Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

Ο πόλεμος των Μπόερς

Στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Κέηπ Τάουν
 Γράφει η ofisofi //atexnos

Στις 31 Μαΐου 1902 τελείωσε ο δεύτερος πόλεμος των Μπόερς. Ποιοι ήταν οι Μπόερς και ποιες σημαντικές αλλαγές προκάλεσε αυτός ο πόλεμος;
Στα μέσα του 17ου αι. Ολλανδοί Καλβινιστές αρχικά, αργότερα και άλλοι Ευρωπαίοι, διωκόμενοι από τις χώρες τους δημιούργησαν αποικίες στο νοτιότερο άκρο της Αφρικής, στο Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας. Στον αποικισμό εμπλέκεται η Ολλανδική Εταιρία των Ανατολικών Ινδιών καθώς η αποικία είχε στόχο την παραγωγή και τον εφοδιασμό της εταιρίας με φρέσκα προϊόντα.
Σιγά σιγά οι άποικοι αναζητούσαν νέες πηγές πρώτων υλών και εδάφη για καλλιέργειες  και προχωρούσαν στο εσωτερικό της χώρας σε μια προσπάθεια να απελευθερωθούν και από την  εξάρτηση της Ολλανδικής Εταιρίας.
Οι άποικοι, Ολλανδοί αγρότες κυρίως, σκληροτράχηλοι και με πνεύμα ανεξαρτησίας αλλά και φυλετικής ανωτερότητας ταυτίστηκαν με τη γη τους και ονομάτηκαν Afrikaans ή Boers, δηλαδή  αγρότες ή γελαδάρηδες.
Προς το τέλος των Ναπολεόντειων Πολέμων, το 1814,  η αποικία των Μπόερς περνάει  στον έλεγχο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, τη μεγαλύτερη δύναμη παγκοσμίως για τα επόμενα χρόνια. Οι σχέσεις των Μπόερς με τους Βρετανούς δεν υπήρξαν ποτέ αρμονικές και γι’ αυτό σταδιακά άρχισαν μετά το 1830  ακόμη περισσότεροι άποικοι να μεταναστεύουν στην ενδοχώρα.  Στο πέρασμα τους εκτόπισαν τις φυλές των ιθαγενών και δημιούργησαν μικρά ανεξάρτητα κράτη. Διαφωνίες όμως εκδηλώνονταν και ανάμεσα στους Μπόερς με αποτέλεσμα να διασπώνται και  οι νέες ομάδες να μεταναστεύουν και να δημιουργούν και άλλα νέα κράτη.
Το 1852 με την καθοδήγηση του στρατηγού Άντριους Πρετόριους ίδρυσαν δύο κράτη: τη Δημοκρατία της Νότιας Αφρικής (του Τρανσβαάλ) και το Ελεύθερο Κράτος της Οράγγης.
Τα προβλήματα με τους Βρετανούς έγιναν ακόμη πιο έντονα όταν στα εδάφη των Μπόερς ανακαλύφθηκαν κοιτάσματα χρυσού και διαμάντια. Βρετανοί μετανάστες άρχισαν να έρχονται σε αυτές τις περιοχές . Οι Βρετανοί κυρίαρχοι ήθελαν να εξασφαλίσουν πλήρη δικαιώματα για τους ομοεθνείς τους αλλά και για τις βρετανικές εταιρίες. Το αποτέλεσμα ήταν η πρόκληση πολέμου. Το 1899 ξεκινά ο πόλεμος των Μπόερς.
Τα πράγματα δεν ήταν εύκολα για τους Βρετανούς καθώς οι Μπόερς με αντάρτικο αγώνα προκάλεσαν μεγάλες απώλειες στον πανίσχυρο βρετανικό στρατό.

boers1

Ο πόλεμος κράτησε πολύ και άλλαξε την έννοια του πολέμου με τις πρακτικές που υιοθετήθηκαν. Οι Βρετανοί για πρώτη φορά σχεδίασαν έναν ολοκληρωτικό πόλεμο για να υποτάξουν τους Μπόερς. Αυτό σήμαινε ότι το αποτέλεσμα δεν θα κρινόταν στο πεδίο της μάχης αλλά στο κοινωνικό επίπεδο. Η πρώτη πράξη των Βρετανών ήταν να συγκεντρώσουν και να κλείσουν  τον άμαχο πληθυσμό και τις οικογένειες των Μπόερς σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Με αυτό τον τρόπο στερούσαν τους αντάρτες από τη βοήθεια και τον ανεφοδιασμό. Οι συνθήκες κράτησης σε συνδυασμό με τις αρρώστιες, την πείνα και τις στερήσεις οδήγησαν σε εξόντωση τον άμαχο πληθυσμό. Αναφέρεται ότι στα τρία χρόνια του πολέμου 28.000 άμαχοι, ανάμεσα τους πάρα πολλά παιδιά, έχασαν τη ζωή τους στα στρατόπεδα αυτά. Οι Βρετανοί επίσης επέβαλαν την εκμάθηση των Αγγλικών στα έγκλειστα παιδιά των Μπόερς, γεγονός  πολύ σημαντικό για το μέλλον της περιοχής αυτής.
Ένα άλλο νέο χαρακτηριστικό αυτού του πολέμου ήταν το γεγονός ότι  η Βρετανία μαζί με τους δικούς της λευκούς στρατιώτες έστειλε και 100.000 χιλιάδες Ινδούς σε βοηθητικές υπηρεσίες αλλά οπλισμένους. Με αυτό τον τρόπο ανατράπηκε ο κανόνας των αποικιοκρατών που δεν ήθελε να οπλίσει το χέρι των υποτελών τους, να τους εμφυσήσει την ιδέα ότι έχουν την ίδια πολεμική αξία με τους λευκούς και ότι μπορούν να σκοτώσουν λευκούς.
Τα πράγματα περιπλέχθηκαν ακόμη περισσότερο όταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης αυτοί οι έγχρωμοι στρατιώτες κλήθηκαν να φυλάξουν λευκές γυναίκες και λευκά παιδιά.
Επιπλέον για πρώτη φορά οι λευκοί πολεμούσαν μεταξύ τους σε χώρα μαύρων και οι ιθαγενείς έβλεπαν αυτούς που προβάλλονταν για ανώτερη φυλή να πολεμούν, να σκοτώνονται και να βασανίζονται. Η ιδέα της φυλετικής και πολιτισμικής ανωτερότητας των ευρωπαίων κλυδωνιζόταν.
Ο χρυσός και τα διαμάντια φάνηκαν ανώτερα από τις σχέσεις των λευκών ανθρώπων και ο πόλεμος αυτός ανέδειξε επιπλέον ηθικά προβλήματα στις πολεμικές πρακτικές. Η καπιταλιστική οικονομία είχε ανάγκη την βαρβαρότητα.
Η συνθήκη ειρήνης υπογράφτηκε σαν σήμερα το 1902 αλλά χωρίς να λύσει τα προβλήματα.
Οι Μπόερς  ενσωματώθηκαν σε διάφορα πολιτικά σχήματα και κράτη. Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο πολέμησαν στο πλευρό των Γερμανών και οι αντιλήψεις τους  για τη φυλετική ανωτερότητα των λευκών κληροδοτήθηκαν στο καθεστώς του απαρτχάιντ.
 
Πηγές:

  1. Μπόερς ( Wikipedia)
  2. Πόλεμοι των Μπόερς(Wikipedia )
  3. Γιώργος Μαργαρίτης, Πλημμυρίδα και Άμπωτη. Ο ευρωπαϊκός 20ος αι. Μέρος πρώτο. Από τον αποικισμό στη ναζιστική Ευρώπη ( 1873 – 1942) , Βιβλιόραμα 2014

31 Μάη 1941 : «Αθήνα! καρδιά της ανθρωπότητας!»

Επιμέλεια ofisofi // atexnos

…31 του Μάη 1941, η σβάστικα κυμάτιζε ολοκαίνουρια από δω κι ένα μήνα απάνω στην Ακρόπολη. Φρουροί τη φυλάγαν πανίσχυροι, πουλί πετάμενο δεν πέρναγε από δίπλα, αλλά εκείνη τη βραδιά, κοντά που σήμαιναν μεσάνυχτα, η σβάστικα εξαφανίστηκε απάνω απ’ την Ακρόπολη. Δυο έλληνες κομμουνιστές, Μανόλης Γλέζος και Απόστολος Σάντας, τρυπώσανε μέσα στ’ αρχαία μάρμαρα, και με τα νύχια και τα δόντια τους ξεσκίσανε το φασιστικό σύμβολο. Ήτανε τάχα αυτό το πανελλήνιο προσκλητήριο; Όχι, δεν ήτανε ακόμα.
Σε λίγες μέρες αρχινάν στάσεις δουλειάς και διαμαρτυρίες, οι ναυτεργάτες, οι γκαζιέρηδες, τα πολεμικά εργοστάσια, οι εργάτες Μαλτσινιώτη, στάση οι τροχιοδρομικοί, ελάττωση απόδοσης 50% οι υφαντουργοί. Έντονα μέτρα ασφάλειας παίρνει ο καταχτητής, περιορίζεται η κυκλοφορία, περίπολοι ένοπλοι βγαίνουν στους δρόμους, πρώτες συλλ΄ψεις πολιτών στον Πειραιά, Κοκκινιά και προάστια. Φτάνουν στους 700 οι κρατούμενοι στις φυλακές του Αβέρωφ. Ο παράνομος Ρίζος λέει πως απ’ την πείνα πέθαναν οι 1500 από τους τρελούς του Δαφνιού. Νοσοκομεία και σανατόρια κόψανε το φαΐ στους αρρώστους. Ο Γιώργης Σιάντος, ηγέτης των κομμουνιστών, δραπέτευσε από τις φυλακές της Κέρκυρας. Η κυβέρνηση Τσολάκογλου τον επικηρύχνει. Απ’ τη Φολέγανδρο δραπέτευσαν 120 κομμουνιστές. Απ’την Ανάφη και τη Γαύδο δραπέτευσαν κι άλλοι κομμουνιστές. Αυτοί είναι ο πυρήνας τους αυριανού  αγώνα μας της Εθνικής Αντίστασης. Στο Βύρωνα λαβαίνουν χώρα οι πρώτες φανερές αντιαξονικές εκδηλώσεις, ρίχνουνται τρικ στους δρόμους και μίλησε στον κόσμο ο πρώτος λαϊκός αγωνιστής. Οι παλαιοί πολιτικάντηδες κλειδαμπαρώνουνται κατατρομαγμένοι στα σπίτια τους, και συμβουλεύουν «προς  Θεού να καθίσουμε φρόνιμα». Η εφημερίδα Καθημερινή με άρθρα του Σπύρου Μελά, ακαδημαϊκού, σαλπίζει ως μόνη σωτηρία μας συνεργασία « ενεργητική», γιατί η παθητική δεν έφτανε, με τους πανίσχυρους καταχτητές…

Απόσπασμα από το βιβλίο Αθήνα 1941 – 1945. Χρονικό της Μέλπως Αξιώτη. Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Α. Καραβία» το 1945, με ξυλογραφίες της ομάδας « Χαράκτες της Εθνικής Αντίστασης»

Στον Πρόλογο αναφέρεται ότι:
« Αυτό το βιβλίο ανήκει σε κείνους που τό’ γραψαν με τη ζωή τους και το αίμα τους.
Στους γνωστούς και τους άγνωστους. Στους νεκρούς. Λαβωμένους. Κυνηγημένους. Φυλακισμένους. Ξεσπιτωμένους. Ξορισμένους . Τρελούς απ’ τα μαρτύρια. Πρησμένους απ’ τη στέρηση. Χήρες και ορφανά. Μαυροντυμένες  μάνες. Στους μαχητές κι αγωνιστές. Γυναίκες, άντρες και παιδιά. Στους ένοπλους και άοπλους. Στον πιο μικρό ως τον πιο μεγάλο.
Σ’ εκείνους που πολέμησαν όχι μόνο ενάντια στις φανερές ορδές του Άξονα. Αλλά κι ενάντια και ταυτόχρονα στις ύπουλες μορφές της παγκόσμιας Αντίδρασης , που χτυπά πάντα τους λαούς πισώπλατα.
Ένα κομμάτι απ’ την τιμή της αντιφασιστικής νίκης ανήκει στους αγώνες της αδούλωτης Αθήνας.
«Αθήνα! καρδιά της ανθρωπότητας!» σ’ ονόμασε  για την αντίστασή σου ο Ηλίας Έρενμπουργκ.

Μέλπω Αξιώτη, Χρονικά , Γ’ τόμος, Κέδρος 1980



Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

Κάποτε θα φύγουμε από δω όταν θα`μαστε όλοι κουρασμένοι...

Κάποτε θα φύγουμε από δω
Όταν θα`μαστε όλοι κουρασμένοι
Θα γυρίσω λίγο να σε δω
Και θα με κοιτάς ευτυχισμένη.

Κάποτε θα φύγουμε από δω
Κι όλα σου τα ''θέλω'' θα φωνάξεις
Δεν θα`ναι το κλάμα σου βουβό
Θα μπορείς ελεύθερη να κλάψεις.

Κάποτε,μα τώρα είμαστε εδώ
Ξένοι σ`έναν τόπο που αλλάζει
Ξέρω χίλιους τρόπους να σωθώ
Μα κανένας τους δεν μου ταιριάζει.

Κάποτε θα φύγουμε από δω
Και θα είσαι όμορφη στο δρόμο
Θα γελάς με ό,τι κι αν σου πω
Σύννεφα θα βγάλουμε στον ώμο.

Στίχοι: Οδυσσέας Ιωάννου
Μουσική: Μιλτιάδης Πασχαλίδης
ερμηνεία: Δημήτρης Μητροπάνος
Πρώτη εκτέλεση: Δημήτρης Μητροπάνος

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

Αρχαίος ελληνικός θεατρικός χώρος

Οι μελετητές του αρχαίου κόσμου, από τις αρχές ως το τέλος της Κλασικής εποχής , γνωρίζουν ή υποψιάζονται μιαν αλήθεια: ότι στην πρώτη του αυτή εξόρμηση "από το μύθο στο λόγο" ο ελληνικός πολιτισμός ουδέν μάτην ποιεί: δεν κάνει τίποτα χωρίς νόημα. Η διατύπωση είναι του Αριστοτέλη, που τη χρησιμοποιεί στα βιολογικά του έργα(...)
Αν έτσι οι παλαιοντολόγοι μπορούν, μελετώντας ένα σκελετό ή ένα κοχύλι, να αναπλάσουν τους οργανισμούς που τα διαμόρφωσαν και τα χρησιμοποιούσαν, γιατί να μην μπορούν και οι φιλόλογοι να διδαχτούν από την "αχιβάδα" του αρχαίου θεάτρου κάποια παραπέρα μυστικά της ζωντανής τέχνης που τη διαμόρφωσε και τη χρησιμοποιούσε;
Αρχή έγινε με το αγροτικό αλώνι στην πλαγιά, για να το πιάνει ο αέρας, ένα πλακοστρωμένο σιάδι, όπου μαζεύονταν, όπως καμιά φορά και τώρα, οι πανηγυριώτες, να τραγουδήσουν και να χορέψουν, να δουν και να τους δούνε. Από ένα τέτοιο "σιάδι" στην πλαγιά της Ακρόπολης φαίνεται να ξεκίνησε και το αθηναϊκό θέατρο του Διονύσου, που όμως προοριζόταν εξαρχής για τους "κύκλιους" λατρευτικούς χορούς του θεού. Στη συνέχεια η αρχιτεκτονική του διαμόρφωση θα ακολούθησε βήμα βήμα τη μετατροπή του διθυράμβου σε δράμα, τη σταδιακή καθιέρωση και οργάνωση των θεατρικών αγώνων και τις μετατροπές της Τραγωδίας(...)
Ας προσέξουμε πρώτα με πόση επιτυχία το θεατρικό οικοδόμημα υπηρετεί τις πρακτικές ανάγκες της παράστασης. Το ακροατήριο πρέπει να μπει, να βγει, να καθίσει , έτσι που όλοι να παρακολουθούν με άνεση την παράσταση - γι' αυτό οι είσοδοι, γι' αυτό οι κλίμακες, τα διαζώματα και τα εδώλια, ενώ η καλή ακουστική και η ελεύθερη θέαση εξασφαλίζονται εξαρχής από το αμφιθεατρικό σχήμα.
Αυτή καθαυτή η παράσταση έχει τις δικές της ξεχωριστές ανάγκες. Οι χορευτές χρειάζονται τόπο να χορέψουν, οι υποκριτές να υποκριθούν, και ένα μέρος αθέατο από το κοινό, να αλλάξουν ρούχα, να ξεκουραστούν, όταν δεν είναι η σειρά τους, και να φυλάξουν τα υλικά της παράστασης - γι' αυτό η στρογγυλή και πλακωστρωμένη ορχήστρα, γι' αυτό το κάπως υπερυψωμένο λογείον, γι' αυτό και το σκηνικό οικοδόμημα, η σκηνή με τις πολλαπλές χρήσεις. Στο εσωτερικό της φυλάγονταν οι ενδυμασίες και τα σκεύη, αλλάζαν κι αναπαύονταν οι ηθοποιοί, ενώ η ορατή της πρόσοψη με τη μία ή περισσότερες πόρτες διαμορφωνόταν σκηνογραφικά, για να παριστάνει πότε παλάτι, πότε ναό, σπίτι, σπηλιά ή ό,τι άλλο απαιτούσαν τα έργα. Τέλος, στη σκεπή του σκηνικού οικοδομήματος πρέπει να τοποθετήσουμε το θεολογείον, όπου εμφανίζονταν οι υποκριτές, όταν υποδύονταν θεούς.
Αυτό το θέατρο λειτουργούσε σωστά, στα μέρη και στο σύνολό του, όπως κάθε οργανισμός που έχει αναπτυχτεί αβίαστα, με τρόπο φυσικό(...) Ωστόσο, η ουσία του αρχιτεκτονικά οργανωμένου χώρου δε γίνεται να περιοριστεί στη χρηστική και μόνο τελειότητα(...)
Γυμνό το θεατρικό οικοδόμημα δεν μπορεί πια να μας διδάξει. Ας ανοίξουμε τις πόρτες να μπει λαός, να γεμίσει το κοίλον, ο χορός να χορεύει και να τραγουδά , οι υποκριτές να παίζουν. Βλέπουμε αμέσως το χώρο να μοιράζεται στα δύο : την περιοχή του μύθου, όπου ανήκουν η ορχήστρα, το λογείο και το ορατό μέρος της σκηνής με το θεολογείο, και την περιοχή της πραγματικότητας, το κοίλο. Όσοι κινούνται στην πρώτη περιοχή έχουν μυθική ταυτότητα και φέρουν αντίστοιχη σκευή` αντίθετα, το ακροατήριο παρίσταται με την πραγματική του υπόσταση και ενδυμασία.
Στη διαχωριστική γραμμή βρίσκεται η προεδρία, αυτή η πρώτη προνομιακή σειρά με τα ενεπίγραφα καθίσματα, όπου κάθονταν δικαιωματικά οι ιερείς, με πρώτο τον ιερέα του Διονύσου , οι άρχοντες, οι στρατηγοί, οι πρυτάνεις, και ορισμένα διακεκριμένα πρόσωπα, που η βουλή τούς είχε απονείμει με ψήφισμα της (εν θεάτρω) προεδρίαν, τιμητικά, για τις εξαιρετικές υπηρεσίες τους στην πόλη.
Πίσω από την προεδρίαν άρχιζαν οι αναβαθμοί, τα κοινά εδώλια για το μεγάλο πλήθος των ακροατών, που όμως και αυτοί ακολουθούσαν μιαν ιεραρχικά προκαθορισμένη τάξη: μπροστά το βουλευτικόν, ο χώρος για τους πεντακοσίους βουλευτές που εκπροσωπούσαν τις δέκα φυλές, πιο πίσω οι κερκίδες για τους αθηναίους πολίτες, χωριστά της κάθε φυλής , ένας ειδικός χώρος για τους εφήβους , το εφηβικόν - ενώ στις παρυφές και πίσω θα συνωστίζονταν μέτοικοι, ξένοι, γυναίκες με παιδιά και οι συνοδοί δούλοι.
 Παρόμοια ιεραρχική τάξη κυβερνά και το χώρο του μύθου. Η ορχήστρα κατέχεται από το χορό, ανώνυμα πρόσωπα ( γέροντες, οπλίτες, γυναίκες, θεραπαινίδες κτλ.), που εκδηλώνονται ομαδικά και αντιπροσωπεύουν , με κάποιους περιορισμούς, το λαό και την κοινή γνώμη. Τα σημαντικά και επώνυμα πρόσωπα του μύθου - βασιλιάδες, ήρωες , μάντεις κτλ.( και το βοηθητικό προσωπικό τους) - κινούνται κυρίως στο κάπως υπερυψωμένο προσκήνιον (λογείον), ενώ κατά κανόνα οι θεοί εμφανίζονται ακόμα ψηλότερα, στο θεολογείον(...)

Συνεχίζοντας τη θεώρηση του αρχαίου θεάτρου, ας δοκιμάσουμε να το εγγράψουμε ολόκληρο σε ένα σχήμα, φυσικά σφαιρικό, καθώς οι βασικές του γραμμές, τόσο σε οριζόντια όσο και σε κατακόρυφη τομή, είναι καμπύλες - όπως κυκλική ήταν και η αρχιτεκτονική του αφετηρία, το αλώνι της ορχήστρας. Η εγγραφή μας περιλαμβάνει τώρα δύο νέους χώρους: ένα μικρό μέρος μέρος της σφαίρας θα βρεθεί κάτω από την ορχήστρα, μέσα στο χώμα, και ένα άλλο μεγάλο θα καλύψει το θέατρο ως ουράνιος θόλος. Και οι δύο αυτές περιοχές έχουν στις παραστάσεις τη σημασία τους. Στο υπέδαφος κρύβεται ο Κάτω κόσμος, απ' όπου οι χαρώνιοι κλίμακες επιτρέπουν στους υποκριτές να αναδύονται και να καταδύονται ως είδωλα καμόντων, και ο ουράνιος θόλος αποτελεί την έδρα των θεών, είτε στην αφηρημένη τους σύλληψη  ως ουρανίων, είτε στη συγκεκριμένη τους υπόσταση ως ουρανίων σωμάτων. Από κει ψηλά εποπτεύουν τον κόσμο όλο - φυσικά και τις θεατρικές παραστάσεις , όπου μπορεί κανείς να σηκώσει τα μάτια και τα χέρια, να τους απευθύνει το λόγο έμμεσα(...) ή και άμεσα(...)
 Ύστερα από όλα αυτά δε μένει παρά ένα μόνο βήμα, για να διαπιστώσουμε ότι ο σφαιρικός θεατρικός χώρος, αυστηρά κατανεμημένος και οργανωμένος από το νόμο και τη φύση, ιεραρχικά και χρονικά κλιμακωμένος, αποτελεί ολοκληρωμένη τετραδιάστατη εικόνα του κόσμου, ένα θεατρικό κοσμοείδωλο. Τι πιο φυσικό, αν σκεφτούμε, ότι απώτατη λειτουργία της θεατρικής τέχνης είναι η μίμηση ζωής , οπότε και αυτονόητο σκηνικό είναι ο κόσμος στην καθολικότητα του.
Ο κόσμος του αρχαιοελληνικού θεάτρου έχει βέβαια αφετηρία την πόλη, πολιτικό και πολιτισμικό πυρήνα της κλασικής εποχής, αλλά η εμβέλεια του είναι απεριόριστη: στο ακροατήριο προβλέπονται όλες οι κατηγορίες των πολιτών, αλλά και οι μέτοικοι και οι ξένοι` και ο χώρος του μύθου δεν περιορίζεται στη συγκεκριμένη κάθε φορά πολιτεία, αλλά τοποθετείται πότε στη Λήμνο, πότε στη Θήβα, πότε στην Τρωάδα, πότε στα Σούσα, στην Αίγυπτο, στον Καύκασο, και όπου γης. Τα του δράματος πρόσωπα είναι συχνά "αλλοδαποί", ενώ η καθολικότητα του θεατρικού κόσμου επιβεβαιώνεται από την παρουσία των θεών, είτε με τη μυθική εκπροσώπησή τους από τους υποκριτές, είτε με την πραγματική υπόστασή τους, καθώς από το θόλο του ουρανού - οργανικό, όπως είδαμε κομμάτι του θεατρικού χώρου - παρακολουθούν κι αυτοί, αν όχι και συμμετέχουν στα δρώμενα.
 Οι διαπιστώσεις μας έχουν σημασία τόσο για το θεατή, όσο και για το περιεχόμενο της παράστασης αυτό καθαυτό. Ως δημότης, ως Έλληνας και ως άνθρωπος, ο θεατής - που ίσως γι' αυτό να μην είναι μόνο θεατής - έχει στην αγκαλιά του θεάτρου την αίσθηση  ότι μαζί με τους άλλους θεατές και συντελεστές  της παράστασης συμμετέχει σε ένα οργανωμένο σύνολο, σε μια κοσμική τάξη, όπου ο ίδιος , όπως και κάθε άλλος, έχει και κατέχει τη σωστή θέση, εκεί που η φύση και ο νόμος τον κατατάσσουν. Σε αυτόν τον κόσμο, τον κόσμο του, βλέπει να συμβαίνει κάτι εξαιρετικό, που είναι η υπόθεσις του δράματος.

Αυτό που θα προτείνουμε φαίνεται τολμηρό στη γενικότητά του, αλλά δεν παύει γι' αυτό να συνοψίζει υποψίες και διαπιστώσεις που έχουν πολλές φορές διατυπωθεί, αν όχι για την τραγωδία στο σύνολό της, τουλάχιστο για μεμονωμένα δράματα. Πιστεύουμε ότι τον πυρήνα κάθε τραγικής υπόθεσης αποτελεί μια διατάραξη της κοσμικής τάξης , και ότι τα τραγικά έργα παρακολουθούν, καθώς ξετυλίγονται , τις κανονιστικές δυνάμεις , πώς παρεμβαίνουν για να αποκαταστήσουν την τάξη(...)

Στην προσπάθειά μας να ερμηνέψουμε λειτουργικά τον αρχαιοελληνικό θεατρικό χώρο ασχοληθήκαμε ως τώρα σχεδόν αποκλειστικά με την τραγωδία` όμως η ερμηνεία μας θα είναι λειψή, αν από την ίδια οπτική γωνία δεν εξετάσουμε και την κωμωδία.(...)
Οι  παραστάσεις των κωμωδιών παρουσιάζονταν στο ίδιο θέατρο και μπροστά στο ίδιο κοινό, που όμως φυσικό είναι να το φανταστούμε πιο κινημένο, πιο άταχτο! Οι ραβδούχοι, που ήταν επιφορτισμένοι να επιβάλλουν την τάξη στο κοίλο, θα είχαν στις κωμικές παραστάσεις μεγάλη δυσκολία να κρατήσουν τους θεατές φρόνιμους και στη σωστή τους θέση. Δε συμβαίνει το ίδιο στο χώρο του μύθου , όπου ανενόχλητοι οι κωμωδογράφοι περιφρονούσαν συστηματικά τα όρια, ανακάτευαν και υποβίβαζαν τις νομικές και φυσικές κατηγορίες.
Οι περισσότερες κωμικές υποθέσεις είναι σύγχρονες, οπότε η γενεαλογική απόσταση ανάμεσα στο κοινό και τα πρόσωπα του έργου καταργείται. Στην ορχήστρα κυκλοφορούν, τραγουδούν και χορεύουν, αγρότες ή λαϊκοί δικαστές, καρβουνιάρηδες ή ιππείς, αλλά και Συννεφούλες, πουλιά, βάτραχοι και άλλα " έκτοπα " όντα. Στο λογείο τα κύρια πρόσωπα του έργου δεν είναι άρχοντες , βασιλιάδες, ήρωες, απόγονοι θεών, αλλά τυχάρπαστοι, καταφερτζήδες, αριβίστες, μικροαπατεώνες, δούλοι κτλ. - ή στην καλύτερη περίπτωση , ευκαιριακοί επαναστάτες και "ανατροπείς της καθεστηκυίας τάξεως"! Όσο για το θεολογείο: εκεί , όταν δεν κουρνιάζουν πουλιά, όταν δεν κάνουν απεργιακή κατάληψη οι γυναίκες, τότε ανεβαίνει καβάλα στο σκαθάρι του ο Τρυγαίος , να επισκεφθεί τον ουρανό, όπου ο Ερμής συμπεριφέρεται το ίδιο κατεργάρικα με οποιονδήποτε επίγειο πορτιέρη ή 
" θεράποντα ". Οι ίδιοι οι θεοί κυκλοφορούν στα επίπεδα του λογείου και της ορχήστρας, όπου και διασύρονται(...)
Εύκολα διαπιστώνουμε ότι αυτή η αναστάτωση είναι σύμμετρη με τις υποθέσεςι των κωμωδιών, που τις περισσότερες φορές είναι ήδη στη σύλληψή τους ανατρεπτικές(...)
" Ο κόσμος ανάποδα", συνηθισμένος όρος στην ερμηνεία της κωμωδίας , μας βοηθά τώρα να προσέξουμε ένα ακόμα βασικό χαρακτηριστικό της.
Τον ανάποδο κόσμο δεν τον χαρακτηρίζουν μόνο η αναστροφή και η σύγχυση, αλλά και η έλλειψη κάθε κανονιστικής παρέμβασης. Δεν υπάρχουν "ραβδούχοι" στο μυθικό κόσμο της κωμωδίας. Οι φυσικοί, οι θεϊκοί και οι ανθρώπινοι νόμοι καταργούνται ή αναστρέφονται  ανυπεράσπιστοι. Οι κανονιστικές δυνάμεις , οι επίγειες όσο και οι θεϊκές , απουσιάζουν , αδρανούν , ή και κατατροπώνονται , όταν επιχειρούν να αντιδράσουν(...) Ο θρίαμβος της ατιμώρητης ύβρης μπορεί και πρέπει να θεωρηθεί κεντρικό χαρακτηριστικό της κωμωδίας.
Στην κωμική της μορφή η θεατρική τέχνη δεν μπορεί πια να θεωρηθεί απλή μίμηση, αλλά παρωδία, γελοιογραφία, λυτρωτική παραμόρφωση της πραγματικότητας. Έτσι, αν σκεφτούμε ότι κάθε παρωδία, γελοιγραφία και παραμόρφωση προϋποθέτουν ένα στέριο και γνωστό σε όλους πρότυπο , τότε από μιαν άποψη η "αταξία" της κωμωδίας επιβεβαιώνει την κοσμική τάξη , που τόσο τονίζεται στην τραγωδία, και που εικόνα της, διαπιστώσαμε, αποτελεί ολόκληρος ο οργανωμένος θεατρικός χώρος.
  (αποσπάσματα)                                                                   Φάνης Ι.Κακριδής

Το κείμενο ολόκληρο, σελ.63 - 75,  βρίσκεται στο περιοδικό του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Φηγός, τόμος τιμητικός για τον καθηγητή Σωτήρη Δάκαρη, Ιωάννινα 1994.


 


 

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Επίγραμμα για τον Λαμπράκη

Επιμέλεια ofisofi //atexnos
 
Στις 27 Μαΐου 1963, μετά τη δολοφονική επίθεση παρακρατικών, έχασε τη ζωή του ο αγωνιστής της Δημοκρατίας και της Ειρήνης Γρηγόρης Λαμπράκης. Ο Γιάννης Ρίτσος την ίδια ημέρα γράφει το Επίγραμμα για τον Λαμπράκη , το οποίο δημοσιεύεται στις 28 Μαΐου 1963  από την εφημερίδα «Η Αυγή».  Βρίσκεται στον τόμο με τα « Συντροφικά Τραγούδια»  που εξέδωσε για πρώτη φορά η Σύγχρονη Εποχή τον Ιούλιο του 1981.

Έπεσε ο μέγας δρυς στο ματωμένο χώμα`
πουλιά και φύλλα στάθηκαν στον ουρανό`
βουβή η Ελλάδα τον κρατεί στα δυό της γόνα
πανίσχυρο, γιγάντιο ξίφος φωτεινό.
Κι ενώ η οργή απ’ τους πόρους της αίματα ιδρώνει,
τινάζεται όλη ανάμεσα στον άγιο λαό,
κι ολόρθη, τον υψώνει, μεσιανό καδρόνι,
ψηλά, στον θόλο, στης Ειρήνης το ναό.
                                                                       ΑΘΗΝΑ, 27. V. 1963          

Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Τραγούδι για τη χαρά


( Στην αρχή στρωτά. Πιο κάτω λαχανιασμένα και κάπως θαμπωμένα)

Εύκολα η θλίψη μπαίνει στο τραγούδι
έτσι όπως μπαίνει στην καρδιά`
εύκολα η θλίψη τραγουδιέται
με τα μακριά, λυτά μαλλιά.
Έτσι το λιόγερμα στο τζάμι να σπιθίσει,
έτσι ένα φύλλο το κλωνάρι του ν' αφήσει,
πέφτει ένα πρόσωπο βουβό μες στο νερό,
πρόσωπο ωχρό
μέσα στων ίσκιων το χορό.

Κάτω απ' τα δέντρα, μια καρέκλα αν μείνει μόνη,
η θλίψη αμέσως τη σιμώνει,
κάθεται εκεί και συλλογιέται σιωπηλή
ένα μαντήλι που έπεσε στο δρόμο
ένα χωράφι με τ' αγκάθια
όπου σαλεύει ένα χαρτί.
Αχ, αχ, ωραία που ηχεί ένα αχ!
Μα πώς θα πούμε τη χαρά 
με τα φαρδιά, γερά φτερά;

Πέντε κορίτσια ανέβηκαν στη μάντρα
σηκώσαν τα φουστάνια τους ψηλά,
πέντε κορίτσια,
σηκώσανε στα χέρια τους τη θάλασσα,
κόψαν όλα τα μύγδαλα
και μας πετροβολήσανε,
καρφώσαν τ' άστρα στα μαλλιά τους και γελάσανε,
πήδηξαν μες στον καπνοδόχο κ' έφυγαν
κ' έμειναν στον αέρα τα φουστάνια τους.

Η μάνα τους, τις γύρευες το σούρουπο,
τις γύρευε τη νύχτα, ως τα μεσάνυχτα.
Απ' το κακό της τράβηξε τα σκουλαρίκια της,
μάτωσε κ' έσκισε τ' αυτιά της κ' έσκουξε.
Και κείνες τρώγαν στο τραπέζι λάμποντας,
τρώγαν ψωμί και μαύρη ελιά και κόκκινα τριαντάφυλλα,
πίναν χρυσό νερό και μας κορόιδευαν
κι ανάβαν γαλανά τα χέρια τους με τα πηρούνια τους
ακούγοντας έξω στη νύχτα τ' άλογα που κάλπαζαν.

Αχ, αχ, χαρά - χρυσά νερά,
αχ κ' η χαρά φωνάζει το αχ,-
χρυσά νερά τα χέρια τους,
άσπρα νερά τα μέτωπά τους-
τη μάνα τους την πήρε το ποτάμι,
μας πήρε ο γαλαξίας στο ρέμα του-
άσπρα νερά, χρυσά νερά, γλαυκά νερά
και τα φουστάνια τους σταθήκανε σαν άσπρα σύννεφα
πάνω απ' της νύχτας τα νερά.

Γυμνά τα πόδια τους γυμνά,
γυμνά τα στήθια τους γυμνά,
γυμνή η κοιλιά-
χαρά, χαρά, χρυσά νερά,
σκιερά νερά, κ' ένα γαλάζιο τρίγωνο
καταμεσίς στην ερημιά.
Κάναμε το σταυρό μας και σταθήκαμε -
αχ, δύσκολα, βαθιά, μαύρα νερά,
- φόβος και πόνος η χαρά.
                                   Γιάννης Ρίτσος  

Το τραγούδι αυτό είναι το τρίτο του ευρύτερου ποιήματος Πλανόδιοι Μουσικοί, που αποτελείται από δέκα τραγούδια και εντάσσεται στη συλλογή με τον τίτλο Γενική δοκιμή(1956 - 1959). Ο ποιητής μάς παρουσιάζει στο εισαγωγικό σημείωμα τους μουσικούς:
" Ένα μικρό μπουλούκι οργανοπαίκτες και τραγουδιστάδες έφτασαν ένα βράδι στη μικρή πολιτεία μας, άγνωστο από πού, σκονισμένοι, κατακουρελιασμένοι, παράξενοι. Κάτι σαν περιπλανώμενοι ατσίγγανοι. Δεν είχαν μαζί τους μήτε γυναίκες, μήτε παιδιά, μήτε άλογα, μύλους και τέντες. Μονάχα τα όργανά τους. Είμασταν κουρασμένοι από τη δουλειά της μέρας. Δεν είχαμε κέφι να τους ακούσουμε. Τουε φιλέψαμε πρόχειρα στο προαύλιο του κλειστού, εκείνη την ώρα, εργοστασίου κ' ύστερα τους παρακαλέσαμε κάτι να μας πουν, - δε θέλαμε να νομίσουν πως τους πήραμε για διακοναραίους και πως τους δώσαμε ελεημοσύνη. Εκείνοι τότε μάς είπαν τούτα τα τραγούδια που τους τίτλους τούς απάγγελνε πρώτα, με κάποια επισημότητα σχεδόν, ο πιο μικρός - ένας μελαχροινός ξυπόλυτος με άγρια μαλλιά και πολύ μεγάλα, κατάμαυρα μάτια"


Οι Πλανόδιοι Μουσικοί συντέθηκαν από τον ποιητή στα Πλατανάκια της Σάμου τον Αύγουστο του 1959 και γράφει στον επίλογο :

" Μάζεψαν τα όργανά τους κ' έφυγαν πάλι μες στη νύχτα. Θάταν περασμένα μεσάνυχτα. Εμείς, μπήκαμε στα σπίτια μας και κοιμηθήκαμε - έναν ύπνο ανήσυχο , όλο παράξενα όνειρα, σα να ζούσαμε τάχα τα τραγούδια τους. Την άλλη μέρα δε θυμόμαστε πια αν, όντως, είχαν έρθει ατσίγγανοι ή τους είδαμε μόνο στον ύπνο μας. Δεν είχαμε καιρό να ξεδιαλύνουμε, γιατί στο μεταξύ, είχε κηρυχτεί πανεργατική απεργία. Κάποιος, μονάχα, της παρέας είπε: " Τι νάγιναν κείνα τα συντρόφια;" Και μεις καταλάβαμε πως εννοούσε ακριβώς αυτούς. Ώστε λοιπόν δεν είταν όνειρο."

Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα (1930 - 1960) , Γ' τόμος, Κέδρος , Αθήνα 1977, 8η έκδοση



Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

Έλλη Αλεξίου …μια βασιλική δρυς

Eπιμέλεια ofisofi //atexnos


Η Έλλη Αλεξίου  γεννήθηκε στις 22 Μαΐου του 1894 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Η ζωή της συνδέθηκε με την εκπαίδευση , την παιδεία, τη λογοτεχνία  και τους αγώνες . Διώχθηκε για τις ιδέες της και την σταθερή προσήλωσή της στις σοσιαλιστικές ιδέες μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ.
Δεν  ήταν  εκπαιδευτικός, ήταν ΔΑΣΚΑΛΑ. 
Η Έλλη Αλεξίου  έγραψε ένα χρονικό της εκπαίδευσης  με τον τιμητικό για τους εκπαιδευτικούς  τίτλο « Βασιλική Δρυς».

« …Αναμετρώντας τώρα την αλυσίδα των προσπαθειών , αγκαλιάζοντας με το μάτι το τεράστιο πεδίο της μάχης τους το στρωμένο με τα κορμιά τους, το ποτισμένο με το αίμα τους, το γεμάτο πληγές και βογγητά…λέω πως η « Βασιλική Δρυς», η « σιδερόκορμη» και « ουρανόφταστη» και « στην καρδιά της γης ριζοδεμένη», που τη λέει και ο Δροσίνης, δε θα προσβληθεί που δώσαμε τ’ όνομά της στους εκπαιδευτικούς…Αν αυτή γνώριζε τις θύελλες και τις καταιγίδες των δασκάλων , αν είχε δεχτεί στο κεφάλι της τ’ αστροπελέκια που δέχτηκαν και δέχουνται αυτοί, δε θα τα’ βγαζε πέρα τόσο παλιακρίσια, όπως εκείνοι»
 
Το βιβλίο αυτό άρχισε να το γράφει στο Βουκουρέστι  το 1961 με στόχο να διασώσει « πολύτιμα περιστατικά, σχετικά με την ελληνική εκπαίδευση και τη δράση των εκπαιδευτικών» . Κυρίως ήθελε να γράψει την ιστορία και την δράση των εκπαιδευτικών στο προοδευτικό κίνημα.
Το Μάη του 1948 ιδρύεται από την ΚΕ του ΚΚΕ  η Επιτροπή Βοήθειας στο παιδί (ΕΒΟΠ)  με πρόεδρο τον Πέτρο Κόκκαλη . Μέσα στη δίνη του εμφυλίου πολέμου η  Επιτροπή αυτή ανέλαβε την ευθύνη για τη μεταφορά , εγκατάσταση και οργάνωση της ζωής των παιδιών στις Λαϊκές Δημοκρατίες . Ανάμεσα στα μέλη της επιτροπής σημαντική θέση κατείχε η Έλλη Αλεξίου, η οποία με στερημένη την ελληνική ιθαγένεια αυτοεξορίζεται στη Ρουμανία και συμμετείχε  ενεργά στην εκπαίδευση των παιδιών και στην επιμόρφωση των δασκάλων τους.
Το ιστορικό αυτών των προσπαθειών το διασώζει η Έλλη Αλεξίου στη Βασιλική Δρυ.

 « …Τον καιρό του εμφυλίου πολέμου 1946 – 1949, κι αργότερα, που τα κυνηγητά των ανθρώπων της Αντίστασης γενικεύτηκαν και γίνηκαν τακτική της δοσίλογης δεξιάς, τότε, μαζί με τον άλλο κόσμο, πέρασαν τα σύνορα μεγάλος αριθμός εκπαιδευτικών. Τότε ακόμη στην αρχή κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί πόσο η παρουσία τους θα αποδειχνότανε απαραίτητη και πολύτιμη. Κοντά με τους μεγάλους , πέρασαν τα σύνορα χιλιάδες και χιλιάδες παιδιά. Τα χωριά των συνόρων είχαν καεί. Ρημαχτεί. Όλη η βόρεια Ελλάδα άδειασε, ερημώθηκε. Έφευγε ο κόσμος πατείς με πατώ σε. Έφευγαν και τα παιδιά` έφευγαν και οι γέροι. Αυτό το ομαδικό φευγιό, οι διάφορες κυβερνήσεις το ονόμασαν « παιδομάζωμα»… Κι εγώ έλεγα, γιατί το ονόμασαν «παιδομάζωμα»  και δεν το ονόμασαν «γεροντομάζωμα»; Οι γέροι ήταν το μεγάλο δράμα. Τι να τους κάμεις…Αυτοί περνούσαν τα σύνορα, για να γλιτώσουν βέβαια το θανατικό, όπως και όλοι οι άλλοι, μα φτάνοντας στις γειτονικές χώρες δεν μπορούσαν σε τίποτε να βοηθήσουν. Δίνανε μόνο βάρος. Να τους ντύσεις, να τους ταΐσεις, να τους περιθάλψεις….Μα για τους γέρους λόγο δεν κάνουν. Αναφέρουν μόνο τα παιδιά, για να δώσουν στο φευγιό των παιδιών αντεθνικό περιεχόμενο. Πως τα παίρνανε τάχαμου οι αντάρτες , για να τα «κάμουν Σλαύους»…άλλη έγνοια δεν είχαν…Οι αντάρτες  δεν είχαν μια φέτα ψωμί κι ένα ρούχο να ρίξουν επάνω τους, και τα παιδιά θα παίρνανε…κι αυτοί πήγαιναν τότε στην αρχή στο άγνωστο κι ούτε μπορούσαν να προβλέψουν τα επακόλουθα.
Τα παιδιά που είχαν σχολική ηλικία ξεπερνούσαν τις 30000. Μα ήσαν και παιδιά μεγάλα, δεκαπέντε και δεκαέξι και δεκαοχτώ χρονών, τελείως αγράμματα, που έπρεπε να αποκτήσουν τις απαραίτητες βάσεις, τα απαραίτητα προσόντα, που δίχως αυτά δεν τα δέχονταν ούτε για ανειδίκευτους εργάτες στα εργοστάσια. Ο νόμος στις Λαϊκές Δημοκρατίες απαιτεί για όλο τον πληθυσμό το χαρτί τουλάχιστο του Δημοτικού. Έπρεπε λοιπόν απαραιτήτως να μορφωθούν τα παιδιά κι έπρεπε απαραιτήτως να βρεθούνε δασκάλοι. Κι ήσαν , τόσο οι δασκάλοι όσο και τα παιδιά, αλλόκοτοι. Από τους πολύχρονους σκληρούς αγώνες είχαν σχεδόν αλλάξει όψη και υπόσταση. Εξαντλημένοι από τις κακουχίες, τραυματίες με σοβαρά κι απανωτά τραύματα, άντρες και γυναίκες, ή γέροι, στην ηλικία της σύνταξης…μα άφησαν κατά μέρος και τα τραύματα και τα γερατιά και στάθηκαν  δίπλα στα παιδιά. Που κι αυτά δεν ήσαν τα παιδιά που ξέραμε. Μεινεμένα αγράμματα, από τον καιρό του κατακτητή, είχαν γίνει βοσκάκια στους λόγγους. Άλλα είχαν χάσει τους γονιούς τους στον πόλεμο , άλλων παιδιών οι γονείς είχαν απομείνει στην πατρίδα, οι γονείς που ήσαν μαχητές, δεν μπορούσες να ξέρεις πού βρίσκονταν…με το τέλος του ένοπλου αγώνα, άλλοι τράβηξαν δώθε κι άλλοι κείθε. Τα παιδιά στην ολόπρωτη αρχή δεν είχαν μόνο ανάγκη εκπαίδευσης , μα γενικότερης περίθαλψης. Έτσι τα σκολειά της πρώτης περιόδου ήσαν καθαυτό πολυμελείς οικογένειες. Και οι εκπατρισμένοι εκπαιδευτικοί, αν και πάμπολλοι, πέφτανε λίγοι. Δεν επαρκούσαν ούτε για τον τόσο αριθμό των παιδιών, ούτε για τις τόσες ανάγκες. Η δουλιά μέσα σ’ αυτές τις πολυμελείς οικογένειες ήταν βαρειά και πολύπλευρη.
 Από βιβλία δεν υπήρχε απολύτως τίποτε. Ούτε και τα στοιχειώδη υλικά. Η εκπαίδευση των παιδιών οργανώθηκε από το μηδέν και επί άλλων εντελώς βάσεων. Ο εκπαιδευτικός μηχανισμός λειτούργησε πάνω σε καινούργιες αρχές. Μα αν ήταν να ανατυπώσουμε τα αναγνωστικά λόγου χάρη της Ελλάδας, το πράμα θα ήτανε εύκολο και απλό. Μα αυτό δεν μπορούσε να γίνει με κανέναν τρόπο. Δεν μπορούσαν να μεταφερθούν εδώ ούτε οι παπαδίστικοι τύποι, η θρησκευτική εκμετάλλευση  και οι ποικίλες δεισιδαιμονίες…ούτε η εσκεμμένη αποσιώπηση των λαϊκών αγώνων κατά των ανθρωποφάγων χιτλερικών, ούτε η προβολή του «αμερικάνικου ενδιαφέροντος» (…)
Και πού ήσαν οι ελληνικοί γεωργικοί χάρτες, πού οι γεωγραφίες, πού οι γραμματικές, τα εξωσχολικά βιβλία, το νηπιακό υλικό, τα παιδικά περιοδικά, οι παιδικές εκπομπές για τα ράδια, λείπανε τα υλικά της χειροτεχνίας για τόσο μεγάλο αριθμό παιδιών: καρτόνια, χρώματα, εταμίν, ψαλίδια, κόλλες, χάντρες…Και οι ίδιες οι χώρες που μας φιλοξενούσαν δεν είχαν ακόμη αποκτήσει επάρκεια για τις δικές τους ανάγκες. Του πολέμου οι πληγές δεν είχαν επουλωθεί(…)
Έπρεπε λοιπόν να συντάξουμε βιβλία από την αρχή. Αλλά μήπως και η εξεύρεση προοδευτικών κειμένων των καλών συγγραφέων μας ήταν εύκολο έργο; Οι προοδευτικοί μας συγγραφείς, και οι επιστήμονες και οι ιστορικοί αντιμετώπιζαν ανέκαθεν την μήνι του κράτους. Στη χώρα μας επιπλέουν και στον πνευματικό τομέα οι συντηρητικοί, οι αντιδραστικοί, οι κάθε φορά φίλοι των κρατούντων…αυτοί προβάλλονται, υποστηρίζονται, βραβεύονται, εκδίδονται…Τους προοδευτικούς συγγραφείς δεν θα τους βρεις ούτε στα κρατικά αναγνωστικά ούτε στα κρατικά «Νεοελληνικά Αναγνώσματα»…μα ούτε και στις εγκυκλοπαίδειες, τις ανθολογίες, ακόμη και στις Ιστορίες της λογοτεχνίας , ή δεν υπάρχουν καθόλου ή αναγράφονται με σύντομα σημειώματα(..)
Τι να πρωτοκάμεις κι από πού ν’ αρχίσεις…Όμως όλα γίνανε και γίνανε καλά, γιατί όλους μάς θέρμαινε η αγάπη. Σήμερα, 13 Ιούνη του 1962, εύκολο είναι να αραδιάσεις μπροστά σου τις εκδόσεις και να τις καταγράψεις(…)
Γιατί πολύς θόρυβος γίνηκε και κακοήθης συκοφαντικός σάλος σηκώθηκε γύρω από τον εκπατρισμό μας. Και κυρίως γύρω από τα εκπατρισμένα παιδιά. Αποβλέπαμε , λέει, στον εκσλαυϊσμό τους…Η αλήθεια είναι πως μοχθήσαμε υπεράνθρωπα για να τα κρατήσουμε πιστά στις παραδόσεις μας, στην ιστορία μας, στη γλώσσα. Και το καταφέραμε. Δυστυχώς το επίσημο κράτος δε φέρθηκε σαν κι εμάς. Αδιαφόρησε. Δεν επέτρεψε , κι μέχρι σήμερο, τον επαναπατρισμό τους, με αποτέλεσμα  να βρίσκουνται χιλιάδες ελληνικός πληθυσμός  για πάντα χαμένος για την πατρίδα (…)
Όπως φανερώνει ο όγκος των βιβλίων, για τη σύνταξη  τους, την επιμέλεια, τη θεώρηση εργάστηκαν εντατικά ένας αριθμός εκπαιδευτικών, που, ανάλαβαν το βαρύ αυτό έργο με ευσυνειδησία και αγάπη. Όλους τους θέρμαινε η συναίσθηση του χρέους, που είχαν απέναντι σ’ ένα μεγάλο αριθμό κατατρεγμένων και εκπατρισμένων ελληνόπουλων, να τα εφοδιάσουν με το απαραίτητο διδακτικό υλικό. Και εργάστηκαν για τα βιβλία αυτά και ανταποκρίθηκαν στο ακέραιο, μέσα στα πλαίσια της καθημερινής δουλιάς τους, χωρίς φυσικά ιδιαίτερη αμοιβή και εντελώς ανώνυμα(…)
Μορφώθηκαν οι χιλιάδες τα παιδιά κείνης της πρώτης εσοδείας. Οι φοβερές δυσκολίες του πρώτου καιρού ξεπεράστηκαν : Να’ ναι ένας μεγάλος αριθμός παιδιών με λογιών λογιών αρρώστιες…Η χειρότερη τα τραχώματα…Πολλά προφυματικά. Πολλά με ρευματισμούς και καρδιοπάθειες…Οι προσπάθειες στρέφονταν  προς πολλές κατευθύνσεις. Να μην ξέρουν την γλώσσα της χώρας και να πρέπει να φοιτήσουν σε ανώτερες σχολές…Να υπάρχουν νεολαίοι 14 και 16 και 18 χρονώ!  Να μην μπορούν να δουλέψουν μήτε στα εργοστάσια, γιατί δεν ήξεραν γράμματα…Ιδιαίτερα ολωσδιόλου μέτρα πάρθηκαν γι’ αυτούς τους μεγάλους. Για να μπορέσουν να πηδήξουν τις τάξεις…Σήμερο και το έργο της εκπαίδευσης τραβάει απρόσκοπτα το δρόμο του. Δυσκολίες δεν αντιμετωπίζει. Φτάνει να’ χουν όρεξη τα παιδιά, και στο χέρι τους είναι να γίνουν ό,τι θέλουν. Και γίνονται. Ούτε ξέρω πόσους έχομε βγάλει καθηγητές σε ινστιτούτα. Διευθυντές βιβλιοθηκών. Χημικούς, γεωπόνους, γιατρούς, μηχανικούς, ερευνητές σε επιστημονικά κέντρα(…)
Ανέβαινε η στάθμη των παιδιών, ανέβαινε και των δασκάλων. Έπαψαν να’ ναι τα δασκαλάκια των επαρχιών, να σου λένε τον Θεοτοκά Θεοτοκόπουλο, και τι είναι η Μυρτιώτισσα, κι αν ζει… Ξεσκόλισαν τα τελευταία παιδαγωγικά συστήματα. Τη λειτουργία των μαθητικών οργανώσεων. Τη γλώσσα της χώρας και πολλοί, κοντά σ’ αυτή τη γλώσσα, μάθανε και τα ρούσικα. Πήγανε στην όπερα και στο θέατρο. Στο μπαλέτο και στη συμφωνική…Τα παιδιά τους σήμερο καλλιεργούν στις ειδικές σχολές τα ταλέντα τους…Σου συζητούν και σου κρίνουν την ποιότητα των έργων του Σολόχωφ και του Κότσετοφ…Σου λένε με τον πιο φυσικό τρόπο…ναι, ανήκω στο λογοτεχνικό κύκλο…ή στον κύκλο της σύνταξης των αναγνωστικών…Όπως ζητά το πεινασμένο στομάχι το φαΐ, ζητά και το πεινασμένο μυαλό. Ταΐζεις το κορμί, θρέφεται και αποδίδει. Ταΐζεις και το μυαλό; Αποδίδει και κείνο(…)
Πέρασαν οι παραπάνω τα σύνορα, γιατί το μπόρεσαν. Τους βόλευε το γειτόνεμά τους με τις σοσιαλιστικές χώρες. Οι χιλιάδες που κλείστηκαν στην Πλαστηρική, στην Παπαγική, στην Καραμανλική παγάνα τράβηξαν, κι ακόμη τραβούν, τα πάθη του ήλιου και του λιναριού…Πείνασαν, εξορίστηκαν, φυλακίστηκαν, και το χειρότερο εξευτελίστηκαν…»

alexiou2 
Τα αποσπάσματα περιέχονται στο δεύτερο τόμο του βιβλίου της Έλλης Αλεξίου Βασιλική Δρυς, Το χρονικό της Εκπαίδευσης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1983

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

Της Αναλήψεως...



Η μάνα μου , την ημέρα της Αναλήψεως , μας έδινε την άδεια να κάνουμε το πρώτο μπάνιο στη θάλασσα. Τότε ζεσταίνονταν τα νερά, έλεγε. Πρωί – πρωί πήγαινε στη θάλασσα αμίλητη. Έπαιρνε νερό από τα σαράντα κύματα και έπιανε τη μαλλιαρή, μια πέτρα με  φύκια. Γύριζε στο σπίτι πάλι αμίλητη. Έβαζε το θαλασσινό νερό και τη μαλλιαρή στα εικονίσματα μέχρι την επόμενη χρονιά. Το καλοκαίρι άρχιζε!

Η θάλασσα ήταν πολύ κοντά. Παρέες – παρέες παιδιών, κατεβαίναμε με τα πόδια. Γέλια και χαρούμενες φωνές. Δεξιά και αριστερά του δρόμου  χωράφια. Αλλού ελιές, αλλού αμπέλια κατάφορτα σαββατιανό και αλλού φυστικιές με κρεμασμένα τα κλαδιά από το βάρος του μικρού τους καρπού. Πού και πού ξεχώριζες περιβόλια και μποστάνια γεμάτα ζαρζαβατικά. Μπροστά μας το παγοποιείο. Κάθε πρωί ο παγοπώλης πέταγε μια κολώνα πάγο σε κάθε αυλή, για το ψυγείο. Η μάνα μου αρωμάτιζε το νερό με δυο σταγόνες ούζο.

 Τα τζιτζίκια σκασμένα από τη ζέστη τραγουδούσαν εκκωφαντικά. Στις όχθες οι λυγαριές  λικνίζοντας τα κλαδιά τους μαρτυρούσαν το μυστικό της αγάπης

όποιος λυγαριά δεν πιάσει

την αγάπη του θα χάσει

και όποιος δεν τη μυριστεί

θα την αποχωριστεί!!!!!!

Λίγο πιο κάτω άσπρα βουνά με αλάτι. Εργάτες μέσα στον ήλιο και αλισάχνη στα αυλάκια, στις γούρνες , παντού.

Η θάλασσα , μεγάλη λαδένια πλάκα,  προβάλλει μπροστά μας. Ασημένια άμμος και καταγάλανο καθαρό νερό. Στραφταλισμοί στο πρωινό φως  και απαλοί κυματισμοί ρυτιδώνουν  ελαφρά την επιφάνειά της διαθλώμενοι σε χρυσαφιές λωρίδες στο βυθό.

Πετάμε τα καπέλα , τα μπλουζάκια και τις σαγιονάρες. Χοροπηδάμε πάνω στην καυτή άμμο που τσουρουφλίζει τα τρυφερά πέλματα μας και ορμάμε στο δροσερό νερό. Ο ένας πετάει νερό στον άλλο, παιγνίδια, βουτιές και απλωτές. Ποιος θα φτάσει μακρύτερα; 

Μάθαμε να κολυμπάμε τσαλαβουτώντας στο νερό . Ο ένας  μάθαινε τον άλλο να επιπλέει και να κολυμπάει.

- Κούνα τα χέρια σου, τα πόδια σου , άφησε το σώμα σου ελεύθερο! Πω πω πόσο γρήγορα μαθαίνεις! Κολύμπα μέχρι τα «μαύρα» και μετά μέχρι το φάρο. Εκεί κάτω τον βλέπεις;

Στο βάθος του ορίζοντα το πλοίο της γραμμής  νομίζεις ότι θα αγγίξει τα βουνά του νησιού που αχνοφαίνεται.

Στην αμμουδιά οι γιαγιάδες με κομπινεζόν, πάντα, μπαίνουν ολόκληρες μέσα στην άμμο . Αμμοθεραπεία.

Σε μια τσαντούλα μυρωδάτες κοντούλες και ροδάκινα  έτοιμα για κατανάλωση από την πιτσιρικαρία. Γλυκειά γεύση ανακατεμένη με αλμυρό νερό.

Με τα χρόνια μεγάλωσε η παρέα , μεγαλώσαμε και εμείς. Νέα πρόσωπα έρχονται να αλλάξουν την εικόνα, να φέρουν το διαφορετικό. Παραθεριστές από την πόλη. Νοικιάζουν δωμάτια σε αυλές και μένουν όλο το καλοκαίρι. Συνήθως γυναίκες και παιδιά . Οι άνδρες τους έρχονταν τα Σαββατοκύριακα.

 Καινούριοι φίλοι, καινούριες παρέες , οι πρώτοι έρωτες. Συναντήσεις στη θάλασσα και κρυφές συνεννοήσεις. Τα ήθη αυστηρά. Τι θα πουν στο χωριό αν σε δουν να μιλάς με τους καινούριους;

Η θάλασσα όμως ήταν ο σύνδεσμος και το μέσο. Όλοι μαζί  μέσα της κολυμπούσαμε και μέσα στο παιγνίδι και στις φωνές, ξεχώριζαν  οι ερωτευμένοι . Ένα άγγιγμα, μια κουβέντα , ένα βλέμμα αρκούσε για το επόμενο βήμα, το ραντεβού.

Ξαπλωμένοι με τις ώρες στον ήλιο άναβαν οι συζητήσεις, οι αναλύσεις και οι καβγάδες. Τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης συμπορεύτηκαν με την εφηβεία μας και την έντονη πολιτικοποίηση. Οι πρώτες αμφισβητήσεις όσων μέχρι τότε ξέραμε. Οι πολιτικές νεολαίες, το πάθος, τα όνειρα, το όραμα να είμαστε και εμείς ανάμεσα σε εκείνους που θα φτιάξουν τον κόσμο καλύτερο. Οι νέοι από την πόλη έφερναν καινούριες ιδέες και πρωτόγνωρα μουσικά ακούσματα και διαβάσματα. Οι αρχές του διαλεκτικού υλισμού  και του μαρξισμού ταρακουνούσαν  τα τελματώδη νερά των νεανικών μας συνειδήσεων. Οι επαναστατικές ιδέες ξεσήκωναν  θύελλες στο νου. Τι έχει ακούσει αυτή η θάλασσα.!

Σιγά σιγά οι ώρες της  θάλασσας  μειώθηκαν και αυξήθηκαν εκείνες της αμμουδιάς. Οι παρέες μεγάλωναν. Άλλοι μιλούσαν, άλλοι άκουγαν και άλλοι διαφωνούσαν έντονα. Όμως έτσι , εκεί δίπλα στο  κύμα, άρχισε η μεταμόρφωση, η διαμόρφωση της πολιτικής συνείδησης...



...Μετά από πολλά χρόνια ακολουθώ την ίδια διαδρομή. Κατεβαίνω στη θάλασσα περπατώντας. Τίποτε δεν είναι ίδιο. Όλα άλλαξαν. Δεν υπάρχουν κήποι, δέντρα, αμπέλια και ελιές. Οικοδομές διώροφες , τριώροφες  κυκλώνουν ασφυκτικά το τοπίο. Αυθαίρετα κτίσματα και τσιμέντο. Παρκαρισμένα αυτοκίνητα και δρόμοι επικίνδυνοι. Παντού σκουπίδια, μπουκάλια πλαστικά, γυάλινα, χαρτιά, σακούλες. Βρωμάει ο τόπος.

Το παγοποιείο ερείπιο , έτοιμο να καταρρεύσει. Στη θέση των αλυκών μια τεράστια έκταση χάσκει χρόνια τώρα σαν ένας μεγάλος ηφαιστειακός κρατήρας . Σύμβολο τυχοδιωκτικών πολιτικών  και κακοδιαχείρισης της δημόσιας περιουσίας.

Η παραλιακή γεμάτη πολυκατοικίες και μερικά ξενοδοχεία.

Η θάλασσα αντέχει ακόμα την επέλαση των ανθρώπων της πόλης που κουβαλούν μαζί τους  τη μιζέρια τους. Έρχονται  με λεωφορεία και Ι.Χ και αφού περάσουν αραχτοί τη μέρα σε μια ξαπλώστρα  με φραπέ, φρέντο και τσιγάρο ακούγοντας κάτι  εκκωφαντικό που μοιάζει με μουσική φεύγουν αφήνοντας πίσω τους  συντρίμμια, σακούλες, πλαστικά ποτήρια, αλουμινόχαρτα, πάνες και αποτσίγαρα .

Η θάλασσα των παιδικών μου χρόνων έγινε βορά στα στόματα αχόρταγων μικροαστών και νεόπλουτων. Τώρα πια δεν υπάρχουν παραθεριστές. Υπάρχουν δραπέτες από τις φυλακές των μεγάλων αστικών κέντρων  που  στερημένοι χρόνια την ελευθερία τους μέσα σε στενόχωρα διαμερίσματα και ανυπόφορες τσιμεντουπόλεις ξεσπούν με μανία στο υδάτινο κορμί της προσπαθώντας  να ξεπλύνουν  τα βρώμικα σημάδια ενός τρόπου ζωής που μαρτυράει την χρόνια  φθορά   και την  αλλοτρίωσή τους.

* Της Αναλήψεως σήμερα και η ανάρτηση  αφιερωμένη στη μνήμη της μάνας μου.