Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Αυγούστου 2021

Νίκος Ξανθόπουλος: Τα βιβλία είναι πάθος


... Στην αυλή του σπιτιού είχαμε μια κατσίκα. Έπρεπε, όταν είχα καιρό, να την πηγαίνω για βοσκή. Εδώ πιο πάνω, προς το Νέο Ηράκλειο, την Καναπίτσα, την Καλογρέζα ή προς τη Φιλαδέλφεια, ήταν ερημιές. Χέρσες εκτάσεις. Τώρα που βλέπεις τις πολυκατοικίες, δεν μπορείς να φανταστείς ότι ήταν ρουμάνια εδώ και χωράφια.
Έπαιρνα λοιπόν τη Μαρίκα, έπαιρνα μαζί μου κι ένα βιβλίο και διάβαζα. Τα βιβλία μού τα δάνειζε ένας γείτονας τυπογράφος, ο κύριος Γιωργούδης.
Έδενα, λοιπόν, σ' ένα παλούκι τη Μαρίκα και καταβρόχθιζα το " Πόλεμος και Ειρήνη" , του Λ.Τολστόι, τους " αδελφούς Καραμαζόφ", του Ντοστογιέφσκι, ή τους " Άθλιους", του Β. Ουγκό. Έναν τόμο την ημέρα. Απορροφημένος από το διάβασμα δεν πρόσεχα το σχοινί που' χε κουλουριαστεί γύρω από το παλούκι και κόντευε να πνιγεί το ζωντανό. Όταν υπέφερε και βέλαζε, τότε έπαιρνα χαμπάρι και της άλλαζα θέση...
Ο τυπογράφος μ' έμπασε στο μαγικό κόσμο των βιβλίων. Χάρη σ' αυτόν διάβασα όλους τους κλασικούς, Ρώσους, Γάλλους, Άγγλους, Ισπανούς, ξανοίχτηκα στη μαγεία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Δε θα το ξεχάσω ποτέ αυτό. Κι επειδή ξέρω πόσο σημαντική υπόθεση είναι η αρχή για να βρεις το δρόμο σου, εδώ και σαράντα χρόνια τα δώρα που κάνω είναι βιβλία, ακόμα και σ' αγνώστους, ιδίως παιδιά.
Στα ταξίδια μου στις εσχατιές του Ελληνισμού, στις πέντε ηπείρους, πάντα στη βαλίτσα μου έβαζα μερικά βιβλία να τα "σπείρω". " Η μαύρη θάλασσα", του Χρ. Σαμουηλίδη, " Η μικρή μας πόλη", του Δ. Χατζή, " Το συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη", του Θ. Βαλτινού, φτάσανε έτσι στις πιο απομακρυσμένες κοινότητες του Ελληνισμού.
Η αγάπη μου για τα βιβλία μεγάλη αρρώστια, αθεράπευτη. Χιλιάδες οι τόμοι, να μη χωράνε στο σπίτι, κι η γυναίκα μου να με πειράζει , " Τα βιβλία θα σε βγάλουν μια μέρα να κοιμάσαι έξω από την πόρτα, σαν το σκύλο πάνω στο χαλάκι".
Όλοι οι εκδότες - βιβλιοπώλες φίλοι μου, εδώ και πενήντα χρόνια, Φιλιππότης, Γκοβόστης, Χατζόπουλος, Λάζος, Φιλ. Βλάχος, Μπαρμπουνάκης, Καλιακάτσος, Σπανός, Καραβίας, Τζανάκης κ.λ.π. Έχουν δει πολλά τα μάτια μου, ανεβοκατεβάσματα, επιτυχίες και καταστροφές.
Τα λεφτά που έχω ξοδέψει για βιβλία, ολόκληρη περιουσία. Ζηλεύω  αυτούς που γράφουνε κριτικές σε έντυπα και τα παίρνουνε τζάμπα. Μια εποχή, δε, που ήμουν νεότερος και τα παρακολουθούσα καλύτερα, ήμουν τόσο ενημερωμένος, σαν να' μουνα βιβλιογραφικό δελτίο. Ακόμα και βιβλιοπώλες με συμβουλεύονταν για συγκεκριμένα βιβλία που τα αναζητούσαν κάποιοι πελάτες τους.
Αυτά ήταν ο κόσμος μου, μ' αυτά έζησα και μπορεί να έγινα ευάλωτος, αλλά δεν μετανιώνω. Ήθελα να γίνω φιλόλογος, όμως οι σχολικές παραστάσεις μού άλλαξαν ρότα, οι " Πέρσες" του Αισχύλου, το " Όπως σας αρέσει " του Σαίξπηρ, ο " Παπαφλέσσας" του Μελά, μ' οδήγησαν στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου.
Τώρα γυρίζω πίσω και κοιτάζω το ταξίδι που έκανα. Άλλος αγωνίζεται με το βαρκάκι του, να φυσήξει λίγο, να κάνει μερικές οργιές διαδρομή. Εγώ έκανα μεγάλο ταξίδι, υπερπόντιο, μόνο που βγήκα σε λάθος ήπειρο. Δεν ήταν αυτό που ήθελα. Άλλα γύρευε η ψυχή μου. Τα βιβλία, τη μελέτη, τη συγγραφή, την έκδοση.
Στο γυμνάσιο είχα έναν φωτισμένο δάσκαλο, στα ελληνικά, τον Γιάννη Πολυμεράκη, από τα μέρη του Βόλου. Αυτός μάς έμαθε να σκεφτόμαστε , να μιλάμε, να γράφουμε, ήταν άξιος φιλόλογος και άνθρωπος.
Έπαιρνα πια και τα " Νέα Ελληνικά" του Ρένου Αποστολίδη. Διάβαζα συστηματικά λογοτεχνία κι έκανα διάφορες εργασίες για τον Ελύτη, τον Ρίτσο, τον Βρεττάκο, αναλύσεις για τη ζωή και το έργο τους, κι όλα στη δύσκολη δεκαετία του '50.
Τ' απογεύματα πήγαινα στη Βιβλιοθήκη του Ιωνικού Συνδέσμου. Στη συνέχεια έγινα βιβλιοθηκάριος, κι είχα την ευχέρεια και το χρόνο να κάνω αυτό που μου άρεσε. Να διαβάζω.
Έγραφα κιόλας, σιγά σιγά, και τα γραφτά μου τα πήγαινα σ' έναν ποιητή γείτονά μας, τον Δ. Δούκαρη, όπου μαζεύονταν κι άλλοι, ο Τ.Γιαννόπουλος, ο Χρ. Καμπούρογλου, ο Ιάσων Ιωαννίδης.
Ερχότανε καμιά φορά κι ο Γ. Ρίτσος, που μου' χε γράψει μια μέρα με το χέρι του στο οπισθόφυλλο μιας χειρόγραφης ποιητικής συλλογής μου, ένα δικό του ποίημα για να με στρέψει από τα εφηβικά ποιήματα ν' αλλάξω ρότα. Να στραφώ σε κοινωνικούς αγώνες...

Νίκος Ξανθόπουλος, Όσα θυμάμαι και όσα αγάπησα, Αυτοβιογραφία, Άγκυρα, Αθήνα 2005

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2020

Λέων Τολστόη

Όσοι ασχολήθηκαν με τον Τολστόη έγραψαν για το μεγάλο θέμα που τον βασάνιζε, το θέμα του θανάτου και της αθανασίας - αν ο θάνατος θα τον διαλύσει όλον ή θ' αφήσει κάτι δικό του να συνεχίζει τη ζωή.

" Κάποτε, γράφει ο Γκόρκι, μου φαινόταν πως ο γερομάγος αυτός παίζει με το θάνατο, ερωτοτροπεί μαζί του, κάποιο πονηρό παιχνίδι πάει να του παίξει: δε σε φοβάμαι, σα να του λέει, σ' αγαπώ και σε περιμένω. Αλλά την ίδια στιγμή τον ραμφίζει με τα μικρά μυτερά του του μάτια: τι νάσαι άραγε εσύ; Τι βρίσκεται εκεί πιο πέρα από σένα; Όλον  τελοσπάντων θα με φας ή θ' αφήσεις κάτι από μένα να συνεχίζει τη ζωή μου;"

Ο Γκόρκι, που δεν ήταν οπαδός του και λίγο έζησε στο περιβάλλον του, κατάλαβε τον Τολστόη καλύτερα από πολλούς άλλους. Είδε τα εχθρευόμενα στοιχεία που συνθέταν την προσωπικότητά του, "τα χίλια μάτια" όπως λέει  με τα οποία κοιτούσε τον κόσμο, τις βαθιές ρεματιές που χώριζαν τις σκέψεις του και τις επιθυμίες του, τη ζωή του από τους σκοπούς της ζωής του κ.λ.π. Μέσα του ζούσαν πλήθος πρόσωπα, σημειώνουν οι βιογράφοι του, και δε θα μπορούσε κανείς να ταυτίσει τον Τολστόη με κάποιο από τα πρόσωπα των έργων του. Μα δε θάταν επίσης ορθή και η άποψη που θα αποξένωνε εντελώς το δημιουργό από τα δημιουργήματά του. Ο Τουργκένιεφ, όταν διάβασε το διήγημα του Τολστόη " Ο Χολστομέρ", την ιστορία ενός αλόγου, του είπε με κατάπληξη " Εσύ, φίλε μου, κάποτε σίγουρα ήσουν άλογο!". Δεν πρόκειται μόνο για την ικανότητα του καλλιτέχνη να μετουσιώνεται στα πρόσωπα που δημιουργεί. Ένα από τα γνωρίσματα του Τολστόη είναι πως, παρόλη την πολυπροσωπία του, τον ξεχωρίζει σπάνια ακεραιότητα που τη νοιώθουμε κυρίως στην επιμονή να κυριαρχήσει κάθε ένα από τα στοιχεία που αγωνίζονταν μέσα του, στην ένταση του πάθους, και, τέλος, στο δραματισμό, στην τραγωδία της ζωής του. Αυτή την πλευρά του χαρακτήρα του θα την βρούμε σ' όλα τα κύρια πρόσωπα των έργων του. Χωρίς το στοιχείο αυτό είναι αδιανόητες οι κλασικές μορφές του Νεχλιούντωφ, της Άννας Καρένινας, του πρίγκηπα Αντρέα και του Πιέρου, του Κωνσταντίνουν Λέβιν κλπ.
Να μερικές παρατηρήσεις του Γκόρκι:

" Θαρρώ πως εκτός από εκείνα που μας λέει, υπάρχουν κι άλλα πολλά για τα οποία δε μιλάει ποτέ του - ούτε στο ημερολόγιό του. Τ' αποσιωπά. Το πιθανότερο είναι πως δε θα μιλήσει γι' αυτά σε κανέναν ποτέ. Είναι "κάτι" που σπάνιες φορές γλυστρούσε ανάμεσα στις λέξεις...κάτι που θα μπορούσε να το πει κανείς " άρνηση  κάθε κατάφασης", γέννημα ενός απέραντου κι ακαταμάχητου αισθήματος απόγνωσης και μοναξιάς, τέτιας που μάλλον κανένας άνθρωπος ως τώρα δε την δοκίμασε με τόσο φριχτή δύναμη. Συχνά νόμιζα  πως είχα απέναντί μου έναν άνθρωπο που η ψυχή του είναι ανεπανόρθωτα διαποτισμένη από την αδιαφορία για τον άλλον. Τόσο ψηλότερα στέκει από τους άλλους, αποτραβηγμένος σε κάποιαν έρημο, τανύζοντας όλες τις φοβερές δυνάμεις του πνεύματός του, έρημος και μόνος προσπαθεί να δει από κοντά εκείνο που είναι το πρώτο απόλα - το θάνατο..."
"...Είναι μερικές στιγμές που θαρρείς ότι μόλις έφτασε από κάποιο πολύ μακρινό μέρος, όπου οι άνθρωποι σκέφτονται κι αισθάνονται αλλοιώς, αλλοιώς βλέπει ο ένας τον άλλον, ίσως μάλιστα κι αλλοιώτικα να περπατάν και σ' άλλες γλώσσες να μιλάνε. Κάθεται στην άκρη κουρασμένος, γκριζωπός, πασπαλισμένος θαρρείς από τη σκόνη εκείνης της άλλης γης και κοιτάζει όλους τους άλλους εξεταστικά σαν ξένος, σαν κωφάλαλος".
"...Έχει κάτι θαυμάσια χέρια, που είναι κακοφτειαγμένα, γιομάτα γωνιές από τις φουσκωμένες φλέβες, μα αναδίνουν μιαν ιδιαίτερη εκφραστικότητα, ξεχωριστή δύναμη δημιουργίας. Κάπως έτσι έπρεπε νάταν τα χέρια του Λεονάρδου ντα Βίντσι. Μ' αυτά τα χέρια φτειάχνει κανείς ό,τι θέλει. Κάποτε ενώ μιλά, σαλεύει, τα δάκτυλά του, σιγά - σιγά η γροθιά σφίγγεται για ν' ανοίξει ξαφνικά εκεί που θα πει κάτι σπουδαίο, ένα βαθύ νόημα. Μοιάζει με θεό, όχι όμως με το Σαβαώθ ή κάποιον από τους θεούς του Ολύμπου, αλλά μ' έναν από εκείνους τους ρώσους θεούς...που χωρίς νάναι πολύ μεγαλοπρεπείς, δεν αποκλείεται νάναι οι πονηρότεροι απόλους τους θεούς..."
" Οι σχέσεις του με το θεό είναι κάπως ανεξιχνίαστες. Κάποτε θαρρείς πως θεός και Τολστόη είναι δυό αρκούδια στην ίδια σπηλιά".

Ο Τολστόη ήταν ένας πανίσχυρος οργανισμός. " Μέσα του έβραζε πάλη γιγάντων" λέει ο Λουνατσάρσκι. Η σάρκα, που ήθελε να ζήσει γιομάτα τη ζωή της, και το πνεύμα, που πάσχιζε να φυλαχτεί από την αμαρτία.Ο αδυσώπητος διάλογος μεταξύ τους αντηχεί σ' όλα τα έργα του. Αν λοιπόν κανένας από τους ήρωές του δε μπορεί νάναι ο ίδιος ο Τολστόη είναι γιατί μόνο ένας άλλος Τολστόη θα μπορούσε να χωρέσει μέσα του αυτόν τον εκπληχτικό άνθρωπο που έσφυζε από σωματική δύναμη και υγεία κι είχε συνάμα καλλιεργήσει και ραφινάρει τόσο το πνεύμα του. Σε σχέση με τον ίδιον τα πρόσωπα των μυθιστορημάτων του είναι φύλλα και καρποί πάνω στο πελώριο δέντρο. Σάρκα από τη σάρκα του, αλλά ένα μέρος μόνο από τη σάρκα του - το καθένα μια στιγμή, μια φάση της ζωής του. Υπάρχουν βέβαια και τα πρόσωπα που καθρεφτίζουν αντιπροσωπευτικότερα από  άλλα το δικό του πρόσωπο. Ο κεντρικός ήρωας της Παιδικής Τριλογίας Νικολάκης Ιρτένιεφ, τ' αδέρφια Κοζελτσώφ από τα " Διηγήματα της Σεβαστούπολης", ο Ολένιν από τους " Κοζάκους", ο Πιέρος κι ο πρίγκηπας Αντρέας, ο Λέβιν, ο Νεχλιούντωφ - όλοι τους σημαδεύονται από το βιογραφικό στοιχείο και παρακολουθώντας κανείς την ανέλιξη αυτών των κεντρικών ηρώων μπορεί κιόλας να έχει πιστή εικόνα της βιογραφίας του Τολστόη, αναφορικά τόσο με τα χτυπητά περιστατικά της ζωής του, όσο και με την πλούσια και συνεχή θυελλώδη ψυχική ζωή του. Συνεπώς η απομόνωση του Τολστόη από τα πλάσματά του, όπως επιχειρείται κάποτε, δε μπορεί να είναι πειστική. Από την άποψη αυτή γίνονται συχνά συγκρίσεις με το Ντοστογιέφσκι.Ο Ντοστογιέφσκι, είναι η αλήθεια, εντονότερα από τον Τολστόη παρασύρει στην τάση  να τον ταυτίζουμε με κάποιο από τα πρόσωπα των έργων του. Αλλά μόνο ένας από τους ήρωες του, ο Αλιόσια Καραμάζωφ, θα μπορούσε να βολέψει μέσα του τη φοβερά διχασμένη προσωπικότητα του δημιουργού. Είπαμε όμως μιλώντας για τους "Αδελφούς Καραμάζωφ", πως η μορφή του Αλιόσια έμεινε ασυμπλήρωτη και μόλις αχνοφαίνεται. Το μέλλον του Αλιόσια ήταν όλο μπροστά. Σε σύγκριση με τ' άλλα πρόσωπα του Ντοστογιέφσκι, θα ήταν μια καινούρια φυσιογνωμία που θα χαροπάλευε πολλές φορές ανάμεσα στις δύο σκάλες της ζωής, το καλό και το κακό. Ανάμεσα στον αρνητή Ιβάν και στον άνθρωπο του Θεού, τον πάτερ Ζωσιμά. Κι όπως φαίνεται από τα σημειώματα του Ντοστογιέφσκι το διαδοχικό πέρασμα από το θεό στην άρνηση κι από εκείνη πάλι στο θεό και πάλι στο δαίμονα κλπ. δε θα γινόταν για να συμφιλιωθούν τ' ασυμφιλίωτα, παρά για να φανεί, με το κλείσιμο στην ίδια ψυχή, τι άβυσσος τα χωρίζει. Στους " Αδελφούς Καραμάζωφ " είχε αρχίσει να διαγράφεται η μελλοντική πορεία του Αλιόσια. Είχαν φανεί τα φύτρα  του Καραμαζοφισμού.

- Τι θα τον κάνουμε, Αλιόσια, το στρατηγό; τον ρωτάει το μεγάλο αδέρφι, ο Ιβάν, αφού του έχει αφηγηθεί την ιστορία του στρατηγού, που σπάραξε  με τα σκυλιά του το μικρό αγοράκι. - Τι θα τον κάνουμε τον στρατηγό; Για να ικανοποιήσουμε το αίσθημα του δικαίου πρέπει να τον σκοτώσουμε ή όχι;  Αποκρίσου Αλιόσια!
- Να τον τουφεκίσουμε! απαντά σιγανά ο Αλιόσια, ατενίζοντας μ' ένα ωχρό άμορφο χαμόγελο τον αδελφό του.
- Μπράβο! αναφώνησε με αγαλλίαση ο Ιβάν. Αφού το λες κι εσύ, τότε θα πει..Άι, να μου ζήσεις, καλογεράκι μου! Να λοιπόν που και στη δική σου καρδούλα φωληάζει ένας μικρός δαίμονας, Αλιόσια Καραμάζωφ!

Όπως και στο Ντοστογιέφσκι, η βιογραφία του Τολστόη είναι σκόρπια στα γραφτά του. Μια πρώτη ιδέα αποκτάμε από τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του, από τη γνωριμία μας με τους ήρωες του. Τη συμπληρώνουμε μελετώντας τα πολυάριθμα γράμματά του, τα πολύτιμα ημερολόγια του, τα φιλοσοφικά του συγγράμματα, την πολιτική αρθρογραφία του, τα κοινωνιολογικά του δοκίμια. Πολύ διαφωτιστικές επίσης είναι οι μαρτυρίες των συγχρόνων του, κατά πρώτο λόγο τα ημερολόγια της γυναίκας του, οι αναμνήσεις των γραμματικών του.
Μας κάνει πρώτα εντύπωση μια χτυπητή δυσαναλογία ανάμεσα στην ήσυχη, λιγοκίνητη εξωτερικά ζωή του και στην ανήσυχη όλο βαθιές ρεματιές και ψηλά ανεβάσματα ζωή του πνεύματός του. Εξωτερικές θύελλες στη ζωή του Τολστόη δε θα βρούμε, όπως στο Ντοστογιέφσκι, τον Τσερνισέφσκι, το Χέρτσεν κι άλλους ρώσους κλασικούς. Αν αφαιρέσει κανείς μια ζωηρή περίοδο αναζητήσεων τους πρώτους καιρούς της νεότητας, πολύ σύντομη κι εκείνη, εξωτερικά η ζωή του είναι ήρεμη, καλοβαλμένη, δίχως πολλά περπατήματα. Εκεί που γεννήθηκε, στο χτήμα της μητέρας του, τη Γιάσναγια Πολιάνα, έζησε όλη σχεδόν τη ζωή του. Εκεί είναι κι ο τάφος του, μόνος κι έρημος μες στο δάσος. Πολλά ταξίδια δεν έκανε. Έζησε λίγο στο Καζάν, στη Μόσχα, ύστερα στον Καύκασο, πολέμησε το 1855 στη Σεβαστούπολη για να ξαναγυρίσει στη Γιάσναγια Πολιάνα, απόπου με εξαίρεση τα δυό ταξίδια του στο εξωτερικό ( 1857 και 18610 και τις λίγες φορές που πεταγόταν ως τη Μόσχα ή στην Κριμαία για θεραπεία, δεν το κούνησε ως το τέλος. Η Γιάσναγια Πολιάνα ήταν γι' αυτόν κάτι πολύ σπουδαιότερο απότι το σπίτι, η οικογένεια, ο τόπος της δουλιάς. Ήταν η ψηλή βίγλα απόπου κοίταζε τον κόσμο, τον ταξινομούσε και ρύθμιζε τη στάση του απέναντί του. Ήταν έπειτα ο κρίκος που έδενε τη μια ζωή με την άλλη - την πόλη με την ύπαιθρο, τον πολιτισμό με τη φύση την τόσο απαραίτητη στον Τολστόη. Ήταν ο τόπος όπου ο γίγας αυτός έπρεπε να σταθεί, να στερεώσει κάτω τα πόδια του. Έλεγε ο ίδιος τότε που ήταν νέος: " Χωρίς τη Γιάσναγια Πολιάνα μου δυσκολεύομαι να καταλάβω τη Ρωσία, δυσκολεύομαι να καταλάβω τον εαυτό μου μέσα στη Ρωσία". Άλλαζαν όμως οι καιροί κι άλλαζε κι η Γιάσναγια Πολιάνα. Σα μαραμένα φύλλα πέφταν από πάνω της τα πολλά χαρίσματά της κι έμεινε στο τέλος ό,τι ο Τολστόη δε μπορούσε να μη μισήσει μ' όλη την ψυχή του - νησίδα αφθονίας και πολυτέλειας μες στη θάλασσα της ανομολόγητης λαϊκής δυστυχίας. Ο Τολστόη τη μίσησε όπως μισεί κανείς τη φυλακή του. Δεκαετίες ολόκληρες κλεισμένος εκεί μέσα, πολιορκημένος από τη χλιδή της οικογενειακής ζωής ( που στην πραγματικότητα κάθε άλλο ήταν παρά χλιδή) κατάστρωνε το σχέδιο της απόδρασης, την ηρωική έξοδο.

Εκείθε με τους αδελφούς , εδώθε με το χάρο.

Μόλο που το σχήμα είναι οξύμωρο, μπορεί να πει κανείς πως ο Τολστόη έπεσε με το σπαθί στο χέρι, σαν ένας πολιορκημένος που αποφάσισε να σπάσει τον κλοιό κι ας ήξερε πως η έξοδος δεν έχει ελπίδα. Η φυγή από τη Γιάσναγια Πολιάνα ήταν περισσότερο μια πράξη διαμαρτυρίας, η τελευταία. Φυγή από το ρέμα που μαύριζε πίσω του, ενώ φαινόταν και το άλλο που βάθαινε μπροστά...



Από το βιβλίο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου Πέντε Ρώσοι Κλασικοί, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978, 2η έκδοση

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2020

Το γράφουν στους τοίχους, το λένε στους δρόμους, το τραγουδούν στους κάμπους

...Λόγια που ακούγαμε στους δρόμους, στον κάμπο, στα ορυχεία, ιστορίες της ζωής   λαϊκά άσματα:
Οι Ινδιάνοι στον ποταμό Παρανά, περικυκλωμένοι από έναν πολιτισμό που τους μετατρέπει σε σκλάβους ή τους εξοντώνει για να τους πάρει τη γη, τραγουδούν τα βάσανά τους:

Εσύ προστάτεψε την πηγή της νεφέλης απ' όπου προέρχονται τα σοφά λόγια. Προστάτεψε αυτό που εγώ ανακάλυψα στη μοναξιά μου, και πες στα παιδιά σου, τους Χακάιρα, με τη μεγάλη καρδιά, να το διαφυλάξουν. Αυτοί θα εξουσιάζουν τη νεφέλη με τα σοφά λόγια.

Οι πολιτικοί κρατούμενοι γράφουν γράμματα:

Θα σου διηγηθώ ιστορίες με γλάρους, και δεν θα τις συγκρίνεις ξανά με τη λύπη.

Ανώνυμα χέρια γράφουν σε κάποιον τοίχο στις αποβάθρες του Μαρ ντελ Πλάτα:

Αναζητώ τον Χριστό και δεν τον βρίσκω
Αναζητώ τον εαυτό μου και δεν τον βρίσκω
Βρήκα όμως τον πλησίον μου,
και μαζί πορευόμαστε και οι τρεις.

Από το τρελοκομείο, ο ποιητής ταξιδεύει σε μυστικούς τόπους:

Ήμουν ξαπλωμένος στη θάλασσα. Περπατούσα πάνω στα κύματα και τον κάλεσα: Λοτρεαμόν, του είπα. Κι εκείνος μου απάντησε ότι μ, αγαπούσε. Ότι θα ήμασταν στο εξής φίλοι στη θάλασσα, αφού και οι δυο μας είχαμε υποφέρει στην ξηρά.

Τα παιδιά στα σχολεία, στις φτωχογειτονιές του Μοντεβιδέο, αφηγούνται την κατάκτηση της Αμερικής:

" Έρχομαι να εκπολιτίσω. Κοίτα τι όμορφο καράβι που έχω."
" Εγώ, δεν θέλει. Εγώ έχει σπίτι, οικογένεια, καλό μισθό."
" Ναι, αλλά είναι καλύτερα έτσι όπως σου λέω εγώ, θα μιλάς όπως εγώ."
" Παράτα βλακείες, παράτα με ήσυχο."

Ο εργάτης ενός εργοστασίου εξηγεί τη σχέση του με τον ήλιο:

Όταν μπαίνεις να δουλέψεις είναι νύχτα, και όταν βγαίνεις, ο ήλιος δύει. Γι' αυτό, το μεσημέρι όλοι καταφέρνουμε να ξεκλέψουμε πέντε λεπτά για να δούμε τον ήλιο στον δρόμο ή στην αυλή του εργοστασίου, γιατί στο υπόγειο δεν τον βλέπουμε. Το φως μπαίνει, αλλά τον ήλιο δεν το βλέπεις ποτέ.

Eduardo Galeano, Μέρες και νύχτες αγάπης και πολέμου, μετφρ. Ισμήνη Κανσή, Πάπυρος, Αθήνα 2018

Πέμπτη 23 Απριλίου 2020

Μια μικρή ιστορία για το βιβλίο

Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου σήμερα και θυμήθηκα μια παλιότερη ανάρτησή μου. 

Μεγάλωσα σ' ένα σπίτι που δεν κυκλοφορούσαν βιβλία , γι΄αυτό δεν ξέρω πώς αγάπησα τόσο πολύ κάτι που δεν ήξερα. Προσπαθώ να θυμηθώ την πρώτη μου επαφή με τις σελίδες ενός βιβλίου αλλά δεν θυμάμαι τίποτε άλλο εκτός από το Αναγνωστικό της Α΄Δημοτικού. Μια εγκυκλοπαίδεια αργότερα που τη διάβασα μέχρι και την τελευταία λέξη και μετά ό,τι έντυπο έπεφτε στα χέρια μου. 
Βιβλιοπωλείο δεν υπήρχε στο χωριό ούτε και βιβλιοθήκη. Ένα από τα πρώτα μου βιβλία το απέκτησα με πολλή χαρά μαζεύοντας χαρτάκια από τις σοκολάτες της δραχμής. Τα ταχυδρόμησα στην εταιρεία και μου έστειλαν τις Περιπέτειες των Εξερευνητών. Έτσι γνώρισα το Μάρκο Πόλο και το δρόμο του μεταξιού. Για να αποκτήσω δεύτερο πέρασαν πολλά χρόνια. Καλή τύχη όμως οδήγησε τα βήματά μου στη βιβλιοθήκη του σπιτιού ενός δικηγόρου. Τόσα πολλά βιβλία δεν είχα ξαναδεί. Δανείστηκα αρκετά από αυτά χωρίς ο ίδιος να το ξέρει. Τα διάβαζα με πολλή προσοχή και αρκετά τα επέστρεφα χωρίς να έχω καταλάβει το περιεχόμενο τους. Ήταν αρκετή η επαφή όμως μαζί τους για να διατηρείται το πάθος της ανάγνωσης και η επιθυμία απόκτησής τους. Τότε ήταν που αυτή η αγάπη έβαλε ένα στόχο για το μέλλον. " Όταν θα μεγαλώσω θα δουλεύω για να μπορώ να αγοράζω βιβλία" . Έγινε όνειρο, από αυτά που μπόρεσαν να πραγματοποιηθούν στη ζωή μου. 
 Εγώ και τα βιβλία. Σχέση μόνον αγάπης. Κάθε επαφή μαζί τους μυσταγωγία και ιεροτελεστία . Προσεκτικό άγγιγμα πρώτα και ύστερα η μυρωδιά του χαρτιού,  το ξεφύλλισμα κάθε σελίδας με θρησκευτική ευλάβεια και μετά η προσπάθεια της ανακάλυψης του κόσμου  μέσα  από αυτές.
 Άρχισα να φτιάχνω τη βιβλιοθήκη μου με αιματηρές οικονομίες τον καιρό που ήμουν μαθήτρια στις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου.Συνεχίζω να την εμπλουτίζω με ακόμη πιο αιματηρές οικονομίες σήμερα. Τα βιβλία αποτελούν κομμάτι του εαυτού μου και γι' αυτό πολύ δύσκολα τα αποχωρίζομαι. Όταν θα συμβεί αυτό, ο αποχωρισμός, θα είναι μόνο για να προσφερθούν ως δώρα σε ανθρώπους που έχουν καταλάβει ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου. Προσφορά φιλίας και δείγμα ισχυρών και αγαθών συναισθημάτων.
Μεγάλη αδυναμία μου τα παλιά βιβλία, σημαδεμένα πολλές φορές από αφιερώσεις και υπογραμμίσεις μαρτυρούν φιλίες και ανησυχίες, κουβαλούν μέσα στις κιτρινισμένες σελίδες τους τη γοητεία και τη μυρωδιά μιας άλλης εποχής. Τα καινούρια  πάλι συνεχίζουν να κεντρίζουν τη σκέψη μου, να εξάπτουν την περιέργεια μου και  να καλύπτουν τα κενά μου. 
 Όσο περισσότερο διαβάζω τόσο μεγαλύτερη γίνεται η επιθυμία της απόκτησης και άλλων βιβλίων. Όσο περνούν τα χρόνια τόσο πιο ώριμο το διάβασμα και οι επιλογές.Περισσότερο από ποτέ μ΄αρέσει να γράφω πάνω τους, να σημειώνω, να τσακίζω τις σελίδες τους, να μιλώ γι΄αυτά και να προσπαθώ να μεταδώσω λίγο από το δικό μου πάθος και στους άλλους. 
Αναρωτιέμαι πολλές φορές γιατί διαβάζω; Τι μου προσφέρει; 
Εκτός από αυτά που συνήθως υποστηρίζουμε, ότι τα βιβλία είναι φίλοι, είναι παρέα, εμένα τα βιβλία μου προσφέρουν τα κλειδιά  για να ανοίξω τις πόρτες της γνώσης και του νου, με βοηθούν να κατανοήσω τον κόσμο και τους ανθρώπους, αλλάζουν τη ζωή μου, με οδηγούν σε άλλους δρόμους , ίσως πιο μοναχικούς, με κάνουν άλλον άνθρωπο, πιο ελεύθερο, πιο ανεκτικό, πιο συνειδητό. Διότι ποτέ δεν χρησιμοποίησα την ανάγνωση μόνο για να περάσει η ώρα μου, αλλά για να βρεθώ ένα βήμα πιο μπροστά και να μπορέσω να βάλω ένα λιθαράκι στη διαμόρφωση  ενός πιο όμορφου κόσμου.

Στην μνήμη του αγίου Θερβάντες και του αγίου Σαίξπηρ που τιμώνται σήμερα, Παγκόσμια Ημέρα του Βιβλίου

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2019

Ήταν το Φως που καίει...

...Εκείνα τα παιδιά, με τα οποία μοιραστήκαμε τα πρώτα βιβλία, είχαν την τύχη της βιβλιοθήκης μου: κάηκαν, προτού προλάβουν να σχηματιστούν. Άλλους τους έχασα έπειτα τελείως κι έμειναν ό,τι ήταν: παιδιά. Και δεν υπάρχει τώρα παρά η απέραντη νεκροπομπή που κουβαλούμε μέσα μας όσοι επιζήσαμε. Και ίσως κάποια ίχνη που άφησαν με το χέρι τους, όπως τα δυο μου αδέλφια τις υπογραφές τους στον παλιό τόμο της Καινής Διαθήκης, στην τελευταία σελίδα - κε το θεό δόξα έγραψε το μικρό αδέρφι δίπλα στη λέξη "τέλος" του βιβλίου.
Μια μέρα, γυρίζοντας από το γυμνάσιο, περάσαμε με τον Αργύρη από το σπίτι του. Με άφησε να περιμένω κάτω στη σκάλα, αφού έκλεισε προσεχτικά την εξώπορτα. Σε λίγο τον είδα να κατεβαίνει μ' ένα βιβλίο.
Ήταν ένα πανέξυπνο παιδί. Κατάλαβα από το πονηρό του χαμόγελο ότι το εξώφυλλο δεν είχε σχέση με το βιβλίο μέσα. Έκαμα να το ανοίξω, δεν με άφησε - "στο σπίτι" και μου το πέρασε κάτω από το παλτό.

Ήταν το Φως που καίει. Έτσι φτάναμε και σ'αυτά.

Ο Γδικιωμός που χύνεται μαζί φωτιά και μπόρα,
ο καταλύτης Καθαρμός, της Πλερωμής η ώρα,
είμαστ' εμείς που κόψαμε τα που μας δένανε σκοινιά
και την καρδιά ατσαλώσαμε με τη δικιά σου, Οχτρέ, απονιά.

Όλα ήταν εδώ μέσα. Όλος ο δικός μας προγραμματισμός.
Έπειτα ο Αργύρης, όταν στην Αθήνα συνεχίζονταν οι μάχες, μ' έναν τηλεβόα φώναζε στην πλατεία του Άη Θανάση:
-Γδικιωμόοο...
Στον εμφύλιο, μαχητή του Δημοκρατικού Στρατού, τον σκότωσαν λίγο πιο πάνω από το σπίτι του, εκεί γύρω στην ίδια πλατεία, στην ίδια σκηνή...
Είχαν κάποιο λόγο να τ' απαγορεύουν και να τα καίνε αυτά τα βιβλία, δεν εγνώριζαν όμως πως όσο τα βιβλία τα κυνηγάς, όσο τα καις, τόσο με τη δοκιμασία της φωτιάς ο λόγος τους αληθινά καίει.

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν. Α. Η Γραμμή της ζωής, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000

Παρασκευή 19 Μαΐου 2017

Ο Τολστόι, ο Σαίξπηρ και οι τρελοί

Το 1903  ο Τολστόι έγραψε ένα άρθρο για τον Σαίξπηρ. Έκανε σκληρή και ανελέητη κριτική στα έργα του και δεν τον παραδεχόταν ούτε ως μέτριο συγγραφέα. Μισό αιώνα περίπου μετά ο Τζώρτζ Όργουελ ανακάλυψε στο Λονδίνο την "κιτρινισμένη φυλλάδα" του Τολστόι κι έγραψε κι αυτός ένα κείμενο: Ο Τολστόι, ο βασιληάς Ληρ και ο Τρελός, με το οποίο καταδίκαζε τον Τολστόι. 

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος πολλά χρόνια μετά βρήκε  στην Αθήνα το κείμενο  του Όργουελ και μελετώντάς το διαπίστωσε  ότι ο άγγλος συγγραφέας  χρησιμοποιώντας αθέμιτα  και καθόλου λογοτεχνικά μέσα παραμόρφωσε εντελώς τον Τολστόι τόσο που δεν αναγνωρίζεται.  Αναλαμβάνει λοιπόν να αποκαταστήσει τον μεγάλο ρώσο συγγραφέα εντάσσοντας  την κριτική του για τον Σαίξπηρ στη φιλοσοφία του και στις θέσεις του για τη λογοτεχνία. 
Το κείμενο που ακολουθεί είναι από την εισαγωγή του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου στη μελέτη του Ο Τολστόι, ο Σαίξπηρ και οι τρελοί. Εδώ ο καλός συγγραφέας και μελετητής του Τολστόι , αλλά και της ρωσικής λογοτεχνίας παρουσιάζει τους λόγους που τον οδήγησαν σε αυτή την προσπάθεια.


Μήτσος  Αλεξανδρόπουλος

Ένα κείμενο του Τζώρτζ Όργουελ, Ο Τολστόι, ο βασιλιάς Ληρ και ο Τρελός, μου έδωσε την αφορμή να ξανακοιτάξω το άρθρο που έγραψε ο Τολστόι για τον Σαίξπηρ εδώ κι 91 χρόνια. Τότε η κίνηση του Τολστόι είχε προκαλέσει τη γενική αποδοκιμασία, την απόρριψαν κι όσοι διάβασαν το άρθρο κι όσοι δεν το διάβασαν κι έπειτα σαν να ξεχάστηκε απ' όλους. Βλέπω κι από τις σημειώσεις που είχα κρατήσει εδώ και τριάντα χρόνια, γράφοντας το κεφάλαιο για τον Τολστόι στο βιβλίο μου Πέντε ρώσοι κλασικοί, ότι στο τέλος το παραμέρισα κι εγώ, ενώ το είχα προσέξει και μάλιστα αρκετά. Ένας λόγος παραπάνω που με κάνει τώρα, διαβάζοντας την κριτική του Όργουελ, αψίθυμη επανέκδοση εκείνων των πρώτων αντιδράσεων, να νιώθω το παλιό γραφτό του Τολστόι να σπαρταρά σαν μια ψυχή που την άφησαν να την ρημάξει η αβασάνιστη άρνηση κι η λησμονιά. Ναι, έχουν σπαρταριστό ενδιαφέρον τα παλιά γεγονότα όπου πρωταγωνίστησαν μεγάλα πνευματικά ονόματα κι έπειτα εμπλέκονται άλλοι που αντιπροσωπεύουν διαφορετικά επίπεδα. Οι διαφορές λειτουργούν σαν τις μεγάλες αποστάσεις. Μικραίνουν και απλοποιούν τα πράγματα κι έτσι μπορούν να τα σβήνουν από την προσοχή μας κι από τη μνήμη μας. Τα πετάνε κι αυτά στα άχρηστα. Αν όμως πάμε πιο κοντά, βλέπουμε πώς ανατρέπονται οι όροι και πόσο οι παραστάσεις μας αλλάζουν κι οι αληθινές φωνές ξαναζωντανεύουν. Έτσι το κείμενο του Όργουελ έγινε για μένα μια πρόκληση. Πολύ περισσότερο που στην ελληνική έκδοση, πραγματοποιημένη από ένα εκδοτικό ( George Orgwell, Ο Τολστόι, ο βασιλιάς Ληρ και ο Τρελός. Μετάφραση Νίνα Μπάρτη. Και ένα επίμετρο του Αλέξη Μινωτή, Εκδόσεις "Γνώση", 1983) που έχω εκτίμηση στη δουλειά του, περιέχεται κι ένα κείμενο του Αλέξη Μινωτή, επίσης απορριπτικό για το άρθρο του Τολστόι.
Δεν θέλω ο δικός μας αναγνώστης να μένει με τις εκτιμήσεις αυτές. Νομίζω πως είναι απαραίτητο να τεθεί αλλιώς όλο το ζήτημα.
Η πρώτη κιόλας εντύπωση από το μελέτημα του Όργουελ ήταν απογοητευτική. Όσες φορές έπειτα γύρισα να ξαναδώ κάτι, το αίσθημά μου επιβεβαιωνόταν κι έβλεπα καλύτερα ότι κάποια πράγματα πρέπει απαραίτητα να ειπωθούν για τους εξής κυρίως λόγους(...)
α) Ο Όργουελ, ενώ θαυμάζει τον μυθιστοριογράφο Τολστόι, δε φαίνεται να έχει επικοινωνήσει με το υπόλοιπο έργο του. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν παρακολουθεί προσεχτικά τη σκέψη του, ενώ εκφράζεται γι' αυτήν και την αποτιμά. Κορφολογεί κάποια σημεία από τα ασυνήθιστα που είπε ο Τολστόι για τον Σαίξπηρ και προσπαθεί να δώσει κάποιες δικές του απαντήσεις.
β) Αρκετά ελαττωματική είναι και η πραγματική πληροφόρηση που δίνει στον αναγνώστη του, τόσο πάνω στα σχετικά με το άρθρο για τον Σαίξπηρ, όσο και για κάποια γενικότερα πράγματα που έχουν να κάνουν με τη βιογραφία, με το θεωρητικό έργο και με την προσωπικότητα του Τολστόι. Επαναλαβαίνω ότι δεν συγχωρείται να περιορίσει κανείς την εντύπωσή του για τον Τολστόι σ' αυτά που λέει ο Όργουελ. Πέρα κι απ' αυτό, πιστεύω πως υπάρχουν αρκετά σοβαροί λόγοι, που έχουν να κάνουν και μ' αυτή την κοινωνική μας επικαιρότητα σήμερα, να σκεφτούμε μαζί με τ' άλλα και τούτη την παλιά ιστορία.
γ) Εδώ κι εκεί διατρέχει το κείμενό του κι ένα αρκετά ερεθισμένο αίσθημα που φαίνεται να έχει δύο γεννήτριες: κάπου βγαίνει πειραγμένος ο άγγλος από τη σφοδρή κριτική που κάνει στον Σαίξπηρ ο ρώσος ελέφαντας και κάπου αλλού πειράζεται ο συγγραφέας του "1984". Θα προσπαθήσω παρακάτω να τα εξηγήσω αυτά. Αλλά για τους τελευταίους ερεθισμούς να δώσω εδώ μια πρώτη διευκρίνηση: είναι κάποια σημεία όπου η φωνή του Όργουελ νιώθεται  να κακοτρέμει με τον ίδιο εκείνο τρόπο που έδειξε  στις δικές μας μέρες η πολιτική και ιδεολογική διαμάχη και συγκεκριμένα ο πνευματικός πόλεμος τόσο της δεξιάς με την αριστερά, όσο και μέσα στην ίδια την αριστερά. Ήταν ένα έκτακτο φαινόμενο. Σ' άλλες εποχές η πολιτική και κοινωνική αντιδικία άγγιζε βέβαια και την πνευματική ζωή, αλλά σπάνια με τους τρόπους και την ένταση που βιώθηκαν στις δικές μας μέρες τα πολιτικά πάθη ειδικά από τους διανοούμενους. Τον δικό τους ρόλο οι αντίπαλοι διανοούμενοι τον συνειδητοποίησαν σαν σημαιοφόροι κι αληθινοί πρωταγωνιστές. Και αυτό συνέβαινε στην πραγματικότητα. Οι τόνοι ανέβηκαν πάνω από τα όρια, τόσο μέσα στις συγκρούσεις της ανατροπής με τη συντήρηση, όσο και στους κόλπους  της πρώτης, με τη δραστική εσωτερική εναντίωση στα φαινόμενα του αριστερού αυταρχισμού και δογματισμού. Αυτή τη φωνή, αυτή την ιδιόμορφη έξαψη, τόσο καλά την έχουμε γνωρίσει άλλοι μέσα μας κι άλλοι στους άλλους. Σ' αυτήν κυρίως οφείλεται κι ένα μεγάλο πλήθος από συγγραφικές δραστηριότητες στην ιδεολογία, στη λογοτεχνία, στη δημοσιογραφία. Και είναι γνωστό πως ο Όργουελ κατέχει μια από τις πρώτες θέσεις σ' αυτή τη μερίδα των αριστερών διανοούμενων και συγγραφέων.
Πλάι στα πνευματικά εφόδια, στις πολύ βάσιμες πολιτικές και ιδεολογικές ανησυχίες, στον πληγωμένο ηθικό κόσμο από τις διαψεύσεις και τις ποικίλες διαστρεβλώσεις, πλάι επίσης στις ένα σωρό ιδιοτέλειες, ψυχρές και λανθάνουσες σκοπιμότητες, εδώ, στον χώρο τούτον, οι αντιδράσεις χρωματίστηκαν κι από τους τόνους μιας εξαιρετικής ψυχικής ταραχής , από ρυθμούς οξύθυμους, κραυγαλέους κι αγωνιώδεις, που από το ένα μέρος ζωογόνησαν συλλήψεις, εμπνεύσεις και προσπάθειες, αλλιώς αδιανόητες, κι από το άλλο μέρος οδήγησαν σε αρκετές κακοποιήσεις, πνευματικές και ηθικές κυρίως, επειδή στο βάθος λειτούργησε και μια επίγνωση αδυναμίας, μια συνείδηση ουσιαστικά ανίσχυρη να τα βγάλει πέρα στην αναμέτρηση με τους άλλους απέναντι, τους κραταιούς και ντούρους δογματικούς, την ώρα που εκείνοι ήταν πάνω στην παντοδυναμία τους κι έκαναν τις δικές τους κακοποιήσεις κι ασυγχώρητες παρενέργειες. Μιλώντας για την ιδεολογία του Τολστόι και καταλογίζοντάς του και αυταρχικότητα και πνευματικό δεσποτισμό, ο Όργουελ έσταξε σε κάποια σημεία χολή αντιπροσωπευτική εκείνης της ιδιοσυστασίας που γνωρίσαμε άλλος έτσι κι άλλος αλλιώς σ' αυτές τις διενέξεις, τόσο έντονες στην εποχή τη δική μας.
Οφείλω να εξομολογηθώ όχι τόσο με τα βιβλία του, όσο με τα χαρακτηριστικά της βρεττανικής φυσιογνωμίας του, διαβολικά ξύπνιας, καχύποπτης, ισχνής και θεόστεγνης, θεληματικής, δραστήριας, τελείως στραγγιγμένης από κάθε στρογγυλότητα, ψυχική απαλότητα κι ευθυμία, μου έχει μείνει ( από πολύ πριν· τελείως ανεξάρτητα από τα περί Τολστόι και Σαίξπηρ) σαν μια από τις αδρότερες εικόνες αυτής της εντελώς ειδικής ψυχολογίας με τα χαρίσματά της και με τις αχαροσύνες της. Εκτιμά κανείς την πνευματική περίπτωση, αλλά ως άνθρωπος, ως εικόνα ανθρώπου με τα δεδομένα που απαρίθμησα μόλις πριν, δεν μου είναι ευχάριστος. Όσο οι δογματικοί έκαναν κακό μαστουρώνοντας τις ιδέες με πεθαμένα ιδεολογήματα, άλλο τόσο κάτι πικραμύγδαλοι, κάτι στριμμένοι, ρηχοί διανοούμενοι στάθηκαν ικανοί να πικρίσουν και να ξεράνουν όλη εκείνη την τόσο ωραία υπόθεση και να της χαλάσουν ανεπανόρθωτα την ψυχική της ευδία. Δεν το κρύβω ότι γράφοντας τις γραμμές αυτές, σκέφτομαι σαν αναλογίες από το φυσικό περιβάλλον και τούτα τ' αναρίθμητα, τόσο μικρούλικα, τόσο μοβόρικα θαλασσινά πλάσματα, που, όπως τα σπρώχνει από μέσα το κύμα, τρίτη μέρα σήμερα έχουν γιομίσει κάτω τον κόλπο της Παλιάς Φώκαιας και δεν αφήνουν τον κόσμο να χαρεί τη θάλασσα, να μπει και να λησμονηθεί μες στο νερό αυτές τις λίγες πολύτιμες μέρες ξενοιασιάς κι ελευθερίας...
δ) Γύρω από δύο κυρίως σοβαρά ελαττώματα επικεντρώνονται οι δικές μου παρατηρήσεις. Πρώτο, η προσπάθεια που κατέβαλε ο Όργουελ, για την ευκολία της πολεμικής με την άποψη του Τολστόι, να βάλει ένα πολύ αυθαίρετο σημάδι εξομοίωσης του ρώσου συγγραφέα μ' έναν από τους ήρωες του Σαίξπηρ, τον βασιλιά Ληρ, από την ομώνυμη τραγωδία που ο Τολστόι υπέβαλε σε ανάλυση και σ' ένα αλύπητο μαστίγωμα με αληθινό ρωσικό κνούτο. Και το άλλο, ακόμα πιο απαράδεκτο γιατί παραπλανεί πάρα πολύ τον αναγνώστη, είναι ο σχολιασμός που κάνει στη θρησκευτικότητα του Τολστόι με μια τέλεια παραχάραξη και του γράμματος και του πνεύματος της παντοδύναμης μες στη σκέψη του ρώσου συγγραφέα κοινωνικής ιδέας. Σ' αυτά θα επιμείνω. Εδώ μόνο σημειώνω πως είναι ακριβώς οι στιγμές, όταν μέσα από τη διαφωνία και την αντίθεση, μέσα από την όξυνση της άλλης άποψης, οδηγείται και πάλι η ταλαίπωρη σκέψη στις ίδιες παραδοξολογίες κι απλοποιήσεις, στα ίδια σχήματα, δογματισμούς και κακώσεις, εναντίον των οποίων, σαν στάση πνευματική στρέφεται μια προσπάθεια· κι αυτά πάλι τόσο καλά τα γνωρίσαμε στις πολλές και διάφορες μορφές τους.
Και
ε) το άρθρο του Τολστόι για τον Σαίξπηρ ήταν μια δοκιμή εφαρμογής των γενικότερων ιδεών του για τη λογοτεχνία, κανέναν όμως δεν επηρέασε ούτε μείωσε στο ελάχιστο τη μεγάλη γοητεία που ασκούσε και πάντα ασκεί ο Σαίξπηρ στους ανθρώπους ιδιαίτερα που αγαπούν και γνωρίζουν το θέατρο. Μπορούμε να το πούμε αυτό μιλώντας και για εκείνους ακόμα τους αναγνώστες που έχουν ξεχωριστό θαυμασμό για την ασύγκριτη τέχνη του συγγραφέα Τολστόι. Την τύχη που θα είχε το άρθρο του τη γνώριζε κι ο ίδιος και τίποτε άλλο δεν περίμενε.
Μέσα από την περιέργεια που προκαλεί ένα γεγονός σαν αυτό μπορούμε να προχωρήσουμε για να δούμε, όσο μας είναι προσιτό, ό,τι πιο αξιόλογο περιέχει τούτη η παλιά ιστορία. Αυτό και θα προσπαθήσω με τη δική μου αναζήτηση. Μιλώντας πιο γενικά, ούτε η θρησκεία ούτε και η αισθητική του Τολστόι έγιναν ποτέ αποδεκτές, παρά τον θαυμασμό που ένιωθε ήδη γι' αυτόν ο κόσμος - θαυμάστηκε, μας λέει κι ο Όργουελ, όσο κανείς άλλος στην εποχή του. Αλλά θέλω με δυο λόγια να σημειώσω ότι η κριτική που μπορεί να γίνεται στις ιδέες του Τολστόι από την άποψη μιας άμεσης πρακτικής αποτελεσματικότητας είναι το πιο εύκολο πράγμα. Μα είναι κάτι που δε χρειάζεται καθόλου να γίνεται - δεν έχει νόημα.
Ο διανοητής Τολστόι ανήκει σ' εκείνα τα μεγάλα γεγονότα της σκέψης και της ζωής που αντί για την κριτική τους καταπολέμηση είναι πολύ καλύτερη, πολύ λογικότερη κι αποδοτικότερη η κριτική του διευκρίνιση. Σε μια προσπάθεια κριτικής αντίκρουσης όλο το έργο πέφτει αύτανδρο και πάει, χάνεται. Συμβαίνει αυτό όχι γιατί είναι σαθρό, αλλά γιατί είναι βαλμένο πάνω σε μια βάση που ο άνθρωπος δεν μπορεί, δεν επαρκεί τόσο, όσο είναι στοιχειωδώς έστω απαραίτητο, για να την δεχτεί. Και αντίθετα η προσεχτική παρακολούθηση μπορεί να βγάλει πάνω αληθινούς θησαυρούς.
Ύστερα απ' αυτά που έγιναν και με τον μαρξισμό, καλύτερα καταλαβαίνουμε πως υπάρχουν ιδέες, υπάρχουν κάποια πνευματικά φαινόμενα τελείως απαραίτητα, αλλά καθόλου έτοιμα καταναλωτικά αγαθά κατευθείαν για τα μαγαζιά. Αυτά δεν μπορούν να είναι το ψωμί που θα φάμε. Είναι όμως η μαγιά που θα κάνουμε το ψωμί.
Ξαναμιλώντας για τον Τολστόι, έπειτα από τριάντα χρόνια, αισθάνομαι πως επαναλαμβάνω το ίδιο που με τις μικρές μου προσπάθειες έκανα και τότε, επί σοβιετικής εποχής, προσπαθώντας να βγάλω πάνω, όσο μου ήταν δυνατό, τους ηθικούς προβληματισμούς αυτού του ανεπανάληπτου ανθρώπου. Ανεπανάληπτου, γιατί, όσο γνωρίζω, δεν υπήρξε στη λογοτεχνία πιο ελεύθερος, ανεξάρτητος και γενναιόψυχος χαρακτήρας, ελευθερωμένος κι απ' αυτές τις προσωπικές δεσμεύσεις πάνω στην ίδια τη ζωή, από όλες, εκτός εκείνες που του υπαγόρευε μια ανώτερη συνείδηση κι ένα ασύγκριτο πάθος του πιο γενναίου κι αληθινού αλτρουισμού.
Νομίζω ότι και σήμερα - περισσότερο σήμερα παρά χτες - και το να θυμίζει κανείς τέτοια πνευματικά και ηθικά φαινόμενα είναι καλό και χρήσιμο. Σ' αυτό και συνοψίζεται η δική μου άποψη, όπως προσπαθώ να την αναπτύξω παίρνοντας την αφορμή από την παρέμβαση του Όργουελ στην ιστορική διαμάχη, ας την πούμε  κι έτσι, του Τολστόι με τον Σαίξπηρ.


Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Ο Τολστόι, ο Σαίξπηρ και οι τρελοί. Εκδόσεις Δελφίνι, Αθήνα 1996

Μάη μήνα του 1924 ήρθε στη ζωή και Μάη μήνα του 2008 διάλεξε να φύγει. Η ανάρτηση αφιερωμένη στη μνήμη του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου.

Τρίτη 28 Μαρτίου 2017

Τι είναι αλήθεια ο Γκόρκι σαν ανθρώπινη περιπέτεια;

Στις 28 Μαρτίου 1868 γεννήθηκε στο Νίζνι Νόβγκοροντ ο Αλεξέι Μαξίμοβιτς Πεσκώφ, δηλαδή ο Μαξίμ Γκόρκι. Ποιος θα μπορούσε να μιλήσει καλύτερα για αυτόν τον σπουδαίο συγγραφέα και σημαντικό άνθρωπο από τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο, βαθύ γνώστη και μελετητή της ρωσικής λογοτεχνίας;
Στη Βιογραφική Μυθιστορία, Το ψωμί και το βιβλίο. Ο Γκόρκι,ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος μάς φέρνει σε επαφή με τη ζωή, την προσωπικότητα, το χαρακτήρα και το έργο του ρώσου συγγραφέα με έναν τρόπο ζωντανό, χαρισματικό και γοητευτικό. Ένα έργο αριστουργηματικό  που αξίζει να το αναζητήσετε και να το διαβάσετε. Το 1981 βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορηματικής Βιογραφίας. Δυστυχώς τόσο η πρώτη έκδοση από τη Σύγχρονη Εποχή(1980) όσο και η δεύτερη από τα Ελληνικά Γράμματα είναι εξαντλημένες και μόνο στα παλαιοβιβλιοπωλεία ίσως σταθεί κάποιος τυχερός.
Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε δύο μέρη : Το πρώτο παραμύθι (1868 -1906) και Αγάπες παλιές και νέες ( 1906 - 1936)Το απόσπασμα που ακολουθεί ανήκει στο πρώτο μέρος του βιβλίου.
Δεν είναι πάντα εύκολο να ξεχωρίσει κανείς στη βιογραφία του Γκόρκι τα πραγματικά περιστατικά από τους πολλούς θρύλους που είχαν αρχίσει πολύ νωρίς να τον συνοδεύουν. Οι δυσκολίες υπήρξαν ακόμα και στους ανθρώπους εκείνης της εποχής. Διάφοροι λόγοι που είχαν σχέση με τη ζωή του, επίσης με το χαρακτήρα του αφηγηματικού του έργου, τα ίδια τα θέματά του οι ρομαντικοί του τύποι στα πρώτα αφηγήματά του, οι ρομαντικοί του τόνοι, προκλητικοί, ρωμαλέοι, αντάρτικοι, η ίδια έπειτα η εποχή διψασμένη για τέτοια ακριβώς δείγματα στη λογοτεχνία και στην ιστορία, για νέες ανθρώπινες ποιότητες - όλα αυτά κι άλλα ακόμα έκαναν το όνομα του Γκόρκι να περπατά μέσα σε συνοδεία θρύλων πυκνή και ταχύτατη, τόσο που πέρασε αστραπή τα τοπικά και τα εθνικά όρια και πήρε μεγάλες διαστάσεις. Μέσα σε ένα - δυο χρόνια η φήμη του διαδόθηκε σ' όλο τον κόσμο συνοδευόμενη κι από τους θρύλους της που εξίσου εύκολα εισχωρούσαν σε λόγιες και λαϊκές σφαίρες. Με όλα αυτά ο Γκόρκι υπήρξε περίπτωση μοναδική στη λογοτεχνία. Τουλάχιστον στα ρωσικά χρονικά δε θα βρει κανείς άλλα τέτοια παραδείγματα. Βέβαια, ο θρύλος όση έκταση κι ένταση να πάρει δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν μέτρο για να μετρήσουμε καλλιτεχνικά αναστήματα. Είναι φαινόμενο άλλης κατηγορίας. Πολλές φορές, μάλιστα, σαν πυκνό σύννεφο τυλίγει τα αληθινά πράγματα και το μάτι μας δυσκολεύεται να δει καθαρά κριτικά κι ελεύθερα. Μέσα στο θρύλο χάνονται τα ακριβή όρια και με τον καιρό αντί ενός ζωντανού ανθρώπου μένει το σχήμα που είναι βολικό στη συλλογική αντίληψη κι ευκολότερα μπορεί να το διαιωνίζει η κοινή μνήμη. Κάποτε γυρίζοντας να δούμε την ανθρώπινη μορφή μες στην καταχνιά του θρύλου νιώθουμε περίπου τα ίδια όπως μπροστά σε παλιές εικόνες, όπου η παράσταση με την αρχική της πολυχρωμία έχει φθαρεί, έσβησε, μόνο κάποια σημεία εξέχουν εδώ κι εκεί. Ως ένα βαθμό αυτά έχουν συμβεί και στην περίπτωση του Γκόρκι.Όμως ο συγγραφέας αυτός είναι σύγχρονός μας σχεδόν. Τα ίχνη του είναι νωπά ακόμα. Έχουμε το έργο του όλο. Επίσης σε μια εκτεταμένη βιβλιογραφία πάρα πολλές εργασίες μάς διαφωτίζουν έγκυρα σε αρκετά ζητήματα κι ερωτήματα για τη ζωή του και το έργο του. Παρ' όλα αυτά έχει και ο Γκόρκι υποστεί πολλά από τις παρενέργειες του θρύλου.
Να γιατί σε μια προσπάθεια να αναπαραστήσει το φαινόμενο  χάνει κανείς κάθε όρεξη να τον μυθοποιήσει πάλι μ' έναν άλλο τρόπο. Εκείνο που προέχει είναι η όσο το δυνατό προσεκτικότερη ματιά στα ίδια τα ιστορικά στοιχεία και μια οικονομημένη επιλογή τους. Όταν λοιπόν χρησιμοποιώ για το βιβλίο μου τον όρο "Μυθιστορία" δεν σημαίνει ότι προσπάθησα να κάνω τον Γκόρκι ήρωα ενός δικού μου μυθιστορήματος. Βάζω τη λέξη αυτή για να προειδοποιηθεί ο αναγνώστης ότι δε θα βρει εδώ μέσα μια επιστημονική διατριβή για το έργο του Γκόρκι. Είναι ένα αφήγημα για τη ζωή του. Με πολύ περιορισμένο το στοιχείο του μύθου. Πήρα όσες μαρτυρίες μού φάνηκαν αντιπροσωπευτικότερες και πειστικότερες και προσπάθησα μ' ένα δικό μου τρόπο να τις συναρμολογήσω σ' ένα ανάγνωσμα που να είναι κάπως πιο ζεστό από το στενό χρονικό.

Αναμφισβήτητο είναι πως ο Γκόρκι σημαίνει κάτι περισσότερο από αυτό που μας λένε τα βιβλία του. Τη φήμη του δε μας την έχει υπαγορέψει όλην η αξία του μάστορα. Ο Τσέχωφ έχει γράψει ότι τα βιβλία του Γκόρκι μπορεί να τα λησμονήσει μια μέρα ο κόσμος, αλλά τον ίδιο τον Γκόρκι δε θα τον λησμονήσουν ακόμα κι ύστερα από χίλια χρόνια. Να αμέσως μια περιέργεια που μεταφέρει έξω από τα βιβλία. Βέβαια, ο Τσέχωφ είχε υπόψη του τα πρώτα διηγήματα και τα πρώτα θεατρικά έργα του Γκόρκι ( αυτά τα βρίσκουμε σ' ένα γράμμα του γραμμένο το 1903) κι εμείς γνωρίζουμε έκτοτε έργα του που δε θα είναι εύκολο να λησμονηθούν - ας αναφέρω λ.χ. την αυτοβιογραφική του τριλογία, γραμμένη πολύ αργότερα. Κι όμως τα λόγια του Τσέχωφ είναι αξιοπρόσεκτα. Θα δούμε άλλωστε και τον ίδιο τον Γκόρκι να την επαναλαβαίνει πολλές φορές αυτή τη σκέψη.
Εμένα ο ρώσος συγγραφέας - αφού έκανα τη θητεία μου στο θρύλο - με ελκύει ( σαν μορφή για την οποία προχωρώ να γράψω ένα βιβλίο) με δύο κυρίως πράγματα: πρώτα η α ν θ ρ ώ π ι ν η  π ά σ τ α, δηλαδή ο ίδιος ο χαρακτήρας του, θεληματικός, δραστήριος, όλος πρόθυμα ανοίγματα στο αίσιο και στο ευτυχές. Από αυτή την άποψη ένας μυθιστοριογράφος δεν έχει διόλου ανάγκη να θέσει σε κίνηση τη φαντασία του, προκειμένου να ζωντανέψει έναν τύπο αντιπροσωπευτικό τούτης της ψυχικής ιδιοσυγκρασίας. Πολύ συχνά θα δούμε τον Γκόρκι να την προσέχει αυτή τη θαρρετή κι αισιόδοξη ματιά στον κόσμο σαν ένα μεγάλο του κέρδος που το απόχτησε με τα χέρια του, το πέρασε μέσα από δοκιμασίες, το επιβεβαίωσε και ποτέ και με τίποτα δε θέλει να το αλλάξει. Είναι η ιδιοσυγκρασία του και η φιλοσοφία του - εδώ όμως τώρα δε θα μιλήσω άλλο γι' αυτό το θέμα, παραπέμποντας στα έργα του και σε τούτο το ανάγνωσμα της ζωής του...Έπειτα είναι η ι σ τ ο ρ ι κ ή  τ ο υ  π ε ρ ι π έ τ ε ι α, τα συγκεκριμένα της ζωής μέσα από τα οποία διάβηκε ένας τέτοιος χαρακτήρας. Κι εδώ πάλι τα αυθεντικά περιστατικά είναι πυκνά και βαρυσήμαντα, κι από μόνα τους δίνουν την απαραίτητη ένταση στον αφηγηματικό λόγο.
Τι είναι αλήθεια ο Γκόρκι σαν ανθρώπινη περπέτεια;
Το όνομά του σηματοδοτεί έναν κύκλο από ιστορικά πρόσωπα, ιστορικά γεγονότα κι έννοιες ζωής, όλα πολύ ζωντανά και στις δικές μας μέρες. Ο 20ος αιώνας, ο Σοσιαλισμός, η κουλτούρα και οι λαϊκές μάζες, οι μικροαστοί, οι διανοούμενοι, η επανάσταση - να αμέσως μερικά κεφάλαια που περνάμε, παρακολουθώντας τη ζωή του. Μάλιστα ο Γκόρκι μάς δίνει την ευκαιρία να τα γνωρίσουμε αυτά όλα πάνω στο ιστορικό ξημέρωμά τους, γιατί έχει το προνόμιο να τα πρωτοδηλώνει, είναι ακριβώς ο καλλιτέχνης που πρώτος απάντησε σ' αυτούς τους ερεθισμούς, πήγε θαρρετά προς συνάντησή τους και προσπάθησε να φωτίσει το καινούργιο που έφερναν στην ανθρώπινη ψυχολογία και στις ανθρώπινες σχέσεις. Ο ίδιος σαν άνθρωπος είναι μια λαμπρή περίπτωση, καθώς ενσαρκώνει τα νέα φαινόμενα που έφερνε ο εικοστός αιώνας και ο σοσιαλισμός στην κουλτούρα, δ έ ν ο ν τ α ς  τ ι ς  β α σι κ έ ς  λ ε ι τ ο υ ρ γ ί ε ς  τ η ς  μ ε  τ η  μ ε γ ά λ η  μ ά ζ α  τ ο υ  π λ η θ υ σ μ ο ύ. Ο δρόμος που διάνυσε το φτωχό παιδί από τη ρωσική επαρχία, αφομοιώνοντας το σύγχρονό του πολιτισμό ήταν πράγματι πολύ μακρύς. μπορούμε να πούμε ότι κίνησε από τη μια άκρη και πήγε ως την άλλη - κι έχει μέσα στην ιστορία του και στην ψυχολογία του μερικές πολύ αντιπροσωπευτικές στιγμές ενός επίμονου αγώνα που επιδιώκει να φέρει σε γόνιμη ισορροπία την Κουλτούρα και το Λαό, εμπνέοντας αληθινή επαναστατική κίνηση στον ίδιο τον πολιτισμό και στον ίδιο το λαό. Να γιατί ο Γκόρκι προσφέρεται για ένα ανάγνωσμα, όπου δε θα έχουμε τόσο να μελετήσουμε το μάστορα της λογοτεχνίας, όσο να παρακολουθήσουμε τον αγώνα του ανθρώπου, τις αγάπες του, τα μίση του, πώς πορεύτηκε αυτός στη ζωή του, πώς πολέμησε με σφοδρό πάθος τόσο τις κλειστές  τάσεις μιας φτασμένης πνευματικής κάστας, την πολυποίκιλη μικροαστική διανόηση της εποχής του, όσο και το επίσης κλειστό μέσα στον άπραγο ατομισμό του αμόρφωτο πρωτογονικό λαϊκό στοιχείο. Ο μικροαστισμός σ' όλα τα κοινωνικά στρώματα, αποπάνω ως κάτω, ο εγωκεντρισμός, η κοινωνική αναισθησία και καπηλεία, άλλη όψη του ίδιου πράγματος, ήταν για τον Γκόρκι ένα τέρας με χίλια πρόσωπα. Και το πολέμησε όσο μπόρεσε.

Θα δούμε επίσης τις αγάπες του και τις διαφωνίες του με τους ρώσους επαναστάτες - ως τον Λένιν. Τις αντιρρήσεις του Γκόρκι στη σοσιαλιστική επανάσταση του 1917 στη Ρωσία δεν τις εξαντλεί μια πολιτική αντιμετώπιση. Δεν είναι εκεί το βάρος του δικού μας ζητήματος. Η επιμονή του, όταν διαφωνεί, έχει τελικά την αξία ένός έγκυρου σήματος για μια άλλη λογική που μπαίνει στον κρίσιμο διάλογο για να υπερασπίσει τη δική της αναλογία στην ιστορική αλήθεια. Δεν ήταν διαφωνία δυο ανθρώπων. Με τα χείλη τους διασταυρώθηκαν τότε και στη Ρωσία δυο διαφορετικά πράγματα - η ανάγκη να καταρρεύσει με επανάσταση ένας ξεπερασμένος τρόπος ζωής και η άλλη ιστορική αξίωση, να μείνουν όρθιες μες στο χαλασμό οι μεγάλες αξίες του πολιτισμού που έχουν περιθώρια να ζήσουν πέρα από το θάνατο μιας παλιάς κοινωνίας. Κάτω από τις πολιτικές διαφωνίες του Γκόρκι εργάζεται αυτή η επίγνωση κι ας μην αποσαφηνίζεται πάντα. Το 1917 έγραψε στην εφημερίδα του, τη "Νέα Ζωή":

Νιώθω παντού ένας αιρετικός. Στις πολιτικές μου ιδέες θα βρει κανείς πολλές ίσως αντιφάσεις, μα δεν μπορώ, δε θέλω να τις συμφιλιώσω, γιατί τότε - για να φέρω σε ισορροπία την ψυχική μου κατάσταση και να βρω την ησυχία μου και το χουζούρι μου - πρέπει να εξοντώσω αυτήν ακριβώς την πλευρά της ψυχής μου που με απίστευτο πάθος και πόνο αγαπά τούτον δω τον ολοζώντανο, τον αμαρτωλό - κι ας μου επιτραπεί να πω ακόμα - , τον αξιολύπητο άνθρωπο στη Ρωσία.

Βλέπουμε άλλωστε ότι ο Λένιν, προσπαθώντας να τον εξουδετερώσει πολιτικά, δεν αφήνει να ατονήσει η αίσθηση για τα βαθύτερα κι αξιότερα που αντιπροσωπεύει ο Γκόρκι πέρα από τούτη την επικίνδυνη για την επανάσταση πολιτική του θέση. Στο πρόσωπο των δύο τούτων αντρών η ρωσική επανάσταση έχει δώσει ένα λαμπρό παράδειγμα ιστορικής ωριμότητας κι εντιμότητας...

Όπως δεν είναι ο σκοπός μου να μυθοποιήσω τον Γκόρκι, άλλο τόσο δεν επιχειρώ να εξαντλήσω τα βιογραφικά του. Διαλέγω ό,τι πρέπει για να σχηματίσει ο αναγνώστης σαφή εικόνα του ανθρώπου, του συγγραφέα, του δημόσιου άντρα. Να παρακολουθήσει μέσα από κείνον την εποχή. Βέβαια, προσωπικότητες σαν τον Γκόρκι δεν προσφέρονται διόλου για ήρωες ενός συμπαθητικού αναγνώσματος. Δε νιώθει εδώ ο συγγραφέας όπως μέσα σε μια ιστορία με πρόσωπα που τα δημιουργεί ο ίδιος. Η εξάρτηση λειτουργεί με αντίθετη φορά, υποχρεώνοντας σε όσο το δυνατόν περισσότερο σεβασμό, τονώνοντας το αίσθημα της ευθύνης και χαλιναγωγώντας τη φαντασία. Κι όμως αυτά τα ίδια μπορούν να σου δώσουν μεγάλη ικανοποίηση, αν τελειώνοντας μπορείς να είσαι βέβαιος πως τους όρους τούς ετήρησες ή τουλάχιστον τίμια προσπάθησες να τους τηρήσεις.

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Το ψωμί και το βιβλίο. Ο Γκόρκι, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2004

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2017

Λιλίκα Νάκου

Η Λιλίκα Νάκου γεννήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 1904. Οι βιογραφικές πληροφορίες αναφέρουν ότι ήταν δημοσιογράφος και πεζογράφος. Την "γνώρισα" πριν από πολλά χρόνια μέσα από την τηλεοπτική μεταφορά του αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος Η κυρία Ντορεμί. Έκτοτε δεν έτυχε να διαβάσω κανένα βιβλίο της και θα έλεγα ότι μου ήταν άγνωστη και ως δημοσιογράφος και ως συγγραφέας. Λησμονημένη και αγνοημένη αν και θεωρείται από τις πολύ σημαντικές γυναικείες παρουσίες που συνέβαλε με το έργο της στην υπόθεση του γυναικείου κινήματος και της χειραφέτησης των γυναικών σε εποχές πολύ δύσκολες.
Να όμως που την ανακάλυψα έστω και αργά στις σελίδες ενός παλιού τεύχους (1989)του περιοδικού" γραφή", έκδοση του Πολιτιστικού Οργανισμού Λάρισας. Η "γραφή" είχε αφιέρωμα στη Λιλίκα Νάκου.


Η αφορμή να αναζητήσω και να διαβάσω μερικά βιβλία της  δόθηκε από τον τίτλο της
νουβέλας της "Η ξεπάρθενη" , που εκδόθηκε το 1932. Τίτλος ομολογουμένως ασυνήθιστος  και πολύ τολμηρός για πεζογράφημα της εποχής του Μεσοπολέμου. Η αφήγηση σε α' ενικό ξεδιπλώνει την ιστορία μιας κοπέλας η οποία, αν και ανήκε σε καλή οικογένεια και ανατράφηκε  με τα πρότυπα της εποχής της, τολμάει να επιλέξει έναν διαφορετικό δρόμο από εκείνον που η κοινωνία και η οικογένεια είχε προορίσει για τις γυναίκες . Συζεί για λίγο με έναν άνδρα που αγάπησε και χωρίς να τον παντρευτεί φέρνει  στον κόσμο το παιδί τους. Η επιλογή της να γεννήσει και να μεγαλώσει το παιδί της μόνη της  έρχεται σε αντίθεση με τα οικογενειακά πρότυπα και τις αξίες της κοινωνίας. Η ηρωίδα παλεύει σκληρά για να μεγαλώσει το παιδί της κρυφά από την οικογένειά της και βιώνει με τον πιο τραγικό τρόπο αυτή την επιλογή της.

"Το γυναικείο σώμα, παρά την αντίληψη της εποχής, αποδεικνύεται ερωτογενές και διεκδικεί το δικαίωμα της ερωτικής και σεξουαλικής επιθυμίας έξω από τις κοινωνικές συμβάσεις. Και στη νουβέλα αυτή υπάρχουν «οι γυναίκες κούκλες» της μεσοαστικής τάξης που φλυαρούν στα σαλόνια, δεν εργάζονται και ζουν στο ψέμα και την υποκρισία των σχέσεων και οι γυναίκες, όπως η ηρωίδα, που διεκδικούν το δικαίωμα της αυτονομίας, της επιθυμίας, της εργασίας και της γραφής."(1)

"Η ξεπάρθενη" με τον τίτλο "Το βιβλίο του Πετρή μου" πήρε το πρώτο βραβείο στο διεθνή διαγωνισμό διηγήματος της εφημερίδας " Μικρού Παρισινού". Οι κριτικές ήταν ενθουσιώδεις και ο Κωστής Παλαμάς έγραψε ότι σπάνια βιβλίο του έδωσε τέτοια βαθιά συγκίνηση ενώ ο Γεώργιος Βεντήρης σημείωσε ότι " Την ώρα που τόσοι και τόσοι βλέπουν τον άνθρωπο σα μηχανή ή σαν αφηρημένο μόριο η φλόγα της Λιλίκας Νάκου έρχεται να φωτίσει μερικούς από μας." 

Το 1935 η Λιλίκα Νάκου γράφει το μυθιστόρημα
" Παραστρατημένοι" . Με αυτό το έργο έγινε γνωστή στα νεώτερα χρόνια καθώς ήταν το  πρώτο της  που  μεταφέρθηκε  στη μικρή οθόνη το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 1979 έως το Φεβρουάριο του 1980. Δυστυχώς δεν διασώθηκε κανένα επεισόδιο καθώς κάποιοι διέγραψαν εντελώς τη σειρά από το αρχείο της ΕΡΤ .
Οι "Παραστρατημένοι " αφηγούνται  συμβάντα από την παιδική ηλικία της συγγραφέως , τη ζωή και την εκπαίδευσή της στην Ελβετία. Αυτοβιογραφική διάθεση με κυρίαρχα μοτίβα τη μοναξιά, την έλλειψη  μητρικής αγάπης, τις προβληματικές ανθρώπινες σχέσεις, τους ανεκπλήρωτους έρωτες,  το θάνατο, το μηδενισμό αλλά και την τάση για την ψυχική ελευθερία και την αποδέσμευση από τα στερεότυπα  μέσα από την εργασία και το διάβασμα.

"Η αφήγηση, μέσα από τα γεγονότα της εσωτερικής και εξωτερικής ζωής της ηρωίδας, ξεδιπλώνει την προσωπική της πορεία προς την ανακάλυψη του εαυτού της όσο και μια σειρά από γυναικεία και αντρικά πρόσωπα, που κινούνται γύρω της και των οποίων οι μικρές ‘εγκιβωτισμένες’ ιστορίες ζωής αποκαλύπτουν αντρικές και γυναικείες στάσεις εμποτισμένες από τα διαδεδομένα στερεότυπα της κοινωνίας της εποχής. Τα στερεότυπα για τη γυναίκα είναι η παρθενία πριν το γάμο  η υστερική γυναίκα, η πόρνη, η μητρική και προστατευτική γυναικεία φιγούρα, η γυναίκα-θύμα, η γυναίκα που αφιερώνεται στους άλλους, ευαίσθητη και γενναιόδωρη, η γυναίκα που «εκμεταλλεύεται» τους άντρες , η «εγκαταλελειμμένη» γυναίκα, η ανικανοποίητη γυναίκα. Όλες αυτές οι στερεοτυπικές εικόνες της γυναίκας εμφανίζονται είτε ως αναπαραστάσεις των ανδρών αποτυπωμένες στις συζητήσεις των ανδρών μεταξύ τους ή με τις γυναίκες είτε ως στάσεις διαφόρων γυναικείων τύπων μέσα στις ‘εγκιβωτισμένες’ αυτές ιστορίες στην ιστορία της κύριας αφήγησης. Πρέπει να σημειώσουμε ότι τα δευτερεύοντα γυναικεία ή ανδρικά πρόσωπα που περιβάλλουν την κεντρική ηρωίδα λειτουργούν ως ‘συνεργοί’ (adjuvants) για την ίδια, αφού τη βοηθούν να έχει πρόσβαση στον εσώτερο εαυτό της, να ανιχνεύσει τα όρια και τα αδιέξοδά της, τις αντιθέσεις, τις διαφορές και τα κοινωνικά παράδοξα. Τα διαφορετικά γυναικεία ‘εγώ’ συγκροτούν το ‘εγώ’ της Αλεξάνδρας και το ‘εγώ’ της γυναίκας γενικά, παρά τις μερικές διαφοροποιήσεις. Μέσα από μια χαμηλόφωνη αφήγηση, η οποία παίζει κυρίαρχο ρόλο στη διατύπωση μιας σκέψης για τη γυναικεία ταυτότητα, η αφηγήτρια, ακούγοντας προσεχτικά τον εαυτό της, ομολογεί τις αδυναμίες, τους φόβους της και διηγείται τις περιπέτειές της, τις προσπάθειες, τις ματαιώσεις και τις αποτυχίες της."(2)


Οι "Παραστρατημένοι" είναι άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες, που παρασύρονται από τις αδυναμίες τους και παραιτούνται από τη ζωή υποταγμένοι σε αρρωστημένα συναισθήματα και αδιέξοδες καταστάσεις. Η βασική ηρωίδα του μυθιστορήματος αγωνίζεται να δραπετεύσει από αυτά βαδίζοντας ωστόσο πολλές φορές σε κινούμενη άμμο έτοιμη να καταποντιστεί ανά πάσα στιγμή. Κατορθώνει όμως να ισορροπήσει και να απελευθερωθεί ανακαλύπτοντας ένα νέο νόημα στην ταλαιπωρημένη της ζωή.

" Ένιωθα τώρα στο βάθος μου πως είχα βρει το σκοπό της ζωής μου. Μια σκέψη μόνο με βασάνιζε: Θα μπορέσω τάχα εγώ να πλάσω έναν άνθρωπο; Έναν Άνθρωπο με καρδιά γερή και μεγάλη;...Και θα μπορέσω εγώ να του δείξω τον ίσιο δρόμο, ώστε πατώντας στα ερείπια που άφηκε η γενιά μας, να πετάξει μπροστά;..."

Οι "Παραστρατημένοι" είναι ένα σπαρακτικό, ένα σχεδόν καταθλιπτικό μυθιστόρημα , το οποίο όμως κατορθώνει στο τέλος να εμφυσήσει ελπίδα και αισιοδοξία για τη γυναίκα και για τον άνθρωπο γενικά.

Το 1953 γράφει μία ακόμη νουβέλα, τη" Ναυσικά". Και εδώ η μοίρα των γυναικών, τα στερεότυπα, οι προβληματικές σχέσεις στην οικογένεια και η σύγκρουση ανάμεσα στη μητέρα και την κόρη κυριαρχούν. Ο θάνατος και η απώλεια της μητέρας αφήνουν  ένα κενό αλλά η ηρωίδα στο τέλος χαράζει τον δρόμο της , ένα δρόμο διαφορετικό που την οδηγεί στη διαμόρφωση μιας προσωπικότητας απελευθερωμένης σε σχέση με τις απαγορεύσεις και τα πρέπει που η κοινωνία προστάζει.
Αυτά τα έργα υπήρξαν σταθμοί όχι μόνο στο λογοτεχνικό έργο της Λιλίκας Νάκου αλλά και στην ελληνική λογοτεχνία. Η συγγραφέας δεν ενδιαφερόταν απλά για τα προβλήματα της γυναίκας και για τα κοινωνικά προβλήματα αλλά υιοθέτησε μια διαφορετική οπτική που συμφωνούσε με τις προοδευτικές αντιλήψεις της και τη στάση της στη ζωή. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι έζησε στην Ελβετία και στη Γαλλία, ότι απέκτησε ευρωπαϊκή μόρφωση βιώνοντας συγχρόνως τα μεγάλα λογοτεχνικά ρεύματα , τις ιδεολογίες και τις επαναστατικές ιδέες μέσα από τον αγώνα για την πραγματοποίησή τους.
Ο Γρηγόρης Ξενόπουλος έγραψε ειδικά για τους Παραστρατημένους ότι " Το ελληνικό μυθιστόρημα έχει βρει τη μορφή του (...) γιατί η Λιλίκα Νάκου έχει το δώρο να επικοινωνεί με τον αναγνώστη της. Μας άνοιξε ένα παράθυρο προς τη Δύση. Τα περισσότερα βιβλία που γράφονταν ως τότε ήταν σχεδόν ηθογραφίες. Η Λιλίκα Νάκου, με το βίωμά της στο εξωτερικό, μας κάνει και ζούμε με το πνεύμα της Ευρώπης, έχοντας ωστόσο βαθιές ρίζες στη γη της Ελλάδος".
Η ποιήτρια Μελισσάνθη κατατάσσει τη Λιλίκα Νάκου " στις γυναικείες διασημότητες της εποχής του μεσοπολέμου, μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού.
Τα πρωτοποριακά βιβλία της : " Η ξεπάρθενη" κι οι " Παραστρατημένοι", που ως τώρα, καμμιά νεώτερη συγγραφεύς δεν μπόρεσε να τα ξεπεράσει σε τόλμη, είχαν γίνει σταθμός για το κίνημα της γυναικείας απελευθέρωσης" 

Αξίζει να προστεθεί στις  αρετές  της εξιστόρησης η εξαιρετική περιγραφική αφήγηση που ζωντανεύει το τοπίο είτε αυτό βρίσκεται στην Αθήνα, στην Αττική, στη Γενεύη , στη Μασσαλία. Χρώματα, μυρωδιές, φωνές, εποχές εναλλάσσονται στις σελίδες βοηθώντας να εντρυφήσουμε ακόμη περισσότερο στην ψυχολογία των ηρώων που μεταλλάσσεται από  χαρά σε λύπη και προχωρά  από το φως στο σκοτάδι ανάλογα με το αν η υπόθεση  εξελίσσεται στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό και γίνεται πιο έντονο το αίσθημα της μοναξιάς και της νοσταλγίας.

Το επόμενο βιβλίο που μπόρεσα να βρω είναι "Οι οραματιστές της Ικαρίας". Το έγραψε το 1963.
Η Λιλίκα Νάκου πήγαινε για χρόνια στην Ικαρία για λουτροθεραπεία στις ιαματικές πηγές καθώς αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Λέγεται ότι από ευγνωμοσύνη στην Ικαρία έγραψε αυτό το μυθιστόρημα. Οραματιστές είναι εκείνοι που έβλεπαν ένα άλλο μέλλον για το νησί , μακριά από την εμπορευματοποίηση και κερδοφόρες επενδύσεις, στηριζόμενοι στα χέρια τους και στις δυνάμεις τους.  Οραματιστές όμως είναι  και εκείνοι που έβλεπαν οράματα και ερμήνευαν με τον δικό τους απλοϊκό τρόπο τη φύση και ό,τι την περιέβαλλε.
Από τη μια μεριά αυτοί οι φτωχοί, που το μυαλό τους και τα μάτια τους άνοιξαν από τους χιλιάδες εξόριστους που στάλθηκαν στην Ικαρία και οι άλλοι οι απλοί άνθρωποι με τις δεισιδαιμονίες τους και την αγνή ψυχή τους. Από την άλλοι οι Ικαριώτες - μετανάστες στην Αμερική, που έφυγαν φτωχοί και έγιναν πλούσιοι και επιστρέφουν στον τόπο τους κουβαλώντας  όχι μόνο την αμερικάνικη νοοτροπία και ιδεολογία της επένδυσης και του πλουτισμού, αλλά και τα προβλήματά τους, τις άρρωστες και αλλοτριωμένες σχέσεις τους, τη μοναξιά που κουβαλούν σε κάθε τους βήμα.  Μόνο που εδώ στο νησί αρχίζουν και ξεκαθαρίζουν τα πράγματα και σιγά σιγά ξαναβρίσκουν τον εαυτό τους . Αυτό οφείλεται στην επαφή τους με τους απλούς ανθρώπους της Ικαρίας και στην πανέμορφη φύση, είτε του βουνού είτε της θάλασσας.
Πολλοί χαρακτήρες σε πρώτο και δεύτερο ρόλο, με τις συγκρούσεις τους και τους έρωτες τους, αναδύονται από τις σελίδες του μυθιστορήματος και πίσω από αυτούς  η Ικαρία με τη φυσική της ομορφιά, την ιστορία και τους μύθους της , τους χιλιάδες εξόριστους και τους αγώνες της, απρόσωπες μεγαλουπόλεις της Αμερικής , το βροχερό και καταθλιπτικό Παρίσι. Αλλά και έμμεσοι πολιτικοί σχολιασμοί για το μέλλον της ανθρωπότητας, τις πυρηνικές δοκιμές και την απειλή ενός πυρηνικού πολέμου μαζί με τις αναφορές στην κατάκτηση του διαστήματος από Ρώσους και Αμερικάνους. 
Εκείνο όμως που προβάλλεται ιδιαίτερα είναι η ελπίδα, η πίστη και η αγάπη στη ζωή , στα μικρά και απλά καθημερινά πράγματα, στην ομορφιά του έρωτα και της φύσης, στη φωτεινή πλευρά του ανθρώπου.

" - Έλα! είπε στον Κοσμά, να βγούμε έξω! Ξημερώνει! Θα βγει όπου να' ναι ο ήλιος! Ας είναι παγωνιά, πάμε έξω να δούμε την ανατολή.
Και βγήκανε έξω στην αυλή, που ήτανε στο ύψωμα, και που φαινότανε γύρω όλο το πέλαγος! Και είχε μια τέτοια διαύγεια που έβλεπες ως πέρα μακριά. Έβλεπες όλα τα νησάκια που ξεπροβάλλανε τριανταφυλλένια, ένα - ένα, μέσα από τη θάλασσα!
Όποιος δεν έχει ζήσει και δεν έχει δει τα νησιά του Αιγαίου μια τέτοια πρωινή ώρα, δεν ξέρει τι θα πει στον κόσμο ομορφιά!
Και ο Κοσμάς κι η Δεσποινιώ στέκανε ορθοί, ο ένας κοντά στον άλλον, θαμπωμένοι από το καινούργιο φως.
Βλέπανε τον ήλιο που ανέτειλε ανάμεσα στη θάλασσα.
Και η Ικαρία, το νησί τους, που ήταν μια μικρή κουκίδα γης στη ράχη του Αιγαίου φωτίστηκε και αυτή, και γίνηκε σαν ένα πολύτιμο πετράδι!
Έπαιρνε κι αυτή με τη σειρά της μερδικό από την ομορφιά του κόσμου, γιατί κανένα πια νησάκι, κανένας βράχος γυμνός δεν θ' απόμενε παραπονεμένος πάνω στη γη.
Ο ήλιος θα ανέτελνε τώρα για όλους, και θα σκόρπιζε ίδια παντού, το φως και τη χαρά του."

Λιλίκας Νάκου, Η ξεπάρθενη , Δωρικός, Αθήνα 1979
                        Ναυσικά , Δωρικός, Αθήνα 1980
                        Παραστρατημένοι, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2009,
                        12η έκδοση
                        Οι οραματιστές της Ικαρίας, Δωρικός, Αθήνα 1982
(1,2) Διαμάντη Αναγνωστοπούλου, Ανάδυση της έμφυλης γυναικείας ταυτότητας σε αφηγηματικά έργα γυναικών συγγραφέων της λογοτεχνικής γενιάς του τριάντα










Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

Μπερτλ Μπερτλς: Εξόριστοι στο Αιγαίο

Ανάφη.Εξόριστοι έτοιμοι για την υποδοχή καραβιού

Ο Αυστραλός δημοσιογράφος και συγγραφέας Μπερτ Μπερτλς προτείνει στη σύντροφό του Ντόρα να συναντηθούν στην Ελλάδα. Είχε να τη δει τρία χρόνια καθώς εκείνη « είχε φύγει  από την Αυστραλία με δυο φίλες της πάνω σε μια σκούνα δέκα μέτρων με στόχο μια θαλασσινή περιπλάνηση στην Παπούα, στις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες, στη Μαλαισία, στη Σιγκαπούρη. Στη διάρκεια των τριών αυτών χρόνων, η Ντόρα είχε επισκεφτεί επίσης την Ιαπωνία, την Κίνα και διάφορες ευρωπαϊκές χώρες ( χώρες που αγνοούσα, εφόσον δεν είχα ταξιδέψει ποτέ εκτός Αυστραλίας) και τώρα ερχόταν από το Λονδίνο για να με συναντήσει». 
Στην πρότασή του απαντά: « Εντάξει, στον Παρθενώνα με το ηλιοβασίλεμα»
Η συνάντηση στον Παρθενώνα ξεφεύγει από τα συνηθισμένα ρομαντικά πλαίσια και η ματιά του Μπερτλς μας προϊδεάζει για το διαφορετικό ύφος και περιεχόμενο  της αφήγησής του.

« Οι περισσότεροι άνθρωποι που έρχονται σε αυτή τη χώρα αισθάνονται καθήκον τους να επισκέπτονται τον Παρθενώνα σαν να είναι Διαμαρτυρόμενοι ιερείς , είχε πει κάποτε η Ντόρα.
Είχαμε μιλήσει και μ’ έναν άλλο νεαρό που τον είχε βρει θαυμάσιο.
Τον είχε επισκεφτεί κάποτε και αισθανόταν ότι είχε κάνει το καθήκον του απέναντι στην Ελλάδα, έχοντας δει ένα θαύμα μοναδικό.
Εμείς πάντως δεν εκτιμήσαμε ιδιαίτερα αυτό το αφηγηματικό σκεπτικό για τον Παρθενώνα, λες και ήταν άσχετο με την ιστορία της χώρας και με τη ζωή των ανθρώπων της. Θεωρούσαμε την Αφηρημένη Ομορφιά χίμαιρα, έτσι τουλάχιστον πίστευα εγώ. Για μένα τα πράγματα είναι όμορφα ή όχι, ανάλογα με τη σχέση τους.
Εκείνο που βρήκαμε διαφωτιστικό σχετικά με τον Παρθενώνα ήταν το γεγονός ότι, το 1687, οι Τούρκοι είχαν αποθηκεύσει εκεί το μπαρούτι τους και οι Ενετοί το είχαν ανατινάξει. Κατά την ανατίναξη το κτίσμα καταστράφηκε με αποτέλεσμα να χαθούν τριακόσιες ζωές.
« Να λοιπόν τι συμβαίνει στην αφηρημένη ομορφιά, όταν συγκρούονται ανταγωνιστικοί ιμπεριαλισμοί» σκέφτηκα όταν το πληροφορηθήκαμε.

Τέλος Αυγούστου – αρχές Σεπτεμβρίου του 1935 οι Μπερτλς έρχονται για διακοπές στην Αθήνα και αυτό το ταξίδι έγινε η αφορμή για να γνωρίσουν την πραγματική Ελλάδα, τον τόπο, τους ανθρώπους, την καθημερινότητα και την πολιτική πραγματικότητα.
Οι πρώτες τους μέρες στην Αθήνα σημαδεύονται από πυροβολισμούς που « στην πραγματικότητα ήταν τα προεόρτια του πραξικοπήματος μέσω του οποίου καταργήθηκε το δημοκρατικό πολίτευμα και αποκαταστάθηκε η μοναρχία, μόνο που εμείς δε γνωρίζαμε ακόμα τίποτε» 
Περιπλανιέται στην Αθήνα του μεσοπολέμου και μεταφέρει τις εντυπώσεις του για ό,τι συναντά μπροστά του, ανθρώπους, καταστήματα, καφενεία, τρόφιμα, ποτά, ενδυμασία όλα σχολιασμένα υπό το πρίσμα μιας διαφορετικής κουλτούρας αλλά και της αριστερής ιδεολογίας.

« Παρ’ όλα αυτά, στην αρχή και ως ένα σημείο, η ιδέα των διακοπών μας προστάτευε από τη φορτισμένη ατμόσφαιρα της ελληνικής πολιτικής. Έπειτα από οκτώ ολόκληρα χρόνια απασχόλησης σε μια καθημερινή  εφημερίδα, από τα είκοσι έξι ως τα τριάντα τέσσερα μου χρόνια, αισθανόμουν μια σχετική ανακούφιση  που ήμουν απελευθερωμένος από τις βιαιότητες, την πολιτική, τα ναυάγια και τις εξεγέρσεις. Είχαμε δυο τρία χρόνια μπροστά μας για να περιπλανηθούμε στον κόσμο χωρίς να γράψουμε λέξη, εκτός κι αν το θέλαμε πραγματικά. Γιατί λοιπόν εγώ τρωγόμουν να μάθω οτιδήποτε συνέβαινε; Είχα πια μπουχτίσει απ’ όλα αυτά και κατέκρινα τον εαυτό μου. Δεν θα μπορούσε δηλαδή κάποιος να ρίξει απλώς μια ματιά στα μέρη που τον ενδιέφεραν και κατόπιν να συνεχίσει; Προσπαθήσαμε να το κάνουμε, αλλά σιγά σιγά μάθαμε ότι τα ταξίδια πρέπει να έχουν αντικειμενικούς στόχους. Εφόσον είχαμε έρθει στην Ελλάδα με μοναδικό σκοπό την αναψυχή μας, δεν σκοπεύαμε να μείνουμε περισσότερο  από δυο τρεις μήνες, καθώς όμως αρχίσαμε να ενδιαφερόμαστε για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο ελληνικός λαός και μεγάλωνε το ενδιαφέρον μας για την πολιτική κατάσταση, παρατείναμε την επίσκεψή μας, παραμένοντας σχεδόν για ένα χρόνο. Κατά συνέπεια, ό,τι θα μπορούσε να θεωρηθεί ως κάτι παραπάνω από απολαυστικές διακοπές, εξελίχτηκε σε μια πνευματική περιπέτεια. Για το σκοπό, επισκεφτήκαμε νησιά που δεν θα είχαμε σκεφτεί να επισκεφτούμε ποτέ, νησιά που δεν αναφέρονταν στους τουριστικούς χάρτες μας και συναντήσαμε ανθρώπους που τώρα πια γνωρίζουμε ότι θα ήταν τραγωδία αν δεν συναντούσαμε.»
Πρώτη έκδοση στο Λονδίνο το 1938

Αυτό το ταξίδι, η πνευματική περιπέτεια, αρχίζει από την Ιθάκη και το βλέμμα του δεν αφήνει τίποτε απαρατήρητο από μια Ελλάδα άγνωστη σε πολλούς ακόμη και σήμερα.

« Μια μέρα με το χάραμα, μαζί με κάποιους Θιακούς φίλους που είχαν ζήσει για χρόνια στην Αυστραλία, διασχίσαμε το κοιμισμένο χωριό Κιόνι. Σκαρφαλώνουμε καβάλα στα γαϊδούρια μέσα από τα στρατώνια της λοφοπλαγιάς, τα πετρώδη χωράφια για τα αμπέλια, τα καλαμπόκια και τις ελιές. Οι μοναδικοί ήχοι που ακούγονταν ήταν από τις κουδούνες των κατσικιών και τα περιστασιακά βελάσματα από τα κοπάδια, μα ξάφνου, σε μια στροφή του ορεινού δρόμου, θυμηθήκαμε τα προβλήματα που ταλάνιζαν τον κόσμο. Πάνω σε μια πελώρια κοτρόνα υπήρχε ένα μεγάλο σφυροδρέπανο, σχεδιασμένο με κόκκινη μπογιά. Από κάτω υπήρχε ένα σύνθημα, το ίδιο κόκκινο, με κάθε του γράμμα γύρω στο μισό μέτρο ύψος. Οι φίλοι μας μετέφρασαν:

ΚΑΤΩ Ο ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ
Ο ΠΟΛΕΜΟΣ
ΚΑΙ Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ»

Στο πέρασμά του από την Ήπειρο , το ζευγάρι περιηγείται την πόλη της Άρτας , πηγαίνει στα Γιάννενα και με μια πορεία 17 ωρών οδηγείται στο Μέτσοβο και από εκεί στην Καλαμπάκα. Φωτογραφικές περιγραφές μας ταξιδεύουν σε άλλες εποχές, αλλά δεν μπορεί κανείς να μη γελάσει πικρά όταν ο Μπέρτλς περιηγούμενος τα παζάρια της Άρτας εκπλήσσεται γιατί

« Ούτε στα παζάρια, ούτε σε κάποιο κατάστημα βρήκαμε να πουλιούνται αγροτικά εργαλεία, εκτός από μερικά μικρά. Δεν υπήρχαν μηχανήματα για άρμεγμα, τρακτέρ, αλωνιστικές μηχανές ή σταχωτές. Υπήρχαν πολλές τσάπες, μερικές μεταλλικές και άλλες ξύλινες και ακόμα περισσότερα απίστευτα πρωτόγονα ξύλινα δικράνια. Ξύλινα δικράνια και τσάπες και ξύλινα αλέτρια, παρ’ όλο που ένα μεγάλο ποσοστό του ελληνικού εδάφους είναι βραχώδες όσο και οποιαδήποτε άλλη καλλιεργήσιμη γη του κόσμου και μάλιστα τόσο βραχώδες….»

Στα Γιάννενα πληροφορείται το πραξικόπημα του στρατηγού Κονδύλη, που ανέτρεψε τον Τσαλδάρη και ανέλαβε τη διακυβέρνηση του τόπου. Έτσι επιστρέφοντας στην Αθήνα βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια διαφορετική πολιτική κατάσταση , όπου κυριαρχούσε η τρομοκρατία. Πολλοί άνθρωποι οδηγούνταν στη φυλακή και ακόμη περισσότεροι στην εξορία. 
Μεταδίδει όλη την ατμόσφαιρα που επικρατούσε με την κήρυξη του νόθου δημοψηφίσματος για την επιστροφή του βασιλιά, περιγράφει τις συγκρούσεις βενιζελικών και αντιβενιζελικών , οι οποίοι όλοι μαζί κατέληξαν να υποστηρίζουν τις ίδιες απόψεις και παρουσιάζει την αντιφατική συμπεριφορά του Ελευθέριου Βενιζέλου. 
Η επιστροφή του βασιλιά και όσα ακολουθούν καλύπτονται με αναλυτική παρουσίαση αλλά και σχόλια για την πολιτική κατάσταση και τους πρωταγωνιστές της επικεντρώνοντας στην οργάνωση εκδηλώσεων για γενική αμνηστία 

« Όσο παράδοξο και αν φαίνεται , η κατάσταση είχε ως εξής;:
1. Απελευθερώθηκαν οι φυλακισμένοι που είχαν σηκώσει τα όπλα τους εναντίον του κράτους, ακόμα και μερικοί που είχαν καταδικαστεί σε ισόβια, αλλά…
2. Δεν απονεμήθηκε χάρη στους φυλακισμένους που κρατούνταν ή βρίσκονταν εξόριστοι επειδή είχαν διεκδικήσει το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου, είχαν συμμετάσχει σε συγκεντρώσεις, είχαν γράψει συνθήματα σε τοίχους με κιμωλία, είχαν απεργήσει, είχαν λάβει μέρος σε αντιφασιστικά συλλαλητήρια ή σε ταραχές για το επίδομα της διατροφής.
Με λίγα λόγια, η γενική αμνηστία δεν ήταν καθόλου γενική.»

Όταν ο Μπερτλς μαθαίνει για τον ποιητή Κώστα Βάρναλη τον αναζητά. Σε ένα καφενείο « σε κάποιο σοκάκι από αυτά που συγκλίνουν προς την παλιά Μητρόπολη» τον συναντά και συζητά μαζί του λογοτεχνικά, πολιτικά και ιδεολογικά θέματα αρχίζοντας από το Φως που καίει, έργο άγνωστο στο δημοσιογράφο και καταλήγοντας στο γεγονός της εξορίας του ποιητή. Η συζήτηση για τις αιτίες και τις συνθήκες της εξορίας του ποιητή κάνει τον Μπέρτλς να τον ρωτήσει αν κάποιος μπορεί να επισκεφθεί μερικά από αυτά τα νησιά.

« Και πώς ήταν οι συνθήκες στην εξορία;» τον ρώτησα
« Απαίσιες, πρωτόγονες, πολύ άσχημες», μου απάντησε. « Υπήρχε ανεπάρκεια τροφής, απαράδεκτη στέγαση, ψύλλοι, τίποτα για διάβασμα, κανενός είδους αβρότητα και να φανταστείτε ότι εγώ βρισκόμουν στον Άγιο Ευστράτιο, το καλύτερο νησί εξορίας. Σε μερικά από τα νησιά πρέπει να ζουν σαν τρωγλοδύτες. Αυτό είναι αποτρόπαιο».
«Αναρωτιόμαστε αν θα μπορούσαμε να επισκεφτούμε μερικά από αυτά τα νησιά», του είπα.
Εκείνος έβαλε τα γέλια, αλλά τον διαβεβαίωσα ότι μιλούσα σοβαρά, ότι ήθελα να δω με τα μάτια μου τον τρόπο με τον οποίο ζούσαν οι πολιτικοί κρατούμενοι.»

Το συχνό σκαρφάλωμα στο Πεντελικό όρος του δίνει την ευκαιρία να αναφερθεί στο περίφημο μάρμαρό του αλλά και στις συνθήκες εργασίας και διαβίωσης των εργατών στην περιοχή εξόρυξής του.

« Όταν βρισκόμασταν εκεί, οι εργάτες έπαιρναν εξήντα δραχμές μεροκάματο για την εργασία αυτή, που αντιστοιχούν σε 2 σελίνια και 4 πένες. Οι εργάτες ζούσαν με τις οικογένειές τους κοντά στα νταμάρια, μέσα στα δικά τους μαρμάρινα παλάτια. Ήταν κάτι ανυπόφορες μικρές παράγκες, χτισμένες από περισσεύματα μαρμάρου».

Μετά το θάνατο του Κονδύλη το ζευγάρι έφυγε από την Αθήνα για τις Κυκλάδες « έχοντας προβεί προκαταβολικά σε όποιες επαφές μπορούσαμε ( κάτι που ουσιαστικά σήμαινε να βασιστούμε στην τύχη μας) για να επισκεφτούμε νησιά της άγονης γραμμής και κυρίως ένα, όπου ελπίζαμε να δούμε με τα μάτια μας πώς ζούσαν εκείνοι οι πολιτικοί εξόριστοι για τους οποίους τόσα είχαμε ακούσει στη διάρκεια των θερμών εβδομάδων της προεκλογικής εκστρατείας».

Από τα πιο συναρπαστικά κεφάλαια του βιβλίου είναι αυτό που περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια , μετά από περιπετειώδες ταξίδι και ακόμη πιο αγωνιώδη άφιξη, την επίσκεψη τους στην Ανάφη.

«Όσο απίστευτο κι αν φαινόταν , είχαμε φτάσει.
Όταν κοιτάξαμε από τη μια μεριά του πλοίου δεν μπορέσαμε να διακρίνουμε τίποτα, από την άλλη όμως είδαμε το νησί σε απόσταση. Έμοιαζε σαν ασουλούπωτος ιπποπόταμος που στεκόταν ακίνητος μέσα στο νερό με τη μεγάλη του πλάτη ν΄αγγίζει τον ουρανό. Κοντά του ακούγονταν θόρυβοι. Από την ακτή ακούστηκαν οι φωνές των βαρκάρηδων. Μπορούσαμε να δούμε τις λάμπες που κρατούσαν να κουνιούνται πάνω κάτω. Σύντομα βρέθηκαν πλάι μας φωνάζοντας στα μέλη του πληρώματος. Είχαμε έτοιμες τις αποσκευές μας και καθώς είχα δώσει στους καμαρότους περίπου δέκα τοις εκατό φιλοδώρημα για το φαγητό μας και για τις επιπλέον υπηρεσίες που μας είχαν προσφέρει, δε μας άφησαν να κουβαλήσουμε τίποτα. Ο ένας πήρε το χαρτοφύλακα, ο άλλος τη γραφομηχανή, παρ’ όλο που η σανιδόσκαλα δεν απείχε ούτε δέκα μέτρα….Μέσα στη μικρή βάρκα ανανεώσαμε την πίστη μας στην αποστολή μας. Η βάρκα ήταν πολύ φορτωμένη και ελάχιστος χώρος έμενε ελεύθερος, ενώ κατά διαστήματα έμπαζε νερά. Οι βαρκάρηδες έπρεπε να τραβήξουν κουπί για αρκετή ώρα και αφοσιώθηκαν στο έργο τους χωρίς πολλές κουβέντες. Εγώ άρχισα να τραγουδάω , αλλά ο άνεμος έπαιρνε τα λόγια μου μακριά και μόλις και μετά βίας μπορούσα ν’ ακούω τον εαυτό μου….
Καθώς πλησιάζαμε στην ακτή, ακούγαμε βουητό από φωνές. Φώναζαν προς το μέρος μας και οι άνδρες στη βάρκα έδειξαν ν’ ανησυχούν. Δεν καταλαβαίναμε τι συνέβαινε, ξαφνικά όμως, μέσα στο μισόφωτο, είδαμε ένα μεγάλο βράχο που έπρεπε να αποφύγουμε για να μη συγκρουστούμε…
Μόλις φτάσαμε στην παραλία, μια ομάδα από γυμνούς, κυριολεκτικά ολόγυμνους άνδρες, χίμηξε στο νερό κρατώντας τη βάρκα και φωνάζοντας με όλη τους τη δύναμη. Αυτό μας άφησε άναυδους. Σ’ ένα νησί τόσο αφιλόξενο και χωρίς λιμάνι, δεν θα μας προκαλούσε εντύπωση αν οι άνδρες που θα έρχονταν για να βοηθήσουν στο άραγμα της βάρκας ήταν έγχρωμοι, ετούτοι όμως ήταν λευκοί, τα σώματά τους ήταν χλωμά και άστραφταν στο φως που έριχναν οι λάμπες θυέλλης και τα αναμμένα δαδιά. Ένα σχοινί ρίχτηκε προς το μέρος τους κι εκείνοι προσπάθησαν να σύρουν τη βάρκα στη στεριά, αλλά εκείνη αντιστεκόταν. Τα κύματα χτυπούσαν κοντά μας και μας ράντιζαν με άφθονο νερό. Από κάθε πλευρά άνδρες φώναζαν οδηγίες, ενώ μερικοί έπαιρναν τις αποσκευές και τα δέματα. Κάποιος με τράβηξε από το χέρι και χτύπησε τον ώμο του δείχνοντας ότι προσφερόταν να με κουβαλήσει στην ακτή. Δεν υπήρχε χρόνος για δισταγμούς…
Αυτή, λοιπόν , ήταν η Ανάφη. Είχαν χρειαστεί τρεις μέρες και τέσσερις νύχτες, αλλά τελικά είχαμε φτάσει. Στην παραλία άναβε μια μεγάλη φωτιά. Οι σύντροφοι μας περίμεναν και είχαν έρθει για να μας προϋπαντήσουν. Και με τι τρόπο!»

Οι Μπερτλς οδηγήθηκαν στο χωριό και έφτασαν στο οίκημα που στέγαζε την ομάδα συμβίωσης των πολιτικών εξορίστων. Εδώ μέσα θα γνωρίσουν πολύ καλά τις συνθήκες που ζούσαν οι εξόριστοι , θα πληροφορηθούν τις δυσκολίες, θα φάνε και θα πιούν μαζί τους από το υστέρημά τους , θα νιώσουν βαθιά τη φιλόξενη διάθεσή τους, θα περιηγηθούν διάφορες τοποθεσίες του νησιού, θα συναντηθούν με μερικούς από τους κατοίκους , θα κληθούν στο τμήμα , μα πάνω από όλα θα συζητήσουν με τους εξόριστους και θα μας προσφέρουν πλούσιες και πολύτιμες πληροφορίες για τη ζωή τους, τη δράση τους και τις ιδεολογικές τους θέσεις. Εκτός από τις μορφές των εξορίστων που αναδεικνύονται μέσα από  τις συζητήσεις – συνεντεύξεις , ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει και το κεφάλαιο , το οποίο αναφέρεται στην απεργία πείνας των πολιτικών εξορίστων στην Ανάφη. 

Ανάφη. Απεργία πείνας εξορίστων 1935

«« Και τώρα μιλήστε μας για την απεργία πείνας», είπα την επόμενη νύχτα, όταν οι σύντροφοι είχαν ολοκληρώσει τη μελέτη τους…
Συναντηθήκαμε στην τραπεζαρία της ομάδας, όπου κρεμόταν το μεγάλο παστέλ πορτρέτο του Ένγκελς. Έφεραν μισό τενεκέ κηροζίνης γεμάτο στάχτες και χόβολη στην επιφάνεια και τον τοποθέτησαν κάτω από το τραπέζι για να ζεσταίνει τα πόδια μας. Καθίσαμε όλοι, με τα πανωφόρια μας ριγμένα στους ώμους σαν κάπες, χωρίς να φοράμε τα μανίκια όπως συνηθίζεται στην Ελλάδα. Τα φορούσαμε συνεχώς, όσον καιρό μείναμε στην Ανάφη. Το νησί ήταν κρύο ακόμα και με λιακάδα. Άνεμος παντού, αδύνατο να του ξεφύγεις ακόμα και μέσα σε αυτά τα πρωτόγονα αγροτόσπιτα που καταλάμβαναν οι εξόριστοι και ήταν παγωμένα, κυρίως τη νύχτα – πέτρινοι τοίχοι, χωμάτινο πάτωμα, χωρίς τζάκια, πέρα από μια μικρή εστία στην κουζίνα για το μαγείρεμα, σπασμένες πόρτες που δεν έκλειναν…
Γύρω μας πρέπει να είχαν συγκεντρωθεί καμιά εικοσαριά μέλη της ομάδας, ενώ η Ντόρα και ο Γιώργος ως συνήθως μετέφραζαν. Καθίσαμε εκεί για πολλές ώρες και, μολονότι η Ντόρα είχε την εντύπωση ότι δεν θα σταματούσα να τους ρωτάω, εκείνοι εκτίμησαν το πάθος μου για την ακρίβεια και απαντούσαν ενσυνείδητα. Το φως της λάμπας σχημάτιζε βαθιές σκιές στα βαθουλωμένα τους πρόσωπα, εξιδανικεύοντας τη λεπτομέρεια όπως στα ιμπρεσιονιστικά πορτρέτα. Καρτερικότητα και ταλαιπωρία – αυτά ήταν τα χαρακτηριστικά που διαβάζαμε σε όλα εκείνα τα πρόσωπα.»

 Η απεργία αυτή κράτησε δεκατέσσερις μέρες , από τις 19 Δεκεμβρίου 1935 έως την Πρωτοχρονιά του 1936 με αίτημα τη χορήγηση γενικής αμνηστίας.

« Αυτή η επαναστατική γενιά μπορεί να αισθάνεται περήφανη για πολλά πράγματα….Ήταν περήφανοι που είχαν περάσει από έναν τόσο σκληρό αγώνα όπως η απεργία πείνας χωρίς να κάνουν βήμα από τις αρχές τους, ωστόσο δεν υπήρχε ίχνος κομπορρημοσύνης στην εκτίμησή τους για το γεγονός… Είχαν ένα σωρό πράγματα να μας διηγηθούν, δεν ήξεραν από πού ν’ αρχίσουν και, καθώς μιλούσαν, τα πρόσωπά τους φλέγονταν από μια εσωτερική υπερένταση. Ήταν ο πιο εκτεταμένος μεμονωμένος αγώνας που είχαν δώσει στην εξορία και η πιο μεγαλοπρεπής απόδειξη αλληλεγγύης.
Ήταν άλλωστε και μια νίκη.
Όχι ολοκληρωτική, αλλά σημαντική.»

Ο θάνατος του Βενιζέλου γίνεται η αφορμή για να επισκεφθεί την Κρήτη και να μας δώσει  εκτός από την περιγραφή του τόπου το κλίμα, που επικρατούσε στο νησί , αλλά να αναλύσει και την πολιτική κατάσταση πριν από το θάνατο του Βενιζέλου και μετά από αυτόν. 
Στην Αθήνα τα πολιτικά πράγματα δεν πήγαιναν καλά και η αποκάλυψη του μυστικού συμφώνου που είχε υπογράψει ο Σοφούλης με τους κομμουνιστές του Παλλαϊκού Μετώπου όξυνε ακόμα περισσότερο το κλίμα. Η τεταμένη ατμόσφαιρα ενισχύθηκε με την παραχώρηση στο Μεταξά του προνομίου της διακυβέρνησης της χώρας. Οι νέες πολιτικές εντάσεις σημαδεύτηκαν από τη μεγάλη απεργία στη Θεσσαλονίκη το Μάη του 1936 και τις μαζικές δολοφονίες εργατών. Ο Μπερτλς δεν βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη εκείνη τη μέρα, αλλά την επισκέφτηκε αργότερα γιατί ήθελε να έχει μια εκτίμηση από τους ντόπιους και γιατί ήθελε να ερευνήσει ο ίδιος τις αντικρουόμενες λεπτομέρειες στα ρεπορτάζ των εφημερίδων και έτσι μας παρουσιάζει εκτενώς τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν εμπλουτισμένα με πολλές λεπτομέρειες.
Και αν η αποκάλυψη του Συμφώνου Σκλάβαινα – Σοφούλη προκάλεσε θύελλα στα πολιτικά κόμματα και ενώ η Αθήνα και οι μεγάλες πόλεις βρίσκονταν στη δίνη μιας γενικής απεργία, ο Μπερτλς δεν χάνει την πολύτιμη ευκαιρία να επισκεφθεί τα γραφεία σύνταξης του Ριζοσπάστη και να κατορθώσει με επίμονες προσπάθειες να συνομιλήσει με τον Σκλάβαινα. Πρόκειται για μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη  διάρκειας τρεισήμισι ωρών για όλα τα κρίσιμα πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα της εποχής του.
Κατά τη διάρκεια της γενικής απεργίας συνελήφθησαν δεκάδες εργάτες. Από αυτούς όσοι κρίνονταν επικίνδυνοι κομουνιστές ή υποκινητές ταραχών καταδικάζονταν σε πολλά χρόνια φυλάκισης ή εξορίζονταν. Μέσα σε αυτό το κλίμα των διώξεων ,της τρομοκρατίας και των  έντονων διαμαρτυριών από το Κομμουνιστικό Κόμμα και κανονικού σαμποτάζ από τους Φιλελεύθερους του Σοφούλη , ο αυστραλός δημοσιογράφος κατορθώνει λίγες μέρες μετά τη συζήτηση με τον Σκλάβαινα να συναντήσει άλλο ένα σημαντικό πρόσωπο εκείνων των ημερών, τον Μιχάλη Τυρίμο , βουλευτή , διευθυντή και συντάκτη του Ριζοσπάστη, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο οποίος κρυβόταν από την αστυνομία σχεδόν τρία χρόνια. Από αυτόν μαθαίνει για τη Γαύδο.

« Απ’ όλα αυτά τα νησιά εξορίας , ποιο είναι το χειρότερο από άποψη στέγασης και τροφής;» τον ρώτησα
« Η Γαύδος», μου απάντησε αμέσως, « μολονότι δεν θα συνιστούσα κανένα. Δεν έχω βρεθεί ποτέ στην Ανάφη, όλοι όμως συμφωνούν ότι η Γαύδος είναι μακράν το χειρότερο. Όπως πρέπει να έχετε ακούσει ,το αποκαλούμε Νησί του Θανάτου…»
Ξεπερνώντας τα πολλαπλά εμπόδια η Γαύδος είναι ο επόμενος σταθμός της επίσκεψής του. Και πηγαίνει μόνος του χωρίς τη γυναίκα του αυτή η φορά.
« Μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα αράξαμε με θόρυβο σε μια εσοχή στη βορειοανατολική ακτή της Γαύδου, σ’ ένα αραξοβόλι που έμοιαζε μάλλον με γωνίτσα των απόκρημνων ακτών. Ο καπετάνιος φώναξε, σκιάζοντας τη νύχτα, αλλά δεν πήρε απόκριση, εκτός από την ξαφνική ηχώ και τον παφλασμό του νερού στα βράχια. « Έχουν δρόμο μέχρι να φτάσουν σ’ αυτό το αραξοβόλι», μου είπε….
Μόλις είχαμε ξαπλώσει, ακούστηκε μια φωνή από το νησί και είδαμε δυο σκιές που πλησίαζαν από την πλαγιά.
« Να τοι», είπε ο καπετάνιος και απάντησε στο κάλεσμά τους λέγοντας ότι είχε επιβάτη. Μετά με φόρτωσε με τις προμήθειες κι εκείνοι με βοήθησαν να αποβιβαστώ λέγοντας: « Καλωσόρισες, σύντροφε, πόση είναι η ποινή σου;»
Εξήγησα ότι δεν ήμουν εξόριστος, αλλά ένας ξένος επισκέπτης, ένας δημοσιογράφος.
« Και πάλι καλωσόρισες», είπαν και με ρώτησαν από πού είχα έρθει, αναφωνώντας: « Από την Αυστραλία; Μεγάλο ταξίδι έκανες. Και πάλι, καλωσόρισες».
Βαδίσαμε για μια ατέλειωτη ώρα πάνω σε άμμο και πέτρες, μια διαδρομή δύσκολη, κυρίως πάνω στην άμμο που ήταν απαλή και βαθιά και γέμιζε τα παπούτσια μας. Όταν φτάσαμε στη ομάδα – στο «παλάτι» για το οποίο τόσα είχα ακούσει – πολλοί σύντροφοι είχαν κιόλας κοιμηθεί, όλοι τους όμως σηκώθηκαν για να κουβεντιάσουν μαζί μου. Στην Ανάφη με περίμεναν, εδώ όμως η επίσκεψή μου ήταν απρόσμενη. Ξένος επισκέπτης στη Γαύδο; Μα αυτό είναι ανήκουστο!»

Ομάδα εξορίστων στη Γαύδο στα τέλη του 1935

Στη Γαύδο μένει πολύ λίγο αλλά προλαβαίνει να συνειδητοποιήσει τα βάσανα και τις ταλαιπωρίες των εξορίστων.

« Μόνο όταν το καΐκι άρχισε να απομακρύνεται και η μικρή ομάδα στην ακτή να μικραίνει πάνω στο περίγραμμα του κόλπου και του λόφου του νησιού πίσω τους, συνειδητοποίησα τι βασάνιζε περισσότερο αυτούς τους εξόριστους. Δεν ήταν οι στερήσεις, η ανεπάρκεια τροφής, η έλλειψη ανέσεων – μολονότι όλα αυτά μερικές φορές έπρεπε να μοιάζουν αβάσταχτα – αλλά η απομόνωση πάνω σ΄ένα νησί όπου τίποτε δεν φύτρωνε, όπου δεν υπήρχε έστω μια μικρή κοινότητα για να συναναστραφούν, όπου έπρεπε να ισιώσουν ένα κομμάτι γης και να υποκριθούν ότι ήταν πλατεία – ένα μέρος για να συγκεντρώνονται το απόγευμα – όπου δεν υπήρχε κανείς άλλος για να κουβεντιάσουν πέρα από τους δεκατρείς τους, όλη μέρα, όλο το χρόνο. Ένα κύμα οργής με πλημμύρισε εναντίον των κυβερνητικών αρχών που μπορούσαν να καταδικάζουν αυτούς τους ανθρώπους σε μια τέτοια ποινή, ανθρώπους καθωσπρέπει, νέους και γεμάτους ιδανικά. Στάθηκα στο ακριανό κατάρτι και αφού στηρίχτηκα  με το ένα χέρι στο άλμπουρο, τους χαιρέτησα με το άλλο, κρατώντας σφιγμένη τη γροθιά μου. Εκείνοι ανταπέδωσαν το χαιρετισμό φωνάζοντας: « Καλό ταξίδι, σύντροφε!»

Στο μεταξύ στην Αθήνα οι πολιτικές διαμάχες ήταν έντονες με κυρίαρχο ζήτημα την ανάγκη σχηματισμού ενός Ενιαίου Μετώπου όλων των δημοκρατικών κομμάτων για την καταπολέμηση του φασιστικού κινδύνου που ελλόχευε στις κινήσεις του Μεταξά και των υποστηρικτών του. Σύμφωνα με τον Μπερτλς οι μόνοι που μιλούσαν πιο καθαρά ήταν οι κομμουνιστές ενώ όλοι οι άλλοι υποτιμούσαν αυτόν τον κίνδυνο. Έτσι αναφέρεται στον Αλέξανδρο Παπαναστασίου , ο οποίος αν και δημοκρατικός ήταν αντικομμουνιστής και ο δημοσιογράφος αναλαμβάνει να μας παρουσιάσει ορισμένες χαρακτηριστικές απόψεις του , τις οποίες ονομάζει «μαργαριτάρια» και να τις σχολιάσει με δηκτικό τρόπο.

« Ενώ οι αντιπαραθέσεις κορυφώνονταν, κουβέντιασα αυτά τα ζητήματα με τον Δημήτρη Γληνό, ένα βουλευτή του Παλλαϊκού Μετώπου, που πριν την επάνοδο του βασιλιά διέπρεπε μεταξύ των μεσοαστών αντιμοναρχικών, τους οποίους ο Κονδύλης αποστρεφόταν ως « κομμουνιστές διανοούμενους».»

Αρχικά  σκιαγραφεί  την προσωπικότητα του Γληνού και τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του δίνοντας ταυτόχρονα  πτυχές της δράσης του και στη συνέχεια παραθέτει τα ερωτήματα που του υπέβαλε για πολλά κρίσιμα και δύσκολα ζητήματα του κινήματος και της πολιτικής κατάστασης σε σχέση και με τη δράση των κομμουνιστών και τις απαντήσεις του.

« Τον ρώτησα ποια απάντηση μπορούσε να δώσει, ως ηγετικό στέλεχος των κομμουνιστών, στην κατηγορία του Παπαναστασίου ότι, συνηγορώντας υπέρ ενός Λαϊκού Μετώπου κατά του φασισμού, οι κομμουνιστές απλώς «συγκάλυπταν» τους πραγματικούς τους στόχους. Εκείνος έκανε μια χειρονομία αποδοκιμασίας και μια γκριμάτσα απέχθειας. Μα πώς μπορούσε να μιλάει έτσι ο Παπαναστασίου; Ήταν γελοίο. Βέβαια, το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν ο πιο σημαντικός παράγοντας του Λαϊκού Μετώπου, αλλά το Κομμουνιστικό Κόμμα και το Λαϊκό Μέτωπο ήταν διαφορετικά πράγματα, κάτι που εξαρχής είχαν δηλώσει οι κομμουνιστές. Ο σκοπός του Λαϊκού Μετώπου ήταν να συμπεριλάβει όλα τα αντιφασιστικά κόμματα και να παλέψει για την απελευθέρωση του λαού. Ήθελε να συμπεριλάβει τους Αγροτιστές, τα παλαιοδημοκρατικά κόμματα, τους σοσιαλιστές και όλες τις προοδευτικές οργανώσεις που είχαν κοινή επιθυμία με το Κομμουνιστικό Κόμμα τη διατήρηση των λαϊκών ελευθεριών.
« Το έχουμε προτείνει έντιμα», δήλωσε. « Το Λαϊκό Μέτωπο δεν αποτελεί συγκάλυψη. Δεν χάνουμε το χαρακτήρα μας ως κομμουνιστές μέσα στο Λαϊκό Μέτωπο και ουδέποτε υπαινιχθήκαμε κάτι τέτοιο. Εξακολουθούμε να ανήκουμε στην Τρίτη Διεθνή. Αυτό διακηρύσσει το κόμμα μας. Το γράφουμε στα μανιφέστα μας. Σήμερα όμως ζητάμε από όλα τα άλλα αντιφασιστικά κόμματα, τα οποία μπορούν να διατηρήσουν τα ξεχωριστά κομματικά τους προγράμματα, να ενωθούν μαζί μας σ’ ένα κοινό πρόγραμμα για την καταπολέμηση της φασιστικής απειλής. Αυτή είναι μια ειλικρινής πρόταση. Δεν χρειάζεται να μιλάμε με γρίφους και παραδοξολογίες. Δεν υπάρχει ανάγκη συγκάλυψης ενός προγράμματος το οποίο ενστερνίζεται θερμά η μεγάλη μάζα του λαού. Εμείς έχουμε την πολυτέλεια να μιλάμε καθαρά και ξάστερα».

Αμέσως μετά τη συνομιλία με τον Γληνό ζήτησε συνέντευξη από τον Μεταξά. Περιγράφει όλες τις προσπάθειες που έγιναν από τη μεριά του και την αναβλητική τακτική των εκπροσώπων του Μεταξά,  οι οποίες τελικά κατέληξαν σε άρνηση.

« Δεν μπορούσε να παραχωρήσει τη συνέντευξη. Αν και φασίστας, ο Μεταξάς δεν ήταν ανόητος. Αν απαντούσε με ειλικρίνεια στις ερωτήσεις μου, όφειλε να ομολογήσει ότι οι διαβεβαιώσεις του προς τους φιλελεύθερους και  τα δημοκρατικά του προσχήματα ήταν απλώς μια συγκάλυψη , ουσιαστικά μια πλάνη. Αν όμως, από την άλλη , μου είχε πει όσα  είχε πει και στους φιλελεύθερους και εκείνα με τα οποία προσπαθούσε να πείσει τους Έλληνες, δεν θα μου δήλωνε κάτι που ο ίδιος ήταν έτοιμος να διαψεύσει . Αυτά ήταν τα κέρατα του ταύρου στο δίλημμά του και έπραξε σωστά που αρνήθηκε να με δεχτεί. Μόνο εφόσον ήθελε να χαρακτηριστεί πάραυτα ψεύτης , θα μπορούσε να μου πει ότι πρόθεσή του ήταν η αποκατάσταση των δημοκρατικών ελευθεριών και ο σεβασμός των δημοκρατικών μορφών διακυβέρνησης, ενώ στην πραγματικότητα επέσπευδε τις « πραξικοπηματικές» προετοιμασίες του για τη διάλυση και την κατάργηση του Κοινοβουλίου και την εγκαθίδρυση μιας βασιλικοστρατιωτικής φασιστικής δικτατορίας».

Στο διάστημα που περιμένει την απάντηση από το επιτελείο του Μεταξά και καθώς συντομεύει το διάστημα της παραμονής του στην Ελλάδα επισκέφτηκε τις εργατικές συνοικίες και μίλησε με άνδρες και γυναίκες για τη δουλειά και τις συνθήκες διαβίωσης. Παραθέτει την εμπειρία του από τα Ταμπούρια, « ένα προσφυγικό συνοικισμό έξω από τον Πειραιά, που ….ήταν ενδεικτικός όλων των αντίστοιχων συνοικισμών στις βιομηχανικές περιοχές»

Όλα έδειχναν, στο μεταξύ, ότι τα πολιτικά γεγονότα οδηγούσαν σε σφοδρή σύγκρουση. Από τη μια οι προετοιμασίες του Μεταξά για την επιβολή φασιστικής δικτατορίας και από την άλλη το αίτημα για τη συνεργασία των δημοκρατικών κομμάτων όσο ήταν ακόμα καιρός. Διαμαρτυρίες συνδικαλιστών, αντιφασιστών , απεργίες και συνέδρια για να συζητηθούν οι ενωτικές προτάσεις και να προετοιμαστεί ο μαζικός αγώνας κατά των αντεργατικών μέτρων και των συλλήψεων. Συγχρόνως γίνονταν προσπάθειες για το συνασπισμό των δημοκρατικών κομμάτων σε ένα ενιαίο αντιφασιστικό μέτωπο. 

« Στα μέσα Ιουνίου, το Κομμουνιστικό Κόμμα εξέδωσε μια δραματική ανακοίνωση προς τον ελληνικό λαό να είναι έτοιμος για να υπερασπιστεί τις ελευθερίες του και έκανε έκκληση στους βουλευτές όλων των δημοκρατικών κομμάτων να αποσύρουν την υποστήριξή τους προς τον Μεταξά και να τον καθαιρέσουν…»

Στις 5 Αυγούστου οι δύο εργατικές Ομοσπονδίες είχαν εξαγγείλει από κοινού γενική απεργία. Τα μεσάνυχτα της 4ης Αυγούστου ο Μεταξάς επέβαλε δικτατορικό καθεστώς. « Δικτατορία – Για πόσο καιρό ;»αναρωτιέται ο Μπερτ Μπερτλς ενώ περιγράφει αναλυτικά την νέα πολιτική κατάσταση και τις συνέπειες της στην καθημερινότητα των Ελλήνων, αλλά και την μεγάλη τρομοκρατία με τις διώξεις, συλλήψεις , φυλακίσεις και εκτοπίσεις .

Το ζευγάρι των αυστραλών,  αν και στο Λονδίνο πλέον, εξακολουθούσε να διατηρεί επαφές με μερικούς φίλους στην Ελλάδα και να επικοινωνεί μαζί τους όχι μόνο μαθαίνοντας τα νέα, αλλά προσπαθώντας να βοηθήσει όπως μπορεί.

« Βρισκόμαστε στα τέλη του 1937. Πριν από λίγες μέρες έλαβα μια άλλη επιστολή, κάπου απ’ έξω από την Ελλάδα. Είχε σταλεί από έναν Έλληνα που διέφυγε την εξορία. Για λόγους που δεν μπορώ να εξηγήσω, δεν αναφέρω το όνομά του, ούτε καν τη χώρα που διαμένει. Είναι κομμουνιστής, περήφανος που το Κόμμα του στην Ελλάδα, παρά την παρανομία και τις παρακολουθήσεις, τις διαρκείς διώξεις των μελών του από την αστυνομία και με επικηρυγμένους μερικούς από τους ηγέτες του, εξακολουθεί να αγωνίζεται για ένα Λαϊκό Μέτωπο, το μόνο που ( σύμφωνα με τη γνώμη του) μπορεί να βάλει τέλος στη φασιστική τυραννία και να απελευθερώσει το λαό…»


Μπερτ Μπερτλς , Εξόριστοι στο Αιγαίο. Αφήγημα Πολιτικού και Ταξιδιωτικού Ενδιαφέροντος, μετάφρ. Γιάννης Καστανάρας, πρόλογος – εισαγωγή Ντέβιντα Κλόουζ – Άλκης Ρήγος, Φιλίστωρ, Αθήνα 2002.

Με τη αφιέρωση : 
ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΤΟΡΑ
που ταξίδεψε μαζί μου
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΓΕΝΝΑΙΟΥΣ
ΕΛΛΗΝΕΣ – ΘΥΜΑΤΑ
ΤΗΣ ΦΑΣΙΣΤΙΚΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
στη φυλακή και την
ΕΞΟΡΙΑ
Σε αυτούς και στη χώρα τους
αφιερώνεται αυτό το βιβλίο