Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2020

Ο Άγιος Βασίλης των βοσκών

 

Βασίλης βόσκει πρόβατα, Βασίλης βόσκει γίδγκια.
Στο' να μαντρί τυροκομά, σε άλλο στερφοχωρίτζει,
στ' άλλο χύνει τον τσίρο του, να μην πνιγούν τ' αρνιά του.
Κλέφτες τον απαντήσανε σαράντα Σαϊμιζήδες.
- Βασίλη δέσε τα σκυλιά να μη μας χαραμίσουν.
- Πώς να τα δέσω τα σκυλιά που είστε χαραμιτζήδες,
και μένα θα σκοτώσετε να πάρετε τα γίδγκια.
- Στην πίστη , στο λόγο μας, Βασίλη στ' άρματα μας.
Πιάνει και δένει τα σκυλιά με δεκαοχτ' αλυσίδες.
Δένει την σκύλα την κακιά, και την ανθρωποφάγα,
και το τρεμολοκούλουκο με δεκαοχτώ αλυσίδες.
Παίρνει και πα και δένει τα σ' ένα ξερό πηγάδι.
Οι κλέφτες τον συλλάβανε πισθάγκωνα τον δένουν.
- Βασίλη που ' τα χρουσά και που' ναι τα φλουργκιά σου;
- Τα πρόβατα τα χρήματα, τα γίδκια τα φλουργκιά μου.
Περικαλώ σας βρε παιδγκιά περικαλιά μεγάλη.

Κάλαντα από το Μελί Ερυθραίας Μικράς Ασίας




Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2020

Δε διδασκόμαστε με το σκολειό για το σκολειό μα με τη ζωή για τη ζωή


 Στις  26 Δεκεμβρίου 1943 έφυγε από της ζωή ο Δημήτρης Γληνός.
Στο περιοδικό της ΕΠΟΝ " Νέα Γενιά" του Δεκεμβρίου του 1945 δημοσιεύονται δύο γράμματα του Δημήτρη Γληνού , γραμμένα από την Ακροναυπλία όπου τον είχε φυλακίσει η δικτατορία του Μεταξά. Ο Δημήτρης Γληνός έστειλε τα γράμματα σε δικούς του ανθρώπους, αλλά ο αναγνώστης διαπιστώνει την επικαιρότητά τους και κάθε γραμμή τους αναδεικνύει τον Γληνό ως Δάσκαλο και ως Αγωνιστή, εμπνευστή  και καθοδηγητή της νεολαίας.
Μεταφέρω το ένα από τα δύο γράμματα γιατί αναφέρεται  στο ζήτημα της  αληθινής και ουσιαστικής μόρφωσης  και γιατί σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά διατηρεί την αξία του:

" Ακροναυπλία 19 Σεπτέμβρη 1937
Εκείνο που με χαροποιεί ιδιαίτερα είνε ο πόθος σου για πνευματική μόρφωση , για αληθινή πνευματική καλλιέργεια. Αυτό είνε μια δουλιά σοβαρή, πολύ σημαντική, μακριάς πνοής. Θέλει υπομονή, καρτερία, πίστη. Είνε η μεγαλύτερη υπηρεσία, που μπορεί να προσφέρει ο άνθρωπος στον εαυτό του. Μα είνε σήμερα το πρόβλημα της μόρφωσης τόσο δύσκολο, γιατί ίσα - ίσα στο σημερινό άνθρωπο προσφέρονται απ' όλες τις μεριές, με την αξίωση της μόρφωσης, τα πιο αταίριαστα και παρδαλά και άνισης αξίας μορφωτικά μέσα, αν ξεκινήσει κανείς από την εφημερίδα και φτάσει ως το πιο βαθύ και δυσκολονόητο βιβλίο, σαν κι' αυτό του Άιντεγκερ που μου μου έφερες την άλλη φορά  και που είνε ζήτημα αν υπάρχουν στην Ελλάδα πέντε άνθρωποι, που μπορούνε να το διαβάσουνε και να το καταλάβουνε. Οι περισσότεροι άνθρωποι βρίσκονται σήμερα στο ζήτημα της μόρφωσης των στη θέση ενός μικρού παιδιού, που θα το έβαζες μέσα σ' ένα πρωτόγονο δάσος απέραντο και θα το άφηνες μόνο του να βρει ένα και μοναδικό δέντρο, που θα του έδινε τον αληθινό ζωοδότη καρπό. Στο μεταξύ ώσπου να βρει το δέντρο τρώγει λογής λογής άχρηστα και βλαβερά χορτάρια. Οι περισσότεροι δε φτάνουνε ποτέ στο δέντρο και περνάν όλη τους τη ζωή τρώγοντας άχρηστα ξηρόχορτα ή ψευτοκαρπούς. Κι' άλλοι παραστρατίζουν σε φαρμακερά χορτάρια, σε υπνωτικά, σε ναρκωτικά, σε ερεθιστικά δηλητήρια ή μασάνε όλη τους τη ζωή άχυρα...Εκείνο που έχει την πιο βαθειά σημασία, είνε να βρει κανείς ένα σταθερό κριτήριο να σχηματίσει ένα σύστημα σκέψης, να κατορθώσει να βλέπει εκεί που οι άλλοι είνε τυφλοί. Αυτός είνε ο κεντρικός σκοπός της μόρφωσης...Η μόρφωση δεν είναι ζήτημα γνώσης, είνε ζήτημα ζωής. Ένα λατινικό ρητό λέει: " Νον σκόλαι σεντ βίτα ντίστιμους". ( Δεν διδασκόμαστε για τη σχολή παρά για τη ζωή). Αυτό είνε σωστό, μα πρέπει να το συμπληρώσουμε λέγοντας: " Νον σκόλαι αντ σκόλαι, σεντ βίτα ντίστιμους". ( Δεν διδασκόμαστε με το σκολειό για το σκολειό, παρά με τη ζωή για τη ζωή).
 Δ. Γληνός"

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2020

Το γράμμα από τον Καναδά


Gabriele  Münter, Πρωινό με τα πουλιά, 1934. Εθνικό Μουσείο των Γυναικών στις Τέχνες. Ουάσινγκτον. 
( ο πίνακας δανεισμένος από το εξαιρετικό ιστολόγιο Άννα Αγγελοπούλου )
 Η κ. Μαρία αισθανόταν πολύ μόνη εκείνο το πρωινό. Ήταν τόσο ήσυχα όλα! Τα παιδιά στις δουλειές τους, τα εγγόνια της στο σχολείο, η κοπέλα που βοηθούσε στο σπίτι χαμένη στην κουζίνα. Ένοιωθε τη μοναξιά σαν τον κρύο αέρα να την ακουμπά και να την πονάει. Ήταν βλέπεις και οι μέρες, τα Χριστούγεννα που πλησίαζαν, άλλη μια χρονιά χωρίς εκείνον! Ένα δάκρυ στάθηκε στην άκρη του ματιού.
" Συχώρα με Θεέ μου", σκέφτηκε, " στάθηκα ευλογημένη σ' αυτόν τον κόσμο! Ένα σπίτι γεμάτο αγάπη. Με αυτή ξεπεράσαμε κάθε δυσκολία, κάθε μπόρα. Με την αγάπη, με τη συνεννόηση, με το νοικοκυριό". Στάθηκε κοντά στο παράθυρο. Ένας μικρός κοκκινολαίμης, κρυωμένος, είχε καθίσει στη σιδεριά της βεράντας. Γλύκανε η καρδιά. Περιδιάβηκε με τη ματιά τον κήπο τους και χάρηκε την αστραφτερή του λευκότητα! Ο καιρός τούς είχε κάνει τη χάρη. Ένα απαλό, αφράτο χριστουγεννιάτικο χιόνι σκέπαζε τις πρασινάδες και τις βραγιές. Κι εκείνο το έλατο στη γωνιά, πανέμορφο, έγερνε τα βαρυφορτωμένα του κλαδιά κι έμοιαζε ευτυχισμένο. Σαν τα έλατα εκεί πάνω στην Πίνδο!
Δεν ήθελε πολύ ο νους και ξέφυγε, ταξίδεψε και πήγε εκεί ψηλά, στο πανέμορφο βλαχοχώρι της Πίνδου, το γεμάτο έλατα, οξιές και φλαμούρια. Θα' ναι γεμάτο χιόνια τώρα, σκέφτηκε, και το ποτάμι θα βογκά απ' τα πολλά νερά, και τα μπουχαριά όλα θα καπνίζουν!
" Κυρία, έχετε ένα γράμμα". Ούτε που είχε ακούσει την πόρτα που άνοιξε, ήταν τόσο όμορφο το ταξίδι εκεί ψηλά, εκεί βαθιά στην ψυχή της!
" Ευχαριστώ παιδί μου, άφησέ το εκεί".
Από κάποια εταιρεία θα είναι, σκέφτηκε, οι τυπικές ευχές των ημερών. Στάθηκε για λίγο ακόμη και χάρηκε τον κοκκινολαίμη που άφηνε τα ντελικάτα του πατήματα πάνω στο χιόνι , μέχρι που, μ' ένα ξαφνιασμένο φρουου, χάθηκε στον αέρα.
Γύρισε κοντά στο τζάκι και με την τσιμπίδα συνδαύλισε τα ξύλα που έκαιγαν εκεί. Πάνω στο τραπεζάκι είδε τον φάκελο. Της φάνηκε παράξενο, δεν έμοιαζε με τις συνηθισμένες ευχετήριες κάρτες. Κάθισε στην πολυθρόνα, φόρεσε τα γυαλιά της και τον πήρε στα χέρια. Κυρία Μαρία...Οδός...Εκάλη Αττικής Greece. Τον γύρισε από την άλλη μεριά και το ξενικό όνομα που διάβασε καθόλου δεν την βοήθησε. Από τον Καναδά; Αναρωτήθηκε. Κάτι, σαν ένα ελάχιστο φως, ακούμπησε τη σκέψη. Άνοιξε το φάκελο, μια μικρή φωτογραφία γλίστρησε από το διπλωμένο και καλογραμμένο επιστολόχαρτο. Ήταν εκεί, στο μεγάλο τοξωτό γεφύρι που αντάμωνε τους δυο μαχαλάδες του χωριού. Πέντε κορίτσια, πέντε ανοιξιάτικα χαμόγελα, με καρό φουστίτσες και τα άσπρα σοσονάκια, ν' αφήνουν τις μακριές τους κοτσίδες, που παίζανε με το αγέρι, να τις φιλά ο ήλιος. Η Αλεξάνδρα, η Μέλπω, η Μοσχούλα, η Λένη η αδερφή της κι εκείνη. Ένοιωσε στο πρόσωπό της το υγρό αεράκι από το ποτάμι να την ακουμπά, να τη γλυκαίνει. Θυμόταν, ναι θυμόταν! Ήταν Πάσχα, έτσι όπως είναι το Πάσχα εκεί ψηλά στην Πίνδο. Ίσα - ίσα που χλόιζαν τα φύλλα στα δέντρα, στα μουσκεμένα χασήλια τα πρώιμα λουλουδάκια, αυτά που αντέχουν τον κρύο καιρό, σκορπούσαν χρώματα, και τα γκουγκούτσια γέμιζαν τον κρυαδερό αέρα μυρωδιές. Το ποτάμι φουσκωμένο, με νερό από τα χιόνια που ακόμα έλιωναν, βογκούσε κι εκείνες έστελναν χαμόγελα στον ήλιο που λαμποκοπούσε και στον ξανθό νεαρό που τις φωτογράφιζε.
Ήταν κάποιες μέρες που είχε φτάσει στο χωριό τους. Γεννημένος στον Καναδά από μητέρα Ελληνίδα και πατέρα Καναδό, ήθελε, λέει, να φωτογραφίσει τη ζωή σ' αυτό το ορεινό βλαχοχώρι, τους ανθρώπους του, τις συνήθεις τους. Τον θυμόταν που τριγυρνούσε όλη μέρα και φωτογράφιζε, "έκλεβε" στιγμές των ανθρώπων και του τόπου και τις έκλεινε στη μηχανή του. Ώσπου, κάποια στιγμή, " έκλεψαν" και τη δική του καρδιά, και την κράτησαν εκεί στο βλαχοχώρι τα γαλάζια μάτια και οι ολόξανθες κοτσίδες της Αλεξάνδρας.
" Θέλω να σε πάρω μαζί μου στον Καναδά, της είπε, να σε παντρευτώ!"
" Στείλε το άλογό σου να με πάρει", του είπε εκείνη. Δεν έφτασε το άλογο, μα σε λίγο καιρό, αφότου έφυγε, έφτασε η πρόσκληση και τα εισιτήρια. Έτσι, η Αλεξάνδρα έφυγε για τον Καναδά. Από τότε είχαν συναντηθεί κάποια Καλοκαίρια στο χωριό και όλοι μιλούσαν για την τύχη της. Σώθηκε, λέγανε οι χωριανοί, και μαζί έσωσε και την οικογένειά της που ήταν από τις φτωχότερες στο χωριό.
Άνοιξε το καλογραμμένο γράμμα.

" Σεβαστή μας κ. Μαρία, η γιαγιά μας, η Αλεξάνδρα, μας μιλούσε πολύ για τη ζωή της στο χωριό, για το σπίτι τς, τις φιλενάδες της, τον τόπο που τόσο αγαπούσε και ποτέ δεν ξέχασε. Και κάθε χρόνο, σαν πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, μας έλεγε πάντα την ίδια ιστορία.
Μας έλεγε για κάποια Χριστούγεννα που τίποτε δεν είχαν στο σπίτι τους για να γιορτάσουν, ούτε καν λίγο ψωμί. Και τότε, φτάσατε εσείς μες τη νύχτα με τα χέρια γεμάτα και φέρατε τη χαρά και τη γιορτή στο φτωχό σπιτάκι τους. Φέτος, η γιαγιά μας δεν είναι στη ζωή για να μας πει την ίδια ιστορία, μα εμείς, που κρατάμε ζωντανή την παρουσία της μέσα στην καρδιά μας, την ξαναθυμηθήκαμε και θελήσαμε να τη μοιραστούμε μαζί σας. Έχουμε ακούσει τόσα πολλά, για τα παιχνίδια σας στα δάση και στα χειμαδιά, για τους χιονοσκέπαστους Χειμώνες και τα δροσερά Καλοκαίρια! Έχουμε δει τόσες φωτογραφίες, τόσες στιγμές, τόσες εικόνες, τόσα χαμόγελα. Είναι σαν να σας γνωρίζουμε! Είναι σαν να μιλάμε μαζί της. Σας ευχόμαστε..."

Άφησε τα τρεμάμενα χέρια της να ακουμπήσουν στα γόνατα μαζί και το γράμμα. Έκλεισε τα μάτια και ακούμπησε το κεφάλι της πίσω. Γέμισε το σπίτι με εκείνη την κρυαδερή ανάλαφρη καταχνιά, που σηκωνόταν από το ποτάμι και γέμιζε τον τόπο! Την πήρε μαζί του! Την πήρε εκεί ψηλά που κούρνιαζε το μικρό χωριό, σαν αετοφωλιά, στης Πίνδου τις απότομες κορφές. Τις έπιασε όλες από το χέρι και τρέξανε πέρα από το γεφύρι, ως κάτω στις ιτιές που ακουμπούσαν στα παγωμένα νερά. Άκουσαν το δυνατό τραγούδι των νερών που χόρευε πάνω στις μεγάλες πέτρες! Μάζεψαν γκουγκούτσια και χόρτασαν μοσχοβολιά, πήραν στην αγκαλιά τους μικρά αρνάκια κι άκουσαν κυπριά και κουδούνια να γεμίζουν τα βοσκοτόπια. Η σκέψη αγκάλιασε ξεχωριστά την Αλεξάντρα! Εκείνο το καθάριο πρόσωπο, το στεφανωμένο με τις χοντρές κοτσίδες, έτσι όπως τις δίπλωνε πάνω στο κεφάλι, ένα γέλιο ολόκληρη και μια χαρά που ξεχυνόταν στον δρόμο της νιότης. Με τον βουνήσιο αέρα στην περπατησιά της και την περηφάνια της ζωής που παλεύει ορθόκορμη, με το βλέμμα στης μέρας το ξημέρωμα.
Θυμάται. Ήταν παραμονή Χριστουγέννων, από το πρωί είχαν κάνει ένα σωρό δουλειές με την αδερφή της τη Λένη. Κουβάλησαν ξύλα, για να βάλει η μάνα τους τις γάστρες, έφεραν από τη βρύση νερό για τη λάτρα του σπιτιού και τα μαγειρέματα, βοήθησαν τη μάνα τους να φτιάξει τις τηγανίτες, πήγαν στους πιστικούς την πίτα, το ψωμί και τα άλλα καλούδια για τα Χριστούγεννα. Είχε θολώσει πια η μέρα κι εκείνες κοντά στο μπουχαρί ξεμπέρδευαν τα φρεσκολουσμένα ξανθοκόκκινα μαλλιά τους.
" Άντε κορίτσια, μαζέψτε γρήγορα τα μαλλιά σας κι ελάτε στο μαγειρειό".
" Πάλι μάνα;"
" Ακούστε να σας πω. Σήμερα δεν έμεινε μπουχαρί σ' όλο το χωριό να μην καπνίσει. Όλοι καλομαγείρευαν για την αυριανή. Μόνο στης καημένης της Στάθως στιγμή δεν κάπνισε. Τίποτε δεν θα έχουν για αύριο. Άντε Λένη, φέρε από το κατώγι ένα κομμάτι κρέας κι εσύ άναψε τη γάστρα. Θα φτιάξουμε πίτα, να τους την πάτε σαν περάσει η ώρα, μάτι να μην σας δει".
Άνοιξε τα πέτρα με σβελτάδα, μαγείρεψε το κρέας με μπόλικα κρεμμύδια και ρύζι και έφταιξε την πίτα παχιά, αφράτη και μοσχοβολιστή. Την έβαλε στη φωτιά και τη σκέπασε με την καυτή γάστρα.
Μέχρι να γίνει η πίτα, γέμισε ένα νταβά με τηγανίτες, ξεχώρισε δυο καρβέλια ψωμί, ένα πρόσφορο κι απ' την τσαντίλα, που κρεμόταν στη γωνιά, πήρε κι έβαλε φρσκοπηγμένο τυρί στο κλειδοπίνακο.
Σαν πέρασε η ώρα κι οι δρόμοι ερήμωσαν, τα δυο κορίτσια, κρατώντας το σινί με την πίτα και όλα τα φιλέματα, χτύπησαν την πόρτα της Στάθως. Δεν ήταν πρώτη φορά που το έκαναν αυτό. Τους άνοιξαν διστακτικά, το μισοσκόταδο  έκρυψε της στιγμής τα συναισθήματα! Κι όταν αυτά είναι ζυμωμένα με τον βουνίσιο τον αέρα, ξέρουν να φυλάγονται καλά και ν' ανθίζουν μόνο στης μοναξιάς τις λέξεις.
Κοίταξε ξανά το γράμμα που τώρα το έβλεπε θολά.

" Σας ευχόμαστε καλά Χριστούγεννα και πάντα το σπίτι σας να είναι γεμάτο αγάπη και χαρά. Τα παιδιά και τα εγγόνια της Αλεξάνδρας".

Έκλεισε το γράμμα στα δυο της χέρια και δεν ήξερε αν αυτό που είχε γλιστρήσει μέσα της ήταν χαρά ή λύπη. Δεν ήξερε πώς να τα διαφεντέψει όλα τούτα που χίμηξαν κι έκαναν το νου και την καρδιά της άνω κάτω. Ένοιωθε την ίδια γλυκόπικρη γεύση, όπως κάθε φορά που έκανε το ταξίδι στους δρόμους του νου. Πήγε κοντά στο παράθυρο, ο κοκκινολαίμης ήταν ξανά εκεί. Άνοιξε το τζάμι και έτριψε ένα μπισκότο πάνω στο χιόνι, την κοίταξε με εμπιστοσύνη και χάρηκε τη λιχουδιά μαζί με πέντε -έξι σπουργιτάκια που έτρεξαν κοντά. Το φως της μέρας, που χόρευε στον χειμωνιάτικο κήπο, ξεδίψασε και γλύκανε τον κόμπο που είχε κάτσει στην καρδιά!


Βούλα Λεοντίδη - Πλάτωνα, Η κόκκινη δαχτυλήθρα, Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2018.
" Γλυκό ταξίδι στην ψυχή και στους καιρούς που βασίλεψαν, κρατώντας απ' το χέρι τις μικρές χαρές και μ' ένα δάκρυ αργυρό, σαν αστεράκι, να φωτάει το δρόμο".

Η Βούλα Λεοντίδη-Πλάτωνα γεννήθηκε στην Ζίτσα Ιωαννίνων και κατοικεί στα Ιωάννινα. Σπούδασε λογιστικά και για αρκετά χρόνια εργάστηκε στην Ε Λ ΕΠ Α Π Ιωαννίνων. Το πρωτόλειο βιβλίο της ήταν "Τα μικρά γιορτάζουν", μια συλλογή από ποιήματα για παιδιά Νηπιαγωγείου και Δημοτικού. Ακολούθησε το βιβλίο "Γεύσεις καρδιάς" με παραδοσιακές συνταγές, διατροφικά και λαογραφικά στοιχεία από την Ζίτσα Ιωαννίνων. Στην συνέχεια εξέδωσε σε βιβλίο με τον τίτλο "...και ζήσανε αυτοί καλά..." μερικά από τα λαϊκά παραμύθια που κατέγραψε στην περιοχή της ιδιαίτερης πατρίδας της. Το 2015 το διήγημά της "Ο κυρ-Γιώργης από το Αϊδίνι" βραβεύτηκε με το πρώτο βραβείο από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών. Κατά καιρούς έχει κάνει πολλές δημοσιεύσεις σε εφημερίδες και περιοδικά.

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2020

Η ερμηνεία των Μάγων

Οι Τρεις Μάγοι σε βυζαντινό ψηφιδωτό στη νέα βασιλική του Αγίου Απολλιναρίου, στη Ραβέννα (περ. 565, αποκαταστάθηκε τον 18ο αιώνα).

 Ι

Δουλεύει κάθε νύχτα ευλαβικά
τα ηδονικά σκηνώματα
απάνω στο αμόνι των σωμάτων,
με αγυρτίες και γητέματα
τινάζοντας εδώ κι εκεί τη μαύρη χαίτη
και με το βλέμμα να σου συννεφιάζει το μυαλό
όπως διπλώνει ωραία το ρούχο
πάνω στο καπνισμένο ασήμι
και χωρίζει λιγάκι τα γόνατα
για ν' ακουμπήσει το μηνίσκο δεξιά.
Την κοιτάς που κουρνιάζει περήφανα
στο Κριάρι ανάμεσα και στο κέρας του Ταύρου
ποντάροντας στα κρυπτικά αρώματα
που αναδεύει στην πυρακτωμένη σάρκα

καθώς ένας σκοπός
που ξέμεινε αργά έξω απ' το τείχος
στο στρώμα μιας αιγύπτιας
γύρισε μεθυσμένος τα χαράματα
κι άνοιξε τις ανατολικές πύλες
να περάσει ο θεός.

ΙΙ

Μύθοι των μάγων και των μυστικών.
Κατασκευές των αριθμών και της αστρολογίας
για να σκορπά το αίμα του αλέκτορα
στα βυσσινιά θεμέλια της αυτοκρατορίας:
χρυσάφι,
             να πλημμυρίζει αργά αργά το σώμα
             και ν' ανταλλάσσει τα επιτόκια της ζωής
              με τη δικαιοσύνη που το ξεπληρώνει
λιβάνι,
              για να φωλιάζει σαν τη γλώσσα στη φωτιά
               και να μεταμορφώνει το κενό
               σε ζωογόνο αιτία
και σμύρνα,
               μέσα στα έγκατα της ηδονής
               ένα πικρό βοτάνι
               για να δαγκώνεται το στήθος του θανάτου
                            πιο βαθειά
                με τον σπασμό της ξαφνικής ελευθερίας.

ΙΙΙ

Κι άστην να ζει σ' ένα σοκάκι και να ονειρεύεται
ένα πλεχτό που το Σαββατοκύριακο θα τελειώσει
ένα λουσάτο νυφικό, πολύχρωμα λαμπιόνια,
τη βέρα, αιωνίως να της εξαργυρώνει το δάχτυλο
το καντιλάκι να διανυκτερεύει στα εικονίσματα
για τον νυμφίο του αντίπερα κόσμου
ένα ακριβό μυρωδικό
για να εξουδετερώνει τον ιδρώτα της
στις γόνιμες ολονυχτίες του Απριλίου
και την απέραντη και τρυφερή της ερημιά
που θα ποτίζει στο ζυμάρι,
το κονιάκ και τα μπαχαρικά

τη μαύρη κότα των Χριστουγέννων.

1979

Δημήτρης Καλοκύρης, Η προκυμαία. Ποιήματα 1978 - 1983. Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1984
             



Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2020

"Από τα ποιήματα κρατιέμαι και τα δάκρυά τους..."


Στην Αγγλία, στην πόλη Shropshire, άνοιξε το πρώτο φαρμακείο ποίησης που «συνταγογραφεί» στίχους αντί για φάρμακα και  η πλειοψηφία των ανθρώπων που επισκέπτονται το κατάστημα αναζητούν βοήθεια για να αντιμετωπίσουν τα άγχη και την πίεση της σύγχρονης ζωής. 

Μπορεί να γιατρέψει η ποίηση έναν κόσμο που
"... μετακόμισε στο απάνθρωπο
βολεύτηκε σ' αυτή την προσφυγιά
πήρε μαζί του για εικονίσματα φωτογραφίες δημίων
όργανα βασανιστηρίων για φυλαχτά
μιλάει μόνο με σήματα
μέσ' στην οχλαγωγία της ερημιάς
στις φαντασμαγορίες του τίποτε

Έτσι κι εμείς αδειάσαμε
και μας ψέκασαν με αναισθητικό
έτσι που αποξενωθήκαμε απ' τον πόνο
- αυτό δα είναι κι αν είναι αποξένωση ...-
κι η ποίηση έγινε κραυγή έξω απ' τον πόνο..." ( Βύρων Λεοντάρης , Έτσι που τραύλισα...Ι)

και καθώς 
"... μπροστά μας έχουμε θανάτους
πέσαμε σε κακούς καιρούς και μέρες οργισμένες
χάνουμε τους δικούς μας και μας χάνουν
τρικυμισμένο μας αρπάει το χωματένιο πέλαγος..." ( Βύρων Λεοντάρης, Έτσι που τραύλισα...V)

Ίσως  να μπορεί η ποίηση να γίνει στήριγμα 

"Από τα ποιήματα κρατιέμαι και τα δάκρυά τους" ( Τάσος Πορφύρης , Βουστροφηδόν ΙΙ )

και να γιατρέψει 

" ...Αχ λίγο μέλι Θε μου
Για τις μέσα μας πληγές που περισσεύουν" ( Τάσος Πορφύρης , Οι μέσα μας πληγές)

Αρκεί μια μικρή δόση την ημέρα και 

"Υπομονή. Δεν τελείωσαν όλα.
Σ’ αυτή τη ζωή δεν τελειώνουν όλα.
Ούτε σε μια μέρα. Ούτε σε μια ζωή.
Στην άκρη της νύχτας – για σε το λέω, απελπισμένε –
στην άκρη της νύχτας, πάνω σε κάποιο κλαρί
κρέμεται μια ελπίδα…" ( Μενέλαος Λουντέμης , « Καθαρό πρόσωπο»)

  και ένα Χάρτη για συνταγολόγιο

" Θα' θελα να' χα έναν γεωφυσικό χάρτη της πατρίδας μου
Μ  Ε  Γ  Α  Λ  Ο  Ν
Να την αγκαλιάζει απ' άκρη σ' άκρη στηριγμένον γερά
Στους γρανίτες των βουνών της με καρφιά καταιγίδων
Ώστε τα ποτάμια και τα πελαγίσια νερά να μου
Εξασφαλίζουν πολύχρωμες ανοίξεις και πλωτά καλοκαίρια
Κι όπου ποιητής και μια αναπεπταμένη σημαία
Να χειροκροτεί τον άνεμο καθώς κρατάει άγρυπνα
Τ   Α     Π   Ο   Ι   Η    Μ   Α    Τ    Α
Στα προκεχωρημένα της καρδιάς μας φυλάκια. ( Τάσος Πορφύρης , Χάρτης)

Προσοχή όμως 

" Δύσκολο το εγχείρημα δεν μπορείς να
Περιορίσεις τα ποιήματα σε θεματικές
Ενότητες κάποιοι στίχοι θα περισσεύουν
Γιατί δεν το μπορούν το στρίμωγμα
- Και εν τοιαύτη περιπτώσει βρε αδερφέ
- Διατείνονται - άλλα εννοούμε εμείς
Κι άλλα εισπράττει ο ανθολόγος" ( Τάσος Πορφύρης, Απόπειρα Θεματικού Ανθολογίου)

Τάσος Πορφύρης, Οι μέσα μας πληγές, Ύψιλον / Βιβλία, Αθήνα 2015
Τάσος Πορφύρης, Ισόβια θλίψη, Ύψιλον/ Βιβλία, Αθήνα 2019
Βύρων Λεοντάρης, Εν γη αλμυρά, Έρασμος, Αθήνα 1996
Μενέλαος Λουντέμης, Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς" Άπαντα τα Ποιητικά, Πατάκης, Αθήνα 2010

Η ανάρτηση αφιερωμένη στην καλή μου φίλη Rosa Mund







Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2020

Το σπίτι με τη μουσμουλιά

 

...Ο παππούς με τη Μαρούτσα παρηγοριόταν χτίζοντας παλάτια στην άμμο για το καλοκαίρι που θα πουλούσαν παστές σαρδέλες και φραγκόσυκα κι έκαναν σχέδια να πάνε στο θυννείο για τόνους ή για ξιφιούς, που έδιναν καλό μεροκάματο, και στο μεταξύ ο μαστρο - Τούρι θα διόρθωνε την Προβιντέντσα τους. Τα παιδιά κάθονταν κι άκουγαν προσεχτικά, με το σαγόνι στο χέρι, τις κουβέντες που γίνονταν στο χαγιάτι ή μετά το δείπνο. Ο 'Ντόνι όμως, που είχε ταξιδέψει και γνώριζε τον κόσμο καλύτερα απ' τους άλλους, βαριόταν με τις φλυαρίες τους και προτιμούσε να σεργιανάει στο καπηλειό, όπου σύχναζαν ένα σωρό άνθρωποι που δεν έκαναν τίποτε, όπως ο θείος Σαντόρο, που, ενώ βρισκόταν στη χειρότερη μοίρα απ' όλους, έκανε αυτή την εύκολη δουλειά, ν' απλώνει το χέρι στους περαστικούς και να ψελλίζει το " Άβε Μαρία". Άλλοτε πάλι πήγαινε στον κουμπάρο Τσουπίντου με την πρόφαση να δει σε ποιο στάδιο βρισκόταν η Προβιντέντσα, για να τα πει λίγο με τη Μπάρμπαρα που όταν ήταν εκεί ο κουμπάρος ' Ντόνι πήγαινε κι έβαζε ξερόκλαδα κάτω από το καζάνι με την πίσσα.
"Στιγμή δεν κάθεστε, κουμπάρα Μπάρμπαρα", της έλεγε ο Ντόνι, " είστε το δεξί χέρι του σπιτιού· γι' αυτό δε θέλει να σας παντρέψει ο πατέρας σας".
" Δε θέλει να με παντρέψει μ' αυτούς που δεν είναι για μένα", απαντούσε η Μπάρμπαρα. " όμοιος στον όμοιο..."
" Θα ήμουν κι εγώ ένας απ' τους όμοιούς σας αν το θέλατε σεις, κουμπάρα Μπάρμπαρα..."
" Τι λόγια είναι αυτά, κουμπάρε ' Ντόνι; Η μαμά γνέθει στην αυλή κι ακούει τι λέμε".
"Έλεγα για τα κλαδιά που είναι χλωρά και δε λένε ν' ανάψουν. Αφήστε με να σας βοηθήσω".
" Είναι αλήθεια πως έρχεστε εδώ για να βλέπετε τη Μαντζιακαρούμπε που βγαίνει στο παράθυρο;"
" Γι' άλλο λόγο έρχομαι εγώ εδώ, κουμπάρα Μπάρμπαρα. Έρχομαι για να βλέπω πώς πάει η Προβιντέντσα".
" Μια χαρά πάει κι ο μπαμπάς λέει ότι παραμονή Χριστουγέννων θα τη ρίξετε στη θάλασσα".
Όσο πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, οι Μαλαβόλια δεν έκαναν άλλο από το να πηγαινοέρχονται στην αυλή του μαστρο - Τούρι Τσουπίντου. Στο μεταξύ όλο το χωριό είχε σηκωθεί στο πόδι. Οι εικόνες των αγίων σ' όλα τα σπίτια στολίζονταν με κλαδιά και πορτοκάλια και τα παιδιά έτρεχαν πίσω από την γκάιντα που πήγαινε  κι έπαιζε μπροστά από τα φωτισμένα παρεκκλήσια, δίπλα στις εισόδους. Μόνο στο σπίτι των Μαλαβόλια το άγαλμα του Ιησού Χριστού ήταν παραμελημένο, ενώ ο 'Ντόνι του αφέντη 'Ντόνι έκανε τον κόκορα από δω κι από εκεί και η Μπάρμπαρα Τσουπίντα τού έλεγε: " Θα σκεφτόσαστε καμιά φορά τουλάχιστον ότι εγώ έλιωνα την πίσσα για την Προβιντέντσια όταν θα βρίσκεστε στη θάλασσα;"
Ο Πιεντιπάπερα όπου καθόταν κι όπου στεκόταν έλεγε ότι αυτόν θα τον έτρωγαν τα κορίτσια.
" Εμένα τρώνε όλοι και κανέναν άλλο", γκρίνιαζε ο θείος Κροτσιφίσο. " Θέλω να δω πού θα βρουν τα λεφτά για τα λούπινα άμα παντρευτεί και ο 'Ντόνι και δώσουν και προίκα στη Μένα, χώρια το φόρο που έχουν να δίνουν για το σπίτι κι όλα εκείνα τα μπλεξίματα με την υποθήκη που βγήκαν στη φόρα. Τα Χριστούγεννα έφτασαν, αλλά οι Μαλαβόλια ούτε φωνή ούτε ακρόαση".
Ο αφέντης 'Ντόνι πήγαινε και τον έβρισκε στην πλατεία ή κάτω από το υπόστεγο και του έλεγε: " Τι θέλετε να κάνω αφού δεν έχω χρήματα; Εσείς στίβετε την πέτρα για να βγάλει αίμα! Περιμένετε ως τον Ιούνιο, κάντε μου αυτή τη χάρη, αλλιώς πάρτε την Προβιντέντσα και στο σπίτι με τη μουσμουλιά! Δεν έχω τίποτε άλλο".
" Εγώ θέλω τα λεφτά μου", επέμενε ο Καμπάνα ντι λένιο ακουμπισμένος με την πλάτη στον τοίχο. " Εσείς είπατε ότι είστε τίμιοι και δεν ξοφλάτε τα χρέη σας με λόγια του αέρα για την Προβιντέντσα και για το σπίτι με τη μουσμουλιά".
Είχε μαραζώσει. Δεν έτρωγε, δεν κοιμόταν κι ούτε μπορούσε να ξεθυμάνει απειλώντας με τον κλητήρα, γιατί αμέσως, ο αφέντης 'Ντόνι τού έστελνε τον Τζιαμαρία ή το γραμματέα να ζητήσουν έλεος. Δε μπορούσε ούτε στην πλατεία να πάει πια για τις δουλειές του χωρίς να μπλεχτούν στα πόδια του, κι όλοι έλεγαν πως εκείνα τα λεφτά ήταν λεφτά του διαβόλου. Με τον Πιεντιπάπερα δε μπορούσε να ξεθυμάνει, γιατί αμέσως του έλεγε ότι τα λούπινα ήταν χαλασμένα κι ότι εκείνος ήταν απλός μεσίτης. " Αυτή την εξυπηρέτηση όμως μπορεί να μου την κάνει", μουρμούρισε μόνος του κάποια στιγμή κι αναστατώθηκε τόσο πολύ με την ιδέα του, που δε μπόρεσε να ξανακλείσει μάτι εκείνη τη νύχτα. Μόλις ξημέρωσε, πήγε να βρει τον Πιεντιπάπερα, που ακόμη τεντωνόταν και χασμουριόταν στην πόρτα του σπιτιού του. " Θα πούμε ότι σας πούλησα την πίστωση", του είπε αμέσως, " έτσι θα στείλουμε κλητήρα στους Μαλαβόλια χωρίς να μπορούν να πουν ότι είστε τοκογλύφος όταν ζητήσετε τα λεφτά σας κι ούτε ότι είναι λεφτά του διαβόλου".
" Χθες βράδυ σάς ήρθε αυτή η φαεινή ιδέα;" ειρωνεύτηκε ο Πιεντιπάπερα. " Αυτό θέλατε να μου πείτε και με ξυπνήσατε απ' τ' άγρια χαράματα;"
" Ήρθα να σας πω και για τις κληματσίδες. Αν τις θέλετε, πάτε να τις πάρετε".
" Στείλτε τότε τον κλητήρα", απάντησε ο Πιεντιπάπερα, "αλλά τα έξοδα δικά σας".
Εκείνη η αγαθή γυναίκα η κουμπάρα Γκράτσια βγήκε επί τούτου με το νυχτικό για να πει στον άντρα της: " Τι μαγειρεύει πάλι ο θείος Κροτσιφίσο; Αφήστε τους πια ήσυχους τους φουκαράδες τους Μαλαβόλια, αρκετά βάσανα έχουν στο κεφάλι τους".
" Άντε να γνέσεις εσύ", απάντησε ο κουμπάρος Τίνο.
" Οι γυναίκες έχουν μακριά μαλλιά και κοντή γνώση", κι έφυγε κουτσαίνοντας να πάει να πιεί το αψέντι του στον κουμπάρο Πιστούτο.
" Μαύρα Χριστούγεννα θα περάσουν οι κακομοίρηδες", μουρμούριζε η κουμπάρα Γκράτσια με τα χέρια στην κοιλιά.
Μπροστά σε κάθε σπίτι υπήρχε κι ένα παρεκκλήσι στολισμένο με κλαδιά και πορτοκάλια και το βράδυ, όταν ερχόταν η γκάιντα, άναβαν τα καντήλια κι έψελναν, γιατί αυτή η γιορτή ήταν για όλον τον κόσμο. Τα παιδιά έπαιζαν  στο δρόμο με φουντούκια κι άμα ο Αλέσι σταματούσε λίγο να κοιτάξει με τα ποδαράκια ανοιχτά τού έλεγαν:
" Να φύγεις άμα δεν έχεις φουντούκια να παίξεις. Τώρα θα σας πάρουν και το σπίτι".
Πραγματικά, παραμονή Χριστουγέννων κατέφθασε ο κλητήρας με το αμάξι του ειδικά για τους Μαλαβόλια κι αναστατώθηκε όλο το χωριό. Άφησε ένα φύλλο χαρτί με σφραγίδες πάνω στο κομοδίνο, δίπλα στο άγαλμα του Ιησού Χριστού. 
" Είδατε τον κλητήρα που ήρθε στους Μαλαβόλια;" έλεγε η κουμπάρα Βένερα. " Τώρα την έχουν άσχημα".
Ο άντρας της δε μπορούσε να το πιστέψει ότι εκείνη είχε δίκιο, άρχισε να φωνάζει και να χαλάει τον κόσμο.
" Το είχα πει εγώ, Άγιοι Απόστολοι, ότι δε μου άρεσε εκείνος ο 'Ντόνι που τριγύριζε στο σπίτι μας".
" Εσείς να μη μιλάτε γιατί δεν ξέρετε τίποτε", τον απόπαιρνε η Τσουπίντα. " Αυτές είναι δικές μας δουλειές. Έτσι παντρεύονται τα κορίτσια, αλλιώς μένουν στο ράφι σαν παλιές κατσαρόλες".
" Τι γάμους ονειρεύεσαι, δεν είδες που ήρθε ο κλητήρας;"
Η Τσουπίντα τον φασκέλωσε. " Γιατί, εσείς ξέρατε ότι θα ερχόταν ο κλητήρας; Μια ζωή γαβγίζετε, αλλά πάντα κατόπιν εορτής κι ούτε το δαχτυλάκι δεν κουνάτε για κάνετε κάτι. Στο τέλος - τέλος ο κλητήρας δεν τρώει πια ανθρώπους!"
Ο κλητήρας δεν τρώει βέβαια ανθρώπους, αλλά οι Μαλαβόλια απόμειναν ξεροί, λες και τους ήρθε αποπληξία, και καθισμένοι ένα γύρο στην αυλή κοιτάζονταν αμίλητοι· εκείνη τη μέρα, που ήρθε ο κλητήρας, δε στρώθηκε τραπέζι στο σπίτι των Μαλαβόλια...


Giovanni Verga, Το σπίτι με τη μουσμουλιά ( Οι Μαλαβόλια ), μετφρ.Κούλα Κυριακίδου - Καφετζή, Εξάντας, Αθήνα 1991
" Τούτη η ιστορία είναι μια αληθινή και αντικειμενική μελέτη όσων γεννήθηκαν και μεγάλωσαν μέσα στις ταπεινές τάξεις, των πρώτων ανησυχιών τους για καλύτερη ζωή και της αναστάτωσης που φέρνει μέσα σε μια σχετικά ευτυχισμένη ως τώρα οικογένεια η ακαθόριστη λαχτάρα για το άγνωστο, η συνειδητοποίηση ότι δεν ζει καλά ή ότι πάντως θα μπορούσε να ζει καλύτερα...
...Στο Σπίτι με τη μουσμουλιά, βρισκόμαστε ακόμη μπροστά στον αγώνα για την απόκτηση βασικών υλικών αγαθών...
...Οι Μαλαβόλια είναι οι ηττημένοι. Αυτοί που το ρεύμα ξέβρασε στην ακτή αφού πρώτα τους παρέσυρε, τους καταπόντισε, τον καθένα με τη σφραγίδα των αμαρτιών του που θα' πρεπε να' ναι η ακτινοβολία της αρετής του..." ( Giovanni Verga, 1881)

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2020

Άντε να χειμωνιάσει


 Στίχοι - Μουσική : Ορφέας Περίδης
Ερμηνεία : Λιζέτα Καλημέρη
Δίσκος: Εν Φλύα (2018)


Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2020

Κόκκινη Αμερική και Έλληνες μετανάστες

 

Με τον τίτλο " Κόκκινη Αμερική. Έλληνες μετανάστες και το όραμα ενός Νέου Κόσμου, 1900 - 1950" κυκλοφόρησε το 2017 από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης το βιβλίο του ιστορικού Κωστή Καρπόζηλου, ως αποτέλεσμα δεκαετούς έρευνας πάνω στην οποία στηρίχτηκε η διδακτορική του διατριβή .
Όπως αναφέρει ο ίδιος :
" Όταν ξεκινούσα την έρευνα αυτή, πριν από δέκα περίπου χρόνια, βασική μου επιδίωξη ήταν να αναμετρηθώ με τις κυρίαρχες απεικονίσεις της ελληνικής μεταναστευτικής εμπειρίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες συνοψίζουν την εμπειρία αυτή σε μια γραμμική και ανεμπόδιστη πορεία κοινωνικής ανέλιξης, που εκτυλίσσεται μέσα σε ένα περίκλειστο πλαίσιο κοινωνικού και πολιτικού συντηρητισμού. Στόχος μου, τότε, ήταν η ανάδειξη μιας εναλλακτικής αφήγησης της ελληνοαμερικανικής ιστορίας και η ανασυγκρότηση ενός νήματος που είχε χαθεί μέσα στο χρόνο. Η επιδίωξη αυτή με οδήγησε σε μια εντατική προσπάθεια ανασύνθεσης σκόρπιων θραυσμάτων, προκειμένου να προχωρήσω  σε μια συνεκτική αφήγηση. Η αναζήτηση πληροφοριών, σε διάσπαρτες αρχειακές συλλογές στις ΗΠΑ, την Ελλάδα και αλλού, με υποχρέωσε να βασιστώ σε ετερογενείς πηγές και να εκπαιδευτώ στην τέχνη της ανακάλυψης αυτού που οι περισσότεροι υποστηρίζουν ότι ποτέ δεν υπήρξε. Η λογική της έρευνάς μου υπηρετούσε μια από τις βασικές αρχές της κοινωνικής ιστορίας: να προσπαθήσω  να δώσω φωνή σε εκείνους και εκείνες που είχαν αφήσει λίγα ίχνη παρουσίας τους στο χρόνο."
Το βιβλίο χωρίζεται σε έξι κεφάλαια. Αρχικά ξεκινάει με τις μεγάλες απεργίες λίγο πριν ξεσπάσει ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και διερευνά την ανάπτυξη του συνδικαλιστικού και εργατικού κινήματος ανάμεσα στους μετανάστες επικεντρώνοντας  στη μεγάλη  προσδοκία του ξεσπάσματος της επανάστασης στις ΗΠΑ ως επίδραση των γεγονότων που διαδραματίζονταν την εποχή εκείνη στην Ευρώπη. Στη συνέχεια μελετά την ταξισυνειδησία μέσα από την οποία προσπαθεί να ερμηνεύσει τη διάψευση της επαναστατικής προσδοκίας και τη διαμόρφωση της επαναστατικής σκέψης υπό την επίδραση του Αμερικανικού Ονείρου. Ο ιστορικός  αναφέρει ότι ο όρος ταξισυνειδησία " μαρτυρεί τον εξαμερικανισμό της ριζοσπαστικής εμπειρίας: πρόκειται για την ελληνοαμερικανική προσαρμογή του όρου " working - class consciousness" ." Η εποχή της χρηματιστηριακής κρίσης με το μεγάλο οικονομικό κραχ ξαναζωντανεύει την επαναστατική προσδοκία και αναδεικνύει νέες μορφές αλληλεγγύης . Σε αυτές τις νέες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές τοποθετούνται και οι δραστηριότητες της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς για την ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος. Την εποχή λίγο πριν την κήρυξη του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου όσα διαδραματίζονται στις ΗΠΑ δέχονται την επίδραση της ανάδειξης του φασισμού στην Ευρώπη και την γέννηση του αντιφασιστικού κινήματος. Η εξειδίκευση στην ελληνική μεταναστευτική κοινότητα έρχεται με την πολιτική της μεταξικής δικτατορίας στις ΗΠΑ και τον τρόπο με το οποίο η ελληνοαμερικανική Αριστερά διαμορφώνει το αντιφασιστικό και αντιμεταξικό της προφίλ μέσα από μια συνεχή αλληλεπίδραση της ελληνικής και της αμερικανικής ιστορίας. Κατά τη διάρκεια του πολέμου συγκροτούνται διάφορες ελληνοαμερικανικές επιτροπές οι οποίες φαίνονται να στηρίζουν τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στην Ευρώπη. Ο αναγνώστης θα διαβάσει πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για την παρουσία του ΕΑΜ στις ΗΠΑ και πώς αντιμετωπίστηκαν τα Δεκεμβριανά από τους αριστερούς Ελληνοαμερικανούς . Εντύπωση και προβληματισμό προκαλεί η ανάδειξη εκείνων των στοιχείων τα οποία προβάλλουν τα σχέδια της αμερικανικής πολιτικής για τον μεταπολεμικό κόσμο " μέσα από τη σύγκλιση του Νιου Ντιλ και της σοσιαλιστικής σχεδιασμένης οικονομίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι κοινότητες των μεταναστών λειτουργούν ως διπλοί πρεσβευτές του αμερικανισμού στην Ευρώπη  και των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων στην Αμερική." Όλα αυτά όμως άλλαξαν πολύ γρήγορα και ο Ψυχρός Πόλεμος ήλθε να βάλει τη σφραγίδα του στις εσωτερικές και διεθνείς εξελίξεις καθώς το πολιτικό πλαίσιο ορίστηκε από την πρακτική του αντικομμουνισμού που αποτέλεσε πλέον την κυρίαρχη ιδεολογία στις ΗΠΑ με την οποία ταυτίστηκε ο ελληνικός αντικομμουνισμός. Σύμφωνα με τον ιστορικό - ερευνητή η μελέτη αυτή επιχειρεί να δείξει επιπλέον ότι "ο ελληνοαμερικανικός αντικομμουνισμός διαμορφώθηκε μέσα από την αντιπαράθεση με έναν αρχικά ισχυρό ανταγωνιστικό πόλο, τον οποίο συνιστούσε το ελληνικό και το αμερικανικό κομμουνιστικό κίνημα"
Για το πώς εντάχθηκαν οι Έλληνες μετανάστες στο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα στις ΗΠΑ ή σε ποιο βαθμό επηρεάστηκαν  διαβάζουμε και τα παρακάτω στην εισαγωγή του βιβλίου:
" Οι σοσιαλιστικές και κομμουνιστικές εκδόσεις, οι εφημερίδες και τα περιοδικά, οι μεταναστευτικές οργανώσεις που συνδέονταν με πολιτικούς φορείς της Αμερικανικής Αριστεράς, τα μαχητικά και πολυεθνοτικά εργατικά συνδικάτα συγκροτούν το πλαίσιο του μεταναστευτικού εργατικού ριζοσπαστισμού στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Η χρονική αντοχή και η κοινωνική αναπαραγωγή του φαινομένου υπήρξε αξιοσημείωτη. Από το 1918 έως το 1956, για σχεδόν σαράντα χρόνια, διαδοχικές εφημερίδες ( Η Φωνή του Εργάτου, 1918 -1924· το Εμπρός, 1924 -1939· η Ελευθερία, 1939 -1941· το Ελληνοαμερικανικόν Βήμα 1941 - 1956) εξέφραζαν στα ελληνικά το διανοητικό, κοινωνικό και πολιτικό φορτίο της Αριστεράς. Προφανώς δεν πρόκειται για μια αποκλειστικά ελληνική ιστορία. Η αμερικανική Αριστερά του 19ου και του πρώτου μισού του 20ου αιώνα υπήρξε σε μεγάλο βαθμό μεταναστευτική, και μόνο μέσα από τις κοινές μεταναστευτικές εμπειρίες μπορούμε να κατανοήσουμε τη δυναμική των ριζοσπαστικών ιδεών στο εσωτερικό της κάθε κοινότητας.
Παρά ταύτα, η ελληνική περίπτωση έχει το δικό της ενδιαφέρον. Οι μετανάστες από την Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία έφταναν στις Ηνωμένες Πολιτείες δίχως, κατά κανόνα, να έχουν έρθει προηγουμένως σε επαφή με σοσιαλιστικές ή και συνδικαλιστικές δραστηριότητες. Υπό την οπτική αυτή διέφεραν, για παράδειγμα, από τους Εβραίους μετανάστες που συχνά προέρχονταν από τα επίκεντρα του σοσιαλισμού της Ανατολικής Ευρώπης ή τους Ιταλούς εργάτες από τον αναπτυγμένο βιομηχανικό Βορρά, οι οποίοι έφερναν μαζί τους την επιρροή των ιδεών της συλλογικής οργάνωσης και διεκδίκησης. Κατά συνέπεια, η μελέτη του ελληνικού μεταναστευτικού ριζοσπαστισμού αναδεικνύει την πολιτικοποίηση στην Αριστερά ως μια διακριτή εκδοχή εξαμερικανισμού, η οποία διαπλεκόταν με την προσπάθειά τους να ερμηνεύσουν τις νέες πραγματικότητες της βιομηχανικής εργασίας, της εκμετάλλευσης της εργατικής τους δύναμης και της κοινωνικής τους περιθωριοποίησης. Στη διαδικασία αυτή όμως υπήρχε μια ενδιαφέρουσα περιπλοκή. Ανεξάρτητα από τις διακηρύξεις των ίδιων των ριζοσπαστών, τα όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα εξακολουθούσαν να τους συγκινούν, να τους κινητοποιούν, να διαψεύδουν τη βεβαιότητά τους ότι όλα αυτά ανήκαν οριστικά στο παρελθόν. Κατά συνέπεια, η ελληνοαμερικανική Αριστερά μπορεί να λειτουργήσει ως μια παραδειγματική περίπτωση για τις ταλαντεύσεις και μετατοπίσεις της πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης. Οι άνθρωποι αυτοί στράφηκαν προς την Αριστερά στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά τούτη η επιλογή τους αφορούσε ταυτόχρονα τον τρόπο με τον οποίο ατένιζαν τον γεωγραφικό τόπο που είχαν αφήσει πίσω τους.
Πέρα όμως από αυτό, η εξέταση της διαδρομής του ελληνοαμερικανικού ριζοσπαστισμού μάς προσφέρει κάτι ακόμα πιο σημαντικό: αναδεικνύει την πολλαπλότητα της μεταναστευτικής εμπειρίας. Προφανώς δεν συνομίλησαν όλοι οι Έλληνες μετανάστες με το σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό κίνημα. Σίγουρα, πολλοί αναζήτησαν  την οργάνωση της καθημερινότητάς τους μέσα από διαφορετικούς δρόμους: τα εθνοτοπικά σωματεία, τις θεσμικές ελληνοαμερικανικές οργανώσεις, την ορθόδοξη εκκλησία, τις πατριωτικές ενώσεις που αναφέρονταν στα όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα. Ακόμα και έτσι όμως, η επιρροή της Αριστεράς, άλλοτε μεγαλύτερη και άλλοτε μικρότερη, μας βοηθάει να αντιληφθούμε τους τρόπους διαμόρφωσης των στάσεων αυτών..."
Η διαδρομή των μεταναστών , οι αγώνες τους , γνωστές και κυρίως άγνωστες λεπτομέρειες της ζωής τους και της δουλειάς τους σε συνδυασμό με όσα συνέβαιναν στις ΗΠΑ , στην Ευρώπη, στην Ελλάδα και στον κόσμο ολόκληρο ξετυλίγονται με λεπτομερή αφήγηση που συνοδεύεται από φωτογραφίες και πολύτιμο αρχειακό υλικό. Όλη αυτή η πορεία είναι δεμένη με την ιστορία του σοσιαλιστικού και κομμουνιστικού κινήματος των ΗΠΑ και ειδικότερα του ΚΚΗΠΑ. 
Θα πρέπει να διαβάσει κανείς όλο το βιβλίο για να μπορέσει να καταλάβει ότι " Για πολλούς μετανάστες, της πρώτης αλλά και της δεύτερης γενιάς, το να είσαι κομμουνιστής ήταν ένας τρόπος να είσαι Αμερικανός. Στις μεταπολεμικές συνθήκες η δυνατότητα  αυτή είχε ακυρωθεί. Για να είσαι Αμερικανός, έπρεπε, πλέον, να είσαι αντικομμουνιστής".
Και κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι η οπτικοποίηση όλου αυτού του υλικού στο ντοκιμαντέρ Ταξισυνειδησία: η άγνωστη ιστορία του ελληνοαμερικανικού ριζοσπαστισμού,  το οποίο προβλήθηκε στο 15ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης το 2013 σε σκηνοθεσία Κώστα Βάκκα.




Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2020

Η πτώση και η άνοδος του κ. Γκρόσαπ


 ...Η οικονομική κρίση έμοιαζε με κάποια φυσική καταστροφή, κάτι σαν πλημμύρα, τυφώνα ή θύελλα, που αφάνιζε τα πάντα στο πέρασμά της. Κάπως έτσι αποτυπώθηκε στο μυαλό του κοινού ανθρώπου. Όμως, αντίθετα με τη θύελλα, η κρίση δεν κόπαζε. Συνεχιζόταν χρόνο με το χρόνο, 1929, 1930, 1931, 1932, 1933, έπαιρνε όλο και νέες διαστάσεις, βάθαινε όλο και πιο πολύ, στερούσε δουλειές και στέγη, πετούσε εκατομμύρια αστέγους στους δρόμους· εξαπλώθηκε στη Λατινική Αμερική και στην Ευρώπη, παγίδευσε ολόκληρες χώρες και ηπείρους, την περήφανη Αυτοκρατορία της Μ. Βρετανίας, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Αυστρία, τα Βαλκάνια, ολόκληρη την Αφρική και την Ασία. Η παγκόσμια παραγωγή μειώθηκε κατά 42%, ενώ το παγκόσμιο κατά 65%. Υπήρχαν 50.000.000 άνεργοι σε όλο τον κόσμο.
Όμως, ο Ερυθρός Σταυρός δεν έσπευσε σε βοήθεια όταν χτύπησε η κρίση. Δεν παρουσιάστηκαν οργανισμοί για να φροντίσουν τους αρρώστους και τους πεινασμένους, παρά το γεγονός ότι ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός τους ξεπερνούσε κατά πολύ όσους τραυμάτισε  ή άφησε άστεγους οποιοσδήποτε τυφώνας ή σεισμός. Στην αρχή ο κάθε άνθρωπος βρέθηκε μόνος, σιωπηλός μέσα στο σπίτι του· προσπαθούσε να κρύψει την ανεργία και τη φτώχεια του σα να ήταν κάποια ντροπιαστική αρρώστια. Αντίθετα με τον τυφώνα, οι καταστροφές της οικονομικής κρίσης δεν έγιναν άμεσα αντιληπτές, γιατί δεν κάλυπταν μια ορισμένη περιοχή. Αντίθετα, η κρίση βρισκόταν παντού και για πολύ καιρό δεν παρουσιαζόταν τίποτα το ασυνήθιστο. Πίσω, όμως, από τις κρύες και ανέκφραστες προσόψεις των λαϊκών πολυκατοικιών, των μονοκατοικιών και των διαμερισμάτων, κρυμμένοι από τη δημόσια θέα, άντρες και γυναίκες έδιναν τον αγώνα τους, μόνοι στην αρχή, θεωρώντας την καταστροφή σαν προσωπική τους ευθύνη, ενώ μέσα τους υψωνόταν ένας φοβερός πανικός.
Τέτοια ήταν η περίπτωση του Πίτερ Γκρόσαπ*, ενός ψηλού, λεπτού 55χρονου άντρα, με λευκό, όλο γωνίες πρόσωπο, που δεν του άρεσε να μιλάει πολύ. Είχε δουλέψει ως ειδικευμένος επιπλοποιός επί 26 χρόνια στη βιομηχανία επίπλων "Τόντι" σε μια μεσοδυτική πόλη 300.000 κατοίκων. Μέχρι τη μέρα της απόλυσής του, στη 1.1.1930, αντιμετώπιζε τον εαυτό του και τη ζωή με ήρεμη ικανοποίηση. Αγαπούσε το σπίτι του, για το οποίο χρωστούσε μόνο 1.800 δολάρια από την πρώτη υποθήκη, αγαπούσε τη γυναίκα του και τα δύο παιδιά του. Η 17χρονη Μέρι φοιτούσε στην Ακαδημία Sacred Heart και ο 19χρονος Τζορτζ τελείωνε τον πρώτο χρόνο στο πανεπιστήμιο της Πολιτείας.
Η καλύτερή του ώρα ήταν όταν καθόταν στην πολυθρόνα του μετά από το δείπνο. Δε μιλούσε πολύ. Άνοιγε την Daily Record και διάβαζε ακούγοντας ταυτόχρονα ραδιόφωνο. Του άρεσε ο Κάμερον στην " Ώρα του Ford". Τα λόγια του είχαν νόημα. Ένας άνθρωπος βγάζει όσα ακριβώς κερδίζει από τη δουλειά του. Στη ζωή δεν παίρνεις τίποτα περισσότερο απ' όσα προσφέρεις. Μετά από τέτοιες σκέψεις έριχνε μια ματιά στη Φάνι στην κουζίνα, που συνήθως φορούσε το γκρι πουλόβερ της. Εκείνη, όταν τελείωνε το πλύσιμο των πιάτων, καθόταν για λίγο δίπλα του στη μικρή δερμάτινη καρέκλα που ταίριαζε με την πολυθρόνα του. Μερικές φορές ο Πίτερ έπιανε τα σκληρά από τις δουλειές χέρια της και τα γύριζε για να δει το απλό δαχτυλίδι, τη βέρα που της είχε χαρίσει 21 χρόνια πριν. Του άρεσε αυτό το δαχτυλίδι.
Έτσι περνούσαν τα βράδια πριν απολυθεί, την Πρωτοχρονιά του 1930. 18 μήνες αργότερα, το καλοκαίρι του 1931, τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά. Ο κ. Γκρόσαπ καθόταν στην πολυθρόνα του όλη μέρα κι έφερνε τα γεγονότα στο μυαλό του για να δει που είχε κάνει λάθος. Ίσως αν είχε γίνει ηλεκτρολόγος μηχανικός ή κάποιο άλλο επάγγελμα του μέλλοντος, τα πράγματα να μην έπαιρναν αυτήν την τροπή.
Δεν ήταν και τόσο άσχημα στην αρχή. Κάποτε - κάποτε έβγαινε από το σπίτι ντυμένος με τα καλά του και περπατούσε γρήγορα, στητός και με πολυάσχολο ύφος σα να βιαζόταν να προλάβει κάποιο επαγγελματικό ραντεβού. Πάντοτε, όμως, κατέληγε στο πάρκο.
- Κάτι θα γίνει, έλεγε στη γυναίκα του, το λέει και ο ίδιος ο Πρόεδρος. Όταν απολύθηκε, είχε στη First National Bank 312,62 δολάρια. Ρευστοποίησε κι ένα ασφαλιστήριο 5.000 δολαρίων και πήρε 1.900 δολάρια. Αν δεν υπήρχαν  οι δόσεις της υποθήκης, που ήταν 58,50 δολάρια το μήνα, τα λεφτά θα κρατούσαν περισσότερο.
Με μεγάλη λύπη αποχωρίστηκε το ρολόι του και ακόμα έκανε τη γνώριμη κίνηση για να το αγγίξει. Αυτό τον έκανε να νιώθει ένα αίσθημα κενού, όμοιο με της τσέπης του όταν έβαζε το χέρι για να βρει κάτι που δεν ήταν στη θέση του. Το είχε δώσει μόνο για 15 δολάρια και η Φάνι είχε δώσει τη βέρα της για ακόμα λιγότερα.
- Προσπαθείς να με γελοιοποιήσεις, κι έβαλες ενέχυρο τη βέρα σου;! την ρώτησε. Θες να μου πεις ότι θα ήθελες να είχες παντρευτεί κάποιον άλλον;
Εκείνες τις μέρες γινόταν έξω φρενών με το παραμικρό, όπως όταν τον ρώτησε γιατί δεν πήγαινε βόλτα, και αυτός άρχισε να βρίζει λέγοντας πως δεν μπορούσε να μείνει κάποιος στο σπίτι του χωρίς ν' αρχίσουν να του λένε να φύγει.
Ίσως αν είχε διαλέξει να δουλέψει στο ραδιόφωνο, τα πράγματα να μην έρχονταν έτσι, σκέφτόταν ο κ. Γκρόσαπ ενώ καθόταν στην πολυθρόνα του και κοιτούσε τον απέναντι τοίχο. Άκουγε τη γυναίκα του που πηγαινοερχόταν στην κουζίνα κάνοντας μικρούς θορύβους σαν του ποντικού, σα να φοβόταν μήπως κάποιος δυνατότερος θόρυβος τον ενοχλήσει. Το σπίτι ήταν πολύ ήσυχο. Τα δύο παιδιά είχαν φύγει.
Ο Τζορτζ αναγκάστηκε να παρατήσει το πανεπιστήμιο. Πρώτα πήγε στο Σικάγο, μετά στο Σεν Λιούις και στο Ντάλας ψάχνοντας για δουλειά. Μακάρι η Φάνι να μην ανησυχούσε τόσο πολύ γι' αυτόν. Δε θα έπεφτε δα και από το τρένο. Την τελευταία φορά που είχαν νέα του, βρισκόταν στο Σαν Ντιέγκο, όπου είχε πάει με οτοστόπ από το Ντάλας. Του έλειπε η κόρη του, η Μέρι. Είχε παντρευτεί. Ο κ. Γκρόσαπ δε συμπαθούσε τον άντρα της. Μερικές φορές φοβόταν ότι είχε φύγει από το σπίτι μόνο και μόνο για να διευκολύνει την κατάσταση. Δεν υπήρχαν λεφτά και ο άντρας του σπιτιού καθόταν χωρίς να κάνει τίποτα.
Τους τελευταίους 6 μήνες έρχονταν ειδοποιήσεις από την τράπεζα για τις καθυστερημένες δόσεις της υποθήκης. Μέρα με τη μέρα. Μέρα με τη μέρα. Δεν άφηνε τον εαυτό του ν' αποτελειώσει τη σκέψη. Η Record φυσικά είχε δίκιο όταν έλεγε ότι κανένας άνθρωπος που πήγαινε  μπροστά, κανένας με εφευρετικό και τολμηρό πνεύμα δεν απευθυνόταν στην Πρόνοια.
Η χειρότερη εμπειρία του ήταν όταν πήγε στο Γραφείο Πρόνοιας της Περιφέρειας. Αναγκάστηκε να περιμένει στην ουρά μαζί με μαύρους, αλλοδαπούς και άλλους τόσο κουρελιασμένους, που δεν αποκλείεται να ήταν αλήτες. Εκείνος ήταν φορολογούμενος Αμερικανός πολίτης και δεν πίστευε στις ελεημοσύνες. Ήταν φυσικά μέλος της AFL, αλλά ούτε και σε αυτήν πίστευε. Τέλοσπάντων, ποτέ δε θα πήγαινε εκεί, αν δεν πεινούσε αυτός και η Φάνι.
Προσπάθησε να εξηγήσει στην κοινωνική λειτουργό ότι η δική του περίπτωση ήταν διαφορετική. Δεν ήταν αλήτης. Όταν μπορούσε να σταθεί ξανά στα πόδια του...τότε όμως η υπάλληλος χαμογέλασε κουρασμένα με φιλικό ύφος - που, ωστόσο, φάνηκε κοροϊδευτικό στον κ. Γκρόσαπ - και φώναξε:
- Ο επόμενος!
Ήταν δύσκολο να ζήσουν δύο άνθρωποι με 12 δολάρια το μήνα. Αν δανειζόταν χρήματα για να ξοφλήσει την υποθήκη; Τηλεφώνησε στην τράπεζα. Του είπαν ότι ήταν ήδη αργά. Η υπόθεση βρισκόταν στα δικαστήρια και αναμενόταν η απόφαση.
Η γυναίκα του στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας. Έκανε πως δεν την είδε.
- Πίτερ, του είπε, πρέπει να σου μιλήσω.
Δε γύρισε να την κοιτάξει. Δεν είχαν τίποτα να να πουν.
- Πίτερ, πρέπει να κάνουμε κάτι!
- Να κάνουμε; Νομίζεις ότι κάθομαι γιατί μου αρέσει;
Ένα τρεμούλιασμα φάνηκε στο στόμα της κυρίας Γκρόσαπ.
- Πίτερ, ποτέ δε μου μιλούσες με αυτόν τον τρόπο.
Την κοίταξε. Εκείνη συνέχιζε να τον κοιτάει σταθερά.
- Μιλούσα με την κυρία Φλάερτι δίπλα. Λέει πως, αν πας στο Συμβούλιο Ανέργων στην οδό Σπίερ, δε θα μας κάνουν έξωση.
Ο κ. Γκρόσαπ δοκίμασε ειλικρινή έκπληξη.
- Να πάω σε αυτήν τη φωλιά των κομμουνιστών; Καλύτερα να πεθάνω!
- Η κυρία Φλάερτι είναι μέλος. Πρέπει κάτι να κάνουμε. Ο σερίφης θα έρθει όπου να' ναι.
Μέσα στην έξαψη του, ο κύριος Γκρόσαπ σηκώθηκε από την πολυθρόνα του και στάθηκε με μεγαλοπρέπεια.
- Η Record λέει ότι αυτοί οι τύποι είναι κομμουνιστές! Μπορεί να μου πάρουν το σπίτι, είπε και η φωνή του έσπασε απότομα, αλλά εγώ δε ζητάω βοήθεια από κομμουνιστές!
Έφτασαν την επόμενη μέρα. Ο κύριος Γκρόσαπ δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Ακόμα και όταν τα βαριά τους βήματα αντηχούσαν μέσα στο σπίτι, όταν κατέβασαν τα κρεβάτια κι έβγαλαν τον παλιό καναπέ στο δρόμο, ακόμα και τότε δεν μπορούσε να το πιστέψει. Τον λήστευαν και ήταν μόνος. Δεν υπήρχε κανείς να τον βοηθήσει. Δεν υπήρχε Αστυνομία για να της τηλεφωνήσει, γιατί αυτή η ίδια τον πετούσε στο δρόμο. Ή τουλάχιστον οι βοηθοί του σερίφη.
Η κυρία Γκρόσαπ στεκόταν στην κουζίνα μαζεμένη σε μια γωνιά για να μην εμποδίζει, με πρόσωπο σοβαρό και γερασμένο. Ο κύριος Γκρόσαπ ακολουθούσε τους σερίφηδες σα σκιά μέσα - έξω, πιάνοντας τα έπιπλα που φοβόταν ότι θα πέσουν ή θα γρατσουνιστούν. Έξω στο δρόμο στάθηκε ζαλισμένος δίπλα στην περιουσία του, που κάποτε του έδινε δύναμη και σιγουριά, το ψυγείο, το Outwater Kent, τα κατσαρολικά, η φωτογραφία από το γάμο τους, την κορνιζαρισμένη φωτογραφία του Τζορτζ με την ομάδα του μπέιζμπολ στο Γυμνάσιο, τα κρεβάτια και τα στρώματα όπου κοιμούνταν, τα πιάτα όπου έτρωγαν. Ένας σερίφης εξέταζε προσεκτικά τα καλά σεντόνια της κυρίας Γκρόσαπ. Οι γείτονες στέκονταν γύρω από τον κύριο Γκρόσαπ, αλλά εκείνος δεν ήταν σε θέση να νιώσει τη συμπόνια τους, ούτε και να καταλάβει τι συνέβαινε.
Δύο αστυνομικοί έβγαζαν από την πόρτα την πολυθρόνα του. Την κουβαλούσαν με κόπο και τα βήματά τους δεν ήταν σταθερά, ώσπου ο ένας παραπάτησε και, πριν προλάβει να τρέξει σε βοήθεια ο Γκρόσαπ, η πολυθρόνα σωριάστηκε στα σκαλιά.
- Θεέ μου! φώναξε ο Γκρόσαπ. Δεν μπορείτε να μου το κάνετε αυτό!
Κατάλαβε ότι ο κύριος Φλάερτι τον τραβούσε από το μανίκι και προσπαθούσε κάτι να του πει, αλλά η οργή του ήταν τόσο έντονη, που δεν του απάντησε. Οι αστυνομικοί στέκονταν τώρα στη βεράντα και κοιτούσαν μια ομάδα από άντρες και γυναίκες που πλησίαζε. Ένας ψηλός μαύρος, προφανώς ο επικεφαλής, στεκόταν δίπλα στον κύριο Φλάερτι.
- Μα το Θεό! φώναξε ξανά ο κύριος Γκρόσαπ προσπαθώντας να ορθώσει την πολυθρόνα και να βάλει στη θέση του το μεγάλο δερμάτινο μαξιλάρι της: Δεν μπορείτε να μεταχειρίζεστε την περιουσία του άλλου με αυτόν τον τρόπο!
Κοίταξε γύρω του. Το πρόσωπό του έκανε σπασμούς. Ο κύριος Φλάερτι του  είπε:
- Είμαστε από το Συμβούλιο Ανέργων. Θέλουμε να βοηθήσουμε.
- Λοιπόν, μα το Θεό, αν θέλετε να βοηθήσετε, τότε κάντε κάτι!
Ο ψηλός μαύρος κοίταξε για μια στιγμή τους 5 αστυνομικούς στη βεράντα και μετά την ομάδα των 30 ανέργων.
- Πηγαίνετέ τα πίσω, είπε.
Στο λεπτό, μπροστά στα μάτια του κυρίου Γκρόσαπ, όλη η πολύτιμη περιουσία, η πολυθρόνα του, ακόμα και το μεγάλο ψυγείο, οι σανίδες του κρεβατιού, οι φωτογραφίες, τα πάντα, επέστρεφαν στο σπίτι. Οι γείτονες άρπαξαν κι εκείνοι κατασρολικά και στρώματα και, παραπατώντας, γελώντας δυνατά και φωνάζοντας με ενθουσιασμο, ανέβαιναν στη βεράντα κι έμπαιναν μέσα στο σπίτι. Πήγε να γίνει μια μικροσυμπλοκή με τους αστυνομικούς, αλλά με τη βοήθεια όλο και περισσότερων γειτόνων το εμπόδιο αυτό παρακάμφθηκε.
Ο κύριος Γκρόσαπ δεν κατάλαβε ποτέ πώς έγιναν όλ' αυτά. Ήταν σαν ένα όμορφο όνειρο. Είχε ξανά το σπίτι του. Είχε δύναμη. Είχε φίλους. Η πολυθρόνα του ήταν στη θέση της. Η γυναίκα του ξαφνικά ξανάνιωσε. Έφτασαν αστυνομικές ενισχύσεις, αλλά έφυγαν μόλις αντίκρισαν το πολυάριθμο πλήθος έξω από το σπίτι. Κάποιος στην κουζίνα έφτιαχνε καφέ και σάντουιτς.
Ήταν σα γιορτή. Όλοι φώναζαν και γελούσαν. Ο κύριος Γκρόσαπ έσφιξε τα χέρια τουλάχιστον 25 αντρών που δεν είχε ξαναδεί στη ζωή του. Ο μαύρος ηγέτης των ανέργων, ο Χιου Χέντερσον, μ' ένα σάντουιτς στο χέρι, έβγαλε λόγο στην μπροστινή βεράντα.
Σε λίγο ο κύριος Γκρόσαπ συνειδητοποίησε ότι είχε αρχίσει να βγάζει και αυτός λόγο.
- Μετά από μια ζωή σκληρής δουλειάς, είπε, να σου παίρνουν το σπίτι! Δεν είναι σωστό. Έβγαλαν την πολυθρόνα μου, τα πάντα, στο δρόμο. Δούλεψα σκληρά σε όλη μου τη ζωή. Δεν είναι σωστό.
Όλοι επιδοκίμασαν με φωνές. Μερικοί έφυγαν, αλλά οι περισσότεροι βρίσκονταν μέσα στο σπίτι.
- Θα μείνουμε για λίγο , είπε ο κύριος Χέντερσον, για να σιγουρευτούμε ότι δε θα ξανάρθει η Αστυνομία.
Η μεγάλη ένταση, η αδυσώπητη μοναξιά εγκατέλειπαν σιγά - σιγά τον κύριο Γκρόσαπ. Δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο δυστυχισμένος ήταν. Ένας άνθρωπος δεν μπορεί να κατορθώσει τίποτα μόνος του. Δεν ήξερε πόσοι άνθρωποι περνούσαν τα ίδια βάσανα με τα δικά του.
Κάτι είχε αλλάξει μέσα του. Ένιωθε πως είχε βγει από τη φυλακή του απομονωμένου εαυτού του. Τώρα πια δεν καθόταν στο σπίτι όλη μέρα. Έρχονταν στιγμές, στις πικετοφορίες ή όταν μαχόταν με την Αστυνομία καθώς βοηθούσε να μεταφερθούν μέσα τα έπιπλα κάποιου άλλου, που παραξενευόταν για το πόσο κλειστός άνθρωπος υπήρξε κάποτε. Και δεν ήταν, φυσικά, διασκεδαστικό. Αναπτυσσόταν μέσα από τις αντιξοότητες και το ίδιο έκανε το μεγαλύτερο μέρος της χώρας.

*Αυτή η ιστορία βασίζεται σε αληθινή συνέντευξη. Για ευνόητους λόγους δε δίνεται το όνομα της πόλης ή η ακριβής θέση της. 


 Ρίτσαρντ Ο. Μπόγιερ και Χέρμπερτ Μ. Μορέ, Η άγνωστη ιστορία του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ. Από τον Εμφύλιο μέχρι το μακαρθισμό. Σύγχρονη Εποχή , Αθήνα 2020,  μετάφραση Αθηνά Παναγοπούλου.

Ένα εξαιρετικό και πολύ ενδιαφέρον βιβλίο , γραμμένο με γλαφυρό τρόπο προσελκύει τον αναγνώστη από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα, και δεν είναι  λίγες οι σελίδες. Οι συγγραφείς παρουσιάζουν άγνωστα ιστορικά γεγονότα , πρόσωπα του συνδικαλιστικού κινήματος, απλούς και καθημερινούς ανθρώπους όχι μόνο στον αγώνα της επιβίωσης, αλλά στον αγώνα μιας καλύτερης ζωής , μιας καλύτερης Αμερικής, βασισμένοι  σε μια πολύ πλούσια βιβλιογραφία και πλήθος πηγών και μαρτυριών. 
Όπως σημειώνουν και οι ίδιοι στην εισαγωγή:
 " Η ιστορία της εργατικής τάξης της χώρας μας ακόμη δεν έχει ειπωθεί. Σε μεγάλο βαθμό είναι απούσα από τα διδακτικά εγχειρίδια και τη συμβατική ιστορία. Είναι κάτι παραπάνω από μια απαρίθμηση απεργιών, χαφιέδων και σκευωριών, οργάνωσης και οικοδόμησης συνδικάτων, αντρών και γυναικών που πέθαναν για μια καλύτερη ζωή σε μια καλύτερη Αμερική. Η αξία αυτού του βιβλίου, εκτός από το ότι ολοκληρώνεται μέσα σ' έναν τόμο, βρίσκεται στο ότι δεν περιορίζεται σ' ένα μόνο τομέα, αλλά μπαίνει στην καρδιά της ιστορίας του αμερικάνικου λαού. Από μια άποψη, το βιβλίο δεν είναι ή ιστορία της εργατικής τάξης μόνο, αλλά και η ιστορία του αμερικανικού λαού ιδωμένη από τη σκοπιά της εργατικής τάξης. Ακόμα, είναι η ιστορία του αμερικανικού μονοπωλίου: Δείχνει πώς η εξέλιξη του συνδικαλιστικού κινήματος αναπτύχθηκε ως μέρος της πάλης του αμερικανικού λαού ενάντια στην τυραννία των μονοπωλίων. Το μεγάλο άλμα προς το βιομηχανικό συνδικαλισμό ήταν η απάντηση στα τραστ και στον έλεγχο που ασκούσαν οι μεγάλες βιομηχανικές αυτοκρατορίες. Η εργατική τάξη γεννήθηκε και αναπτύχθηκε μέσα από την πάλη της με τα μονοπώλια...
Σε αυτό το βιβλίο περιέχεται η ιστορία των ανώνυμων αντρών και γυναικών που αποτέλεσαν την καρδιά του εργατικού κινήματος. Μεταφέρει την πάλη τους και στη σύγχρονη εποχή της κυριαρχίας των μεγάλων επιχειρήσεων"

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2020

Το αγόρι της γελαστής χερσόνησος

 

Είτανε, κάποτε, ευτυχισμένη στη μοναξιά της η μικρή, γελαστή χερσόνησο, που απλώνεται ξερόβραχος στην άλλη πλευρά του λιμανιού. Βάτοι κι' αγριοπρίναροι, βοτάνια πικρά και μυρουδάτο φασκόμηλο, τήνε σκεπάζανε. Στις κουφάλες της κουρνιάζανε αγριοπούλια κι' η σοροκάδα σιγότρωγε τ' ακρογιάλια της. Σαν είτανε καλοκαιριά και ησυχασμένη, ράθυμη η μεγάλη θάλασσα έγλυφε τις φτέρνες της, αργασμένα χέρια φτωχοψαράδων ψαχουλεύανε τους κολπίσκους της. Είχε κι' ένα ρημοκλήσι ξεχασμένο, ακοινώτητο.
Μια φορά το χρόνο, την καθαροδευτέρα , ντύνονταν τα γιορτινά της, ανθάκια κίτρινα, μπλε, μαβιά, κοκκινόσκουφες παπαρούνες και χαρούμενες ανεμώνες, να δεχτεί τους καλεσμένους της για τα κούλουμα. Και πλημμυρούσε τότε ήρεμη ευφροσύνη η μικρή γελαστή χερσόνησο, σαν ένοιωθε στις ράχες της τις αλαφρές, ακούραστες πατούσες των παιδιών, όταν τρισευτυχισμένες ξαπολούσαν στα μεσούρανα, τα σίγουρα, φανταχτερά, παρθενικά τους όνειρα, τους χαρταετούς.
Όμως, φεύγουν τα χρόνια...Κι' η ζωή κυλάει σε σιωπηλή, βέβαιη εναλλαγή. Ονειροφαντασιά η ευτυχία! Και η χαρούμενη χερσόνησο ξεκουράζονταν στην αγκαλιά μιας πολυπαιδεμένης από μόχτο πολιτείας...
Έτσι η ακριβή μοναξιά, φυσικό είταν, να της λείψει. Η νοσταλγία και το ραγισμένο γέλιο των ξεριζωμένων της Ιωνίας, συντροφεύουν σήμερα τη μικρή ασήμαντη χερσόνησο.
Κάποιος έστησε ένα τσαντήρι, άλλος μια παράγκα, ένας τρίτος μια καλύβα...Κι' ο τόπος στέναξε. Τσαλακώθηκαν τα χαμολούλουδα, πέταξαν μακρυά τ' αγριοπούλια, αλάφιασε βαρύς, ο ξερόβραχος.
Η μικρή γελαστή χερσόνησος, έφτασεν η πιο συφοριασμένη συνοικία της εργατούπολης.
Ερειπωμένα, σκεβρά, κακομοίρικα τα χαμόσπιτα, σκεπάζουνε ένα κόσμο παραζαλισμένο που αγωνίζεται να ξαναδέσει το νήμα της ζωής. Μούτρα κιτρινιάρικα, αρρωστημένα. Μιζέρια...
Στα στενάχωρα σοκάκια της, βρώμικα νερά κυλούνε απ' τις χαλασμένες σωλήνες της φάμπρικας και ανταμώνουνε με τις λάσπες και τα κάτουρα των ανοιγμένων λάκκων. Μυξάρικα σέρνονται στα σαπουνόνερα και παίζουνε μ' ένα ξύλο. Είναι το παιγνίδι τους. Μια σκιά σκύλου γλύφει τα σκουπίδια και μια γρηά στο κατώφλι πλέκει στη βελόνα και αναθυμιέται και στενάζει στεναγμό βαθύ.
Το δράμα της προσφυγιάς τράβηξε μαγνήτης, ως εδώ την αλητεία της πόλης. Βρήκε "παπί για μάδημα" κι' έτρεξε αναστατωμένη. Είναι βλέπεις το ηθικό ξεχαρβάλωμα και η κατρακύλα, ο καλός καρπός που προσφέρεται στο νικημένο!.. Γι' αυτό, τις νύχτες, στις ταβέρνες και τα καπηλειά, συγκεντρώνεται ένα ύποπτο πλήθος που αργοσαλεύει στα σάπια καθίσματα και που σε σινιάλο του ταβερνιάρη, αποτραβιέται σε μια γωνιά, στο "ιδιαίτερο". Τότε στην θολήν ατμόσφαιρα του μαγαζιού, μια ιδιότυπη μυρουδιά λιβανιού, διαλύεται...Χασίσι!...
Στο κέντρο σχεδόν της συνοικίας, υψώνονταν επιβλητικό το μέγαρο των " Βούρλων". Μεγάλη μάντρα που αγκάλιαζε το επίσημο σωματεμπόριο. Ο μπορντελότοπος! Ένα του μέρος είτανε δίπατο και το λέγανε "ψηλό". Εδώ φέρνανε τις τιμωρημένες, όσες αταχτήσανε στα μεγάλα "σπίτια" της πρωτεύουσας!
Ακούγονται βρισές και χάχανα και μανέδες. Σκιές χάνουνται στο σκοτάδι της νύχτας. Από κάπου φτάνουν γλυκεροί λυγμοί, φωνής λυπημένης:

Όσοι πονούν και δεν μπορούν
το φάρμακο να βρούνε
η μαύρη γης είν' γιατρός
κι εκεί θα γιατρευτούνε...

Σβύνεται το τραγούδι. Και το αδύναμο φως της λάμπας του δρόμου, αντιφεγγίζει στα νερά που αργοσέρνονται βούρκος...

***

Σε κάποια γωνιά της γελαστής χερσόνησος, φριχτή και κακομοιριασμένη, ξέφτισαν αχάριστα τα νειάτα του Μικαήλου του Χορμοβίτη...
Είτανε ακόμα βόμπυρας σαν ήρθε στην εργατούπολη, πρόσφυγας κι' αυτός, όμως απ' τα γιγάντια βουνά της τραχειάς  και πολυβασανισμένης Ήπειρος...

***
...Πήγε λοιπόν σκολειό ο Μικαήλος. Και προόδευε και αγαπιώνταν - απ' τους λίγους πάντα - είταν καλός, σεμνός, ειλικρινής και τίμιος!... Χωρίς να έχει εγκλιματιστεί στην πονηριά των συνομιλίκων του, αδιόρθωτα αγνό χωριατόπουλο, πόσες φορές δεν έγινε  το θύμα στο "δούλεμα" των "ξύπνιων" συμμαθητών, σαν του στήνανε χαριτωμένες παγίδες που ανύποπτος έπεφτε δίχως να το αντιλαμβάνεται αμέσως, παρά την εξυπνάδα, την αντίληψη και το δυνατό του ένστιχτο.
Τα χρόνια που φοίτησε στο δημοτικό σκολειό, κύλησαν μάλλον ασήμαντα. Δεν θάχε γι' αυτά και πολλά πράμματα να θυμάται, έξω απ' τις πρώτες εντυπώσεις κάθε παιδιού που πρωτοκάθεται στο θρανίο, από την αντιπάθειά του για τη Δα Γαβριέλλα, μιαν ασκημογυναίκα στριμμένη και ξερακιανή, κι' απ' το ότι με αφορμή τη θαυμαστή του ικανότητα και επίδοση, πέρασεν αμέσως από τη δεύτερη, στην τέταρτη τάξη!
Δεν κύλησαν όμως το ίδιο αδιάφορα τα χρόνια στο σκολειό το " Ελληνικό", ένα ενδιάμεσο τμήμα που είχε στον καιρό του η εκπαίδευση, μεταξύ Δημοτικού και Γυμνασίου. Γνώρισε ανθρώπους, συνήθειες, άρχισε να βλέπει, να παρατηρεί, να σκέφτεται...

...Στάθηκαν λοιπόν τα σχολικά χρόνια για τον Μικαήλο, δύσκολα, μα αποκαλυπτικά. Προσπαθούσε να καταλάβει και να δώσει απάντηση στα ερωτήματά του, ζητούσε να γνωρίσει το " άγνωστο", το μεγάλο πρόβλημα κάθε ανθρώπινου όντος. Η ζωτικότητα και η ψυχική του ρώμη, αρετές θαμένες τόσον καιρό μ' αφορμή εξωτερικούς παράγοντες, καλυμμένες κάτω απ' τη φαινομενική του δειλία - που δεν είταν άλλο από ευγένεια και σεμνότη, - βρίσκανε τώρα τη φυσική τους διέξοδο, ζητώντας δικαίωση. Από τη δυνατή του σκέψη, κανένα φαινόμενο δεν περνούσε απαρατήρητο. Μια αρχή, ένας νόμος! Όχι να διδαχτεί μονάχα, αλλά να "εννοήσει". Παρακολουθούσε το αστείο μερμήγκι να σέρνει στη φωληά τριπλάσιο του όγκου του φορτίο, ζούσε την ομορφιά της αστροκέντητης νύχτας, αναταράζονταν στο σφύριγμα του αγέρα, στέκονταν εξτατικός στην αγωνία που διάβαζε στα μάτια των ανθρώπων, και σκέφτονταν και ρωτούσε, χωρίς να βρίσκη απόκριση. Η βοήθεια του καθηγητή του κυρίου Αποστόλη Ζελάκου είταν αξιόλογη και ζηλευτή, όμως εξ αιτίας της απειρίας του, της αδυναμίας να σκέφτεται με ορθή κρίση και της μικρής του ηλικίας, ασαφή είταν τα ερωτήματα που υπόβαλλε και το ίδιο συγκεχυμένες οι απαντήσεις που του δίναν. Έτσι οι απορίες του, αντίς να απλουστεύονται, γίνονταν ακόμα πιο στρυφνές, ντύνονταν θελκτικό μυστήριο και άναφταν πιότερο την φαντασία και την περιέργεια. Συχνά τραβιόνταν στην παραλία κι' έχασκε τις γραμμές του ασπρογάλαζου δειλινού, κι' άλλοτε, μπρος στην αποκαρώμενη θάλασσα ένοιωθε τα μάτια του να υγραίνονται...

***

...Και καθώς το παλληκάρι μεγάλωνε αυξάνονταν κι' οι απαιτήσεις, η δίψα για γνώση, τα βασανιστικά ερωτήματα, η εντατική επιθυμία να βγει από την ασάφεια που τον δυνάστευε. Πολλά, τα είχε πια ξεκαθαρισμένα. Κατατοπίστηκε στους λόγους που ντρόπιαζαν την Διδα Γλυκερία για τη δουλειά του πατέρα του. Είχε χωνέψει το χάος που απλώνονταν  αγεφύρωτο και μοίραζε τους ανθρώπους σε τάξεις. Την αιτία δεν μπορούσε να βρει, το γιατί. Είτανε η αξία, η ικανότητα, τι;...

***

Δεν ενδιαφέρει σήμερα, ως ποιο σημείο αφανισμού ή επιτυχίας θα φτάσει το ξανθό αγόρι, που ξεκίνησε απ' την περήφανη ειδυλλιακή Ήπειρο, για να δαρθεί στους άγονους και αφιλόξενους δρόμους της πολιτείας! Μπορεί, αύριο, να είναι ο εφημεριδοπώλης των κεντρικών αρτηριών που θα σας πουλήσει τα καινούρια ενδιαφέροντα της ημέρας...Ίσως να είναι ο λουστράκος που θα σας καθαρίσει το βρώμικο υπόδημα, ή ο γκρουμ που θα σας μεταφέρει στον έβδομο ή όγδοο όροφο... Ακόμα δυνατόν να είναι ο καθαριστής του δρόμου ή ο υπάλληλος του πρατηρίου βενζίνης, ο λογιστής της εταιρείας ή ο γραμματοκομιστής σας, ή ακόμα...θρίαμβος, ο άσημος συντάχτης φλογερών άρθρων μιας παραγνωρισμένης επαρχιακής εφημερίδας! Αλλά, μπορεί να είναι και ο...Τέλος πάντων, αυτό δεν έχει σημασία. Κείνο που κοστίζει, είναι ότι ο Μικαήλος αγωνίζεται, στέρεος και καταλαγιασμένος πια! Παράμεινε ακέραιος, αλύγιστος και περήφανος σαν τα τραχειά βουνά της πατρίδας του. Δύσκολος σε συμβιβασμούς, γενναίος στις αδυναμίες του " πλησίον", αδέκαστος στα λάθη του, ώριμος, έτοιμος ν' αντιμετωπίσει το μέλλον με σιγουριά, ψυχραιμία και τόλμη. Είναι σε θέση να γελάει με τους φόβους του παρελθόντος. Μια μεγάλη καρδιά, λαμπρά κατεργασμένη στο πιο έξοχο εργαστήρι που έγινε ποτέ. Το καλντερίμι! Στους δρόμους που διαβαίνει τώρα με σταθερά βήματα απλός και ήρεμος, σπούδασε τόσα, όσα ούτε καν φαντάστηκε πως μπορούσε να διδάξει, το αξιοπρεπές θρανίο! Πορεύεται ο Μικαήλος κατακαθισμένος, θερμός οπαδός των ακατάλυτων ηθικών αξιών. Λαθεμένα οδηγημένος, με ακατάλληλα εφόδια, μπόρεσε να ξεφύγει την καταστροφή. Το ξανθό αγόρι νίκησε. Και προχωρεί, προχωρεί...Δεν είναι πια οι παθητικοί ρεμβασμοί που τον συγκινούνε. Τώρα μπορεί και μαντεύει, τα βαθύτερα μυστικά του κόσμου. Έχει κατανοήσει, πως η Ευτυχία, η χαρά της ζωής, ούτε χαρίζεται, ούτε συντυχαίνει στον αγέρα που μας τυλίγει, υπέροχη προσφορά στον επιτήδειο, που κατέχει το μυστικό και μπορεί ν' απλώσει τα χέρια να την καταχτήσει. Δεν είναι - καθώς εκείνος πίστευε - αγαθό ομαδικό, κοινωνικό, άρα κατασκευασμένο, συμβατικό! Είναι βαθύτερα ουσιαστικό, καθαρά ατομικό, χαρακτηριστικά δικό μας. Κλεισμένο μες την ψυχή μας, τόσο μοναδικό, όσο μοναδική, προσωπική είναι η άπειρη μοναξιά μας, όσο αληθινός και δικός μας είναι ο θάνατος. μας ακολουθεί με θαυμαστή συνέπεια. Κι' είναι λεπτό φως με αβρές ανταύγειες, θαμμένο κάτω απ' τα βαρειά σύνεφα που δημιουργούν τα πάθη μας. Χαράς τον που μπορεί να νικήσει τον εαυτό του και να καλωσορίσει τις λαμπρές αχτίδες του, τη χαρά της ζωής του.
Ο Μικαήλος νίκησε. Και το φως τον αγκάλιασε και τον πήρε μαζύ του στη βίγλα που ιστορούσε ο Ζελάκος. Και από κει ψηλά, ειρωνεύεται τα πάθη των ανθρώπων, τις μικρόχαρες επιδιώξεις τους, τον θρίαμβο της απαξίας, την κυριαρχία εκείνων που εύκολα συμβιβάζονται.
Και γελάει πικρά ο ξανθός έφηβος, και συμπεραίνει πόσο φαιδρά " ξαναγυρίσματα" καταντούν οι διάφοροι κοινωνικοί μεταβολισμοί, πόσες " πανακριβείς " σελίδες  σημαδεύει η Ιστορία στο πέρασμα των αιώνων, και με ποιες ουτοπίες αποκοιμούνται οι οραματιστές ενός καλλίτερου κόσμου, όταν το υλικό που συγκροτεί τις κοινωνίες , παραμένει τρομερά ανεξέλιχτο.
Και πιστεύει, ο Μικαήλος, στους ελάχιστους ευτυχισμένους, ακούει πλάι του γνώριμες φιλικές φωνές, και ξεκινάει μαζύ τους για το πλάσιμο μιας φρέσκιας, νιόβλαστης ράτσας ατόμων, παστρικής, καθάρια αντρίκιας. Αγκαλιάζει τη " ντροπή" της γερασμένης Δος Δομνίδου, τον εργάτη, είτε με το καλαμάρι παιδεύεται τούτος, είτε με τον χρωστήρα, τη σμίλη ή τον ρυθμό, είτε με την αξίνα και προχωρούν, προχωρούν κεφάτοι, χαρούμενοι, στρατιώτες στο δικό τους πιστεύω, στην εργασία, τη σπουδαία προϋπόθεση κάθε αληθινής δημιουργίας.
Από ψηλά τους αντιβλέπει ανακουφισμένος ο ήλιος, γιορτάζουν οι φυλλωσιές, τα δάκρυα αναβλύζουν από χαρά, στα μάτια των μανάδων αστράφτει ευδαιμονία. Οι σκιές εκείνων που μένουν, σκιρτούν θορυβημένες. Ριγούν στη σκέψη, πως ίσως το ξημέρωμα μιας πιο ανθρώπινης, πιο δίκαιης, πιο ειρηνικής κοινωνίας, δεν είναι χίμαιρα...( αποσπάσματα)


Γκίκα Μπινιάρη, Το αγόρι της γελαστής χερσόνησος, Αθήνα 1953. Το εξώφυλλο του Δ. Τηνιακού

Η ιστορία του Μικαήλου Χορμοβίτη , ενός μικρού, ορφανού από μητέρα, παιδιού που έφθασε μαζί με τον πατέρα του στη μεγάλη πολιτεία σε αναζήτηση μιας ελεύθερης και καλύτερης ζωής.  Ο μικρός Μικαήλος , αφού χάνει και τον πατέρα του, βρίσκεται αντιμέτωπος με την υποκρισία των ανθρώπων, την αδικία, την εκμετάλλευση, την καταπίεση. Βάζει στόχους και προχωρεί έχοντας μαζί του τρεις - τέσσερις ανθρώπους, στηρίγματα αλλά και οδηγούς στα δύσβατα μονοπάτια. Κατορθώνει έτσι να αποφύγει τις κακοτοπιές , να παραμείνει άνθρωπος και να σταθεί όρθιος ατενίζοντας με αισιοδοξία το αύριο.
Το μυθιστόρημα αυτό έχει συγγραφέα τον καλό ηθοποιό Γκίκα Μπινιάρη ( 1915 -1980). 
Η ιστορία αναπτύσσεται με ρεαλισμό και έντονο λυρισμό στις περιγραφές του τόπου και του τοπίου. Γεμάτο ευαισθησία και κοινωνικούς προβληματισμούς , αποδίδει με λεπτές γραμμές τον αγώνα του παιδιού , αλλά και των φτωχών , των μεροκαματιάρηδων να επιβιώσουν μέσα σε μια κοινωνία που πολύ απέχει από το να είναι δίκαια. Εξαιρετική και η απόδοση των ψυχικών μεταπτώσεων του παιδιού καθώς μεγαλώνει και  ανακαλύπτει έναν άλλο κόσμο ,ο οποίος με κάθε τρόπο τον απωθεί στο περιθώριο , αλλά και την τιτάνια προσπάθεια να αντισταθεί.

H ofisofi αισθάνεται ιδιαίτερη χαρά κάθε φορά που "ξεθάβει" θησαυρούς της λογοτεχνίας και μπορεί να τους προβάλλει μέσα από το ιστολόγιο της .