Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ήπειρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ήπειρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2021

Βορειοδυτικά


 Αώος, Άραχθος, Αχέροντας

                                           Καλαμάς και Λούρος

Διανυκτερεύοντα Φαρμακεία

                                            της Πατρίδας.

Γιάννης Ζαρκάδης, Αχερουσία μνήμη

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2019

Οι άλλες ν' απλώνουν ρούχα κι εσύ τριαντάφυλλα

" Να σκέπτεσαι πρώτα την φαμελιά σου, άντα θα' ρθει ο καιρός ν' αποκτήσεις, δεύτερα τους άλλους γύρα σου και στον πάτο, άμα μείκει για τ' εσένα, και να κρατείς το στόμα κλειστό, έτσι κάνουν οι γυναίκες του θεουλάκη, έτσι να κάνεις κι εσύ δολιοκόπελη", μ' αυτά, την ορμήνευαν. Κουναρήθηκε δύσκολα. Ψωμί δεν περίσσευε ίτσιου. Ούτε για ένα σκύλο που είχαν, τον Μπελέτση, ούτε για ταύτον, ώσπου τον απόλυκαν στο δάσος, εκεί κάτι μπορεί να' βρισκε.
Σαν άρχεψε να νιώθει τον κόσμο, έτρεχε όπου ήβρισκε, κουμπουλιά, γκορτσιά, μηλιά, κορομηλιά, ανάλογα με την εποχή και τα δέντρα που ρούμαζαν καρπούς, κάτι είχαν ψηλά τους. Άλλοτε κάνα γρέντζουλο που κρέμονταν ψηλά στις κληματαριές ή καμιά χεριά κούμαρα, ρούπωνε, θεράπευε την πείνα.
" Ό,τι τρώνε τ' αρνιά, τα πουλάκια και τα μελίσσ(χ)ια, μην το φοβάσαι, να το τρως και συ, είναιτο καλό", της έλεγε η μάνα.
Για, πότε έτσι, πότε αλλιώς, μεγάλωσε και τούτη η τσούπρα που είχε τ' όνομα τση μαλέκως της, που δεν τη γρώνιζε. Την έλεγαν Δροσ(χ)ιούλα. Τ' όνομα τση μαλέκως που' χε μείκει απ' την άλλη πλευρά τση Μουργκάνας, στο ελληνικό, σ' ένα χωριουδάκι κοντά στην Πόβλα, τότες που οι αφορεσμένοι άλλαξαν τα συνόρατα και χώρισαν τσ' ανθρώπους, άλλους απ' έδωγια, άλλους απέκει, δίχως να ρωτήσουν καέναν.
Ούι και τι είχαν τραβήσει! Ως κι ο ουρανός, σου λέει, είχε σκιαχτεί κι είχε κάμει αλισβερίσι με τους αδικητάδες κι αγριεύονταν κι αυτός κι έρινε, κι έρινε' κείνο το χειμώνα ντούνες το χιόνι και σταματημό δεν είχε. Πόσοι απέθαναν και σκεπάστηκαν εκεί στις ράχες και στα χιόνια, καένας δεν μέτρησε. Χρόνια μετά, θέριεψαν τα δέντρα, ήλεγες έφτακαν στα σύγνεφα. Τόσα έρημα κορμιά τα' χαν θρέψει, γένηκαν τα νιάτα φύλλα και κλαριά. Ούι! Με τον καιρό στοίχειωσαν οι κορφές κι άντα έπιανε αγέρας, ούι και τι γένονταν. Ήλεγες άρχευαν τη μάχη που' χαν αφήκει στη μέση κι απάλευαν μεταξύ τους ' κείνα τα παλικάρια, δέντρα πια, όποια κιαν ήταντα. Τι κερδίσαμαν; Ίτσιου τίποτις. Τι αγωνίστηκαν; Για, διορθώνονται όσα γένηκαν; Δεν διορθώνονται. Κρίνεις ψ(χ)υχούλες. Δεν κάνει. Γιομίζεις το σακί στο δικό σου τον πλάτη αμαρτίες.
Πάντως, έτσι, για να θυμούνται κάτι από' κείνη τη ρίζα την κακογραμμένη που' χαν αφήκει στην Ήπειρο - όχι πως στην άλλη πλευρά ήταν καλογραμμένη - για ταύτο της είχαν δώκει τση τσούπρας τ' όνομα. Να κρατούν ένα θυμητικό για φυλαχτό κι ας ήταντο μάναχα αυτό τ' όνομα. Τούτη η Δροσ(χ)ιούλα, γεννήθηκε το εξήντα πέντε, μέσα, στ' αλβανικό. Ήταν το στερνοπούλι τση Κατέρως και του Αντρίγια. Γένηκε στον πάτο, κοπέλα μεν, αλλά καλή κι όμορφη. Ήλεγες δεν είχε μάγουλα, μα ρόδα ανθισμένα. Και το στόμα ζωγραφιστό, κούμπουλο ρουμασμένο. Τέτοια νιάτα.

- Οι άλλες ν' απλώνουν ρούχα κι εσύ τριαντάφυλλα, μωρή αγουρέτσω, την εύχονταν η μάνα και την καμάρωνε.

Έτσι άκουγε κι αυτή από τη δική της μάνα, έτσι που το'χε ακούσει, έτσι τόηλεγε με το θυμητικό κι άντα το ξεστόμιζε της κίναγαν τα μάτια ποτάμια. Γύριζε με τη γνώμη πίσω.
Ο πατέρας, δεν πρόλαβε να την ιδεί πολύ. Έπαθε απ' την παλιαρώστια στα πλεμόνια, έφτυγε αίμα. Διάβηκε για τον άλλο τον κόσμο, αυτόν που δεν έχει πιστρόφια. Την αφήκε τούτηγια την κοπελίτσα εφτά χρονών, κούτσικη ( απόσπασμα) 


Χαρούλα Βερίγου - Μπάντιου, Οι άλλες ν' απλώνουν ρούχα κι εσύ τριαντάφυλλα, εκδόσεις Φίλντισι, Αθήνα 2018
Η Χαρούλα Βερίγου _ Μπάντιου, γνωστότερη με το ψευδώνυμο Ζωή Δικταίου, είναι Κρητικιά, ζει στην Κέρκυρα, αλλά αγάπησε την Ήπειρο και ιδιαίτερα τη Θεσπρωτία , τόπο καταγωγής του συζύγου της. 
Σε αυτό το βιβλίο επτά γυναίκες αφηγούνται με τη ζωντάνια και την ποιητικότητα της προφορικής γλώσσας , της ιδιωματικής της περιοχής των Φιλιατών. Είναι θαυμαστό το πώς αποδίδει η συγγραφέας τον προφορικό λόγο της περιοχής, χωρίς η ίδια να έχει γεννηθεί εκεί.
 Στις αφηγήσεις πρωταγωνιστούν η φτώχεια, η ανέχεια, η τυραννία, η ψυχή αυτών των γυναικών. Με όλες τις δυσκολίες και την τραχύτητα της ζωής τους  έχουν το κεφάλι ψηλά και αφήνουν μύρια καλά συναισθήματα και πράξεις να οδηγούν τα βασανισμένα βήματά τους.
Γράφει στο Επίμετρο η συγγραφέας :
 "Τα διηγήματα αυτά αποτελούν τη συναισθηματική και λεκτική έκφραση της ψυχής γυναικών και τη σχέση - βίωμα, απέναντι στα πρόσωπα και στα γεγονότα της ζωής τους. Γράφοντας , αισθάνθηκα την πληρότητα που έχει αυτή η μοναδική ισότητα έκφρασης της ντοπιολαλιάς και το αποτέλεσμα είναι ένα μικρό δείγμα συνδημιουργίας, κατάθεση ψυχής κόντρα στη λήθη και την εγκατάλειψη της γλώσσας.
Άλλωστε, οι ιστορίες που μου διηγήθηκαν ήταν: " για να σωθεί ό,τι έμεικε, η γλώσσα μο ψ(χ)υχούλα, εμείς σκαπετίσαμαν απέκει, φύγαμαν, 'κείνοι που έρχονται, να γρωνίοσυν κι ας είναιτο απ' τα βάσανα και την τυραγνία τη δική μας", μου είπαν απλά, πονετικά και με σεβασμό"
Τις ιστορίες κοσμούν φωτογραφίες του Κώστα Μπαλάφα και της Βούλας Παπαϊωάννου.
Το εξώφυλλο είναι της Ιωάννας Παληοκώστα , έργο με μολύβι και κάρβουνο σε χαρτί

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2019

Κρίστοφερ Κινγκ, Ηπειρώτικο Μοιρολόι

Κυκλοφόρησε πριν από αρκετό καιρό στα ελληνικά σε μετάφραση του Αριστείδη Μαλλιαρού από τις εκδόσεις Δώμα το βιβλίο του Κρίστοφερ Κινγκ Ηπειρώτικο μοιρολόι, Οδοιπορικό στην αρχαιότερη ζωντανή δημώδη μουσική της Ευρώπης. 
Στον πρόλογο του ο συγγραφέας αναφέρει ότι « Το βιβλίο αυτό είναι γέννημα μιας εμμονής και μιας αγάπης. Η μουσική της Ηπείρου πρώτα μ’ αιχμαλώτισε και κατόπι μ’ έκανε να την αγαπήσω, όχι μόνο γι’ αυτό που είναι, αλλά και για τα μυστήρια που εμπερικλείει. Ποτέ δε θα μπορέσω να εξηγήσω πώς λειτουργεί. Μπορώ μονάχα να περιγράψω τα αποτελέσματά της – η μουσική της βορειοδυτικής Ελλάδας είναι σαν ένα φαινόμενο της φύσης, σαν ένας φυσικός νόμος. Λειτουργεί επειδή λειτουργεί. Αλλά ο μηχανισμός που την κάνει να λειτουργεί είναι ανεξήγητος. Και γι’ αυτό την ερωτεύτηκα»
Και εμείς διαβάζοντας το βιβλίο ανακαλύψαμε κάτι καινούριο και πολύ ζωντανό στη μουσική της Ηπείρου και στους οργανοπαίκτες της. Παράλληλα όμως ταξιδέψαμε στην  Ήπειρο και τον κόσμο  με όχημα την διεισδυτική μελέτη και την ανθρωπολογική ματιά του Κρίστοφερ Κινγκ. Δεν είναι μια απλή μουσικολογική μελέτη , είναι έρευνα και μελέτη της ιστορίας της Ηπείρου από τα προϊστορικά χρόνια μέχρι σήμερα,  της ιστορίας του ανθρώπου και της σχέσης του με τη μουσική. Ένα μοναδικό μουσικό ταξίδι από τις αμερικάνικες φτωχογειτονιές, τη τζαζ και το μπλουζ στην ηπειρώτικη μουσική.
Συλλέκτης δίσκων γραμμοφώνου 78 στροφών , πιστεύει ότι « αυτοί οι παράξενοι μαύροι δίσκοι είναι το μόνο που μας συνδέει με το καλύτερο κομμάτι του μουσικού μας παρελθόντος»  και δηλώνει ότι από την εποχή που η μουσική βιομηχανία εκτινάχτηκε στα ύψη χάθηκε η αυθεντικότητα της μουσικής. Μέσα από τους δίσκους γραμμοφώνου ακούει ό,τι χάθηκε μέχρι που ανακάλυψε την ηπειρώτικη μουσική.
« Μερικές φορές δεν είναι αρκετό να έχεις στην κατοχή σου ένα χειροπιαστό αντικείμενο. Αποζητούσα μια μουσική που να μην είναι ένα αδιέξοδο στο ράφι με τους δίσκους μου. Αποζητούσα κάτι ζωντανό. Στο στούντιό μου στέκονται παραταγμένοι χιλιάδες μαύροι δίσκοι μέσα σε καφετιές θήκες – ράφια πάνω σε ράφια γεμάτα μνημεία δεκάδων μουσικών παραδόσεων που πεθαίνουν ή είναι ήδη νεκρές. Πίστευα ότι δεν υπάρχει μουσική στον κόσμο που να έχει διατηρήσει έναν αρραγή δεσμό με το πρωταρχικό κοινωνικό της πλαίσιο, με την κουλτούρα στην οποία ανήκει.
Έκανα λάθος .
Τον 21ο αιώνα, ανακάλυψα το αδιανόητο – μια γη και μια μουσική ξεχασμένες απ’ το χρόνο. Η μουσική αυτή ευδοκιμεί σ’ έναν απόμερο τόπο των Βαλκανίων, σε μια κυριολεκτική και μεταφορική πύλη μεταξύ Ανατολής και Δύσης: την Ήπειρο.»
Η ανακάλυψη έγινε τυχαία μέσα από την αγορά κάποιων δίσκων γραμμοφώνου στην Κωνσταντινούπολη. Η μύηση μέσα από το βιολί του Αλέξη Ζούμπα και το κλαρίνο του Κίτσου Χαρισιάδη. Η επίσκεψη στα Ζαγοροχώρια και συγκεκριμένα στη Βίτσα, η επιτόπια έρευνα και η συνάντηση με τους Τσιγγάνους οργανοπαίκτες,  απογόνους αυτών των μουσικών σε συνδυασμό με το τοπίο, τα πανηγύρια , το τσίπουρο , το θρήνο, τα βιώματα και τη συλλογική μνήμη δημιούργησαν τις κατάλληλες συνθήκες για να αγαπήσει αυτός ο άνθρωπος τον τόπο, τους ανθρώπους και τη μουσική τους.
Συναρπαστικό βιβλίο γραμμένο με « λογισμό και όνειρο» 
Βασισμένοι στο βιβλίο ψάξαμε τις αυθεντικές μουσικές τις παιγμένες από  τον Αλέξη Ζούμπα και τον Κίτσο Χαρισιάδη.
« Ο Αλέξης και ο Κίτσος επέλεξαν – ή επέπρωντο – να εκφράσουν μέσα από τα όργανά τους αρχέγονα αισθήματα. Από το Ζούμπα ακούω ήχους πλασμένους από την αποξένωση, την εσωτερική αγωνία και τη νοσταλγία: η μουσική του πονάει.


Απ’ τον Χαρισιάδη, αντιλαμβάνομαι ήχους διαποτισμένους από την οικείωση, τη γαλήνη, την ένταξη: η μουσική του γιατρεύει.



Ο Αλέξης δάκρυσε για το χώμα της πατρίδας του. Ο Κίτσος το χώμα αυτό δεν το εγκατέλειψε ποτέ.»
Κρατάμε  τα λόγια του Κρίστοφερ Κινγκ στον επίλογο: « Οι άνθρωποι της Ηπείρου μού χάρισαν  μια κατανόηση της μουσικής. Αυτό που μου πρόσφεραν πηγαίνει πέρα από τη φιλοξενία και την ευγένεια. Είναι κάτι που, σαν τη σπάνια μουσική αυτού του τόπου, μας μεταμορφώνει και μας κάνει ολόκληρους».

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2019

Μουσείο - Μνημείο του ΔΣΕ στη Θεοτόκο Ιωαννίνων


Λίγη ώρα μετά την Κόνιτσα , στο χωριό Θεοτόκος, πάνω στην παλιά Εθνική οδό Ιωαννίνων - Κοζάνης, ο διαβάτης, ο περαστικός, ο επισκέπτης θα συναντήσει το Μουσείο - Μνημείο για το Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας. 
Ο χώρος αποτελείται από ένα αρκετά μεγάλο κτήμα και ένα σπίτι. που δώρισαν στο ΚΚΕ τα παιδιά του  Χρήστου Ζούνη, μαχητή του ΔΣΕ, και της Ελένης Ζούνη. 
Πάρα πολλοί εθελοντές, μέλη και φίλοι του ΚΚΕ, μέλη σωματείων από όλη την Ελλάδα δούλεψαν σε αντίξοοες πολλές φορές συνθήκες για να διαμορφωθεί ο χώρος αυτός και να γίνει επισκέψιμος. Πολλοί πρόσφεραν και μεγάλο μέρος των οικοδομικών υλικών που απαιτήθηκε για την κατασκευή του μνημείου. 
Σε μεγάλες μαρμάρινες πλάκες αναγράφονται τα ονόματα των νεκρών μαχητών και μαχητριών ταξινομημένα κατά χωριό. 
Ένα μεγάλο τρισδιάστατο Δ κυριαρχεί στο μέσον του χώρου, που είναι καθαρός, περιποιημένος και γεμάτος λουλούδια.
Το σπίτι της οικογένειας Ζούνη μετατράπηκε σε μουσείο, όπου εκτίθενται αντικείμενα, έντυπο υλικό και φωτογραφίες. Το μουσείο συνεχώς εμπλουτίζεται με νέο υλικό.
Πολλές είναι οι φορές που έφεραν τα βήματα μας στο χώρο αυτό και κάθε φορά η συγκίνηση και το δέος κυριαρχούν ανάμεσα στα συναισθήματα.


























Τετάρτη 29 Ιουνίου 2016

Μουργκάνα: εκεί που είναι χαραγμένη ανεξίτηλα η ψυχή του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας


Κείμενο – φωτογραφίες: ofisofi // atexnos

«…Η Μουργκάνα είναι ένα πολύ θεαματικό βουνό. Από την άλλη μεριά, την ποταμιά του Καλαμά, δεν παρουσιάζει παρά ένα συνηθισμένο ορεινό θέαμα τελείως άμορφο, δεν έχει κάτι να το συσπειρώνει – στο περαστικό βλέμμα τουλάχιστον – σ’ ένα σύνολο με χαρακτήρα, να στεριώνει εντυπωσιακές βουνίσιες εικόνες. Από δω όμως , από τα καταπληκτικά μπελβεντέρε του Κασιαδιάρη, προσφέρεται αμέσως όλο το βουνό από κάτω ως απάνω, μοναδικό, ήμερο κι άγριο μαζί, χωρίς ξαφνικά τινάγματα, καθόλου γοτθικό το οικοδόμημα, όρθια όλη μαζί η Μουργκάνα, μια φοβερή αγιασοφιά χωρίς ένα μιναρέ, πελώριες συμπαγείς μάζες σε συμπλέγματα γυμνών συνεχόμενων τρούλων που ανέρχονται ομαλά ο ένας στον ώμο του άλλου και δεν ανακαλύπτεις αμέσως πού είναι ο μεγάλος σταυρός. Όλες είναι κορφές κι όλες ογκώδεις και θεόρατες. Το βουνό αυτό έχει σώμα και πρόσωπο, το βλέπεις και σου μένει.

Ανατολικά, εκεί που βλέπαμε εμείς, η βουνίσια ανάπτυξη με τις αλλεπάλληλες δρασκελιές σε κάποιο σημείο κόβεται και παίρνει απότομη κλίση, σχεδόν κάθετη, σχηματίζοντας σε αρκετή έκταση ένα στεφάνι, όπου ακουμπούν πιο πυκνοί και μεγάλοι οι κορυφαίοι τρούλοι. Τα παιδιά της ομάδας, ανύποπτοι πληροφοριοδότες, μου έλεγαν ότι εκεί κάτω χαμηλά στο βάθος, είναι η Κουσοβίτσα, τελευταίο αλβανικό χωριό προς τα σύνορα και η γραμμή των συνόρων περνά εκεί δίπλα.
Το κράτησα αυτό. Με τα κυάλια του επιλοχία έβλεπα να κολυμπά εκεί πέρα, όσο ακόμα ήταν φως, η άσπρη κουκκίδα του φυλακίου που το κρατούσαν οι αντάρτες…»(1)

Κυριακή πρωί, με έναν άστατο καιρό που θύμιζε φθινόπωρο μέσα στο καλοκαίρι, ξεκινήσαμε για τη Μουργκάνα από τον παλιό δρόμο Ιωαννίνων – Ηγουμενίτσας. Ακολουθώντας τη ροή του Καλαμά πήραμε το φιδογυριστό  και στενό δρόμο για τα χωριά της Μουργκάνας, με προορισμό τον Τσαμαντά.  Μια λεπτή γάζα ομίχλης κάλυπτε τις καταπράσινες όχθες του ποταμού και στις πλαγιές αναδύονταν μικρά χωριά και οικισμοί, έρημα τα περισσότερα.
Στο Κεφαλοχώρι (Γλούστα) της Θεσπρωτίας συναντήσαμε το μνημείο των αγωνιστών του αγροτικού κινήματος. Προσκύνημα στους αγρότες της περιοχής που αγωνίστηκαν διεκδικώντας ένα κομμάτι γης. Ο αγώνας των αγροτών ήταν μακροχρόνιος – κράτησε περισσότερο από 70 χρόνια – και αιματηρός. Στην ιστορία του αγροτικού κινήματος έμεινε γνωστός ως «το Κιλελέρ των 16 χωριών της Θεσπρωτίας». Από το 1858 έως το 1930 οι κολίγοι της περιοχής του Κεφαλοχωρίου και των υπόλοιπων χωριών έδωσαν σκληρούς  αγώνες, όταν οι αγάδες των Φιλιατών επιχείρησαν να μετατρέψουν αυτές τις περιοχές σε τσιφλίκια τους. Τα χωριά αυτά, κεφαλοχώρια, διοικητικά ανήκαν στον Σουλτάνο και σε αυτόν απέδιδαν το φόρο της δεκάτης. Η πρώτη μεγάλη και οργανωμένη αντίδραση των χωρικών ξέσπασε το 1866 στην υποδιοίκηση των Φιλιατών. Επειδή δεν υπήρξε ικανοποιητική απάντηση στα αιτήματά τους 1000 κάτοικοι των χωριών της Μουργκάνας συγκεντρώθηκαν στις 25 Απριλίου 1866 με γεωργικά εργαλεία και παρέμειναν για μέρες στη διοίκηση Ιωαννίνων. Η απάντηση των αγάδων ήταν σκληρή και προχώρησαν σε εκτελέσεις, απαγχονισμούς, φόνους, βιασμούς, εκτοπίσεις και εκφοβισμούς σε βάρος των αγροτών και των ηγετών του κινήματός τους. Ο αγώνας των αγροτών κατέληξε στα δικαστήρια και έληξε στις 14 Δεκεμβρίου 1930 με τη θετική απόφαση του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων για τα 16 χωριά της Μουργκάνας.
Ανηφορίζοντας για τον Τσαμαντά ο δρόμος είναι δύσκολος, γεμάτος κλειστές στροφές. Το τοπίο κατάφυτο γεμάτο μυρωδιές  και χρώματα. Αρκετά έξω από το χωριό κατεβαίνουμε από τα λεωφορεία. Ένα ζωηρό πλήθος από νέους και ηλικιωμένους κρατώντας κόκκινες σημαίες και πανώ κατηφορίζει τον σκιερό από την πλούσια βλάστηση δρόμο και φτάνει στην πλατεία του χωριού Τσαμαντάς. Μεγάλα πλαίσια με αφίσες και ενημερωτικό υλικό για τη δράση του ΔΣΕ στην περιοχή  είναι στημένα. Ένα μικρό βιβλιοπωλείο, μια μεγάλη εξέδρα και αντάρτικα τραγούδια μας υποδέχονται. Κάτω από τα βαθύσκιωτα πλατάνια τραπέζια, καρέκλες.

Έχει μεσημεριάσει, ο ήλιος είναι δυνατός και η πορεία για το ύψωμα Σταρόβα αρχίζει. Μια μεγάλη και μακριά γραμμή, από ανθρώπους που ανεβαίνουν,  σχηματίζεται. Το μονοπάτι κακοτράχαλο και δύσβατο. Παντού μυτερά βράχια, πέτρες και πλακαριές σχεδόν όρθιες. Η ανάβαση δύσκολη κάτω από τον ήλιο.
«…Είχα σταματήσει μπροστά σε μια ολόγυμνη κάθετη πέτρα. Έπειτα θα μάθω ότι εκεί δεν ήταν το τέλος της χαράδρας.

Η χαράδρα εδώ στενεύει σαν τη μύτη της σφήνας, σκίζει στα δύο τα βράχια της κορυφής και μπήγεται μέσα πολύ βαθιά, αλλά με μια κλίση που από βήμα σε βήμα γίνεται πιο κοφτή, πιο ακατόρθωτη.

Έπρεπε κάπου εδώ να σταματήσω. Καταλάβαινα πως οι δυνάμεις μου δεν έφταναν να συνεχίσω. Εδώ πάνω τα πράγματα αγρίεψαν πολύ, υπολόγιζα άλλωστε και σιγά σιγά, όπως φώτιζε, βεβαιωνόμουν, ότι ανέβηκα αρκετά ψηλά, πιο πάνω κι από κει που φανταζόμουν. Εππλέον, εκείνες ακριβώς τις στιγμές άρχιζε εκεί πάνω, κάπου πίσω από την κορφή, η μάχη με τα τμήματα των ορεινών καταδρομών στο Τσεροβέτσι…

Δεν κατάλαβαινα τι ακριβώς γινόταν. Ήταν όμως αληθινή μάχη – εκεί περίπου όπου θα έβγαινα κι εγώ, αν μπορούσα να σκαρφάλωνα τα βράχια που ακόμα δεν τα ΄βλεπα. Τα υποψιαζόμουν να ξεμυτίζουν εδώ κι εκεί, μέσα από τις πάχνες, και να κρέμονται πάνω μου. Ήταν εκείνες οι ώρες που δεν καταλαβαίνεις αν το σκοτάδι πήζει ή αραιώνει κι αν αυτά που βλέπεις κάπως να γράφονται, να ξεχωρίζουν, τα βλέπεις πράγματι, είναι στερεά, αληθινά και τι ακριβώς. Εγώ μια βεβαιότητα μόνο ένιωθα σχηματισμένη πια μέσα μου – πως οι αντάρτες τ’ άφησαν αυτά τα μέρη κι ανέβηκαν πιο ψηλά, εκεί που τώρα γινόταν η μάχη, από την οποία θα κρινόταν  ποιο θα’ ταν το τέλος και της δικής μου επιχείρησης…» (2)
Το θέαμα από ψηλά εντυπωσιακό. Κατακόρυφες γραμμές, ψηλές βουνοκορφές και βαθιές χαράδρες. Η σκέψη ταξιδεύει στους μαχητές και τις μαχήτριες του ΔΣΕ. Αυτή τη διαδρομή και άλλες ακόμα πιο δύσκολες τις έκαναν νύχτα και μέρα κουβαλώντας φορτία, πολεμοφόδια, πυρομαχικά. Νηστικοί, ξυπόλυτοι, με κρύο και με ζέστη, με ήλιο και βροχή, αέρα και χιόνι. Αυτά τα υψώματα φλέγονταν από τους συνεχείς βομβαρδισμούς και το συνεχές σφυροκόπημα του κυβερνητικού στρατού. Οι μάχες ήταν άνισες αλλά οι μαχητές του ΔΣΕ κράτησαν  γερή άμυνα και κατόρθωσαν το ακατόρθωτο, να μη κατακτηθεί η Μουργκάνα από το στρατό. Αμερικάνοι και Άγγλοι ήθελαν με κάθε τρόπο  και μέσο να πέσει το κάστρο της Μουργκάνας. Οι αντάρτες το κράτησαν με νύχια και με δόντια γράφοντας μια ξεχωριστή σελίδα, μια εποποιΐα.

Η ματιά κυκλώνει με δέος το άγριο τοπίο και τα  άλλα υψώματα. Δεν μπορείς να μην θαυμάσεις πόση πίστη και πόσο πείσμα είχαν αυτοί οι άνθρωποι που ρίχτηκαν  σε μια μάχη αδιανόητη για τα ανθρώπινα δεδομένα. 1.500 μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας αντιμετώπισαν 25.000 καλά εξοπλισμένους στρατιώτες υποβοηθούμενους από μηχανικά μέσα και αεροπλάνα. Εδώ σε αυτό το βουνό, στο ύψωμα Ταβέρα έριξαν τις πρώτες βόμβες Ναπάλμ και πυρπόλησαν τα πάντα. Και αυτοί εκεί ανυποχώρητοι!
Με το ένα χέρι πολεμούσαν και με το άλλο προσπαθούσαν να οργανώσουν τη ζωή  και την επιβίωσή τους μαζί και των κατοίκων  στα γύρω χωριά.

Στα 30 χωριά της Μουργκάνας αναπτύχθηκε η Λαϊκή Εξουσία. Δημιουργήθηκαν και σφυρηλατήθηκαν ισχυροί δεσμοί ανάμεσα στο ΔΣΕ και στους κατοίκους των χωριών, χωρίς τη βοήθεια των οποίων δεν θα μπορούσε να δράσει ο ΔΣΕ.

Σε όλα τα χωριά μοιράστηκαν σπόροι που συνέβαλαν στην πλούσια παραγωγή αγροτικών προϊόντων, αλευρόμυλοι άλεθαν το καλαμπόκι. Η καθημερινότητα στα μετόπισθεν οργανώθηκε επιμελώς. Συγκροτήθηκαν πολλά συνεργεία με οργανωμένες υπηρεσίες που φρόντιζαν για τον επισιτισμό, την εκπαίδευση και την ιατρική περίθαλψη. Το νοσοκομείο του ΔΣΕ βρισκόταν καλά κρυμμένο μέσα σε πυκνόφυτη λαγκαδιά.
Ζωντανή εικόνα των μαχών και της δραστηριότητας του ΔΣΕ στην πρώτη γραμμή αλλά και στα μετόπισθεν μάς έδωσε ο 87χρονος σήμερα Βαγγέλης Πλιάκος με την αφήγησή του. Εκεί ψηλά στη Σταρόβα πήρε το μικρόφωνο και με φωνή σπασμένη από τη συγκίνηση εξιστόρησε  ζωηρά και συναρπαστικά τη μάχη μέχρι τη στιγμή του τραυματισμού του.

Είναι γεγονός ότι η Μουργκάνα δεν κατακτήθηκε ποτέ από τον κυβερνητικό στρατό. Όμως ο ΔΣΕ έκανε ελιγμό οπισθοχωρώντας συγκροτημένα προς τα Ζαγόρια μεταφέροντας μαζί του σε μουλάρια της Επιμελητείας χιλιάδες οκάδες τρόφιμα, απαραίτητα στην πορεία που ετοίμαζαν.

Το μεγαλείο αυτής της τιτάνιας προσπάθειας των μαχητών και μαχητριών του ΔΣΕ χαράκτηκε ανεξίτηλα στους απότομους βράχους της Μουργκάνας.

Πολλοί αναρωτιούνται καλοπροαίρετα ή κακοπροαίρετα γιατί να θυμόμαστε αυτά που έγιναν χτες και γιατί να ξύνουμε  παλιές πληγές.
Πρώτα απ’ όλα είναι ανάγκη σήμερα περισσότερο από ποτέ να μάθουμε τα γεγονότα, τα αίτια, τις αφορμές και  τις συνέπειές τους στην νεώτερη ελληνική πραγματικότητα. Να ανιχνεύσουμε κάτω από την επιφάνειά τους. Τόσα χρόνια αποσιώπησης στο όνομα μιας υποτιθέμενης συμφιλίωσης δημιούργησαν ιστορικό ευνουχισμό και πολιτικό αφοπλισμό. Και το γεγονός ότι η πλευρά των ηττημένων δεν μιλούσε γιατί υπήρξε για πολλά χρόνια καταδιωκόμενη και εκτοπισμένη δεν σήμαινε ότι και η νικήτρια πλευρά σιωπούσε. Το αντίθετο. Επέβαλε με κάθε τρόπο την άποψή της από τη μια κατασυκοφαντώντας, χλευάζοντας και τιμωρώντας με κάθε τρόπο  μια ολόκληρη γενιά αγωνιστών και αγωνιστριών  που πολέμησαν, μάτωσαν και πέθαναν απελευθερώνοντας την Ελλάδα από τους ξένους κατακτητές και στη συνέχεια  διεκδικώντας μια άλλη κοινωνία, σοσιαλιστική,  και από την άλλη καλλιεργώντας  συστηματικά τη λήθη και την αμνησία μέσω της αμάθειας και της παραχάραξης.

Είναι ανάγκη να μάθουμε  όλη την αλήθεια, να διδαχθούμε από τα λάθη, να αγγίξουμε ακόμη και τις δικές μας πληγές όσο και αν πονάνε, να διαπαιδαγωγηθούμε και να τραβήξουμε μπροστά τιμώντας ενεργά  όλους εκείνους που με τη δράση τους, την αυταπάρνηση και την αυτοθυσία τους εξακολουθούν να δείχνουν το δρόμο της συνεχούς αντίστασης και της διαρκούς πάλης.
Tα χνάρια τους είναι ποτισμένα με αίμα και υπάρχουν παντού στα μονοπάτια, στις δύσβατες πλαγιές και στις σπηλιές των βουνών μας, στα ξερονήσια, στους τοίχους των φυλακών και των εκτελέσεων.

Σήκω  λοιπόν. Ο άνεμος σφυρίζει το τραγούδι του
ανάμεσα στα σκοινιά των κρεμασμένων και στα κατάρτια,
ανάμεσα  στα χαρακώματα και στα χρόνια.

Σήκω λοιπόν απάνου να δαγκώσεις το σταρένιο φως
ν’ ακούσεις του δοντιού τη δύναμη
όλη τη γη ν’ ακούσεις μες στη γεύση σου
ως να φαρδύνεις την περπατησιά και την ανάσα
ως να φαρδύνεις τα πλευρά σα σιδερένια στέφανα βαρελιού
που μέσα του κοχλάζει κόκκινο το κρασί του κόσμου.

Ο ήλιος εκλαϊκεύει τη χαρά του έξω απ’ τις πόρτες.
Δεν είναι θάνατος. Δεν είναι. Είναι δικό μας το τραγούδι.
Είναι δικό μας τούτο το σπαθί
που ξεφλουδίζει σαν καρπό τον ήλιο από τα σύγνεφα.

                                                   Γιάννης Ρίτσος                                                         
(1,2) Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο του  Μήτσου Αλεξανδρόπουλου Αυτά που μένουν Α. Η γραμμή της Ζωής. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000.

Τρίτη 2 Ιουνίου 2015

Οδοιπορικό στο φαράγγι του Φάγγου. 70 χρόνια μετά, ο Άρης ανασαίνει ακόμα εκεί…


Γράφει ο Οικοδόμος // atexnos

Η πρώτη απόπειρα να προσεγγίσουμε στο φαράγγι του Φάγγου, έξω από τη Μεσούντα Άρτας (χάρτης),  έγινε έναν σχεδόν χρόνο πριν και ήταν, όπως αποδείχτηκε, αναγνωριστική. Απροετοίμαστοι ουσιαστικά, χωρίς να γνωρίζουμε την περιοχή και το βαθμό δυσκολίας που έχει μια τέτοια αποστολή, και με μόνο εφόδιο τη δίψα να φτάσουμε μέχρι το συγκεκριμένο σημείο, μπήκαμε ―χωρίς να είμαστε βέβαιοι ότι ήταν αυτό― στο αχάραχτο μονοπάτι και αφού διασχίσαμε μερικά μέτρα αμφιβολίας γυρίσαμε πίσω.

faragi-fagou26

Είχαν προηγηθεί οι παραινέσεις γνωστών και φίλων, αλλά και κατοίκων της Μεσούντας (που μας έδιναν διαφορετικές εκδοχές της διαδρομής) ότι η πορεία είναι δύσκολη και χρειάζεται οπωσδήποτε ντόπιος οδηγός που να ξέρει τα κατατόπια. Παρά την απογοήτευσή μας, τότε, επικράτησε η λογική και δώσαμε υπόσχεση πως με την πρώτη ευκαιρία θα ξεπληρώναμε το μέρος του χρέους μας, που δεν ήταν άλλο από την απόδοση τιμής στον Πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ Άρη Βελουχιώτη, στον τόπο που πότισε με το αίμα του και άφησε την τελευταία του ανάσα, λίγο πριν εγκαταλείψει τα εγκόσμια και περάσει τα όρια του θρύλου.

faragi-fagou28

Ξεκινήσαμε νωρίς το πρωί από την Κυψέλη Άρτας. Ο καιρός τις δυο προηγούμενες μέρες ήταν βροχερός. Αν και είχε προηγηθεί ένα μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς βροχή και οι ανακοινώσεις των μετεωρολόγων δεν προμήνυαν βροχερή μέρα, σε τούτα τα μέρη, στα χωριά του Δήμου Κεντρικών Τζουμέρκων, είναι συχνό το φαινόμενο όταν πιάνει βροχή να ξεχνά να σταματήσει… Η πηχτή σαν γάλα ομίχλη που συναντήσαμε λίγο πριν το Βουργαρέλι, συνηθισμένο φαινόμενο αυτή την εποχή, δεν μας ανησύχησε.

faragi-fagou11

Από το Αθαμάνιο και πέρα και όσο τα χιλιόμετρα προς τη Μεσούντα λιγόστευαν, ένας παιχνιδιάρης ήλιος προκαλούσε κάθε τόσο με την εμφάνισή του τα σύννεφα που είχαν απλώσει ράθυμα τα γκρίζα πέπλα τους μέχρι εκεί που έφτανε το ανθρώπινο μάτι. Κύρια έγνοια μας η εξέλιξη του καιρού, αλλά όχι μόνο αυτή. Στα αυτιά μου ηχούσαν έντονα και «προκλητικά» τα κοφτά λόγια των γεροντότερων, δυο μέρες πριν στο καφενείο κάτω από τον πλάτανο, όταν τους ανακοίνωνα τις προθέσεις μας: «Δεν μπορείτε να φτάσετε μέχρι εκεί, είναι δύσκολο. Θα γυρίσετε πίσω, όπως κι άλλοι»…

mesoynda

Μπήκαμε στη Μεσούντα. Τα λιγοστά μαγαζιά-καφενεία κλειστά. Κοντοσταθήκαμε μπροστά στο μνημείο του Άρη, απέναντι από την πλατεία του χωριού. Ψυχή τριγύρω. Η φωτογραφία του Πρωτοκαπετάνιου εκεί. Ασάλευτος, δείχνει σκεφτικός, υπομονετικός, ήρεμος όπως αυτός που έχει κάνει το καθήκον του. Μα το βλέμμα του σε διαπερνά· σαν ένα ηφαίστειο που κατακλύζεται από υπόγειες εκρήξεις και καρτεράει τη στιγμή που θα «ξαναμιλήσει»…

faragi-fagou1

Πήραμε τον στενό, ασφαλτοστρωμένο, γεμάτο λαβωματιές από τις πολλές βροχές των προηγούμενων μηνών, δρόμο προς το ποτάμι. Λίγα, μετρημένα στα δάχτυλα του χεριού σπίτια σκορπισμένα στην αριστερή πλευρά του δρόμου, κλειστά τα περισσότερα και με εμφανή τα σημάδια της ανθρώπινης απουσίας στις αυλές τους. Σε κάποιο σημείο ο κατηφορικός δρόμος γίνεται χωμάτινος· σημάδι ότι πλησιάζουμε. Σταματάμε λίγα μέτρα πριν την κοίτη του ποταμού. Στα δεξιά μας βρίσκεται μια πέτρα που σηματοδοτεί την είσοδο στην πλαγιά του βουνού, την αρχή του μονοπατιού. Ζωνόμαστε τα σακίδια, οπλίζουμε τις φωτογραφικές μηχανές και ξεκινάμε.

faragi-fagou2

Μια πρώτη ματιά στη μορφολογία του εδάφους λειτουργεί αποτρεπτικά. Τίποτα δεν μαρτυρά από τα πρώτα μέτρα ότι μπροστά μας βρίσκεται ένα μονοπάτι με αρχή και τέλος. Οι συνεχείς κατολισθήσεις διαμορφώνουν ένα σκηνικό που προσθέτει στην αγριάδα της φύσης κάποια στοιχεία ―ελεγχόμενου― κινδύνου, ειδικά για όσους το άκουσμα της λέξης «μονοπάτι» φέρνει στο νου χαραγμένες και καλλωπισμένες τουριστικές διαδρομές σε ειδυλλιακά τοπία. Από τα πρώτα κιόλας μέτρα, ειδικά αν είσαι άνθρωπος της πόλης και η σχέση σου με τη φύση είναι περιστασιακή, νιώθεις την πρόκληση και το παίρνεις απόφαση.

faragi-fagou5

Το ζητούμενο από την αρχή ήταν να μην παρεκκλίνουμε της πορείας μας και χάσουμε τον στόχο. Σε αυτή την προσπάθειά μας σταθήκαμε απρόσμενα τυχεροί. Κάθε λίγα μέτρα, σημάδια από κόκκινη και γαλάζια μπογιά ―που άφησαν στους βράχους τα μέλη των ορειβατικών συλλόγων που επισκέπτονται συχνά την περιοχή―, μας βοηθούν να μη χάνουμε τον προσανατολισμό μας και να βαδίζουμε με σιγουριά.

faragi-fagou4

Για αρκετά λεπτά η διαδρομή είναι κατηφορική, τόσο που σε κάποιο σημείο το ποτάμι απέχει μόλις λίγα μέτρα από εμάς. Από εκεί ξεκινάει η ανηφόρα, με λίγα διαστήματα ενδιάμεσα περπάτημα σε ευθεία γραμμή.

faragi-fagou3

Τα κομμάτια αυτά της διαδρομής είναι λίγα. Εκεί βλέπεις μπροστά σου να ξεδιπλώνεται ευκολοδιάβατο το μονοπάτι που σε κάποιες μεριές είναι σκεπασμένο από την πλούσια βλάστηση που αντικαθιστά κυριολεκτικά τον ουρανό.

faragi-fagou7

Ο τόπος στεγνός, κάνει την ανάβαση περισσότερο ασφαλή. Το χώμα λιγοστό, υποκλίνεται στο μεγαλείο της πέτρας, που είναι ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος του τοπίου. Σταματάμε κάθε λίγα λεπτά για να πάρουμε φωτογραφίες.

faragi-fagou6

Αυτές τις στιγμές συνειδητοποιούμε ότι οι μόνοι ήχοι που διαταράσσουν την αλλόκοτη αυτή γαλήνη προέρχονται χαμηλά από το διάβα των καταγάλανων νερών του Αχελώου, το πέταγμα των εντόμων, τις βαριές ανάσες μας και τους χτύπους της καρδιάς μας.

faragi-fagou27

Βαδίζουμε χωρίς να γνωρίζουμε πόσα μέτρα απομένουν. Η πλαγιά γίνεται όλο και πιο αφιλόξενη. Το έδαφος εχθρικό· σα να θέλει να μας δοκιμάσει. Να μας εμποδίσει να συνεχίσουμε, ή, να ατσαλώσει τη θέλησή μας. Ένα καλά στερεωμένο στο βράχο συρματόσκοινο βρίσκεται καλού κακού μόνιμα εκεί.

faragi-fagou10

Σε λίγο τα πόδια μας θα βοηθηθούν από τα χέρια. Όπως θα διαπιστώσουμε στο τέλος της διαδρομής, εκείνη τη στιγμή διανύουμε το πιο δύσκολο και σχετικά επικίνδυνο κομμάτι της. Το βάδισμα γίνεται σκαρφάλωμα. Το πλάτους μόλις λίγων εκατοστών ανηφορικό μονοπάτι περνάει στην άκρη ενός τεράστιου φαγωμένου από το χρόνο βράχου.

faragi-fagou23

Κάτω από τα πόδια μας, στα αριστερά, μόλις λίγα εκατοστά από τα χνάρια που αφήνει το πέρασμά μας, βρίσκεται το κενό. Η πλαγιά του βουνού σα να την έκοψε ένα θεόρατο μαχαίρι σμίγει μερικές δεκάδες μέτρα χαμηλότερα με τα ορμητικά νερά του Αχελώου.

faragi-fagou25

Η ανάσα κόβεται. Σηκώνω το βλέμμα προς τη μεριά του Μυρόφυλλου (γειτονικό χωριό του νομού Τρικάλων). Στη στιγμή μου έρχονται στο μυαλό οι γραπτές αφηγήσεις των επιζώντων συντρόφων του Άρη για τα πυρά που δέχτηκαν από εκεί λίγο πριν το τέλος… Άραγε που ακριβώς να έστησαν καρτέρι οι πεινασμένοι λύκοι; Από πού έβαζαν στους αποφασισμένους για όλα αντάρτες;

faragi-fagou12

Νιώθω, από ένστικτο, ότι πλησιάζουμε «εκεί». Η καρδιά σα να μη χωράει πια στο σώμα, πάλλεται με ασυνήθιστους ρυθμούς, δίνει μάχη να ακολουθήσει τη σκέψη που έχει τη δυνατότητα να προπορεύεται με ασύλληπτη ταχύτητα στο χώρο και το χρόνο, σα να βάλθηκε να στήσει ξανά, σε αναπαράσταση, το σκηνικό εκείνων των τελευταίων δραματικών ωρών της 15-16 Ιούνη του 1945.

faragi-fagou8

Αφήνουμε πίσω μας τον βράχο. Βαδίζουμε τώρα ανάμεσα σε στέρεα γη. Προχωράμε λίγα μέτρα ακόμα ανάμεσα σε θάμνους και πυκνή βλάστηση, μέχρι που στο βάθος αντικρίζουμε κορφές από πλατάνια.

faragi-fagou9

Πλησιάζοντας ακούγεται όλο και πιο καθαρά ο ήχος του νερού που πέφτει με δύναμη στην πέτρα. Οι χτύποι της καρδιάς πολλαπλασιάζονται. Λίγο ακόμα. Εδώ είμαστε. Καπετάνιο ερχόμαστε! Τα πόδια δυσκολεύονται να διανύσουν τα τελευταία μέτρα. Ο ιδρώτας ανακατεύεται με τη συγκίνηση, τα μάτια θολώνουν.

faragi-fagou17

Σταματάμε. Μια ρεματιά κόβει απότομα το μονοπάτι μπροστά στα πόδια μας. Στα δεξιά ένα αδιάβατο ύψωμα από το οποίο κατεβαίνουν με ορμή τα κρύα νερά του Κοκκινόλακου που βιάζονται να σμίξουν με τον Αχελώο.

faragi-fagou18

Στ’ αριστερά σχηματίζεται η γκούρα που οδηγεί στην κοίτη του ποταμού. Τεράστιοι βράχοι ανάμεσα στα πλατάνια σμιλεμένοι με απαράμιλλη τέχνη από το καλέμι της φύσης δημιουργούν μικρές λιμνούλες και ρυάκια και αλλάζουν αποχρώσεις ανάλογα με τα κέφια του ήλιου που μπαινοβγαίνει στα γκρίζα σύννεφα.

faragi-fagou19

Αυτές οι εικόνες μαζί με τη μονότονη μελωδία του τρεχούμενου νερού, σε μαγεύουν σαν Σειρήνες· σε καθηλώνουν και είναι ικανές να αιχμαλωτίσουν τη μνήμη και να σε απελευθερώσουν από κάθε τι που σε βαραίνει και σε κρατά δεμένο στη γη. Οι φωτογραφικές μηχανές τραβάνε ασταμάτητα, χωρίς όμως να μπορούν να αποτυπώσουν με ακρίβεια αυτό που τα μάτια και οι αισθήσεις έχουν εκείνες τις στιγμές το προνόμιο να απολαμβάνουν.

faragi-fagou13

Ακριβώς απέναντί μας, στην άλλη άκρη της ρεματιάς, ένας μεγάλος βράχος στέκει επιβλητικά και σκιάζει με το μπόι του ένα μέρος αυτής της μυσταγωγίας. Στη βάση του είναι τοποθετημένη μια πέτρινη πλάκα και λίγο ψηλότερα ένα κομμάτι μαύρου γρανίτη με χαραγμένη στη λεία όψη του τη μορφή του Πρωτοκαπετάνιου.

faragi-fagou20

Εδώ, στις 16 Ιούνη του 1945, έπεσαν καταδιωκόμενοι ο Πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ Άρης Βελουχιώτης και ο ξακουστός μαυροσκούφης Τζαβέλλας, ενώ λίγο πιο κάτω, χτυπημένος από τα βόλια της αντίδρασης, έπεφτε ο γερο-Κόζιακας, μέλος της ομάδας των ανταρτών που ακολούθησαν τον αρχηγό μέχρι το τέλος.

faragi-fagou16

Διασχίζουμε κάθετα τη ρεματιά, ανάμεσα στα ρυάκια του νερού. Φτάνουμε στο βράχο, ακουμπάμε, βυθιζόμαστε στην αγκαλιά του. Η αναπνοή επανέρχεται σιγά σιγά στους συνηθισμένους ρυθμούς της. Ένα δροσερό αεράκι παρασέρνει τα πλατανοκλάρια και μαζί τις σκέψεις. Στεκόμαστε βουβοί εκεί στον τόπο της θυσίας.

faragi-fagou15

Με ευλάβεια ακουμπάμε λίγα μοσχομύριστα κόκκινα τριαντάφυλλα που φέραμε από τη Χώσεψη (παλιά ονομασία της Κυψέλης Άρτας, τότε που ο Άρης είχε εκεί για ένα διάστημα το αρχηγείο του), στο μνημείο. Η πέτρινη πλάκα είναι σημαδεμένη από σκάγια που έριξαν ηλίθιοι απόγονοι των δολοφόνων, ή σκέτα ηλίθιοι.

faragi-fagou14

Η συζήτηση από τις τελευταίες δραματικές στιγμές, γυρίζει αναπόφευκτα στο τι θα γινόταν «αν…», για να καταλήξει στο τετράστιχο του γνωστού τραγουδιού:

«…Κείνος δε θέλει κλάματα
δε θέλει μοιρολόγια
θέλει αγώνες και χαρές
αρματωσιές και βόλια»…
Ο χρόνος κυλά με την ίδια εκνευριστική ταχύτητα, όπως κάθε φορά που θα ήθελες να σταματήσει. Τα σύννεφα πυκνώνουν. Πρέπει να προλάβουμε τη βροχή. Στεφανώνουμε τη μορφή του καπετάνιου με τα λουλούδια.

faragi-fagou24

Στην επιστροφή μάς ακολουθεί η βουβαμάρα. Οι σκέψεις διαδέχονται η μία την άλλη, αλληλοσυγκρούονται, ασφυκτιούν· ανακατεύονται με τα συναισθήματα που γεννά η δικαίωση για την εκπλήρωση της αποστολής, με την αίσθηση του χρέους που παραμένει ανεκπλήρωτο. 70 χρόνια μετά η κοινωνία, οι άνθρωποι, οι λαοί βαδίζουν ολοταχώς προς τα πίσω, σα να έλκονται από τα σκοτάδια της αυτοκαταστροφής. Η εκμετάλλευση χρησιμοποιεί νέες, αποτελεσματικότερες μορφές για να επιβάλλεται. Εστίες πολέμων κατακλύζουν τον πλανήτη. Όλο και περισσότερο αίμα αθώων ποτίζει τη γη. Ο φόβος φωλιάζει στις ψυχές. Η αυταπάτη αλώνει τις συνειδήσεις. Κι όμως, το αίμα του Πρωτοκαπετάνιου δεν στέγνωσε στο φαράγγι του Φάγγου· η ανάσα του πάλλεται ακόμα εκεί, δίπλα στα ορμητικά νερά του «Άσπρου». Το αίμα χιλιάδων αγωνιστών και αγωνιστριών δεν στέγνωσε στα βουνά, στις φυλακές, στα θυσιαστήρια και στους τόπους εξορίας. Η ανάγκη για ζωή λεύτερη, ειρηνική, χωρίς εκμετάλλευση πάλλεται από ζωντάνια. Το ίδιο και η ελπίδα ότι η επιβίωση μπορεί να γίνει ζωή αντάξια των κόπων των δουλευτάρηδων όλου του κόσμου.

faragi-fagou21

Σταματήσαμε στη Μεσούντα. Στο καφενεδάκι δίπλα στη ρεματιά κάτω από τον πλάτανο κατάκοποι, μα τόσο γεμάτοι, γευόμαστε τις ευεργετικές ιδιότητες του ντόπιου τσίπουρου, με τη συνοδεία της λαχανόπιτας που περίμενε τόσα χιλιόμετρα υπομονετικά κρυμμένη στο σακίδιο.
faragi-fagou22
Ο καιρός άνοιξε. Τα σύννεφα υποχώρησαν. Ένας λαμπερός ήλιος άπλωσε το φως και τη ζεστασιά του παίζοντας με τα χρώματα της φύσης και τη διάθεση των ανθρώπων. Λίγα μόνο σύννεφα έμειναν να σκεπάζουν τις αετοφωλιές των Τζουμέρκων, σα να ήθελαν να τονίσουν με την παρουσία τους την αέναη πάλη του φωτός με το σκοτάδι…