταν η πορεία πάνω στον κύκλο πρέπει να συνεχιστεί μέχρι την αρχή του άλλου με μόνη έγνοια την απελευθέρωση από τα δεσμά της άγνοιας, το ξεμπέρδεμα.

«Όσο με αφορά, μπορώ να σημειώσω πως από μια στιγμή που την προσδιορίζω με ακρίβεια στα 1956, όταν πήγα να μείνω στη Μόσχα, σε ό,τι έβγαλα με το χέρι μου προς τα έξω πρέπει πάνω του να διαβάζονται, έστω σαν σήματα αναζήτησης, τα ίχνη αυτής της συναίσθησης και της ταπεινής μου προσπάθειας. Δεν ξέρω να υπάρχουν θέματα στα βιβλία μου, να υπάρχουν μορφές, που δεν υπαγορεύτηκαν από αυτό το αίσθημα. Από το ΄56, μπορώ να πω, ήξερα ότι τα βιβλία μου είναι η προσπάθειά μου να ξεπεράσω την άγνοιά μου και να προσφέρω ένα πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα. Είναι κάποια πράγματα γνωστά, ίσως ακόμα και αυτονόητα. Όμως οι περιστάσεις το φέρνουν και πρέπει να προσπαθήσεις, όσο είναι στις δυνάμεις σου, να τα βγάλεις από τα μπερδέματα όπου έπεσαν, μπερδέματα κατά πρώτο λόγο δικά σου. Τίποτα το καινούργιο δεν ανακαλύπτεις, αυτό το ξέρεις. Χαράζεις όμως μια καινούργια γραμμή, που είναι δική σου, καινουργιώνοντας εικόνες που τις βλέπεις να σβήνουν, παίρνοντας από πάνω τους τις κάπνες κι αποθέτοντας προσεχτικά κάποια απαραίτητα χρώματα.»

Αυτή την εποχή, το 1956, που πηγαίνει στη Μόσχα συντελούνται μεγάλες αλλαγές καθώς γινόταν μια στροφή σε πνευματικά  και καλλιτεχνικά επιτεύγματα του παρελθόντος και η παλιά Ρωσία γινόταν το μέρος όπου έστρεφαν όλοι τα βλέμματά τους και τις προσδοκίες τους, θρήσκοι και άθρησκοι, ο καθένας από τη δική του οπτική γωνία.
Για τον Αλεξανδρόπουλο ήταν η εποχή της συνάντησής του με το Μάξιμο το Γραικό. Ο καλόγερος αυτός «συνήργησε δραστήρια στη δική μου σκέψη και στην ψυχική βίωση της μεγάλης στροφής που έπαιρναν όλα σχεδόν που ζούσαμε και σκεφτόμαστε».

Υπήρξε μια αλληλεπίδραση στη σχέση τους που δημιουργήθηκε όταν ο συγγραφέας βρέθηκε μπροστά στον τάφο του Μάξιμου και ειδικά μπροστά σε μια εικόνα του 17ου αιώνα . Ήταν τόσο μεγάλο το ενδιαφέρον να μάθει γι΄αυτόν τον καλόγερο που σταδιακά οδηγήθηκε σε μια εξαντλητική έρευνα, η οποία με τη σειρά της τον προκαλούσε και τον προβλημάτιζε. Τότε του γεννήθηκε η ιδέα να γράψει ένα μυθιστόρημα για τη φυσιογνωμία, την ηθική στάση του Μάξιμου χωρίς να είναι ιστορική και φιλολογική μελέτη αλλά κάτι νέο. Η ιδέα του μυθιστορήματος ενισχύθηκε από τους προβληματισμούς που του δημιούργησαν οι αποκαλύψεις του Χρουσώφ και οι επιζήσαντες των στρατοπέδων που τους έβλεπε να τριγυρνούν στους δρόμους της Μόσχας δημιουργώντας του  τύψεις, διλήμματα   και  πολιτικές σκέψεις  αδιανόητες στο παρελθόν.
graikos

Με το μυθιστόρημά του Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού ήθελε κυρίως να μιλήσει για τους ανθρώπους εκείνους  που πλήρωσαν με την ελευθερία τους και τη ζωή τους τον ανθρωπισμό τους, τα όνειρά τους και την τόλμη τους αλλά να το συνδέσει και με τα παθήματα και μαθήματα των αγώνων του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος.
Και ως συνέχεια όλων αυτών έρχεται η περιπέτεια των ιδεών. Όσοι βρίσκονται απέξω δεν μπορούν να έχουν έγκυρη γνώση για το τι γίνεται μέσα. Απλά φαντάζονται. Κάπως έτσι σχολιάζουν και τη δική τους περιπέτεια, τα μπερδέματα και τα σκλαβώματα χωρίς να γνωρίζουν.

Όμως «τα δικά μας σκλαβώματα δεν ήταν ότι κάποιος μάς σκλάβωσε. Όπου υπήρξε κι αυτό (προσωπολατρεία), υπήρξε όπως τα μικρά νοούνται μες στα μεγάλα. Επίσης δεν σκλαβωθήκαμε στις ιδέες, όπως λένε συνήθως. Το αντίθετο συνέβη: εμείς σκλαβώσαμε τις ιδέες και τις κάναμε αγνώριστες. Ο άνθρωπος σκλαβώνει τις ιδέες του από τη στιγμή που τις γνωρίζει. Το πολύ να πει κανείς ότι ξεκινά με μια ώθηση και εξάρτηση, αλλά γρήγορα η σχέση ανατρέπεται κι ο άνθρωπος παίρνει τη σωστή του θέση, βάζει τις ιδέες του από κάτω, τις καβαλά κι αρχίζει να τις πιλατεύει. Το πού σκλαβωθήκαμε εμείς με μια λέξη δε λέγεται, χρειάζονται τουλάχιστο δύο, Σκλαβιά κι Ελευθερία, στην ένωση και την αλληλεγγύη τους. Και στο τρομερό τους μπλέξιμο.»

Υπάρχουν όμως και κάποια γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν τα παιδιά όπως η τόλμη, η άγνοια, η κουτουράδα, η ανευθυνότητα , η αθωότητα και η βαρβαρότητα, που οδηγούν τους ανθρώπους σε πράξεις χωρίς όρια με τραγικά αποτελέσματα. Όσο κυριαρχεί η παιδικότητα στις πράξεις των ανθρώπων και αργεί η ενηλικίωση τόσο πιο νοσηρή και τελματώδης γίνεται η κατάσταση. Κάπου πρέπει να υπάρχει ένα όριο διότι η παιδικότητα αυτή εξανδραποδίζει τα πάντα.

Ανάμεσα σε αυτές τις διαπιστώσεις έρχονται και οι σκέψεις για ανθρώπους απλούς  και ανεπιτήδευτους με ψυχή και εσωτερικό κόσμο . Και για κάποιους άλλους που αν και αποδείχτηκαν συνεπείς κομμουνιστές και θυσιάστηκαν, δεν απαλλάχτηκαν από την αρνητική συμπεριφορά τους και τον κακό τους χαρακτήρα.

Μέσω αυτών λειτουργεί η μνήμη και οι αναμνήσεις του και με μια όμορφη αναλογία παρουσιάζει τα παλιά γεγονότα σαν ένα δένδρο στα κλαδιά του οποίου σκαρφάλωσαν μεταγενέστερα γεγονότα και εμπειρίες. Προσπαθεί να ξανακατεβάσει λοιπόν από το δένδρο όσα έχουν χαραχτεί μέσα του και μπορεί πιο εύκολα να τα διακρίνει από δεκάδες άλλα.

Σαν δέντρα με ζωντανή φυλλωσιά ξεχωρίζουν όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που τον συντρόφευσαν και τους συντρόφευσε: ο Αντωνάκης ο Βογιάζος «αγνή, άδολη ψυχή, ταλέντο τρυφερό και οξύ», η Έλλη Αλεξίου «βασιλική δρυς», η Φούλα Χατζιδάκη «μ’ όλους τους κλώνους ν’ ανεμίζουν από ανέμους που φυσούσαν έξω, φυσούσαν και μέσα», ο Απόστολος Σπήλιος «πανύψηλος, με τα κλωνάρια του να περπατούν περίεργα στους τοίχους», ο Γιώργος Σεβαστίκογλου «πελώρια, βροντηχτή, ασημένια ελιά, σειστός και λυγιστός μ’ όλα του τα φύλλα φορτωμένα σκέψεις για δημιουργία και, μαζί, τις πλέον καθημερινές φροντίδες του ανελέητου βιοπορισμού που διόλου δεν τον λύγιζαν.»

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος με τη Σόνια Ιλίνσκαγια και Έλλη Αλεξίου στη Νέα Μάκρη το 1981(πηγή: περιοδικό Διαβάζω τεύχος 501, Νοέμβριος 2009
Οι άνθρωποι αυτοί και αρκετοί άλλοι  τον βοήθησαν με τον τρόπο τους, την προσωπικότητά τους, τη στάση τους , τον αγώνα τους «αρκετά σκληρό κάποτε, ποικιλότροπα σκληρό» να κρατήσει μερικά πράγματα που ήταν τα πάντα και πολύ εύκολα μπορούσαν να χαθούν. Μέσα τους κρατούσαν μια φλόγα , ένα κερί. Αυτό προσπάθησε να κρατήσει αναμμένο διότι χωρίς αυτή τη φλόγα «χωρίς το κερί η πιο λαμπρή ιδέα, η πιο μεγάλη Αντίσταση γίνεται κι αυτή  Στάση, που μπορεί και να σκλαβώνει με τρόπο ανεπανόρθωτο.» Το κερί φωτίζει το δρόμο και τη σκέψη του.
Ο Αλεξανδρόπουλος  μάλλον έβλεπε ότι προκαλούσε αντιδικίες σχετικά με το θέμα της Σοβιετικής Ένωσης. Δηλώνει λοιπόν ότι πρόθεσή του υπήρξε όχι η αντιδικία αλλά η καταγραφή περιστατικών που πέρασαν από δίπλα του και η επιθυμία του να τα συνοδεύσει με λίγες σκέψεις.
Οι σκέψεις του  και οι εκτιμήσεις του έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι βάζει το δάκτυλο πάνω στην πληγή και όσο κι αν πονάει την ψηλαφεί με νηφαλιότητα και ψυχραιμία διατηρώντας συγχρόνως χαμηλούς τόνους, όπως όταν μιλάει κάποιος για αγαπημένο του πρόσωπο που πέθανε από τα λάθη του αλλά αυτός εξακολουθεί να το νιώθει αγαπημένο και να σπαράζει για το χαμό του.
Η ομολογία του συγγραφέα που υπήρξε φίλος και φιλοξενούμενος της Σοβιετικής Ένωσης μαζί με πολλούς άλλους για χρόνια ολόκληρα είναι ότι και αυτοί οι ίδιοι έλεγαν ψέματα για το καθεστώς καθώς «Όλοι υπέπεσαν στα συντροφικά παροράματα και πλημμέλειες.»

Η Σοβιετική Ένωση είχε μεταβληθεί σε αυτοκρατορία και μέσα της δημιούργησε πολλές ανομοιογένειες  που την οδήγησαν στην καταστροφή.
Ένας πολύ σημαντικός παράγοντας υπήρξε ο συνδυασμός σοσιαλισμού και εξουσίας. Δυο έννοιες που δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Ο σοσιαλισμός στοχεύει στον περιορισμό της εξουσίας, στην αποκέντρωση και στην αυτοδιοίκηση. Αυτό ήταν το επιθυμητό από την εποχή της επανάστασης, αλλά δεν έγινε κατορθωτό. Δημιουργήθηκε ένα τεράστιο και ισχυρό κράτος που για να μπορέσει να εδραιωθεί χρησιμοποίησε τη Βία και το Ψέμα. Πάνω σε αυτή την πλευρά του συστήματος χτύπησαν οι αντίπαλοί του για να το ρίξουν και οι υπερασπιστές του για να το στηρίξουν.
Σε αυτήν την κατάσταση δεν  υπήρξε αντίδοτο.

«Αλλά οι άνθρωποι που διοίκησαν τη χώρα, δε σκέφτηκαν να δημιουργήσουν δικούς τους μηχανισμούς αυτοεκτόνωσης στην κοινωνία τους, ώστε τα φαρμάκια της να διοχετεύονται και να φεύγουν. Αποτελεσματικό σύστημα απορροής δεν κατάφεραν να φτιάξουν. Να μην βράζουν τα φαρμάκια μες στη ζωή τους και να την πικραίνουν όλη ως κάτω – οι άλλοι, οι πανούργοι καπιταλιστές και οι πολιτικοί τους, τι κάνουν, πώς τα καταφέρνουν να ζουν, να διαιωνίζονται; Η δύναμη ζωής του καπιταλισμού είναι καμία άλλη, είναι οι ωραίοι του σκοποί κι οι φιλικές διαθέσεις, η εντιμότητα του, τ’ αθώα όνειρά του, η ισότητα και η αδελφότητα των ανθρώπων, το μυστικό του είναι τίποτα παραπάνω από τον επιδέξιο αυτόματο εξαερισμό και μια κάλπικη τις περισσότερες φορές, αλλαγή και ανανέωση, που πάντως δε λείπει από τη ζωή της κοινωνίας;»

Η κατάσταση αυτή δεν ήταν πάντα έτσι. Την εποχή του Λένιν οι άνθρωποι δεν έλεγαν ψέματα γιατί πολεμούσαν, ζούσαν άλλες καταστάσεις. Αλλά και ο ίδιος ο Λένιν ήταν μία διαφορετική περίπτωση που δεν μπορεί να κριθεί με τα συνηθισμένα μέτρα.
Οι Σοβιετικοί, υστερότερα,  στα προβλήματα που δημιουργήθηκαν δεν έδωσαν υγιείς λύσεις ή δεν άφησαν να λειτουργήσουν όσες έδωσαν με αποτέλεσμα να αποδυναμώνουν το σοσιαλισμό καθώς τον στήριζαν στην δύναμη, τον καταναγκασμό και το ψέμα. Το πιο μεγάλο ψέμα όμως υπήρξε η επιβολή της ιδεολογίας ως θρησκείας, δημιουργώντας έτσι μια πλαστή συνείδηση.
Μέσα από αυτό το πρίσμα η μαρξιστική ιδεολογία, η ταυτισμένη με τη δημιουργική σκέψη, αγκυλώθηκε και συνδέθηκε με ανθρώπινους και επικίνδυνους εξτρεμισμούς.

  «Από το μαρξισμό κατάλαβαν τον εξτρεμισμό του μόνο, παίρνοντας ο καθένας ό,τι αναλογούσε στη φύση της δικής του ακρότητας… Ο μαρξισμός λειτούργησε περισσότερο σαν καψούλι σε εύφλεκτα  πρεσαρισμένα υλικά – ή δεν επήρε  διόλου φωτιά, δεν τον πήραν είδηση.»

Ο σοσιαλισμός βούλιαξε μέσα στη ζωή, μέσα στα όριά της «Μέσα σ’ αυτά – πάνω τους – τσακίστηκαν τα καράβια.»

Προκειμένου όμως ο αναγνώστης να καταλάβει τι ακριβώς συνέβη σε αυτή τη χώρα θα πρέπει να επιμείνει σε δύο λέξεις και να τις προσέξει ιδιαίτερα. Είναι οι λέξεις στασιμότητα και κραδασμοί γιατί «Είναι ο σκεπασμένος λάκος, μέσα στον οποίον έπεφταν – και πέφτουν – συνήθως οι ξένοι στις σκέψεις για τη Ρωσία. Ο κάθε ξένος, κατά κανόνα, απομονώνει ένα ζήτημα, ένα όνομα και μιλάει γι’ αυτό χωρίς καθόλου να υποψιάζεται ότι πατά σε κλαριά κι από κάτω είν’ ο λάκος.»

Ο συγγραφέας θέλει να επισημάνει την άγνοια για τη ρωσική πραγματικότητα από πολλούς οι οποίοι κατασκευάζουν δική τους πραγματικότητα στηριζόμενοι σε μύθους. Επίσης διαπιστώνει με πόση ευκολία οι σύγχρονοι προβαίνουν σε χαρακτηρισμούς και αφοριστικές σκέψεις για τη Σοβιετική Ένωση και κυρίως μετά τη διάλυσή της.

Με αφορμή λοιπόν τη δήλωση ενός δημοσιογράφου ότι μετά από εβδομήντα χρόνια Σοβιετικής Ένωσης δεν έμεινε τίποτε αλλά όλα διαλύθηκαν σαν καπνός ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος γράφει:

«Εμένα, από τα εβδομήντα χρόνια της σοβιετικής ιστορίας μου αναλογούν τα τριάντα τουλάχιστο – για να μην πω όλα τα τελευταία σαράντα σοβιετικά χρόνια. Είναι καταδικά μου. Όλα με την κάθε μέρα τους πέρασαν από μέσα μου όπως από το φίλτρο το νερό. Τις ψηλάφησα μία προς μία. Τις ξέρω σαν δικές μου μέρες. Και καμιά δεν χαρίζω του δημοσιογράφου. Τις κρατώ όλες. Όλες είναι δικές μου και μένουν μαζί μου. Είναι πραγματικές, τις σκέφτομαι , τις αναπολώ – τις τιμώ. Τις θυμάμαι και τις ξαναζώ, με διάφορες αφορμές. Και χωρίς αφορμές. Τις έχει μέσα η ψυχή μου. Πολλά  είναι κι αυτά που νοσταλγώ, οι άνθρωποι πριν απ’ όλα. Και κείνα που πήγαν να φτιάξουν και τα πλήρωσαν τόσο ακριβά και στο τέλος δεν έγιναν. Και βέβαια πιο πολύ απ’ όλα αναπολώ, νοσταλγώ, αυτό που εκεί είχα και τώρα εδώ δεν το έχω: τη νιότη μου. Όλα εκείνα που δέθηκαν μαζί της κι είναι αξεχώριστα από μένα.
Σκέφτομαι τους ανθρώπους, τα σημερινά τους βάσανα. Σκέφτομαι πως αν ήμουν κι εγώ εκεί τώρα, δεν θα είχα διόλου τον χρόνο να τα συλλογίζομαι όλα τούτα, γιατί κι ο ίδιος θα τα ζούσα, τα ίδια ακριβώς μ’ εκείνους. Δεν θα είχα διόλου την ευκολία να κρίνω και να συγκρίνω, μ’ ένα ζεμπίλι στο χέρι θα στεκόμουν στις ουρές, θα έτρεχα στα ιατρεία, στα φαρμακεία, που δεν έχουν φάρμακα, ούτε ασπιρίνες ούτε ιώδιο ούτε τίποτα. Όλοι αυτοί, που τους φωτογραφίζουν οι δημοσιογράφοι στους δρόμους  και μπροστά στ’ άδεια ράφια των μαγαζιών, ξέρω από πού έρχονται, τι σκάλες κατέβηκαν και θ’ανεβούν, πού πάνε, τι νιώθουν στους δρόμους. Με πιάνει αποδώ η ίδια κούραση, η ίδια απελπισία, η ίδια αγανάκτηση.»

Η ελπίδα δεν χάνεται όσο και αν ποδοπατείται και κάποια στιγμή θα έρθει ο σοσιαλισμός «ο άλλος, ο καλός- το θέλουμε, δεν το θέλουμε. Θα έρθει μόνος του όταν κανείς πια δε θα μπορεί, παρά μόνο εκείνος, να μοιράζει σε δισεκατομμύρια στόματα τους πέντε άρτους.»

Όμως όλη αυτή η διάλυση άρχισε να εκδηλώνεται και να γίνεται ολοφάνερη το αργότερο μέσα στη δεκαετία του ΄60, διότι πριν το 1991 είχαν πεθάνει πολλά, ιδέες, προσπάθειες, ελπίδες, αισιοδοξία. Τότε το 1960, εποχή εξαιρετικά κρίσιμη, οι άνθρωποι είχαν πιστέψει σε αλλαγές, αλλά στη συνέχεια όλα αποδείχτηκαν φρούδες ελπίδες  μιας και τότε δόθηκε και χάθηκε η τελευταία μάχη.

Όλα αυτά τα γεγονότα επηρέασαν με τον τρόπο τους και τη συγγραφική δουλειά του Αλεξανδρόπουλου. Προσπάθησε να διαμορφώσει μια αντίληψη, να δει τα πράγματα πέρα από το βίωμα και να χρησιμοποιήσει  διαφορετικές μορφές. Ο ίδιος σημειώνει ότι κατά βάθος συνέχιζε να γράφει το ίδιο βιβλίο με κοινό το θέμα της Αντίστασης που επεκτεινόταν στο χαρακτήρα και στη συμπεριφορά του ανθρώπου που διαπλάθεται και αυτοδημιουργείται όσο αντιστέκεται στο περιβάλλον, διότι το μεγαλύτερο κακό συμβαίνει όταν ο άνθρωπος δέχεται πιέσεις, εξουθενώνεται αλλά δεν αντιστέκεται.

Η ατμόσφαιρα έγινε ακόμη πιο βαριά τα τελευταία χρόνια του Χρουσώφ και μετά. Σιγά σιγά όλα γίνονταν κατεστημένο και οι άνθρωποι απογοητεύονταν και απελπίζονταν. Τώρα δεν ήθελαν να αλλάξει η κατάσταση προς το καλύτερο, πάλευαν να ρίξουν το καθεστώς. Πάρα πολλοί δούλεψαν για να γίνει αυτό πραγματικότητα.

Ως προς την κριτική που ασκούσαν διάφοροι απέξω για τη Σοβιετική Ένωση ο Αλεξανδρόπουλος δηλώνει ότι διαφωνούσε και ότι δεν συμφωνούσε ούτε με την εξέλιξη των γεγονότων που οδήγησαν στην καταστροφή της. Η κατάσταση ήταν τραγική και μερικές φορές δινόταν η εντύπωση του αστείου με όσα συνέβαιναν στην ιεραρχία, με τα βραβεία και τα παράσημα και τους λόγους.

«Κι όμως, πρώτο, όταν κάποιος ρωτά, όταν αναρωτιέσαι κι ο ίδιος, γιατί λυπάσαι που όλη αυτή η υπόθεση οδηγήθηκε στη διάλυση, έρχεται εκείνο ακριβώς το ανθρώπινο κλίμα, οι ψυχικές σχέσεις των ανθρώπων, που δεν ήταν όλες για πέταμα, αλλά άξιες μιας καλύτερης τύχης, καλύτερης μεταχείρισης για την ακρίβεια. Καθόλου δεν λυπάμαι την αυτοκρατορία, αλλά μόνο αυτό που μόλις είπα. Δεν με αφήνει η σκέψη ότι εκεί πάνω, σ’ αυτή την χώρα, δε νικήθηκε ο σοσιαλισμός, αλλά ακόμα μια φορά ο άνθρωπος δεν μπόρεσε να κρατήσει κάποια πολύ σπουδαία πράγματα, που πέρασαν δίπλα του, κάποιες αληθινές ανθρώπινες κατακτήσεις, που βέβαια δεν εχάθηκαν δια μιας το 1990, αλλά σ’ όλο εκείνο το διάστημα των 70 χρόνων κάπου γεννιούνταν, κάπου άνθιζαν, κάπου άρχιζαν να στραπατσάρονται και να μαραίνονται, να οδηγούνται κι αυτές στη διάλυση, στο θάνατο.»

ussrΤο ζήτημα δεν είναι ότι διαλύθηκε η Σοβιετική Ένωση αλλά ότι μαζί της χάθηκαν ηθικές αρχές και αξίες πρωτόγνωρες όπως η συντροφικότητα, η οικογενειακότητα, η σπιτικότητα, που ένωναν τους ανθρώπους  ψυχικά, πρόσφεραν ζεστασιά και εξουδετέρωναν ό,τι τους χώριζε και τους πολεμούσε. Στη Σοβιετική Ένωση όλα όσα θεσμοθετήθηκαν είχαν ένα στόχο, την εξανθρώπιση του ανθρώπου με την απελευθέρωσή του από προλήψεις και δεσμεύσεις. Εκτιμώντας την πορεία του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση πολλοί είναι εκείνοι που σπεύδουν να δηλώσουν ότι επιβεβαιώθηκαν για την αρνητική κριτική τους και χειροκροτούν μανιασμένα την πτώση της. Η Σοβιετική Ένωση όμως και η πρακτική εφαρμογή εκεί του σοσιαλισμού πρόσφεραν στην ανθρωπότητα ανεκτίμητη και τεράστια πολιτική και ανθρώπινη πείρα. Αυτή με τη σειρά της επέδρασε θετικά σε όλο τον κόσμο και έφερε σημαντικές αλλαγές ακόμα και στις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες. Χωρίς την επίδραση του σοσιαλισμού θα ήταν αδύνατες. Αυτό καλό είναι να μην το ξεχνάει κανείς ακόμα και αν υπήρξε φανατικός πολέμιος  της Σοβιετικής Ένωσης και του σοσιαλιστικού συστήματος. Ίσα ίσα που όσα θετικά και όσα αρνητικά συνέβησαν στα 70 χρόνια της σοβιετικής ιστορίας θα πρέπει να μελετηθούν προσεκτικά για το τι πραγματικά είναι σοσιαλισμός και τι δεν είναι.

Και θα πρέπει να ξεκινήσει κανείς μελετώντας τα αρνητικά της σοβιετικής κοινωνίας διότι η ίδια δεν έμαθε να εκτιμά και να σέβεται ό,τι καλό έφτιαχνε. Και όπως δεν μεταχειριζόταν καλά τα αγαθά της το ίδιο έκανε και με τις ιδέες, τις οποίες σκότωνε.

alexb4Είναι γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι, καλοπροαίρετοι, καθαροί και αγνοί, κακοποιήθηκαν και κακομεταχειρίστηκαν.

 «Οι άνθρωποι, που πίστεψαν στον κομμουνισμό και τον αγκάλιασαν με την ψυχή τους, στην πραγματικότητα έφτασαν να γίνουν, όσοι δεν εξοντώθηκαν έτσι ή αλλιώς, το μαλακό υποχωρητικό υλικό, το μοιραίο ανθρώπινο εγκλιτικό, πάνω στο οποίο ανεμπόδιστα, αδιαμαρτύρητα κι ατιμώρητα άσκησαν τη σκληρότητά τους οι άλλοι, οι κακοί και πονηροί. Και πάντα ο σατραπισμός στον κόσμο ρίζωνε και φούντωνε πάνω στην εύπιστη κι εύκολη στην υποταγή ανθρώπινη ψυχή.»

Δυστυχώς αυτά επηρέασαν πολύ τους ανθρώπους , οι οποίοι ένιωθαν αδιάφοροι απέναντι στην ιδέα. Πιο πολύ όμως ευθύνη φέρουν εκείνοι που χρησιμοποίησαν την ιδέα προκειμένου να διαμορφώσουν το νέο άνθρωπο αλλά κατέληξαν να διαμορφώσουν τη μορφή του σοβιετικού ηγέτη, που αφού γνώρισε μέρες δόξας κατέληξε στην τέλεια αποξένωση.
Η ηγεσία υπήρξε επιρρεπής στη φθορά και έκανε ό,τι μπορούσε για να αναποδογυρίσει η κοινωνία καθώς δεν μπόρεσαν να ισορροπήσουν τη σχέση τους με τον σοσιαλισμό.

(συνεχίζεται)

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν. Β. Οι άλλοι πόλεμοι. Ο αδελφός μου ο Βάσια με λουλούδια, εκδόσεις Δελφίνι, Αθήνα 1994