Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

"...εμείς ωραίοι κι ανυπόταχτοι θα ταξιδεύουμε για πάντα..."


Πάρτε τα υποταγμένα ινδάλματα
πάρτε τη γνώση που ρυτίδωσε τη νεανική αφή μας.

Πάρτε την άκαρπη γαλήνη
που κουρασμένη απόμεινε στο βράχο
να χτίζει το ναό της και τον τάφο της
με τα ξύλα των αρχαίων καραβιών μας.

Αφήστε μας μονάχα
την έκσταση της νύχτας
όπου οι μητέρες περιμένουν
μπροστά στην ανθισμένη πόρτα
τ' αλλόκοτα κι ατίθασα παιδιά τους
που λείψαν απ' το βραδινό τους δείπνο
που όλη τη μέρα κολυμπούν γυμνά
που ψάχνουν τις φωλιές των γλάρων
κι όλη τη νύχτα κοιμισμένα κουβεντιάζουν
άγνωστα λόγια για καράβια νέφη κι Άγγελους
για κάποιους Άγγελους τρελλούς που ζουν
στις πορφυρές φυτείες των κοραλλιών
για κάποιους Άγγελους ξανθούς
που αρραβωνιάστηκαν  τη θάλασσα
και ξέχασαν το θεό
παίζοντας σάλπιγγες αλλόφρονες
φτιαγμένες 
με οστά ναυαγισμένων ποιητών.

Αφήστε μας μονάχα
την έκσταση της νύχτας
που τα παιδιά ψαρεύουν άστρα
μέσα σε κάτασπρα καΐκια
που οι έφηβοι γυμνοί κι ωραίοι
χωρίς υπόνοια χωρίς τρόμο
κοιτούν κατάματα την ομορφιά.

Δόστε μας πίσω 
τα χάρτινα καράβια
ν' αράξουμε στο γνώριμο λιμάνι
της πρώτης μας πατρίδας.

Για μια στιγμή 
θα γονατίσουμε στην άμμο
και θα προσευχηθούμε
μπροστά στον αγονάτιστο ίσκιο μας
ενώ η θλιμμένη Παναγία της θάλασσας
θ' ανοίξει αθόρυβα την ξώπορτα της εκκλησίας
και θάρθει να φιλήσει τα μαλλιά μας
μουσκεμένα απ' τη λεπτή δροσιά των άστρων
της σιωπής και της νύχτας.

Όμως εμείς
θ' αρνηθούμε και πάλι
το φιλί της αγάπης
που πρααίνει και δένει.

Άγνωστοι εμείς μες στο άγνωστο
εμείς ωραίοι κι ανυπόταχτοι
θα ταξιδεύουμε για πάντα
εκεί στ' αργυρά δάση της σελήνης
εκεί στα ερημικά νησιά των άστρων
δίχως να ξέρουμε το θεό
δίχως να βρίσκουμε το θεό
σαν τον παλμό της ίδιας της θεότητας
που πλάθει φθείροντας τον εαυτό της.

Γιάννης Ρίτσος, Το εμβατήριο του ωκεανού , Ποιήματα 1930-1942 , τ.Α' Κέδρος 1978

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας και.... άνοιξη



Ένας γέρος μοναχός ζει μαζί με τον μικρό μαθητευόμενο του σε έναν μικρό, απομονωμένο, πλωτό ναό. Το άγρυπνο βλέμμα του δασκάλου – μοναχού καθοδηγεί, προβληματίζει και τιμωρεί τον μικρό μαθητή. Αυτό συμβαίνει στις περιπτώσεις που ο τελευταίος λόγω της παιδικής αφέλειας και της ανωριμότητάς του επιδίδεται σε πράξεις ασέβειας και βαρβαρότητας προς το φυσικό περιβάλλον που τον θρέφει και τον συντηρεί. Η ταινία είναι ένας ύμνος στη φύση. Ένα ποίημα στη δύναμη της ζωής που κυλά όπως το νερό, άλλοτε ορμητικά ξεσπώντας πάνω σε βράχους και πέφτοντας σε καταρράκτες και άλλοτε γαλήνια και ήρεμα σχηματίζοντας λίμνες και μικρά ρυάκια. Το σίγουρο είναι ότι η ζωή είναι κίνηση, είναι ρυθμός. Οι εποχές εναλλάσσονται και ο νεαρός μαθητής καθώς ανδρώνεται έρχεται σε επαφή με τον διαλογισμό και τις αρχές του βουδισμού. Ωστόσο, ο νέος δε μπορεί να αποφύγει τις εκπλήξεις που του επιφυλάσσει η ίδια η ζωή. Έτσι, ο νεαρός μοναχός παρουσιάζεται εξαιρετικά ευάλωτος και ανήμπορος ενόψει των βασάνων και των παθών που του επιφυλάσσει η ζωή. Η «πέτρα του σκανδάλου» είναι μια κοπέλα η οποία καταφεύγει στον μικρό ναό για να θεραπευτεί από μια απροσδιορίστου φύσεως αρρώστια. Οι δύο νέοι ερωτεύονται και η κοπέλα θεραπεύεται. Ο νέος, όμως, γίνεται έρμαιο του πάθους του προς την νεαρή ύπαρξη. Το ζεν δεν ορίζει πλέον ούτε την ψυχή του ούτε το μυαλό του. Το ανεξέλεγκτο πάθος του θα τον ωθήσει στην απάρνηση της ασκητικής ζωής και στο δρόμο προς τα εγκόσμια (με ότι αυτό συνεπάγεται). Ο νέος ξεχνάει ή μάλλον αγνοεί τις διδαχές του δασκάλου του περί ταύτισης του πάθους και του έρωτα με την εμμονή και τελικά με το έγκλημα. Παρόλα αυτά ο κύκλος της ζωής συνεχίζεται και η κατάληξη του νεαρού είναι αυτή που προέβλεψε ο γέρος μοναχός. Ο προδομένος νέος γεμάτος οργή επιστρέφει στο ναό μετά το φόνο της κοπέλας. Ο δάσκαλός του όμως τον βοηθά (όπως τότε που ήταν παιδί) να ξεπεράσει την οργή και την έντασή του μέσω της περισυλλογής, της επανόρθωσης και τελικά της εξιλέωσης.

Η σημειολογική διάσταση των τεσσάρων εποχών είναι η εξής: (Άνοιξη-Παιδί) Η γλυκύτητα της φύσης κλεισμένη στο χαμόγελο ενός παιδιού. Μόνο που η άνοιξη μπορεί να είναι σκληρή, γιατί η αθωότητα είναι φαινομενική, δεν βασίζεται στη γνώση αλλά στην άγνοια των νόμων της φύσης. Για να μάθει κανείς χρειάζεται να δει τις συνέπειες των πράξεών του και αυτό δημιουργεί πόνο. (Καλοκαίρι-Έφηβος) Ο Έρωτας αναστατώνει τα πάντα. Φουσκώνει και ξεχειλίζει. «Η φύση φταίει. Το πάθος ξυπνά την επιθυμία της εξουσίας. Η εξουσία την πρόθεση εγκλήματος». (Φθινόπωρο-Άνδρας) Ο Έφηβος πήγε να βρει τη μοίρα του. Οι δυνάμεις του Γιν νίκησαν και επιστρέφει στο ναό. Η επιστροφή όμως δεν είναι επιστροφή μεταμέλειας, αλλά πονηριάς και αποφυγής ευθυνών. Η οργή κυριαρχεί. Το πάθος κυβερνά ακόμη και η ισορροπία έχει χαθεί. Ο νους σκλαβωμένος μέσα σε σκέψεις τρέλας. Η φωνή του δασκάλου και πάλι βρίσκει ένα τρόπο για να τιθασευτεί ο νους. Εργασία και περισυλλογή, χωρίς να επηρεάζεσαι από τις εξωτερικές καταστάσεις. (Χειμώνας-Ώριμος πλέον). Η επιστροφή είναι πραγματική επιστροφή στο ναό, στις ρίζες. Η γνώση έχει γίνει πια βίωμα. Η μεταμέλεια αρετή. Η υπακοή στο νόμο οδηγεί στην απελευθέρωση. Ο άνθρωπος αποκτά μια θέση στον κύκλο της εξέλιξης. Ο Μαθητής είναι  τώρα Δάσκαλος. Έχει γίνει ένας κρίκος στην αλυσίδα προσφοράς. Όμως ο κύκλος αυτός είναι κομμάτι μιας σπείρας, που είναι η εξέλιξη.

Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας και άνοιξη ξανά. Η επανάληψη, τα στάδια ωρίμανσης του ανθρώπου, ο αδιατάρακτος κύκλος της ζωής σε αντιστοίχιση με τον αδιατάρακτο κύκλο της φύσης. Πρόκειται ουσιαστικά για μια φιλοσοφική παραβολή που νοηματοδοτείται μέσα από εικόνες μοναδικής ομορφιάς και μια αφήγηση που ακολουθεί ευλαβικά τους αργούς, εκστατικούς ρυθμούς ενός βουδιστικού ψαλμού. Μέσα σε αυτόν τον ψαλμό κάθε μορφή χάνεται και ξανάρχεται. Κάθε φορά ο Χειμώνας θα παγώνει τα πάντα, κάθε φορά ο ήλιος θα χάνεται και θα αφήνει τις σκιές να κυριαρχούν, αλλά και κάθε φορά η άνοιξη θα ξεπετάγεται με τα μπουμπούκια της ακόμη και μέσα από το χιόνι. Κι όσο πιο μεγάλο το σκοτάδι, τόσο πιο αδύναμο μπροστά στην πρώτη ακτίνα του πρωινού ήλιου. 

Ο σκηνοθέτης Ki-duk Kim μέσω της ταινίας του προβάλλει την βουδιστική άποψη ότι η σωματική και συναισθηματική βιαιότητα της ζωής μπορούν να αμβλυνθούν μέσω της αφύπνισης και του διαλογισμού που οδηγούν στον φωτισμό. Η ταινία αποτελείται από εκπληκτικές εικόνες φυσικών τοπίων που μεταμορφώνονται με την πάροδο των εποχών και των χρόνων. Ο Ki-duk Kim κινείται μεταξύ της λυρικότητας της φύσης, βουδιστικών αληθειών και βίαιων στιγμών της πραγματικής ζωής, μεταφέροντας στον θεατή μια αίσθηση γαλήνης και ηρεμίας.

Σκηνοθέτης: Kim Ki-duk
Σενάριο: Kim Ki-duk
Φωτογραφία: Dong-hyeon Baek
Μουσική: Ji-woong Park
Ηθοποιοί: Su Oh-yeong, Kim Young-min, Seo Jae-kyung, Kim Jong-ho, Ha Yeo-jin
Διάρκεια: 103’
Βραβεία: Η ταινία κέρδισε 4 βραβεία στο φεστιβάλ του Locarno, πρώτο βραβείο στο φεστιβάλ του Las Palmas, βραβείο στο διεθνές φεστιβάλ της Σόφιας κ.α.
Τοποθεσία: Νότια Κορέα 2003

 Κινηματογραφική Ομάδα Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

«Όπου χτυπά η καρδιά του σχολείου, η καρδιά του αγώνα…»

Ο χαιρετισμός του Γιώργου Μαργώνη, προέδρου του Συλλόγου Δασκάλων και Νηπιαγωγών Νομού Άρτας, στην εκδήλωση τιμής και μνήμης για τον Κώστα Πουρναρά (Μπόση), που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 23 Γενάρη 2016 στην Ανέζα Άρτας (δείτε αναλυτικό φωτο-ρεπορτάζ ΕΔΩ).
Την εκδήλωση διοργάνωσαν ο Σύλλογος Δασκάλων και Νηπιαγωγών Νομού Άρτας, ο Σύλλογος Γυναικών Αμβρακικού και το ηλεκτρονικό περιοδικό ΑΤΕΧΝΩΣ.

Αγαπητοί προσκεκλημένοι, φίλες και φίλοι

Ο Σύλλογος Δασκάλων και Νηπιαγωγών Νομού Άρτας σε συνεργασία με το Σύλλογο Γυναικών Αμβρακικού και το ηλεκτρονικό περιοδικό ΑΤΕΧΝΩΣ διοργανώνουν απόψε αυτή την εκδήλωση, αφιερωμένη στον Κώστα Πουρναρά· για μας τους εκπαιδευτικούς συνάδελφο, για άλλους φίλο, για άλλους συναγωνιστή, για άλλους συγγραφέα, για τους περισσότερους έναν άνθρωπο με τη σημασία και την ετυμολογία της λέξης.

Τον είδα τον Κώστα Πουρναρά. Σήμερα το πρωί στο συλλαλητήριο των εργαζομένων στην Πλατεία Κιλκίς. Το μεσημέρι στο μπλόκο των αγροτών στη Γέφυρα. Τώρα είναι κάπου εκεί, στο τελευταίο θρανίο και κάτι δείχνει σε δυο μαθητές του. Κι αύριο θα ’ναι σε κάποιο απ’ τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, ίσως και στον Αη Στράτη τ’ αγαπημένο του. Περιμένει τους πρόσφυγες να τους αγκαλιάσει, να τους καλωσορίσει στη χώρα μας.

Αυτός είναι κυρίες και κύριοι ο Κώστας Πουρναράς. Όπου χτυπά η καρδιά του σχολείου, η καρδιά του αγώνα, δίπλα στον εργάτη, τον αγρότη, τον πρόσφυγα, το μαθητή. Μια πολύπλευρη προσωπικότητα που δυστυχώς τώρα τη μαθαίνουμε.

Ας είναι η ζωή του παρακαταθήκη για εμάς και φάρος για το πώς πρέπει να ζεις αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αναδημοσίευση από ΑΤΕΧΝΩΣ

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

Τα επιβαλλόμενα μέτρα

Ο μεσημεριάτικος ήλιος φώτιζε τη μικρή πολίχνη εκτός σχεδίου, που κατά την έκφραση του διευθυντή των φυλακών "είναι αδύνατο να τη βρεις ούτε με το τηλεσκόπιο πάνω στο γεωγραφικό χάρτη". Ησυχία και γαλήνη. Από το Δημαρχείο προς τη συνοικία των καταστημάτων προχωρεί με βήμα αργό η υγειονομική επιτροπή. Την απαρτίζουν ο δημοτικός γιατρός, ο αστυνόμος, δυο εκπρόσωποι του δήμου κι ένας εκπρόσωπος των εμπόρων. Πίσω ακολουθούν με σεβασμό οι αστυφύλακες...Ο δρόμος της επιτροπής, όπως ο δρόμος του Άδη, είναι σπαρμένος με καλές προθέσεις. Οι υγειονομικοί προχωρούν και κουνώντας τα χέρια τους συζητούν για την ακαθαρσία, τη βρώμα, τα επιβαλλόμενα μέτρα και τ' άλλα ζητήματα της χολέρας. Είναι τόσο σοφές οι κουβέντες, ώστε ο αστυνόμος που προπορεύεται ξαφνικά ενθουσιάζεται και γυρίζοντας τους λέει:
- Μα, κύριοι, θα έπρεπε συχνότερα να μαζευόμαστε και να συζητάμε! Και ευχάριστο είναι, και αισθάνεσαι τον εαυτό σου σε κοινωνικό περιβάλλον, κι όχι να καθόμαστε και να τρωγόμαστε μεταξύ μας. Αλήθεια, μα το Θεό!
- Από ποιον ν' αρχίσουμε; ρώτησε ο αντιπρόσωπος των εμπόρων το γιατρό, με ύφος δημίου που διαλέγει το θύμα του. Ν' αρχίσουμε, Ανικήτα Νικολάιτς , από το μπακάλικο του Οσέινικωφ; Εν πρώτοις, είναι μεγάλος κατεργάρης και ...δεύτερο, είναι πια καιρός να τον τιμωρήσουμε. Προ ημερών μου φέραν από το μπακάλικό του μπληγούρι, και τι να βρω, με το συμπάθειο, ποντικοκούραδα...Η γυναίκα μου, δεν το' φαγε!
- Τι να γίνει; Ν' αρχίσουμε από τον Οσέινκωφ, ας αρχίσουμε από τον Οσένκωφ, απαντά αδιάφορος ο γιατρός.
Οι υγειονομικοί μπαίνουν στο "Κατάστημα τσαγιού, καφέδων και άλλων αποικιακών εμπορευμάτων του Α.Μ. Οσέινκωφ" και αμέσως , χωρίς μεγάλους προλόγους αρχίζουν τον έλεγχο.
- Μμμάλιστα, κύριοι...λέει ο γιατρός κοιτάζοντας τις πυραμίδες με τα σαπούνια του Καζάν. Τι πύργους βαβυλώνιους σκάρωσες με τα σαπούνια! Μωρέ εφευρετικότητα, ούτε λόγος! Εεεε! Τι είναι τούτο; Κοιτάχτε, κύριοι! Ο Ντεμιάν Γαβριήλοβιτς το σαπούνι και το ψωμί το κόβει με το ίδιο μαχαίρι!
- Αυτό δεν μπορεί να φέρει χολέρα,Ανικήτα Νικολάιτς! του απαντά πολύ λογικά ο ιδιοκτήτης.
- Έχεις δίκιο, αλλά είναι σιχαμερό πράγμα! Κι εγώ το ψωμί από σένα το αγοράζω.
- Όταν πρόκειται για σπουδαιότερα πρόσωπα, έχουμε κι άλλο , ιδιαίτερο μαχαίρι. Να είστε ήσυχος , κύριε...Τι φανταστήκατε...
Ο αστυνόμος σηκώνει τα μυωπικά μάτια του στο χοιρομέρι, πολλή ώρα το σκαλίζει με το νύχι του, το μυρίζει δυνατά, ύστερα χτυπά τα δυο του δάχτυλα και ρωτά:
- Μήπως έχει στρυχνίνες;
- Τι λέτε, κύριε αστυνόμε...Για τ' όνομα του Θεού...Μα είναι ποτέ δυνατό!
Ο αστυνόμος κάπως ντράπηκε, απομακρύνεται από το χοιρομέρι και σουρώνει τα μάτια του πάνω στον τιμοκατάλογο του Ασμόδωφ και Σία. Ο αντιπρόσωπος των εμπόρων βάζει το χέρι του μέσα στο βαρελάκι που είναι το μπληγούρι και πιάνει κάτι μαλακό, σαν κατηφεδένιο...Σκύβει, κοιτάζει και στο πρόσωπό του ζωγραφίζεται τρυφερότητα:
- Ένα γατάκι...ένα γατάκι! Μικρούλικο μου εσύ! ψελλίζει. Αναπαύεται μέσα στο μπληγούρι, και σήκωσε το μουτράκι του...χαϊδεύεται...Ντεμιάν Γραβριήλοβιτς, πρέπει να μου στείλεις ένα γατάκι!
- Αυτό γίνεται...Εδώ, κύριοι, είναι τα ορεχτικά, τα μεζελίκια, αν θέλετε να τα δείτε...Σαρδέλες, να το τυρί,,,το μπαλίκ το παρέλαβα την Πέμπτη, εξαιρετικό πράγμα...Μίσκα , δώσε μου το μαχαίρι!
Οι υγειονομικοί κόβουν ένα κομμάτι μπαλίκ, το μυρίζουν και το δοκιμάζουν.
- Για το μεζέ κι εγώ δεν πηγαίνω πίσω...λέει το αφεντικό με ύφος σα να μονολογεί. Κάπου είχα ένα μπουκαλάκι. Το μπαλίκ σηκώνει βότκα...Τότε αλλάζει η γεύση του....Μίσκα, δώσε μας εδώ το μπουκαλάκι.
Ο Μίσκα, φουσκώνοντας τα μάγουλά του και γουρλώνοντας τα μάτια, βγάζει  την τάπα και ακουμπά με θόρυβο το μπουκάλι πάνω στο τεζάκι.
- Να πιούμε έτσι νηστικάτα...λέει ο αστυνόμος, ξύνοντας σκεφτικά το σβέρκο του. Βέβαια, δεν πειράζει να πιούμε από μια...Μόνο κάνε γρήγορα Ντεμιάν Γραβριήλοβιτς, δεν έχουμε καιρό για τη βότκα σου!
Ύστερα από ένα τέταρτο της ώρας,  οι υγειονομικοί, σκουπίζοντας τα χέρια και σκαλίζοντας τα δόντια τους με τα σπίρτα , τραβάνε για το μπακάλικο του Γκλοριμπένκο. Εκεί, θαρρείς επίτηδες, είναι αδύνατο να μπεις μέσα...Πέντε γεροί άντρες, με κόκκινες, ιδρωμένες φυσιογνωμίες, προσπαθούν να κυλήσουν από το μπακάλικο ένα βαρέλι βούτυρο.
- Κράτα δεξιά! ...Τράβα απ' το πλάι! Βάλε το δοκάρι...διάβολε! Τραβηχτείτε αφέντες, μπορεί να τσακίσουν τα πόδια σας!
Το βαρέλι σφηνώνεται στην πόρτα και ούτε μπρος ούτε πίσω...Τα παλικάρια βάζουν όλη τους τη δύναμη και τοσπρώχνουνε, μουσουνίζοντας δυνατά και βρίζοντας δεξιά κι αριστρά. Ύστερα από αυτές τις προσπάθειες, όταν ο αέρας αρχίσει να χάνει την καθαρότητά του, ύστερα από τόσα μουσουνίσματα, το βαρέλι επιτέλους άρχισε να κυλιέται, αλλά παρά τους φυσικούς νόμους, κυλά προς τα πίσω και σκαλώνει στην πόρτα. Και πάλι αρχίζει το λαχάνιασμα.
- Φτου! φτύνει ο αστυνόμος. Ας πάμε στου Σιμπόυκιν` αυτοί οι δαίμονες ως το βράδυ θ' αγκομαχάνε.
Οι υγειονομικοί βρίσκουν κλειστό το μπακάλικο του Σιμπούκιν.
- Μα ήταν ανοιχτό! λένε και απορούν οι υγειονομικοί κοιτάζοντας ο ένα ςτον άλλον. Όταν μπαίναμε στου Οσέινικωφ ο Σιμπούκιν έστεκε στο σκαλοπάτι και ξέβγαζε το χάλκινο τσερό. Πού πήγε; Ρωτάνε το ζητιάνο που στέκει κοντά στο κλειστό μπακάλικο.
- Βοηθάτε τον αόμματο, για τ' όνομα του Χριστού, λέει με βραχνή φωνή ο ζητιάνος. Βοηθήστε τον αόμματο, ό,τι έχετε ευχαρίστηση, σωτήρες κι ευεργέτες...να συγχωρεθούν οι ψυχές των αποθαμένων σας...
Οι υγειονομικοί κουνάνε τα χέρια τους και πάνε παρακάτω, εκτός από έναν εκπρόσωπο του δήμου, τον Πλιούνιν. Αυτός δίνει ένα καπίκι στο ζητιάνο και σα να φοβήθηκε κάτι, κάνει βιαστικά το σταυρό του και τρέχει να προφτά΄σει την παρέα.
Ύστερα από δυο ώρες η επιτροπή επιστρέφει. Το ύφος τους είναι κουρασμένο, τυραννισμένο. Δεν πήγε χαμένος ο κόπος τους. Ένας από τους αστυφύλακες, βαδίζοντας θριαμβευτικά, κουβαλά ένα καφάσι, γεμάτο σάπια μήλα.
- Τώρα, ύστερα από δίκαιους μόχθους, αξίζει να το βρέξουμε λιγάκι, λέει ο αστυνόμος κοιτάζοντας λοξά την επιγραφή " Κάβα του Ρήνου, οίνου και βότκας". Να παίρναμε λίγες δυνάμεις.
- Μμμάλιστα, δεν πειράζει. Ας μπούμε, αν θέλετε.
Οι υγειονομικοί κατεβαίνουν στην κάβα και κάθονται γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι με στραβωμένα πόδια. Ο αστυνόμος κάνει νόημα στο γκαρσόνι, και στο τραπέζι εμφανίζεται η μπουκάλα.
- Κρίμα που δεν έχουμε μεζέ, λέει ο αντιπρόσωπος των εμπόρων, πίνοντας και σουρώνοντας το πρόσωπό του. Να μας έδινες κανένα αγγουράκι, τίποτα...
Ο αντιπρόσωπος στρέφει προς τον αστυφύλακα με το καφάσι, διαλέγει το λιγότερο χαλασμένο μήλο και το τρώει.
- Αχ, υπάρχουν μερικά που δεν είναι τόσο σάπια! λέει κάπως έκπληκτος ο αστυνόμος. Για δώσ' μου να διαλέξω κι εγώ!
Να, βάλτο εδώ το καφάσι...Θα διαλέξουμε τα καλύτερα, θα τα καθαρίσουμε, τ' άλλα μπορείς να τα πετάξεις. Ανικήτα Νικολάιτς , βάλτε κρασί! Να, έτσι πρέπει ν' ανταμώνουμε συχνότερα και να τα συζητάμε. Όχι να ζούμε έτσι εδώ στην άκρη του κόσμου, καμιά μόρφωση, ούτε λέσχη, ούτε κοινωνία, σωστή! Αυστραλία! Βάλτε να πιούμε, κύριοι! Γιατρέ, ένα μηλαράκι! Το καθάρισα προσωπικά για σας.
- Κύριε αστυνόμε, πού προστάζετε να βάλω το καφάσι; ρωτάει ο αστυφύλακας τον αστυνόμο την ώρα που έβγαινε με την παρέα από την κάβα.
- Το κα...καφάσι; Ποιο καφάσι; Καταλαβαίνω! Να το καταστρέψεις μαζί με τα μήλα...γιατί είναι μολυσμένα!
- Τα μήλα τα φάγατε, κύριε αστυνόμε!
- Ααα...πολύ ευχάριστο!  Άκουσε...Πήγαινε σπίτι μου και πες της Μαρίας Βλάσιεβνας να μη θυμώσει...Σε μια ώρα θα πάω...Στου Πλιούνιν πηγαίνω να κοιμηθώ...Καταλαβάινεις; Να κοιμηθώ...στην αγκαλιά του Μορφέα." Σπρέχεν ζι ντόυτς" Ιβάν Αντρέιτς;
Και υψώνοντας τα μάτια προς τον ουρανό, ο αστυνόμος κουνάει πικρά το κεφάλι του, ανοίγει τα χέρια του και λέει:
- Έτσι πάει όλη μας η ζωή!

  Άντον Τσέχωφ, Ο Βάνκας (και άλλες ιστορίες), μεταφραστική επιμέλεια Ορέστης Ορλώφ, εκδόσεις Παρά Πέντε (ανθολόγημα)

" Ό Άντων Παύλοβιτς Τσέχωφ ενσαρκώνει μια μεγάλη μορφή στην ιστορία της ρωσικής λογοτεχνίας. Τραγικός μαζί και σατιρικός αποκάλυψε, άλλοτε με συγκινητική τρυφερότητα κι άλλοτε με χιουμοριστική διάθεση, τις πιο σκοτεινές και τις πιο ευαίσθητες γωνιές της ανθρώπινης ψυχής, ξεγύμνωσε πότε με απαλά δάχτυλα, πότε με νυστέρι τις φρικαλέες πλευρές της ζωής, τις κοινωνικές πληγές και τη μασκαρεμένη αθλιότητα. Στο έργο του προβάλλει η προεπαναστατική Ρωσία, όχι σε μεγαλειώδεις συνθέσεις όπως στον Τολστόι, μα σε αναρίθμητες μικρές εικόνες, αποκαλυπτικά ντοκουμέντα μιας σκληρής εποχής. Στον Τολστόι ξεχωρίζουμε μια ευρύτατη θεώρηση της ζωής`  είναι το μάτι που αγναντεύει από μακριά. Στον Τσέχωφ αντίθετα διακρίνουμε τον ανατόμο της καθημερινής ζωής, το γυρολόγο που τρυπώνει σε σοκάκια και σε αυλές, το δημιουργό που κρατάει στη χούφτα του την καρδιά του ανθρώπου.( Κυριάκος Σιμόπουλος)

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

Στρατής Τσίρκας, Αλλαξοκαιριά


Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Στις  27 Ιανουαρίου 1980 έφυγε από τη ζωή ένας από τους πιο σημαντικούς και αξιόλογους λογοτέχνες μας, ο Στρατής Τσίρκας. Τον θυμόμαστε σήμερα με το  διήγημα  Αλλαξοκαιριά με το οποίο συμμετείχε στον τόμο Δεκαοχτώ Κείμενα, που εκδόθηκε από τον Κέδρο το 1970 ως πράξη διαμαρτυρίας στο δικτατορικό καθεστώς και στη λογοκρισία που είχε επιβάλει.


Στρατής Τσίρκας, Αλλαξοκαιριά

Δυο κορίτσια κατηφόριζαν την οδό Ναυάρχου Πέρες. Μέσα στο χειμωνιάτικο φως, οι μαύρες μπότες τους κροτούσαν στο πεζοδρόμι ζευγαρωτά. Η πόλη δεν έδειχνε πως εδώ και μήνες, ξαφνικά μέσα στη νύχτα, της είχαν στερήσει τη λευτεριά. Κόπηκε το ραδιόφωνο, τα τηλέφωνα δε λειτουργούσαν` ύστερα οι κιθάρες κλειδώθηκαν. Τραγούδια τέλος, η πόλη βουβάθηκε. Θανάσιμη σιωπή απλώθηκε παντού σα μαύρο χιόνι. Ώρες και ώρες ακούονταν τα μωσαϊκά πλακάκια της πλατείας Σιμόν Μπολιβάρ να ραγίζουν αργά, δυό δυό, κάτω απ’ τις ερπύστριες των αρμάτων μάχης: ένα τρίξιμο φριχτό, σα ραχοκοκκαλιά κρεμασμένου που ξεβιδώνεται.

Το πεζοδρόμι δε χωρούσε τέσσερεις στη σειρά. Οι δυό άντρες που ανηφόριζαν, με τα πακέτα παραμάσχαλα, διστάσαν κάπως. Ο κοντός και παχουλούτσικος ήταν παπάς` ο άλλος, γερασμένος, κοκκαλιάρης και με τριμμένη φορεσιά, κοντοστάθηκε κι αναστέναξε. Τα κορίτσια χωρίστηκαν, παρακάμψανε τους δυό και ξανασμίξαν πίσω τους αμίλητα. Ο ψηλός τσάκωσε τη μελαχροινή να τον κόβει με τη ματιά της` τρίχες απ’ τα ριχτά μαλλιά της ξανθής, που τ’ ανέμιζε το τσουχτερό αεράκι, του χάδεψαν άθελα τ’ αξούριστο μάγουλο.

– Να με συμπαθάς, Πεπίτο, για την αγγαρεία.

– Δεν είναι αυτό. Δεν μπορώ να τις συνηθίσω, τις μίνι θέλω να πω. Τώρα πήγαν μιάμιση πιθαμή πάνω απ’ το γόνατο.

Ο παπάς γέλασε καλόκαρδα` τα μάγουλά του κοκκίνησαν. Ήταν πολύ νέος, μόνο το σκληρό κολλάρο που φορούσε τα πίσω μπρος κι η μαύρη τραχηλιά πάνω απ’ το πουκάμισο φανερώναν την ιερωσύνη του. Κανείς δεν ήξερε να πει με ποια ιδιότητα ήταν αποσπασμένος στην πρεσβεία της Ιρλανδικής Δημοκρατίας. Φίλοι τον είχαν δει μαζί με την πρέσβειρα να μοιράζουν δέματα στις εργατικές συνοικίες.

Λεωφορεία, ταξί και κούρσες τους προσπερνούσαν, σκορτσάριζαν στον ανήφορο και τους γέμιζαν καυσαέρια. Η Ναυάρχου Πέρες είχε γίνει τώρα μονόδρομος` αυτό, κι η βουβαμάρα της νεολαίας – τα κορίτσια και τ’ αγόρια που άλλοτε κατεβαίναν αγκαλιασμένα, συζητώντας έξαλλα – μόνο αυτά δείχναν την αλλαγή. Κατά τα άλλα, τα ίδια μαγαζιά: ένα φωτογραφείο με μπαλλερίνες και στρατηγούς στη βιτρίνα του, κίτρινα λουλούδια σουβλερά σα λόγχες σ’ ενός ανθοπώλη, μια μποτίκ μ’ ένα τόπι πανάκριβο μεταξωτό ξετυλιγμένο και στην άκρη ένα γιγάντιο μπουκάλια παριζιάνικο άρωμα. Κι άλλη μπουτίκ: ανάσκελα πάνω σε τελάρο, κόκκινη ζακέτα κόκκινη φούστα, μπράτσα και σκέλια ολάνοιχτα, σαν κάποια κέρινη  κοπέλα σταυρωμένη που κάηκε αφίνοντας πίσω τα φορέματά της ατσαλάκωτα. Μια Αμερικάνικη Αγορά, ένας αντικαίρ, μια καφετέρια, ένα μανάβικο με βιτρίνα – ψυγείο κι ατσάλινα ράφια. Στην πόρτα, με ποδιά ως κάτω ακηλίδωτη, ο μανάβης.

– Ε, βιέχο! φώναξε αυτός του Πεπίτο αλλά κοίταζε τον αβά. Με το μεσιανό δάχτυλο έστρωσε το ψαρό μουστάκι του με νόημα.

– Ποιος είναι, σε ξέρει; ρώτησε στενοχωρημένος ο αβάς.

– Κι αυτός από πέρα ήρθε, μαζί μας. Είναι ο Ακάθαρτος, αν έτυχε ν’ ακούσεις. Πάνε πόσα, τριάντα χρόνια; Του το κολήσαμε μετά που έπεσε η Μαδρίτη και βγήγκαμε στην αποδημία. Τον κουκούλωσε η απόγνωση, το γύρισε στον κυνισμό, γέμισε ψείρες. Κι αγαπούσε μια – μαυρούκα και στεγνή σαν τσίχλα. Να την έβλεπες πώς πέταγε τις Μολότωφ, διάνα πάνω στους πυργίσκους των θωρακισμένων! Και στον έρωτα, μου έλεγε αυτός, ένα πράμα καυτό, κι αργή, αργή πανάθεμά τη, τον ξεγόφιαζε. Μα όταν της ερχόταν τ’ αστροπέλέκι, ω Μαντρέ ντε Ντιός, άνοιγε ένα στόμα πηγάδι και ούρλιαζε, Υ νο πασαράν, Υ νο πασαρά, και χούφτιαζε τις πλεξούδες της, και μπούκωνε με δαύτες μονάχη το στόμα της να μην ακούγεται, και σπαρταρούσε σαν τη σαρδέλλα στην αμμουδιά…Υ νο πασαράν! Σα να φοβόταν, η άμοιρη, πως θα περνούσαν. Κι αυτός εδώ πια, έπιασε ένα καροτσάκι και πουλούσε λαχανικά, σιγά σιγά μεγαλώσαν οι δουλειές του, ανθρώπεψε. Μα τώρα, με το πραξικόπημα, πήρε πάλι την κάτω βόλτα: ξανάγινε κυνικός.

Κοντοστάθηκαν στη διάβαση περιμένοντας το πράσινο για να περάσουν αντίκρυ, εκεί άρχιζε η πρασιά της πλατείας. Ο αβάς κάτι μουρμούριζε βιαστικά μέσ’ απ’ τα δόντια του` μπορεί και να προσευχόταν για το μανάβη.

– Πάντρε, τον έκοψε ο Πεπίτο, τώρα βρήκες να πεις τα πατερμά σου; Έλα , να περάσουμε. Από μέρες όλο ρωτιέμαι για λόγου σου: Τι με θέλει, πού με πάει αυτός ο …παπιστής; Λίγο το’ χεις να βρισκόταν απ’ την άλλη μεριά όταν πετσοκοβόμαστε για τη Δημοκρατία;

– Καλά είσαι; Δεν έχεις αίσθηση του χρόνου; Στα 1936 εγώ δεν είχα ακόμα γεννηθεί.

– Δε λέω εσύ, απατός σου. Λέω κάποιος σαν και σένα, παπάς, καθολικός. Ποιος διάβολος τα κατάφερε να βρεθούμε, εσύ κι εγώ, μέσα στο ίδιο πηγάδι και να κάνουμε τώρα σκάλα ο ένας στον άλλο για να βγούμε στο φως;

– Θες να σου πω;

– Ξέρω, οι στρατηγοί, τα μονοπώλια, η C.I.A.

– Όχι` μας έσμιξε ο πάσχων Χριστός.

– Ε καλά` παλιό τροπάρι αυτό.

Είχαν φτάσει μπρος στη Λέσχη της Καθολικής Νεολαίας. Πίσω απ’ τη διπλή τζαμόπορτα στεκόταν ο θυρωρός, ένας επιβλητικός τύπος απ’ εκείνους που σου κολλούν πλέγμα κατωτερότητας. Πιο πίσω του πηγαινοερχόταν ένας κακομούτσουνος, στα μαύρα, μ’ ελαστικό περπάτημα. Μήτε σάλεψαν για να τους ανοίξουν, να βοηθήσουν τον αβά και το συνοδό του. Αυτοί βόλεψαν τα δέματα στο καμαράκι του θυρωρού, ο αβάς είπε πως ναι, αυτά να μείνουν εδώ, είναι τα μηχανήματα και οι ταινίες για την κινηματογραφική παράσταση απόψε και να μην τ’ αγγίξει κανείς, εγώ θα σας πω. Ο κακομούτσουνος όλο κοιτούσε το ταβάνι, αδιάφορος.

– Αυτός δε μ’ άρεσε, έκαμε ο αβάς όταν βγήκαν.

– Εμ, αποκρίθηκε ο άλλος μοιρολατρικά. Ειδοποιήθηκε κιόλας η Σεκουριτάδ για το βράδι.

– Σ’ αναγνώρισε;

– Ν’ αναγνωρίσει τι;

– Ευτυχώς δε μίλησες καθόλου.

– Γιατί, αν μιλούσα;

– Τα καστιλιάνικά σου. Δεν έχει πολλούς εδώ…

– Το πολύ να πούνε: Ο αβάς Σην Ο’ Φλάχερτυ με τον Ισπανό βαστάζο του.

– Όχι` θα πούνε: Ο Αντόνιο Αλομάρ, άλλοτε πολιτικός κομμισάριος της 69ης Μεραρχίας με τον μικρό του αβά.

– Αυτό είναι σοβαρό. Δεν το’ ξερα πως ξέρατε…

– Εμ.

– Και ποιος σας είπε πως μπορεί ν’ αλλαξοπίστησα;

– Δεν είσαι εσύ, Πεπίτο. Οι καιροί αλλάξανε. Να καθίσουμε κάπου για να πάρουμε τίποτα;

– Καλύτερα να φεύγουμε απ’ εδώ.

Ήταν αυτός, ο Αντόνιο, που ανησυχούσε τώρα. Μυστικοί, σκορπισμένοι τριγύρω, χάζευαν κάτι μωρά με τα παλτουδάκια τους που μπουσούλιζαν πάνω στην πρασιά. Φίλοι παλιοί και νέοι τον αναγνώριζαν απορημένοι, και τι θα βάζανε στο νου τους. Πήραν οι δυό να κατεβαίνουν τη Ναυάρχου Πέρες. Ο μανάβης, πάλι στην πόρτα του, έκαμε πως δε βλέπει.

– Τι εννοείτε, πάντρε, πως αλλάξαν οι καιροί;

– Αντόνιο Αλομάρ, για ποιον με πέρασες; Δεν καταλαβαίνω, θαρρείς, τι γίνεται; τον έκοψε θυμωμένος ο αβάς.

Είχε μισοτεντώσει τα χέρια μ’ ανοιχτές παλάμες και το στομαχάκι του φούσκωνε κάτω απ’ τη μαύρη τραχηλιά. Στ’ αντικρινό πεζοδρόμι, ένας συνταξιούχος με κασκόλ έδινε το μπράτσο στη γριούλα του. Κι οι δυό φορούσαν μυωπικά γυαλιά. Σταθήκαν και κοίταζαν. Μέσα στο νέο κλίμα της αποκατάστασης των πάντων, ένας ιερωμένος τσακωνόταν μ’ έναν αλήτη. Μήπως θα χρειαστεί να τηλεφωνήσουν στο Περιπολικό;

Ο αβάς κοκκίνισε πάλι` άγγιξε τον Πεπίτο στον αγκώνα για να προχωρήσουν και χαμήλωσε τη φωνή:

– Άλλο θέλω να πω. Εσείς κι εμείς, άσπροι, κίτρινοι, μαύροι, σήμερα, ΣΗΜΕΡΑ ΣΟΥ ΛΕΩ, έχουμε την ίδια μοίρα, μας απειλεί ο ίδιος κίνδυνος.

– Και πώς τον πολεμούν λοιπόν; Με μαγνητοταινίες; Αλλάζοντας τη μουσική κάποιου ντοκυμανταίρ μ’ ένα σπικάρισμα;

– Σπηκάρισμα! Δεν τ’ αναγνώρισες τα λόγια όταν δοκιμάζαμε την ταινία στο στούντιο; Ήταν ο Μιγκέλ ντε Ουναμούνο στο πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα. Μπρος στο φασίστα, το σακάτη και μισότρελο στρατηγό, που είχε κράξει το σύνθημα της Μαροκινής Λεγεώνας: « Βίβα λα Μουέρτε»! ο προφητικός γέρος, δυό βήματα μόλις από τον τάφο, με φωνή ραγισμένη από τη φρίκη της τραγωδίας που πλακώνει αμείλιχτη , κηρύχνει την πίστη του στη ζωή και στις πνευματικές αξίες του ανθρώπου. Πεπίτο, σήμερα, πρέπει να πιάσει πάλι ν’ αντηχεί ο Λόγος για να στυλωθούν οι ψυχές.

– Με κουβέντες, με πλάγιες αναφορές; Σήμερα, πάντρε, αν δεν πεις τα πράγματα με τ’ όνομά τους, αν δεν τα δείξεις με το δάχτυλο, ό,τι κι αν πεις, κι όσο πιο όμορφα το πεις, είναι νερό στο μύλο της τυραννίας. Για δέστε, θα λέει, ποιος παραπονιέται πως δεν υπάρχει ελευθερία;

– Πολύ την υποτιμάς τη νοημοσύνη του κόσμου. Εσύ ο Αντόνιο Αλομάρ;

– Ποιού  κόσμου; Εσείς τι ξέρετε απ’ όσα γίνονται και λέγονται;

– Ξέρω, Πεπίτο. Η Χίλντα Γκομές πέθανε τρελή, γιατί μια μέρα πριν είδε τον άντρα της να ξεψυχάει κάτω απ’ τα βασανιστήρια κι ύστερα με τον ίδιο τρόπο να πεθαίνει το τετράμηνο βρέφος της. Άκου, μιλά η καλόγρια Κάρμεν Μποργκές Σιλβέιρα: «Πάντρε, μ’ αναγκάσανε να γυμνωθώ μπρος στους βασανιστές μου, κι ύστερα μου χώσαν ηλεκτρόδια στα γεννητικά όργανα». Μιλά η Κοντσίτα Μαρία Κοθενθία Αβελάρ: « Με κρεμάσανε από τα γόνατα και τους αγκώνες σ’ ένα κοντάρι και σ’ αυτή τη στάση μου κάμαν ηλεκτροσόκ μ’ ένα τηλέφωνο εκστρατείας των 90 βολτ. Σ’ αυτή τη στάση ο λοχίας Λέο Χερνάντο με βαρούσε με το ρόπαλό του στα πισινά, στα καλάμια, στις πατούσες. Καμιά φορά σταματούσε το ξύλο κι έπιανε τη σεξουαλική δραστηριότητα…Το κορμί μου χαδεύτηκε, φιλήθηκε και κακοποιήθηκε με τέτοιο τρόπο που δεν τολμώ να σας τον περιγράψω, μην κολαστεί, πάντρε, κι η ψυχή σας…»

Είχαν σταθεί κάπου πέντε λεπτά, όρθιοι, στο πεζοδρόμι, εκεί στην αρχή της Ναυάρχου Πέρες. Ο καιρός είχε γυρίσει στα μεταξύ, κάτι σα συννεφόκαμα, με ζέστη όμως και μπουμπουνητά. Όσο μιλούσε ο αβάς, ένα φως περεχούσε το ήρεμο πρόσωπό του. Ένα νευρικό τράνταζε τις κοκκαλιάρικες πλάτες του Αντόνιο. Ιδρώτας ( ή δάκρυα;), σα λεπτότατο ρυάκι γύρευε δρόμο μέσ’ απ’ τ’ αξούριστα γένια του. Πήγε να μιλήσει κι ένας κόμπος του βράχνιασε τη φωνή. Ξέσπασε λυσσάζοντας:

– Αφελείς, είσαστε αφελείς. Με προβολές και πάρλες θα…Αφελείς, απονήρευτοι, ανίδεοι. Παράδειγμα: Πώς μ’ εμπιστεύτηκες να σου πακετάρω μόνος στο στούντιο τα μηχανήματα και τις ταινίες; Κι αν έχω κρύψει μέσα καμιά μπόμπα;

– Ξέρω ποιος είσαι. Δε θα’ θελες να σκοτωθούν αθώοι.

– Όχι απόψε. Τώρα , τώρα, εκείνος ο κακομούτσουνος κι ο άλλος , ο θυρωρός.

– Δε φταίνε κι αυτοί, δεν ξέρουν τι κάνουνε.

Τότε ακούστηκε από πέρα μια έκρηξη.

– Πεπίτο; έκανε αλαφιασμένος ο αβάς κι άπλωσε το χέρι του που έτρεμε.

Ο άλλος τον κοιτούσε χαμογελώντας αινιγματικά. Σε λίγο είπε:

– Ξενοιάσου. Ήταν φουρνέλο στην πλατεία Μπολιβάρ. Ξυλώνουν τα μωσαϊκά για τη μαρμαρόστρωση.



Δεκαοχτώ κείμενα, Κέδρος, Αθήνα 1994 (πανομοιότυπη ανατύπωση του τόμου που είχε εκδοθεί το 1970)

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Με μαζική συμμετοχή πραγματοποιήθηκε στην Ανέζα Άρτας η εκδήλωση τιμής και μνήμης για τον Κώστα Πουρναρά (Μπόση)

bosis_ekdhlosi1
Επιμέλεια: Οικοδόμος // atexnos
Με μαζική συμμετοχή και σε κλίμα συγκίνησης πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 23 Γενάρη 2016 στην Ανέζα Άρτας η εκδήλωση τιμής και μνήμης για τον κομμουνιστή δάσκαλο και λογοτέχνη Κώστα Πουρναρά (Μπόση), που διοργάνωσαν ο Σύλλογος Δασκάλων και Νηπιαγωγών Νομού Άρτας, ο Σύλλογος Γυναικών Αμβρακικού και το ηλεκτρονικό περιοδικό ΑΤΕΧΝΩΣ.
bosis_ekdhlosi50bosis_ekdhlosi39bosis_ekdhlosi8938
Στην ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα εκδηλώσεων του παλιού δημοτικού σχολείου της Ανέζας, όπου πριν από 80 χρόνια δίδαξε ο Κώστας Πουρναράς, άνθρωποι όλων των γενιών και των ηλικιών, συναγωνιστές και φίλοι του, δάσκαλοι συνάδελφοί του, παλιοί μαθητές του, συντοπίτες του (δεν ήταν λίγοι και όσοι ταξίδεψαν για την εκδήλωση από άλλες μεριές της Ελλάδας, όπως Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Γιάννενα, Πρέβεζα, Βέροια κ.ά.) και πολλοί νέοι και νέες τίμησαν τον άνθρωπο που στρατεύτηκε στο πλευρό των αδικημένων και καταπιεσμένων και αφιέρωσε τη ζωή και το έργο του στην πάλη για το δίκιο του λαού και το σοσιαλισμό.
bosis_eldhlosi33bosis_ekdhlosi25
Γιώργος Μαργώνης
Ο Γιώργος Μαργώνης
Σύντομο χαιρετισμό εκ μέρους του Συλλόγου Δασκάλων και Νηπιαγωγών Νομού Άρτας απηύθυνε ο πρόεδρος του συλλόγου Γιώργος Μαργώνης. Τόνισε ότι ο Κώστας Πουρναράς (Μπόσης) δίνει και σήμερα το παρόν «όπου χτυπά η καρδιά του σχολείου, η καρδιά του αγώνα, δίπλα στον εργάτη, τον αγρότη, τον πρόσφυγα, τον μαθητή» και έκλεισε με το κάλεσμα «ας είναι η ζωή του Κώστα Πουρναρά παρακαταθήκη για εμάς και φάρος για το πώς πρέπει να ζεις αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος».
bosis_ekdhlosi8939bosis_ekdhlosi8935
Νίκος Πουρναράς
Ο Νίκος Πουρναράς
Την κεντρική ομιλία έκανε ο Νίκος Πουρναράς εκ μέρους του ηλεκτρονικού περιοδικού ΑΤΕΧΝΩΣ. Αναφέρθηκε στην πλούσια αγωνιστική διαδρομή και ανιδιοτελή προσφορά του Κώστα Πουρναρά, που ξεκίνησε με διώξεις, φυλακίσεις και εξορίες από το φασιστικό καθεστώς της μεταξικής δικτατορίας (μέλος του ΚΚΕ από το 1930, παύτηκε από δάσκαλος πριν τη γερμανική κατοχή, επέζησε από την μάχη των πολιτικών εξορίστων με την πείνα στον Αη Στράτη, τον χειμώνα του 1941-42) και συνεχίστηκε στο βουνό με τη συμμετοχή του στην ΕΑΜική Αντίσταση και τον ΔΣΕ (Πολιτικός Επίτροπος Ταξιαρχίας) και στην αναγκαστική πολιτική προσφυγιά (Τασκένδη, Σοβιετική Ένωση – Ρουμανία). Μια διαδρομή ταγμένη στα ιδανικά του σοσιαλισμού-κομμουνισμού και στην υπόθεση της σοσιαλιστικής επανάστασης, που σταμάτησε μόνο όταν ο Κώστας Πουρναράς (Μπόσης) έκλεισε για πάντα τα μάτια του. Τόνισε ότι με την εκδήλωση τιμώνται επίσης οι «γενιές των αγωνιστών που πήγαν κόντρα στην «κανονικότητα» και τον «ρεαλισμό» της εποχής τους που επίτασσε την υποταγή και υποδούλωση στους καταχτητές και δυνάστες του λαού μας». Η εκδήλωση, είπε, γίνεται και«για να στείλουμε ένα μήνυμα σε αυτούς που σήμερα επιβάλλουν ως «ρεαλισμό» και «κανονικότητα», πότε με «μνημόνια» και πότε με «ανάπτυξη», αυτοί που παράγουν και δημιουργούν τα πάντα σ’ αυτόν τον τόπο να παλεύουν για να επιβιώσουν και οι λίγοι που τους κλέβουν τον ιδρώτα να ζουν προκλητικά στη χλιδή» ότι «δεν θα σας κάνουμε τη χάρη!».
Εξωτερική όψη του παλιού δημοστικού σχολείου της Ανέζας, όπου πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση
Εξωτερική όψη του παλιού δημοτικού σχολείου της Ανέζας, όπου πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση
Την εκδήλωση συντόνισε ο Λάμπρος Θεμελής
Την εκδήλωση συντόνισε ο Λάμπρος Θεμελής
Σοφία Χατζηκυριάκου-Βώττη
Η Σοφία Χατζηκυριάκου-Βώττη
Στο συγγραφικό και μεταφραστικό έργο του Κώστα Πουρναρά (Μπόση) αναφέρθηκε με την ομιλία της η εκπαιδευτικός Σοφία Χατζηκυριάκου-Βώττη. Αναφέρθηκε ξεχωριστά στα βιβλία του σημειώνοντας ότι «η λογοτεχνία του δεν είναι ουδέτερη αλλά στρατευμένη στο πλευρό των φτωχών και καταπιεσμένων, στην υπηρεσία του σοσιαλιστικού οράματος, της διαπαιδαγώγησης ενός ανθρώπου απαλλαγμένου από τα ελαττώματα, τις αρχές και τα στερεότυπα της καπιταλιστικής κοινωνίας». Επισήμανε «το γεγονός ότι το λογοτεχνικό έργο του Κώστα Μπόση στο μεγαλύτερο μέρος του δεν είναι ακόμα γνωστό», και ότι «τον τελευταίο καιρό παρατηρούμε μια εκδοτική προσπάθεια στα πλαίσια της ανάδειξης έργων της αγωνιστικής λογοτεχνίας και της γνωριμίας τους με αυτά περισσοτέρων ανθρώπων και ιδιαίτερα των νέων», τονίζοντας την ανάγκη «να δοθεί προσοχή στο λογοτεχνικό έργο του Κώστα Μπόση και να υπάρξει ενδιαφέρον για την επανέκδοσή του.»
bosis_ekdhlosi54bosis_ekdhlosi53
Ο Χρήστος Νταβαντζής
Ο Χρήστος Νταβαντζής
Ξεχωριστή ήταν η στιγμή που πήρε το λόγο ο αντιστασιακός Χρήστος Νταβαντζής, συναγωνιστής και φίλος του Κώστα Πουρναρά (Μπόση), που με συγκίνηση αναφέρθηκε στην γνωριμία τους (όταν ο ίδιος ήταν δεκάχρονος μαθητής) που, όπως είπε, καθόρισε τη ζωή του. Στην ομιλία του αναφέρθηκε επίσης στις αναμνήσεις του από τις επισκέψεις του στη Ρουμανία την δεκαετία του ΄70 για να συναντήσει τον Κώστα Πουρναρά. Είπε ότι ο Κώστας Πουρναράς (Μπόσης) «ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος. Από αυτούς που αν υπήρχαν περισσότεροι ο κόσμος μας σίγουρα θα ήταν καλύτερος» τονίζοντας ότι «έμεινε μέχρι το τέλος αταλάντευτα πιστός στις ιδέες και στα ιδανικά του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, για τα οποία πολέμησε και αφιέρωσε τη ζωή του. Έφυγε με την πίκρα ότι οι πολύχρονοι αγώνες του λαού μας για το μέλλον που δικαιούται και αξίζει δεν ευοδώθηκαν, αλλά και με την βαθιά πεποίθηση ότι αυτός ο αγώνας θα συνεχιστεί από τις επόμενες γενιές, μέχρι να δικαιωθεί»και έκλεισε την ομιλία του καταχειροκροτούμενος.
bosis_ekdhlosi8973bosis_ekdhlosi8942bosis_ekdhlosi8962
Μεταξύ των ομιλιών μέλη της θεατρικής ομάδας του Συλλόγου Δασκάλων και Νηπιαγωγών Νομού Άρτας διάβασαν αποσπάσματα από τα βιβλία του Κώστα Μπόση «Αη Στράτης, η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941», «…Και το τρένο τραβούσε για τα ξεχερσώματα» και «Ο Κραβαρίτης».
bosis_ekdhlosi8940bosis_ekdhlosi8954
Μέρος της έκθεσης φωτογραφίας και ντοκουμέντων από τη ζωή και το έργο του Κώστα Πουρναρά (Μπόση)
Μέρος της έκθεσης φωτογραφίας και ντοκουμέντων για τη δράση και το έργο του Κώστα Πουρναρά (Μπόση)
Το ενδιαφέρον των παρισταμένων τράβηξε η έκθεση φωτογραφίας και ντοκουμέντωναπό τη ζωή, την αγωνιστική διαδρομή και το έργο του Κώστα Πουρναρά (Μπόση) καθώς και η έκθεση με τα βιβλία του «…Και το τρένο τραβούσε για τα ξεχερσώματα» και «Ο Κραβαρίτης» (εξαντλήθηκαν πριν το τέλος της εκδήλωσης), που πρόσφεραν σε προσιτή τιμή για την εκδήλωση οι εκδόσεις και το βιβλιοπωλείο «Σύγχρονη Εποχή».
bosis_ekdhlosi8949bosis_ekdhlosi56
Ο Αλέξης και ο Γιώργος, φοιτητές του Τμήματος Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής του ΤΕΙ Ηπείρου
Ο Αλέξης και ο Γιώργος, φοιτητές του Τμήματος Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής του ΤΕΙ Ηπείρου
Στον κόσμο μοιράστηκε επίσης μπροσούρα που περιείχε βιογραφικό σημείωμα του Κώστα Πουρναρά (Μπόση) και σύντομη αναφορά στο έργο του, βιβλιοκριτική του Κώστα Βάρναληγια το βιβλίο «Αη Στράτης, η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941» και κείμενο του φωτογράφου Κώστα Μπαλάφα για το διδασκαλικό έργο του Κώστα Πουρναρά στην Ανέζα Άρτας.
bosis_ekdhlosi8982bosis_ekdhlosi8979bosis_ekdhlosi8981
Μετά την προβολή του βίντεο για τη ζωή και τη δράση του Κώστα Πουρναρά (Μπόση), η αίθουσα πλημμύρισε από τους ήχους του κλαρίνου και της κιθάρας φοιτητών από το Τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής του ΤΕΙ Ηπείρου. Η εκδήλωση έκλεισε με τη συνοδεία τζουμερκιώτικου τσίπουρου και εδεσμάτων (ηπειρώτικες πίτες) που πρόσφεραν τα μέλη του Συλλόγου Γυναικών Αμβρακικού.
Το βίντεο που προβλήθηκε στην εκδήλωση


Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

Κείνο το παγερό βράδυ...

Louise De Hem - An old woman( 1888)
Όλο το σουλούπι της γριάς έμοιαζε σαν ένα παλιό τσουβάλι γεμάτο ξύλα. Κάποιο μπαούλο με κλειστά μυστικά...Κάτι τέτοιο. Κάθε πρωί μάς το περνούσαν τα λιγνά της πόδια απ' την αυλή του χωριάτικου σπιτιού που με φιλοξενούσε. Κάτω απ' την τσιγκελωτή της μύτη σώπαινε ένα στόμα, πεισματάρικα κλειστό και στενό σα μια χαραματιά.
Τα παιδιά λέγανε " η Χρύσω η μουρλή!" και παίρνανε δρόμο. Συνηθισμένα καμώματα συνηθισμένης ηλικίας. Ο κινηματογράφος του χωριού.
Δυο φορές έβγαινε απ' το σπίτι της, δυο παραστάσεις είχε το χωριό. Είναι περίεργο. Η ονοματισμένη "μουρλή" ούτε τρέλες έκανε ούτε παραξενιές. Μα έτσι είναι. Όπου οι άνθρωποι δεν βρίσκουν την τρέλα, βρίσκουν την αφορμή της.
Έβλεπες το χωριατόκοσμο να ξεκαρδίζεται μπροστά στην περήφανη αυτή δυστυχία, στα κλειστά μάτια και στο στόμα και συμφωνούσες άλλη μια φορά με το σοφό λόγο, πως "την τρέλα και τη γνωστικάδα πιο πολύ μας τη δίνουνε παρά την έχουμε".
- Γιατί την τρελάνατε; ρωτούσα τις γειτόνισσες.
Στην αρχή με κοιτούσαν κείνες χάσκοντας. Ύστερα:
- Μμ...γιατί της αρέσει. Η μουρλαμάρα, γιε μ', είνι σαν τον ταμπάκο. Τον γεύτηκες δυο βολές; Πάει δεν είνι για να τον κόψεις.

Έτσι, ανάμεσα απ' το γενικό κέφι, τα τραβολογήματα και τα γέλια των συγχωριανών της περνούσε η γριά, ισκιερή σαν τη νύχτα, άνοιαστη κι ατάραχη, σαν από ξένο κόσμο, περνούσε μπρος απ' τις πόρτες του χωριού` και με την ίδια ξεγνοιασιά που δεχότανε και τ' αναμπαίγματα των χωριανών, δεχότανε τα ελέη τους.
Την είχανε συνηθίσει σαν το ταχυδρομικό τραίνο, που περνάει την ταχτική του ώρα, για να πάρει και ν' αφήσει. Να πάρει ψωμί και ν' αφήσι γέλιο.
Φορούσε ένα ξασπρισμένο φακιόλι στο κεφάλι, που κατέβαινε ως το σουβλί της μύτης της και της σκέπαζε τα μάτια, τ' αυτιά και τα τσουλούφια. Πίσω από κει δεν μπορούσες ούτε να τη μαντέψεις.
Τις βροχερές μέρες το θέατρο άλλαζε σκηνοθεσία.
Η βροχή έριχνε λάδι στη φωτιά. Ήταν μια ασυνήθιστη απόλαυση να βλέπεις, σιγουρεμένος πίσω απ' το τζάμι σου, τη μουρλή να βαδίζει με την τραγική της αξιοπρέπεια ανάμεσα στις υγρές κλωστές του νερού, σαν την πυργοδέσποινα ανάμεσα απ' τις χάντρινες πόρτες της.
Δεχότανε τα χειμωνιάτικα δώρα τ' ουρανού, καθώς και τα καλοκαιρινά, καρτερική σαν την πέτρα κι αδιάφορη σαν την άψυχη ουσία. Μα και γι' αυτή την άψυχη ουσία αισθάνονται πολλές φορές οι άνθρωποι πόνο, και μόνο γι' αυτή τη γριά που - ποιος ξέρει; - μπορεί και να μην ήταν ολότελα άψυχη, δεν αιστάνθηκαν ποτέ ούτε την παραμικρή συμπόνια, ούτε το τόσο δα ράγισμα καρδιάς.
Κόνευε σ' ένα ρημαγμένο σπίτι, που τη νύχτα ούρλιαζε ο αέρας και του κυνηγούσε τα κεραμίδια κι έστηνε πόλεμο φοβερό με τις ξεριζωμένες πόρτες, που βροντούσαν στα πρεβάζια τους και γκρέμιζαν τ' αγκωνάρια και τους ασβέστηδες. Οι αφέντες αυτού του σπιτιού είχαν ξεκληριστεί απ' το χάρο. Το σπίτι άδειασε απ' τις ψυχές. Κι ευτύς η αχαλίνωτη λαϊκή φαντασία το γέμισε βρυκολάκους και φαντάσματα. Είχαν περίεργες συνήθειες εκεί μέσα αυτά τα φαντάσματα. Άλλοτε έκαναν μέσα στις άδειες σάλες του σπιτιού ολονύχτιες βεγγέρες και μπάλους κι άλλοτε καυγάδες και ξυλοδαρσίματα.
Η Μαργιωρή η Κρανού, που είχε τη μύτη της χωμένη μες στα ξένα μυστικά και το χέρι της μες στον κόρφο της, δουλειά δεν είχε και δουλειές σκάρωνε. Μάζευε γύρω της τα κουτοθήλυκα του χωριού και τους ιστορούσε με τρομάρες και γουρλώματα το τούτο και το κείνο. Το πως "χτες τα τελεσίμια κάνανε κουτρουβάλες στα σκαλιά". Ή ότι "στολίζανε τη μουρλή τη νύφη και την παντρολογούσαν - λέει - με το τελευταίο παλικάρι του σπιτιού, τον Τζελή ( ένα τριαντάφυλλο...). Θεός σχωρές τον κι αυτόν..."
Γι' αυτόν τον Τζελή είχε το χωριό να λέει πολλά. Πρώτα κι αρχή για τα κάλλη του. Και κατόπι για τα νιάτα του, για τα πολλά του νιάτα...τα πάρα πολλά του...Και κατόπι για την κυπαρισσένια κορμοστασιά του...Και τη λαλιά του που έπαιρνε κεφάλια...
" Εσείς δεν τον φτάσατε, κούτσικά μου, έλεγε στα λιανοκόριτσα. Αρωτάτε τσι μανάδες σας και να σας ειπούνε: ποιανής φυλλοκάρδια έμειναν άκαφτα. Ε,...πάει...πόθανε...Από τι; Ό,τι ξέρετε, ξέρω. Είχε απομείνει ο στερνός στο σπίτι. Ούλους, έναν - έναν τους ξύλωνε ο χάρος. Στο ύστερο απόμεινε αυτός, ο Τζελής. Στητός, κυπαρίσσι. Τα κορίτσια πλάνταξαν, δάρτηκαν, στέναξαν κατ' απ' τα παραθύρια του...Τίποτα! Του πέταξαν γαρούφαλα μοσκοβολιστά, ψιλοκεντημένα μαντιλάκια, κιλίφια, ταμπακιέρες...Κείνος τ' άψήφησε ούλα. Ούλα...Και πήγε κι έκλεισε τα μάτια του κάτ' απ' το χώμα. Χορτάριασε πια του ζάβαλη το νημούρι του. Οι συνομήλικές του άλλες παντρεύτηκαν κι άλλες στραβογέρασαν. Ποια να τον θυμηθεί; Εδώ αστοχιούνται οι ζωντανοί. Τους αποθαμένους ερωτάς; Ε, άιτε, σύρτε τώρα τσι δ' λεις σας, γιατί θα καψαλιστεί το μαγείρεμα σας. Άι..."
Κι η Μαργιώρα η Κρανού έχωνε πιο βαθιά το χέρι στον κόρφο της και πάγαινε να φαφλατίσει σ' άλλη γειτονιά.
Τώρα, γιατί ακριβώς παντρολογούσαν  τη μουρλή μ' αυτόν τον Τζελή, ήταν πράμα που η Κρανού δεν το εξηγούσε. Το θεό με το νου, λέει, τον βρήκανε. Γιατί τάχα ν' απομείνει η Χρύσω οξ' απ' το σεβντά κεινού του καρδιοκλέφτη του λεβέντη;
Είχα ρωτήσει τους χωριανούς για τα μάτια του Τζελή και πήρα την απόκριση πως ήσαν λαμπερά, λαμπερά...που σε κοιτούσαν και σου κοβόταν η ανάσα.
Τα καϋμένα τα μάτια του Τζελή!...Τόσο λαμπερά και να σβήσουν τόσο νωρίς...
Το σπίτι, λέγανε, έμεινε από τότε κατάκλειστο, γιατί κανείς, κανείς δε θέλησε να κατοικήσει. Κι όλα τ' αγαθά του απόμειναν μες στις κλειστές κάμαρες. Και κείνες, ο μόνος που τις ανοιγόκλεινε, ήταν ο αγέρας. Σ' αυτό το σπίτι ύστερ' απ' τον πεθαμό του Τζελή πήγε να κατοικέψει η Χρυσώ κι ο κόσμος - τι να' κανε; - την παρανόμιασε "μουρλή", γιατί ποιος γνωστικός θα δρασκέλαε το κατώφλι του στοιχειωμένου σπιτιού;
Ναι, και πριν απ' αυτό ήταν η Χρυσώ ολομόναχη, ναι, άκληρη` γιατί το βιός της, το πολύ βιός της, της το πούλησε και το κουβάλησε κάτω στις πολιτείες και το' παιξε και το' πιε, κι από τότε ρεύει στη φυλακή...ο αδερφός της. Μα, όσο και να πεις, ο φόβος - φόβος είναι. Ένα ντάμι θα βρεσκότανε στο χωριό να σταλίσει το κορμί της, ένα φτωχόπαιδο θα βρεσκότανε να την κουκωλωθεί (και την λαχτάριζαν τόσα και τόσα!) Και κείνη η κακοκέφαλη πήγε και κλείστηκε μέσα στο ρημαδιακό με τ'
 αερικά και μουγγάθηκε και κουφάθηκε κι απόμεινε τρελή.
- Δεν ακούει;
-Τσ!
- Δε μιλάει;
- Τσ!
- Δεν κοιτάει;
- Τσ! Τσ! Τσ!
Τι ζει, τι δε ζει, το ίδιο είναι. Και σαν περπατάει τι; Ανεμίζεται, σαν το φρόκαλο, που το κυλάει ο αέρας.
Σε μια, λέει, απ' τις κάμαρες του σπιτιού κρεμότανε κι η κιθάρα του Τζελή, που την έπαιζε τη νύχτα ο αγέρας κι η μουρλή μερακλωνότανε. Μα το μεράκι της με το ξημέρωμα πάγαινε περίπατο και την ξανάπιαναν πάλι οι μουγγαμάρες της. Πέρναε με το καλαθούνι της κρεμασμένο στο καλαμόχερο, και τα μωρούδια πηλαλάγανε το κατόπι της και της πετάγανε μέσα ξεροκόμμματα και πέτρες και μαγαρισιές. Μα της μουρλής δεν της πικραίνεται με τέτοια η καρδούλα. Νοικοκυραίοι του μυαλού τους είναι, γνωστικοί άνθρωποι, μπορούν να κάνουν και κακοκεφαλιές. Αν δεν είναι για τους γνωστικούς οι παλαβάδες, τότε για ποιανούς είναι; Για τους μουρλούς; Αμ δε!

Μια μέρα στο μουντό, λασπιάρικο χωριό έπεσε η λιακάδα. Ας ήταν καλά κι αυτός ο ήλιος που  καιρούς καιρούς το θυμάται` αλλιώς το χωριό θα μούχλιαζε. Στο προσηλιακό χαμηλό παραθύρι μας ήρτε τ' απογεματάκι ο ήλιος και μας έκρουσε το τζάμι. Κι εμείς του ανοίξαμε. Είχαμε αποφάει` και το λίγο κρασί κι ο ήλιος, μας άναψε ένα ψιλό ψιλό κέφι` και του λόγου μου, που το' χα το μεράκι στην τσέπη, ξεκρέμασα μια παλιοκιθάρα, που είχαν κρεμασμένη στον τοίχο, και το πήρα. Κείνη ακριβώς τη στιγμή περνούσε απ' το στενορύμι η Χρυσώ - και...- θαμαστά τα έργα σου, Κύριε! - κείνη η μολολή, η βουβή, η μαγγουφιάρα! στάθηκε απ' όξω απ' το παράθυρο και...- πρώτη βολά έβλεπε τέτοιο πράμα το χωριό - κοίταξε...
Αυτό ήταν! Την άλλη μέρα το χωριό σείστηκε. Άλλοι λέγαν, ότι η μουρλή γνωστίκεψε, άλλοι ότι "σημάδεψε" το σπίτι, για να τ' αβασκάνει. Κι άλλοι ό,τι τους έκοβε το ξερό τους. Ωστόσο το πράμα δεν είχε συνέχεια. Η παράσταση σταμάτησε εκεί. Μα οι λιακάδες κείνου του χωριού είναι σαν το Μαρτιάτικο χιόνι. Ρίχνει ο ήλιος μια ματιά πάνου στα κεραμίδια, πάει το βράδυ να κοιμηθεί και το πρωί ξεχνάει να ξαναγυρίσει. Την κατοπινή νύχτα κατηφορίζει απ' τον Έλυμπο ένα τέτοιο χιόνι, ένας τέτοιος χαλασμός, που δεν απομένει ζουντανό αξεπάγιαστο κι άσπαστο κεραμίδι. Ο Βοριάς έτρωγε τα λυσσακά του. Τις φωτιές τις έπιασε αχορταγιά. Τρώγανε στην καθισιά τους από δυο στοίβες ξύλα και πάλι δεν έλεγαν να ζεστάνουν. Οι νοικοκυρές βγάλανε από τους γιούκους και τις βελέντζες της εφεδρείας. Οι χωριανοί που ένιωθαν πόνο για τα δέντρα, για το ποτάμι και για το μύλο, που τουρτούριζαν χωρίς φωτιά στις ρεματιές, ξέχασαν να συμπονέσουνε τη Χρυσώ. Και μόνο, σαν του το θύμισα, κάνανε " ο - χου ου " και πάλι ξανακαθίσανε στ' αυγά τους, γιατί η συμπόνια τους ήταν με λόγια.
- Ζωντανή ψυχή είναι, τους φωνάζω. Δεν έχετε καμιά βελέντζα, κάνα παλιό σκουτί;
- Σκουτιά όσα θέλεις, καλέ μου. Μα ποιος της τα πάει;
- Τόσα παλικάρια και "ποιος θα της τα πάει;"
- Οι παλικαροσύνες δεν περνούνε με τα φαντάσματα. Τ' αερικό δεν έχει λαρύγγι να του στρίψεις. Σε σφαντάζει, σου παίρνει τη λαλιά σου κι ύστερα τρέχα χάλευέ την. Από ποιον;
- Λοιπόν θα πάω εγώ!
- Ήμαρτον, Παναγιά μου! Δάσκαλε κάτσε κει που κάθεσαι. Γιατί, καψερέ μου, άμα πάθεις δεν ξεπαθαίνεις!
- Είπα θα πάω! Ποιος μου δείχνει το δρόμο; ( Όλοι κοκάλωσαν). Χρήστο! Πετρούσιε! Γιαννή! Γιαννή! δε σ' είχα για τόσο φοβιτσιάρη. Εσύ μωρέ, είσαι που ξετρύπωσες τη λυκοφωλιά; Και τό' χεις και το παινεύεσαι. Κρίμα στις λεβεντιές σου!
Ο Γιαννής έξυσε το γόνατό του, έβηξε και σηκώθηκε:
- Έχει αέρα όξου, σκοτίδα. Δε βαστάει λύχνος.
- Έχω φακό μαζί μου.
- Δεν σβάει;
- Μην κάνεις το κουτάβι, όχι. Έλα ζαλικώσου τα σκουτιά και πάμε.
Τυλιχτήκαμε γερά και βγήκαμε. Ο Γιαννής ψιλόβριζε από μέσα του το χιόνι και τις λακούβες και μάζευα τις βρισιές εγώ, γιατί το καταλάβαινα, ότι ήταν δικές μου. Τέλος, κάποτε φτάσαμε. Τη στιγμή που δρασκελούσα το κατώφλι, ένα ορμητικό μπουκάρισμα του βοριά σώριασε κάτι βαρύ πάνω στο δώμα. Σα στράφηκα να δω το συνοδό μου, ανακάλυψα ότι ήμουν μόνος. Το μόνο που ξεχώριζα μέσα στο χιόνι ήταν ένα ςμαύρος σωρός μες στην αυλή.
- Γιαννή! του φωνάζω. Γιαννή! Τι γυναικεία καμώματα είν' αυτά; Ντροπή.
Κι έσκυψα να τον ξεκουνήσω. Ο " Γιαννής" ήταν ρούχα. Τα ρούχα που κουβαλούσε και που παράτησε, για να το βάλει στα πόδια.
Τώρα το ξέρω. Ο Γιαννής στο σπίτι θα τους είπε τα καθέκαστα κι όλοι θα λένε "κλάφτον".
Και ξέρω πως δε θα το λένε με συμπόνεση, γιατί θα είναι όλοι σύμφωνοι, πως τα φταίει το κεφάλι μου.
Υποχρεώθηκα να σηκώσω τα σκουτιά και να τ' ανεβάσω μόνος μου απάνω. Τα σκαλιά γκρίνιαζαν σα γατιά που τα ξεκουνάς απ' το χουζούρι τους. Οι αέρηδες παίζανε κυνηγητό από κάμαρα σε κάμαρα και ούρλιαξαν σαν τ' άγρια ζώα που πάνε να σπαραχτούνε. Τύχαινε κάποτε να συγκρουστούν απάνω σε καμιά πόρτα και τη σώριαζαν κάτω με πάταγο. Ανθρώπινη όμως  φωνή πουθενά. Ω, σίγουρα θα την είχαν ξεκάνει τα κρύα τη γριά. Παίρνω τις κάμαρες με τη σειρά. Η ερήμωση ήταν γενική. Φτάνω και σε μια ακριανή που κοιτούσε κατά το Νοτιά. Εκεί η λύσσα της αφεντιάς του ήταν λιγάκι καταπραϋμένη. Η οργή του ξεθύμαινε κατά το ανοιχτό χαγιάτι. Ο φακός του χεριού μου έκανε το γύρο της κάμαρας, κι ανακάλυψε μια ακαταστασία απερίγραπτη. Το πάτωμα ήταν γεμάτο συντρίμματα και ράκη. Και καταμεσής σ' αυτή την καταστροφή, ορθή σα μια μαρτυρική Νίκη, η Χρυσώ! Μα μια νίκη ουδέτερη, απ' αυτές που ανήκουν μόνο στον εαυτό τους, γιατί κι οι δυο αντίπαλοι που τη διεκδικούσαν είχαν πέσει κάτω απ' τα ίδια τους τα χτυπήματα. Τα μάτια της "τρελής" δεν είχαν καμιά σχέση με την παραφροσύνη. Ήταν δυστυχισμένα και λογικά. Τόσο δυστυχισμένα που μόνο λογικά μπορούσαν να είναι. Το φακιόλι , που τόσο ζηλότυπα πριν της τα σκέπαζε, είχε πάρει τη θέση του. Ήταν πια ολοφάνερο. Η τρελή γριά δεν ήταν γριά και διόλου τρελή. Με είχαν πιάσει κάτι φοβερές ανατριχίλες, φόβοι εφιαλτικοί πως ξεχάστηκα μέσα σ' ένα τρομαχτικό όνειρο και δεν ήταν για να ξαναξυπνήσω. Έπιασα με αγωνία τα ρούχα μου, τα μαλλιά μου. Ετοιμάστηκα να μπήξω μια φωνή. Και μου φαίνεται πως κράτησα την ανάσα μου να φωνάξω. Και πως φώναξα. Μα η φωνή που βγήκε δεν ήταν διόλου δική μου και διόλου αντρική. 
- Ήρτες πια; έλεγ' η φωνή. Ήρτες πια; Τζελή...Τζελή μου...Ήρτες;
Κι η Χρυσώ, με λαχτάρα , με τινάγματα, με αναφιλητά και γέλια έπεσ' απάνω μου και μου τύλιξε τη μέση και κύλησε στα γόνατά μου...Αιστάνθηκα το χέρι μου να το καίνε κάτι φιλιά και δάκρυα...Και μαζί κάτι χέρια κοκαλωμένα και κρύα σαν το μάρμαρο να με σφίγγουνε σαν ατσαλένιες αρπάγες.
Πάγωνα...("Τζελή...Τζελή μου..." έκραζε ακόμη η φωνή εκεί κάτω στα πόδια μου).
Ξάφνου ο τρόμος μ' έκανε δυνατό. Με δυο σκληρές κλωτσιές ξελευτερώνω τα πόδια και ξεχύνομαι με ποδοβολητά κατά τις σκάλες. Οι πόρτες και τ' αγκωνάρια με πετροβολούσαν. Ο αέρας πήγαινε να ξεθεμελιώσει το χωριό. Τσίγκοι και λιθάρια και θυρόφυλλα με κυνηγούσαν σαν τον αφορισμένο. Και μέσα σ' αυτόν το χαλασμό τα σπαραγμένα ξεφωνητά της Χρυσώς: " Τζελή...Τζελή...Τζελήήήή!..." Της Χρυσώς που τώρα πια τρελάθηκε...


Μενέλαος Λουντέμης , Τα πλοία δεν άραξαν , διηγήματα, Δωρικός, έκδοση 4η.

"Ο Λουντέμης είναι μοναδικό φαινόμενο αυτοδίδακτου και αυτοδημιούργητου συγγραφέα στα Γράμματά μας. Προικισμένος με γνήσιο πολύπλευρο ταλέντο και με μεγάλη, ακαταμάχητη θέληση, κατόρθωσε, όσο κανείς άλλος, να κατανικήσει τα εμπόδια και τα χτυπήματα της αχάριστης ζωής του και ν' αναδειχθεί έξοχος συγγραφέας απ' την πρώτη κιόλας εμφάνισή του.
Ποιητής και πεζογράφος, που η πρόζα του αστράφτει από δύναμη εκφραστική και ποιητική πνοή απαρομοίαστη μοναδικής πρωτοτυπίας και αναπτύσσεται σε λόγο αδρό, πλούσιο , γοργό και παραστατικό μ' ένα αφηγηματικό δαιμόνιο που συναρπάζει , ζωντανεμένο από διαλόγους που αποκαλύπτουν την ψυχή των ηρώων του και διαγράφουν αληθινούς τύπους, παρμένους απ' τη ζωή.

Με το πρώτο του κιόλας βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων " Τα πλοία δεν άραξαν", που με την εμφάνισή τους χάρισαν στο συγγραφέα τους το Α' Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας (1938), ο Μενέλαος Λουντέμης μπαίνει πρωτότυπα και δυναμικά στο χώρο της πεζογραφίας, φέρνοντας μαζί του μια καινούργια και πολύπτυχη θεματική και αφηγηματική πνοή. Περιπλανιέται στα πεζοδρόμια και στα καταγώγια της αστικής ζωής, τρυπώνει μέσα στις πολύβουες φλέβες της, ψάχνει μέσα στην πιο πνιχτική σκόνη , μέσα στο πιο μολυσμένο βούρκο, ανακαλύπτοντας ανθρώπους περιθωριακούς, κολασμένους και τυραννισμένους, που ωστόσο κάπου μέσα τους σιγοκαίει ακόμα μια κάποια φλόγα ελπίδας" ( από το οπισθόφυλλο)