Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

Γιατί οι άνθρωποι - σύντροφε - ζουν απ' τη στιγμή που βρίσκουν μια θέση στη ζωή των άλλων...

Η φωτογραφία από τη σελίδα Ποίηση - Τάσος Λειβαδίτης

Αιώνια κυνηγημένοι, διωγμένοι από παντού, και μόνο το τραγούδι μας, καμιά φορά, θλιμμένο μαρτυρούσε το δρόμο...


Από μια παλιά φυλή που χάθηκε είμαστε, βάρβαρες εισβολές μας σκόρπισαν,
αλλά τα βράδια θα μας αναγνώριζε κανείς, λιγοστούς, καθισμένους πάντα παράμερα,
με φτωχά λόγια για τη συμπόνια ή τη διαδοχή,
κι όταν, καμιά φορά, μπαίναμε στις πολιτείες, ένα φλάουτο ακουγόταν στη στοά
που είχαν καταφύγει οι επικηρυγμένοι, ενώ οι τυφλοί πήγαιναν τώρα βιαστικοί
ακουμπώντας στη σκόνη που άφησε πίσω το πέρασμά μας.

Τι είναι, λοιπόν, τα παιδικά χρόνια μπροστά σ' αυτό το μέγα χρέος
να υπάρχεις, και να μας τώρα πάλι στον ανοιχτό αέρα
με μόνο το άλιωτο χέρι της προμάμης μες στο σάκο, και στο χώμα  
πλαγιασμένος ο ίσκιος του βραδιού
μαζί με τους άλλους φτωχούς, ενώ ο τροχός του αγγειοπλάστη
 φιλονικούσε χαμηλόφωνα
με κάποιον που δεν τον βλέπαμε, και το λυχνάρι που βάλαμε πάνω 
στη στέγη, έφεγγε τώρα στη λεχώνα να ξαναβρεί το σπίτι.

Κ' ήταν μέρες που λιποψυχούσαμε, καθώς πέρα στο μεγάλο δρόμο
φαίνονταν κάποιοι να' ρχονται, τι καινούργια πράγματα μας φέρνουν,λέγαμε,
αφήστε μας στην τύχη μας, τι τους θέλουμε τους άθλους, πανάρχαια νικημένοι,
από τότε που βασίλεψε ο ήλιος
χωρίς να μας ρωτήσουν. Έτσι για να τραφούμε μας φτάνει ένα καθάριο μέτωπο,
κ' είμαστε λιγομίλητοι ως το βράδυ.

Αιώνια κυνηγημένοι, διωγμένοι από παντού, και μόνο το τραγούδι μας,
καμιά φορά, θλιμμένο
μαρτυρούσε το δρόμο, ή άλλοτε για να ξεφύγουμε, σε θρύλους, όπως
σε σιωπηλή γυναίκα,
γέρναμε, ή γινόμαστε απλοί, τόσο που μας έχαναν.
Κι αλήθεια, κατά που πέφτει η βασιλεία,
και μόνος ο καθένας μας θ' ακούσει το ράγισμα ενός άστρου,
αργά, τη νύχτα.

Ωστόσο, η είδηση που περιμέναμε έφτασε, και θα μπορούσε, ίσως, ν' αλλάξει τη ζωή μας, αν δεν ήταν σε μια γλώσσα άγνωστη, που κάποιοι που την ήξεραν είχαν πεθάνει, όλοι νέοι, όμως ο κόσμος συγκινήθηκε, αφού στο τέλος ήταν μια πατρότητα κι αυτή, κι όπως γίνεται συνήθως σ' αυτές τις περιπτώσεις, ο άνθρωπος που έψαχνε ανάμεσα στα παλιά πεταμένα πράγματα, έξω απ' την πόλη, γύρισε και με κοίταξε, κι όσο κι αν ήμουν δύσπιστος, δεν μπόρεσα να μην αντιληφθώ το θησαυρό, γιατί το μήνα Νοέμβριο οι νύχτες έχουν ολότελα μεγαλώσει, κι οι καυτές πατάτες που συναλλάζαμε από χέρι σε χέρι άχνιζαν μέσα στο βράδυ, όπως αυτός που προσεύχεται.

Κάποτε το σπίτι ξεχειλίζει απ' την απαντοχή, και δεν έχουμε πού να σταθούμε, βγαίνουμε τότε στον κόσμο, όπως την πρώτη φορά, κλαίγοντας, ενώ ο ορίζοντας πέρα, με την άκρα εγκατάλειψη, μας κλείνει μες στο μυστικό, ώσπου το βράδυ μια άρπα ακούγεται σ΄ένα σπίτι ακατοίκητο. Είναι η ώρα του μεγάλου ονειροπόλου, που εδώ και αιώνες, χωρίς ποτέ να χάνεται, πηγαίνει πάντα προς το χαμό.

Τι άλλο είναι, λοιπόν, το μέλλον απ' την αληθινή πατρίδα μας, αφού το όνειρο εκεί πηγαίνει, κι όταν πεθάνουμε, είμαστε πιο μπροστά από χτες, νεκροί στο μέγα αύριο, έτσι κι όταν οι μητέρες, στη μνηστεία ακόμα, κοίταζαν έκθαβες στο δάχτυλο των αρραβώνα, εμείς ερχόμαστε κιόλας δακρυσμένοι προς το χρόνο...

Από το έργο του Τάσου Λειβαδίτη Σκοτεινή Πράξη ( χορικό ) 1974. Ποιήματα , τομ.2, Κέδρος 2003, 8η έκδοση

Ο ποιητής άφησε τη ζωή  μια μέρα του φθινοπώρου (30 Οκτωβρίου 1988 )

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Πόλεμος, παιδί μου. Πόλεμος!


Επιμέλεια: ofisofi  // atexnos

Η κήρυξη του πολέμου στις 28 Οκτωβρίου 1940 μέσα από τα μάτια ενός παιδιού στο απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Βασίλη Λιόγκαρη, Συνοικισμός Χαροκόπου.

Κάτι  παράξενοι ήχοι, πρωτοφανέρωτοι. Διαπεραστικοί κι απόκοσμοι, άγριοι και συγκλονιστικοί διασπάθιζαν την ατμόσφαιρα απ’ άκρη σ’ άκρη, ηλεκτρίζοντάς την και προκαλώντας ρίγη τρόμου, αβεβαιότητας και ανασφάλειας…

Πριν από το χάραμα, μέσα στον ύπνο το βαθύ και τ’ όνειρο το γλυκό το τελευταίο.

Ήταν αλλιώτικο το ξύπνημα κείνο το πρωί, δίχως τραγούδι και φιλί γλυκό από τη μάνα, δίχως καντήλι στο κόνισμα της Παναγιάς, δίχως την αχτίνα του ήλιου να ξεγλιστρά από τη χαραμάδα στο σκέπασμα του ντιβανιού.

Ήταν αλλιώτικο το ξύπνημα κείνο το πρωί, δίχως στη φουφού το τσαγερό, δίχως τη γαλήνη της νιογέννητης μέρας. Με τα κρεβάτια ξέστρωτα και πεταγμένα καταγής τα προσκεφάλια. Άδεια να σου παγώνει η καρδιά. Οι πόρτες ανοιχτές κι ασφάλιστες και κείνος ο τρομαχτικός ήχος της σειρήνας να περνά μέσα απ’ την ψυχή και να σε καρφώνει. Φώναξα τη μάνα κι απάντηση δεν πήρα, κι ύστερα, ακόμα πιο δυνατά κι απάντηση δεν πήρα. Κανείς μέσα στο σπίτι.

Η Αλεξάνδρα μόνο, κουλουριασμένη στα πόδια μου, να κοιμάται του καλού καιρού.

Ένιωσα ένα αίσθημα περίεργο κι έναν κόμπο να δένει στο λαιμό μου. Βγήκα ξυπόλητος με το βρακί στο δρόμο. Οι καμπάνες απ’ τη «Βαγγελίστρα» δυνατές και γρήγορες, συμπλήρωναν τον παράξενο ήχο την ώρα που’ παιρνε να σβήσει και να ξαναδυναμώνει πάλι σε μια στιγμή.

Μαύρη συννεφιά. Ετοιμόρροπη η στέγη τ’ ουρανού να βρέξει. Στην πλατεία μπουλούκια – μπουλούκια οι άνθρωποι να κουβεντιάζουν. Χειρονομίες αδέξιες και βρισιές και τρόμος κι ανησυχία και μουλωχτά καμώματα απελπισίας. Κοιτάζω να βρω τη μάνα ή κάποιον απ’ τους δικούς μου. Τρέχω στην πορτάρα. Εκεί είναι μαζεμένος όλος σχεδόν ο συνοικισμός. Ξεκρίνω τη μάνα που δεν έχει προλάβει να δέσει σε κότσο τα μαλλιά κι η πλεξίδα να κρέμεται στη μέση. Της αρπώ το χέρι και χώνομαι στη φούστα της. Μπορώ από ’κει να παρακολουθώ χωρίς να πολυτρομάζω. Φωνάζουν όλοι δυνατά, που να μην ξεχωρίζεις. Οι γυναίκες σφιγμένες σταυρωτά τις παλάμες στο λαιμό κι άλλες με χέρια ανοιχτά στην Παναγιά να βάλει το χέρι της για το κακό.

«Εγώ το ’λεγα, δε θα τ’ αποφεύγαμε», έκανε τσεβδά ο Αντωνάκης. «Θα τους πάρουμε φαλάγγι!» φώναξε ο άλλος. «Θα τους φάμε.»

– Τι είναι, μωρέ μάνα, της λέω. Τι γίνεται;

Δε μου ’δωκε απάντηση, μόνο έσφιξε το χέρι της γύρω στο λαιμό μου.

Είδα και τους Γιακουμελαίους πιο κάτω και το Μανώλη τον Αναγνώστου μαζί με τον Κώστα τον Κατουρλά να τραγουδάνε τον Εθνικό Ύμνο και να βάζουνε επ’ ώμου τα ξύλινα όπλα τους.

– Τι είναι, μωρέ μάνα, της ξαναλέω με πείσμα έτοιμος να κλάψω.

Σκύβει χαμηλά και μου λέει με πίκρα:

– Πόλεμος, παιδί μου. Πόλεμος!

Δεν ένιωσα ακόμα την τραγικότητα αυτής της μυθιστορηματικής λέξης. Της λέξης της σφεντόνας και της πετριάς, της λέξης του τενεκεδένιου τανκς με τους ψεύτικους σπινθήρες και το σιδερένιο στρατιωτάκι εφ’ όπλου λόγχη και πρηνηδόν.

Αμέσως αναθάρρησα. «Χαρά στο πράμα», είπα. «Θα πολεμήσουμε. Έλληνες είμαστε και θα νικήσουμε. Οι Έλληνες πάντα νικάνε!»

Ο πατέρας κι οι μεγάλοι μαζεύτηκαν στης κυρα – Παρθένας ν’ ακούσουν το «ανακοινωθέν». Ήταν το μοναδικό σπίτι στο συνοικισμό που είχε ραδιόφωνο. Ο κυρ – Τάσος ήταν ταξιτζής και τα οικονομούσε. Καμιά φορά, θυμάμαι, στις καλές του μας φόρτωνε όλους τους πιτσιρικάδες, μας έκανε μια βόλτα γύρω απ’ το συνοικισμό και μας ξεφόρτωνε στην πιάτσα. Γωνία Θησέως και Χαροκόπου προς το ποτάμι. Εμείς ξεφαντώναμε απ’ τη χαρά μας και λυσσάγαμε μεσ’ στ’ αμάξι. Δεν ήταν και μικρό πράμα να κάνεις μια βόλτα με ταξί.

Το ραδιόφωνο έπαιζε εμβατήρια: «Περνάει ο στρατός της Ελλάδος φρουρός», και «Αεροπόρος θα γινώ, στη γη να μην πατήσω». Ύστερα ακούστηκε το σήμα: «Τσοπανάκος ήμουνα, προβατάκια φύλαγα.»

Έλεγε λόγια σπουδαία που δεν μπορούσα να καταλάβω.

Οι μεγάλοι, με ύφος σοβαρό, κουνούσανε το κεφάλι μελαγχολικά και μουρμουρίζανε. Άκουσα μόνο τον πατέρα να λέει: «Ασιχτίρ, τους παλιορουφιάνους.»

Έτρεξα αμέσως να συγκεντρώσω την παλιοπαρέα μου: το Γιάννη της Ροδής, τον Αλέκο της Μορφίας, τον Άγγελο, τον Τάκη, να ετοιμάσουμε τα όπλα, να κινήσουμε στον πόλεμο. Ήρθε μαζί μας και η Παρή για νοσοκόμα. Η  Σουλάραγκα, η Κική η Κεφαλού κι η Στέλλα, η Πιπιλού. Φτιαγμένος στρατός με ξύλινα ντουφέκια και σπάθα πλαγιαστή μέσ’ στο ζουνάρι, χάρτινο δίκωχο από εφημερίδα. Σημαία ελληνική και ποδάρια ξυπόλητα. Εχθροί μας τα παιδιά της πάνω γειτονιάς. Ο Στέφανος, ο Μανώλης, ο Αράπης κι άλλοι. Πρώτο ευχάριστο: Σχολείο δεν είχε. Διάβασμα δεν είχε. Όλος ο καιρός δικός μας. Ο δρόμος με τα γκρεμισμένα σπίτια ήταν στη διάθεσή μας. Είχε χαλάσματα ένα σωρό, βουναλάκια από χωματερές κι έναν ευκάλυπτο τεράστιο να χτίσουμε στα ριζά το στρατηγείο μας.

Με ξέκοψε η μάνα από το παιχνίδι να πάμε να δούμε για ψωμί. Άκουσε τις αντιρρήσεις μου, μα δε γινότανε αλλιώς. Η Ευγενία πρόσφερε πάντα τις υπηρεσίες της στην κυρα Έλλη και η Φιλίτσα στο κουρείο. Σε μένα έπεσε ο κλήρος.

Στο φούρνο του Καψάλη στη Θησέως γινότανε της κακομοίρας. Κόσμος πολύς να προσπαθεί ν’ ανεβάσει τα κατεβασμένα ρολά, να μπει μέσα ν’ αρπάξει το ψωμί. Φασαρία, κακό, βρισίδι και σπρωξιά. Η Καψάλαινα, πάνω απ’ το μπαλκόνι, με το σκύλο αγκαλιά να φωνάζει και να «οδύρεται» πως δεν είναι κατάσταση αυτή. «Κάνουμε σαν κάφροι, το ψωμί τελείωσε.»

Λυσσομανούσε το πλήθος απέξω κι όλο μεγάλωνε.

«Προλάβατε κιόλας και κρύψατε τ’ αλεύρια», φώναζε ο κόσμος.

Κι άλλοι: «Θα μπούμε μέσα…Θα τα σπάσουμε.»

Ήρθε η αστυνομία να καλμάρει τα πράματα. Έβαλε τον κόσμο στην ουρά να μοιραστεί το λίγο ψωμί που είχε απομείνει.

Έτσι, από κείνη τη στιγμή γνωρίσαμε το καινούργιο φρούτο που θα γίνει βίωμά μας και θα μας ακολουθεί σ’ ολάκερη τη διάρκεια του πολέμου: την ουρά.

Τα ίδια και στα μπακάλικα της Χαροκόπου. Στο «Ερμείον» και στου «Καρατζόπουλου». Να χαλάει ο κόσμος, πανζουρλισμός και να’ ναι κερδισμένοι οι πιο καπάτσοι κι οι πιο νταήδες.

Δε στρώθηκε το τραπέζι κείνη τη μέρα, απ’ το σούσουρο και την αναμπουμπούλα. Τις νοικοκυράδες δεν τις έβλεπε το σπίτι, απ’ το μέσα – έξω, τη φούρια και τα χιλιάδες ερωτήματα.

Πηγαινέλα στο συνοικισμό και του Χαροκόπου από άντρες που τραβούσαν για το μέτωπο. Οι γυναίκες από κοντά, κι οι μανάδες κι οι αδελφές και τα κουτσούβελα από κοντά. Αγκαλιές, φιλιά και αποχαιρετισμοί. Κλάματα, συμβουλές και υποσχέσεις.

Την έστησε και η Μερόπη, νιόνυφη ακόμα, στο πεζούλι του κήπου με το μαντίλι στο χέρι να περάσει ο Μίχος με το τραμ, για το στερνό αντίο. Φιλώντας την της φώναξε: «Να ’χεις το νου σου στο τραμ με τα δυο βαγόνια.» Περνούσανε κατάμεστα, ολούθε φασαρία. Σκαρφαλωμένοι στις πόρτες, στα πρεβάζια, στους προφυλαχτήρες. Τραγούδια και φωνές και το λεύτερο χέρι ψηλά να χαιρετάει.

Φάνηκε το τραμ με τα διπλά βαγόνια. Κρατιέται ο Μίχος σκαρφαλωμένος απ’ τα πλάγια. Με το’ να χέρι πιάνει το πρεβάζι του παραθύρου και τ’ άλλο να σηκώνει το δίκωχο. Ξοπίσω η Μερόπη μπας και προλάβει, με κλάματα στα μάτια και το μαντίλι ν’ ανεμίζει. Προλαβαίνει να του φωνάξει: «Καλό γυρισμό και με τη νίκη.»


Σουρούπωσε στο συνοικισμό. Ήρθε η νύχτα ακόμα πιο γρήγορα. Θεοσκότεινα. Μήτε ένα φως να την εμποδίσει να καταπιεί λαίμαργα δρόμους και δέντρα κι υψώματα. Μήτε ένα φως να τη γλυκάνει! Έκανα σκαστά μια τσάρκα στη Χαροκόπου. Ησυχία και σκοτεινιά. Εκεί που άλλοτε έσφιζε από ζωή. Ο δρόμος με τα χιλιάδες φώτα των μαγαζιών. Τη φωτεινή κόκκινη ρεκλάμα του «Κρυστάλ». Τα φώτα απ’ τις κολόνες του δήμου. Ο δρόμος της κίνησης. Ο δρόμος της βόλτας και του σεργιανιού. Τώρα νέκρα και παγωνιά. Να μη φαίνεται ψυχή, να μην κινείται φύλλο. Ένιωσα την καρδιά μου να ματώνει. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως πρέπει να συμβαίνει κάτι πολύ σοβαρό. Έτρεξα στο σπίτι φοβισμένος. Οι σειρήνες ακόμα ταλανίζουνε τ’ αυτιά μου και το γκελάρισμα απ’ την καμπάνα να μη λέει να καλμάρει. Από τότε θα’ ταν η συντροφιά μας. Θα ζούσαμε μ’ αυτά. Θα μεγαλώναμε μ’ αυτά. Μέσ’ στ’ άγρια μεσάνυχτα, μεσ’ στο λιοπύρι, μέσ’ στην καταχνιά, μέσ’ στη θαμπούρα του πρωινού. Μέσα στο χειμώνα και μέσα στην καλοκαιριά, μέσ’ στη βροχή και τον άνεμο, το κρύο και τη ζέστη. Ο τρομερός εκείνος ήχος της σειρήνας θα ξεστράτιζε μαζί μας, θα πλάγιαζε μαζί μας, θα πάγωνε μαζί μας, θα πείναγε μαζί μας. Θα φίλιωνε μαζί μας. Μεσάνυχτα πια. Στριμωχτήκαμε στο καναπεδάκι της κουζίνας  κι απ’ το στενό κι απ’ το στενό το παραθύρι π’ αγνάντευε στην Οικοκυρική Σχολή κοιτούσαμε κατά τον Πειραιά. Φεγγοβολούσε ο τόπος. Το πατιρντί απ’ το βομβαρδισμό μόλις κι έφτανε στ’ αυτιά μας. Τεράστιοι προβολείς παιχνίδιζαν στον ουρανό στην προσπάθειά τους να εντοπίσουν το εχθρικό αεροπλάνο.

Άσπρα συννεφάκια απ’ τα αντιαεροπορικά που σκάγανε στον ουρανό. Καιγόταν το λιμάνι του Πειραιά, καιγόταν κι η ψυχή μας. Πού κουράγιο για ύπνο εκείνη τη βραδιά. Το κερί σβηστό. Στα παράθυρα σκούρες κουρτίνες για να μην ξετρυπώσει και χαθεί στη σκοτεινιά κομμάτι απ’ τη φλόγα. Αργότερα ντύσαμε τα τζάμια με κόλλες μπλε κι η μέρα χάθηκε για πάντα.

Νιώθαμε όλοι πολύ κοντά ο ένας στον άλλο. Ήρθαν κι οι γειτόνισσες που μέναν μόνες να νιώσουνε σιγουριά.

Λόγια πολλά θυμήθηκαν και λέγανε από τα περασμένα και κάθε στιγμή το βλέμμα στο ρολόγι και στον αγώνα του να καταπιεί τη νύχτα. Την πρώτη εκείνη νύχτα του πολέμου στις 28 του Οκτώβρη 1940.

Βασίλης Λιόγκαρης, Συνοικισμός Χαροκόπου, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1998,  2η έκδοση

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

Η Μέλπω Αξιώτη για τον Νίκο Καζαντζάκη

Στις 26 Οκτωβρίου 1957 έφυγε από τη ζωή ένας από τους πιο σημαντικούς έλληνες λογοτέχνες, ο Νίκος Καζαντζάκης. Η Μέλπω Αξιώτη τον συνάντησε στα 1949 στην γαλλική πόλη Αντίμπ της Κυανής Ακτής και θυμάται το ενδιαφέρον του για το Δημοκρατικό Στρατό και τις εξελίξεις στην Ελλάδα σε συνδυασμό με τις αντιδράσεις που προκάλεσε η έκδοση στην Ελλάδα του Καπετάν Μιχάλη. Η μικρή σε έκταση αναφορά της βρίσκεται στο κείμενο «Μια καταγραφή στην περιοχή της λογοτεχνίας» που εκδόθηκε για πρώτη φορά τον Ιούλιο του 1955 από τις «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις».
axioti[…] Στα 1949 που ο Δημοκρατικός Στρατός μας έδινε τις γιγάντιες μάχες πάνω στο Βίτσι και στο Γράμμο, ο Νίκος Καζαντζάκης είχε παραιτηθεί από την ΟΥΝΕΣΚΟ όπου δούλευε στο Παρίσι, κι είχε αποτραβηχτεί στη γαλλική πόλη Αντίμπ της Κυανής Ακτής. Εκεί έτυχε τότε να τον συναντήσω. Με παρακάλεσε πάρα πολύ να του στέλνω ό,τι έχω από το έντυπο υλικό της Ελεύθερης Ελλάδας. Είχε αγοράσει κι ένα ραδιόφωνο κι άκουγε όλες τις εκπομπές της. Ο Νίκος Καζαντζάκης έγραφε απ’ την αυγή ως τη νύχτα. Μέσα στ’ άλλα που χάραζε η πολύγραφη πένα του, ο Καζαντζάκης έγραφε τότε ένα δράμα. Κι αυτό το δράμα ήτανε ο Δημοκρατικός Στρατός της Ελλάδας. Ίσαμε τώρα δεν ακούστηκε αν εκείνο το έργο του το τέλειωσε ή όχι. Αν δεν το τέλειωσε, κρίμας πρώτα απ’ όλα για τον Καζαντζάκη. Και φυσικά και για την Ελλάδα. ( Εκείνο όμως που μένει, είτε το τέλειωσε είτε όχι, είναι ότι ο Βούδας κι ο Κομφούκιος νικήθηκαν για έναν καιρό μέσα σε κάποιον από τους ναούς τους. Τα όπλα που βαστούσε στο χέρι ο λαός της Ελλάδας απάνω στις βουνοκορφές της, ξαστράφτανε τόσο πολύ, που η λάμψη τους έφτανε μέχρι το ακρωτήρι της Κυανής Ακτής, εκείνη την πιο προχωρημένη στεριανή πούντα μέσα στη Μεσόγειο, όπου ήταν αποτραβηγμένος ένας έλληνας ποιητής. Μια φωτεινή στιγμή στη ζωή του Καζαντζάκη. Μια παραπάνω προπαντός απόδειξη για την απέραντη δύναμη του λαού που κάνει έφοδο σ’ όλα τα κάστρα, κι αν δεν τα ρίχνει με την πρώτη, η ζωή τον καρτερεί να τα εκπορθήσει αύριο.
Ώσπου να τυπωθεί τούτο το γραφτό, χαρούμενα μαντάτα μάς ήρθαν για τον Καζαντζάκη. Η γηραλέα Εστία, αμερικάνοι και έλληνες ιερωμένοι, ντόπια και ξένη αντίδραση, χίμηξαν όλοι μαζί ενάντια στο βιβλίο του Ο Καπετάν Μιχάλης. Γύρω απ’ αυτή την υπόθεση, ο Καζαντζάκης έκαμε ορισμένες δηλώσεις: «Με πήραν για φιλοπόλεμο. Από γράμματα που πήρα από την Αθήνα φαίνεται ότι κάποιες σκέψεις μου παρεξηγήθηκαν. Βλέπω το καινούριο που έρχεται. Γι’ αυτό είμαι ρεαλιστής. Δεν είμαι φιλοπόλεμος…Ελπίζω σε μια χαλάρωση και σ’ ένα διεθνή κατευνασμό…». Μα το πιο σπουδαίο ακόμα είναι το ίδιο το βιβλίο του, απόχτημα σημαντικό για τη λογοτεχνία μας, με την περίφημη γλώσσα του, τα λαϊκά μοτίβα του, τον πατριωτισμό που το αγκαλιάζει ολάκερο, με την ψυχή της Κρήτης, του απροσκύνητου νησιού, που ανασαίνει στις σελίδες του.
Ο κρητικός λυράρης δεν ήταν μπορετό να μην ακούσει τις φωνές που βγαίναν απ’ τα στήθια όχι μόνο της Κρήτης του, που τη λάτρεψε πάντα, μα κι απ’ τα στήθια όλης της σύγχρονης  ανθρωπότητας, και σ’ αυτές τις φωνές ο Καζαντζάκης απάντησε μ’ έναν τρόπο θετικό. Κι αυτό τον τιμά ανάλογα…
Μέλπω Αξιώτη, Μια καταγραφή στην περιοχή της λογοτεχνίας και άλλα κείμενα, Άπαντα ΣΤ’ τόμος. Φιλολογική επιμέλεια: Μάρω Δούκα – Βασίλης Λαμπρόπουλος, Κέδρος 1983
Επιμέλεια: ofisofi// atexnos

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Ο δικός μας ήλιος

Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μου και δικός σου: τον μοιραστήκαμε
ποιος υποφέρει πίσω από το χρυσαφί μεταξωτό ποιος πεθαίνει;
Μια γυναίκα φώναζε χτυπώντας το στεγνό στήθος της:
" Δειλοί μού πήραν τα παιδιά μου και τα κομμάτιασαν, σεις τα σκοτώσατε
κοιτάζοντας με παράξενες εκφράσεις το βράδυ τις πυγολαμπίδες
αφηρημένοι μέσα σε μια τυφλή συλλογή".
Το αίμα στέγνωνε πάνω στο χέρι που το πρασίνιζε ένα δέντρο
ένας πολεμιστής κοιμότανε σφίγγοντας τη λόγχη που του φώτιζε το πλευρό.

Ήταν δικός μας ο ήλιος, δε βλέπαμε τίποτε πίσω από τα χρυσά κεντίδια
αργότερα ήρθαν οι μαντατοφόροι λαχανιασμένοι βρώμικοι
τραυλίζοντας συλλαβές ακατανόητες
είκοσι μερόνυχτα πάνω στη στέρφα γης και μόνο αγκάθια
είκοσι μερόνυχτα νιώθοντας ματωμένες τις κοιλιές των αλόγων
κι ούτε στιγμή να σταματήσουν για να πιουν το νερό της βροχής.

Είπες να ξεκουραστούν πρώτα κι έπειτα να μιλήσουν,
σε είχε θαμπώσει το φως.
Ξεψύχησαν λέγοντας : " Δεν έχουμε καιρό" γγίζοντας κάτι αχτίδες`
ξεχνούσες πως κανείς δεν ξεκουράζεται.

Ούρλιαζε μια γυναίκα: " Δειλοί" σαν το σκυλί τη νύχτα
θα ήταν ωραία κάποτε σαν εσένα
με στόμα υγρό, τις φλέβες ζωντανές κάτω απ' το δέρμα
με την αγάπη.

Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μας` τον κράτησες ολόκληρο
δε θέλησες να μ' ακολουθήσεις
κι έμαθα τότε αυτά τα πράγματα πίσω από το χρυσάφι 
και το μετάξι`
δεν έχουμε καιρό. Σωστά μιλήσαν οι μαντατοφόροι.



Γιώργος Σεφέρης , Ημερολόγιο Καταστρώματος, Α΄ στο Ποιήματα, Ίκαρος 1977 , 11η έκδοση
Στις 24 Οκτωβρίου 1963 ανακοινώθηκε η βράβευση του ποιητή με το Νόμπελ Λογοτεχνίας

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

Αθανασία


90 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου Μάνου Χατζιδάκι ( 23 Οκτωβρίου 1925)

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Τίποτα δεν πάει χαμένο...


Ο Μάνος Λοΐζος γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 1937 .

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

Το κολαστήριο του «Φιξ»

Στο προαύλιο των φυλακών «Φιξ». Γιάννενα, 1947
Γράφει η ofisofi // atexnos

Το ξενοδοχείο «Παλλάδιο» δεσπόζει σ’ ένα από τα κεντρικά και πολυσύχναστα μέρη της πόλης των Ιωαννίνων. Πριν από αρκετά χρόνια στον ίδιο χώρο λειτουργούσε και το κινηματοθέατρο «Παλλάδιο». Στο χώρο αυτό δεν υπάρχει τίποτε που να θυμίζει, να μαρτυρεί – ούτε και για ιστορικούς λόγους – την ύπαρξη των φοβερών φυλακών του «Φιξ», μέσα στις οποίες κρατήθηκαν και μαρτύρησαν εκατοντάδες αριστεροί και κομμουνιστές που συμμετείχαν στην Εαμική αντίσταση, στην ΕΠΟΝ, στο ΔΣΕ και στο ΚΚΕ ή που  υπήρχε η υποψία ότι συνεργάζονταν μαζί τους ή απλά τους βοήθησαν.

Έχουν χαρακτηριστεί το «Μακρονήσι των Ιωαννίνων» και αφορούν τις πιο μαύρες σελίδες της ιστορίας της πόλης και της Ηπείρου. Γνωστοί και άγνωστοι, επώνυμοι και ανώνυμοι Γιαννιώτες και Ηπειρώτες είναι συνδεδεμένοι με τις πιο απάνθρωπες και φριχτές συνθήκες κράτησης και διαβίωσης  μέσα σε αυτές.

Αρχικά και πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο χώρο αυτό λειτουργούσαν παγοποιεία. Στη δεξιά πλευρά του ήταν κτισμένοι πέτρινοι, θολωτοί θάλαμοι, στεγανοί και ψυκτικοί. Κοντά σ’ αυτούς ήταν σπαρμένα ετοιμόρροπα κτίσματα. Οι Γερμανοί κατακτητές είχαν μετατρέψει τους θαλάμους του παγοποιείου και τα ερείπια του χώρου σε φυλακές δίνοντάς τους το όνομα του Γερμανού ζυθοβιομήχανου  Φιξ.

Η είσοδος των φυλακών βρισκόταν στη νότια πλευρά (σημερινή οδό Μπότσαρη). Δυτικά υψωνόταν ένας πύργος και απέναντί του βρισκόταν ένα κτίριο το οποίο είχε δίπατα κελιά πάνω και κάτω. Έξω απ’ αυτό μια σκάλα οδηγούσε στον επάνω θάλαμο.

Ψηλοί τοίχοι με αγκαθωτά συρματοπλέγματα  έζωναν τις φυλακές σχηματίζοντας τον  προαύλιο χώρο. Στις τέσσερις γωνίες των φυλακών υπήρχαν τα φυλάκια με τους φρουρούς να παρακολουθούν συνεχώς τους κρατούμενους και οποιαδήποτε κίνησή τους.
“Χριστιανική” διαφώτιση από τον “άγιο” Σωσίπατρο στον απάνω θάλαμο του Φιξ (Σκίτσο ανώνυμου)

Στο μέσον της βόρειας πλευράς ήταν ο απόπατος, ένας λάκκος βαθύς και ανοιχτός με τσουβάλια κρεμασμένα γύρω γύρω και σάπια ξύλα για να πατούν οι κρατούμενοι την ώρα της σωματικής τους ανάγκης, χωρίς καμία άλλη προστασία ή προφύλαξη.

Υπήρχε και ένα μικρό εκκλησάκι στην κορυφή, όπου οι κρατούμενοι εκκλησιάζονταν, άκουγαν αντικομμουνιστικά κηρύγματα και παρακαλούσαν να τους συγχωρεθούν οι αμαρτίες τους!

Στο βάθος δεξιά ήταν τα απομονωτήρια. Δίπλα τους τα γραφεία της διοίκησης και τα καταλύματα της φρουράς. Η φρουρά  αποτελούνταν από φαντάρους και άλλαζε κάθε βδομάδα. Μόνιμοι ήταν ο διοικητής και οι βασανιστές. Αρχικά διοικητής τους ο Σπύρος Αραβανής από τη Λευκάδα. Η συμπεριφορά του κτηνώδης, σαδιστική, ανώμαλη. Αμόρφωτος, παιδεραστής, βιαστής, σχιζοφρενής. Φόβος και τρόμος. Την εγκληματική του δράση βοηθούσαν με κάθε τρόπο οι δήμιοι, οι βασανιστές που τον υπάκουγαν τυφλά οποιαδήποτε στιγμή και δεν δίσταζαν να βασανίσουν μέχρι θανάτου τους κρατούμενους και τις κρατούμενες των φυλακών.

Προς το τέλος του 1948 ο Αραβανής αντικαταστάθηκε από τον Καλαθάκη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι βασανιστές αυτοί στο τέλος του εμφυλίου βραβεύτηκαν και προήχθησαν σε διάφορες θέσεις με τη μεσολάβηση της ίδιας της Φρειδερίκης.

Μέρα και νύχτα κουβαλούσαν πολίτες και αιχμαλώτους, υπόδικους και κατάδικους με ανυπόστατες κατηγορίες. Τον κάθε ένα από αυτούς τον οδηγούσαν στην απομόνωση για να μην έρχεται σε επαφή με τους άλλους κρατούμενους. Οι κρατούμενοι υποβάλλονταν σε φοβερά και τρομερά βασανιστήρια προκειμένου να τους  αποσπάσουν ομολογίες  και να υπογράψουν δήλωση μετανοίας.  Στην ανάκριση έπρεπε να ομολογήσουν ή να αποκηρύξουν «τις προδοτικές οργανώσεις ΚΚΕ – ΕΑΜ – ΕΛΑΣ –ΕΠΟΝ και λοιπές παραφυάδες που συνεργάζονται με τους εχθρούς της πατρίδας». Επινοούσαν συνεχώς νέους τρόπους βασανισμού, σωματικού, ψυχικού, συνειδησιακού. Ο στόχος τους ήταν η εξόντωση με κάθε τρόπο εκείνων που άντεχαν και αντιστέκονταν. Κάποιοι δεν άντεξαν και ορισμένοι προσπάθησαν να αυτοκτονήσουν.
Μια γωνιά της αυλής του Φιξ (Σκίτσο Βαγγέλη Κατσάνου)

Τα βασανιστήρια ήταν ποικιλόμορφα και οδυνηρά. Εξευτελισμοί πάσης φύσεως και μαρτύρια μέχρι θανάτου. Πολλούς από τους νεκρούς των βασανιστηρίων τους εξαφάνισαν και δε βρέθηκαν ποτέ. Με τα ονόματα που έδωσαν στα βασανιστήρια προσπάθησαν  να καλύψουν την  φρικτή πραγματικότητα:

«Ο φάλαγγας», «το δενδράκι», «η νυχτερίδα», «το ζίου–ζίτσου», «το νεράκι», «η κασόνα», «το ιπτάμενο χαλί», «η μοσκοβολήθρα», «το τεσσαράκοντα παρά μία» κ.α.

Στον επάνω θάλαμο συγκέντρωναν πάρα πολλούς με ελαφρύτερες κατηγορίες για ανάνηψη. Η ατμόσφαιρα ήταν πνιγηρή καθώς πίσω από την πόρτα βρίσκονταν μαζεμένα τα δοχεία με τα ούρα, οι βούτες, και οι κοριοί, οι ψείρες και η βρώμα ήταν ένα ακόμα βασανιστήριο ανάμεσα στα άλλα.

Το απόγευμα, και αφού είχε γίνει το προσκλητήριο, οι κρατούμενοι οδηγούνταν κοπαδιαστά με κλωτσιές και βουρδουλιές στα κελιά και στους θαλάμους. Τότε ερχόταν και η ώρα της προσευχής. Όλοι έπρεπε να στέκονται όρθιοι και ακούνητοι, ακόμα και αυτοί που ήταν ανήμποροι από τα βασανιστήρια. Οι βασανιστές, ανάλογα με τις διαθέσεις τους και το μίσος για ορισμένους, έκαναν καψόνια ή τους έβαζαν να μαθαίνουν απέξω την προσευχή και να την απαγγέλουν εκατό φορές. Όποιος βέβαια τολμούσε να κάνει μια κίνηση αντίδρασης ξυλοφορτωνόταν ανελέητα.

Τη νύχτα, στον επάνω θάλαμο, έπρεπε να επικρατεί απόλυτη σιωπή  διαφορετικά οι βασανιστές τους  τιμωρούσαν αδιακρίτως.

Τα κελιά των μελλοθανάτων βρίσκονταν στον κάτω θάλαμο. Οι νύχτες ήταν άγριες. Οι βασανιστές έμπαιναν στα κελιά άρπαζαν τα καταξεσκισμένα κορμιά των βασανισμένων και κυρίως των γυναικών και αφού τα έσερναν έξω ασελγούσαν πάνω τους.
Κρεμάλα μεσαιωνικής μορφής. Από τις παρόμοιες που γίνονταν στον “Αράπη” του Φιξ

Ο «Αράπης», το κελί 18 του χάρου, ο χώρος των ανακρίσεων που βρίσκονταν στα υπόγεια, ήταν τόπος μαρτυρίου για όσους οδηγούνταν εκεί. Ξύλα, κρανόβεργες, βούρδουλες και καλάμια ήταν τα μέσα με τα οποία ξυλοφόρτωναν οι βασανιστές τους κρατούμενους, άνδρες και γυναίκες, που πολλοί έβγαιναν παραλυμένοι ή πεθαμένοι.

Το φαγητό ήταν χείριστης ποιότητας, συνήθως σκουληκιασμένα όσπρια . Η σίτιση ήταν υποχρεωτική και  η άρνησή της συνοδευόταν από βρισιές και απειλές.

Αν και το περιβάλλον των φυλακών ήταν εφιαλτικό δεν έλειπαν και οι στιγμές που με αστεία και παιγνίδια προσπαθούσαν οι φυλακισμένοι να μοιράζουν και να ελαφρύνουν τον πόνο τους. Τα βιβλία γίνονταν ανάρπαστα, όσα επιτρέπονταν να κυκλοφορούν στη φυλακή. Ήταν ένας τρόπος αντίστασης στον πόνο, στην τρέλα και στο θάνατο.

Η εξορία, η εκτέλεση ή η δήλωση ήταν οι τρεις τρόποι για να βγει κανείς από τις φυλακές του Φιξ. Οι περισσότεροι κρατούμενοι επέλεγαν τους δύο πρώτους.

Η αγωνία του θανάτου κυριαρχούσε ανάμεσα στους φυλακισμένους καθώς κανείς δεν γνώριζε τι του επεφύλασσε η κάθε στιγμή, η επόμενη μέρα.

Οι εκτελέσεις γίνονταν κάθε Δευτέρα στη Δουρούτη, στο Μπιζάνι, στο Αυγό και στο Σταυράκι. Πολλές φορές όμως γίνονταν και την Πέμπτη, όταν οι μαχητές του ΔΣΕ κέρδιζαν μια σημαντική νίκη. Τότε οι δήμιοι φρένιαζαν. Αλλά οι φυλακές δεν άδειαζαν με τις τόσες εκτελέσεις γιατί αμέσως ξαναγέμιζαν με νέους κρατούμενους που συνελάμβαναν στις συνοικίες της πόλης και στα χωριά.

Πολλές φορές η διοίκηση των φυλακών έβαζε δικούς της ανθρώπους για να επηρεάζουν με τα λόγια και τη στάση τους τούς  κρατούμενους. Άλλοτε πάλι ανάγκαζαν ορισμένους αιχμάλωτους αντάρτες να δέρνουν τους φυλακισμένους. Μια άλλη  μορφή βασανισμού ήταν ο εκφυλιστικός πόλεμος με πόρνες που τις έβαζαν σκόπιμα στα κελιά για να σκανδαλίσουν και να διαλύσουν ψυχικά τους κρατούμενους με στόχο να λυγίσουν.

Εικονικές ανακοινώσεις εκτελέσεων χρησιμοποιούνταν πολύ συχνά για ψυχικό εκβιασμό. Βασανίζονταν οι άνθρωποι και δεν ήξεραν αν θα ζήσουν ή αν θα πεθάνουν από στιγμή σε στιγμή, κάθε στιγμή.

Χιλιάδες οι αγωνιστές που πέρασαν από τις φυλακές του «Φιξ». Οι περισσότεροι μαρτύρησαν και πέθαναν είτε με φρικτά βασανιστήρια, είτε στήθηκαν στον τοίχο. Άλλοι έμειναν παράλυτοι και παραμορφωμένοι σε όλη τους τη ζωή. Πολλές και οι γυναίκες που βασανίστηκαν με μεσαιωνικά βασανιστήρια.
Δυο πλάνα, δυο σκηνές: πάνω ο σάλαγος στον αυλόγυρο και κάτω τα σακατεμένα θύματα (Ξυλογραφικό σκίτσο ανώνυμου)
Με τις φυλακές αυτές συνδέονται τρεις μεγάλες και πολύκροτες δίκες  που συγκλόνισαν την πόλη των Ιωαννίνων . Πρόκειται για τις : α) Υπόθεση και δίκη Φαρίδου, β) τη δίκη των γιατρών και την γ) τη δίκη της Πρίντζου. Στην Ασφάλεια και στου Φιξ στήθηκαν τα κατηγορητήρια και μέσα εκεί βασανίστηκαν πριν τη δίκη και κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων οι κατηγορούμενοι . Από αυτές τις φυλακές μεταφέρονταν οι υπόδικοι κρατούμενοι στην αίθουσα του δικαστηρίου με στρατιωτικά οχήματα και δεμένοι με χειροπέδες για όλο το χρονικό διάστημα της δίκης.

Θα αναρωτηθεί κανείς και η κοινωνία της πόλης τι έκανε, πώς αντιδρούσε, αν αντιδρούσε. Ανησυχούσε, αλλά λένε ότι δεν μπορούσε να κάνει κάτι ουσιαστικό. Οι περισσότερες οικογένειες είχαν και ένα φυλακισμένο στου Φιξ και αγωνιούσαν για την τύχη του. Εκτός αυτού οι συγγενείς δέχονταν απειλές και πιέσεις  ακόμα και αυτοί να υπογράψουν δήλωση μετανοίας. Το θέμα έφτασε στον ΟΗΕ. Αντιπροσωπεία της Διεθνούς Ειρηνευτικής Επιτροπής του ΟΗΕ με επικεφαλής τον πρόεδρό της Πωλ Ελυάρ και άλλους αντιπροσώπους από διάφορες χώρες επισκέφθηκε τις φυλακές και συζήτησε με τους κρατούμενους. Η συζήτηση όμως γινόταν με διερμηνέα. Τι συζητήθηκε και τι κινήσεις έκανε η αντιπροσωπεία κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς. Τίποτε δεν άλλαξε. Αναφέρεται μάλιστα και το εξής περιστατικό:

« …ο Ελυάρ ρώτησε τον αγωνιστή γιαννιώτη οικοδόμο Μιχάλη Καζαντζή (γιο του καπνεργάτη Θωμά Καζαντζή που είχε χρόνια στην εξορία).

– Πώς θέλετε να πάψει ο εμφύλιος και να ειρηνεύσει η Ελλάδα;…

– Να κλείσετε τα σύνορα, να αφαιρέσετε τα όπλα απ’ όλους και να κάνετε τίμιες και αδιάβλητες εκλογές…

Ε, λοιπόν, αυτή τη λογική απάντηση – πρότασή του, ο Καζαντζής, την πλήρωσε τόσο βαριά που ο βασανιστής Γιον, τον έκανε μπαλόνι στο ξύλο…και επί 15 μέρες κατουρούσε κι έφτυνε αίμα!…»

Οι πηγές και οι πληροφορίες για τις φυλακές του «Φιξ» στα Γιάννενα είναι ελάχιστες. Πριν ενάμιση περίπου χρόνο στην τοπική εφημερίδα «Ηπειρωτικός Αγών» δημοσιεύτηκε το άρθρο του Γιώργου Μ. Βραζιτούλη Οι φυλακές του «Φιξ» στα βρετανικά αρχείαΑναφέρεται στο βρετανικό αρχείο British Pathé  και στη δημοσίευση της συλλογής του που αποτελείται από φιλμάκια που τραβήχτηκαν τον 20ο αιώνα . Ένας μικρός αριθμός από αυτά καλύπτει σημαντικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην Ελλάδα. Ανάμεσά τους ο Γ. Βραζιτούλης ανακάλυψε ένα φιλμάκι που γυρίστηκε το 1947 και περιλαμβάνει πλάνα από τις φυλακές του «Φιξ» στα Γιάννενα.

«Στα πλάνα από το προαύλιο του «Φιξ», διάρκειας 62 δευτερολέπτων, βλέπει κανείς αρχικά έναν αξιωματικό (πιθανόν να πρόκειται για τον περιβόητο διοικητή των φυλακών εκείνη την εποχή, Σπύρο Αραβανή, από τη Λευκάδα) να κάθεται πίσω από ένα τραπέζι. Πιο πίσω στέκονται κατώτεροι αξιωματικοί και απλοί στρατιώτες. Οι κρατούμενοι βρίσκονται άλλοι παραταγμένοι όρθιοι κι άλλοι καθισμένοι στη βόρεια πλευρά της αυλής, ενώ ένας φρουρός κοιτάζει τα δρώμενα από το φυλάκιο του εξωτερικού τοίχου. Ο αξιωματικός φαίνεται να ζητάει από έναν κρατούμενο να του δείξει διάφορα σημεία πάνω σε έναν απλωμένο χάρτη (πιθανόν κάποιες θέσεις των ανταρτών;). Στον επόμενο κρατούμενο που ανακρίνεται, είναι εμφανή σημάδια τραυματισμού (από βασανισμό;) στο αριστερό του μάτι. Από μια ψηλότερη λήψη φαίνεται και η πίσω μεριά του κτηρίου των φυλακών, με την σκεπαστή εξωτερική σκάλα που συνέδεε τον πάνω με τον κάτω θάλαμο, καθώς και κάποια γειτονικά με τις φυλακές κτήρια από την πλευρά της 28ης Οκτωβρίου.


Το φιλμάκι του βρετανικού αρχείου (μεταξύ 2.44 – 3.46)
Ο προπαγανδιστικός σκοπός των, όπως φαίνεται, «στημένων» γυρισμάτων είναι ολοφάνερος. Οι κοντινές λήψεις στα πρόσωπα και στο παρουσιαστικό των κρατουμένων επιδίωκε να αποδομήσει στα μάτια του θεατή την εικόνα του περήφανου και αγέρωχου αγωνιστή, όπως για παράδειγμα την είχε αποθανατίσει μερικά χρόνια πιο πριν η φωτογραφική μηχανή του Μπαλάφα και του Μελετζή. Ο κρατούμενος αντάρτης-κομμουνιστής, παρουσιάζεται εδώ σαν ένας «ρακένδυτος συμμορίτης», «κατσαπλιάς» ή στην καλύτερη περίπτωση σαν «φοβισμένο αγρίμι», οι δε στρατιωτικοί εκπρόσωποι της Πολιτείας ως «τυπικοί», «άψογοι», σχεδόν «ευγενικοί».»
Το καλοκαίρι  του 1948 και ενώ ο εμφύλιος κορυφωνόταν δημοσιεύτηκε το προπαγανδιστικό άρθρο του Σπύρου Τριανταφύλλου στην εφημερίδα Εμπρός 
( 8/7/1948)   με τίτλο : Αυτοί που θα έσωζαν την Ελλάδα . ΟΙ ΣΥΜΜΟΡΙΤΑΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΓΚΕΛΑ. Μία επίσκεψις εις τας φυλακάς Ιωαννίνων – Πώς είδα 200 ανθρώπινα ράκη κόκκινα – Παιδιά και κορίτσια έως 14 ετών! Μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.
Στον ανώνυμο αγωνιστή του λαού (Σκίτσο του Νίκου Παππά)
Ένα μήνα μετά, στις 2 Αυγούστου 1948, ο γιαννιώτης συγγραφέας Λάμπρος Μάλαμας, κρατούμενος στου Φιξ, δίνει απάντηση αποτυπώνοντας  την εμπειρία του και  τη ζοφερή ατμόσφαιρα της φυλακής  συμπυκνωμένη σε στίχους.
Στιγμές Οδύνης
1948.Στις φυλακές του Φιξ
καθώς νυχτώνει κάθε βράδυ
ακούμε αναλυγμούς
και ουρλιαχτά συντρόφων.
Πέφτουμε σωριασμένοι
σ’ ένα θάλαμο 5Χ8
ο ένας πάνω στον άλλο
και το εκκλησάκι στην κορφή(!)
Κάθε Τρίτη και Πέμπτη
Παίρνουν για εκτέλεση αγωνιστές
από τα κάτω σκοτεινά κελιά
Οι βόγγοι των βασανισμένων
γίνονται ρίγη ανατριχίλας,
σφίγγουμε δόντια και γροθιές`
και μελλοθάνατοι αποχαιρετούν
τη ζήση τραγουδώντας!
Οι δήμιοι γρυλίζουν ξέφρενα
τα θύματα χτυπώντας.
Του Φιξ οι ανασεμιές
μυρίζουν αίμα και πληγές!
Τα βουρδούλια βουβουνίζουν τα κορμιά
με τις ευχές των «οψωνίων»
του «αγίου» Σωσιπάτρου(!)
Κάποιοι συγκρατούμενοι παραλογούνε…
Κι ένας κρεμάστηκε με την κουβέρτα του.
Ένας αιχμάλωτος αντάρτης
έχει στο πλάι μου 40 πυρετό,
τονε δροσίζουμε μ’ ένα πανί βρεγμένο.
Οι φρουροί σφυρίζουν για σισίτιο
συχνά πληγούρι, ρέγγες και φακές
με δυο ελιές σκουληκιασμένες
Μα…από τέτοιους τάφους ανασταίνεται
η λευτεριά του κόσμου…
                                      Φιξ 2.8.48
 Πηγές:
1) Λάμπρου Μάλαμα, Το Χρονικό του «Φιξ». Αναμνήσεις, αφηγήματα, Ντοκουμέντα Από Φυλακές Δίκες και Καταδίκες. Σειρά «Ελεύθερο Πνεύμα» Αθήνα 1988. Από το βιβλίο αυτό και οι εικόνες.
2) Σπύρος Εργολάβος, Η δίκη της Πρίντζου και οι εκτελεσμένοι των Ιωαννίνων, Εκδόσεις Σοκόλη 1988
3)  Γιώργου Μ. Βραζιτούλη, Οι φυλακές του «Φιξ» στα βρετανικά αρχεία, Εφημερίδα Ηπειρωτικός Αγών, Πέμπτη 24 Ιουλίου 2014


Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Γράμματα απ' το μέτωπο

Με πόση λαχτάρα ξανάρχισε ο κόσμος να καρτερεί γράμματα από τους αγαπημένους του! Ο ταχυδρόμος, πρόσωπο πάντα επιθυμητό, έγινε τώρα πιο αναγκαίος από κάθε άλλη φορά, δωρητής χαράς αληθινός. Η εφημερίδα, το ραδιόφωνο κι αυτός, είναι οι τρεις επικαιρότητες , που συγκεντρώνουν, καθημερινά και απόλυτα, το ενδιαφέρο του κοινού. Όλες οι άλλες έγνιες έχουν παραμεριστεί` δεν απόμεινε παρά εκείνη που στρέφεται εναγώνια στο μέτωπο, εκεί όπου πολεμάει ο στρατός μας. Όσοι βρίσκουνται ακόμα ανάμεσά μας, έχασαν πια τη σημασία τους. Αυτούς τους βλέπουμε: δεν παθαίνουν τίποτε ή, αν πρόκειται να πάθουν, τους έχουμε κάτου από τα μάτια μας. Οι άλλοι, όμως, οι πολεμιστές, αυτοί που παίζουν με τα βόλια - τι γίνουνται, πού κοιμούνται, πώς περνάνε το χειμώνα; Ω, πόσο μεγαλοποιεί η απόσταση τον κίντυνο!
Γι' αυτό, μόλις έρθει από εκεί ένα γράμμα, φέρνει απίστευτη χαρά. Το διαβάζουν και το ξαναδιαβάζουν οι γυναίκες, το φυλάνε κάτου από το προσκέφαλό τους. Οι περισσότερες, που δεν ξέρουν να διαβάζουν , τρέχουν να βρουν έναν έμπιστό τους, κάποιον που να μην κοσκινίζει τα μυστικά στη γειτονιά. Διαβάζει και δεν ξεκολλούν από πάνου του το βλέμμα. Τα λόγια πέφτουν ένα - ένα, φορτωμένα νόημα, ηλεκτρισμένα μες απ' το διάστημα.
" Αγαπητή σύζοιγή μου Παναγιώτα, χαίρε Πρότων ερωτό δια την καλήν σας υγίαν, καθός και εγό μέχρη όρας υγιένο καλός" Ποτέ η καθαρεύουσα δε χρησιμοποιήθηκε, από τους αδέξιους αυτούς ανθρώπους, για ιερώτερο σκοπό. Και οι ανορθογραφίες δεν εφάνηκαν ποτέ τόσο εξαγνισμένες. Γράφει και υπαγορεύει ο λαός, ο αμόρφωτος, ο νοσταλγικός, ο μεγαλόψυχος, ο αποφασισμένος να σκοτωθεί για την ιδέα της πατρίδας, απλά και δίχως ρητορίες.
Βλέπω τα γράμματα και, μη έχοντας ο ίδιος να περιμένω είδηση από πουθενά, θυμούμαι τα χρόνια του προηγούμενου πολέμου, τότε που εγώ ήμουν ακόμα ένα παιδί του σκολιού. Πόσο λίγο αλλάζουν οι καιροί!
Ο πατέρας μου είχε το ταχυδρομείο της περιφέρειας, και σε ώρα ανάγκης τον βοηθούσα. Χώριζα τα γράμματα κατά χωριά και συνοικίες, καμμιά φορά τα μοίραζα κι ο ίδιος. Έκανα γούστο με τα εικονογραφημένα δελτάρια, καμάρωνα ιδιαίτερα τις βραχείες, καταλάβαινα απ' το βάρος τις φωτογραφίες. Των γειτόνων μου τα γράμματα φρόντιζα να τα παραδίνω με τα χέρια μου. Με κρατούσανε κιόλας να τους τα διαβάζω κι ο κόπος μου δεν πήγαινε χαμένος. Με φίλευαν πότε δεκάρα ή κοσαράκι, πότε σύκα και καρύδια, πότε πάλι κανένα αυγό. Άλλες γυναίκες, πιο ανυπόμονες, περίμεναν στο σπίτι μας` έρχουνταν από νωρίς και τις έβρισκαν εκεί τα μεσάνυχτα, ώσπου να φανεί ο πατέρας.
Τα ίδια γίνουνταν κι όταν θέλαν ν' απαντήσουν στον άντρα, στον αδερφό, στο παιδί τους. Έλεγαν μια λέξη κι έπρεπε να συμπληρώσεις ολόκληρη φράση . Μπέρδευαν τις έννοιες, παραμόρφωναν τις ονομασίες. Τι ξέραν αυτές από τοπωνύμια της Μικρασίας! Το νοσοκομείο τόλεγαν ισοκομείο, σοκομείο και τα λοιπά. Στο τέλος όμως απαιτούσαν ν' ακούσουν όλο το περιεχόμενο , μήπως είχαν ξεχάσει τίποτε  το σοβαρό. Έδιναν το αντίτιμο του γραμματόσημου και μονάχα τότε ησύχαζαν. Αλησμόνητές μου πατριώτισσες, να φτάνει καμμιά γυναικεία ράτσα στον κόσμο την αντοχή και τη στοργή σας;
Τα χρόνια στομώνουν την ευαισθησία. Κι όσο απομακρύνεται κανείς απ' το λαό, τόσο νιώθει να στερεύουν οι πηγές των μεγάλων, των ριζικών κι αιώνιων αισθημάτων. Αγωνίζουμαι να ξαναβρώ την ισορροπία της καρδιάς μου, με τη βοήθεια του μνημονικού.
Τ.Τ 930 είταν το μέρος απ' όπου αλληλογραφούσαν οι στρατιώτες της περιφέρειας μας. Πόσες χιλιάδες γράμματα πήγανε κι ήρθαν μ' αυτά τα ιερογλυφικά; Δυο φορές τη βδομάδα το σακκούλι του αγροτικού διανομέα φούσκωνε από φάκελλα. Το ίδιο ανυπόμονα καρτερούσανε κι εκείνοι: εκεί στις ερημιές δεν είχαν ζωντανώτερη χαρά. Συγκινήσεις όλων των ειδών διασταυρώνονταν απ' όλα τα σημεία` επαρχία και μέτωπο βρίσκουνταν σ' αδιάκοπη επικοινωνία. Η ελληνική ατμόσφαιρα  παλλότανε και τότε από γνήσιες λαχτάρες.
Πόσα χρόνια έχουν περάσει. Ούτε είκοσι καλά καλά. Σήμερα η Ελλάδα μας σηκώθηκε πάλι σε συναγερμό. Μοναχογιοί αφήσανε τις μάνες τους, προστάτες παρατήσαν τις φαμίλιες τους, μέτωπα στοχαστικά αποσπάστηκαν απ' το βιβλίο. Τους πήρε όλους το κύμα του χακιού. Τώρα δρασκελάνε ρεματιές και σκαρφαλώνουν κορφοβούνια. Το τσαρούχι κι η αρβύλα πατούνε γνώριμα χώματα. Ελληνικές εστίες , κρυμμένες παντού, υποδέχουνται τον ελευθερωτή. Αλλά τι αγώνας απαιτείται για να προχωρήσει κανείς ένα χιλιόμετρο! Στο χάρτη οι αποστάσεις συντομεύονται τόσο πολύ.
Ο Θεός βοηθός τους, έτσι ψιθυρίζουν οι απλές ψυχές. Οι ψυχές όλων των Ελλήνων είναι σήμερα στραμμένες προς τα σύνορα, εκεί όπου συντρίβεται ύπουλος εχθρός. Τα ελληνικά όπλα θαυματούργησαν ακόμα μια φορά. Ο στρατός τραβάει, θαρραλέος μπροστά. Δίνει θανάσιμα χτυπήματα στο φασισμό. Ποιος όμως θα εμποδίσει την ανθρώπινη καρδιά να τρέμει; Μανάδες κι αδερφές, παντρεμένες κι αρραβωνιαστικές περιμένουν ένα μικρό μήνυμα με χτυποκάρδι.
- Έχουμε γράμμα;
Θα περάσει κι αυτός ο πόλεμος, θα περάσει. Με όνειρα που ζητούν αμέσως ερμηνεία, με φόβους που αποδεικνύονται μάταιοι στο τέλος, με προσδοκίες κρίσιμες και οδυνηρά ενδιάμεσα, θα φτάσουμε κάποτε στο τέρμα της δοκιμασίας. Ένας ένας θα γυρίσουν οι πολεμιστές. Άλλος θα έχει μια πληγή, άλλος ένα γαλόνι . Οι δικοί τους θα τους ξαναδούνε σαν αναστημένους . Θα κάμουν βδομάδες και μήνες ίσαμε που να τους χορτάσουν . Θα τους βρίσκουν αλλιώτικους τώρα, ωραιότερους κι ανώτερους από τα πριν, θα τους ψαχουλεύουνε να δουν αν είναι αληθινά πραγματικοί.
Κι εκείνοι θα διηγούνται τις περιπέτειές τους. Μέσα σε λίγον καιρό, θάχουν ωριμάσει ανέλπιστα, ψημμένοι για καλά στη φωτιά του πολέμου. Και θα ξέρουνε τι λεν, αυτοί που κράτησαν στ' αλαφρά τους χέρια τα πεπρωμένα της φυλής. Άνθρωποι της αράδας, ανώνυμοι, αφανείς, ένοιωσαν για μια στιγμή , σαν αποκαλυπτικά, πως ενσαρκώνουν την ιστορία μας και τα ιδανικά μας, κληρονόμοι και συνεχιστές ενός αθάνατου πολιτισμού. Η συναίσθηση της αποστολής αυτής, όσο αόριστα κι αν τους πέρασε απ' το μυαλό, τους έμεινε για πάντα. Τους ανύψωσε, από άτομα ξεκομμένα που είταν, στη σύνθεση της ομάδας και του έθνους.
Τι νάναι  αλήθεια εκείνο που σε παρόμοιες περιστάσεις μεταμορφώνει ένα λαό; Μπορεί να γκρινιάζουνε, να τσακώνονται πρώτα, να κοιτάζει καθένας το συμφέρο και τις κλίσεις του. Άξαφνα, όλες αυτές οι λεπτομέρειες λησμονιούνται , αφήνουνται γι' αργότερα. Χρέος επιταχτικό, χωρίς αναβολή, φωνή του νόμου που την αισθάνεται δική της πια η συνείδηση του καθενός, καλεί τη νεολαία στα όπλα. Δεν είν'  αστεία, παίζουνε με τη ζωή τους. Χιόνια και πορείες, πολυβόλα και αεροπλάνα, τους έχουνε βάλει στο σημάδι. Αυτοί, όμως, προχωρούν. Μια υπόθεση ιερή τους εμψυχώνει. Δε φοβούνται τον Άδικο, κι ας φαντάζει πελώριο το ανάστημά του.
Ποιος θ' αρνηθεί πως σ' εμάς τους Έλληνες η ιδέα της ελευθερίας μένει πάντα ζωντανή; Φρόνημα ανεξάρτητο, εσένα ολημερίς δοξολογούμε! Ζωή που την περνάει κανείς μες στη σκλαβιά, δεν αξίζει το επίσημο όνομα της ζωής. Και οι θυσίες είναι αλληλένδετες με το πνεύμα της νίκης. Αυτή, χωρίς εκείνες, δεν έρχεται ποτέ. Ας το συνηθίσουμε όλοι από τώρα, για νάμαστε έτοιμοι αν χρειαστεί. 
" Εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει` εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει".

Ο Γιώργος Κοτζιούλας έγραψε αυτό το χρονογράφημα εμπνευσμένος από το έπος του 1940. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό " Νεοελληνικά Γράμματα" στις 7 Δεκεμβρίου 1940.



Γιώργος Κοτζιούλας , Πικρή ζωή και άλλα πεζογραφήματα. Επιλογή από το έργο του. Εισαγωγή- Επιμέλεια- Σχόλια Σωτηρία Μελετίου. Εκδόσεις Νηρέας , Αθήνα 2014

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015

Πόσο όμορφη θα είναι αύριο η ζωή (του Κώστα Μπόση)

Το σπίτι του Κ. Μπόση όπως είναι σήμερα στο χωριό του, την Κυψέλη (Χώσεψη) Άρτας.

Επιμέλεια: ofisofi //atexnos

Ο Κώστας Πουρναράς (Μπόσης) κομμουνιστής από τα νιάτα του μέχρι το θάνατό του, μαχητής του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ, αξιόλογος συγγραφέας, άγνωστος στο πολύ κοινό μέχρι πριν λίγα χρόνια, λόγω της πολιτικής προσφυγιάς (δεν επαναπατρίστηκε) , έχει αφήσει ένα σημαντικό λογοτεχνικό έργο που άρχισε με τον συγκλονιστικό Άη –Στράτη και τη μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941 και συνεχίστηκε με αξιόλογα μυθιστορήματα, διαμάντια της αντιστασιακής και αγωνιστικής νεοελληνικής λογοτεχνίας (Κραβαρίτης, Ο Θωμάς ο Καρατζάς κ.α.).

Αντικρίζοντας για πρώτη φορά το κατερειπωμένο  σπίτι του Κώστα Πουρναρά (Μπόση)  στο χωριό του, την Χώσεψη (Κυψέλη) Άρτας, σκέφτηκα ότι συνεχίζεται  η εξορία και η προσφυγιά  και μετά θάνατον αυτού του «εμιγκρέ λογοτέχνη» με την αδιαφορία των τοπικών παραγόντων να συντηρήσουν  το σπίτι του και να αναδείξουν έναν  άνθρωπο του τόπου τους που η ζωή του υπήρξε υπόδειγμα αγωνιστικότητας και προσφοράς.

Εκεί μπροστά θυμήθηκα τη συλλογή διηγημάτων, «Αναμνήσεις», που κυκλοφόρησε το 1978 με ιδιωτική πρωτοβουλία. Αυτή τη συλλογή ο Κώστας Μπόσης τη χάρισε  στο χωριουδάκι του τη Χώσεψη.

«Τούτα τα χώματα, τα κράκουρα θα έλεγα, είναι τα παιδικά μας χρόνια, οι δικοί μας, οι πολλές στερήσεις, οι λίγες χαρές, οι αναμνήσεις…Μ’ άλλα λόγια η μικρή μας πατρίδα και τα νοσταλγούμε, και τα αγαπάμε…όμως είναι άγορα – άξινα ….Εδώ θα έρχουμε πότε – πότε σαν επισκέφτης να θυμάμαι τα παλιά.»

Πρωταγωνιστούν άνθρωποι καθημερινοί, συντοπίτες, συγχωριανοί, συναγωνιστές και σύντροφοί του. Όλες οι ιστορίες διαδραματίζονται και εξελίσσονται μέσα  σε χώρους  και τόπους που συνδέονται με την ιδιαίτερη πατρίδα του  και τους αγώνες του.

«Τούτα τα χώματα, τα σχεδόν άγονα παλιότερα, γέμισαν αξιοπρέπεια, αλληλεγγύη, παλληκαριά, φως…Ο αγώνας άλλαξε τον άνθρωπο, ο αγώνας έφτιαξε καινούριο άνθρωπο. Ούτε λόγος. Του πήραν τη λευτεριά, όμως δεν μπόρεσαν να του πάρουν και την ψυχή…» έγραφε.

Από αυτή τη συλλογή είναι η ιστορία του Χαρίλαου Σισμάνη (Πόσο όμορφη θα είναι αύριο η ζωή) που αντιπροσωπεύει τους εκατοντάδες ανώνυμους κομμουνιστές που θυσιάστηκαν γιατί δεν λύγισαν και δεν πρόδωσαν αγώνες και οράματα για μια καλύτερη ζωή στη δύσκολη μεταβαρκιζιανή εποχή. Ονειροπόλος ο Σισμάνης  ακόμα και όταν το όνειρο όχι μόνο απομακρύνεται αλλά οι αντίπαλοι προσπαθούν με λύσσα να το σβήσουν από το νου και την ψυχή του χρησιμοποιώντας ψεύτικα κατηγορητήρια και τη θανατική καταδίκη.


Η πίσω πλευρά του σπιτιού του Κ. Μπόση όπως είναι σήμερα στο χωριό του, την Κυψέλη (Χώσεψη) Άρτας.

«Ο ερχομός καινούργιων άλαξε κάπως τη ζωή. Οι παλιοί ξεψάχνιαζαν τους νεοφερμένους: Πότε πιάστηκαν, γιατί τους κατηγορούν, αν ορίστηκε η δίκη, αν ξέρουν κανένα νέο…Τους ζύγισαν, τους τοποθετούσαν κάπου στη συνείδησή τους και τους άφηναν ήσυχους. Γίνουνταν κι αυτοί, όπως κι οι παλιοί, νούμερα της φυλακής. Όμως τούτος σα να ήταν κάπως διαφορετικός. Τις περισότερες ώρες κάθονταν ξαπλωμένος κι αγνάντευε τις αντικρυνές βουνοκορφές απ’ το βορινό παράθυρο. Στη συνηθισμένη «ανάκριση» απάντησε κοφτά:

– Με λένε Σισμάνη Χαρίλαο. Είμαι τυπογράφος. Με κατηγορούν για κατασκοπεία…

Όσο σύντομη η «κατάθεση», τόσο περισότερα και τα ερωτηματικά. Κι ο ίδιος με τη στάση του έριχνε νερό στο μύλο της περιέργειας. Έδειχνε αφηρημένος, δεν έκανε παρέα με άλλους, δεν παραπονιόνταν. Μερικοί τον πέρασαν για σπασμένο και προσπαθούσαν να του δώσουν κουράγιο, άλλοι για κουτούτσικο κι άρχισαν τα άνοστα αστεία. Το ζήτημα μπερδεύονταν πιο πολύ, γιατί κανένας απ’ τους καινούργιους δεν τον ήξερε. Τον είχαν πάει στο «Μεταγωγών» απ’ το μπουντρούμι, την ώρα που ξεκινούσαν για τις φυλακές.

– Εμένα μού κόβει το μάτι, λέει ο Πασάς. Τον έσπασαν στο ξύλο και του έστριψε…

– Κρίμα! είσαι και δάσκαλος, απαντάει ο Λάβρακας. Ιδέα δεν έχεις από ψυχολογία. Την απολογία του ετοιμάζει.

Στη δεύτερη βόλτα στάθηκαν δίπλα στο Σισμάνη.

-Σύντροφε Χαρίλαε! του σύστησε ο Θαλαμάρχης. Ρίξτο και λίγο όξω.

– Δε σκέφτουμαι τη δίκη, αν ενοείς αυτό, απάντησε ήρεμα. Δεν έχω και τι να σκεφτώ. Δεν υπάρχει τίποτα σε βάρος μου κι αυτοί έχουν απλοποιήσει πάρα πολύ τα πράματα. Πρώτα αποφασίζουν ποιον θα στείλουν  στον άλλο κόσμο κι ύστερα φτιάχνουν το κατηγορητήριο… Ίσως να το έχει η φυλακή, μπορεί και η περίσταση. Κοιτάζεις απ’ το παράθυρο τα περασμένα και νοσταλγείς, όσο σκληρά κι αν ήταν. Μπορεί και η ψυχή τ’ ανθρώπου να είναι έτσι φτιαγμένη. Φτάνεις στην κορφή κι αγναντεύεις πίσω με λαχτάρα, προτού πάρεις τη στροφή. Και η δύση μού θύμισε μια παλιά σκηνή. Τον καιρό του ΕΛΑΣ πέτυχα σε μια πλαγιά του Παρνασού. Στον ορίζοντα μακριά είχε σύνεφα πολά. Πουπουλένια – βαμβακένια, σταχτιά – κρουστά – αφράτα. Ο ουρανός έμιαζε με το Αιγαίο – ακρογιάλια δαντελωτά, όχτες τραχές, αμέτρητοι κόρφοι και λιμνούλες γαλάζιες… Άλλη μια φορά… Όμως εμείς δεν είχαμε καιρό να χαρούμε τις ομορφιές της φύσης. Τώρα εδώ μάς δίνεται η ευκαιρία να εμφανίσουμε το φιλμ που το τραβούσαμε τότε στα πεταχτά…

– Τέτοια εποχή και ονειροπολήματα! Κούνησε το κεφάλι ο Πασάς.

– Ακριβώς! Στις απότομες καμπές το ονειροπόλημα είναι ο χυμός της ζωής, το φτερό της προόδου. Ακούστηκε βόμβος αεροπλάνου κι ο Σισμάνης συνέχισε: Πόσον καιρό δε στάθηκε ο Δαίδαλος κι ο Ίκαρος εκεί στα άξινα ακρογιάλια της Κρήτης μπροστά στο απέραντο πέλαγος, ονειροπολώντας να φτιάξουν φτερά!… Κάποιος άλλος αγνάντευε απ’ το παράθυρο τη γειτονιά, τη βυθισμένη στη φτώχια και την κακομοιριά, κι έγραψε, πως θα ρθεί ένας καιρός… Κι άλλοι αργότερα κοσκίνισαν τα πέταξαν τις ουτοπίες, πρόστεσαν καινούργια κι έφτιαξαν το Μεγάλο Όνειρο. Ακόμα και κει, όπου το όνειρο «έγινε έργο ζωντανό», στη θέση του φύτρωσαν άλλα. Χωρίς όνειρο δε ζει η ανθρωπότητα.

– Βρήκε και τον καιρό και τον τόπο… φουρκίστηκε ο Σκάλας, που ήταν καταδικασμένος σε θάνατο και μάταια περίμενε απάντηση στην έφεση.

– Ίσως να έχεις δίκιο, σύντροφε, θα κάνουμε ό,τι μπορούμε να σταματήσουν οι δίκες, οι εκτελέσεις, όμως πέρα απ’ αυτό… Πόσοι άλλοι πριν από μας δε βρέθηκαν μπροστά σε μια τέτια στιγμή!… Κι έφυγαν, αφήνοντάς μας για κληρονομιά τους χορούς, τα τραγούδια, τα όνειρά τους. Κι ήρθε η δική μας σειρά να τα συνεχίσουμε. Κι ύστερα από μας θα ρθούν άλλοι… Άλλωστε ο θάνατος, είτε στο κρεβάτι, είτε στο απόσπασμα, είτε κάπου αλλού, θάνατος είναι, ο ίδιος πάντοτε, διαφέρει μόνο από το τι θα αφήσει πίσω του. Και τι θα κερδίσουμε να σκαλίζουμε συνέχεια την ίδια πληγή! Θα φαρμακώσουμε μόνο όσες μέρες μάς απομένουν, που μπορεί να είναι λίγες, όμως, ποιος ξέρει, μπορεί να είναι και πολλές.

Ο Πασάς, σαν είδε το φύλακα της υπηρεσίας στο προαύλιο, τράβηξε το Λάβρακα απ’ τα μπράτσα και μορμούρισε:

– Θεοπάλαβος! Θα τον στείλουν στο Στρατοδικείο κι αυτός, αντί να φροντίσει για μάρτυρες, δικηγόρο… αεροβατεί…

– Κι εγώ σου λέω, δεν μπορείς να μπεις στην ψυχή τ’ ανθρώπου. Κάνει τον υπερεπαναστάτη, γιατί δεν υπάρχει τίποτα σε βάρος του. Περιμένει σήμερα – αύριο να τον αφήσουν να βγει και να χαρεί τις ομορφιές της φύσης.

Ο Σισμάνης έμεινε πάλι μόνος. Θυμάται. Ο καθηγητής των ελληνικών στο Γυμνάσιο τούς είχε βάλει να γράψουν έκθεση «εντυπώσεις από μια εκδρομή». Του γύρισε το τετράδιο μουρμουρίζοντας: «Σισμάνη! είσαι ονειροπόλος. Στη ζωή προκόβουν οι θετικοί άνθρωποι, οι πρακτικοί κι όχι οι φαντασιόπληκτοι…»

Είχε γράψει για ένα χωριουδάκι, τη Χαραυγή, ξαπλωμένο αναπαυτικά στα πόδια του βουνού, για ένα ανοιξιάτικο γλυκό απόβραδο, για τον καπνό π’ ανέβαινε απ΄ τα τζάκια, τις νοικοκυρές, που μπαινόβγαιναν στα σπίτια, τα παιδιά, που έπαιζαν στις ρούγες, για τη χαρούμενη – ήσυχη κι ευτυχισμένη αγροτική ζωή… Τέτιο χωριό δεν είχαν βρει στην εκδρομή. Δεν αποκλείεται και να μην υπήρχε τέτιο χωριό. Όμως αυτός έτσι το ήθελε και έτσι το έγραψε. Το παρατσούκλι άρεσε. Το πήραν οι συμαθητές του και τον πείραζαν κι αν δεν τον έδιωχναν λίγο αργότερα απ’ το σχολιό, ίσως σήμερα να μην τον έλεγαν Σισμάνη…

Έτσι. Από παιδί είχε τη λόξα. Κι έγινε σωστή αρώστια στα Μεγάλα Χρόνια. Βοήθησαν κι οι συνθήκες. Τον περισότερο καιρό, θαμένος μες τη γη, μακριά απ’ τον κόσμο, μακριά απ’ το φως. Σαν τέλιωνε τη δουλιά, ξάπλωνε στο στρώμα μοναχός κι ονειροπολούσε. Τη νύχτα, όταν είχε σκοτάδι και καλόν καιρό, ανέβαινε στην ταράτσα κι αγνάντευε τα φώτα, κι αγνάντευε τ’ άστρα , κι άκουγε τη βοή της πόλης, κι ονειροπολούσε τον καινούργιο κόσμο…

Κι η αγάπη του είχε κάτι το ονειροπόλο. Είχαν πάει εκδρομή. Μαζί κι η Στέλα. Κάποια στιγμή ξεκόπηκαν. Της πέταξε ένα κλωναράκι πεύκο, του έριξε ένα λιθαράκι. Την κυνήγησε από πέτρα σε πέτρα, από δέντρο σε δέντρο και κει στο λαγγαδάκι γλύστρησε η κοπελιά. Της πρόσφερε ένα αγριοτριαντάφυλο κι αυτή μια μαργαρίτα…

Όταν του έδωσαν εντολή να κλειστεί στο χειροκίνητο τυπογραφείο, του είπαν: Κανένας δε θα μάθει, πού θα πας και τι θα κάνεις». Κι έμεινε πάλι μόνος. Κι ονειροπολούσε κι έκανε σχέδια να έβρισκε έναν τρόπο να έστελνε ένα μήνυμα στη Στέλα. Κι έφτιασε ένα πακέτο χαρτί με τη «μαργαρίτα» ζωγραφισμένη δίπλα στο λαγγαδάκι. Και της απάντησε με τον ίδιο τρόπο.

Κάποτε το ονειροπόλημα πέρασε απ’ την άλλη πάντα. Ένα φεγγάρι αντάμωσε τη Στέλα στο βουνό. «Να παντρευτούμε!» τον πάλαιβε εκείνη. Αυτός αλιώς ονειρευόταν την οικογενειακή ζωή… Να έρχονταν η χιλιάκριβη η Λευτεριά. Να γίνονταν ησυχία. Να είχαν ένα σπιτάκι με λουλούδια στην αυλή. Να γυρίζουν απ’ τη δουλιά και να πηγαίνουν ξένιαστοι περίπατο… Κι ήρθαν τα μεταβαρκιζιανά και τώρα…

Μπήκε κάποιος κι έδωσε στο θαλαμάρχη μια τσαλακωμένη εφημερίδα. Είχε τη φωτογραφία του Σισμάνη κι έγραφε… και τι δεν έγραφε! Στέλεχος, φυλακές, εξορίες, τυπογραφεία, κώδικες, ασύρματοι… Ούτε θεοπάλαβος ούτε κομμουνιστής του γλυκού νερού. Οι δυό φίλοι κοιτάχτηκαν στα μάτια και για πρώτη φορά συμφώνησαν: Την είχε πατήσει και για αυτό τώρα έλεγε μεγάλες κουβέντες. Την ίδια στιγμή φώναξαν το Σισμάνη στο γραφείο. Ο διευθυντής τού διάβασε ένα κομάτι απ’ το κατηγορητήριο και μισή ώρα σχεδόν συνέχισε την κατήχηση. Ο Σισμάνης ούτε και πρόσεχε. Απ’ το παραθύρι φαίνονταν η κοιλάδα και η αντικρυνή πλαγιά ως την κορφή του λόφου. Πρασινάδα σκέπαζε τη γη κι από πάνω έσκυβαν οι ασημένιες ελιές. Γάργαρος ο ουρανός κι ο τόπος γελούσε κάτω απ’ τις αχτίδες του ήλιου. Κοίταζε και ροφούσε λαίμαργα την ομορφιά, τα χρώματα…

– Τ’ άκουσες; του έκοψε τους ρεμβασμούς ο διευθυντής.

– Τα ξέρω απόξω. Μου τα είπαν χίλιες φορές στην Ασφάλεια.

– Και τι σκέφτεσαι να κάνεις; Ξέρεις τι σε περιμένει.

– Θα παραδεχθώ την ενοχή μου και τελιώνει η υπόθεση, τ’ απάντησε να τον ξεφορτωθεί.

Άστραψε το μάτι του διευθυντή.

– Τότε, κάτσε και γράψε μια έκθεση.

Ο Σισμάνης σα να συνήρθε.

– Καλύτερα στο δικαστήριο. Θα είναι και πολύς κόσμος εκεί.

Την άλλη μέρα ξανά στο γραφείο. Ο διευθυντής βιάστηκε να φωνάξει ένα δικό του δικηγόρο.

– Κάποιος γνωστός σου με παρακάλεσε να αναλάβω την υπόθεση. Θα ήθελα να ξέρω, αν θα ομολογήσεις την ενοχή σου.

– Όσα λέει η ασφάλεια είναι ψέματα απ’ το «Α» ως το «Ω». Αν τα παραδεχτώ, θα με καταδικάσουν εκατό φορές σε θάνατο.

– Για τη γενική, την πολιτική ευθύνη μιλάω. Τις καταθέσεις θα τις μπαλώσουμε. Πρέπει να σιγουρευτώ, να περάσω απ’ τις διάφορες υπηρεσίες και να επισπεύσω τη δίκη. Δεν είναι σωστό να κάθεσαι υπόδικος.

Ο Σισμάνης τώρα κατάλαβε τις συνέπειες. Το κόμμα ήταν σχεδόν διαλυμένο. Όξω δεν είχε κανένα συγγενή, για να φροντίσει. Η Στέλα, κι αν έμαθε, πως πιάστηκε και παράνομη να μην ήταν, τι μπορούσε να κάνει! Είχε μόνο μια ελπίδα. Να παραταθεί όσο το δυνατό περισσότερο η υποδικία, μήπως γίνονταν καμιά γενικότερη αλαγή. Κείνη η φράση «Θα παραδεχτώ την ενοχή μου» θα τον έστελνε μια ώρα γρηγορότερα στον άλλο κόσμο… κι απότομα πάλι στη σκηνή η «λόξα» του. Οι άλλοι δεν είχαν καμιά σχέση με τη δική του υπόθεση . Τους κόλησαν σ’ αυτόν μόνο και μόνο να τους στείλουν στο στρατοδικείο. Αν άλαζαν οι μάρτυρες τις καταθέσεις, μπορούσαν να γλυτώσουν τουλάχιστον εκείνοι. Κούνησε το κεφάλι, ούτε καταφατικά, ούτε αρνητικά, κι ο δικηγόρος τού περιέγραψε σε χοντρές γραμμές το σχέδιο της δίκης.

Γύρισε στο θάλαμο και ξάπλωσε πικραμένος. «Έκανα μια βλακεία και μισή», σκέφτηκε. «Σισμάνης! στο επισκεπτήριο», ακούστηκε μια φωνή στο προαύλιο. «Ο δικηγόρος, είπε μέσα του, κάτι ξέχασε και γύρισε πίσω. Θα του πω: “Δεν έχω ανάγκη από υπεράσπιση” κι έτσι θα κερδίσω κάμποσο καιρό». Στα κάγκελα στέκονταν μια γριούλα.

– Ήρθα, παιδί μου, για το Βαγγέλη μου. Σου έφερα και σένα ένα πακέτο τσιγάρα απ’ τη θεία σου την Ευανθία.

Ο Σισμάνης δεν κάπνιζε. Στην πόλη δεν είχε ούτε Ευανθία, ούτε άλλη θεία. Ετοιμάστηκε να πει: «Κυρούλα! κάνεις λάθος», όμως δίπλα στέκονταν ο φύλακας. Θα την τραβούσαν στο «ιδιαίτερο» και θα την έδερναν να μαρτυρήσει από πού ήταν τα τσιγάρα. Τα έβαλε στη τσέπη, ευχαρίστησε τη γριούλα έστειλε χαιρετίσματα στη θεία την Ευανθία και γύρισε στο θάλαμο. Ο Ταρσής, που έκανε βόλτες, ζήτησε τσιγάρο απ’ το Σκάλο.

– Πού να το βρω; τ’ απάντησε κείνος, μουτρωμένος. Σαν κι είχα επισκεπτήριο;

Ο Χαρίλαος έβγαλε το πακέτο, μοίρασε τα τσιγάρα και, κει που ετοιμάζονταν να πετάξει το κουτί, είδε σε μια γωνιά τη «μαργαρίτα» ζωγραφισμένη δίπλα στο ρεματάκι. Ξεχείλισε η καρδιά του από χαρά. Ξάπλωσε κι άρχισε ξανά το ονειροπόλημα. Πού να βρίσκεται; Ίσως στον ίδιο τάφο, το δικό του, ίσως στην ίδια δουλιά. Κοιτάζει τη «μαργαρίτα» με λαχτάρα και κουβεντιάζει νοερά: Στέλα! σ’ ευχαριστώ. Μείνε ήσυχη. Έχω κουράγιο. Ό,τι κι αν συμβεί… Αν σ’ άκουγα και παντρευόμαστε, μπορεί να είχες σήμερα κάποιον δίπλα σου, ώσπου να περάσει ο πόνος και να φτιάξεις ξανά όνειρα…»

Οι δικαστές το πρωί, την ώρα του καφέ, μελέτησαν «επισταμένα» τη δικογραφία των και τώρα σοβαροί καν… δίκαιοι ανέβηκαν στις έδρες τους. Οι «αυτόπτες» μάρτυρες κοκίνιζαν στην αίθουσα αναμονής. Τα σώματα του εγκλήματος – τυπογραφικά στοιχεία, φορητοί ασύρματοι, κρυπτογραφικοί κώδικες…- κουβαλήθηκαν στο διπλανό δωμάτιο. Οι δικηγόροι πιάνουν θέσεις. Οι δημοσιογράφοι – αρκετά πολλοί τη φορά αυτή – πάνε κι έρχονται. Πυκνώνει το ακροατήριο. Από στόμα σε στόμα είχε διαδοθεί, πως θα γινόταν μια συντριπτική αποκάλυψη.

Τελιώσαν οι μάρτυρες κατηγορίας – υπεράσπισης δε χρειάζονταν – και δόθηκε ο λόγος στο Χαρίλαο και γιατί αυτόν έφερναν σαν αρχηγό και γιατί με την απολογία του ήθελαν να σπάσουν το ηθικό των άλλων.

– Ομολογώ, κ. δικαστές. Είμαι και κατάσκοπος, και προδότης, και μίσθαρνο όργανο. Όμως ποιος έφταιξε να γίνω τέτιος και χειρότερος; Πρώτη και καλύτερη η βάβω μου. Καθόμαστε τις μεγάλες νύχτες του χειμώνα στο τζάκι και μας έλεγε παραμύθια για δράκους και βασιλόπουλα…Δεύτερος ο δάσκαλος. Όταν διηγούνταν  τους μύθους της αρχαιότητας, εμείς κρεμόμαστε απ’ τα χείλη του. Έφταιγε κι ο χαρακτήρας μου. Ήμουν ονειροπόλος… Έβλεπα με τη φαντασία τον Άη – Γιώργη, λεβέντη κι όμορφο, να χτυπάει με το κοντάρι του, το θεριό να σπαρταράει, να ψοφάει και τον κόσμο να τρέχει λεύτερος για νερό στη βρύση… έβλεπα τον Ηρακλή να πατάει το νευρώδικο πόδι του στο λαιμό της Λερναίας Ύδρας, να κόβει ένα ένα τα κεφάλια και να καίει την πληγή με το δαυλό να μη φυτρώσουν ξανά.

…Και λαχταρούσα κι ονειροπολούσα να γινόμουν κι εγώ σαν αυτούς…Θα πείτε: Γιατί τα λέω αυτά; Για να καταλάβετε την αιτία, που οδηγεί τον άνθρωπο ως εδώ, γιατί, αν δεν βρούμε την αιτία, δε θα γιατρέψουμε την αρώστια. Ονειροπολούσα κι έλεγα: Γιατί να μισεί ο άνθρωπος τον άνθρωπο;! Γιατί να πεινάει ο κόσμος;! Όσα ξοδεύονται για το θάνατο, αν πήγαιναν για τη ζωή!… Να φτιάχναμε μια κοινωνία γεμάτη χαρά – αγάπη – ειρήνη!…

Ο Πρόεδρος σκύλιασε.

– Φτάνει! Φτάνει! Αυτό είναι κομμουνιστική προπαγάνδα.

Ο Σισμάνης έσιωσε το κορμί, σήκωσε πιο ψηλά το κεφάλι.

– Κύριοι δικαστές! Αφήστε με να τελιώσω. Σας λέω, τι σκεφτόμουν τότε. Το τι πιστεύω τώρα, θα το ακούσετε αμέσως.

– Αυτό μας ενδιαφέρει. Πες το με δυο λόγια και τελιώνουμε.

– Ως τα σήμερα έχουν γίνει ένα σωρό δίκες. Οι ίδιοι μάρτυρες, οι ίδιες καταθέσεις, μόνο οι κατηγορούμενοι αλάζουν. Άλλοι καταδικάστηκαν σε πολύχρονη φυλακή, άλλοι σε θάνατο. Κάμποσοι έχουν εκτελεστεί κιόλας… όμως σε καμιά περίπτωση δεν αποδείχτηκε η ενοχή. Και χρειάζονταν μια ανοιχτή ομολογία να δικαιολογήσει τις παλιές καταδίκες και να δημιουργήσει προηγούμενο για τις μελλοντικές. Έτσι κλείστηκε μια συμφωνία άγραφη. Οι μάρτυρες να αλάζουν βασικά τις καταθέσεις, να πουν δηλ. ένα μέρος της αλήθειας. Έτσι θα με διευκόληναν να γλυτώσω το κεφάλι μου. Τους ευχαριστώ, γιατί εκπλήρωσαν τις υποσχέσεις τους. Ένας  ομολόγησε, πως δεν βρήκαν τυπογραφείο, ο άλλος, πως μ’ έπιασαν στο δρόμο χωρίς σακάκι και δεν κουβαλούσα στην πλάτη ασυρμάτους κι άλλα τέτια κι οι τσέπες του παντελονιού μου είναι – κοιτάχτε – ολότελα τρύπιες κι αν έβαζε μέσα τους κώδικες, τακρυπτογραφήματα… θα τα έχανε… Ο «ενοικιαστής», όταν είδε τη φωτογραφία μου στις εφημερίδες, πήγε στην Ασφάλεια και κατέθεσε πως καθόμουν στο σπίτι του. Εδώ αμφιβάλλει αν ήμουν εγώ… Τώρα έρχεται η σειρά μου να εκπληρώσω εγώ την υπόσχεσή μου. Να αναλάβω την ευθύνη μου… Το συγκεκριμένο κατηγορητήριο σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται να το παραδεχτώ. Αφού το αναίρεσαν οι ίδιοι οι μάρτυρες. Οι συγκατηγορούμενοι δεν είχαν καμιά σχέση και επαφή με μένα…

– Σ’ αφαιρώ το λόγο! Σ’ αφαιρώ το λόγο! πετάχτηκε ο Πρόεδρος.

– Κύριε Πρόεδρε! Δε με κατάλαβες. Σημασία έχει η γενική πολιτική του ΚΚ κι όχι αν είναι ή όχι σωστή μια συγκεκριμένη καταγγελία. Σ’ αυτό σκέφτουμαι να φτάσω.

– Αφήστε τον, κ. Πρόεδρε, παρακάλεσε ο συνήγορος, που δεν είχε χάσει τελίως τις ελπίδες. Αυτό μας χρειάζεται.

– Αυτό μόνο! Αυτό! Φώναξε ο Πρόεδρος.

– Πραγματικά. Η πολιτική μου – δηλαδή του Κόμματος. Εγώ δεν έχω ξεχωριστή πολιτική δική μου – είναι πέρα για πέρα αντεθνική, προδοτική, ξενόδουλη. Γι’ αυτό υπάρχουν αποδείξεις, όσες θέλετε. Στα σύνορα – απ’ την μια άκρη ως την άλλη – σ’ όλες τις βουνοκορφές, τα διάσελα, τα σταυροδρόμια…χιλιάδες, δεκάδες χιλιάδες και περισσότεροι ακόμη κομμουνιστές και εαμίτες φρουρούν και θα φρουρούν στον αιώνα τον άπαντα τη λευτεριά και ανεξαρτησία της Πατρίδας μας.

– Κάτω! Κάτω! Κάτσε κάτω! ούρλιαξε ο Πρόεδρος.

– Όσο για τη Σοβιετική Ένωση, έχει δικά της εδάφη. Δεν της χρειάζουνται ξένα. Το κακό βρίσκεται κάπου αλλού. Αν κατέβαινε λίγο παρακάτω ο Ταλμπούχιν , δεν θα είχε κότσια να κάνει επέμβαση ο Τσώρτσιλ κι αργότερα ο Τρούμαν κι ο λαός μας θα ήτο σήμερα λεύτερος…

Τα τελευταία λόγια άλλοι τ’ άκουσαν κι άλλοι όχι. Στην αίθουσα επικρατούσε πανδαιμόνιο. Ο Πρόεδρος χτυπούσε το κουδούνι και στρίγγλιζε. Οι δικαστές, παρά την εθιμοτυπία, φώναζαν: Σε θάνατο! Σε θάνατο! Οι χωροφυλάκοι προσπαθούσαν να βγάλουν το Σισμάνη όξω απ΄την αίθουσα…

Οι σκοτινές δυνάμεις δεν πέτυχαν μια «συντριπτική  αποκάλυψη», όμως και το όνειρο του Χαρίλαου του Σισμάνη να βοηθήσει κάπως τους συντρόφους του, έμεινε όνειρο.

Τρεις μέρες αργότερα, πολύ πρωί, ξεκίνησε η συνοδεία. Το απόσπασμα πήρε θέση, γέμισε τα όπλα επιδειχτικά, τα σήκωσε και τα έφερε «επί σκοπόν». Ο Σισμάνης κοίταζε τα γύρω βουναλάκια, το γαλάζιο ουρανό, τον ήλιο, που πρόβαινε στην ανατολή κι, όταν ο επικεφαλής τον ρώτησε «τελευταία σου θέληση;» απάντησε σιγά:


Πόσο όμορφη θα είναι
αύριο η ζωή!»


(Διατηρήθηκε η ορθογραφία και η σύνταξη του συγγραφέα)