Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγώνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγώνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

" Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη"

 
Η Πορεία
"Ο εκτοπισμός και η φυλάκιση των πολιτικών κρατουμένων είχαν ως στόχο να τους στερήσουν την ελευθερία και να ελέγξουν την επικοινωνία τους με τον έξω κόσμο.
Οι φυλακισμένοι όμως έβρισκαν τρόπο να πληροφορούνται τα σημαντικά γεγονότα της εποχής. Αισθάνονταν μέλη ενός κινήματος, του οποίου η επιτυχία θα επηρέαζε τη χώρα τους, αλλά και τη δική τους τύχη και ζωή. Η είδηση λοιπόν της εκτέλεσης του Νίκου Μπελογιάννη( 1915 - 1952) έφτασε και στους κρατούμενους του Άη Στράτη. Ο Γιάννης Ρίτσος, εκτοπισμένος επίσης στον Άη Στράτη εκείνη την εποχή, συνέθεσε προς τιμήν του το ποίημα Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο, με αφορμή την πολύ γνωστή φωτογραφία του δικαζόμενου Μπελογιάννη να κρατά ένα γαρύφαλλο στο χέρι του.

"Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη"

Οι στίχοι αυτοί αποτέλεσαν την έμπνευση του Χρίστου Δαγκλή για τη φιλοτέχνηση του χαρακτικού του Η Πορεία.

 Νοηματικός και μορφολογικός άξονας της σύνθεσης είναι η γυμνή ανδρική μορφή, ρωμαλέα και νεανική, που κρατά στις πλάτες της το φέρετρο του Νίκου Μπελογιάννη. Σε κάποια από τα 13 προσχέδια του χαρακτικού η αλληγορική αυτή μορφή, που συμβολίζει τους λαούς, απεικονίζεται με το κεφάλι όρθιο, σε άλλες με σκυφτό, αλλά με τις γροθιές των χεριών πάντα σφιγμένες σε μια κίνηση δυναμικής αντίστασης. Ο ουρανός είναι συννεφιασμένος, ο καιρός ανάστατος, αντανακλά την ψυχολογία όσων θρηνούν για το χαμό του αγωνιστή της Αριστεράς. Άλλοτε οι μορφές αποδίδονται πιο φυσιοκρατικά, σε άλλες εκδοχές είναι εντελώς σχηματοποιημένες, ενώ σε μερικά σχέδια ένα γαρύφαλλο είναι τοποθετημένο πάνω στο φέρετρο  που βαραίνει τους ώμους των ανδρών.
Η τελική μορφή της σύνθεσης χαράκτηκε σε πλάγιο ξύλο το 1959, μετά την απελευθέρωση του Δαγκλή. Οι λαοί ενσαρκώνονται από τις ρωμαλέες, σχηματοποιημένες ανδρικές μορφές, που έχουν το κεφάλι σκυφτό, λόγω της πρόσκαιρης ήττας τους. Όμως τα χέρια τους είναι σφιγμένα σε γροθιές , μαρτυρώντας, ότι ο αγώνας τους δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Το φέρετρο, σαν ένα μεγάλο κομμάτι πέτρας, υψώνεται ως το συννεφιασμένο, άστατο ουρανό, μιαν ακόμη απόδειξη της θλίψης και του θρήνου για την εκτέλεση του Μπελογιάννη"

 Από το Λεύκωμα Χρίστος Δαγκλής, Χαρακτική - Ζωγραφική. Δημοτική Πινακοθήκη Ιωαννίνων, 2018

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2020

Αποχαιρετισμός στο Γιώργο Φαρσακίδη


Αποχαιρετούμε τον κομμουνιστή ζωγράφο, χαράκτη, λογοτέχνη και αγωνιστή Γιώργο Φαρσακίδη με το κείμενό του " Τ' άσπρα λουλούδια" από το βιβλίο του 
" Ποτέ τους δεν έγιναν είκοσι...", το αφιερωμένο
 " Στους φίλους και τα γειτονόπουλα του Ντεπώ, τους αξεδίψαστους της ζωής, που πέθαναν με το όραμα ενός κόσμου καλύτερου."
Ο Γιώργος Φαρσακίδης έφυγε σήμερα από τη ζωή γεμάτος όχι μόνο από χρόνια, αλλά από αγώνες και προσφορά στο κοινωνικό σύνολο και στην τέχνη.



Τ' ΑΣΠΡΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Καλοκαιριάτικος ζεστός ο καιρός. Ο ήλιος πάει να δύσει σ' έναν ασυνέφιαστο, ολοκόκκινο ουρανό.
Καλού κακού αλλάξαμε μάντρα, βγάλαμε σκοπιές και ξαπλώσαμε πλάι στον καπετάνιο.
- Έλα, καπετάνιε, πες μας σαν παλιότερος κάτι.
- Να μας πεις, να μας πεις. Από γέροντα πάντα κάτι μαθαίνεις, άρχισαν τα πειράγματα.
- Σκάσε, Στελλάρα, που θα μας πεις γέροντα το λεβέντη τον καπετάνιο μας. Βρε μπουνταλά, μάτια δεν είχες να δεις πώς τον κοίταγαν στο πανηγύρι οι κοπελιές;
- Γιατί ρε παιδιά, τριανταπέντε χρονών άνθρωπος είναι, πώς να τον πω;
- Έλα, ρε νιάναρο, αν σου βαστά να παλέψουμε, τ' απαντάει γελώντας ο καπετάνιος, να σου μάθω να σέβεσαι τέτοια γεράματα.
- Να μας πεις πώς κατεβήκατε στην Κασσάνδρα.
- Για τις εκκαθαριστικές του Χολομώντα ν' ακούσουμε, συνηγορούν οι περισσότεροι.
- Τότε που απ' τη φευγάλα είχαν ανάψει οι φτέρνες σας να χτυπάνε τους κώλους, δε κρατήθηκε πάλι ο Στελλάρας, το πειραχτήρι.
- Εντάξει, παιδιά, για τον Χολομώντα αφού θέλετε. Για να σας πω και κάτι που μας συγκλόνισε όλους και που λίγοι το ξέρουνε. Ανοιξιάτικα, το λοιπόν, άρχισαν τις εκκαθαρίσεις στο Χολομώντα οι Βούλγαροι. Κατέβασαν δέκα πέντε χιλιάδες στρατό και προεξοφλούσαν το τέλος μας. Σε λίγες μέρες στη Χαλκιδική, παινευόταν μεθυσμένος ο στρατηγός τους, δε θα μείνει ρουθούνι αντάρτικο. Χτύπησαν τα παλιά μας λημέρια κι άρχισαν να χτενίζουν σπιθαμή προς σπιθαμή τα βουνά. Εμείς το ρίξαμε στη φευγάλα, που λέει κι ο Στελλάρας και με δυό πορείες νυχτιάτικα πιάσαμε το Χολομώντα. Άρχισαν οι Βούλγαροι ν' ανεβαίνουν από Πολύγυρο κι Αρναία, όπου φύγει - φύγει εμείς, λουφάξαμε σε κάτι χαράδρες. Ξημέρωσε η μέρα και βλέπουμε μυρμηγκιά ο στρατός να μαυρίζει στις ράχες. Ε, είπαμε, ήρθε το τέλος, ρίξαμε μερικές τουφεκιές κι αντί για πίσω, βρήκαμε πέρασμα αφύλαχτο και χωθήκαμε στην εκκαθαρισθείσα περιοχή.
Την επομένη τ' απόγευμα μας πήραν χαμπάρι. Ανοίξαμε ντουφεκίδι, είχαμε ένα νεκρό κι άλλους δυο τραυματίες και...πού μας είδατε. Ραβνά, Ντουμπιά, Γεροπλάτανο. Πιάσαμε κάμπο, πιάσαμε θάλασσα, μέχρι και στ' Άγιον Όρος πέρασαν οι δικοί μας με βάρκα...
- Αμ πες μας καπετάνιο, πως σας χάρισαν οι καλόγεροι το Τιμιόξυλο  και γλιτώνατε!
- Εκεί να σ' είχα, Στελλάρα, πούχε κολλήσει τ' άντερο μας από την πείνα. Εκεί να σ' είχα να κελαηδάς κι όχι τώρα που καταβρόχθισες τον περίδρομο. Όσο για το πώς τη γλιτώναμε...Ας είναι καλά οι αντιφασίστες οι Βούλγαροι, που κάναν τα στραβά μάτια και ρίχναν στο βρόντο. Αν δεν ήταν αυτοί, δε θα καθόμουν τώρα να σας λέω ιστορίες.
- Εντάξει, καπετάνιο, συμπάθα με. Αλλά το' χω προσέξει, πως όταν σε τσιγκλάω λιγάκι, σπρεχάρεις πιο όμορφα.
- Που λέτε, την ένατη μέρα συνεχίζει χαμογελώντας ο καπετάνιος, μας είχαν στριμώξει στον Αρκουδόλακκο. Άγριο μέρος, το λέει και τ΄όνομα. Το καλό ήταν που πέσαμε σε μαντρί. Δικός μας, οργανωμένος ο τσέλιγκας. Έσφαξε κάτι τραγιά,ανάψαμε τις φωτιές και τα περάσαμε στη σούβλα να ψήνονται. Ε, ρε και να τρέχουν τα σάλια μας και να κόβουμε βόλτες γύρω γύρω σα λύκοι. Είχες και το Σερραίο, τον Κώτσο, να μας τσαμπουνά ότι σαν τα τινάξεις μ' αδειανό στομάχι κι είναι να πας στον παράδεισο, θα σου κλείσουν την πόρτα. Αν είναι έτσι, ρε Κώτσο, του λέμε, τότε ας ντερλικώσουμε. Τουλάχιστον να πάμε χορτάτοι!
- Από δω, μας λέει ο τσέλιγκας, έχουν περάσει οι Βούλγαροι. Ξέρουν πως ανάβω φωτιά να βράσω το γάλα, μονάχα που παραείναι το ντουμάνι μεγάλο και φοβάμαι μη μπούνε σε υποψίες.
- Κι εγώ το φοβάμαι, μας λέει ο Κίτσος, μη μας φέρει η τσίκνα απρόσκλητους μουσαφίρηδες. Άντε πάμε παιδιά να ρίξουμε μια ματιά, γιατί δε μας βλέπω καθόλου καλά σε τούτο το διαβολότοπο. Βγήκαμε εγώ κι άλλος ένας μαζί του, ελέγξαμε τις σκοπιές κι είπαμε να κοιτάξουμε κι απ' το ψήλωμα. Μόλις, το λοιπόν, ξεμυτίσαμε, πέσαμε σε περίπολο. Δυο φαντάροι με κατεβασμένα τα όπλα τους κι ένας αξιωματικός με κάτι άσπρα λουλούδια στο χέρι. Δε μας είχανε δει κι ήταν σαν να πηγαίναν σε γάμο. Τους ρίξαμε με τ' αυτόματο, κι ακούμε τον ένα να φωνάζει ελληνικά: Όχι, αδέρφια, μη μας σκοτώνετε, ήρθαμε να σώσουμε. Σταματήσαμε μα ήταν αργά. Ο αξιωματικός κι ο ένας φαντάρος ήταν νεκροί. Ο τρίτος που μίλησε, με θρυμματισμένο το γόνατο σύρθηκε κι είχε αγκαλιάσει το κορμί του νεκρού ανθυπολοχαγού. Μείναμε άφωνοι να τον κοιτάμε που σφάδαζε.
- Σκοτώσατε τους καλύτερους, έλεγε μέσα απ' τα αναφιλητά του. Ήταν αντιφασίστες, δικοί σας...
Δεν θέλαμε να πιστέψουμε το κακό που' χε γίνει. Ακόμα κι ο Κίτσος, που είναι πάντοτε ψύχραιμος, τα' χε χαμένα.
- Μας υποψιάζονταν, μας είχε βάλει στο μάτι ο φασίστας, ο ταγματάρχης, μας είπε ο φαντάρος. Βασίλη τον λέγανε. Άλλωστε, για να μας δοκιμάσει μας έστειλε και τους τρεις.
- Μα γιατί, βρε παιδί μου, δε βγάζατε ένα άσπρο μαντήλι, να καταλάβουμε;
- Θα το βγάζαμε, αλλά ξέραμε πως μας παρακολουθούν με τα κυάλια. Αντί για μαντήλι, ο υπολοχαγός μας είχε μαζέψει και κράταγε άσπρα λουλούδια.
Βούρκωσαν τα μάτια μου που τους έβλεπα έτσι θερισμένους σαν στάχια. Νέα παιδιά κι οι δυό τους, αμούστακα. Ο υπολοχαγός να κοιτάει τον ουρανό μ' ορθάνοιχτα μάτια και στα μισάνοιχτα δάκτυλα τ' απλωμένου χεριού του, πιτσιλισμένο με αίμα, το ματσάκι με τ' άσπρα λουλούδια. Έσκυψα, έτσι αυθόρμητα πάνω του, να' παιρνα ένα...
- Μη τα παίρνεις, με σταμάτησε ο Βασίλης. Θα τα βάλω μαζί του. Λέω πως ταιριάζουν άσπρα λουλούδια για το γάμο του με τη γη!...
Τον Βασίλη τον επιδέσαμε πρόχειρα.
- Θα' ρθεις μαζί μας; Τον ρώτησε ο Κίτσος.
- Όχι, μπρατίμια, αφήστε με εδώ. Σε λίγο θα ρθουν να με πάρουν. Μόνο βιαστείτε να φύγετε απ' το διάσελο που δεν έχει ενέδρα. Στα μαγέρικα που θα βρείτε στο πέρασμα είναι όλοι τους μιλημένοι.
Πραγματικά, περάσαμε τάγμα ολάκερο πλάι στις άμαξες. Κι οι φαντάροι τους, ξεμακρύναν επίτηδες, κάνοντας πως δεν μας είχανε δει.
Την επόμενη μέρα τα μάζεψαν. Έφυγε άπρακτος ο στρατός και τελειώσαν προς ώρας και τα δικά μας βάσανα.
Για λίγα λεπτά μείναμε όλοι αμίλητοι κι ύστερα:
- Καλά καπετάνιο, ήταν ανάγκη να ρίξετε;
- Δε μπορούσατε, δηλαδή, να τους πιάνατε ζωντανούς;
- Ο Βασίλης τι απόγινε, μάθατε;
- Και το κρέας; Τα τραγιά καπετάνιο, τ' αφήσατε;
- Ρωτάτε αν μπορούσαμε να μη ρίξουμε! Ίσως μπορούσε να ρισκάρει κανείς. Αλλά σκεφθείτε, οχτώ μερόνυχτα να σε κυνηγάει ο στρατός! Είμαστε σαν τ' αλαφιασμένα αγρίμια που αντικρύστηκαν με τους κυνηγούς. Κι είναι δύσκολο να μη ρίξεις πάνω στο ξάφνιασμα. Για τον Βασίλη δε ξέρω τι απόγινε. Όμως μάθαμε πως ο υπολοχαγός είχε σύνδεση με το τάγμα Ραφτούδη, όταν γίνονταν οι επιχειρήσεις στα Κρούσια κι είχε δώσει πληροφορίες πολύτιμες. Όσο για το κρέας, να σας πω. Μπας και δεν μπορέσει να κοιμηθεί με το να το σκέφτεται ο Στελλάρας. Τα τραγιά, όπως ήταν μισοψημένα τα πήραμε να τ' αποψήσουμε με την πρώτη ευκαιρία. Ε, δεν θα το πιστέψετε. Το ένα τραγί που ήταν ακάλυπτο, τσίμπα - τσίμπα το μισόφαγαν στο δρόμο.
Ο καπετάν Βαγγέλης σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε το ρολόι.
- Άντε παιδιά, λέω να ξαπλώσουμε, πέρασε η ώρα.

Γιώργος Φαρσακίδης, Ποτέ τους δεν έγιναν είκοσι..., Σκυτάλη, χ.χ. 2η έκδοση
Τα σχέδια είναι επίσης του Γιώργου Φαρσακίδη.

Και μια παλιότερη ανάρτηση για το Λεύκωμα του Γιώργου Φαρσακίδη , Μακρόνησος, εδώ

Σάββατο 9 Μαΐου 2020

9 του Μάη 1945

Το παρακάτω άρθρο υπογράφει ο ζωγράφος, χαράκτης και εικονογράφος  Γιάννης Στεφανίδης( 1919 -2010). Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Ριζοσπάστης" στις 14 Ιουνίου 2005 με αφορμή τα 60 χρόνια από τη μεγάλη αντιφασιστική νίκη των λαών. Το άρθρο βρίσκεται και στο βιβλίο του Γιάννη Στεφανίδη " Σκόρπιες σελίδες της ζωής και του ονείρου" το οποίο εκδόθηκε από τη Σύγχρονη Εποχή το 2008. Το χαρακτικό είναι επίσης του Γιάννη Στεφανίδη.



9 του Μάη 1945. Σαν και σήμερα το δικέφαλο τέρας - ναζισμός, φασισμός - σωριάστηκε κάτω, χτυπημένο θανάσιμα από τα πλήγματα του Κόκκινου Στρατού. Σαν και σήμερα στήθηκε η σημαία με το σφυροδρέπανο στην πιο ψηλή μετώπη του Ράιχσταγκ. Και έπεσε το τέρας, από τα χτυπήματα του Σοβιετικού στρατού και μόνο, γιατί οι σύμμαχοι αδρανούσαν, με τον κρυφό πόθο να νικηθεί τελικά η ΕΣΣΔ από τη χιτλερική Γερμανία...Όταν όμως είδαν πως ο Κόκκινος Στρατός έτρεχε ολοταχώς για το Βερολίνο, τρόμαξαν. Φοβήθηκαν μην κοκκινίσει η Ευρώπη! Και μόνο τότε αναγκάστηκαν ν' ανοίξουν το δεύτερο μέτωπο...
Τιτάνιος ήταν ο αγώνας και πέρασε από πολλές φάσεις, αμφίρροπες, μέχρι να' ρθει αυτή η περίλαμπρη νίκη. Ήταν πολύ βαρύ το τίμημα σε αίμα. Κάπου 50.000.000 νεκροί θάφτηκαν σε απέραντα νεκροταφεία, κι όλοι αυτοί έδωσαν τη ζωή τους για να ξαναμοιράσουν οι " μεγάλοι" τις αποικίες τους!
 Όμως πραγματικά νικήθηκε ο φασισμός; Αυτές οι ατέλειωτες στρατιές των νεκρών δικαιώθηκαν; Όχι! Το φίδι άφησε τ' αυγά του, κι ένα- ένα άρχισαν να σκάνε τα τσόφλια τους...Απ' το 1944 κιόλας ο Τσόρτσιλ στην Αθήνα, το Δεκέμβρη του'44, διέταξε το στρατηγό Σκόμπι να χτυπά αλύπητα σαν να βρίσκεται σε κατεχόμενη χώρα(!), ενώ το 1946 κήρυξε στο Φούλτον των ΗΠΑ τον ψυχρό πόλεμο ενάντια στην ΕΣΣΔ. Το 1949 ο αρχιεγκληματίας Τρούμαν, εξάγγειλε το δόγμα του, έφτιαξε το ΝΑΤΟ, αμυντική συμμαχία το είπε που στην ουσία ήταν επιθετική! Έριξε τις ατομοβόμβες στην Ιαπωνία - σαν προειδοποίηση στην ΕΣΣΔ - κι ήταν έτοιμος να τις ρίξει και εκεί!. Έλα όμως που οι Σοβιετικοί, με τη δική τους βόμβα, του' κοψαν τη φόρα! Άναψαν πολέμους οι ΗΠΑ σε Βιετνάμ, Κορέα, Γιουγκοσλαβία, Αφγανιστάν, Παλαιστίνη, Ιράκ κι όπου αλλού " θίγονταν τα συμφέροντά τους", ενώ είναι μακρύς ο κατάλογος των χωρών όπου ο νέος Καίσαρας απειλεί να φέρει την "ελευθερία"...Κι εδώ, στην έρμη πατρίδα, είχαμε το θλιβερό προνόμιο να είμαστε οι πρώτοι, σ' όλη την Ευρώπη, που ο φασισμός ξανασήκωσε κεφάλι. Οι συνεργάτες των κατακτητών βγήκαν στον αφρό, γίνανε εξουσία, ενώ οι αγωνιστές της Λευτεριάς μπήκαν στις φυλακές, στήθηκαν μπροστά στα εκτελεστικά αποσπάσματα, ή εξορίστηκαν στα ξερονήσια. Αργότερα, οι Ρώσοι ξέχασαν τις θυσίες των παππούδων και των πατεράδων τους κι άφησαν ένα μεθύστακα κι έναν υποψήφιο πιτσαδόρο να αλώσουν, χωρίς την παραμικρή αντίσταση, την ΕΣΣΔ, τον κύριο συντελεστή της νίκης! Και τώρα που λιώνουν τα χιόνια στις πόλεις, βρίσκουν τους άστεγους νεκρούς και κατεψυγμένους - χιονονιφάδες τους λένε...Εκεί τώρα οι μητέρες πουλάνε τα παιδιά τους, και οι πανέμορφες Ρωσίδες γέμισαν τα καμπαρέ του " ελεύθερου κόσμου" και της μέσης Ανατολής, ενώ στην " Ενωμένη Ευρώπη" άρχισαν να απαγορεύονται τα Κομμουνιστικά κόμματα, και να διαδηλώνουν νεαροί φορώντας τον αγκυλωτό σταυρό!
Ημέρα μνήμης, λοιπόν η 9η του Μάη! Αλλά αυτήν ακριβώς τη μέρα η Ευρωπαϊκή Ένωση την καθιέρωσε σαν ημέρα της Ενωμένης Ευρώπης, ώστε να ξεχαστεί η μεγάλη αντιφασιστική νίκη των λαών!
Νικήθηκε, λοιπόν, ο φασισμός; Και βέβαια νικήθηκε, όμως ξανασήκωσε το απαίσιο κεφάλι του!
Και τώρα ήρθε η ώρα να σηκώσουν κι οι λαοί το κεφάλι και το γιγάντιο ανάστημά τους και να ορκιστούν όλοι,οι καινούριοι προλετάριοι, εργάτες, αγρότες, μικροαστοί, όλης της γης οι κολασμένοι, πως με όποιον τρόπο, με όποια θυσία, θα ξετινάξουν από πάνω τους τον βραχνά του φασισμού!...

Παρασκευή 1 Μαΐου 2020

Γιάννης Ρίτσος, Σκοπευτήριο Καισαριανής


ΣΚΟΠΕΥΤΗΡΙΟ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ
( Μιλούν οι πεσόντες αγωνιστές της Αντίστασης)

Εδώ πέσαμε, Παιδιά του λαού. Γνωρίζετε γιατί.
Γυμνοί· κατάσαρκα φορώντας τις σημαίες-
η Ελλάδα τις έραψε με ουρανό και άσπρο κάμποτο.
Ακούσατε τις ομοβροντίες στα μυστικόφωτα αττικά χαράματα.
Είδατε τα πουλιά που πέταξαν αντίθετα στις σφαίρες
αγγίζοντας με τα φτερά τους τον ανατέλλοντα πυρφόρον. Είδατε
τα παράθυρα της γειτονιάς ν' ανοίγουν στο μέλλον. Εμείς
μερτικό δεν ζητήσαμε. Τίποτα. Μόνον
θυμηθείτε το: αν η ελευθερία
δε βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας,
εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Γεια σας.

                                       ΑΘΗΝΑ, 20.V.64
Γιάννης Ρίτσος, Συντροφικά Τραγούδια, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2009, 4η έκδοση


Πέμπτη 30 Απριλίου 2020

Εμείς οι τρελοί

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στην Έκτακτη Έκδοση του Ριζοσπάστη την Πρωτομαγιά του 1923 στη στήλη " Κόκκινες Πινελιές" και ο αρθρογράφος υπογράφει με το ψευδώνυμο Ο ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ. Η πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση στην οποία αναφέρεται το άρθρο αυτή την εποχή έγινε στο Μοσχάτο.



Θυμόσαστε το " Κόκκινο Λουλούδι", το θαυμάσιο εκείνο διήγημα του Ρώσου Γκάρσιν; Αξίζει να το διαβάσετε όλοι αφού είναι μεταφρασμένο ευτυχώς και στην Ελληνική.
Το διήγημα πλέκεται μέσα σ' ένα φρενοκομείο. Ένας θαυμάσιος τύπος τρελού που είναι κλεισμένος μέσα στο θλιβερό εκείνο χτίριο, είναι ερωτευμένος, μεθυσμένος μ' ένα κόκκινο λουλούδι. Από τα κάγκελα τα σιδερένια του κελιού του το βλέπει ν' ανθίζη και η ζωή του όλη, η ύπαρξη του όλη η άρρωστη συγκεντρώνεται παθητικά σε κείνο το λουλούδι. Θέλει να το δρέψη.
Γιατί στο λουλούδι εκείνο η άρρωστη φαντασία του αποδίδει μια δύναμη υπερφυσική.
Στο λουλούδι εκείνο βλέπει την πηγή της ανθρώπινης δυστυχίας. Αν λείψη αυτό το λουλούδι, θα εξαφανισθή μαζί του και η ανθρώπινη δυστυχία που είναι απλωμένη σε όλον τον κόσμο. Αυτό πιστεύει. Την πεποίθηση αυτή τήνε ζη και η πίστη αυτή στον προορισμό και στην αποστολή του μεταβάλλεται σε αληθινό πυρετό που του σιγοτρώει το άρρωστο σώμα. Όσο που μια νύχτα, ενώ όλοι οι φύλακες κοιμούνται, κατορθώνει να γλυστρήση από το παράθυρό του κάτω στον κήπο όπου έβλεπε από ημέρες να ανθή το κόκκινο λουλούδι, και να το κόψη. Όταν τον βρήκανε οι φύλακες είτανε νεκρός. Και στο στήθος του μέσα έκρυβε το κομμένο λουλούδι του κήπου.
Δεν ηξεύρω γιατί πιάνοντας να γράψω για την Κόκκινη Πρωτομαγιά μας, ο νους μου πήγε άθελα στο διήγημα του Γκάρσιν. Προ ολίγου περνώντας από την οδό Ακαδημίας είδα στον κήπο του Δημοτικού Νοσοκομείου να θρασομανούνε οι κόκκινες παπαρούνες. Τι υγεία, τι ζωή, τι χρώμα.
Σ'ένα παράθυρο του νοσοκομείου είδα έναν άρρωστο σκυμένο να κοιτάζη τις παπαρούνες και χωρίς να θέλω θυμήθηκα τον τρελλό του Γκάρσιν.
Έπειτα ο νους μου πήγε στους εργάτες. Τους είδα με τα μάτια της φαντασίας συγκεντρωμένους όλους στην εξοχή.Έξω μακρυά από το μολυσμένο αέρα της σάπιας , της αμαρτωλής πολιτείας συγκεντρωθήκανε όλοι οι τίμιοι εργάτες να γιορτάσουνε την Πρωτομαγιά, την Πρωτομαγιά των φτωχών και των αποκλήρων της ζωής. Είναι όλοι στεφανωμένοι με κόκκινα λουλούδια που απλώνουνται σα θάλασσα στον ήμερο κάμπο, όπου δεν φτάνει η βουή της πόρνης Πολιτείας. Το αεράκι χαϊδεύει τα τίμια μέτωπά τους, ενώ κολπώνει τις κόκκινες σημαίες τους που φουσκώνουνε σα στήθος που το πνίγει η οργή για την αδικία της ζωής.
Και ο νους μου πετάει πάλι στον τρελλό.
Το κόκκινο λουλούδι υψώνεται μπροστά μου σα σύμβολο και ο τρελλός του φρενοκομείου εξιδανικεύεται σ' έναν τραγικό ήρωα της ζωής.
Σε κάθε εργάτη με τα κόκκινα λουλούδια στο κεφάλι, θαρρώ πως διακρίνω κι από έναν τρελλό. Μα σ' αυτούς τους τρελλούς έλαχε ο κλήρος να αναμορφώσουνε τη ζωή. Δίχως τους τρελλούς που ξεπετιούνται κάθε τόσο μέσα από τον όχλο των σοφών και των φρονίμων που μετρούνε τη ζωή με το διαβήτη της λογικής και της φρονιμάδας, δίχως αυτούς τους τρελλούς η ζωή θα πέθαινε από μαρασμό και θλίψη. Μα εμφανίζεται ευτυχώς κάθε τόσο ο μοιραίος τρελλός που αποφασίζει να κόψη το μοιραίο λουλούδι του κακού και να χαρίση στον κόσμο την ευτυχία προσφέροντας γι' αντάλλαγμα τη ζωή του.
Κι αύριο όταν ο μυρωμένος αγέρας του κάμπου θα αντηχή και θα δονήται από τις ιαχές των εργατών, αύριο πάλι θα ξανακουσθή η φωνή των φρονίμων " Τι τα θέλετε αυτά; Έτσι πλάσθηκε η ζωή και τίποτα δεν μπορή να την αλλάξη". Στη φαρμακερή, στη δόλια αυτή βεβαίωση που όταν δεν την εμπνέει μια αχαραχτήριστη δειλία την υπαγορεύει μια βδελυρή υστεροβουλία, στη βεβαίωση αυτή ας απαντήσουνε αύριο οι εργάτες με μια φωνή:
Όχι. Η ζωή μπορεί να γίνει καλήτερη. Μα για να γίνη καλήτερη, πρέπει να αλλάξη συθέμελο όλο το κοινωνικό οικοδόμημα. Κι αυτό θα γίνει άμα κάθε εργάτης και κάθε άνθρωπος με ευγενική καρδιά και απελευθερωμένη ψυχή, αποφασίσει να γίνει ένας τρελός. Εχορτάσαμε από φρονιμάδα. Είδαμε πού οδηγεί η φρονιμάδα μας που δεν είναι τίποτα άλλο παρά το αφιόνι που μεταχειρίζονται οι αφεντάδες για να μας κρατούνε στη σκλαβιά. Καιρός να γίνουμε τρελοί. Καιρός να κόψουμε με τα ίδια μας τα χέρια το κόκκινο λουλούδι που σκορπάει τη δυστυχία στον κόσμο. Και θα το κόψουμε έστω και αν αυτό πρόκειται να μας στοιχίση τη ζωή μας.
                                                                         Ο ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ

Έκτακτος Έκδοσις της εφημερίδος "Ριζοσπάστης"  1 Μαΐου 1923

Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτότυπου 




Σάββατο 4 Απριλίου 2020

Helin Bölek " Κ' εγώ θα τραγουδάω πάντα σαν τραγούδι του αγώνα το τραγούδι μου της φυλακής"


Μείνετε ήσυχοι φίλοι μου
             μείνετε ήσυχοι
Φεύγω
             με σας μες στην καρδιά μου
             με τον αγώνα μου πάντα στο νου μου
Μείνετε ήσυχοι,
                    φίλοι μου, φίλοι μου
                                      μείνετε ήσυχοι.
Δε θέλω να σας δω στην προκυμαία
αράδα - αράδα σαν πουλιά στα καρτ -ποστάλ.
Δε θέλω να σας δω με μαντήλια στα χέρια,
                                             Όχι όχι αυτό.
Βλέπω τον εαυτό μου ολάκερο
                             μες στα μάτια των φίλων μου.
Ω, φίλοι μου
                              αδέρφια μου του αγώνα
                              συντρόφια της δουλειάς
Γεια σας. Ούτε μια λέξη.
Οι νύχτες θα σπρώξουν το μάνταλο της πόρτας
Τα χρόνια θα υφάνουν τον ιστό τους πάνου στα παράθυρα
Κ' εγώ θα τραγουδάω πάντα σαν τραγούδι του αγώνα
                                      το τραγούδι μου της φυλακής.
Θα ξαναϊδωθούμε, φίλοι μου
                                        ναι, θα ξαναϊδωθούμε
Θα χαμογελάσουμε μαζί στον ήλιο
θ' αγωνιστούμε δίπλα - δίπλα.
Ω, φίλοι μου
                   αδέρφια μου του αγώνα
                                        συντρόφια της δουλειάς.
                                                               Γεια σας.

                                                                               Ναζίμ Χικμέτ


Η αγωνίστρια Τουρκάλα τραγουδίστρια , μέλος του συγκροτήματος Grup Yorum, Helin Bölek θυσιάστηκε  χθες σε ηλικία 28 χρονών μετά από πολυήμερη απεργία πείνας στην οποία είχε καταφύγει με τον Ibrahim Gökçek ζητώντας από την τουρκική κυβέρνηση:

• Να απελευθερωθούν όλα τα μέλη του Grup Yorum και να αποσυρθούν οι δικαστικές διώξεις.

• Nα σταματήσουν οι έφοδοι της αστυνομίας στο Πολιτιστικό τους Κέντρο Idil και στα γραφεία τους

• Να καταργηθεί η επικήρυξη των μελών του συγκροτήματος, από τη λίστα της τουρκικής αστυνομίας και να ακυρωθούν τα εντάλματα σύλληψης τους.

• Να αρθεί η απαγόρευση των συναυλιών του Grup Yorum.






Δευτέρα 30 Μαρτίου 2020

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος για το Νίκο Μπελογιάννη


Η μνήμη σώζεται με τα πρόσωπα. Τα περιστατικά εύκολα μπερδεύονται μεταξύ τους, χάνουν και τις χρονολογίες τους, κάπου χάνονται και τα ίδια.
Η φήμη του Μπελογιάννη άρχισε από τις δίκες στην Αθήνα, αλλά, σαν συμπολίτες που ήμαστε, ξέρω ότι πολύ πιο πριν, όταν ακόμα ήταν νέο παιδί, είχε σχηματιστεί ένας θρύλος και περπατούσε. Και βέβαια, εντελώς ιδιαίτερη γοητεία είχε για μας, που ήμαστε πολύ νεώτεροί του, το παράδειγμα ενός γνωστού μας νέου που όλα τα εγκαταλείπει, το ασφαλισμένο σπίτι και το ασφαλισμένο μέλλον, και με αυταπάρνηση παίρνει αυτούς τους δρόμους. Και το πρώτο που του υπόσχονται αυτές οι επιλογές είναι τα κρατητήρια, είναι οι εξορίες και οι φυλακές κι άλλες, παρόμοιες μ' αυτά και πολύ χειρότερες στο τέλος στροφές της τύχης.
Πεθαίνουμε όπως ζούμε. Το δικό του έργο τελείωσε όπως κι έπρεπε να κλείσει το ανάγνωσμα μιας ζωής σαν αυτήν που άρχισε ο Μπελογιάννης από τα μαθητικά χρόνια.
Ο μακαρίτης ο Μαστρογιαννόπουλος μου έλεγε το 1942 στο Πελόπιο για μια έκθεση που του είχε γράψει στο γυμνάσιο ο Μπελογιάννης, τότε που τον είχε μαθητή του στην Αμαλιάδα. Τους είχε ζητήσει να γράψουν κάτι για το Πάσχα κι ο Μπελογιάννης κάθησε και του περιέγραψε τη ζωή μιας φτωχής γυναίκας στη γειτονιά τους που δούλευε στα ξένα σπίτια για να μπορέσει να μεγαλώσει τα παιδιά της. Του έκανε εντύπωση του Μαστρογιαννόπουλου και το θυμόταν.
Σκέφτομαι τον Μπελογιάννη έχοντας στον νου τον αδελφό μου τον Γιώργη. Είχαν, έτσι το βρίσκω εγώ, μια ομοιότητα στην έκφραση, ακριβώς εκεί που το πρόσωπο του ανθρώπου εκπέμπει τα ιδιαίτερα δικά του κύματα - στα μάτια τους. Στα τονισμένα φρύδια, στο καθαρό μέτωπο, γραμμένο αδρά στο βαθύ φόντο των μαλλιών, που ήταν και τα δύο ολόμαυρα, πυκνά και λαμπερά, με αλλεπάλληλες σκάλες που έφευγαν πίσω. Αλλά και στον χαρακτήρα υπήρχε μια άλλη σύμπτωση, στην άφοβη, δραστήρια και σε κάτι σκληρή τους στάση. Αυτό που εννοώ, μιλώντας για σκληρότητα, στον αδελφό μου ήταν πιο αδρό, αυτός ήταν και πολύ νεότερος, ενώ ο Μπελογιάννης φαινόταν άνθρωπος ώριμος και γαλήνιος, είχε όμως μια σκληράδα κι αυτός και γρήγορα την αντιλαμβανόσουν. Ξέρω ότι κατόρθωσαν να τον πιάσουν κυρίως επειδή δεν ήταν στο χαρακτήρα του να περνά τις ώρες του στο αμπρί, στέλνοντας μπροστά  άλλους, όπως και γινόταν από κάποιους που άφησαν πίσω τους και τη φήμη του ασύλληπτου Φαντομά της κομματικής παρανομίας. Αυτοί σπάνια βγήκαν από το αμπρί τόσο στην παρανομία όσο και στον πόλεμο.
Τον θυμάμαι ένα βράδυ αργά που κατέβαινα με το τραμ για τα Σεπόλια. Θα πρέπει να ήταν την άνοιξη του 1947, κάπου εκεί γύρω. Γνωρίζαμε ότι μαζί με τον Γκιζελή ήταν στα βουνά της Πελοποννήσου, και να τώρα στην Αθήνα. Στη στάση της πλατείας Βάθης, όπως σταμάτησε το τραμ, έπεσε το φως πάνω του, στεκόταν στο πεζοδρόμιο μ' ένα μακρύ παλτό κουμπωμένος ως απάνω. Μόλις το τραμ κίνησε, πήδησε στο βαγόνι. Εγώ τότε, για το φόβο των Ιουδαίων, δεν έμπαινα μέσα στο βαγόνι, στεκόμουν στον εξώστη, δίπλα στην έξοδο. Στάθηκε κι αυτός εκεί.
Πήγαμε έτσι μέχρι το τέρμα. Κατάλαβα ότι με είδε και με γνώρισε. Μου το επιβεβαίωσε, όταν μετά τρία χρόνια στην Αλβανία θυμηθήκαμε εκείνο το βράδυ - καθώς και ότι πήγαινε στα ξαδέλφια του, τους Συριόπουλους, πρώτα του ξαδέλφια από τις μητέρες τους. Ήταν όλοι φίλοι μας κι έμεναν σ' ένα σπίτι προς τη μεριά του λόφου. Ο Ντίνος, ο Γιώργος, ο Θοδωράκης, η Νίκη. Τον Γιώργο τον είχαν πιάσει οι Γερμανοί στην Αμαλιάδα και τον εκτέλεσαν στα Ψηλαλώνια στην Πάτρα, μαζί με τον ποιητή Φώτο Πασχαλινό.
Ακριβώς τότε, με τους δυο εκείνους νέους, άρχισαν οι ιστορίες αυτές να γράφονται πολύ κοντά μας...
Το περίεργο στο περιστατικό που αφηγούμαι εδώ τώρα είναι πως η κοπέλα που συνόδευα εκείνο το  βράδυ, συμφοιτήτριά μου, όταν έπειτα από σαράντα χρόνια, ξαναϊδωθήκαμε εδώ στην Αθήνα, πολύ απροσδόκητα με ρώτησε:
- Εκείνο το βράδυ που κατεβαίναμε με το τραμ ο Μπελογιάννης δεν ήταν;
Δεν θυμάμαι να μιλήσαμε καθόλου γι' αυτό, η φίλη μου όμως με βεβαιώνει ότι αλλάξαμε με τον Μπελογιάννη κάποιες ματιές, από τις οποίες εκείνη κατάλαβε πως γνωριζόμαστε κι αποφύγαμε να μιλήσουμε.
- Όταν είδα έπειτα τις φωτογραφίες του στις εφημερίδες, θυμήθηκα εκείνο το βράδυ.
Όλο κάτι είναι και κινείται γύρω μας και φαίνεται χωρίς εμείς να το βλέπουμε, μόνες τους μας τριγυρίζουν κάποιες κινήσεις, κάποιες σκέψεις ανεξέλεγκτα κι από μας τους ίδιους.
Μετά την εκτέλεσή του, εκφράστηκαν σε κάποια κείμενα υπαινιγμοί για λάθη στην επαγρύπνηση. Ο Ζαχαριάδης μάς είχε συνηθίσει σε κάτι τέτοιες απροσδόκητες στροφές και προς στιγμήν το πήραμε για μια άλλη ιστορία που πήγαινε να ξεκινήσει, αλλά δεν έλαβε συνέχεια. Μετά μαθαίναμε ότι κάποιοι, που έβγαιναν έξω, τα έλεγαν αυτά στον Ζαχαριάδη, χαϊδεύοντάς του το αυτί του προσκόμιζαν μαρτυρίες και στοιχεία. Γιατί από κάτω ήταν η άλλη ιστορία - ο Πλουμπίδης. Η ανάγκη που αισθανόταν τότε ο Ζαχαριάδης να επιβεβαιώνονται οι αλλόκοτες υποψίες του.
Και ήταν επίσης το γεγονός ότι ο Μπελογιάννης δεν είχε ενδώσει, αντιστάθηκε σ' αυτούς τους δικούς του παραλογισμούς. Κάποιοι προσπαθούσαν να συνδέσουν τη σύλληψή του με αυτό το γεγονός.
Πρέπει να είχαν σχηματιστεί κάποιες προϋποθέσεις και ποιος ξέρει ως πού θα το πήγαιναν, αν ο Μπελογιάννης έμενε ζωντανός.

Τρεις άνθρωποι, ο Ζαχαριάδης, ο Πλουμπίδης, ο Μπελογιάννης. Τρεις διαστάσεις μιας ιστορίας με ασυνήθιστες, ακόμα και για ένα μαχόμενο επαναστατικό κόμμα, καταστάσεις, όπου πρωταγωνίστησαν εξαιρετικοί χαρακτήρες.
Θέματα ανεξάντλητα για μυθιστορήματα. Το αποτόλμησε μόνο ο Κώστας ο Κοτζιάς, καλός συγγραφέας, μα πέρασε βιαστικά πάνω από ένα τρομερό σύμπλεγμα ηρωικών και τραγικών συγκρούσεων, έντονα προσκολλημένος στις εσωκομματικές καταστάσεις , μέτρα μικρά για να μετρηθούν τέτοια ανθρώπινα φαινόμενα.
Δεν θα' ναι πολλοί εκείνοι που θυμούνται τώρα ότι και ο Πλουμπίδης κρατούσε τότε στο χέρι του ένα γαρύφαλλο.
Ο Πλουμπίδης ήταν κορυφαία τραγική μορφή, αλλά το γαρυφαλλάκι του πέρασε απαρατήρητο. Κι όπως γίνεται συχνά με τις επαναλήψεις κάτι τέτοιων χειρονομιών, όταν το σοβαρό τους μήνυμα δεν περνάει στις ψυχές των άλλων, μπορεί να έμενε ένα αρνητικό που δεν τυπώθηκε. Σε κάτι και κωμικό, αν δεν έβλεπε κανείς εκεί μια συγκλονιστική υπόμνηση της μεγάλης αθωότητας αυτού του ηρωικού, παρ' όλη του την ηπιότητα, ανθρώπου.
Η χειρονομία του Μπελογιάννη είχε άλλη μια σημασία - ύστερα από την Εθνική Αντίσταση και τον Εμφύλιο, σαν να σφράγιζε μια κίνηση που έγινε όλη μπροστά στα μάτια μας, το καλό δέσιμο μιας ιδεολογίας, σε πολλά ακόμα αναφομοίωτης, με την εθνική παράδοση. Ο Μπελογιάννης πρόσθεσε ένα σύμβολο στις ηρωικές μας παραδόσεις, αλλά αυτός ο μελλοθάνατος με το γαρύφαλλο ήταν και μια ελληνική προσφορά στους άλλους, μια ανταπόδοση για τα πολλά ξένα δάνεια που είχε κάνει το ελληνικό κοινωνικό κίνημα.
Στους άθλους τους οι ήρωες του χριστιανισμού ξεσήκωναν ο ένας τον άλλον κι οι βίοι τους δεν διαφέρουν παρά στα ονόματα και στις τοποθεσίες, τα θαύματα παντού τα ίδια. Έτσι και οι μάρτυρες του κομμουνισμού παραδειγματίζονταν από κάποια πρότυπα κι ελάχιστα πρωτοτυπούσαν. Ο Μπελογιάννης  ήταν σ' όλα μια πρωτοτυπία. Υπήρξε στο δικό του άθλο στρωτή σύγκλιση στις λεπτομέρειες, στα λόγια του, στους τόνους του, παντού ως την τελευταία του κίνηση. Κι αυτά τον έκαναν αληθινό και πιστευτό σ' όλους, στο έθνος του και στον ιδεολογικό του χώρο. Η συμπεριφορά του έδειξε άνθρωπο με πεντακάθαρο μυαλό, κατασταλαγμένη αντίληψη για όσα συνέβαιναν. Τη διαθήκη του αυτός την έγραψε με σώας τας φρένας και πλήρη συνείδηση. Η ειλικρίνεια του, η ανθρώπινη και η πολιτική του εγκυρότητα δεν ήταν δυνατόν ν' αμφισβητηθούν κι από τον κακόπιστο αντίπαλο. Η ομορφιά μιας ωραίας προσπάθειας αποτυπώθηκε στο παράδειγμά του και το πιο σπουδαίο ήταν ο τρόπος, με τον οποίον δηλώθηκε η ωριμότητά της. Χωρίς υπερβολικούς τονισμούς, χωρίς αχώνευτες παρορμήσεις και καθόλου κραυγές.
Με διάφορες αφορμές ξαναθυμάμαι μια έκφραση του ποιητή Παστερνάκ: η κραυγή είναι πάντα ύποπτη. Τι ωραία που το είπε. Δεν έχει άραγε δίκιο;
Ύποπτη σε όλα είναι κραυγή γιατί όλο κάτι πάει να σκεπάσει. Κάπου ο άνθρωπος που κραυγάζει βιάστηκε, κάπου άργησε και τρέχει. Κάτι του λείπει και δεν το βρίσκει. Και μάλλον εκείνος ο ίδιος είναι που δεν καταλαβαίνει καλά αυτά που θέλει να πει. Αν με βλέπετε ν' αφρίζω προσπαθώντας να πείσω τους άλλους, εξομολογείται κι ο Ντοστογέφσκι, είναι γιατί δεν έχω κατορθώσει να πείσω τον εαυτό μου.
Εκείνες τις στιγμές ο Μπελογιάννης, πέρα από την αξιοθαύμαστη ανθρώπινη συμπεριφορά του, ήταν μια στιγμή ωριμότητας του κινήματος που αντιπροσώπευε. Σαν να το έπαιρνε με το λουλουδάκι του και να το κινούσε μπροστά σε μια απελευθέρωση από κάποιες σκλαβιές, απελευθέρωση κυρίως από μια παραδοσιακή αιχμαλωσία ( ιδεολογική και ψυχολογική). Κι αν ήθελε κανείς, θα μπορούσε να τραβήξει τούτη τη σκέψη ακόμα πιο πέρα σε συμπεράσματα που μπορεί να μην ήταν τότε σε κανενός το μυαλό, αλλά αυτά που συνέβαιναν ήταν αρκετά να το δηλώσουν. Και μόνο η συνήθεια που αποχτάμε καμιά φορά ( όταν μαζευόμαστε και πολλοί) να μη βλέπουμε τα ολοφάνερα, εμπόδισε να το προσέξουμε και πέρασε χωρίς να κατανοηθεί, αλλά και χωρίς να γίνει αντιληπτό...

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν. Α. Η γραμμή της ζωής. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2019

Συνταξιούχοι...

Επειδή η ζωή και οι αγώνες δεν σταματούν με τη σύνταξη
Επειδή δεν μας αρέσουν οι καναπέδες
Επειδή δεν μας αρέσουν οι αιτήσεις και οι δικηγόροι
Επειδή δεν μας αρέσουν τα ψίχουλα 
και επειδή νιώθουμε νέοι, ζωντανοί και αιώνιοι έφηβοι
δεν σταματάμε να διεκδικούμε και να αγωνιζόμαστε κάτω από όλες τις συνθήκες!



Οι φωτογραφίες από το πανελλαδικό συλλαλητήριο των συνταξιούχων το Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019 στην Αθήνα. 

Πέμπτη 18 Μαΐου 2017

Άσπα Μανδηλαρά: Ο Νικηφόρος ήταν ένας άνθρωπος με όλη τη σημασία της λέξης, με προτερήματα και με ελαττώματα. Αλλά ήταν ατόφιος άνθρωπος, ήταν αληθινός, ήταν γνήσιος...

...Η Άσπα Μανδηλαρά, η σύντροφος του Νικηφόρου, όλα αυτά τα χρόνια κράτησε μια σπάνια αξιοπρεπή στάση. Επωμίστηκε τον πόνο της και αφοσιώθηκε στην ανατροφή της εξάχρονης τότε κορούλας της. Δεν κοινοποίησε την τραγικότητα που ζούσε ούτε έκανε κοινό κτήμα το κακό που τη βρήκε στα είκοσι εννιά της χρόνια. Με ψηλά το κεφάλι αντιμετώπισε τις σκληρές καταστάσεις και δεν έδωσε την ευκαιρία στα λαίμαργα μέσα ενημέρωσης να εκμεταλλευτούν το δράμα της.

Στη μοναδική συνέντευξη - εξομολόγηση που παραχώρησε στην καλή συντάκτρια του "Κυριακάτικου Ριζοσπάστη", Αλίκη Ξένου - Βενάρδου, θαυμάζει ο αναγνώστης τη δύναμη και την αντοχή, αλλά και την ανωτερότητα αυτής της υπέροχης γυναίκας - μάνας που δεν υστερεί από ηρωίδα αρχαίας τραγωδίας.
Το κείμενο - την εκ βαθέων εξομολόγηση - της Άσπας Μανδηλαρά παίρνει εδώ τη θέση του, ως μνημείο λόγου, ως μια κραυγή διαμαρτυρίας για τη δολοφονία του ήρωα συντρόφου της Νικηφόρου.
Στον " Κυριακάτικο Ριζοσπάστη"( Σάββατο - Κυριακή 17- 18 Απριλίου 1993), τα όσα εκμυστηρεύτηκε η Άσπα Μανδηλαρά, στεγάστηκαν κάτω από τον τίτλο " Γολγοθάς χωρίς Ανάσταση":
" Ξημερώματα, 21 Απρίλη 1967. Στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, που άλλοτε τρανταζόταν από τα βήματα χιλιάδων διαδηλωτών, ακούγεται ο φοβερός ήχος των τανκς. Μια οικογένεια φεύγει μέσα στο σκοτάδι εσπευσμένα από το σπίτι της. Μόλις που προλαβαίνουν. Ύστερα από λίγο τα όργανα της χούντας σπάνε την πόρτα του σπιτιού...
Ο Νικηφόρος Μανδηλαράς μαχόμενος δικηγόρος και αγωνιστής της Αριστεράς γνωρίζει  ότι είναι προγραμμένος.
Κρύβεται μαζί με τη γυναίκα και το παιδί του για λίγες μέρες, αλλά ο τόπος δεν το χωράει. Ξέρει ότι δεν μπορεί να δουλέψει στην παρανομία, γιατί το πρόσωπό του είναι πασίγνωστο. Όλοι, μόλις βγει, θα τον αναγνωρίσουν. Αποφασίζει να φύγει νύχτα για το εξωτερικό μ' ένα καράβι. Λίγες μέρες μετά, το σώμα του ξεβράζεται στα χαλίκια της παραλίας, σε ένα χωριό της Ρόδου. Τον αναγνώρισαν μόνο από τη βέρα του που έγραφε " Άσπα - 1956 ". Σήμερα 26 χρόνια μετά, η Άσπα Μανδηλαρά, αντιπρόεδρος της Ομοσπονδίας Γυναικών Ελλάδας, μιλά για πρώτη φορά " γι' αυτές τις πολύ άγριες εποχές που μύριζαν μπαρούτι". Μιλά, με την επιφύλαξη πάντα μήπως "υπεισέλθει στα λεγόμενά της ο υποκειμενισμός".
" Γνωριστήκαμε με το Νικηφόρο το 1956. Είχε τελειώσει τη Νομική Σχολή και επρόκειτο να δώσει εξετάσεις για την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος του δικηγόρου στον Άρειο Πάγο...Ήταν ήδη ένας συνειδητοποιημένος άνθρωπος, ήδη δραστηριοποιημένος, πάντα στην πλευρά των προοδευτικών παρατάξεων. Ήταν, πιστεύω, ένας γεννημένος αγωνιστής".
Αν και πολύ μικρή η Άσπα όταν τον γνώρισε, ήταν η ίδια ενταγμένη στην ΕΔΑ. Από οικογένεια αγωνιστών με βαθιές ρίζες στο λαϊκό κίνημα η οικογένεια Καλοδίκη. Θείος της, ο Β΄γραμματέας της Επιτροπής Πόλης της Αθήνας, του ΚΚΕ " είναι ο πρώτος που κάλεσε τον ελληνικό λαό να πάρει τα όπλα στον αντιφασιστικό αγώνα, πριν ακόμα ιδρυθεί το ΕΑΜ" ".
Παντρεύτηκε πολύ νέα, σε ηλικία δεκαεννέα χρόνων.
" Από κει και πέρα με το Νικηφόρο ζούσαμε αγωνιστικά και λιγότερο οικογενειακά. Ήταν ένας άνθρωπος δοσμένος στους αγώνες. Εάν δεν είχα κι εγώ ακολουθήσει αυτό το δρόμο ίσως δεν θα μπορούσαμε να έχουμε οικογένεια".
Αμέσως απέκτησαν παιδί. Η ίδια εργαζόταν δίπλα του, βοηθούσε στο γραφείο του, αλλά και στην εφημερίδα που έβγαζε ο Νικηφόρος, " Τα Ναξιακά Χρονικά".
" Ήταν ένας άνθρωπος που εύκολα δεν  μπορούσες να τον παρακολουθήσεις - ένας πολύ ανήσυχος άνθρωπος, οραματιστής, στοχαστής, με πολλά προσόντα. Για πολλά χρόνια έμεινα με την αίσθηση ότι οι άνθρωποι αυτής της διαμέτρου, είναι μοναδικοί, είναι αναντικατάστατοι. Βέβαια, στο χώρο του λαϊκού κινήματος τέτοιοι άνθρωποι υπήρξαν πολλοί και σε πάρα πολλούς φράχτηκε κυριολεκτικά ο δρόμος να ολοκληρώσουν τη διαδρομή της ζωής τους. Κάνανε μόνο μια τροχιά, ήταν στο ανέβασμα και ποτέ δεν ολοκληρώθηκε αυτή η τροχιά του ήλιου, όπως θέλω να τη λέω".
Η Άσπα Μανδηλαρά συντρόφευε αυτή την ανοδική τροχιά;
" Πρώτα τον γνώρισα σαν υπερασπιστή, κύρια διωκόμενων κομμουνιστών. Τον γνώρισα να γυρνάει στις φυλακές, να προσπαθεί με κάθε τρόπο να βρίσκει μεθόδους, πρακτικές για την αποφυλάκιση  πολιτικών κρατουμένων. Μη λησμονούμε ότι ακόμα και το 1967 υπήρχαν πολιτικοί κρατούμενοι στην Ελλάδα...Εντυπωσιαζόμουν τότε από την αφοσίωση, το θαυμασμό που είχε γι' αυτούς τους ανθρώπους...Θεωρούσε δύσκολο, πάρα πολύ δύσκολο, να είσαι κομμουνιστής και ακόμα μια μεγάλη τιμή...Τους υπερασπίστηκε με πάθος. Στη δίκη του Μανόλη Γλέζου υπερασπίστηκε την αδελφή του. Ήταν τότε η λεγόμενη υπόθεση Κολιγγιάννη.
...Ήταν άγριες εποχές, είχαμε τους νόμους περί κατασκοπείας, εμείς ζήσαμε σε ενέργεια τους νόμους 509 και 375, τότε που δίκαζαν ακόμα και τη σκέψη. Και ήταν πολύ συνηθισμένο τότε το ερώτημα των δικαστών, κυρίως των στρατοδικών " αν καταδικάζεις το ΚΚΕ και τις παραφυάδες του".
Ο Νικηφόρος υπήρξε υποψήφιος του ΠΑΜΕ μια και μοναδική φορά το 1961. Άνθρωπος που δε διέθετε ώρες ούτε για τον ύπνο του, βρισκόταν σε συνεχή υπερδιέγερση...Και ήταν πολλά τα επίπεδα που ασχολιόταν, πολλά και μεγάλα τα ενδιαφέροντά του. Μεράκι του μεγάλο η δημοσιογραφία.
Αν ονειρευόταν να ασχοληθεί στο μέλλον με την πολιτική; Μα δρούσε πολιτικά, θεωρούσε αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού του την πολιτική πράξη, την πολιτική πρακτική. Γι' αυτόν πολιτική δε σήμαινε μόνο να πολιτεύεσαι - είχε το βαθύ αίσθημα του πολιτικοποιημένου ανθρώπου, που η ζωή του είναι ένας συνεχής αγώνας. Είτε στο πεζοδρόμιο, είτε ταξιδεύοντας και διαφωτίζοντας, είτε υπερασπιζόμενος διωκόμενους φοιτητές.
Συμμετείχε και σε μια μεγάλη δίκη, τη δίκη των 42 όπως ονομάστηκε τότε. Ανάμεσα στους 42 κατηγορούμενους κομμουνιστές ο Λουλές και ο Φλωράκης. Ήταν για 5 - 6 χρόνια προφυλακισμένοι και καταδικάστηκαν σε βαριές ποινές. Ο Νικηφόρος είχε αναλάβει την υπεράσπιση του Δάρα.
" Ναι, παρακολουθούσα τις δίκες, καθημερινά ήμουνα κι εγώ στα δικαστήρια μαζί του. Αποκορύφωμα η περίφημη δίκη ΑΣΠΙΔΑ όπου υπεράσπιζε τον Αρ. Μπουλούκο. Την παρακολούθησα από την αρχή μέχρι που αποφασίστηκε από το δικαστήριο να γίνει κεκλεισμένων των θυρών. Τελείωσε χωρίς τους συνηγόρους με καταδίκες των περισσότερων κατηγορουμένων.
...Όταν δολοφόνησαν τον Πέτρουλα είχε πάει με άλλους δικηγόρους και τους γονείς του Σωτήρη και κατάφεραν κυριολεκτικά να αρπάξουν το πτώμα του, γιατί οι αρχές το είχαν κρύψει και δεν ήθελαν να το παρουσιάσουν...
- Εσείς πώς  νιώθατε δίπλα σε μια τόσο πληθωρική προσωπικότητα;
" Περήφανη, ανάμεσα στους συνανθρώπους του που τους αντιμετώπιζε ισότιμα και ήθελε να ακούει τη γνώμη τους, το ίδιο αντιμετώπιζε κι εμένα, χωρίς διάκριση φύλου, χωρίς διάκριση ηλικίας, αν και είχαμε δέκα περίπου χρόνια διαφορά. Ήθελε ν' ακούει το μέσο άνθρωπο".
- Το ότι ήταν τόσο πολύ αφοσιωμένος στα ιδανικά και τον αγώνα δεν ήταν κάπως καταπιεστικό για μια νέα γυναίκα;
" Δεν ήμουν ανυποψίαστη για όσα συνέβαιναν. Δεν έζησα ούτε μια μέρα τον πατέρα μου μέσα στο σπίτι. Τον πιάσανε όταν εγώ γεννιόμουν το 1937 στη μεταξική δικτατορία και από τότε πέρασε σχεδόν στην παρανομία. Με το Νικηφόρο συναντιόμαστε στο πεζοδρόμιο, συναντιόμαστε στους αγώνες, συναντιόμαστε στα ίδια μετερίζια. Οι άνθρωποι αυτοί είναι "ταγμένοι". Δεν είναι θέμα καταπίεσης να ξέρεις ότι ο σύντροφός σου αγωνίζεται για το δίκιο, για την ελευθερία. Ήταν έννοιες που κι εμένα με έθελγαν. Και πιστεύω σ' αυτό που έλεγε ο Γληνός ότι " αν αξίζει η ζωή, αξίζει για να ζεις και να πεθαίνεις για ένα ιδανικό". Και σήμερα ακόμα δεν με θέλγει η ιδέα των ανθρώπων που η ζωή τους αρχίζει και τελειώνει με κάποιες ληξιαρχικές πράξεις...Θεωρώ ότι έχουμε καθήκον, έχουμε ιερό χρέος, ειδικά όταν γεννάμε ανθρώπους, να αγωνιζόμαστε για να καλυτερέψουμε τη ζωή τους, να δούμε την προοπτική τους. Και είναι σήμερα ένα σημάδι που με ενοχλεί αφάνταστα, όταν γίνεται μια εκδήλωση για το νέφος που ξέρουμε ότι είναι θανατηφόρο για τα παιδιά και δεν κατεβαίνουν χιλιάδες λαού για να διαμαρτυρηθούν.
...Ναι...με ενέπνεε. Τι θαύμαζα περισσότερο στο Νικηφόρο;
Δεν είναι κάτι ξεχωριστό, είναι η συνισταμένη πολλών προσόντων, πολλών προτερημάτων. Ορισμένοι άνθρωποι έχουν μια σφραγίδα δωρεάς. Αυτή τη σφραγίδα της δωρεάς την είχε ακέραια πάνω του ο Νικηφόρος. Ήταν ένας άνθρωπος ανοιχτός, καλόκαρδος, ζεστός, με μόνιμα χαραγμένο το γέλιο στα χείλη του , προσηνής, εύστροφος...Δε νομίζω όμως ότι είναι σωστό να δημιουργείται ένας μύθος γύρω από ένα πρόσωπο. Ο Νικηφόρος ήταν ένας άνθρωπος με όλη τη σημασία της λέξης, με προτερήματα και με ελαττώματα. Αλλά ήταν ατόφιος άνθρωπος, ήταν αληθινός, ήταν γνήσιος...
...Να σας πω και κάτι. Απέφυγα με πολύ κόπο όλα αυτά τα χρόνια, από το '67 μέχρι σήμερα, να δώσω συνέντευξη προσωπική. Δεν έκανα άλλο από μια δήλωση. έχουν γίνει αφιερώματα πολλά για το Νικηφόρο και θέλω να αναφέρω ότι ένα μεγάλο αφιέρωμα, με πολύ σεβασμό στην όλη υπόθεση, έκανε ο Γιάννης ο Φάτσης...
...Φοβόμουν μήπως δε βρεθώ στο ύψος των περιστάσεων και των γεγονότων. Ήθελα να μιλήσουν οι άνθρωποι που τον γνώρισαν, οι συναγωνιστές του, που μπορούν και πρέπει να αναδείξουν την προσωπικότητα του Νικηφόρου. Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι ο Νικηφόρος άφησε τη σφραγίδα του στο πέρασμα του χρόνου, άφησε τα χνάρια του μέσα στο λαό...Είναι για μένα σημαντικό ότι όταν τύχει, από ανάγκη να πω το όνομά μου και είναι νέοι άνθρωποι γύρω μου γνωρίζουν την περίπτωση του Νικηφόρου Μανδηλαρά, ξέρουν πολλά για τους αγώνες και τη δολοφονία του".
"Έλαμπε" θα πει σε κάποια στιγμή...Και πραγματικά, ο Μανδηλαράς ήταν ένας άνθρωπος που κανείς δεν μπορούσε να ξεχάσει, έστω κι αν τον είχε γνωρίσει φευγαλέα, για λίγα λεπτά. Ορμητικός, ζεστός, ήταν μια εκρηκτική προσωπικότητα. Συνάρπαζε στο δικαστήριο. Όχι μόνο με την εμφάνιση και τη βροντερή φωνή του, αλλά και με τα επιχειρήματά του. Ένας άνθρωπος πολλά υποσχόμενος με τεράστιες δυνατότητες...
" Η Χούντα ισχυρίστηκε ότι ο Μανδηλαράς έπεσε στη θάλασσα για να αποφύγει τη σύλληψη και πνίγηκε. Αλλά το πτώμα έδειχνε ότι ο Μανδηλαράς είχε βασανιστεί πριν δολοφονηθεί , γράφει ο Γιάννης Κάτρης στο βιβλίο του " Η γέννηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα".
...Ο Νικηφόρος ήξερε ότι ήταν προγραμμένος. Γιατί, όμως τόσο μένος, τόσο πάθος, ειδικά για το Νικηφόρο Μανδηλαρά;
" Η πρώτη φορά που πραγματικά φοβήθηκα για τη ζωή του, ήταν στη δίκη του ΑΣΠΙΔΑ. Είχε δεχτεί απειλές. Το μεγάλο μένος, πιστεύω, ότι δημιουργήθηκε στην ακροαματική διαδικασία. Ήταν το ξεσκέπασμα της σκευωρίας, το θάρρος, το κουράγιο, η δικαστική δεινότητα, η γνώση του Νικηφόρου μέσα στο δικαστήριο, το ότι δεν μπόρεσαν να στηρίξουν το κατηγορητήριο οι μάρτυρες κατηγορίας.Μην ξεχνάμε ότι αυτοί οι ίδιοι μάρτυρες κατηγορίας που παρήλασαν στο δικαστήριο και κατέθεσαν ενάντια στους κατηγορούμενους αξιωματικούς - ότι τάχα ενείχοντο σε οργανώσεις μη νόμιμες, ότι στο στρατό δρουν παραστρατιωτικές ομάδες - ήταν αυτοί οι τραικόσιοι, που μετά είχαν καίρια πόστα στη δικτατορία...
...Ποιος πρόδωσε το Νικηφόρο όταν έφυγε; Απ' ό,τι φαίνεται από τα επίσημα έγγραφα της δικογραφίας - αλλά και από την ομολογία του - πρόδωσε τη φυγάδευση του Νικηφόρου ο ίδιος ο καπετάνιος, ο Πέτρος Πόταγας. Από τη δικογραφία, επίσης, προκύπτει ότι στο ΓΕΝ γίνονταν συσκέψεις επί συσκέψεων ανωτάτων στελεχών, για να αποφασίσουν για την τύχη του Νικηφόρου.
" Όλος ο ιστός πλέχτηκε γύρω από τον καπετάνιο. Ήταν ο μόνος στον οποίο έδωσαν πίσω το φυλλάδιό του για να μπορεί να φύγει. Σε όλους τους άλλους του πληρώματος το κατακράτησαν. Εκείνη τη νύχτα είχε κανονιστεί να πάρει το τιμόνι ο καπετάνιος. Να' χει ο ίδιος βάρδια και μέσα σ' όλη αυτή τη διαδικασία, εμπλέκεται και ο υποπλοίαρχος Βαρούτσας. Ήταν και οι δυο συντονισμένοι να είναι μόνο αυτοί βάρδια. Όλοι οι άλλοι κοιμόντουσαν στην κουκέτα τους.
"Από εκεί και ύστερα, μέσα στα πελάγη μη ζητάτε λεπτομέρειες - εδώ έγιναν δολοφονίες μέσα στα κρατητήρια, μέσα στα χέρια των βασανιστών και τίποτα δεν αποδείχτηκε, δεν καταδικάστηκαν οι υπαίτιοι. Έγινε το Σεπτέμβρη του '67 μια δίκη - θέατρο. Για όποιον ξέρει να διαβάζει πίσω από τις γραμμές, βγαίνει από τα ίδια τα ντοκουμέντα ποιοι ήταν πίσω από τη δολοφονία...
Το πτώμα του Νικηφόρου Μανδηλαρά στην ακτή Γεννάδι της Ρόδου.( Η φωτογραφία δανεισμένη από εδώ )

Εμείς εκείνο που ξέρουμε, είναι ότι στις 22 του Μάη βρέθηκε το πτώμα του Νικηφόρου με μια μεγάλη τρύπα στο στήθος, που φαίνεται ότι είναι από πυροβόλο όπλο. Και, βέβαια, όταν καταθέτει ο περιβόητος ιατροδικαστής Καψάσκης, τον οποίο φέρανε άρον - άρον από το εξωτερικό για να κάνει τη νεκροτομή στο Νικηφόρο, αντιλαμβάνεστε το αποτέλεσμα. Ήταν ο άνθρωπος, που τις δολοφονίες τις έβγαζε τροχαία, τις έβγαζε πνιγμούς και τη δολοφονία του Νικηφόρου την αναφέρει σαν ...πνιγμό. Αυτό, βέβαια, ήταν κάτι που δεν μπόρεσε να το περάσει σε κανέναν Έλληνα. η κουβέντα που άκουγες και ακούς μέχρι σήμερα, ήταν ότι " τον φάγανε τον Μανδηλαρά".
...Δεν ξέρουμε τι έγινε εκείνη τη βραδιά, ποιος τον σκότωσε, ούτε αν ο καπετάνιος ενήργησε μόνος του ή μαζί με άλλους. Άλλωστε, σκοτώθηκε κι αυτός ύστερα από λίγο διάστημα - πριν περάσει νομίζω χρόνος από τη δίκη. Ζούσε στο Κέιπ Τάουν και οι πληροφορίες είναι συγκεχυμένες. Έχει γραφεί ότι σκοτώθηκε σε τροχαίο, έχει γραφεί ότι αυτοπυροβολήθηκε στο στόμα. Είχε καταδικαστεί για " εξ αμελείας" θάνατο του Νικηφόρου σε μια ποινή σε δεύτερο βαθμό που βγήκε σε λίγο...μετατρέψιμη. Σε κάποιο γνωστό μας είχε πει ότι " μια μέρα θα μιλήσω"...
Εγώ στο δικαστήριο δεν απευθύνθηκα καθόλου σ' αυτόν, του είπα μόνο σε μια αποστροφή της κατάθεσής μου, ότι αργά ή γρήγορα θα έχει την ίδια τύχη, γιατί την προδοσία πολλοί αγαπήσανε, τον προδότη κανείς. Είναι κάτι που το βλέπουμε να επαναλαμβάνεται.
Από τότε πολύς κόσμος εξαφανίστηκε αμέσως μετά ή στη διάρκεια της δικτατορίας απ' αυτούς που μπορούν να έχουν σχέση με τη δολοφονία του Νικηφόρου...
...Σχεδόν μόνο από τη βέρα τον αναγνώρισαν. Εμένα δεν έκαναν ούτε τον κόπο να με ενημερώσουν. Είχαν το πτώμα δυο μέρες στα χέρια τους, με τη βέρα βέβαια, που έγραφε το όνομά μου και την ημερομηνία του αρραβώνα μας - 1956...
Άρχισαν τα ξένα πρακτορεία ειδήσεων να μεταδίδουν ότι " εξεβράσθη πτώμα και εικάζεται ότι ανήκει στο Νικηφόρο Μανδηλαρά"...Οι εδώ εφημερίδες από στοιχεία που προφανώς τους έδιναν οι αρχές ανέφεραν " ότι εβρέθη πτώμα αγνώστου ανδρός " με όλα όμως τα άλλα στοιχεία ψευδή όσον αφορά το ύψος, την εμφάνιση κ.λ.π. ώστε να μην πηγαίνει κανενός ο νους στον Νικηφόρο. Όμως με την πληροφορία που πρώτος έδωσε ένας ανταποκριτής των " Νέων" στην Αθήνα, πως υπάρχουν υποψίες ότι το πτώμα που βρέθηκε δεν είναι αγνώστου, αλλά είναι του Νικηφόρου, φύγανε για τη Ρόδο φίλοι και ένας θείος του.
Έγινε αναγνώριση, αλλά οι αρχές απαγόρευσαν τη μεταφορά του στην Αθήνα και αποφάσισαν άρον - άρον την ταφή του. Μας τηλεφώνησαν ότι " δεν προλαβαίνετε να έρθετε, γιατί έχουν επισπεύσει την κηδεία".
...Εγώ ήμουν εκείνες τις ημέρες σε κατάσταση μη ελεγχόμενη, βρισκόμουνα, κυριολεκτικά, σε κρίση, ήταν κάτι το απίστευτο, σαν να με είχε χτυπήσει κεραυνός, δεν μπορούσα να επικοινωνήσω ούτε με το μυαλό μου. Τραγικές στιγμές. Όποιος ξέρει από θάνατο, όποιος ξέρει από γεγονότα αναπάντεχα, μπορεί να καταλάβει. Δεν το είχα φανταστεί, παρόλο που πάντα είχαμε ανησυχίες, δεν το πίστευα ότι μπορεί να συμβεί κι όταν τελικά συμβαίνει, δε θέλεις να το αποδεχτείς, το αποδιώχνεις. Το απωθούμενο, ήθελα να το αποβάλω, δεν ήθελα να παραδεχτώ την πραγματικότητα".
- Και το παιδί, το έμαθε τότε;
Όχι, έκρινα ότι ήταν πολύ νωρίς για να το συνειδητοποιήσει, γιατί δεν ήταν ένα ατύχημα, δεν ήταν ένας θάνατος από μια αρρώστια που μπορούσες να το συζητήσεις, ήταν ένας τέτοιος θάνατος, μια δολοφονία, που ένα παιδί έξι ετών δεν μπορούσε να καταλάβει όλες τις πτυχές του δράματος. Έτσι πίστευα τότε, μπορεί και λαθεμένα...Το έμαθε πολύ αργότερα...
...Η ταφή έγινε στη Ρόδο και ο Νικηφόρος έμεινε εκεί για χρόνια. Φέραμε πίσω τα οστά του μετά τη δικτατορία. Δεν τον ξαναείδα από τότε που έφυγε για το ταξίδι...".
- Από μια άποψη, ίσως ήταν καλύτερα...
" Δεν ξέρω τι ήταν καλύτερο και τι χειρότερο, έχουν μείνει πολλά κενά μέσα μου σ' αυτές τις περιπτώσεις. Όταν δεν ελέγχεις τον εαυτό σου, συνέπεια είναι να μην ελέγχεις και τις κινήσεις σου. Πάντως, ήταν μέρες μεγάλου σπαραγμού, μεγάλης οδύνης και για έναν παραπάνω λόγο, γιατί η δικτατορία ήταν παρούσα σε κάθε μας κίνηση και μας θύμιζε όλη αυτή την τραγωδία. Μέσα στην τραγωδία μας ζούσαμε άλλη μια τραγωδία. Κόσμος πλέον ζούσε στα ξερονήσια, κόσμος είχε εκπατρισθεί, άνθρωποι φυλακίζονταν, βασανίζονταν, σχεδόν όλος ο ελληνικός λαός ήταν υπό παρακολούθηση...
...Και είναι πραγματικά απορίας άξιο, πως σήμερα σπάνια ή καθόλου αναφέρονται στα θύματα της δικτατορίας, ενώ κάποιοι αγωνίζονται για τους Απριλιανούς δυνάστες.
" Μετά τη δικτατορία ξεκινήσαμε αγώνα να επανεξετασθεί η όλη υπόθεση. Γίνανε πολλές προσπάθειες, αλλά βέβαια δεν είχαμε τη δυνατότητα να τους παρουσιάσουμε κάποιον και να τους πούμε ότι " αυτός είναι ο δολοφόνος".
Νομίζω ότι η πολιτεία ήθελε να περάσει στη λήθη όλα αυτά τα συμβάντα και έτσι, μέσα σ' αυτό το πλαίσιο τοποθετήθηκε η υπόθεση "Νικηφόρου Μανδηλαρά", πηγαίνοντας στο αρχείο. Δίκη δεν έγινε, αν και προσκομίσαμε καινούργια στοιχεία, φωτογραφίες του πτώματος του Νικηφόρου, που με πολύ κόπο κατορθώσαμε να έχουμε. Αλλά η προσπάθεια συγκάλυψης δεν είναι ένα καινούριο γεγονός στον τόπο μας. Κλείνουν την τυπική πλευρά του θέματος, αλλά η ουσιαστική πλευρά δεν πιστεύω πως κλείνει ποτέ!"
- Ουσιαστικά ξέρετε ποιοι ήταν οι δολοφόνοι;
" Ναι, Οι δικτάτορες ήταν. Τι θέλετε να σας πω, το όνομα του καθενός; Δεν μπορείς να ξέρεις ποιος όπλισε μέσα στο σκοτάδι το χέρι του δολοφόνου. Αυτό δε θα το μάθουμε ίσως ποτέ. Ξέρετε εσείς ποιος απ' όλους που χτυπούσαν τον Τσαρουχά έδωσε το καίριο χτύπημα; Ήταν επιφανής βουλευτής της ΕΔΑ κι όμως όταν έπεσε στα χέρια τους τον κατασπάραξαν κυριολεκτικά, πέθανε από βασανιστήρια πριν φτάσει στα κρατητήρια. Ξέρετε ποιος απ' όλους που τον χτυπούσαν στην ΕΣΑ έκανε άχρηστο τον αξιωματικό Σπύρο Μουστακλή, ποιος προδιέγραψε την υπόλοιπη ζωή του και τον οδήγησε στον τάφο;
Ξέρετε ποιος ήταν ο φυσικός αυτουργός στη δολοφονία της Αγγλίδας δημοσιογράφου Αν Τσάπμαν; Ακούσατε ποιοι δολοφόνησαν τα παιδιά του Πολυτεχνείου; Κάποιοι καταδικάστηκαν, αλλά οι περισσότεροι κυκλοφορούν ελεύθεροι. Ήταν πολλοί οι σκοτωμένοι. Η δικτατορία δολοφονούσε. Όποτε μπορούσε και όπως μπορούσε. Πάντως οπωσδήποτε τους αγωνιστές τους φοβότανε.
Και γι' αυτό με διάφορους τρόπους τους έβγαζε από την αγωνιστική πρακτική. Υπάρχουν οι μηχανισμοί"...
" Σε μια δικτατορία αυτοί οι μηχανισμοί ενεργοποιούνται, βγαίνουν στην επιφάνεια και κατανέμονται οι αρμοδιότητες. Κάποιοι αποφασίζουν και κάποιοι αναλαμβάνουν την εκτέλεση. Είναι λίγοι, ώστε το μυστικό να' ναι καλά ασφαλισμένο.
Το σύνολο της ευθύνης το έχουν οπωσδήποτε οι δικτάτορες. Αν υπήρχαν κάποιοι άλλοι πίσω από αυτούς; Υπήρχαν τα νήματα από την εποχή του ΙΔΕΑ.
Άλλωστε η Ελλάδα έχει καταγράψει πολλές δικτατορίες στην ιστορία της. Πραγματικά, δεν εμφανίστηκαν στο στερέωμα σαν κομήτες οι δικτάτορες...
- Βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας έχουν ζητήσει επανειλημμένα και μάλιστα πολύ πρόσφατα, εν όψει του Πάσχα, να δοθεί χάρη στους Χουντικούς με το επιχείρημα ότι είναι " ακίνδυνα γεροντάκια", ανίκανα πια να βλάψουν...
" Είναι να απορεί κανείς, γιατί το πρώτο που καταλύθηκε στη δικτατορία ήταν το Κοινοβούλιο, που είναι ο μεγάλος θεσμός της Δημοκρατίας. Προσπαθούν βέβαια να περάσουν τη μεγαλοσύνη του λαού...
Εγώ δεν αφήνω να φωλιάζει μέσα μου μίσος. Αν μου δείχνανε το δολοφόνο του άντρα μου δε θα μπορούσα να τον αγγίξω, δε θα μπορούσα να κάνω κάτι κακό. Δε το λέω αυτό μόνο τώρα, το ίδιο θα έλεγα, αν με ρωτούσαν και τότε, που το γεγονός ήταν νωπό. Γιατί έχω μια φιλοσοφία, μια στάση στη ζωή μου. Πιστεύω ακόμα ότι οι αγώνες έχουν και τα θύματά τους, έχουν ένα τίμημα και όποιος παίρνει το δρόμο τον ανηφορικό έχει κι αυτό κατά νου, το "ζην επικινδύνως". Αλλά το έγκλημα δεν μπορεί να το δικαιολογήσει κανείς. Γιατί το έγκλημα δεν είναι μια αναμέτρηση ίσων προς ίσους σ' έναν αγώνα, είναι ένα πισώπλατο χτύπημα.Κι αυτό δεν το δέχομαι.
Να σας θυμίσω κάτι. Για τις εκατόμβες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, που χύθηκαν ποτάμια αίματος στην Ελλάδα, στη Γιουγκοσλαβία που σήμερα περνάει μαύρες μέρες, στην Πολωνία, στην τότε Σοβιετική Ένωση με τα εκατομμύρια νεκρούς, πλήρωναν ορισμένοι μόνο του Τρίτου Ράιχ. Με τη δίκη της Νυρεμβέργης άλλοι εκτελέστηκαν, άλλοι πέρασαν κάποια χρόνια φυλακή.

Στο τέλος έμεινε μόνο ένας κρατούμενος, ο Φον Ες που οι σύμμαχοι αποφάσισαν να τον κρατήσουν φυλακισμένο σχεδόν μέχρι το τέλος της ζωής του. Τι σήμαινε αυτό; Φοβόταν η κραταιά Αμερική ή η Σοβιετική Ένωση ή η Ευρώπη ότι αυτός ο γέρος θα έπαιρνε τη ρεβάνς; Όχι, βέβαια, αλλά ήταν ένα δείγμα γραφής, ήταν ένα σημείο αναφοράς. Και έμεινε στη φυλακή μέχρι προ χρόνων, που εξεμέτρησε το βίο του. Δεν είναι τυχαίο που , λησμονώντας, περνώντας στη λήθη όλα αυτά τα γεγονότα, αναβιώνουν έτσι εύκολα σήμερα φασιστικές ομάδες, δημιουργείται ένα φασιστικό κίνημα. Όταν ξεχνάμε την ιστορία μας, όταν ξεχνάμε και δεν έχουμε πια μπροστά μας αυτούς τους ανθρώπους όπως είναι ο Γρ. Λαμπράκης, ο Ελής, ο Τσαρουχάς και χιλιάδες άλλοι ανώνυμοι, ο λαός δεν έχει μπροστά του φωτεινές μορφές και εύκολα προλειαίνεται ένα έδαφος για να καρπίσουν άλλου είδους φρούτα.
Αυτά τα γεγονότα πρέπει να θυμόμαστε και όχι τους πρωταίτιους. Εγώ δεν είδα τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης να φτάνουν στα σπίια των δολοφονημένων από τη Χούντα του '67. Δεν είδα να ενδιαφέρονται να ρωτήσουν πώς μεγαλώνουν τα παιδιά τους, αν υπάρχουν πίσω οικογένειες ή ακόμα να σκύψουν πάνω σ' εκείνα τα εγκλήματα, να αγωνιστούν και για τη διαλεύκανσή τους ακόμα. Ο πόνος είναι μονομερής, είναι μόνο προς μια πλευρά.
Τα γεγονότα δεν πρέπει να θάβονται με τον τρόπο που επιχειρείται σήμερα να θαφτούν. Είναι ολέθριο να ξεχνιώνται γεγονότα που σημάδεψαν , που σφράγισαν τη ζωή μας και που πολλά από αυτά πληρώνουμε ακόμα και σήμερα.
- Σήμερα, αν υπήρχε η δυνατότητα μιας αναψηλάφησης της δίκης θα την κάνατε;
" Παρόλο που δε θέλω να κρίνω και να κατακρίνω την ελληνική δικαιοσύνη, δεν βρίσκονται εύκολα άνθρωποι του ύψους και του διαμετρήματος του Σαρτζετάκη, να σκύψουν με μεράκι πάνω στις υποθέσεις και να βγάλουν στην επιφάνεια τα πραγματικά περιστατικά. Κι έτσι, μ' αυτή τη σκέψη δε θέλω να βασανίζω την υπόθεση..."
- Λένε ότι ο χρόνος επουλώνει τις πληγές...
" Εγώ πιστεύω ότι ο χρόνος δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα. Μπορεί να μη νιώθεις την ίδια έξαρση της κρίσης, να μην αντιδράς με το θρήνο και τον κοπετό, όπως τις στιγμές εκείνες που το γεγονός είναι πάρα πολύ ζεστό. Άλλωστε εκείνη την ώρα δε συνειδητοποιείς το μέγεθος της συμφοράς, " του κακού που σ' έχει βρει" όπως λένε. Ο χρόνος πιστεύω ότι δουλεύει αντίστροφα. Διότι από εκεί και ύστερα γεννιούνται τα προβλήματα: να μεγαλώσεις ένα παιδί που δε θα' χει τον πατέρα του. Να ζήσεις εσύ όλες τις ηλικίες με την έλλειψή του. Σε κάθε φάση της ζωής σου και πιο πολύ στις δύσκολες φάσεις, που είναι οι περισσότερες - μετά από μια τέτοια τραγωδία η έλλειψη είναι καταλυτική. Δεν πιστεύω ότι ο χρόνος επουλώνει τις πληγές, εκτός, αν έχεις επιλέξει διαφορετικό δρόμο. Αν έχεις όμως επιλέξει το δρόμο τον αγωνιστικό, σου λείπει η παρουσία του, σου λείπει το συντροφικό χέρι, σου λείπει αυτός ο δεσμός, που εύκολα δεν τον αντικαθιστάς.
Ίσως και γιατί ήταν μια μεγάλη μορφή και εύκολα δε συναντάς τέτοιους ανθρώπους. Οπότε πιστεύω ότι η έλλειψη είναι μεγιστοποιημένη..."
...Μέσα σ' αυτό το σπίτι ο χρόνος έχει παγώσει. Έχει παγώσει και στη φωτογραφία ενός λεβέντη, που βρίσκεται κλεισμένος σε κορνίζα και μας κοιτάζει στην είσοδο...

Γιος σμυριδεργάτη από τη Νάξο, γνώρισε από κοντά την αδικία και τη φτώχεια. Δούλεψε ο ίδιος οικοδόμος, για να μπορέσει να σπουδάσει. Αριστούχος, με χίλιες στερήσεις. Πατέρας ενός παιδιού έξι χρόνων, που υπεραγαπούσε, σύζυγος μιας 29χρονης κοπέλας. Εκφραστής του αδούλωτου φρονήματος του ελληνικού λαού. Χαρισματικός και απλός, ετών 39, νέος για πάντα. Νικηφόρος για πάντα!



Γιώργος Λ. Χιωτάκης - Γιάννης Κορίδης, Νικηφόρος Μανδηλαράς. Η δολοφονία ενός αγωνιστή, Ιωλκός, Αθήνα 2004, 2η έκδοση

Ο Νικηφόρος Μανδηλάρας δολοφονήθηκε από ανθρώπους της χούντας στις 18 Μαΐου 1967 και το πτώμα του βρέθηκε λίγες μέρες αργότερα.

Δευτέρα 10 Απριλίου 2017

Οι άλλοι άγιοι

                   
                  Εικονογράφηση Δημ. Σακελλαρίδη
Γύριζε απ’ τα χωράφια βράδυ – νύχτα, πάχνιζε τη γρηά μας φοράδα, έπειτα ανέβαινε κουρασμένα τα σκαλοπάτια. Εκείνος μούγκριζε από τους πόνους, είχανε σαπίσει πια οι πληγές του. Τον έπλυνε με νερό της βρύσης και τον άλειβε λάδι μαλακά – απαλά. Τότε γλύκαινε το λιγνό του πρόσωπο, μέρωνε. Δεν της μιλούσε, μονάχα έπλεκε τα χέρια στο στήθος κ’ ήθελε να του δυναμώσει το φως
Εμείς περιμέναμε νυσταγμένοι, ο μικρός κουτούλαγε κ’ έκλαιγε μες στο μισοΰπνι του. Μας μοίραζε το ψωμί σιωπηλά με κείνες τις τρυφερές της κινήσεις, ο παππούς πάντα του άπλωνε τη φούχτα κάτω απ’ τα γένεια του μην πέσουν τα ψίχουλα κι αμαρτήσει.
Από δίπλα εκείνος αναστέναξε άγρια, οι πόνοι τον λιάνιζαν, κάθε τόσο κι’ έβγαζε φωνή:
- Εχ Γεωργίααα! Καίγουμαι ! Νερό!
Η μάνα έμενε στο κρεβάτι του ως αργά, κάθουνταν άκρη – άκρη και τούβρεχε τις πληγές, ούτε μίλαγε.
Ακούγαμε τον πατέρα που θύμωνε, άρχιζε πάλι να βλαστημάει με λύσσα και να καταριέται Αλβανία, πολέμους, στρατηγούς, προδότες, νοσοκομεία.
- Αχ Γεωργία! Έτσι, έτσι σας λέω μάς πέταξαν.
Έγραφε με το μπράτσο του μιαν εκφραστική χειρονομία, ανασηκωνόταν ερεθισμένος, ο ιδρώτας πετάγουνταν χοντρά σπυριά.
- Έτσι σας λέω. Πάτε από εδώ, τα νοσοκομεία χρειάζουνται για μας!
Έλεγε που γέμισεν η Αθήνα λαβωμένους, άλλος διακόνευε, άλλος έτσι, άλλος έφευγε και χάνουνταν.
Πώς κατάφερε κ’ ήρθε! Τρίκλιζε, τα μπαστούνια βρόνταγαν στις πέτρες του δρόμου, στάθηκε στην αυλή, έκλαιγε, έκλαιγε σαν χελιδόνι. Η Μάνα τον πήρε απ’ το χέρι κι αργά – αργά τον έφερε στο κρεβάτι. Τον κράταγε σφιχτά πάνω της, σιωπηλή, σοβαρή, ο κόσμος ένοιωθε σαν επίσημη ώρα, κανένας δεν σάλευε.
Μονάχα ο παππούς έκανε το σταυρό του.
- Μέγας είσαι Κύριε…
Τώρα ο παππούς είναι Μάνα μας. Εκείνη απ’ το βαθύ χάραμα σέρνει τη γρηά μας φοράδα και φεύγει στα χωράφια, σκάβει, σπέρνει, θερίζει, το βράδυ γυρίζει σιωπηλή, καρτερούμε νάρθει η γλύκα της κ’ η παρηγοριά της.
Ο παππούς κάνει την αναφορά του, φάγαμε δε φάγαμε, παίξαμε δεν παίξαμε, ποιος έσπασε κεφάλι, ποιος έδεσε τενεκεδάκια στα σκυλιά, όμως εκείνη μας κοιτάζει τρυφερά και μοιράζει το ψωμί ίσα σ’ όλους μας, δίκαιους και αμαρτωλούς.
- Αύριο τα λέμε!
Μας φοβερίζει ο γέρος πεισμωμένος.
Εμείς δεν τον πιστεύουμε. Μονάχα που ο πατέρας φωνάζει και κλαίει, εκείνη πηγαινοέρχεται κουρασμένη, τα χέρια της τα τραχειά τρέμουν. Μένει στην κάμαρα του πατέρα πάντα ως τα μεσάνυχτα κι ακόμα.
Η θεία μας η χήρα κατάφερε τον Ιταλό γιατρό και της έδωσε αλοιφές. Δηλαδή όχι το γιατρό μα ένα παλληκαράκι Σικελό νοσοκόμο, ετούτος πάγαινε στης θείας τα βράδυα και τον έλουζε και τούπλεκε μάλλινα.
Η Μάνα κοίταζε μια τη θεία, μια τις αλοιφές. Και απέ τον παππού.
Ο παππούς έσκυβε στη φωτιά, ούτε γύριζε.
Τις άλλες μέρες ο πατέρας ησύχασε, έπεφτε σε βύθος, άφηνε απείραχτες τις βρασμένες πατάτες του μεσημεριού, ούτε ήθελε φως.
Όταν πέθανε, το λιγνό του πρόσωπο έφεγγε μέσα στα μαύρα – γκρίζα γένεια στο νεκροταφείο η Μάνα μας ξέσκιζε τα ρούχα της και ξερρίζωνε τα μαλλιά της.
Έπειτα το σπίτι μας σφραγίστηκε – σιωπή και κλάμα.
Την άνοιξη ακολουθούσαμε και μεις στα χωράφια, ήτανε σκάλος και βοτάνισμα, ως τη νύχτα ζυμώναμε τη γης, η Μάνα μας είχε λιγνέψει κ’ έπλεε μες στο μακρύ μαύρο της φουστάνι.
Εκεί που δούλευε άρχιζε το μοιρολόι, ήτανε ένα λυπητερό, αργό, κυματιστό τραγούδι, στιχάκια – στιχάκια. Μας έπιανε η αγκούσα, πνιγόμασταν. Έρχουνταν μπροστά μας ο πατέρας, εικόνες – εικόνες, πότε με τα χοντρά του μπαστούνια που βρόνταγαν, πότε γερός κ’ ίσος και χαμογελούσε.
Τότε ο μεγάλος αδερφός έσκουζε άγρια.
- Μάνα!
Ήθελε να χυμήξει σα γεράκια να της σφίξει το λαιμό.
Μας έπιανε φόβος και κρύο…
Το βράδυ ο δρόμος ήταν ατέλειωτος. Στο χωριό οι άνθρωποι ησύχαζαν κλεισμένοι από νωρίς στα σπίτια, πάνω στο δάσος του λόφου έφεγγαν τα μικρά φώτα του στρατιωτικού καταυλισμού, ακούγονταν εκείνη η χαρούμενη φυσαρμόνικα με τις ατέλειωτες ναπολιτάνικες μελωδίες. Ο παππούς γέμιζε λάδι το μεγάλο λυχνάρι, μας χάιδευε τα μαλλιά όλο γλύκα.
- Παλληκαράκια μου, παλληκαράκια.
Και μας τάιζε πατάτες και χόρτα.
Θάταν πια φθινόπωρο που πήρανε το δάσκαλο στρατοδικείο κι από κει χάθηκε. Τούτο τον καιρό έφυγε στα βουνά ο Γιωργής του θείου Κυριάκου, ακούγαμε που χάλασε τόνομά του κ’ έγινε καπετάν – Γιώργακας.
Ο παππούς θύμωνε που στάθηκε ο θείος μαλακός και δεν πελέκησε στο ξύλο το γιο του. Χτύπαγε τις γροθιές του στο τραπέζι, οι σακκούλες των ματιών του φούσκωναν. Κι όταν ήρθε ο θείος να μας ιδεί ο παππούς φρούμαζε, δεν τον χωρούσαν τα ρούχα.
- Τ’ είν’ αυτά Κυριακούλη; Εχ μωρέ δεν αποκρίνεσαι;
Ο θείος έσκυβε, γινόταν μια στάλα.
Από κάμποσο είπε:
- Ποιος τον έκανε ζάφτι πατέρα;
Η Μάνα έσφιγγε το μαύρο μαντήλι και σώπαινε. Είμασταν σίγουροι πως συμφωνούσε με τον παππού, μας έπιανε λύπη.
Τις νύχτες σκεφτόμασταν τον Γιωργή, έτσι να κατεβαίνει απ’ τα βουνά, αψηλός, φαρδύς, άγριος, καπετάν Γιώργακας σωστός. Και να ντουφεκάει. Εκειδά πάνω στις ντουφεκιές μάς έπαιρνε ο γλυκός ύπνος.
Όμως γρήγορα μας ήρθαν άλλα βάσανα. Η θεία η χήρα ήθελε να παντρεφτεί το Σικελό της! Αυτή τη φορά ο παππούς λίγο έλειψε να πεθάνει. Την έκλεισε στην κάμαρα του πατέρα μας, ακούγαμε το ραβδί που κατέβαινε στη ράχη της και κείνη ούρλιαζε και χύμαε να τον φάει. Η Μάνα μας τράβηξε τον γέρο, το κορμί του έτρεμε, έκλαιγε. Τον κάθιζε στη γωνιά μα τούτος έκανε να σηκωθεί, πάλευε. Φώναζε, τα μουστάκια του στάζαν.
- Αλλόφυλη! Αμαρτωλή! Φράγκισσα! Αχ, δεν είσαι κόρη δική μου! Πώς θα παντρεφτείς αμαρτωλή;
Η θεία η χήρα είχε φύγει απ’ την πίσω πόρτα, το αίμα πιτσίλισε την αυλή ως κάτου στο δρόμο.
Τις άλλες μέρες ο γέρος έμενε συλλογισμένος, κάθε λίγο και ρούφαγε πρέζα ταμπάκο κι αναστέναζε.
Έλεγε της Μάνας μας:
- Εχ, πούναι τος ο καπετάν – Γιώργακας να της πάρει το κεφάλι της λεβαντίνας!
Η Μάνα τούφερνε πιο κοντά το παλιό κανάτι του κρασιού. Έπινε, η καρδιά του μέρωνε, γέμιζε τρυφερότη και καλωσύνη για τη Μάνα μας. Την κρατούσε απ’ τα χέρια και τάσφιγγε μ’ όλη τη δύναμη των γηρατειών του.
- Εσύ Γεωργία είσαι παιδί μου. Εσύ, αδικημένη και βασανισμένη Γεωργία.
Θέλαμε να πέσουμε πάνω του, να τον αγκαλιάσουμε και να τον φιλούμε ως το θάνατο!
Ο μεγάλος μας αδερφός του διάβαζε ιστορίες για σημεία και τέρατα αγίων. Γαλήνευε, τα μάτια του είχανε μια απαλή ανταύγεια απ’ το φως της ψυχής του.
- Μέγας είσαι Κύριε…
Έλεγε σιγανά κ’ εκεί που πάγαινε να τον πάρει ο ύπνος ρώταγε:
- Έμαθες Γεωργία, πού βόσκει ο χαΐνης, ταγγόνι μου;
Εμείς πεταγόμασταν αράθυμα.
- Ποιος παππού; Ο καπετάν – Γιώργακας;
- Ναι.
- Στα βουνά, στα βουνά, απόσωνε η Μάνα μας και φύσαγε βιαστικά το λυχνάρι να γίνει σκοτάδι.
Μη κι’ έχουν τελειωμό οι βασανισμοί του ανθρώπου;
τον ίδιο καιρό, περασμένες του Σταυρού, μας πήραν στάρια και γεννήματα. Έζωσαν διπλά – τριπλά το χωριό, γέμισαν οι δρόμοι στρατό, πολυβόλα, αυτοκίνητα. Ο Ιταλός κομαντάτης κάθουνταν στην πλατεία, από κει έστελνε ταποσπάσματα στα σπίτια με τη σειρά, έμπαιναν βλαστημώντας κ’ έψαχναν, έξω στις αυλές γίνουνταν σωροί οι καρποί για μπάρκο!
Μήτε παπάς μήτε Πρόεδρος σκάρισε, οι άνθρωποι έμεναν κλεισμένοι κ’ έτρεμαν, πού και πού οι γυναίκες άφηναν σπαραγμούς πνιχτούς. Ώσπου να πεις, είδαμε πούφευγαν τα φορτηγά φορτωμένα ως πάνου κατά την Πολιτεία, ο στρατός τράβηξε απ’ τα καμποχώρια τραγουδώντας, στο δάσος του λόφου πλήθυναν τα φώτα, τα γέλια κ’ οι φωνές. Η Μάνα μας μόλις έγινε ησυχία σηκώθηκε, έσφιξε το μαύρο της μαντίλι, σκούπισε τα μάτια καιμας πήρε στην πίσω αυλή. Ήτανε ο παππούς γερμένος στον φράχτη αμίλητος, αδύνατος, κίτρινος.
Χτύπησε στην πλάτη τη Μάνα μας και χαμογέλασε:
- Βάστα Γεωργία!
Αυτό μονάχα.
Κι από κάμποσο:
- Βαστάτε μωρέ και σεις!
Ο μεγάλος αδερφός τούφερε κρασί και ταμπάκο. Έφερε και της Μάνας σκαμνί να καθήσει που λύγαε να σωριαστεί.
Εκείνη δάγκωνε το μαντήλι κ’ έκλαιγε. Έκλαιγε μ’ αναφυλλητά βαθειά, ματωμένα. Σαν τότε στο νεκροταφείο.
Συλλογιόταν τον χειμώνα που έφτανε χωρίς ψωμί και γεννήματα, εμάς που τρέμαμε όπως τα καλάμια του ποταμού, τον άμοιρο το γέρο, συλλογιόταν μαζί με τα τωρινά βάσανα της κατοχής τα βάσανα όλα της ζωής της – γέννες, θανάτους, φτώχεια, φαρμάκια – συλλογιόταν η Μάνα μας η δούλα κ’ η αγράμματη, αυτή η τσακισμένη και ταπεινωμένη, συλλογιόταν εκείνον που πέθανε απ’ τις πληγές του πολέμου. Εκεί μπροστά της άπλωνε η μοίρα το δίχτυ της, όλους θα μας τύλιγε, θα μας έσφιγγε ως το θάνατο άσπλαχνα.
Ο παππούς έφυγε σέρνοντας τα πόδια.
Τη νύχτα ώρες καθάριζε το παλιό πιστόλι του πατέρα μας ας ήταν και χωρίς σφαίρες.
Κ’ έπινε. Τα μάτια του άστραφταν.
- Απ’ τον παππού σου χαΐνη καπετάν – Γιώργακα! Αμ’ τι!
Έλεγε κι έπινε.
Η Μάνα κρατούσε το πρόσωπό της. Ήτανε δυο λεπτές, πετσαμένες, σκούρες, όλο νεύρα φούχτες. Ήτανε και το πρόσωπό της άσπρο – κίτρινο, έφεγγε μες στο μαύρο μαντήλι της κεφαλής.
Κοίταζε τον παππού, τα μάτια της στάζανε πίκρα κ’ έγνοια.
Ο λύχνος τσίριζε να σβήσει. Τι σκιές που σάλευαν!

Ύστερα απ’ τον Οχτώβρη οι βροχές πνίξανε τον τόπο. Ο μικρός μας αρρώστησε, μήτε φάρμακο είχαμε μήτε ψωμί. Εκείνη γύριζε ολημερίς κ’ έσκαβε στις λάσπες για ρίζες, χόρτα και τέτοια. Μας έφερνε προκηρύξεις, μαζευόμασταν γύρω στη φωτιά, ήτανε ησυχία, ο μεγάλος μας αδερφός τις διάβαζε φωναχτά λέξη – λέξη, βλέπαμε τον παππού που έσκυβε με προσοχή, η Μάνα στέκουνταν από πάνου κι αφουγκράζουνταν. Όταν εμείς φεύγαμε για ύπνο, ο παππούς κάθιζε αντίκρα του τον μεγάλο αδερφό, τον έβανε πάλι και πάλι να του διαβάζει τα χαρτιά, πάσκιζε να τα ξηγάει κατά πού ένοιωθε, έπινε αγάλια – αγάλια, ρώταγε πότε τούτο πότε κείνο.
Τούτα τα φύλλα δεν ήσαντε σαν τα γράμματα της εκκλησίας.
- Αχ, άλλο, άλλο είναι!
Κι αναστέναζε.
- Τι λες Γεωργία; Ε;
Εκείνη τούλεγε για οργάνωση, τέτοια.
- Όχι, όχι. Άλλο είναι Γεωργία!
Τράβαγε τα μουστάκια του με πείσμα.
Από μέρες, φώναζε της Μάνας πως το βρήκε. Έκανε σα μωρό.
- Ξέρεις Γεωργία τείναι; Να δώσουμε ό,τι έχουμε. Πώς θα γίνει ελευθερία και δίκιο; Πώς;
Η Μάνα μας χαμογελούσε, ούτε τούλεγε πως από μέρες είχε στείλει στα βουνά κουβέρτες και ρούχα, ακόμα και τασπρικά της.
Η Μάνα ποτέ δεν έλεγε στον παππού πως εδώ στο χωριό ήτανε επιμελητεία, πως ο θείος Κυριάκος είχε πεθάνει κρεμασμένος απ’ το κεφάλι στη γης, πως είχαν χωθεί απ’ τους ραβδισμούς λουρίδες πουκάμισο στις πλάτες του. Ήξερε πως ο γέρος μπορεί να μη τάντεχε, νάσπαζε η καρδιά του. Κ’ ήθελε πολύ να τον έχει, ήθελε και για τον εαυτό της και για κείνον και για μας.
- Αυτό είναι! Να δώσουμε!
Τον αγκάλιαζε και του χάιδευε τάσπρα γένεια.
Εκείνος ζούσε τον θρίαμβο, άστραφτε.
Δεν αποζήταγε πια σημεία και τέρατα αγίων. Τι νάβρισκε στα χαρτιά; Εδώ ήτανε, σε τούτο τον κόσμο τα μεγάλα σημεία. Σαν εκείνα των Φώτων!
Παραμονή νύχτα, έτσι ξαφνικά άρχισε ντουφέκι στον καταυλισμό του λόφου. Ο παππούς μάς σώριασε στο ντάμι χαμηλά, το στενό παράθυρο το φώτιζαν αστραψές, σειόταν το σπιτάκι μας απ’ τις ρίζες. Εμείς κλαίγαμε και χώναμε το κεφάλι βαθειά στις κοπριές. Η Μάνα μας αγρίευε, όλο κι άνοιγε χαράκι την πόρτα κι αφουγκραζόταν κατά το δρόμο. Σαν νακούγονταν τρεχάλες, πνιχτές βιαστικές φωνές.
Στο λόφο τα πολυβόλα γάζωναν νευρικά, έσκαγαν χειροβομβίδες δαιμόνοι, στα πλάγια του λόφου ήτανε φώτα άσπρα, κόκκινα, κίτρινα. Ο παππούς προσκύναε τον αη – Γιώργη, έλεγε προσευχές, βλαστήμαγε, κάθονταν δίπλα στο παχνί της φοράδας και μας κράταγε απ’ τις πλάτες.
- Βάστα καπετάν – Γιώργακα!
Κ’ έσφιγγε τις γροθιές του φοβεριστικά.
Την άλλη μέρα δε λειτούργησε ο παπάς.
Μας μάζεψαν στο χωράφι του σχολειού, είμαστε σύψυχο το χωριό, άντρες, γυναίκες, εμάς τα παιδιά μας στρίμωξαν στις κάμαρες του σχολειού.
Ακούγαμε φωνές, κλάματα, βρισές, ντουφεκιές.
Ως το μεσημέρι που έπιασε δυνατή, δαρτή βροχή.
Μάθαμε ύστερα πως η Μάνα μας στέκουνταν σφιγμένη στο μακρύ της μαύρο φουστάνι, μονάχα τα μάτια της φαίνουνταν απ’ το κεφαλοδέσιμο. Πως είχε μια περηφάνεια πάνω της καθώς βάδιζε μες στις λάσπες προς τον αυλόγυρο της εκκλησιάς. Μάθαμε πως γύρισε κ’ είδε τους άλλους, τους κοίταξε όλους αργά – σιγά, τους χαμογέλασε κ’ έκαμε να τους χαιρετίσει με τα χέρια μα ήταν δεμένα σφιχτά και σείστηκε αλαφρά το κορμί της.
Μάθαμε πως φώναξε:
- Χωριανοί, τα παιδιά μου!
Και δεν πήρε απόκριση.
Ύστερα την κλώτσησαν ως τον τοίχο της εκκλησίας…
Τώρα ο παππούς μας συχωρέθηκε, τον έφαγαν οι καημοί και το δίκιο. Μείναμε τα παιδιά, ο μεγάλος αδελφός είναι ο στύλος μας. Μας παίρνει των Φώτων κάθε χρόνο και πάμε λουλούδια σε κείνον τον τοίχο της εκκλησίας.
Πάντα μεσημέρι.
Και πάντα βρίσκουμε νάναι κι άλλα λουλούδια.
Περνάνε απ’ το πρωί οι άνθρωποι και προσκυνάνε τη Μάνα μας.
                                                              Αλέξης Σεβαστάκης
                                                              
Το διήγημα " Οι άλλοι άγιοι"δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης το Μάρτιο του 1963, στο τεύχος 99.Ο Αλέξης Σεβαστάκης με αυτό το διήγημα συμμετείχε  στο διαγωνισμό αντιστασιακού διηγήματος "Κορυσχάδες" και πήρε το τρίτο βραβείο " παρά την κάποια φιλολογική του υπερφόρτωση, περιγράφει με δύναμη την ψυχολογία των ανθρώπων που η νομοτέλεια της αντιστασιακής δράσης τούς φέρνει αντιμέτωπους προς τον κατακτητή ενώ παράλληλα ανασυνθέτει το κλίμα της βίας, της πείνας και της απανθρωπίας κάτω από το ζυγό των ναζί".