Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

Εαυτούληδες…

Ένα εξαιρετικό κείμενο από το φιλικό ιστολόγιο Οικοδόμος

Πόσο δύσκολο είναι να μη γκαρίζεις στο κινητό στο μετρό, στο λεωφορείο να μη σπρώχνεις για να μπεις πριν απ’ τους άλλους, να παραχωρείς τη θέση σου σε μια έγκυο, έναν ηλικιωμένο ή ένα συνάνθρωπο με δυσκολία στην κίνηση;

Πόσο δύσκολο είναι όταν βρίσκεσαι ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους να βάζεις το χέρι μπροστά στο στόμα πριν βήξεις;

Πόσο δύσκολο είναι να μην αφήνεις τις ροχάλες σου και τ’ αποτσίγαρά σου στο πεζοδρόμιο; Να μην κορνάρεις με το παραμικρό όταν οδηγείς, να μην πετάς σκουπίδια απ’ το παράθυρο, να σταματάς στις διαβάσεις για να περάσουν οι πεζοί και να μην παρκάρεις καταλαμβάνοντας πεζοδρόμια;

Πόσο δύσκολο είναι να μην καπνίζεις στις αίθουσες αναμονής των νοσοκομείων, στις υπηρεσίες και σε όλους τους κλειστούς δημόσιους χώρους όπου συνυπάρχεις με αυτούς που δεν καπνίζουν; 

Πόσο δύσκολο είναι να λες καλημέρα το πρωί και καλησπέρα το βράδυ, να απαντάς παρακαλώ όταν σου λένε ευχαριστώ και να μη τσιγκουνεύεσαι το ευχαριστώ και το χαμόγελο;

Πόσο δύσκολο είναι να μην κάνεις τον ξερόλα, τον «μάγκα», να μην υποτιμάς τον συνομιλητή σου και ν’ ακούς τι έχει να πει πριν του απαντήσεις;

Πόσο δύσκολο είναι να παραδέχεσαι τα λάθη σου και να ζητάς συγνώμη;

Πόσο δύσκολο είναι να σέβεσαι το διαφορετικό, να μην κρίνεις τον άλλο από το φύλο του, από την εμφάνισή του, το χρώμα του δέρματός του, την προέλευσή του, τη θρησκεία του, τη σεξουαλική του επιλογή;

Πόσο δύσκολο είναι να υπερασπιστείς έναν αδύναμο που δέχεται λεκτική, σωματική ή άλλη επίθεση;

Πόσο δύσκολο είναι να αρνηθείς το σκοπό που αγιάζει τα μέσα;

Θα πεις, ίσως, με τι ασχολούμαι καθαροδευτεριάτικα… όταν υπάρχουν τόσα άλλα σοβαρά προβλήματα. Με τι μετριέται άραγε η σοβαρότητα; Ποιο είναι σοβαρότερο-μεγαλύτερο πρόβλημα: να είσαι άνεργος ή να «απασχολείσαι» απλήρωτος, να μην έχεις να περάσεις ή να σκύβεις συνέχεια το κεφάλι, να μην έχεις να φας ή… να μη χορταίνεις  κουτόχορτο;

Αν τα παραπάνω είναι δύσκολο να τα καταλάβεις και να τα εντάξεις στην καθημερινότητά σου, τότε είναι πιο δύσκολο να συνειδητοποιήσεις ότι δίπλα στο δικό σου «εγώ» ζουν και περιφέρονται άλλα ανθρώπινα όντα. Και πώς να συμβεί αυτό όταν εσύ, όπως ο διπλανός σου και πολλοί, υψώνεις τείχη γύρω σου και δε δίνεις δεκάρα για τους άλλους.

Έτσι σ’ έμαθαν στο σπίτι, αυτό σου «δίδαξε» το σχολείο, με τέτοιες εικόνες σε θαμπώνει το «λάιφ-στάιλ», το ίδιο άλλωστε κάνουν και οι περισσότεροι «άλλοι», απ’ τους οποίους απομακρύνεσαι, αυτονομείσαι και δεν θέλεις να έχεις πολλά-πολλά μαζί τους, εκτός αν πρόκειται να κερδίσεις κάτι. Αυτό προβάλλει και υπερασπίζεται το σύστημα μέσα στο οποίο ζούμε και κινούμαστε: το ατομικό συμφέρον, το «εγώ» και μοιράζει συνταγές «επιτυχίας» για ν’ αναδειχτεί, να ξεχωρίσει ο κάθε εαυτούλης και να γίνει «μεγάλος». Αυτός  που θα βρει τον τρόπο και θα καταφέρει να ξεχωρίσει απ’ τους άλλους και να τους επιβληθεί, οικονομικά, κοινωνικά, συναισθηματικά ή όπως αλλιώς, θεωρείται «νικητής». Οι άλλοι να πάνε να λουφάξουν, ν’ αποδεχτούν την «ήττα» και να χωθούν πιο βαθιά στο καβούκι τους ― που είναι καταφύγιο και  βραχνάς μαζί. Εκεί, με την ησυχία σου θα μπορείς ν’ ανακατέψεις τη μιζέρια, την απογοήτευσή σου, την ανασφάλεια και την έλλειψη αυτοπεποίθησης, με το φόβο και την παραίτηση. Και θα τα κουτσοβολέψεις, εσύ, γιατί είσαι Έλληνας… με DNA, εσύ, ―σε ντοπάρουν―, διαφορετικός, υπομονετικός, μαθημένος στα δύσκολα, ευπροσάρμοστος και καταφερτζής. Και με ελαστικούς σπονδύλους…

Την ίδια ώρα, αποθρασύνονται, οργιάζουν οι μουχλιασμένοι διαολόσποροι  του Αδόλφου και σηκώνει κεφάλι το τέρας του φασισμού στη γειτονιά σου, στη χώρα σου, στην ευρωπαϊκή γη της ―ουτοπικής― επαγγελίας σου και απειλεί να καταβροχθίσει τα πάντα. Και μέσα στο ίδιο σου το σπίτι… Όταν γυρνάς το κλειδί στην πόρτα που σε απομονώνει με ―νομίζεις―  ασφάλεια απ’ τους «άλλους», ο ιός του φασισμού έχει ήδη αλώσει τα τείχη του εαυτούλη σου,  έχει δρασκελίσει την κερκόπορτα της συνείδησής σου και μολύνει την ψυχή σου. Δεν έχει σημασία τι ψηφίζεις στις εκλογές, αν περνιέσαι γι’ αριστερός, κεντρώος ή δεξιός, προοδευτικός ή συντηρητικός. Έχεις γίνει χωρίς να το καταλάβεις μέρος μιας ομογενοποιημένης μάζας που απλώνεται σα σιχαμερή μολυσματική βλέννα και που απειλεί να σκεπάσει κάθε ίντσα υγιούς αντίδρασης· μια επιθετική πηγή μετάδοσης που σαν τσουνάμι επιταχύνει τη διαδικασία σήψης και πολλαπλασιάζει τα σκουλήκια. Πόσο ζει ένα σκουλήκι;…

Όταν πιστέψεις ότι θα τη σκαπουλάρεις τότε είσαι ήδη νεκρός, έχεις αρχίσει ν’ αποσυντίθεσαι, προσφέροντας αληθινή και ανέλπιστη ασφάλεια στο όλο σύστημα που σε εκμεταλλεύεται, που τρέφεται βιάζοντας και απομυζώντας τη συνείδησή σου και που, ενώ μέχρι πριν λίγο έτρεμε την ώρα που θα  ξυπνήσεις και θα γκρεμίσεις μαζί με τα τείχη σου και το ίδιο, νιώθει ανακούφιση που ξεμπερδεύει με έναν ακόμα…

Φταις. Σκέψου, είναι ζωή αυτή; Δες γύρω σου και απομόνωσε μερικές από τα βουνά πληροφοριών που σου πετάνε στο κεφάλι οι ίδιες ντουντούκες της καθεστωτικής προπαγάνδας. Πόσα κατορθώνει καθημερινά η επιστήμη, πού έχει φτάσει η πρόοδος της τεχνολογίας, πόσος πλούτος υπάρχει γύρω στη γη, στη φύση, πόσα πλούτη παράγονται απ’ τους ανθρώπους της δουλειάς· φτάνουν  για να ζήσουν ευτυχισμένα όλοι οι ένοικοι αυτού του πλανήτη και γενιές απογόνων τους. Και ταυτόχρονα πόσοι πόλεμοι, αίμα, φτώχεια, πείνα, δυστυχία, αρρώστια, βίαιος θάνατος. Πόσο λίγοι, ελάχιστοι, έχουν στα χέρια τους τα πάντα και πόσο πολλοί είναι αυτοί που δεν έχουν τίποτα.

Φταις και ξαναφταίς όταν επαναλαμβάνεσαι και επαναλαμβάνεις τα ίδια λάθη. Παραμυθιάζεσαι με τα φαινομενικά καινούργια, αλλά στην ουσία με οσμή ναφθαλίνης ανακυκλωμένα και επαναλαμβανόμενα (σαν τα φετινά τηλεπαιχνίδια) πρόσωπα, κόμματα, λέξεις, υποσχέσεις. Παραληρείς μπροστά σε τηλεγελωτοποιούς. Πιστεύεις σε  θαύματα και υποκλίνεσαι στους θαυματοποιούς και στους μαθητευόμενους μάγους. Εμπιστεύεσαι το παρόν και το μέλλον σου στους καταφερτζήδες και παραχωρείς το δικαίωμα εκμετάλλευσής σου σε όποιον πλειοδοτήσει σε τάματα και μαλαγανιά. Πιστεύεις ότι η ζωή σού χρωστάει, όλοι οι άλλοι σού χρωστάνε κι εσύ υπάρχεις μόνο για να εισπράττεις. Ψάχνεις ψήγματα ψευτοευτυχίας σε μεσίτες και αγοράζεις όσο-όσο ετοιματζίδικα όνειρα απ’ τον μαυραγορίτη καπιταλιστή ντίλερ, που σου ετοίμασε μια ζωή κανονικό θρίλερ και που δεν θα διστάσει να γίνει και κίλερ, γιατί ο θάνατός σου η ζωή μου ισχύει εδώ, στην άγ(ρ)ια ―του ευρώ― δύση…

Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει αποκομμένος. Όχι ολοκληρωμένα. Ζωή δεν είναι να ξυπνάς και να κοιμάσαι με την έγνοια πώς θα βολέψεις ή θα γλιτώσεις την πάρτη σου. Να μοιράζεσαι την έγνοια, την αγωνία, τη λύπη, τον πόνο, να προσφέρεις και ν’ αποδέχεσαι τη μπουκιά, την ελπίδα, το χαμόγελο, την αγκαλιά, ―τόσο ξένα και παρεξηγημένα, σήμερα, που λίγοι έχουν το «προνόμιο» να νιώθουν και να εκφράζουν―, δίνει κουράγιο, οπλίζει με δύναμη, γεμίζει με νόημα τη ζωή.

Οι Έλληνες δεν «τα κατάφερναν πάντα», γενικά και αόριστα, δεν ήταν ποτέ «όλοι αγαπημένοι», ούτε «όλοι ενωμένοι», αφού δεν είχαν και δεν έχουν τα ίδια συμφέροντα. Κάποιοι βολεύονται από καταστάσεις σαν αυτές που ζούμε σήμερα (πρωτόγνωρες και επώδυνες για τους περισσότερους), κερδίζουν και επενδύουν στην ύπαρξη και στη διαιώνισή τους. Μας θέλουν μονάδες, ατομιστές, εκατομμύρια μικρά, ασήμαντα και αδύναμα «εγώ», εαυτούληδες, για να μας αντιμετωπίζουν πιο αποτελεσματικά και να μας κρατάνε υποταγμένους, διαιωνίζοντας την κυριαρχία της εξουσίας τους πάνω στις κυρτές απ’ το πολύ σκύψιμο πλάτες μας. 

Δικό τους το σύστημα της αδικίας και της εκμετάλλευσης, δική τους και η εξουσία του και δικές σου οι αλυσίδες που σε κρατάνε δεμένο, σκλάβο, δούλο τους. Αν δεν έχεις τα ίδια με αυτούς συμφέροντα και αν δεν ανήκεις στην τάξη τους ποτέ το δικό σου καλό δεν θα συμβαδίσει με το δικό τους. Η θέση σου είναι απέναντί τους, μαζί με τους πολλούς, δίπλα σ’ αυτούς που άφησαν πίσω τα μικρά «εγώ» τους και οικοδομούν το μεγάλο «εμείς». Από κοινού, μαζί, βάζοντας δίπλα δίπλα αυτά τα τόσα πολλά που μας ενώνουν και διεκδικώντας αυτά που μας ανήκουν, δηλαδή τα πάντα.

Η ζωή είναι δώρο ακριβό, πολύτιμο, μια και μοναδική, δεν έχει επιστροφή. Η αποστειρωμένη από συναίσθημα και νου καθημερινότητα είναι ένας  οδοστρωτήρας που στο πέρασμά του αφαιρεί το ζωτικό οξυγόνο από την καθαρή σκέψη και κάθε δυνατότητα ορθής αξιολόγησης των πραγμάτων και αφήνει πίσω του ψίχουλα ψευτοζωής. Οι επιλογές, η στάση του καθενός αφορούν, επηρεάζουν τον ίδιο και τους πάντες.

Οι αξίες, τα ιδανικά, ο πόθος για μια καλύτερη ζωή, χαρούμενη κι ευτυχισμένη για όλους, δεν έχουν πεθάνει. Σιγοκαίνε κάτω απ’ «τη χόβολη της ελπίδας» και προσμένουν το φύσημα που θα τα  θεριέψει.

Δευτέρα 27 Φλεβάρη 2017.

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

Ο χαρταετός

Όλοι μου λένε: Τι γυρεύεις και πας κι έρχεσαι συνέχεια στις ίδιες ερημιές; Χειμώνας μπαίνει καλοκαίρι βγαίνει, εσύ εκεί, με τα κοτσύφια στις ρεματιές και τους λαγούς στα χέρσα. Ποια κοτσύφια και ποιους λαγούς και ποια χέρσα; Ερημιές μονάχα και λογγώματα.
Εντάξει, ανεβαίνεις καμιά φορά, στα φτελιάδια του παπα - Μόσχου, όπου το χειμώνα, όταν έπεφτε χιόνι, πήγαινες με τα ξαδέρφια σου και κόβατε κίσσαρα για τα κατσίκια που είχαν αποκλειστεί στο κατώι. Και το καλοκαίρι βάζατε τα πρόβατα να βοσκήσουν στα θερισμένα. Ποια κατσίκια τώρα και ποια πρόβατα; Ούτε βέλασμα ζώου ούτε σκύλου γάβγισμα ούτε φωνή ανθρώπου. Ψυχή ζώσα.
Τα φτελιάδια βέβαια υπάρχουν ακόμα και θέριεψαν - φανταζόμουν μαύρα φαντάσματα, όλο πρόκληση, σαν τους ανεμόμυλους του Δον Κιχώτη, κι εσύ δεν έχεις μήτε έναν Ροσινάντε, ένα αχαμνό ξεπεσμένο παλιάλογο να καβαλικέψεις, μήτε τουλάχιστον το γαϊδουράκι του Σάντσο Πάντσα. Ξεσκίζεσαι και ματώνεις - για ν' αποδείξεις τι;
Αλλά να που τα θαύματα ενίοτε συμβαίνουν. Σπάνια βέβαια, αλλά συμβαίνουν. Ας πούμε μια φορά στα δέκα χρόνια. Και τότε αποζημιώνεσαι για τις αναζητήσεις σου στον ύπνο και στον ξύπνιο.
Το περασμένο φθινόπωρο, λόγου χάρη, καθώς περνούσες στο χωματόδρομο που κάποτε είχαν ανοίξει κάτω από τη βρύση του Κράνου, αναρωτήθηκες: Μα κάπου εδώ δεν ήταν η βρύση; Πώς λόγγωσε έτσι ο τόπος; - και στάθηκες για λίγο μες στην ερημιά, να δεις καλύτερα. Να βεβαιωθείς. Σε γενικές γραμμές όλα ταίριαζαν, αλλά μήτε βρύση φαινόταν μήτε μονοπάτι, και βέβαια μήτε η Κρανιά, εκεί δίπλα, όπου κρεμούσαμε ένα κουρελάκι από το ρούχο που φορούσαμε, κάθε φορά που πίναμε νερό και πλέναμε το πρόσωπό μας να δροσιστούμε. Χρόνια και ζαμάνια πίναμε το νερό της και της αφήναμε το κουρελάκι μας. Δε ρωτούσαμε γιατί. Επειδή αυτά τα πράγματα δεν τα ρωτάνε. Ίσως επειδή τελικά το αποτέλεσμα μετρούσε. Και το αποτέλεσμα ήταν μια καταστόλιστη Νύφη, δίπλα στη βρυσούλα που ήταν πάντα γενναιόδωρη για μας. Κι εμείς της το ανταποδίδαμε.
Ένας μονάχα, ο Γιώργος ο Γκίνος, το γειτονόπουλό μου, είχε σκεφτεί όχι μονάχα να της στερήσει αυτό το δικαίωμα, αλλά και να της κόψει μερικά ίσια κλωνάρια, για να φτιάξει δεν ξέρω τι. Πες καλύτερα ο διάβολος ο ίδιος τον είχε βάλει. Μα τότε γίνηκε, λένε, το μεγάλο κακό. Σηκώθηκε ένας σίφουνας, μια αντάρα, ένα κακό, που έκανε τον τόπο να βουίξει και μαι γυναίκα, καταστόλιστη, με φλουριά, φάνηκε στο ύψωμα πάνω από τη βρύση και του φώναξε:
" Τι σου' φταιξε το δέντρο και θέλεις να το κόψεις; Και δεν αντρέπεσαι;"
Κι ο Γιώργος Γκίνος το' βαλε στα πόδια και ροβόλησε τον κατήφορο τα χέρσα, χωράφι το χωράφι, ως το χωριό, ως την αυλή του σπιτιού του, φωνάζοντας: " Μάνα! Μάνα!", κι εκεί βγήκε η μάνα του μ' ένα μαστραπά κρύο νερό και του' ριξε στο πρόσωπο να τον συνεφέρει. Κι αυτός να λέει: " Θάμα, που το είδα εγώ, μάνα! Θάμα που το είδα εγώ!".
Ύστερα βέβαια κάποιοι είπαν τα δικά τους, πως τάχα ήταν εκεί μια βλαχοπούλα που έβοσκε πιο πάνω τα ζυγούρια της, αλλά αυτά δεν πιάσανε. Αφού το θάμα το είχε δει ο Γιώργος ο Γκίνος με τα ίδια του τα μάτια. Άσε πια που τα χειρότερα ήρθαν αργότερα. Κι ενώ έφερνα αυτά στο νου μου κι έψαχνα ανάμεσα στα λογγώματα που είχαν θεριέψει, ανακάλυψα ξαφνικά την Κρανιά, όπως την ήξερα, φορτωμένη τα χρωματιστά της στολίδια! Και το σπουδαιότερο: φορτωμένη κατακόκκινο καρπό! Ύστερα από τόσα χρόνια!
Όσο για τον Γιώργο τον Γκίνο, αυτά που διηγήθηκα είχαν γίνει πριν από τον πόλεμο. Κι η μάνα του, που ως τότε επαναλάβαινε πάντα την ίδια φράση " Να μεγαλώσει λίγο ακόμα ο Γιώλγος μου, να τον στείλω στον πατέλα του στην Αμελική", κάποια μέρα τον ξεπροβόδισε με άλλους μαζί "ξενίτες". Εμείς, μολονότι γειτόνοι, δεν τους είδαμε, γιατί φύγανε χαράματα, νύχτα ακόμα. Θυμάμαι μονάχα τη μάνα του που κάθε τόσο σκούπιζε τα μάτια της με την άκρη της άσπρης μαντίλας της κι επαναλάβαινε: " Κάμε Παναγίτσα μου να φτάσει ο Γιώλγος μου με το καλό, να βλει τον πατέλα του".
Ακολούθησαν οι μεγάλες περιπέτειες που ξέρουμε - να μην τα ξαναλέμε. Οι δρόμοι κλείσανε, κανένας δεν έφευγε από το χωριό κανείς δεν ερχόταν. Αποκλείστηκε κι ο Γιώργος με τον πατέρα του στην Αμερική. Ούτε γράμμα δεν ερχόταν. Κι η μάνα του Γιώργου έλεγε τώρα τραυλίζοντας πάντα: " Ν' ανοίξουν οι δλόμοι, να' λθει ο Γιώλγος μου με τον πατέλα του από την Αμελική". Κι ώσπου να γίνει αυτό, " η ζωή συνεχιζόταν", που λέει ο λόγος - αλλά τρόπος του λέγειν. Πόλεμοι, βομβαρδισμοί, επιδρομές ξένων και δικών, εκτελέσεις και πυρπολήσεις χωριών. Κι αυτά τα έχουμε πει πολλές φορές. Και κανείς πια δε θέλει να τ' ακούει, σχεδόν έχουν χάσει το νόημά τους. Άλλο θέλω να πω. Ότι και μέσα σ' εκείνες τις συμφορές τα παιδιά συνέχιζαν τις δικές τους συνήθειες και τα δικά τους παιγνίδια. Και το σύνθημα το έδιναν οι χαρταετοί με τη δική τους θριαμβική εμφάνιση , μόλις έμπαινε η άνοιξη.
Στους λόφους πάνω από το χωριό, στον Αϊ - Νικόλα και στον Αϊ - Θανάση οι χαρταετοί φορφούριζαν αισιοδοξία. Πολύχρωμοι στην αρχή, με τον καιρό γινόντουσαν όλο και πιο μουντοί, καθώς τέλειωναν οι προπολεμικές μαραμαρόκολες και τις αντικαθιστούσαν κατάλοιπα από εφημερίδες και περιοδικά συναρμολογημένα με αλευρόκολλα.
Τέλειωσαν και τα δικά μου χαρτιά - ό,τι είχαμε στο σπίτι και δεν είχαμε , από Ελεύθερον Βήμα μέχρι Θησαυρούς και Μπουκέτα. Με τους σπάγγους κάτι γινόταν, οι μπακάληδες είχαν αποθέματα, στην ανάγκη χρησιμοποιούσαμε μάλλινο νήμα, αλλά χαρτί από πού; Και αν βγαίναε στα Γιάννενα εφημερίδες, ποιος να ενδιαφερόταν και πώς να τις έφερνε;
Και τότες ήρθε στο νου μου ο χαρταετός του Γιώργου του Γκίνου, που τον έβλεπα πάντα κρεμασμένο στο ίδιο σημείο του τοίχου, στον καλό τον οντά, στο σπίτι της γειτόνισσάς μας, της Λένης της Αμερικάνας, κάθε φορά που η μάνα μου μ' έστελνε εκεί για μικροδουλειές. Μάλιστα ήταν τόση η οικειότητα, που της είχαμε όλα τα παιδιά της γειτονιάς, που τη φωνάζαμε κι εκείνη " μάνα". Ήταν ένα μεγάλος αετός, ο πιο μεγάλος στο μαχαλά μας, με κιτρινωπό χαρτί και κόκκινα φεγγάρια, με μια μακριά ουρα΄, με πολύχρωμες φούντες - και τέτοιες φούντες κρεμόντουσαν και στ' αυτιά του, εκεί όπου καταλήγανε οι άκρες από τα ακτινωτά του σανίδια. Κι από πάνω του μια μεγάλη, γεμάτη καλούμπα. Με άλλα λόγια, ήταν ένας αετός που θα χρειαζόταν δύναμη για να τον σηκώσεις και να τον κρατήσεις ψηλά, που πριν από μερικά χρόνια μήτε που θα τολμούσα να το σκεφτώ, αλλά τώρα - πώς να το πω; Ένιωθα τις δυνάμεις μου να φουντώνουν.
Κατέβασα το κεφάλι πριν βγω και είπα: " Ω μάνα Λένη! Θα μου δώσεις και λίγο το χαρταετό του Γιώργου να τον πετάξω;"
Το πρόσωπό της έμεινε για λίγο ξαφνιασμένο. Ύστερα είπε: " Όχι, γιε μου, θα' λθει ο Γιώλγος μου από την Αμερική και θέλει να τον βλει, να τον πετάξει!". Δεν είπα τίποτε ξανά. Μόνο που η Λένη, κάθε φορά που έβρισκε στο δρόμο της γειτονόπουλα, επαναλάβαινε, συμπληρωμένο τώρα το ίδιο τροπάρι, που το είχαν μάθει και τα παιδιά και το λέγανε, με τη γνωστή παιδική αναλγησία: " Ν' ανοίξουν οι δλόμοι, να' λθει κι ο Γιώλγος μου από την Αμελική, ν' αμολήσει τον χαλταετό του!"
Τα πράγματα βέβαια με τον καιρό σιάξανε, μολονότι εκείνη η τελευταία χρονιά της Κατοχής ήταν η χειρότερη. Οι Γερμανοί κάψανε σχεδόν όλα τα χωριά της περιοχής και μαζί και το δικό μας. Λίγα ήταν τα σπίτια που γλιτώσανε, και μαζί και της Λένης, πράγμα που μερικοί προσπάθησαν να το δικαιολογήσουν με κάτι παροιμίες πως " κόρακας κοράκου μάτι δε βγάζει" και άλλες τέτοιες ανοησίες. Πάντως για τη γειτονιά μας αυτή η τύχη στάθηκε σωτήρια, αφού το σπίτι εκείνο, καλοσυντηρημένο άλλωστε και γεμάτο, στάθηκε μια φιλόξενη φωλιά για να βγει ο χειμώνας και να μαζέψουμε μέσα από τα ερείπια του δικού μας κάποιο κοτέτσι, να βάλουμε κάτω από έναν τσίγκο το κεφάλι μας. Κι ώσπου λοιπόν να' ρθει η άνοιξη, εγώ κοιμόμουν με τους άλλους, δικούς και γειτόνους, στρωματσάδα κάτω από τον κρεμασμένο μεγάλο χαρταετό, που, όταν καμιά φορά τις νύχτες ξυπνούσα κι άνοιγα τα μάτια, είχα την εντύπωση πως γέμιζε τον οντά μ' ένα φως κιτρινωπό. Κι αμέσως το συνόδευαν τα λόγια της Λένης: " Να σιάξουν τα πλάματα, ν' ανοίξουν οι δλόμοι..."
Ακολούθησαν τέσσερα πέντε χρόνια αμφίβολης "ειρήνης" και "ανασυγκρότησης", ώσπου αυτός ο κόσμος που για αιώνες είχε αντέξει τη δυστυχία στον ίδιο του τον τόπο ξεχύθηκε να βρει άλλους δρόμους ζωής κι άλλους τόπους αναπαύσεως. Και βέβαια ούτε ο Γιώργος ήρθε ούτε ο πατέρας του. Αντίθετα έσβησε κι η Λένη μες στην αναμονή της και στον τραυλό της καημό.
Μα εγώ πηγαινοέρχομαι, όπως είπα, χειμώνα καλοκαίρι. Κι όταν ανακάλυψα την Κρανιά, στολισμένη σαν νυφούλα με τα πολύχρωμα κουρελάκια και τα ρουμπίνια του καρπού της, θυμήθηκα όλα αυτά που είπα για τον χαρταετό και σκέφτηκα τον οντά της Λένης του Γκίνου. Τον βρήκα ανοιχτό. Ψυχή δεν υπήρχε ούτε στους δρόμους ούτε στο σπίτι. Τον ξεκρέμασα με προσοχή, τον φορτώθηκα στη ράχη μου, πήρα και την καλούμπα κι άρχισα ν' ανεβαίνω στο λόφο του Αϊ - Νικόλα. Εκεί, στο πλάτωμα, τον άφησα στο γρασίδι, ξετύλιξα με προσοχή την ουρά και την άπλωσα, δοκίμασα τα ζύγια του - ήταν όλα εντάξει, προφανώς κανείς δεν τον είχε αγγίξει από τότε που τον είχαν κρεμάσει στον τοίχο. Φύσαγε ανάλαφρο αεράκι. Τράβηξα με δύναμη το σπάγγο και ο αετός υψώθηκε φουρφουρίζοντας. Ταλαντεύτηκε για λίγο, μια δεξιά, μια αριστερά, και καθώς εγώ ήμουν μαθημένος από τέτοια καμώματα, του άφησα καλούμπα, ώσπου η ουρά του κόντεψε ν' αγγίξει το έδαφος κι ύστερα τράβηξα με δύναμη το σπάγγο και ο αετός πήρε πάλι ύψος, μεγαλύτερο αυτή τη φορά, και τράβαγε με πιο πολλή δύναμη, κι εγώ, τη μια αμολώντας και την άλλη τραβώντας με δύναμη, τον μανουβράριζα, ώσπου ήρθε και καντηλιάστηκε με κατεύθυνση τα χέρσα.
Θα πλησίαζε στον ουρανό, πάνω από τη βρύση του Κράνου, όταν ξαφνικά αιστάνθηκα το σπάγγο να χάνεται από τα χέρια μου και τον αετό να αρμενίζει ελεύθερος στα ανατολικά, εκεί που τραβούσε ο δρόμος. Κούνησε το κεφάλι του, μια δεξιά, μια αριστερά, και χάθηκε παίρνοντας κι αυτός το δρόμο για την Αμερική.
                                                                                         8 Απριλίου 2007



Χριστόφορος Μηλιώνης, Τα πικρά γλυκά, ιστορίες, Μεταίχμιο, Αθήνα 2008

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Λιλίκα Νάκου

Η Λιλίκα Νάκου γεννήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 1904. Οι βιογραφικές πληροφορίες αναφέρουν ότι ήταν δημοσιογράφος και πεζογράφος. Την "γνώρισα" πριν από πολλά χρόνια μέσα από την τηλεοπτική μεταφορά του αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος Η κυρία Ντορεμί. Έκτοτε δεν έτυχε να διαβάσω κανένα βιβλίο της και θα έλεγα ότι μου ήταν άγνωστη και ως δημοσιογράφος και ως συγγραφέας. Λησμονημένη και αγνοημένη αν και θεωρείται από τις πολύ σημαντικές γυναικείες παρουσίες που συνέβαλε με το έργο της στην υπόθεση του γυναικείου κινήματος και της χειραφέτησης των γυναικών σε εποχές πολύ δύσκολες.
Να όμως που την ανακάλυψα έστω και αργά στις σελίδες ενός παλιού τεύχους (1989)του περιοδικού" γραφή", έκδοση του Πολιτιστικού Οργανισμού Λάρισας. Η "γραφή" είχε αφιέρωμα στη Λιλίκα Νάκου.


Η αφορμή να αναζητήσω και να διαβάσω μερικά βιβλία της  δόθηκε από τον τίτλο της
νουβέλας της "Η ξεπάρθενη" , που εκδόθηκε το 1932. Τίτλος ομολογουμένως ασυνήθιστος  και πολύ τολμηρός για πεζογράφημα της εποχής του Μεσοπολέμου. Η αφήγηση σε α' ενικό ξεδιπλώνει την ιστορία μιας κοπέλας η οποία, αν και ανήκε σε καλή οικογένεια και ανατράφηκε  με τα πρότυπα της εποχής της, τολμάει να επιλέξει έναν διαφορετικό δρόμο από εκείνον που η κοινωνία και η οικογένεια είχε προορίσει για τις γυναίκες . Συζεί για λίγο με έναν άνδρα που αγάπησε και χωρίς να τον παντρευτεί φέρνει  στον κόσμο το παιδί τους. Η επιλογή της να γεννήσει και να μεγαλώσει το παιδί της μόνη της  έρχεται σε αντίθεση με τα οικογενειακά πρότυπα και τις αξίες της κοινωνίας. Η ηρωίδα παλεύει σκληρά για να μεγαλώσει το παιδί της κρυφά από την οικογένειά της και βιώνει με τον πιο τραγικό τρόπο αυτή την επιλογή της.

"Το γυναικείο σώμα, παρά την αντίληψη της εποχής, αποδεικνύεται ερωτογενές και διεκδικεί το δικαίωμα της ερωτικής και σεξουαλικής επιθυμίας έξω από τις κοινωνικές συμβάσεις. Και στη νουβέλα αυτή υπάρχουν «οι γυναίκες κούκλες» της μεσοαστικής τάξης που φλυαρούν στα σαλόνια, δεν εργάζονται και ζουν στο ψέμα και την υποκρισία των σχέσεων και οι γυναίκες, όπως η ηρωίδα, που διεκδικούν το δικαίωμα της αυτονομίας, της επιθυμίας, της εργασίας και της γραφής."(1)

"Η ξεπάρθενη" με τον τίτλο "Το βιβλίο του Πετρή μου" πήρε το πρώτο βραβείο στο διεθνή διαγωνισμό διηγήματος της εφημερίδας " Μικρού Παρισινού". Οι κριτικές ήταν ενθουσιώδεις και ο Κωστής Παλαμάς έγραψε ότι σπάνια βιβλίο του έδωσε τέτοια βαθιά συγκίνηση ενώ ο Γεώργιος Βεντήρης σημείωσε ότι " Την ώρα που τόσοι και τόσοι βλέπουν τον άνθρωπο σα μηχανή ή σαν αφηρημένο μόριο η φλόγα της Λιλίκας Νάκου έρχεται να φωτίσει μερικούς από μας." 

Το 1935 η Λιλίκα Νάκου γράφει το μυθιστόρημα
" Παραστρατημένοι" . Με αυτό το έργο έγινε γνωστή στα νεώτερα χρόνια καθώς ήταν το  πρώτο της  που  μεταφέρθηκε  στη μικρή οθόνη το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 1979 έως το Φεβρουάριο του 1980. Δυστυχώς δεν διασώθηκε κανένα επεισόδιο καθώς κάποιοι διέγραψαν εντελώς τη σειρά από το αρχείο της ΕΡΤ .
Οι "Παραστρατημένοι " αφηγούνται  συμβάντα από την παιδική ηλικία της συγγραφέως , τη ζωή και την εκπαίδευσή της στην Ελβετία. Αυτοβιογραφική διάθεση με κυρίαρχα μοτίβα τη μοναξιά, την έλλειψη  μητρικής αγάπης, τις προβληματικές ανθρώπινες σχέσεις, τους ανεκπλήρωτους έρωτες,  το θάνατο, το μηδενισμό αλλά και την τάση για την ψυχική ελευθερία και την αποδέσμευση από τα στερεότυπα  μέσα από την εργασία και το διάβασμα.

"Η αφήγηση, μέσα από τα γεγονότα της εσωτερικής και εξωτερικής ζωής της ηρωίδας, ξεδιπλώνει την προσωπική της πορεία προς την ανακάλυψη του εαυτού της όσο και μια σειρά από γυναικεία και αντρικά πρόσωπα, που κινούνται γύρω της και των οποίων οι μικρές ‘εγκιβωτισμένες’ ιστορίες ζωής αποκαλύπτουν αντρικές και γυναικείες στάσεις εμποτισμένες από τα διαδεδομένα στερεότυπα της κοινωνίας της εποχής. Τα στερεότυπα για τη γυναίκα είναι η παρθενία πριν το γάμο  η υστερική γυναίκα, η πόρνη, η μητρική και προστατευτική γυναικεία φιγούρα, η γυναίκα-θύμα, η γυναίκα που αφιερώνεται στους άλλους, ευαίσθητη και γενναιόδωρη, η γυναίκα που «εκμεταλλεύεται» τους άντρες , η «εγκαταλελειμμένη» γυναίκα, η ανικανοποίητη γυναίκα. Όλες αυτές οι στερεοτυπικές εικόνες της γυναίκας εμφανίζονται είτε ως αναπαραστάσεις των ανδρών αποτυπωμένες στις συζητήσεις των ανδρών μεταξύ τους ή με τις γυναίκες είτε ως στάσεις διαφόρων γυναικείων τύπων μέσα στις ‘εγκιβωτισμένες’ αυτές ιστορίες στην ιστορία της κύριας αφήγησης. Πρέπει να σημειώσουμε ότι τα δευτερεύοντα γυναικεία ή ανδρικά πρόσωπα που περιβάλλουν την κεντρική ηρωίδα λειτουργούν ως ‘συνεργοί’ (adjuvants) για την ίδια, αφού τη βοηθούν να έχει πρόσβαση στον εσώτερο εαυτό της, να ανιχνεύσει τα όρια και τα αδιέξοδά της, τις αντιθέσεις, τις διαφορές και τα κοινωνικά παράδοξα. Τα διαφορετικά γυναικεία ‘εγώ’ συγκροτούν το ‘εγώ’ της Αλεξάνδρας και το ‘εγώ’ της γυναίκας γενικά, παρά τις μερικές διαφοροποιήσεις. Μέσα από μια χαμηλόφωνη αφήγηση, η οποία παίζει κυρίαρχο ρόλο στη διατύπωση μιας σκέψης για τη γυναικεία ταυτότητα, η αφηγήτρια, ακούγοντας προσεχτικά τον εαυτό της, ομολογεί τις αδυναμίες, τους φόβους της και διηγείται τις περιπέτειές της, τις προσπάθειες, τις ματαιώσεις και τις αποτυχίες της."(2)


Οι "Παραστρατημένοι" είναι άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες, που παρασύρονται από τις αδυναμίες τους και παραιτούνται από τη ζωή υποταγμένοι σε αρρωστημένα συναισθήματα και αδιέξοδες καταστάσεις. Η βασική ηρωίδα του μυθιστορήματος αγωνίζεται να δραπετεύσει από αυτά βαδίζοντας ωστόσο πολλές φορές σε κινούμενη άμμο έτοιμη να καταποντιστεί ανά πάσα στιγμή. Κατορθώνει όμως να ισορροπήσει και να απελευθερωθεί ανακαλύπτοντας ένα νέο νόημα στην ταλαιπωρημένη της ζωή.

" Ένιωθα τώρα στο βάθος μου πως είχα βρει το σκοπό της ζωής μου. Μια σκέψη μόνο με βασάνιζε: Θα μπορέσω τάχα εγώ να πλάσω έναν άνθρωπο; Έναν Άνθρωπο με καρδιά γερή και μεγάλη;...Και θα μπορέσω εγώ να του δείξω τον ίσιο δρόμο, ώστε πατώντας στα ερείπια που άφηκε η γενιά μας, να πετάξει μπροστά;..."

Οι "Παραστρατημένοι" είναι ένα σπαρακτικό, ένα σχεδόν καταθλιπτικό μυθιστόρημα , το οποίο όμως κατορθώνει στο τέλος να εμφυσήσει ελπίδα και αισιοδοξία για τη γυναίκα και για τον άνθρωπο γενικά.

Το 1953 γράφει μία ακόμη νουβέλα, τη" Ναυσικά". Και εδώ η μοίρα των γυναικών, τα στερεότυπα, οι προβληματικές σχέσεις στην οικογένεια και η σύγκρουση ανάμεσα στη μητέρα και την κόρη κυριαρχούν. Ο θάνατος και η απώλεια της μητέρας αφήνουν  ένα κενό αλλά η ηρωίδα στο τέλος χαράζει τον δρόμο της , ένα δρόμο διαφορετικό που την οδηγεί στη διαμόρφωση μιας προσωπικότητας απελευθερωμένης σε σχέση με τις απαγορεύσεις και τα πρέπει που η κοινωνία προστάζει.
Αυτά τα έργα υπήρξαν σταθμοί όχι μόνο στο λογοτεχνικό έργο της Λιλίκας Νάκου αλλά και στην ελληνική λογοτεχνία. Η συγγραφέας δεν ενδιαφερόταν απλά για τα προβλήματα της γυναίκας και για τα κοινωνικά προβλήματα αλλά υιοθέτησε μια διαφορετική οπτική που συμφωνούσε με τις προοδευτικές αντιλήψεις της και τη στάση της στη ζωή. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι έζησε στην Ελβετία και στη Γαλλία, ότι απέκτησε ευρωπαϊκή μόρφωση βιώνοντας συγχρόνως τα μεγάλα λογοτεχνικά ρεύματα , τις ιδεολογίες και τις επαναστατικές ιδέες μέσα από τον αγώνα για την πραγματοποίησή τους.
Ο Γρηγόρης Ξενόπουλος έγραψε ειδικά για τους Παραστρατημένους ότι " Το ελληνικό μυθιστόρημα έχει βρει τη μορφή του (...) γιατί η Λιλίκα Νάκου έχει το δώρο να επικοινωνεί με τον αναγνώστη της. Μας άνοιξε ένα παράθυρο προς τη Δύση. Τα περισσότερα βιβλία που γράφονταν ως τότε ήταν σχεδόν ηθογραφίες. Η Λιλίκα Νάκου, με το βίωμά της στο εξωτερικό, μας κάνει και ζούμε με το πνεύμα της Ευρώπης, έχοντας ωστόσο βαθιές ρίζες στη γη της Ελλάδος".
Η ποιήτρια Μελισσάνθη κατατάσσει τη Λιλίκα Νάκου " στις γυναικείες διασημότητες της εποχής του μεσοπολέμου, μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού.
Τα πρωτοποριακά βιβλία της : " Η ξεπάρθενη" κι οι " Παραστρατημένοι", που ως τώρα, καμμιά νεώτερη συγγραφεύς δεν μπόρεσε να τα ξεπεράσει σε τόλμη, είχαν γίνει σταθμός για το κίνημα της γυναικείας απελευθέρωσης" 

Αξίζει να προστεθεί στις  αρετές  της εξιστόρησης η εξαιρετική περιγραφική αφήγηση που ζωντανεύει το τοπίο είτε αυτό βρίσκεται στην Αθήνα, στην Αττική, στη Γενεύη , στη Μασσαλία. Χρώματα, μυρωδιές, φωνές, εποχές εναλλάσσονται στις σελίδες βοηθώντας να εντρυφήσουμε ακόμη περισσότερο στην ψυχολογία των ηρώων που μεταλλάσσεται από  χαρά σε λύπη και προχωρά  από το φως στο σκοτάδι ανάλογα με το αν η υπόθεση  εξελίσσεται στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό και γίνεται πιο έντονο το αίσθημα της μοναξιάς και της νοσταλγίας.

Το επόμενο βιβλίο που μπόρεσα να βρω είναι "Οι οραματιστές της Ικαρίας". Το έγραψε το 1963.
Η Λιλίκα Νάκου πήγαινε για χρόνια στην Ικαρία για λουτροθεραπεία στις ιαματικές πηγές καθώς αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Λέγεται ότι από ευγνωμοσύνη στην Ικαρία έγραψε αυτό το μυθιστόρημα. Οραματιστές είναι εκείνοι που έβλεπαν ένα άλλο μέλλον για το νησί , μακριά από την εμπορευματοποίηση και κερδοφόρες επενδύσεις, στηριζόμενοι στα χέρια τους και στις δυνάμεις τους.  Οραματιστές όμως είναι  και εκείνοι που έβλεπαν οράματα και ερμήνευαν με τον δικό τους απλοϊκό τρόπο τη φύση και ό,τι την περιέβαλλε.
Από τη μια μεριά αυτοί οι φτωχοί, που το μυαλό τους και τα μάτια τους άνοιξαν από τους χιλιάδες εξόριστους που στάλθηκαν στην Ικαρία και οι άλλοι οι απλοί άνθρωποι με τις δεισιδαιμονίες τους και την αγνή ψυχή τους. Από την άλλοι οι Ικαριώτες - μετανάστες στην Αμερική, που έφυγαν φτωχοί και έγιναν πλούσιοι και επιστρέφουν στον τόπο τους κουβαλώντας  όχι μόνο την αμερικάνικη νοοτροπία και ιδεολογία της επένδυσης και του πλουτισμού, αλλά και τα προβλήματά τους, τις άρρωστες και αλλοτριωμένες σχέσεις τους, τη μοναξιά που κουβαλούν σε κάθε τους βήμα.  Μόνο που εδώ στο νησί αρχίζουν και ξεκαθαρίζουν τα πράγματα και σιγά σιγά ξαναβρίσκουν τον εαυτό τους . Αυτό οφείλεται στην επαφή τους με τους απλούς ανθρώπους της Ικαρίας και στην πανέμορφη φύση, είτε του βουνού είτε της θάλασσας.
Πολλοί χαρακτήρες σε πρώτο και δεύτερο ρόλο, με τις συγκρούσεις τους και τους έρωτες τους, αναδύονται από τις σελίδες του μυθιστορήματος και πίσω από αυτούς  η Ικαρία με τη φυσική της ομορφιά, την ιστορία και τους μύθους της , τους χιλιάδες εξόριστους και τους αγώνες της, απρόσωπες μεγαλουπόλεις της Αμερικής , το βροχερό και καταθλιπτικό Παρίσι. Αλλά και έμμεσοι πολιτικοί σχολιασμοί για το μέλλον της ανθρωπότητας, τις πυρηνικές δοκιμές και την απειλή ενός πυρηνικού πολέμου μαζί με τις αναφορές στην κατάκτηση του διαστήματος από Ρώσους και Αμερικάνους. 
Εκείνο όμως που προβάλλεται ιδιαίτερα είναι η ελπίδα, η πίστη και η αγάπη στη ζωή , στα μικρά και απλά καθημερινά πράγματα, στην ομορφιά του έρωτα και της φύσης, στη φωτεινή πλευρά του ανθρώπου.

" - Έλα! είπε στον Κοσμά, να βγούμε έξω! Ξημερώνει! Θα βγει όπου να' ναι ο ήλιος! Ας είναι παγωνιά, πάμε έξω να δούμε την ανατολή.
Και βγήκανε έξω στην αυλή, που ήτανε στο ύψωμα, και που φαινότανε γύρω όλο το πέλαγος! Και είχε μια τέτοια διαύγεια που έβλεπες ως πέρα μακριά. Έβλεπες όλα τα νησάκια που ξεπροβάλλανε τριανταφυλλένια, ένα - ένα, μέσα από τη θάλασσα!
Όποιος δεν έχει ζήσει και δεν έχει δει τα νησιά του Αιγαίου μια τέτοια πρωινή ώρα, δεν ξέρει τι θα πει στον κόσμο ομορφιά!
Και ο Κοσμάς κι η Δεσποινιώ στέκανε ορθοί, ο ένας κοντά στον άλλον, θαμπωμένοι από το καινούργιο φως.
Βλέπανε τον ήλιο που ανέτειλε ανάμεσα στη θάλασσα.
Και η Ικαρία, το νησί τους, που ήταν μια μικρή κουκίδα γης στη ράχη του Αιγαίου φωτίστηκε και αυτή, και γίνηκε σαν ένα πολύτιμο πετράδι!
Έπαιρνε κι αυτή με τη σειρά της μερδικό από την ομορφιά του κόσμου, γιατί κανένα πια νησάκι, κανένας βράχος γυμνός δεν θ' απόμενε παραπονεμένος πάνω στη γη.
Ο ήλιος θα ανέτελνε τώρα για όλους, και θα σκόρπιζε ίδια παντού, το φως και τη χαρά του."

Λιλίκας Νάκου, Η ξεπάρθενη , Δωρικός, Αθήνα 1979
                        Ναυσικά , Δωρικός, Αθήνα 1980
                        Παραστρατημένοι, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2009,
                        12η έκδοση
                        Οι οραματιστές της Ικαρίας, Δωρικός, Αθήνα 1982
(1,2) Διαμάντη Αναγνωστοπούλου, Ανάδυση της έμφυλης γυναικείας ταυτότητας σε αφηγηματικά έργα γυναικών συγγραφέων της λογοτεχνικής γενιάς του τριάντα










Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

...Για την Ελλάδα, για τη Λευτεριά την ύστερη τους δώσανε πνοή με χαρά...

Στις 23 Φλεβάρη του 1943 ιδρύθηκε η ΕΠΟΝ, η μεγαλύτερη αντιστασιακή οργάνωση της νεολαίας , η οποία πολέμησε τους κατακτητές και τους συνεργάτες τους γράφοντας σελίδες άφθαστου ηρωισμού. 450 χιλιάδες επονίτες και επονίτισσες και 150 χιλιάδες αετόπουλα πρωτοστάτησαν στον αγώνα του ελληνικού λαού για την απελευθέρωση από το ξένο καταχτητή αλλά και στον αγώνα για την ουσιαστική μόρφωση της νέας γενιάς, για την πολιτιστική αναβάθμισή , την κοινωνική πρόοδο και την πραγματική ανοικοδόμηση της Ελλάδας μετά τον πόλεμο.
Το ιστολόγιο αναδημοσιεύει το παρακάτω κείμενο από το περιοδικό Νέα Γενιά , όργανο του Κεντρικού Συμβουλίου της ΕΠΟΝ. Δημοσιεύτηκε στο αφιέρωμα για τη δεύτερη επέτειο της ΕΠΟΝ στις 23 Φλεβάρη 1945.




Αγαπημένοι μας νεκροί, επονίτες κι' επονίτισσες που πέσατε στον αγώνα για τη λευτεριά της Ελλάδας μας, για τα ιδανικά της νεολαίας, αιώνια θάναι η μνήμη σας και με κατάνυξη οι μελλούμενες γενιές θα διαλαλούν τα ονόματά σας. Σε σας που θυσιάσατε τα όμορφα νιάτα σας στο βωμό της πατρίδας και του πολιτισμού χρωστάμε  απέραντη ευγνωμοσύνη. Το Έθνος ολόκληρο γονατίζει στους φρέσκους τάφους σας και σας σκεπάζει με αμάραντη δόξα. Το αίμα σας δεν πήγε χαμένο. Το παράδειγμά σας μας δυναμώνει να συνεχίσουμε το δρόμο που χαράξατε σεις.
Στις διαδηλώσεις του 43 στην Αθήνα, δεκάδες επονίτες άοπλοι πέσαν νεκροί αντιμετωπίζοντας  τα γερμανικά τανκς.
Να μερικά ονόματα που θα μείνουν αξέχαστα στην ιστορία της Αθηναϊκής νεολαίας:
- Τορόν, σπουδαστής του Πολυτεχνείου, Σοφοκλής Βασιλάκης φυματικός της Σωτηρίας, Ωραιόπουλος και Δρακόπουλος μαθητές, Ελένη Παπαγεωργίου κ' ακολουθεί ατελείωτη σειρά ηρωικών νεκρών της ΕΠΟΝ.
- Μια νεαρή Επονίτισσα από την Ελασσώνα πιάστηκε από τους γερμανούς και την έγδαραν ζωντανή. Ενώ την έγδερναν φώναζε " Ζήτω η ΕΠΟΝ"
- Ο Ανδρέας Κατωχιανός, σερβιτόρος 23 ετών, οργανωτής της ΕΠΟΝ Αθήνας πιάστηκε από τη λαομίσητη ειδική ασφάλεια το καλοκαίρι του 1944 και υποβλήθηκε σε φριχτά βασανιστήρια στο "Κρυστάλ". Υπόκυψε στα βασανιστήρια και οι κακούργοι έριξαν το πτώμα του στους υπονόμους. Τον βασάνισαν για να μαρτυρήση. Σ' όλο το διάστημα των βασανιστηρίων του η μόνη κουβέντα που είπε ήταν " Βαράτε σκυλλιά. Οι Επονίτες πεθαίνουν και παίρνουν μαζί τους το μυστικό της οργάνωσής τους".
- Οι σερβιτόροι και η νεολαία του Κέντρου της Αθήνας προφέρουν με συγκίνηση το όνομα του αγνού αγωνιστή, του αγαπημένου τους Αντρέα.
- Ο Κώστας Αρώνης σπουδαστής της Ανωτάτης Εμπορικής , 23 χρονών, οργανωτής της ΕΠΟΝ Αθήνας πιάστηκε από την ειδική. Και ο Γιώργος Αλβέρτης , εργάτης 18 χρονών γραμματέας της ΕΠΟΝ Θυμαρακιών προδόθηκε από τον Πεανίτη Περλέγκα, πιάστηκε από την Ειδική. Παραδόθηκαν κι' οι δυο στους γερμανούς και τουφεκίστηκαν τον Απρίλη του 1944. Πέσαν τραγουδώντας τον Εθνικό μας Ύμνο.
- Ο Βαγγέλης Χατζηδάκης ,22 χρονών. Γραμματέας της ΕΠΟΝ Κατσιποδιού. Κυνηγημένος από τους γερμανούς κρυβόταν σ' ένα σπίτι. Τον ανακάλυψαν χωροφύλακες και τον σκότωσαν.
- Ο Επονίτης Κανάκης Σκορδίλης 17 χρονών από την Κυψέλη σκοτώθηκε από τους Γερμανούς ενώ έγραφε συνθήματα στους τοίχους. το σύνθημα έμεινε στα μισά. Οι συναγωνιστές του αποτέλιωσαν το σύνθημα με το αίμα του.
- Οι Επονίτες Κιοκμενίδης, Αυγέρης, Φωτόπουλος, ταμπουρωμένοι σ' ένα σπίτι στον Υμηττό πολέμησαν μια ολόκληρη μέρα με γερμανούς και τσολιάδες και γίνηκαν ολοκαύτωμα ( Αθήνα)
- Ο Ριρής Οικονομίδης γραμματέας της ΕΠΟΝ σπουδαστών πιάστηκε από τον ΕΣΑΣ στο Πολυτεχνείο και ξυλοκοπήθηκε. Ο ΕΣΑΣ τον παράδωσε στην ειδική και τον βασάνισε άγρια. Η ειδική τον παράδωσε στα Σ.Σ και τον αποτελείωσαν.
Λίγες μέρες μετά την ίδρυση της ΕΠΟΝ, στη Ν. Ιωνία, ο εδεσίτης Κ.Ρεμούνδος πρόδωσε στη γκεσταπό τον Γιώργο Παυλάντο και Ηλία Δουρμούσογλου, στελέχη της ΕΠΟΝ. Το γερμανικό στρατοδικείο τους καταδίκασε σε θάνατο. Λίγο πριν εχτελεσθούν η μάνα του Γιώργου πήγε να τον δη. " Μην κλαις Μάνα" της λέει. " Νάσαι περίφανη γιατί ο γυιός σου πέφτει για τη λευτεριά της Ελλάδας". Την άλλη μέρα δυο ηρωικά παληκάρια των Ποδαράδων ο Γιώργος κι' ο Ηλίας αντίκρυ στο εχτελεστικό απόσπασμα τραγουδούσαν τον Εθνικό Ύμνο ενώ πέφταν στο βωμό της Πατρίδας.
- Ο Κ. Μαντέλος από την περιοχή των Τρικκάλων, εχτελέστηκε από τους γερμανούς. Τα τελευταία του λόγια ήταν: " Χιλιάδες επονίτες θα εκδικηθούν το θάνατό μου".
- Οι αδελφοί Δανδολίνη από το Βόλο, στελέχη της ΕΠΟΝ δολοφονήθηκαν από Εσαάδιτες και τα πτώματά τους τα πέταξαν στο δρόμο.
- Ο Κώστας Σίρμπος, στέλεχος της ΕΠΟΝ Θεσσαλίας, όταν τον κρέμναγαν οι γερμανοί στα Τρίκκαλα, έσπασε δυο φορές το σχοινί. Και τις δυο φορές ζητωκραύγασε  την Ελλάδα και τη λευτεριά.
- Ο Παναγιώτης Δουλγεράκης, Γραμματέας της ΕΠΟΝ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ορέστης Ιωαννίδης, Γραμ. της ΕΠΟΝ ΣΕΚ και Χαρίλαος Τάλλαρος , Καπετάνιος του ΕΛΑΣ σπουδαστών Θεσ/νίκης, πέσαν πολεμώντας ηρωικά κατά των γερμανοτσολιάδων, το καλοκαίρι του 1944.
- Ο Γιώργος Γκυζώτης , 20 ετών, από το Κρημίνι της Κοζάνης . Ανήκε στις επονίτικες ομάδες της ΙΧ μεραρχίας. Σε μια μάχη τραυματίστηκε κι' αιχμαλωτίστηκε. Του βγάλαν τα καινούργια Εγγλέζικα ρούχα που φορούσε και του φόρεσαν κουρέλια. Του είπαν ότι θα του χαρίσουν τη ζωή και θα του δώσουν πολλά λεφτά αν μίλαγε σ' ένα χωριό κατά του ΕΛΑΣ. Τους είπε ναι. Μα όταν βγήκε να μιλήσει σε μια συγκέντρωση χωρικών, είπε τα θερμότερα λόγια για τον ΕΛΑΣ και τον αγώνα και πρόφτασε να τελειώση: " Ζήτω η Ελλάδα. Ζήτω η λευτεριά". Τον τράβηξαν κάτω και τον εχτέλεσαν.



Οι νεκροί της ΕΠΟΝ είναι χιλιάδες πολλές. Όπου κι' αν περπατήσης στα βουνά και στους κάμπους, στις πόλεις και στα χωριά και στα νησιά της Ελλάδας μας, θα συναντήσης τους τάφους των. Κάθε τάφος είνε και μαι ιστορία. Μια ιστορία ηρωισμού και μεγαλείου, μια ιστορία δόξας γραμμένη με αίμα.
Τα ονόματα των νεκρών μας, που πέσαν στον αγώνα για τη λευτεριά της Ελλάδας και τη συντριβή του φασισμού, θα χωρέσουν μόνον στο Λεύκωμα που θα αφιερώση στη μνήμη τους η ΕΠΟΝ.
Δόξα και Τιμή σ' αυτούς που με το θάνατό τους χαρίσανε σε μας τη λευτεριά.

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

Ο Δάσκαλος που άφηνε τα παιδιά να ονειρεύονται

«Ο δάσκαλος που άφηνε τα παιδιά να ονειρεύονται» (2006) του Daniel Losset.
Το σενάριο της ταινίας στηρίζεται στη ζωή του μεγάλου Γάλλου παιδαγωγού και μεταρρυθμιστή της παιδείας Σελεστέν Φρενέ (Celestin Freinet 1896-1966). 
Η παιδαγωγική μέθοδος του Φρενέ στοχεύει στη δημιουργία ενός άλλου σχολείου όπου κάθε παιδί αντιμετωπίζεται σαν μια ξεχωριστή προσωπικότητα, μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα, όπου η παιδεία δεν είναι αποκομμένη από την κοινωνική πραγματικότητα κι ο ρόλος του εκπαιδευτικού συνίσταται κυρίως στο να βοηθήσει τα παιδιά να βρουν μόνα τους το δρόμο της γνώσης.
Ο Σελεστέν Φρενέ, πρώτος αυτός, επεδίωξε να εισάγει τις νέες τεχνολογίες της εποχής στην εκπαίδευση: τυπογραφία, ραδιόφωνο, κινηματογράφο. Είναι πιο γνωστός ως ο πρώτος που έβαλε το τυπογραφείο στην τάξη και καθιέρωσε την διασχολική αλληλογραφία. Λιγότερο γνωστό είναι ότι πρώτος αυτός έβαλε τον κινηματογράφο στο σχολείο το 1926!
Ήταν φυσικό οι πρωτοποριακές του μέθοδοι να μην είναι αρεστές στο κατεστημένο, γι αυτό κυνηγήθηκε ανελέητα. Πάλεψε μέσα από αντίξοες συνθήκες και στο τέλος υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τη δημόσια εκπαίδευση για να συνεχίσει πιο ελεύθερος το παιδαγωγικό του έργο. Αλλά πια δεν ήταν μόνος. Στη βάση των ιδεών του δημιουργήθηκε ένα μεγάλο διεθνές παιδαγωγικό κίνημα που είναι ακόμα ζωντανό.

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Καστανόχωμα για τα νεκροταφεία

Κώστας Μπαλάφας, Παζάρι στα Γιάννενα, 1957

ΚΑΣΤΑΝΟΧΩΜΑ ΓΙΑ ΤΑ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΑ
                                                     του Δημ. Χατζή
Αγοράζουμε καστανόχωμα για τα νεκροταφεία
διαβάζουμε μπαίνοντας στα Γιάννενα από το νότο
με τον Αι - Γιάννη και την ομίχλη του
να κρύβει τ' απόκρυφα των πεθαμένων.

Άλλοι λένε λόγια παλαβά·
Πως η γραφή δεν είναι από ζωντανούς
και το χώμα ξενιτεύτηκε στη Βλαχιά
από τον καιρό του Ρόβα.

Απ' έξω μουλάρια φορτωμένα
που κατηφόρησαν από τη Λίπα και τη Δωδώνη
πουλούνε μάλλινα για τους νεκρούς
και ζέστη από παλιά χαλκουργεία
που αντέχει ακόμα στο κάλπικο κλίμα.

Παράξενα που παχαίνουν τα σπίτια
όταν μένουν μόνα
λένε από μακριά οι πεθαμένοι
Αποθηκεύουν το λίπος τους
για ν' αντέχουν στην ερημιά
με τα χαμένα μουλάρια.

Θανάσης Τζούλης, Απόγευμα των Μύρων, Τραμ, Θεσσαλονίκη 1977
( Μια πόλη στη λογοτεχνία. ΓΙΑΝΝΕΝΑ.Επιλογή κειμένων Χριστόφορος Μηλιώνης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2002)

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Shigeru Umebayashi, In the Mood for Love


Ο Ιάπωνας συνθέτης Σιγκέρου Ουμεμπαγιάσι γεννήθηκε στις  19 Φεβρουαρίου 1951.  
 Υπήρξε αρχηγός του ιαπωνικού ροκ συγκροτήματος ΕΧ, αλλά από το 1985 και μετά, οπότε και διαλύθηκε το συγκρότημα, άρχισε να συνθέτει μουσική για σάουντρακ ταινιών. Μερικά από τα γνωστότερα σάουντρακ που έχει συνθέσει είναι των ταινιών του γνωστού Κινέζου σκηνοθέτη Γουόνγκ Καρ Γουάι (Wong Kar-wai) Ερωτική Επιθυμία (In the Mood for Love) (2001), και 2046 (2004). Επίσης έγραψε τη μουσική για την ταινία Τα ιπτάμενα στιλέτα (House of Flying Daggers (2004), του Ζανγκ Γιμού (Zhang Yimou). To 2004 η μουσική του για την ταινία 2046 τιμήθηκε με βραβείο στα Golden Horse Awards στην Ταϊβάν και στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου στο Χονγκ Κονγκ. Η μουσική του είναι ιδιαίτερα δημοφιλής και στην Ελλάδα.

Wikipedia

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Νίκος και Ελένη Καζαντζάκη

Στις 18 Φεβρουαρίου 1883 ήρθε στη ζωή ο Νίκος Καζαντζάκης και στις 18 Φεβρουαρίου 2004 έφυγε από τη ζωή η σύντροφός του Ελένη σε ηλικία 101 ετών.
Το κείμενο που ακολουθεί φέρει τον τίτλο " Γράφω για τους μελλούμενους νέους" και βρίσκεται στο περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 127/ Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2005. Είναι η συνέντευξη που πήρε από την Ελένη Καζαντζάκη η Έλγκα Νταϊφά. Πρώτη φορά δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία στις 21 Φεβρουαρίου 2004.


" Γράφω για τους μελλούμενους νέους"

Στις 18 Φεβρουαρίου, τη φετινή επέτειο των γενεθλίων του Νίκου Καζαντζάκη, η σύντροφος του Ελένη αποφάσισε να "φύγει" και να επιστρέψει για πάντα κοντά του, έτσι απλά σαν ένα δώρο σε εκείνον. Φαίνεται, του το χρώσταγε από τον πρώτο καιρό της γνωριμίας τους το 1924, όταν της είχε γράψει από τη Γερμανία: Πότε θα μπορέσω να ζήσω πάλι μαζί σας, για να μην στεναχωριέστε για τη σιωπή μου."
Η Ελένη Καζαντζάκη, συνοδοιπόρος του σε ένα ακάματο ταξίδι δημιουργίας, έμπνευσης και μεγαλοσύνης, εκείνη που ο Κρητικός γίγαντας μολόγησε ότι "αγάπησε πάνω από όλες", αλλά και η Ελένη του, τόλμησε να παραδεχτεί πως, όταν ακόμα ο κίνδυνος να του κόψουν το χέρι ( θλιβερή συνέπεια του ταξιδιού τους στην Κίνα) δεν είχε περάσει, είχε αποφασίσει να τον σκοτώσει και να σκοτωθεί αφήνοντας ένα σημείωμα σε φίλους να μη στεναχωρηθούν γιατί "περάσαμε καλά τη ζωή μας, περίκαλα".
Η συνάντηση - συζήτηση μαζί της μετρά 15 χρόνια, έγινε στο σπίτι του θετού της γιου Πάτροκλου Σταύρου και της οικογένειάς του, στη Βούλα. Η Ελένη Καζαντζάκη, στα 86 της τότε, με ματιά το ίδιο έντονη και διαπεραστική όπως στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες που γέρνει στον ώμο του Καζαντζάκη. Όχι, δεν ήταν μια τυπική γυναίκα ούτε και τώρα, άλλωστε δεν είχε περάσει μια τυπική ζωή, και το ήξερε και απολάμβανε τη διαφορετικότητά της. Στιγμές απόμακρη, αλά και άλλες η γλύκα φώτιζε το πρόσωπο όταν η σκέψη ταξίδευε σε εκείνον...

- Ο Καζαντζάκης έλεγε " στην Ελένη οφείλω την καθημερινή ευτυχία της ζωής μου ", πώς προσδιοριζόταν η καθημερινότητά σας;

" Το εγερτήριο για τον Νίκο ήταν στις 4 το πρωί. Εγώ ξύπναγα γύρω στις 7. Στη συνέχεια πίναμε το τσάι μας και έπειτα από περίπου μισή ώρα πήγαινε στο γραφείο του και ξεκίναγε το γράψιμο. Στις 10 του πήγαινα ένα καφεδάκι. Τότε, όπως κάθε μέρα και κάθε φορά, σήκωνε το μολύβι του, δεν έγραφε με πένα, και με ρωτούσε " Έως πότε...;" και εγώ του απαντούσα " μέχρι θανάτου συμπεριλαμβανομένου" και έφευγα. Συνέχιζε το γράψιμό του έως τις 4 το απόγευμα, ύστερα έβγαινε από το δωμάτιο, πίναμε το τσάι μας και πηγαίναμε βόλτες. Τότε, όλο γέλια και χαρά, μου έλεγε τι είχε γράψει".

- Υπάρχουν γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή σας δίπλα του;

" Πιστεύω ότι του έκανε καλό που ήμουν μαζί του υπομονετική, ήρεμη. Βέβαια, μη νομίζετε ότι ήταν ένας δύσκολος άνθρωπος, αντιθέτως ήταν όλο γέλια και ανέκδοτα."

- Αναφέρεστε συχνά στην εύθυμη πλευρά του χαρακτήρα του, θυμάστε κάτι;

" Υπάρχει ένα αστείο περιστατικό που συνέβη όταν ήμασταν στην Αίγινα, την εποχή που έγραφε την " Οδύσσεια". Κάποτε είχε έρθει να μας επισκεφτεί μια ανιψιά μου, εγώ τότε, από τον πολύ 17σύλλαβο, είχα μάθει και εγώ να σχηματίζω, έτσι μια μέρα που έπρεπε να του ανεβάσουμε τα δακτυλογραφημένα κείμενα, του βάλαμε ανάμεσα και κάποιους στίχους που είχαμε φτιάξει εμείς και περιμέναμε να δούμε τι θα κάνει. Στην αρχή εκείνος τα έχασε, μετά κατρακύλησε στις σκάλες, μας έπιασε και άρχισε να μας φιλάει και να γελάει. Το καταδιεσκεδάσαμε".

- Ωστόσο, πρέπει να αναφερθούμε στη χρήση του πληθυντικού αριθμού στην επικοινωνίας σας.

" Μιλάγαμε πάντα στον πληθυντικό, γιατί τα πρώτα χρόνια εγώ ήμουν το μαθητούδι και εκείνος ο δάσκαλος, έτσι μας είχε μείνει. Και όταν κάποια στιγμή μιλάγαμε στον ενικό μάς έμοιαζε πολύ αστείο και γελάγαμε. Μας φαινόταν ο ενικός σαν τον πληθυντικό και αντίστροφα."

- Έχουμε συνηθίσει να φανταζόμαστε, και σε πολλές περιπτώσεις ισχύει, τους δημιουργούς να απαιτούν απόλυτη ησυχία στις στιγμές έμπνευσης...

" Αυτό που περιγράφετε δεν συνέβαινε με τον Νίκο. Δεν τον ενοχλούσε να τον διακόπτουν και ας ξεχνούσε κάποιο στίχο του. Ήμουν πάντα αφάνταστα ανορθόγραφη και όταν δακτυλογραφούσα τον ρωτούσα πώς γράφεται μια λέξη, εκείνος σταματούσε το γράψιμό του και πάντα μου απαντούσε".

- Η ελευθερία που τόσο πρέσβευε, αποτελούσε και στοιχείο της σχέσης σας;

" Δεν μου επέβαλε ποτέ τίποτα. Εγώ κάθε χρόνο έφευγα και έκανα λουτρά στη Γαλλία και δεν μου δημιουργούσε πρόβλημα. Βέβαια και εγώ δεν σήκωνα παντιέρα, γιατί και το έργο του αγαπούσα αλλά και τον άνθρωπο αγαπούσα, ήταν γεμάτος κέφια και ανέκδοτα. Ήταν ένας τρισχαριτωμένος άνθρωπος".

- "Βαδίζατε" με κοινά ενδιαφέροντα;

" Η ιδεώδης σύντροφος για τον Καζαντζάκη θα ήταν η μητέρα μου. Και οι δυο τους αγαπούσαν τη σπαρτιατική ζωή και σε υπέρμετρο βαθμό τα ταξίδια, την ποίηση και τα μπάνια στη θάλασσα. Ο Καζαντζάκης πίστευε ότι η θάλασσα είναι ιερή και μόνο σε μόνο σε εκείνη μπορεί να ελευθερωθεί το σώμα. Εκείνο που διαφωνούσαμε ήταν η σχέση του με τη μουσική. Κατά τη διάρκεια της " Οδύσσειας" στην Αίγινα, μου έλειψαν τα αγαπημένα μου κονσέρτα. Αλλά και στα φαγητά είχαμε τα ίδια γούστα, εκτός από την ψαρόσουπα, που ήταν το αγαπημένο του φαγητό και η αφορμή να γνωρίσει τον Ζορμπά".

- Αγαπήθηκε, όσο λίγοι, από τους νέους ανθρώπους...

" Δεν πιστεύω ότι υπήρχε άνθρωπος που αγαπούσε περισσότερο τους νέους. Πάντα έλεγε " εγώ δεν γράφω για τους γέρους ή για αυτούς που έχουν γεννηθεί αλλά για τους μελλούμενους νέους". Αλλά και εκείνους που προσπαθούσαν να γράψουν και του έστελναν κείμενα, τους αγαπούσε πολύ. Όταν εγώ του έλεγα " τώρα γιατί κουράζεστε  και διαβάζετε αυτό το χειρόγραφο που είναι μουτζουρωμένο και κακογραμμένο;" μου απαντούσε: " Παιδί μου, μάθετε να είστε καλός άνθρωπος, γιατί είναι νέοι και πρέπει να τους βοηθήσουμε. Εγώ τώρα έμαθα να γράφω", και όλα αυτά μου τα έλεγε σε ηλικία 72 ετών. Επίσης έλεγε και κάτι άλλο σωστό " πρέπει να βοηθήσουμε τους νέους να βγουν από τα ελληνικά σύνορα" ".

- Νιώθετε ότι επηρεαστήκατε από τον τρόπο σκέψης του;

" Και οι δυο μας επηρεαστήκαμε από την προσωπικότητα του άλλου. Εγώ τον βοήθησα να μην φοβάται την αρρώστια γιατί συχνά ήμουν άρρωστη. Εκείνος με βοήθησε  σε μεγάλα και σπουδαία, έγινα καλύτερος άνθρωπος, σταμάτησα να θυμώνω ακόμα και με τις συκοφαντίες που έλεγαν  εναντίον του. Έμαθα από τον Νίκο να έχω τον ίδιο σεβασμό όταν μιλάω στον παπουτσή ή στο βασιλιά. Την ίδια στιγμή με βοηθούσε να μην έχω φόβο και ντροπαλοσύνη. Εκείνος με ελευθέρωσε..."

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

Τα απόπαιδα

" Πέρασαν χρόνια. Και κάποτε - εντελώς τυχαία - έμαθα πως μου είχαν στερήσει την ελληνική ιθαγένεια από το 1954, όταν ακόμη βρισκόμουν στην Αθήνα. Με είχαν κάνει δηλαδή και "απόπαιδο", με είχαν ξεγράψει από "τέκνον της πατρίδας", όπως θα' λεγε και η μάνα μου. Έλεγαν πως απέβλεπα να κόψω κομμάτι από την ελληνική επικράτεια, δεν καθόριζαν πόσο, να το πάρω και να το δώσω στους ξένους  του Βορρά. Και με έβγαλαν "άπατρι", ότι δεν ήμουν πια Ελληνίδα, κι ας είχαν αρχίσει όλα από τη συμμετοχή μου στην Εθνική Αντίσταση κατά των κατακτητών για την απελευθέρωση της πατρίδας.
Όμως η Ιστορία είναι τσίφτισσα. Πρέπει να ξέρεις πως, όσο και να τη σκεπάσουν, όσο και να τη διαστρεβλώσουν ή να την αναποδογυρίσουν, αυτή θα βρει τον τρόπο να βγει και να φωτίσει με την αλήθεια της.
Άκου! Όταν βρισκόμουν στο Παρίσι, πήγα μια μέρα στη λαϊκή αγορά  για να αγοράσω αυγά. Ο αυγουλάς, ένας ψηλός και γεροδεμένος σαρανταπεντάρης, στεκόταν με το ένα πόδι στη σκάλα του τροχοκίνητου πάγκου του και, παρ' όλη τη βιασύνη που είχε να εξυπηρετήσει τους πελάτες, μόλις άκουσε την προφορά μου, γύρισε και με ρώτησε:
" Espagnole? "
" Non ".
" Portuguaise ?"
" Non ".
" Italienne?"
" Non".
" Mexicaine?"
"Non".
" Μα τι είστε τέλος πάντων;"
" Εφόσον θέλετε να μάθετε τι είμαι, συνεχίστε! Υπάρχουν κι άλλες χώρες στον κόσμο", του είπα εγώ.
Έβαλε το δάχτυλο στο μάγουλό του και, αφού σκέφτηκε, με ρώτησε:
" Τι έκανε ο λαός σας τον καιρό της Κατοχής;"
" Αντιστάθηκε!" απάντησα.
" Εεε! Mais alors, vous etes grecque!"

Εεε! Μα τότε είστε Ελληνίδα!



" ...Μαθαίναμε ότι όλες οι χώρες προσπαθούσαν ν' αναστηλώσουν τον τόπο τους απ' τις καταστροφές του πολέμου, ότι επιστράτευαν  όλες τις πνευματικές δυνάμεις, όπου κι αν ανήκαν αυτές, με προτίμηση στους αντιστασιακούς, για να χτίσουν την οικονομία τους, την παιδεία τους, την περίθαλψή τους. Την ίδια στιγμή στη δική μας χώρα αυτές οι δυνάμεις κυνηγιούνταν. Δεν υπάρχει συγχώριο γι' αυτούς που στέρησαν τον τόπο μας απ' ό,τι πιο ξύπνιο, πιο δυναμικό και δημιουργικό στοιχείο διέθετε τότε η πατρίδα μας. Δάσκαλοι, καθηγητές, οικονομολόγοι, γιατροί, μηχανικοί, συγγραφείς, ποιητές, διανοητές, εργατικό δυναμικό, σέρνονταν όλοι στις φυλακές και δολοφονούνταν αντί να τους έχουν μπροστάρηδες στην ανοικοδόμηση της χώρας μας απ' τον πόλεμο και στην οικοδόμηση μιας πολύπλευρα αναπτυγμένης Ελλάδας. Χάθηκε έτσι η εξαιρετικά σημαντική, η καθοριστική περίοδος για την προκοπή της..."


" ...Στο κάτω - κάτω, για ποιο πράγμα εμείς είχαμε μπει σ' αυτό τον απίστευτα δύσκολο χορό; Εμείς το άδικο παλεύαμε, ενάντια σ' αυτούς που τσαλαπάτησαν τη λεβέντικη ιστορία της Αντίστασης, που έφεραν το επάνω κάτω και το κάτω επάνω! Που με την προτροπή των Άγγλων και μετά των Αμερικάνων κινητοποίησαν και στηρίχτηκαν στον αφρό του κατοχικού βούρκου για να εξοντώσουν ό,τι πιο καθαρό και ακριβό διέθετε η πατρίδα μας στον αγώνα για τη λευτεριά και την πρόοδό της. Όταν τραγουδούσαμε ή διακηρύσσαμε "Λευτεριά, Ανεξαρτησία, Πρόοδο", εμείς πιστεύαμε βαθιά σ' αυτά, γι' αυτό και θυσιαζόμασταν! Όταν λέγαμε "ανεξάρτητη Ελλάδα ", το εννοούσαμε. Δεν θέλαμε τους Εγγλέζους, δεν θέλαμε τους Αμερικάνους, δεν θέλαμε κανέναν στον τόπο μας. Άλλωστε μόνοι μας ήμασταν μαχητές επάνω στα βουνά. Ούτε Ρώσους είχαμε, ούτε κανέναν άλλον, εκτός από τους ελάχιστους γιατρούς που είχαν έρθει εθελοντικά. Οραματιζόμασταν μια Ελλάδα όπου κυρίαρχος  θα ήταν ο λαός της κι ένα καθεστώς ανθρώπινης δικαιοσύνης και άνθησης..."


" Αλήθεια, πώς θα φτάσει στο σήμερα το μεγαλείο αυτών των ανθρώπων; Πώς θα μάθουν οι γενιές που' ρχονται ότι υπήρξαν τέτοιοι άνθρωποι, που - ανεξάρτητα απ' τη ροή της ιστορίας - βάδισαν στη ζωή τους με όραμα για έναν κόσμο που θα ανέβαζε  τον άνθρωπο στο ύψος του προορισμού του; Να ζήσει με δικαιοσύνη, με αδελφοσύνη, με ανθρωπιά μέσα σε μια πανανθρώπινη ειρήνη; Και αφιέρωσαν  τη ζωή τους στο όραμα αυτό; Αλήθεια, πώς;" 


Από το βιβλίο της Κατίνας Λατίφη , Τα απόπαιδα. Μια συγκλονιστική μαρτυρία για τα χρόνια του πολέμου, της Αντίστασης, της μεταβαρκιζιανής τρομοκρατίας, του κυνηγητού και των διώξεων, της εξορίας, του εμφυλίου και της πολιτικής προσφυγιάς. Η ιστορία της νεότερης Ελλάδας , τα χρόνια των αγώνων και της θύελλας μέσα από τη ρωμαλέα,ευαίσθητη, τρυφερή και σχεδόν μυθιστορηματική γραφή της Κατίνας που έζησε συνταρακτικές στιγμές μαχόμενη σε όλα τα μετερίζια  για μια πατρίδα δίκαιη, ελεύθερη και ανεξάρτητη.

" Ας πούμε πως αυτή ήταν η εποχή μου και πως δεν την διάβηκα απλώς, αλλά την έζησα στα γεμάτα!"

 Το βιβλίο δεν είναι μυθιστόρημα , είναι αυτοβιογραφία. Εξομολόγηση ζωής και κατάθεση ψυχής. Χωρίς μελοδραματισμούς  μεταδίδει έναν αέρα αγωνιστικότητας ,περηφάνιας και αξιοπρέπειας  προκαλώντας συγχρόνως  πολύ δυνατά συναισθήματα και συγκινήσεις. 

" Με ρωτάς, τώρα που με βλέπεις ν' ανακατεύομαι με επιχειρήσεις και εμπόρια, πώς έγινε και βρέθηκα στο βουνό. Σου είναι, μου λες, ακατανόητο εγώ, μια κυρία του σήμερα, να ήμουν αντάρτισσα ή - ας το πούμε - "συμμορίτισα", κατά την αγαπημένη έκφραση της τότε εξουσίας.
" Μα πώς; Πώς βρεθήκατε εκεί;; Πώς αντέξατε να κοιμάστε έξω στα χιόνια, τις βροχές και τις θύελλες;" μου λες.
Ξέρεις, κι εγώ απορώ, γιατί ζώντας το σήμερα και τείνοντας - όσο γίνεται - προς τα μπρος, μένει ολοένα και πιο πίσω το παρελθόν. Μόνον στον τόπο μου ζωντανεύει, τις νύχτες, αν τύχει να βαδίζω μόνη σε έρημο δρόμο. Τότε δεν νιώθω ξέγνοιαστα. Τα βήματά μου γίνονται από μόνα τους ανάλαφρα και βιαστικά και στο σκοτάδι οι σκιές του παρελθόντος μού τεντώνουν τις αισθήσεις. Κι όταν στρίψω στη γωνιά και μπω στο παλιό σοκάκι με τον ξύλινο φράχτη δεξιά, κι αντικρίσω πίσω του βουβό κι εγκαταλειμμένο το μικρό πλίθινο σπίτι με την κεραμιδένια στέγη γυρτή ως χαμηλά και την πετούγια στην γκρίζα πόρτα σκουριασμένη κι ακίνητη, λες και κρατάει κλειστή την ιστορία του, τότε...νιώθω πως αυτό κι εγώ είμαστε δυο εναπομείνατες μάρτυρες της εποχής μας που πέρασε.
Και οι άλλοι; Τι έγιναν οι άλλοι;
Με πνίγει ένα βούρκωμα και κάτι σαν βουητό ανεβαίνει μέσα μου, θαρρείς φωνή είναι του χρέους να πισωγυρίσω στο χρόνο, ένα χρέος απέναντι στο χτες και στο αύριο κι απέναντι σ' εσένα, νέο παιδί τού τώρα, που με ρωτάς."

Κατίνα Λατίφη, Τα απόπαιδα, Εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1999

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Μέρες ραδιοφώνου...

Το ραδιόφωνο είναι το αγαπημένο μου μέσο. Ιδιαίτερα αγαπημένο όμως υπήρξε το Δεύτερο πρόγραμμα. Κανείς στο σπίτι δεν τολμά να αλλάξει σταθμό τουλάχιστον στο ραδιοφωνάκι μου. Γιατί μου ήρθε τώρα να γράψω για το ραδιόφωνο; Μα επειδή ακούω καθημερινά για τα αφιερώματα που ετοιμάστηκαν  για την Παγκόσμια Μέρα Ραδιοφώνου. Με πιάνει νοσταλγία, γιατί μου έρχονται στο νου σκηνές από τα παιδικά και μετέπειτα χρόνια.
Με το Δεύτερο μεγάλωσα, μορφώθηκα , άνοιξε ο ορίζοντας μου. Μπορεί το χωριό μου να είναι 50χλμ. έξω από την Αθήνα , αλλά η πρόσβαση στη γνώση εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ δύσκολη. Τι να πρωτοθυμηθώ; Την εκπομπή της θείας - Λένας ενώ ήμουν ακόμη πιτσιρίκι; Αυτή ήταν και η αιτία σε ηλικία 9 ετών να πείσω τον πατέρα μου να μου αγοράσει την Εγκυκλοπαίδεια της Αντιγόνης Μεταξά που διάβασα μέχρι και την τελευταία σελίδα του τελευταίου τόμου. 
Τα τραγούδια που παρουσίαζαν οι δισκογραφικές εταιρείες; Ακόμη και τώρα αντηχεί στο μυαλό μου το μουσικό σήμα της Λύρας. Τις φωνές των Παπαστεφάνου, Πετρίδη; Ή τις πρωϊνές εκπομπές σε συνέχειες όπως " Το σπίτι των ανέμων" . Αντηχούσε όλη η αυλή. Το ραδιόφωνο στην αυλή πάνω σ'ένα παράθυρο , η μάνα μου να πλένει στη σκάφη , η γειτονιά σε αναβρασμό, κόσμος να μπαίνει να βγαίνει -κυρίως γυναίκες- άλλη για καφέ, άλλη για κουβέντα, αγωνία για τις περιπέτειες του δικηγόρου Λαμπίρη. Αλλά και πολύ αργότερα όλο το διάβασμα του σχολείου , των εισαγωγικών εξετάσεων παρέα με το ραδιόφωνο πάνω από το κεφάλι μου. Και λίγο μετά Τρίτο πρόγραμμα και " Λιλιπούπολη".
Ή το θέατρο ; Κάποτε η λέξη ακουγόταν μαγική. Ήταν συνδυασμένη με το ραδιόφωνο. Το Θέατρο της Τετάρτης . Ένα τραντζιστοράκι  συντονισμένο  στη συχνότητα του Δεύτερου μετέτρεπε το δωμάτιο σε θεατρική αίθουσα. Φωνές ηθοποιών αγαπημένων, ονόματα συγγραφέων γνωστών και άγνωστων, μουσική, τραγούδια. Θυμάμαι ότι όλοι στο σπίτι ακούγαμε θέατρο. Αργότερα το Θέατρο της Δευτέρας στην τηλεόραση ήρθε να δώσει άλλο νόημα στη λέξη  γιατί οι φωνές των ηθοποιών συνδυάστηκαν με την εικόνα, την κίνηση, τα σκηνικά, τα κοστούμια. Υπήρχε όμως και ένα μειονέκτημα. Με την εικόνα χάθηκε η γοητεία του ακούσματος, η φαντασία , το ταξίδεμα του νου.
Κι ύστερα η γοητεία της λογοτεχνίας . Μύηση ! Αξέχαστες ακροάσεις αναγνώσεων από σημαντικούς ηθοποιούς . Μου άρεσε να ψάχνω στα βιβλιοπωλεία τα βιβλία αυτά. Η φωνή της Μάρθας Βούρτση (αν θυμάμαι καλά ) να διαβάζει τη "Μάνα " της Έλεν Καρλάυλ. Συγκλονιστικό!
Πώς να ξεχάσω και εκείνη την μέρα του Οκτώβρη του 1978 που με αγωνία περιμέναμε όλοι τα αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων για το Πανεπιστήμιο. Τότε που με το άκουσμα του ονόματος από την εκφωνήτρια ένιωθες να αλλάζει όλη σου η ζωή, να ανοίγεις τα φτερά και να ετοιμάζεσαι να πετάξεις από τη φωλιά για πρώτη φορά.
Από τις ραδιοφωνικές εκπομπές πάντα έπαιρνα ιδέες για εκδηλώσεις και πάντα υπήρχε μία κασέτα μέσα στο ραδιοκασετόφωνο στην οποία έγραφα ό, τι θεωρούσα ενδιαφέρον. Έτσι βρέθηκα να έχω πολλά σπάνια τραγούδια που ηχογραφούσα αλλά και διάφορα αφιερώματα. Ανάμεσα σ'αυτές τις εκπομπές και μία για τον Οδυσσέα Ελύτη που μας βοήθησε πάρα πολύ ως μαθητές στην οργάνωση μιας εκδήλωσης στο σχολείο το 1978 και ήταν ολόκληρη αφιερωμένη στο " 'Αξιον Εστί".
Τι χρόνια κι εκείνα ! Διψούσαμε να μάθουμε , είχαμε ανησυχίες , απορίες, προβληματισμούς και το ραδιόφωνο ήταν πάντα ένα εργαλείο που βοηθούσε να ανιχνεύσουμε τον κόσμο. Και όχι μόνο τότε αλλά ακόμη και σήμερα που η πληροφόρηση είναι καταιγιστική και τα μέσα πολλά και εξελιγμένα το καλό ραδιόφωνο εξακολουθεί να είναι παρέα , να είναι δάσκαλος.

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Αλέξανδρος Πούσκιν, Χάλκινος Καβαλάρης

Η απεικόνιση του ποιήματος του Αλεξάντρ Πούσκιν «Χάλκινος Καβαλάρης» από τον Αλεξάντρ Μπενουά (1904)

Στη σκοτεινή Πετρούπολη αποπάνω
τη φθινοπωρινή του ψύχρα εφύσαγε ο Νοέμβρης.
Με βία σπάζοντας το κύμα
στ' ακρόχειλα του εξαίσιου στεφανιού του,
παρακυλούσε ο Νιέβας, σαν άρρωστος
στο ανάστατο κρεβάτι.
Ήταν αργά και σκοτεινά. Η βροχή
έδερνε θυμωμένη το παράθυρο
και στέναζε ο άνεμος γιομάτος θλίψη.
Την ώρα εκείνη από φιλική του συντροφιά
εγύρισε στο σπίτι του ο νεαρός Ευγένιος...
Τον ήρωά μας έτσι θα τον λέμε,
αυτό θα είναι τ' όνομα. Γιατί
ηχεί ευχάριστα και είναι 
με τη δική μου πένα φίλοι παλαιοί.
Επίθετο δε χρειαζόμαστε
κι ενώ σε άλλες εποχές
μπορεί να έλαμπε το όνομα αυτό
κι ο Καραμζίν με τη δική του πένα
θα το' βαζε να ηχεί στις παραδόσεις των πατέρων μας,
τώρα κι από τον κόσμο κι απ' τη φήμη
είναι ξεχασμένο. Ο ήρωάς μας μένει
στην Κολόμνα και κάπου υπηρετεί,
καταφρονεί το αρχοντολόι και δε σκοτίζεται
για πεθαμένους συγγενείς
και αλησμονημένες παραδόσεις.

Στο σπίτι του λοιπόν σαν έφτασε ο Ευγένιος
τίναξε το παλτό του απ' τη βροχή, γδύθηκε
κι έπεσε, χωρίς ο ύπνος να τον πιάνει
καθώς ο νους του εταξίδευε εδώ κι εκεί.
Τι άραγε σκεφτότανε; Πως ήτανε φτωχός 
και όφειλε με τον ιδρώτα του προσώπου του
την ανεξαρτησία του ν' αποχτά και την τιμή του·
σκεφτότανε ακόμα πως θα μπόρηγε ο θεός
λιγάκι να του πρόσθετε μυαλό και χρήμα
γιατί υπάρχουνε και κάτι τυχεροί
τεμπέληδες με μια σταλίτσα μόνο
μυαλό· και όμως στη ζωή τους έρχονται δεξιά!
Ενώ αυτός δεν έχει παρά δύο μόνο χρόνια
που υπηρετεί...Αυτά σκεφτόταν και η σκέψη του
επήγαινε και στον καιρό
που δεν ησύχαζε· ο ποταμός
κατέβαζε νερό πολύ και μάλλον
τα γιοφύρια τα σηκώσαν, θα τους χωρίσουν τώρα
με την Παράσια δυο και τρεις μέρες - εδώ ακριβώς
τραβώντας ένα στεναγμό
από το βάθος της καρδιάς του,
αρχίνησε ο Ευγένιος
να ονειροπολεί
λες κι ήταν ποιητής:

" Μήπως να παντρευτώ; Εγώ; Και γιατί όχι;
Μεγάλη απόφαση, αλήθεια·
μα τι να κάμουμε; Φτάνει που είμαι νέος, υγιής,
πρόθυμος να δουλέψω μέρα - νύχτα,
και θα τα καταφέρω· θα χτίσω μια φωλιά
απλή και ταπεινή, ώστε η Παράσια 
να νιώθει ασφαλισμένη.
Ε, θα φύγει ο ένας χρόνος, θα' ρθει ο άλλος, 
μπορεί και καμιά θέση να μου δώσουν,
το σπίτι μας και των παιδιών  μας την ανατροφή
στα χέρια της Παράσιας
θα εμπιστευτώ...
Και θα κυλά η ζωή· έως το θάνατο μαζί
θα πάμε βαστημένοι
ο ένας από τ' αλλουνού το χέρι
ώσπου τα εγγόνια μας μια μέρα να μας θάψουν..."

Έτσι ονειρευόταν. Μια λύπη 
ένιωθε τη νύχτα εκείνη - ήθελε
να μη στενάζει ο άνεμος τόσο λυπητερά
και η βροχή να μη χτυπά με τόση οργή
το παραθύρι...
                        Ώσπου τα μάτια νυσταγμένα
εκλείσαν επιτέλους. Και να, της άγριας νύχτας
η σκοτεινιά επήρε να ξασπρίζει
κι η ωχρή μέρα να' ρχεται...
Τι φριχτή μέρα!
                       Ο Νιέβας όλη νύχτα
στη θάλασσα χτυπιόταν να περάσει, κόντρα
στη θύελλα, χωρίς
την ξέφρενη ορμή της να μπόρηε να τσακίσει...
Κι άλλο ν' αντιπαλέψει δεν μπορούσε...
Με το ξημέρωμα ο κόσμος μαζευόταν
εδώ κι εκεί στις όχθες,
στεκόταν και θαυμάζαν τους αφρούς,
τα κυματόβουνα και τους κρουνούς
που σήκωναν αγριεμένα τα νερά.
Ο Νιέβας, βρισκόντας μπροστά το φράγμα
απ' των ανέμων την ορμή μες στα στενά,
γύρισε θυμωμένος πίσω· μουγκρίζοντας
εβούλιαξε μες στα νερά του τα νησιά,
εμάνιαζε από πάνω κι ο καιρός,
φούσκωνε και βογγούσε το ποτάμι
σαν μέσα σε κακάβι βράζοντας και με τους χόχλους
ανέβαινε ψηλότερα,
ώσπου με μιας, θηρίο μουρλαμένο,
εχύμηξε στην πόλη. Αμέσως όλοι
το βάλανε στα πόδια, μια ερημιά
απλώθηκε παντού, ορμήσαν
στα υπόγεια τα νερά και τα κανάλια
καβάλησαν τα κάγκελα - σαν Τρίτωνας
επήρε κι η Πετρούπολη να πλέει
με το κορμί της βουλιαγμένο ίσαμε τη μέση.

Αποκλεισμός! Ρεσάλτο! Λάβρα
τα κύματα, σαν κλέφτες
σκαρφαλώνουν στα παράθυρα,
οι βάρκες με ορμή χτυπάν πάνω στα σπίτια,
παντού σπασμένα τζάμια, 
στις αγορές οι πάγκοι
βουλιάξαν στις υγρές φασκιές, συντρίμμια
από χαμόσπιτα, σκεπές, καδρόνια,
πραμάτειες απ' τις αποθήκες των εμπόρων,
τα ρούχα της χλωμής φτωχολογιάς,
γιοφύρια, γκρεμισμέν' από το ρέμα,
κιβούρια από το ξεπλυμένο κοιμητήρι
πλένε στους δρόμους!
                                 Οργή θεού
βλέπει ο λαός και περιμένει την ποινή του.
Αλίμονο! Όλα χάνονται, θροφή και στέγη!
Τώρα πού να τα βρούν;
                                    Τον φοβερό εκείνο χρόνο
ακόμα ο μακαρίτης τσάρος
εκυβερνούσε με τιμή και δόξα τη Ρωσία.
Θλιμμένος, σε μεγάλη ταραχή, 
εβγήκε στον εξώστη
κι είπε: " Ανίσχυροι είναι οι τσάροι
μπροστά στο θεϊκό στοιχείο". Σκεφτικός, 
περίλυπος καθότανε κι εκοίταγε
τη στρίγκλα συμφορά. Έγιναν
οι πλατείες λίμνες, μέσα χύνονταν
πλατιά ποτάμια οι δρόμοι και το παλάτι
εφάνταζε νησί της θλίψης.
Είπε ο τσάρος κι από άκρο σ' άκρο
σ' όλους τους δρόμους, κοντινούς κι απόμερους,
εβγήκανε οι στρατηγοί σε δύσκολη πορεία
μες στη μανία των κυμάτων να σώσουνε τον κόσμο
που ο τρόμος τον είχε κυριέψει
και μες στο ίδιο του το σπίτι επνιγόταν.

Εκείνες τις στιγμές στου τσάρου Πέτρου την πλατεία
που το καινούργιο μέγαρο εχτίσανε στη μια γωνιά
και στο ανυψώμενο πρόστωο μπροστά
με την πατούσα τους ψηλά, σαν ολοζώντανοι,
είναι δυο λέοντες φρουροί,
καβάλα στο μαρμάρινο θηρίο,
ξεσκούφωτος, τα χέρια σταυρωμένα,
καθότανε ακούνητος, με μια παράξενη
στο πρόσωπο χλωμάδα
ο Ευγένιος. Δεν ήταν για τον εαυτό του
που έτρεμε ο φτωχός.
Όμως από το φόβο του δεν είδε
πώς ανεχόρταγο ανέβαινε το κύμα
σηκώνοντας ψηλότερα
και τα δικά του πέλματα,
πώς η βροχή μαστίγωνε το πρόσωπό του
και ο αέρας με το φοβερό του μουγκρητό
σε μια στιγμή επήρε πέρα το σκουφί του
- δεν τα' νιωθε αυτά. Το βλέμμα του
απελπισμένο είχε στραφεί
κι εκοίταγε σαν να' ταν καρφιτσωμένο
σ' ένα σημείο. Σαν βουνά 
από τα ταραγμένα βάθη
τα κύματα εκεί πέρα
σηκώνονταν κι αλλοφρονιάζαν,
μουγκρίζανε οι άνεμοι και τα συντρίμμια
περιδίναν...Θεέ! Θεέ! Εκεί
- αλίμονο! - εκεί ακριβώς στο κύμα δίπλα,
στο γύρισμα του κόλπου μέσα,
είναι η ιτιά, ο φράχτης ο αμπογιάτιστος
και το παλιό σπιτάκι - εκεί κι οι δυο ψυχές,
η χήρα με την κόρη, ναι η Παράσια είν' εκεί
- το όνειρο του...Και, μα την ίδια την αλήθεια,
μη βλέπει όνειρο; μήπως η ζωή μας όλη
δεν είναι παρά κούφιο όνειρο
και αναγέλασμα κακό της γης από τους ουρανούς;
Σαν να τον είχανε μαγέψει
στο μάρμαρο απάνω είχε καρφωθεί
και να κατέβει αδύνατο! Γύρω
νερό και τίποτ' άλλο!
Και με τις πλάτες γυρισμένες πάνω του,
ψηλά στ' ατάραχα ύψη του,
καβάλα στον τρικυμισμένο Νιέβα,
στέκεται με το χέρι απλωμένο
το Είδωλο στο χάλκινο άλογό του. 

Το πρώτο μέρος από το ποίημα του Αλέξανδρου Πούσκιν Χάλκινος Καβαλάρης. Ολόκληρο το ποίημα βρίσκεται στο βιβλίο  Αλέξανδρος Πούσκιν. Άλλη, καλύτερη, ζητώ ελευθερία, το οποίο εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ποταμός το 2004. Μεταφράζει και ιστορεί ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος.
 " Το ποίημα αυτό, τον Χαλκινο Καβαλάρη, το έχουν πει και Ποίημα της Πετρούπολης. Ο ίδιος ο Πούσκιν έχει σημειώσει κάτω από τον τίτλο: " Μια ιστορία της Πετρούπολης", και ακολουθεί ένα μικρό προλογικό σημείωμα που λέει ότι το ποίημα είναι βασισμένο σε αληθινά γεγονότα και οι λεπτομέρειες δανεισμένες από τα περιοδικά της εποχής.
Εξιστορείται η μεγάλη πλημμύρα του 1824. Είναι ο χρόνος, ο τόπος και το υλικό με το οποίο έντυσε μια από τις πιο σοβαρές ιδέες του κι έφτιαξε έναν αληθινά βαρυσήμαντο τύπο από εκείνους που κληροδότησε στη λογοτεχνία της πατρίδας του, τη μορφή του ανυπεράσπιστου ανθρώπου της πόλης, ενός από το μεγάλο ανώνυμο πλήθος, σε μια στιγμή ψυχικής αναστάτωσης κι εναντίωσης στην παντοδύναμη εξουσία..
Το έργο δεν επρόλαβε να το δει δημοσιευμένο. Στον τσάρο Νικόλαο, που διάβασε το χειρόγραφο, αρκετά πράγματα δεν άρεσαν κι έκαμε στο περιθώριο μερικές σημειώσεις. Κάποια από αυτά τα σημεία ο Πούσκιν δεν θέλησε να τ' αποχωριστεί. Έτσι έμεινε το χειρόγραφο στα κατάλοιπά του για να το δημοσιεύσουν οι φίλοι του μετά το θάνατό του, αφού έλαβαν υπόψη τους τις υποδείξεις του τσάρου. Αργότερα οι παρεμβάσεις αυτές εξοστρακίστηκαν και το κείμενο που έχουμε τώρα πρέπει να είναι ακριβώς αυτό που έγραψε ο Πούσκιν, όπως το έδωσε στον τσάρο.
Κατά γενική αναγνώριση, πρόκειται για ένα από τα καλύτερα μεγάλα ποιήματα του Πούσκιν.
Θα δει και ο δικός μας αναγνώστης πόσο περιεκτικά στις λίγες σελίδες ενός ποιήματος έχει τεθεί το πρόβλημα της εξουσίας και των ανθρώπων, εκείνων κυρίως των ανθρώπων που μέσα στο οργανωμένο κράτος είναι οι πολλοί και οι ανώνυμοι, μικροί, ανίσχυροι κι ανυπεράσπιστοι. Βλέπουμε πάνω στο άλογό του τον Μέγα Πέτρο, τον Χάλκινο ( μπρούντζινος για την ακρίβεια) Καβαλάρη να ορίζει με το στιβαρό του χέρι τις τύχες της Ρωσίας, κι άλλη μια φορά να δαμάζει τους κινδύνους που απειλούν το έργο του, είτε είναι τα στοιχεία της φύσης, είτε ο φτωχός κι ασήμαντος υπήκοος που σε μια στιγμή απελπισίας και τρέλας προσπαθεί ή έστω σκέφτεται να σηκώσει το χέρι του απέναντι στον βασιλιά του..."

Ο Πούσκιν έφυγε από τη ζωή πολύ νέος μετά το θανάσιμο τραυματισμό του σε μονομαχία στις 29 Ιανουαρίου ή 10 Φεβρουαρίου 1837