Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Παρασκευή 8 Απριλίου 2016

Οδυσσέα Ελύτη, Ωδή στον Picasso


Α΄

Όπως όταν 
                 βάζουν φωτιά σ' ένα φυτίλι τρίχινο
Τρέχοντας ύστερα μακρυά οι άνθρωποι των λατομείων
Και κάνουνε σινιάλα σαν τρελλοί
Και μια ριπή του ανέμου άξαφνη σέρνει στις ρεματιές τα ψάθινα καπέλα τους -
Όπως όταν
                ένα βιολί ολομόναχο παραμιλάει μέσα στα σκοτεινά
Μελαγχολικά η καρδιά του ερωτευμένου ανοίγει την Ασία της -
Οι παπαρούνες μες στη λάμψη της χειροβομβίδας
Και τα πέτρινα χέρια μες στις ερημιές που ασάλευτα και 
            τρομερά δείχνουν κατά την ίδια θέση πάντα
Φωνάζουν:
Σημαίνουν:
   Η ζωή δεν είναι ερημητήριο
   Η ζωή δεν αντέχει στη σιωπή
   Με θερμοπίδακες και με χιονοστιβάδες πάει ψηλά ή κυλιέται
              χαμηλά και ψυθιρίζει λόγια αγάπης
Λόγια που ό,τι κι αν πουν δε λεν ποτέ τους ψέμματα
Λόγια που ξεκινούν πουλιά και φτάνουν " πυρ αιθόμενον"
Γιατί δεν έχει δυο στοιχεία ο κόσμος - δε μοιράζεται
Παύλε Πικασσό - κ' η χαρά με τη λύπη στο μέτωπο του ανθρώπου
            μοιάζουν juego de luna y arena - σμίγουν
            εκεί που ο ύπνος
Αφήνει να μιλούν τα σώματα - εκεί που ζωγραφίζεις
Το Θάνατο  ή τον Έρωτα
Ίδια γυμνούς και ανυπεράσπιστους κάτω απ' τα τρομερά
          ρουθούνια του Βοριά
Γιατί έ τ σ ι  μ ό ν ο  υπάρχεις.

Αλήθεια Πικασσό Παύλε υ π ά ρ χ ε ι ς
Και μαζί με σένα εμείς υπάρχουμε
Ολοένα χτίζουν μαύρες πέτρες γύρω μας - αλλά συ γελάς
Μαύρα τείχη γύρω μας - αλλά συ με μιας
Ανοίγεις πάνω τους μυριάδες πόρτες και παράθυρα
Να ξεχυθεί στον ήλιο κείνη αχ η πυρόξανθη κραυγή
Που μ ' έρωτα παράφορο μεγαλύνει και διαλαλεί τ' αέρια, τα υγρά,
             και τα στερεά του κόσμου ετούτου
Έτσι που να μη μάχεται πια κανένα το άλλο
Έτσι που να μη μάχεται πια κανείς τον άλλον
Να μην υπάρχει εχτρός
Πλάι - πλάι να βαδίζουν το αρνί με το λεοντάρι
Κ' η ζωή - αδερφέ μου - ωσάν τον Γουαδαλκιβίρ των άστρων
Να κατρακυλάει με καθαρό νερό και με χρυσάφι
Χιλιάδες λεύγες μες στα όνειρά της
Χιλιάδες λεύγες μες στα όνειρά μας...


Β΄

Έτσι μπαίνει το μαχαίρι στη σάρκα - κ΄η άχνα του ζεστού
            ψωμιού έτσι ανεβαίνει. Αλλά
Το τρίξιμο της αψηλής οξιάς
Στα βουνά που ο Κεραυνός σεβάστηκε - Αλλά και
Τα πλήθη στις πλατείες που τρικυμίζουν με μαντήλια κόκκινα
Πρωτομαγιά -τέκων
Τα μεγάλα μαύρα μάτια σου ζεστοβολούν τον κόσμο
Μέσα τους λιάζεται η Μεσόγειος και τεντώνουν τον τραχύ 
           λαιμό τους οι αίγαγροι των βράχων
Αγερομπασιά
Τα πλατειά μαλλιάρα στήθη σου σα θειαφισμένο αμπέλι
Και το δεξί το χέρι σου έντομο μυθικό
Πάει κ' έρχεται στ' άσπρα χαρτιά, στο φως και στο σκοτάδι
Πάει κ' έρχεται βουΐζοντας
Και ξεσηκώνει χρώματα και σχήματα
Όχι μόνο απ' αυτά που βάζουν οι νοικοκυρές το Μέγα Σάββατο
           στα ράφια τους
Θύμησες φεγγαριού των αρρεβωνιασμένων
Όλο πούλιες χρυσές και ρόμβους ρόδινους
Αλλά κι απ' τ' άλλα που μπορεί να δει κανείς όταν τον πιάνει
          ένα βαθύ μεράκι
Μέσα στα καροτσάκια των παιδιών
Μέσα στις σούστες τις διπλές των ντελμπεντέρηδων
Μέσα στ' αυγά της χελώνας
Μέσα στις όχεντρες που δέρνονται με τη νοτιά
Ή ακόμη μες στα δάση των Ηπείρων τ' απέραντα
- Πέφτοντας η νύχτα -
Όταν οι μαύροι σταυροπόδι γύρω απ' τη φωτιά ψάλλουν όλοι μαζί
          το "αλληλούια " με τις φυσαρμόνικες...

Τ' είναι αυτό λοιπόν που δεν καίγεται - τ' είναι αυτό που αντέχει
Στα μεγάλα υψίπεδα του Έρωτα, στα χαμένα μνημεία των Αζτέκων
Στο λειψό φεγγάρι, στον γεμάτο ακανθοφόρο ήλιο - τ' είναι
           αυτό που δε λέγεται
Όμως κάποτε σε στιγμές περίσσειας θεϊκής φανερώνεται
Πικασσό: με το θάμπος που ξεχύνει ο Γαλαξίας στο άπειρο
Πικασσό: με το πείσμα που γυρνάει κατά το Βορρά η μαγνητική βελόνα
Πικασσό: καθώς καίει ο χάλυβας μες στα χυτήρια
Πικασσό : καθώς χάνεται στα βάθη ένα θωρηκτό ανοικτής θάλασσας
Πικασσό: μες στο ασύμμετρο της υπερρεαλιστικής χλωρίδας
Πικασσό: μες στο ευσύνοπτο της χιλιομετρικής πανίδας
Πικασσό: Παλόμα
Πικασσό: Ιπποκένταυρε
Πικασσό: Guernica


Γ΄

Νικά η περήφανη καρδιά τα μαύρα σκότη - και τον γόρδιο
          κόβει δεσμό των πραγμάτων καθώς ξίφος η περήφανη καρδιά
Είναι σπουδαίο πράγμα ο άνθρωπος, μόνο να το σκέφτεσαι
Τα στάχυα όταν οσφραίνονται τον ουρανό
Είναι η κοπέλλα που κυττάει μέσα στα μάτια πάλι τον αγαπημένο της
Είναι η γλυκειά κοπέλλα που λέει " σ' αγαπώ"
Την ώρα που οι μεγάλες πολιτείες
Γυρίζοντας αργά πάνω στον άξονά τους
Δείχνουν τετράγωνα παράθυρα κακοφωτισμένα
Λείψανα παλιών ανθρώπων με τριγωνικά κεφάλια που 
                στριφογυρίζουν τόνα μάτι τους
Κλίμακες μες στις κλίμακες διαδρόμους μες στους διαδρόμους
ΚΙΝΔΥΝΟΣ
ΑΔΙΕΞΟΔΟΣ
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ
Ο μισός αλογάνθρωπος ο απαγωγέας καλπάζει - κ' η γυναίκα 
          με τη γιγαντιαία πατούσα
Στον αέρα - τεντώνει τα οριζόντια μπράτσα της
έτη μετά Χριστόν πικρά
Παρά λίγη καρδιά θάταν ο κόσμος άλλος
Θάτανε άλλη του κόσμου η εκκλησιά
Όμως να - ο καλός Σαμαρείτης κλαίει λησμονημένος και στα 
           πόδια του πάλι δένει ρίζα παμπάλαιη δρακοντιά

Την ώρα που εσύ θηρίο
Εσύ Παύλε Πικασσό
Πικασσό Παύλε που μες στ' αμάραντα μάτια σου
Χώρεσες όσα δε μπόρεσε να χωρέσει ο Θεός μέσα σ' εκατομμύρια
               στρέμματα φυτεμένης γης
Δουλεύεις το πινέλλο σου σα να τραγουδάς
Σα να χαϊδεύεις λύκους ή σα να καταπίνεις πυργαγιές
Σα να πλαγιάζεις νύχτα - μέρα με μια γυναίκα νυμφομανή
Σα να πετάς πορτοκαλλόφλουδες στη μέση ενός γλεντιού
Ενώ εσύ θυελλοχαϊδεμένε
Πικασσό Παύλε αρπάζεις τον Θάνατο από τους καρπούς των χεριών
Και τον παλεύεις ωσάν ωραίο κ' ευγενικό Μινώταυρο
Που όσο χάνει εκείνος το αίμα του τόσον εσύ αντρειεύεσαι
Παίρνεις περνάς αφήνεις ξαναπιάνεις
Λουλούδια, ζώα, φιλιά, ευωδιές, κοπριές, κοτρώνια και διαμάντια
Για να τα εξισώσεις όλα μέσα στο άπειρο καθώς η ίδια η κίνηση
             της γης που μας έφερε και που θα μας πάρει
Και ζωγραφίζεις για σένα και για μένα
Και ζωγραφίζεις για όλους τους συντρόφους μου
Και ζωγραφίζεις για όλα τα χρόνια που πέρασαν που περνούν και
           που θα περάσουν!
                                                                         Golfe Juan 1948



Δημοσιεύτηκε στην ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ , Μηνιαία Επιθεώρηση Τέχνης, στο τεύχος 33-34 του Ιουλίου - Αυγούστου 1986, το αφιερωμένο στον Πάμπλο Πικάσο

Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

Σοφοκλής -8 «υπό το μηδέν» – Μια παράσταση για τους αντάρτες του ΔΣΕ

Σοφοκλής  -8 «υπό το μηδέν»
(σελίδα ημερολογίου)
ή
παράσταση αρχαίας ελληνικής τραγωδίας στο ύψωμα 2026

Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Του Γιαννίδη του ’χαν δώσει άλογο, αλλά δεν το ’θελε. Δοκίμασε κι ένα μουλάρι, κάπως δύστροπο. Και καταλήξαμε σ’ ένα καλοθρεμμένο γάϊδαρο.

Μπροστά πηγαίνει ο γάϊδαρος. Φορτωμένος κάτι κουβέρτες – οι αυλαίες μας – μερικά «παλούκια» και ένα – δυο πανώ τα «σκηνικά μας». Ο Γιαννίδης, κουκουλωμένος με τη χλαίνη του, το δίκωχο με κατεβασμένα «τ’ αυτιά», και τα χέρια χωμένα στις τσέπες, ως τον αγκώνα, «επί κεφαλής» του Καλλιτεχνικού Συγκροτήματος.

Πηγαίνουμε στο ύψωμα 2026. Παγωνιά: 8 βαθμοί κάτω από το μηδέν. Ανεβαίνουμε συνέχεια. Πάνω μας μαύρα μουντά σύννεφα.

– Προσέξτε, θα βρέξει, λέει ο Γιαννίδης.

Και πραγματικά βρέχει. Δεν κατεβαίνει η βροχή σε μας, αλλά εμείς ανεβαίνουμε στη βροχή. Τα κεφάλια μας χώνονται μέσα στα σύννεφα και γινόμαστε μούσκεμα.

– «Τρυπάμε τα σύννεφα! Τώρα θα βγούμε στον ήλιο»! λέει ο Γιαννίδης.

Και βγήκαμε στον ήλιο. Ένας ήλιος λαμπερός, παγωμένος. Σπάει κόκκαλα.

Αργήσαμε, όμως, και οι θεατές μάς περιμένουν. Όλη η παγωμένη πλαγιά του βουνού, γεμάτη αντάρτες. Πάνω από δυο χιλιάδες. Καθισμένοι αμφιθεατρικά στα βράχια. Με τις χλαίνες τους, κουκουλωμένοι.

Ο Γιαννίδης χοροπηδάει για να ζεσταθεί και…τού’ ρχεται μια έμπνευση.

– Θα παίξω τραγωδία.

Τον κοιτάμε σαν χαζοί. Τι του’ ρθε; Η τραγωδία δεν είναι στο «πρόγραμμα». Τι θα παίξει; Πώς θα παίξει; Σε ποιους θα παίξει;

– Θα δοκιμάσω το Σοφοκλή, λέει. Να δω αν αντέχει.

Οι αντάρτες τραγουδάνε, για να μας ζεστάνουνε.

Τουρτουρίζουμε. Η λέξη δεν λέει τίποτα. Έχουν παγώσει οι μασέλες μας και είναι αδύνατο να τις κουνήσουμε. Σε κάθε κίνηση, θαρρείς πως θα μείνουν εκεί – κόκκαλο. Ο Γιαννίδης λέει, να δώσουμε μερικά σκαμπίλια ο ένας στον άλλο να ζεσταθούμε και, πριν αρχίσουμε την παράσταση, ν΄ανακατευθούμε με τους αντάρτες να τραγουδήσουμε. Πρέπει να τους μάθουμε κι ένα καινούργιο τραγούδι. Σκορπάμε εδώ κι εκεί, όσο να ετοιμάσει ο Αντώνης το Σοφοκλή για την μεγαλύτερη δοκιμασία της αιώνιας καριέρας του.

Η ατμόσφαιρα ζεσταίνεται. Τα παγάκια που είχε πιάσει η μύτη μας, λύωνουν. Αν δεν είμαστε ξυρισμένοι, δεν θα πάγωνε το μούτρο μας έτσι!

Η παράσταση αρχίζει. Τραγούδια, τα «σκατάκια», και σε λίγο ο Γιαννίδης. Μιλάει πρώτα για το αρχαίο θέατρο.

Σε δυο χιλιάδες υψόμετρο, με 8 βαθμούς υπό το μηδέν, μιλάει για τον Ευριπίδη, για τον Σοφοκλή αναλύει την «Ηλέκτρα» το ρόλο του Παιδαγωγού. Ησυχία. Τα δόντια του Γιαννίδη χτυπάνε. Δίνει μερικά σκαμπίλια στο μούτρο του και ζητάει συγγνώμη προκαταρκτικά, για την αναγκαστικά «κακή άρθρωση», λόγω ψύχους, και αρχίζει.

Νέκρα. Δεν ακούγονται ούτε οι ανάσες. Μόνο ο αχνός από τα στόματα, από τα σώματα, ανεβαίνει ψηλά και διαλύεται στον παγωμένο ήλιο. Ο Αντώνης μας ζεσταίνεται. Η άρθρωση σιγά – σιγά στρώνει. Δεν έχει πρόβλημα. Λέει – τον παιδαγωγό! Ο Ορέστης μάχεται! Πολεμάει με ένα εχθρό! Τα άλογά του τρέχουν. Το άρμα του προπορεύεται! Θα νικήσει! Νικάει! Μα, να…εκεί…σε κάποια στροφή…κάποιος κάνει λάθος…Όλα μπερδεύονται, άλογα, άρματα, άξονες, ρόδες, σώματα….Τον Ορέστη το σέρνουν τ’ άλογα, το χτυπάνε στα βράχια…

Τέλειωσε. Υποκλίνεται. Με σεβασμό. Σα να' ναι…Πού σαν να’ ναι; Πού θα ξαναβρείς τέτοιο θέατρο, τέτοιο χώρο, τέτοιους θεατές;

Ησυχία. Δεν κουνιέται κανείς. Η "αυλαία" κλείνει. Περνάνε μερικά δευτερόλεπτα, είκοσι…τριάντα…κοντεύει λεπτό. Και ξαφνικά, το βουνό αντηχάει από τα χειροκροτήματα και τις ζητωκραυγές.

Ο Γιαννίδης παραμερίζει τις κουβέρτες, βγαίνει να υποκλιθεί ξανά. Γέρνει το κεφάλι του μπροστά, και μένει ακίνητος για πολλή ώρα.

– Βλέπεις, λέει σε λίγο, όλες οι εικόνες από τον «Παιδαγωγό», τους είναι γνωστές. Ποιος θα καταλάβει τον παιδαγωγό καλύτερα από αυτούς τους ανθρώπους που αγωνίζονται συνέχεια για τη δική τους νίκη, που σε κάποια στροφή τα άλογα τούς τραβάνε και τους κοπανάνε στα βράχια; Μπράβο σου Σοφοκλή! Άντεξες!

Μια αντάρτισσα του προσφέρει ανθοδέσμη: τσάϊ του βουνού και λουμίνια!


Δημήτρης  Ραβάνης – Ρεντής

Το  Ημερολόγιο της προσφυγιάς ενός αντάρτη

Εκδόσεις Ηριδανός

Αθήνα 1981.

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

Carte Postale





Οι Carte Postale, είναι μια 6μελής μπάντα επηρεασμένη από ρομαντικές νέο φολκ-ροκ μελωδίες βασισμένες σε κινηματογραφικά μοτίβα, ρυθμικές εξάρσεις, Γαλλικά βαλς και νοσταλγική διάθεση, που εν συντομία οι ίδιοι θέλουν να αποκαλούν ρετρό ποπ.

Το όλο εγχείρημα ξεκίνησε ως προσωπικό project του Αντώνη Σπαθή (κιθάρα, πιάνο, γιουκαλίλι, παιδικό πιάνο) το 2009, αλλά σύντομα ενισχύθηκε από τους:
Δέσποινα Γκοτσοπούλου (φωνή, κιθάρα)
Γεράσιμος Ασπρομάλλης (κοντραμπάσο, ηλεκτρικό μπάσο, κιθάρα)
Γιώργος Νικολόπουλος (τύμπανα)
Ιάσονας Βάκρινος (τρομπέτα)
Κώστας Νικολόπουλος (ακορντεόν)

Η μουσική τους βασίζεται στο πιάνο, το ακορντεόν, την τρομπέτα, το κοντραμπάσο-μπάσο, τα τύμπανα, το γιουκαλίλι και στους έντονα νοσταλγικούς αγγλόφωνους στίχους.

Η σελίδα τους στο facebook

Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

Πίσω από τα παλλόμενα τσουτσούνια του Φαμπρ


Γράφει ο Οικοδόμος // atexnos (αναδημοσίευση)

Περισσότερο από τα παλλόμενα τσουτσούνια του Βέλγου καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών Γιαν Φαμπρ (πρώην  πια, αφού παραιτήθηκε το Σάββατο 2/4), προκαλεί ο στρουθοκαμηλισμός πολλών από αυτούς που διαμαρτύρονται για την επιλογή  του η σκηνή του Φεστιβάλ να κατακλυστεί από βελγικές παραγωγές, αφήνοντας ουσιαστικά τους Έλληνες καλλιτέχνες έξω από τον κορυφαίο πολιτιστικό θεσμό της χώρας τους. Πολλοί, λοιπόν, καλλιτέχνες ενώ βρίσκουν εύκολα την αφορμή (και αυτή είναι μια σοβαρή αφορμή) για ν’ ανέβουν στα κάγκελα, δυσκολεύονται τα μάλα ή δεν θέλουν να διακρίνουν τις αιτίες για την αρρωστημένη κατάσταση που επικρατεί στον πολιτισμό και γενικότερα στην κοινωνία· την καλπάζουσα  γάγγραινα που μολύνει κάθε  δημιουργική δραστηριότητα και σκέψη και τείνει ν’ αλώσει και τις τελευταίες εστίες υγιούς αντίστασης.

Σοκαρίστηκαν από τις «πρωτοποριές» του Βέλγου, ένιωσαν προσβεβλημένοι που θα ’βγαζε στη βιτρίνα του ελληνικού φεστιβάλ Βέλγους  καλλιτέχνες και βγήκαν στα κανάλια και στο διαδίκτυο για να διαμαρτυρηθούν. Καλά έκαναν. Απορίας άξιον είναι αν και πόσο προσβάλλονται όταν πάνε στο σουπερμάρκετ και αγοράζουν βελγικές ντομάτες, λεμόνια Τουρκίας, πατάτες Αιγύπτου και σκόρδα απ’ την Κίνα. Γιατί κάνουν τους κινέζους μπροστά στις πολιτικές  που, προσχεδιασμένα, εδώ και δεκαετίες εκπορεύονται από τα επιτελεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σταδιακά, όλο και πιο βίαια και, μεταξύ άλλων, ανοίγουν δρόμους στην ελεύθερη μετακίνηση κάθε αγαθού που δύναται να προσφέρει κέρδος στους βιομήχανους και τους επιχειρηματικούς ομίλους, και μισούν  και καταστρέφουν κάθε τι που δεν συμφέρει ή αντιτάσσεται στην οικονομική εξουσία  τους;

Οι πολιτικές αυτές φέρουν τις υπογραφές και τη συνεργασία όλων των ελληνικών κυβερνήσεων και τη συναίνεση-συνενοχή όλων των κομμάτων του ευρωμονόδρομου. Και δεν είναι λίγοι ανάμεσα σ’ αυτούς που σήμερα ―δικαίως― διαμαρτύρονται, που προσθέτουν κατά καιρούς την αναγνωρισιμότητά τους στις εκλογικές λίστες ή προσφέρουν τη στήριξή τους στις θέσεις αυτών των κομμάτων, τρέφοντας το τέρας που τώρα τρώει και από τις δικές τους σάρκες.

Πού ήταν αυτοί οι καλλιτέχνες (μεταξύ των οποίων «επώνυμοι» και «σελέμπριτις») πριν ανέβουν στα κάγκελα; Γιατί σώπαιναν; Μήπως γιατί οι επιχορηγήσεις, οι χορηγίες και άλλες «εξυπηρετήσεις» τους βούλωναν το στόμα; Μήπως γιατί η «πίτα» της τηλε-φούσκας έφτανε για να ταΐζει τα κασέ τους με ποσά άπιαστα για «κοινούς» καλλιτέχνες και άλλους θνητούς; Φωνάζουν τώρα που πήρε φωτιά το σπίτι τους, μα όταν λαμπάδιαζε το σπίτι αυτών που τους χειροκροτούν (του ακροατηρίου τους, των αναγνωστών τους, των θαυμαστών τους,) οι ίδιοι ήταν… τόσο πολύ απορροφημένοι στην τέχνη τους για να τους νιώσουν. Έπρεπε, λοιπόν, να έρθει ένας Βέλγος για να σαλέψουν οι  αισθητήρες του φιλότιμου και της «αγωνιστικότητάς» τους. Διότι, εκτός των άλλων  ―διάολε!― είναι και ζήτημα εθνικής περηφάνιας. Άλλο να σε σπρώχνει στην απ’ έξω ο «δικός» σου διευθυντής και άλλο ένας «ξένος»…

Ας μας διευκρινίσουν, όμως, αυτοί οι κύριοι και κυρίες, ποια κεκτημένα υπερασπίζονται και ποιον πολιτισμό παραβάλλουν έναντι του ―διορισμένου από την ελληνική πολιτεία και παραιτηθέντα πια― επίβουλου Βέλγου;

Μήπως τον πολιτισμό που ―με τις αφεντιές τους πρωταγωνιστές ή κομπάρσους― απολάμβανε ο λαός μας τα περίφημα χρόνια της «ευημερίας»; Τα υποπροϊόντα και σκουπίδια που κατακλύζουν τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις; Τα σιντί που κόστιζαν σχεδόν όσο το μεροκάματο ενός ανειδίκευτου εργάτη; Τα βιβλία του τίποτα δίπλα στα ράφια με τις «απαλές» μουστάρδες; Τα ιλουστραϊσιόν εξώφυλλα της φώτοσοπ ματαιοδοξίας; Μήπως τον πολιτισμό της «καινοτόμας επιχειρηματικότητας»; Τις «ιν» και «μαστ» θεατρικές και μουσικές σκηνές; Τις τύπου ολυμπιακών αγώνων «υπερπαραγωγές»; Τα τηλεοπτικά «τάλεντ-σόους» ως πυξίδα στην εκπλήρωση των ονείρων της νέας γενιάς; Τις σέξι ντίβες και τους γκλόσι γαρυφαλοφόρους αοι(η)δούς της νύχτας; Τις χρυσοφόρες πένες των μπεστσελεράδων «διανοούμενων»; Μήπως τους ψευτοκουλτουριάρηδες ιδοκτήτες μικροκόσμων; Τα παγκόσμια δίκτυα των μέσων κοινωνικής αποχαύνωσης, όπου ο καθένας χτίζει και περιχαρακώνεται πίσω από το «προφίλ»-εγώ του; Μήπως, τέλος πάντων,  κάθε τι που πουσάρουν  τα επιχειρηματικά συμφέροντα που κατέχουν ή ελέγχουν όλη την αλυσίδα, από την παραγωγή ως την κατανάλωση: και εκδοτικούς οίκους, και διαφημιστικές εταιρείες, και θεατρικούς οργανισμούς, και εταιρείες παραγωγής, και νυχτερινά κέντρα «διασκέδασης» και δισκογραφικές εταιρείες και ραδιοφωνικούς σταθμούς και τηλεοπτικά κανάλια και δημοσιογράφους και εφημερίδες και περιοδικά και ιστοσελίδες, ακόμα και «προσωπικά» ιστολόγια;

Ή, μήπως, όλα τα παραπάνω μαζί με αυτά που έρχονται να προστεθούν στα χρόνια της «κρίσης» όπως  ―ας πούμε το πιο πρόσφατο― το να πρέπει μια τετραμελής οικογένεια να ξοδέψει ένα βδομαδιάτικο (4χ20=80 ευρώ ― ναι, είναι βδομαδιάτικο αυτό το ποσό για πολλούς πια) για να επισκεφτεί την Ακρόπολη;

Δεν μπαίνουν βέβαια όλοι οι καλλιτέχνες στο ίδιο τσουβάλι και δεν πρεσβεύουν όλοι τα ίδια. Ανάμεσα σε όσους διαμαρτύρονται βρίσκονται παλιοί και νεώτεροι αγωνιστές με αμέτρητα «κολλημένα ένσημα» στον πολιτισμό και τους κοινωνικούς αγώνες.

Διαβάζοντας την ανοιχτή επιστολή του Χρήστου Λεοντή, ενός από τους σπουδαιότερους εν ζωή εκπροσώπους του πολιτισμού μας, χαμογελάς πικρά (…αφού πρώτα έχεις διανύσει το στάδιο της οργής): «Μουσείο Μπενάκη: ΓΑΛΛΟΣ, Ελληνικό κέντρο κινηματογράφου: ΓΕΡΜΑΝΟΣ, Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: ΓΑΛΛΙΔΑ, Ελληνικό Φεστιβάλ: ΒΕΛΓΟΣ…».

Γιατί; Δεν υπάρχουν καταξιωμένοι Έλληνες  γι’ αυτές τις θέσεις; Είναι άραγε σωβινισμός να θέλεις στην πατρίδα σου να κάνουν κουμάντο τα παιδιά της και όχι ξένοι κηδεμόνες; Αποτελεί εθνική προκατάληψη να υπερασπίζεσαι τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας σου, στον πολιτισμό και παντού; Όμως το κυρίαρχο ζήτημα θα είναι πάντα: ποιον πολιτισμό;

Από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους μέχρι τις μέρες μας, οι εκπρόσωποι της πολιτικής εξουσίας αυτού του τόπου συναγωνίζονται στην υποτέλεια και την υποταγή απέναντι στις «μεγάλες ―ενίοτε… προστάτιδες― δυνάμεις». Πιστοί και φανατικοί υπηρέτες της τάξης που κατέχει αδιάλειπτα την  οικονομική εξουσία, προσφέρουν τη γη και το  ύδωρ αυτής της χώρας και εισπράττουν δάνεια, «πακέτα» και «προγράμματα», που νέμονται τ’ αφεντικά τους· που, διαχρονικά, τις μεταξύ τους διαφορές καθορίζει ο βαθμός βουλιμίας τους για περισσότερα κέρδη και η ικανότητά τους να επιβάλλονται στους ανταγωνισμούς για το μοίρασμα της κάθε «πίτας». Όλο αυτό το πολιτικό προσωπικό πότε ως εθνικόφρονες, πότε ως δεξιοί πατριώτες, πότε ως κεντρώοι και σοσιαλιστές και, εσχάτως, ως αριστεροί  έπαιζαν στα ζάρια την εδαφική ακεραιότητα της χώρας, έκαναν βαθιές υποκλίσεις στον καταχτητή, ξεπούλαγαν τον φυσικό πλούτο, «αξιοποιούσαν» την δημόσια περιουσία, υποθήκευαν το μέλλον της· γιατί, λοιπόν, ο πολιτισμός θα αποτελούσε εξαίρεση; Εδραιώνοντας παράλληλα την εξουσία του αστικού κράτους απέναντι σε όσους το αμφισβητούν, αξιοποιώντας τους μηχανισμούς του συστήματος που (ανα)παράγουν φοβισμένους ραγιάδες και πολίτες-πελάτες· για να φτάσουν σήμερα στο σημείο (οι πελάτες) ν’ αναζητούν την λύτρωση στο πότε θα «πιάσουν πάτο» και όχι στο σπάσιμο του βαρελιού.

Θα πει κάποιος τώρα, το ακριβό εισιτήριο της Ακρόπολης σε μάρανε, είδαμε και τότε που ήταν φτηνότερο…  Δεν θα ’χει άδικο.

Τι διδάσκεται ένα παιδί για τον πολιτισμό και τη θέση του μέσα σ’ αυτόν, από τη στιγμή που καταλαβαίνει τον κόσμο, στην οικογένεια, στο σχολείο αργότερα, και πιο μετά στο πανεπιστήμιο, στο εργασιακό του περιβάλλον; Πώς καλλιεργείται  μια χέρσα συνείδηση η οποία καλείται από την εξέλιξη να συνεισφέρει τους καρπούς της στην πρόοδο; Όταν σπορέας είναι το σύστημα που σου μαθαίνει ότι επιτυχία είναι να ξεχωρίσεις με κάθε τρόπο από τους άλλους και σε διαπαιδαγωγεί να μην έχεις αναστολές, ακόμα και αν «χρειαστεί» να πατήσεις στα πτώματά τους, προκειμένου  να τα καταφέρεις, είναι προφανές τι είδους πολιτισμός βολεύει και θα παράγει αυτό το σύστημα και ο πολίτης-πελάτης θα καταναλώνει.

Αναρωτιόμαστε, όλο και πιο συχνά τελευταία, που είναι οι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής μας; Υπάρχουν; Γιατί δεν μιλούν;

Η παραγωγή πολιτισμού είναι αναμφισβήτητα συνυφασμένη με την δοσμένη κάθε φορά εποχή και τις συνθήκες μέσα στις οποίες μια κοινωνία αναπνέει,  ονειρεύεται, εμπνέεται, παράγει, διεκδικεί. Το να χειραγωγούνται και να θυσιάζονται τα όνειρα, οι ελπίδες και οι προσδοκίες του λαού στην  κατεύθυνση εξυπηρέτησης των συμφερόντων της εξουσίας των πλουτοκρατών, είναι καθοριστικός παράγοντας για να διατηρείται ο φαύλος κύκλος της σαπίλας, που θέλει την τέχνη εμπόρευμα και τον πολιτισμό προϊόν σαν αυτά που βρίσκει κανείς στα ράφια του σούπερ-μάρκετ.

Μεγαλύτερη και πιο επικίνδυνη από την οικονομική κρίση είναι σήμερα η κατάπτωση των αξιών, η ηθική ξεφτίλα, η νοσηρή ατμόσφαιρα μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε αποσύνθεση. Η κοινωνία που ονειρευόταν να πιάσει την καλή, να «τρουπώσει» και να βολέψει την πάρτη της, που μεταθέτει τις ευθύνες της και αναθέτει τις ελπίδες της, σάπισε μαζί με τους θεσμούς που την άντρωσαν και στη ράχη της βγήκαν και σεργιανάνε ρατσιστικά, ξενοφοβικά, ομοφοβικά, φασιστικά και άλλα σκουλήκια.

Και ο πολιτισμός που έχτισαν οι δουλευτάρηδες αυτού του τόπου, της γης, της πέτρας, της πένας, του χρωστήρα, των ρυθμών;  Ο πολιτισμός που δημιούργησε αυτός ο λαός όποτε περπάτησε λεβέντικα, όποτε δεν σκιάχτηκε εχθρούς και δεν λογάριασε θυσίες προκειμένου να υπερασπιστεί την τιμή και την αξιοπρέπειά  του και να διαφεντέψει τις τύχες του; Ο πολιτισμός που ρίζωσε και άνθισε πλάι στις  ποτισμένες με αίμα ρίζες των δέντρων της αντίστασης και της λευτεριάς, ανάμεσα στους σωρούς από κόκαλα αγωνιστών-μαχητών που έπεσαν για το δίκιο και την πρόοδο; Η ελπίδα; Μήπως πεθάνει κι αυτή όταν φύγουν και οι τελευταίοι μεγάλοι του λαϊκού μας πολιτισμού; Είναι αυτή η κατάσταση χωρίς επιστροφή;

Ο πολιτισμός μας θα παραμένει ζωντανός όσο τον σηκώνουν στις μνήμες και στα μπράτσα τους οι περήφανοι  ωραίοι ―  «μοιραίοι» κατά τους δειλούς και άβουλους καλλιτέχνες και καλλιτεχνίζοντες  επιπλέοντες φελλούς. Η ανάγκη για έκφραση και καλλιτεχνική δημιουργία εκεί που χτυπάει η καρδιά και στάζει ο ιδρώτας αυτών που παράγουν και δημιουργούν όλα όσα υπάρχουν γύρω μας, θα ξεπηδά σαν φλόγα και θα παλεύει με τα σκοτάδια.  Όσο θα υπάρχει και θα δυναμώνει η ταξική πάλη θα ξεπηδάνε οι φλόγες του λαϊκού μας πολιτισμού και  της αντίστασης και θα διαμορφώνουν τις συνθήκες εκείνες της ανατροπής της σαπίλας και του χτισίματος μιας κοινωνίας όπου κάθε άνθρωπος θα είναι κι ένας καλλιτέχνης της ζωής.

Όσο θα βαδίζουμε στον δρόμο που μας έχουν επιβάλει οι δυνάστες του μόχθου και των ονείρων μας, θα ερχόμαστε αντιμέτωποι με σωρούς από  εγχώρια και ξενόφερτα σκουπίδια και, πότε Έλληνες, πότε Ευρωπαίοι, πότε Αμερικανοί, πότε Ρώσοι, θα μας τραβάνε απ’ το αυτί και θα μας επιβάλουν τι θα φάμε και τι θα πιούμε, τι μουσική θ’ ακούσουμε, ποια ταινία θα δούμε και σε ποια γη θα σκοτωθούμε για τα συμφέροντα των εκμεταλλευτών μας.

Σάββατο 2 Απριλίου 2016

Ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και οι Έλληνες ραψωδοί

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Πορτραίτο του 1836

Οι Έλληνες έχουν κάτι πλανόδιους μουσικούς, ραψωδούς, που ο καθένας θα' λεγες μοιάζει μ' αληθινό Όμηρο` αλλά και νέα παλικάρια καμιά φορά, από κάποια κλίση και μουσικό ταλέντο, βγάζουν έτσι το ψωμί τους. Είναι απίστευτο πόσα τραγούδια ξέρουν. Τα ίδια αυτά τραγούδια τα ακούς γύρω στις φωτιές πάνω στα βουνά ή κοντά στο τζάκι κάποιου πλούσιου Έλληνα. Ακόμα κι ολόκληρα έργα εκφράζουν με το μαντολίνο τους. Τα τραγούδια αυτά, τις μελωδίες αυτές, τις άκουγα κι όταν εκείνοι χόρευαν τους εθνικούς χορούς τους.
Κατά τα τέλη του Μάρτη αποφάσισα να κάνω μια εκδρομή στους Δελφούς` έτσι θα μπορούσα να γιορτάσω τη μεγάλη επέτειο των γενεθλίων μου στις δύο Απριλίου πάνω στον πραγματικό Παρνασσό` μα δεν το' θελαν, φαίνεται, οι θεοί. Οι κοιλάδες γύρω στους Δελφούς ήταν χιονισμένες, τα ποτάμια πλημμυρισμένα και το κρύο δυνατό και σκληρό. Έτσι έμεινα στην Αθήνα. Εκεί οι Μούσες με αντάμειψαν με τα πιο παράξενα τραγούδια και μουσικά κομμάτια που άκουσα στην Ελλάδα.
Όταν κατέβηκα απ' την Ακρόπολη, όπου πέρασα μόνος το πρωινό μου, βρήκα στο τραπέζι ένα γράμμα από τον Ross. Με προσκαλούσε λέγοντας ότι, αφού δεν πήγα εγώ σήμερα στον Παρνασσό, ο Παρνασσός είχε έρθει σε μένα. Τι άλλο μπορούσα να ζητήσω; Στην Αθήνα έτυχε να βρίσκονται δυο πλανόδιοι ραψωδοί, νεαροί Έλληνες απ' τη Σμύρνη, που θα μου τραγουδούσαν τα καλύτερα δημοτικά τραγούδια` θα τους ακούγαμε όμως μέσα στο σπίτι, γιατί έβρεχε ακόμα αδιάκοπα και φυσούσε ένας δυνατός αέρας. Τα σύννεφα είχαν τεντώσει τις υγρές χορδές τους ως τη γη κι ο αέρας έκρουε τις χορδές αυτές με τέτοια μελωδία, που μήτε οι θεοί θα μπορούσαν να δώσουν τόνο πιο δυνατό απ' αυτόν. Κι εγώ ήμουν τόσο εγωιστής, ώστε ζητούσα όλα αυτά να γίνουν στα γενέθλια μου, απαιτούσα να γιορτάσει μαζί μου κι η Γλαυκομάτα Αθηνά.
Ήρθα στου Ross. Οι ραψωδοί κάθησαν με το' να πόδι πάνω στ' άλλο. Ο ένας απ' αυτούς ακούμπησε το βενετσιάνικο μαντολίνο του στο γόνατο κι ο άλλος έπαιζε βιολί, ένα όργανο που τώρα τελευταία άρχισαν να παίζουν οι πλανόδιοι τραγουδιστές. Κι οι δυο ήταν ντυμένοι με γαλάζια ελληνική φορεσιά κι είχαν στο κεφάλι τους από ένα κόκκινο φέσι. Τα πρόσωπά τους ήταν όμορφα, γεμάτα ζωντάνια, με μαύρα μάτια και καλογραμμένα φρύδια.
Μπορεί να ήταν τυχαίο μα πολύ χαρακτηριστικό, που ολόκληρη αυτή η σειρά των τραγουδιών σχημάτιζε την ιστορία του νεοελληνισμού.
Άρχισαν με ένα ελληνικό μοιρολόγι βγαλμένο απ' τον ίδιο το λαό, όταν ακόμα ήταν κάτω απ' το τούρκικο ζυγό. Έλεγε για τα κοπάδια και τα κορίτσια που τους άρπαξαν. Δεν άκουγες όμως ένα μόνο σκοπό με τις φωνές τους, που σταυρώνονταν με τόσο παράξενο τρόπο. Οι δυο φωνές ιστορούσαν μ' ένα δικό τους τρόπο τον πόνο του χαμού, κι όμως η ιστορία ήταν η ίδια κι ίδιο το πάθος που εκφράζανε. Σιγανά, λίγο παραπονιάρικα, τραγουδούσαν, λες κι ο φόβος κρατούσε ακόμα τη γλώσσα τους δεμένη. Κάθε τόσο το πάθος φούντωνε, γινόταν άγρια κραυγή, θαρρείς κι έκλαιγε ένας ολόκληρος λαός. Ήταν ένα σπαραχτικό, συγκλονιστικό τραγούδι, σαν εκείνο του Ισραήλ στα ποτάμια της Βαβυλωνίας.
Μετά ακολούθησε ένα τραγούδι του Ρήγα. Με πιο πολύ ενθουσιασμό ηχούσε η στροφή:


Σπάρτα, Σπάρτα, τι κοιμάσαι υπό λήθαργον βαθύν;

Ακούσαμε ένα ακόμα θούριο, που η μελωδία του είχε μια περίεργη ομοιότητα με την Μασσαλιώτιδα, κι όμως, όπως μου έλεγαν, ήταν γνήσιο ελληνικό θούριο κι ιστορούσε τον αγώνα των Ελλήνων. Κι οι ραψωδοί συνέχισαν με ένα σκοπό, που τραγουδούσε ο λαός κατά τον ερχομό του Όθωνα στο Ναύπλιο. Ένιωθα βαθιά συγκινημένος` η ιστορία ενός λαού γραμμένη με νότες φτάνει πιο βαθιά στην καρδιά από εκείνη που γράφεται με γράμματα.
Ξαφνικά, ο πιο μικρός απ' τους ραψωδούς άρπαξε τις χορδές και στο βιολί αντήχησε μια επιλογή απ' το " Fra Diavolo", το " Robert " και άλλες γαλλικές όπερες. Ήταν απαίσιο! Μου φάνηκε σαν ένα προμήνυμα, πως όλοι αυτοί οι λαϊκοί σκοποί θα σιγάσουν και ξένα τραγούδια θα εισβάλουν στο λαό. Από τώρα κιόλα προτιμούν οι Έλληνες να ακούν αυτές τις μελωδίες του Auber παρά τα δικά τους τραγούδια.
Στο τέλος ακούσαμε ένα τούρκικο τραγούδι. Ποτέ μου δεν άκουσα πιο απαίσιο πράμα. Στην αρχή πίστευα πως πρόκειται για μια παρωδία, μα ο Ross με βεβαίωσε για το αντίθετο` κι αργότερα, στη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη, πείστηκα πως στ' αλήθεια δεν είναι παρωδία. Μια φωνή άρχισε να τραγουδάει σιγά κι ακατάληπτα, ακόμα και για όσους ξέρουν τούρκικα. Η φωνή ηχούσε σαν ένα ονειρικό μουρμουρητό. Μου φαινόταν σα ν' άκουγα έναν οπιομανή να αναστενάζει βαθιά βλέποντας άσχημο όνειρο. Χτυπώντας μονότονα μια και μόνο χορδή συνόδευε το τραγούδι του. Μέσα του αυτό το τραγούδι είχε κάτι φοβερά θλιβερό κι η επωδός ηχούσε ξαφνικά, σα να ξυπνούσε ο τραγουδιστής κι έβαζε τις φωνές την ώρα που τον σκότωναν.
Όταν θα έφευγαν οι ραψωδοί, πήραν τα χέρια μας, τα φίλησαν κι έπειτα, σύμφωνα με την ελληνική συνήθεια, τα ακούμπησαν στο μέτωπό τους. Ένιωθα τόσο γεμάτος απ' όλα αυτά!
Το πρωί ελληνικά τραγούδια και το βράδυ εθνικοί χοροί. Ήταν ένα αληθινό πανηγύρι. Ο Luth απ' το Holstein, ο αυλικός παπάς της βασίλισσας, οργάνωσε για μένα αυτό το θέαμα. Οι χορευτές ήταν απ' τον ίδιο το λαό. Χόρεψαν δυο Έλληνες υπηρέτες του, ένας γέρος καφετζής κι άλλα δυο νέα παιδιά, τεχνίτες απ' την πόλη. Οι ραψωδοί άφηναν το μαντολίνο και το βιολί να ηχήσουν και κάθε τόσο ο ένας τους έλεγε μια σύντομη στροφή ή προσκαλούσε τους άλλους να χαρού.


Χαρήτε! Η ζωή είναι μικρή! Η αγάπη είναι θλίψη!
Η Αγάπη είναι χαρά! Χορέψτε σεις, οι νέοι!

Ολόκληρος ο κύκλος γύριζε με χάρη στο πάτωμα. Ο κορυφαίος ήταν εκείνος που τους οδηγούσε σαν αρχιχορευτής` οι άλλοι κοίταζαν τη στάση και τα βήματά του και τον μιμούνταν. Η παρμάνα του σπιτιού, μια πεντάμορφη Ελληνίδα απ' τη Τζιά, είχε φορέσει τα καλύτερα κοσμήματά της. Προπάντων το σαρίκι ταίριαζε τόσο με τα μαύρα μαλλιά της και τ' όμορφο πρόσωπό της. Σε λίγο άρχισε μαζί με δυο απ' τους άντρες ένα χορό απ' την πατρίδα της. Δεν μπορούσες να επιθυμήσεις τίποτε πιο χαριτωμένο, κι όμως αυτοί που χόρευαν ήταν απλοί άνθρωποι του λαού. Κρατούσε τους άντρες όχι απ' το χέρι, μα απ' τη ζώνη τους, κι εκείνοι άγγιζαν το μπράτσο της. Έτσι πιασμένοι, πήγαιναν μια μπρος και μια πίσω, κάτι που έμοιαζε με βάδισμα. Όλες της οι κινήσεις έδειχναν ηρεμία, αλλά στους άντρες ενέπνεαν ζωηράδα και πάθος. Έκανε να ξεμακρύνει, μα την κρατούσαν` το βλέμμα κι η όψη της εκφράζαν έντονα συναισθήματα, που ευνοούσαν τον ένα μόνο απ' τους δυο!
Αφού χόρεψαν και τραγούδησαν για μας, δυο απ' την παρέα μας χόρεψαν γι' αυτούς έναν τυρολέζικο χορό, που τους άρεσε φαίνεται, γιατί μετά, χορεύοντας, μινούνταν τις κινήσεις τους. Ο ένας απ' αυτούς τους ραψωδούς που, καθώς έλεγαν, ήταν προικισμένος με λυρικό ταλέντο, με παρακάλεσε να πω ένα τραγούδι απ' το Βορρά, ένα "υπερβόρειο" τραγούδι, καθώς είπε.
Του τραγούδησα το σκοπό για το Δανό που παρακαλούσε να τον αφήσουν να μεταφέρει το πτώμα του βασιλιά Frederik στη στερνή του κατοικία. Κι άκουγε ο ραψωδός το λαό να αποχαιρετά το βασιλιά του στα τείχη της πόλης τραγουδώντας με σπαραγμό` κι η κάσα κάτω απ' το φως των λαμπάδων προχωρούσε στη χιονόσκεπη δημοσιά, ενώ σε κάθε μικρό καλύβι στην άκρη του δρόμου φαινόταν κι ένα φτωχό κερί, ενώ σ' ολόκληρο το δρόμο γέροι με τα εγγόνια τους και τις λαμπάδες που έκαιγαν σταύρωναν τα χέρια τους κι έλεγαν: " Τώρα έρχεται το λείψανο του βασιλιά!"
Τραγουδώντας ακόμα το σκοπό πρόσεξα τα μάτια της νέας κοπέλλας να βουρκώνουν. Ο πιο μικρός απ' τους ραψωδούς με παρακάλεσε να το ξαναπώ. " Θά' ταν σίγουρα ένας καλός βασιλιάς!" είπε και με κοίταξε μ'ένα τόσο παρακλητικό βλέμμα, που το ξανατραγούδησα.
Αργά τη νύχτα, όταν έφυγα, μου κάναν παρέα οι δυο ραψωδοί. Η βροχή είχε σταματήσει και ψηλά στον ουρανό περνούσαν βιαστικά τόσο ελαφρά διάφανα σύννεφα, ώστε ανάμεσά τους έβλεπες το φως των αστεριών. Γύρω μας μεγάλη, σιωπηλή, προς τα ψηλά βουνά απλώνεται η πεδιάδα. Τόση σιγαλιά, σα μια νυχτιά στη μητρόπολη της  Roskilde, εκεί που τώρα ξεκουράζεται ο βασιλιάς Frederik.
Άξαφνα ένας απ' τους ραψωδούς άρπαξε το βιολί του κι έπαιξε λίγες νότες της μελωδίας του " Ο Δανός χωριάτης κι ο βασιλιάς Frederik". Ποιος ξέρει! μπορεί κάποτε να κάνει ένα δικό του ποίημα μ' όσα άκουσε και να το τραγουδά πάνω στα ελληνικά βουνά και κάτω απ' τα σκιερά πλατάνια της Μικρασίας` ένα τραγούδι για το βασιλιά του Βορρά, που τον έφερε στον τάφο του ένας θλιμμένος χωριάτης.


Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, Οδοιπορικό στην Ελλάδα, Βιβλιοπωλείον της " 'Εστίας"Ι.Δ. Κολλάρου & Σίας Α.Ε . Μετάφραση από τα Δανέζικα, εισαγωγή και σχόλια: Allan Lund. Συνεργάτης για την απόδοση στα Ελληνικά: Λουκία Θεοδώρου. ( χωρίς χρονολογία)


" Ο Δανός συγγραφέας Hans Christian Andersen είναι σήμερα πιο πολύ γνωστός σαν συγγραφέας παραμυθιών. Τα παραμύθια του είναι μεταφρασμένα σε 65 περίπου γλώσσες. Το έργο του όμως δεν περιορίζεται μόνο στον τομέα αυτόν. Ασχολήθηκε και με άλλα είδη του λόγου. Έγραψε και ποιήματα, θεατρικά έργα, μυθιστορήματα κι οδοιπορικά. Το "Παζάρι ενός ποιητή", που ένα μέρος του μεταφράζεται τώρα για πρώτη φορά στα Ελληνικά με τον τίτλο " Οδοιπορικό στην Ελλάδα", δεν ήταν ούτε το πρώτο του έργο, ούτε το πρώτο του ταξιδιωτικό, με το οποίο παρουσιάστηκε στο αναγνωστικό κοινό. Μα το "Παζάρι " είναι σήμερα εκείνο που θεωρείται η πιο σημαντική του προσφορά - εκτός βέβαια απ' τα παραμύθια του.
Του Άντερσεν του άρεσε πάντα το ταξίδι κι είπε κάποτε πως το να ταξιδεύεις σημαίνει να ζης. Κι έτσι φιλαπόδημο που ήταν, γύρισε πολλές στεριές και θάλασσες. Ήταν λοιπόν φυσικό να περάσει κάποτε κι απ' την Ελλάδα, που γι' αυτόν δεν ήταν μόνο ένας τουριστικός τόπος, μα μια κλασική χώρα.
Όταν, στις 31 Οκτωβρίου του 1840, ο Άντερσεν ξεκίνησε για ένα μακρινό ταξίδι , που κράτησε ως τις 31 Ιουλίου του 1841, ήταν 35 χρονών. Στο ταξίδι αυτό είδε τη Γερμανία, την Αυστρία, την Ιταλία, την Ελλάδα και την Ανατολή ( Τουρκία) και γύρισε στη Δανία απ' το Δούναβη. Μετά την επιστροφή του έγραψε τις εντυπώσεις του με τον τίτλο " Παζάρι ενός ποιητή" που τυπώθηκε στα 1842(...)
Για να αποχτήσει τα χρήματα που θα του χρειαζόταν για το ταξίδι στην Ελλάδα, έστειλε απ' το Μόναχο της Γερμανίας ( στις 22 Νοεμβρίου του 1840) ένα γράμμα στον προστάτη του, τον J.Collin, παρακαλώντας να του ζητήσει μιαν υποτροφία απ' το βασιλιά. " Ώστε στα τέλη Απριλίου, του έγραφε, να μπορέσω να πάω στην Ελλάδα, όπου με προσμένει το μεγαλύτερο κέρδος του ταξιδιού μου".
Ίσως εδώ θα πρέπει να τονιστεί πως ο Άντερσεν χωρίς καμιά οικονομική υποστήριξη δε θα ήταν σε θέση να συνεχίσει, μα θα αναγκαζόταν να επιστρέψει στη Δανία.
Στη Νεάπολη δέχτηκε επιτέλους την απάντηση που τόσο περίμενε ( την πρώτη Μαρτίου). Του είχαν χορηγήσει μιαν υποτροφία αρκετά μεγάλη, ώστε να ξεκινήσει για τον προορισμό του, την Ελλάδα.
Εξ αιτίας των κακών τότε μέσων συγκοινωνίας αναγκάστηκε να διαλέξει ανάμεσα στη Σικελία και την Ελλάδα. Και τους δυο τόπους δε θα μπορούσε να τους επισκεφτεί. Πήρε απόφαση και διάλεξε την Ελλάδα..."(από την Εισαγωγή)

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

Δὲν θέλω πιὰ παρὰ νὰ ζῶ ἔτσι ὅπως ἕνα δέντρο, ὁποὺ θροΐζει ἀνάλαφρα σὲ πρωινὸ τοῦ Ἀπρίλη...


VITA NUOVA
Δὲν θέλω πιὰ παρὰ νὰ ζῶ ἔτσι ὅπως ἕνα δέντρο, 
ὁποὺ θροΐζει ἀνάλαφρα σὲ πρωινὸ τοῦ Ἀπρίλη
μέσ᾿ σ᾿ ἕνα κάμπο εἰρηνικό, γεμάτον φῶς γαλάζιο
καὶ παπαροῦνες κόκκινες καὶ ἄσπρο χαμομήλι. 
Δὲν θέλω πιὰ παρὰ νὰ ζῶ ἔτσι σὰν ἕνα ρόδο, 
ποὺ ἄνθισε κατάμονο μέσα σὲ πρᾶο χειμώνα
σ᾿ ἕνα πεζούλι φτωχικὸ κι ἡλιόφωτο, ποὺ νἄχει
ἀσβεστωμένο τοίχωμα νὰ τοῦ κρατάει τὸ χῶμα. 
Θεέ μου! ἄσε με νὰ ζῶ σὰν ἕνα ἀπὸ τὰ μύρια, 
τ᾿ ἀνώφελα τὰ ἔντομα ποὺ ἀπὸ τὸ φῶς μεθᾶνε
καὶ τὴ ζωή τους στοὺς ἀνθοὺς ἀνάμεσα περνᾶνε, 
μακριὰ ἀπ᾿ τὸν κόσμο, μοναχὸ σ᾿ ἕνα λευκὸ σπιτάκι: 
καὶ νἄχω μέσα στὴν ψυχὴ τῶν γέρων στὴν εἰρήνη
καὶ στὴν καρδιά μου τῶν φτωχῶν τὴν ἔνθεη καλωσύνη.

                                                              Κώστας Ουράνης

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!