Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2022

Δυνατοί άνεμοι...ακούστε τους!

 


Ευχαριστώ πολύ την καλή φίλη, τη Μαρία Ι., που το ανακάλυψε και μου το έστειλε.

Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2021

Ευψύχει Κάρολε αγαπημένε


 Τον καιρό  που γνώρισα τον Κουν, στο περίφημο τσάι στο σπίτι του διευθυντή του Κολλεγίου Αθηνών, ήταν ένας νέος της εποχής του, που είχε όλες τις πληροφορίες για το τι είναι καλόγουστο και τι κακόγουστο. Τα γούστα του ήταν αισθητικότατα και ταίριαζαν σε μια παιδική κάμαρα πρίγκηπος, λίγο βόρεια, εποχής μετά - art nouveau.
Οι ανίδεοι και αγράμματοι Αθηναίοι, που πήγαιναν στις παιδικές του παραστάσεις, εθαύμαζαν τα εκπληκτικά αυτά έργα, που μας μετέφεραν στην πρωτοποριακή Ευρώπη, την οποίαν κυνηγούσαν οι Έλληνες, αλλά δεν έφταναν ποτέ. Ήταν η μετακλασική περίοδος της Ελλάδας, όπου ο αρχιτέκτων Τσαγκρής και οι τρεις γενεές του αρχιτέκτονος Κιτσίκη όριζαν τη διακοσμητική και την αρχιτεκτονική για να μην πέσει στο τίποτα, ύστερα από το βασίλεμα του νεοκλασικισμού. Ο Κουν απαντούσε με το θέατρό του, που γινόταν από τους μαθητές του Κολλεγίου.
Ήταν στο κέντρο αυτής της μετακλασικής  περιόδου, και έξαφνα στο περίφημο τσάι του διευθυντή του Κολλεγίου κ. Όμηρου Νταίηβις, που παρά την ηλικία του διατηρούσε σώμα αρχαίου αγάλματος και θύμιζε το " Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι", ο Κουν, που ήταν στην πρωτοπορία του νέου στυλ, συνάντησε τους νέους κόσμους που θα τυραννούσαν αργότερα την Ελλάδα, τον Θεόφιλο, τη λαϊκή τέχνη και το ρωμαίικο. Εκεί συνελήφθησαν μαζί οι αρχές της Λαϊκής Σκηνής, στα μακριά μαλλιά των ηρώων με τα στριμμένα μουστάκια και τους μπαρόκ θώρακες και άλλα πολλά, και ενώ μέχρι τότε είχε σαν εικόνισμα ορισμένες ψυχές του Ροντέν, άρχισε να προσανατολίζεται σε άλλους κόσμους. Ήθελε να κάνει τους ήρωες  της "Ερωφίλης" σαν λεπτές φιγούρες όμοιες με τα αιγυπτιακά ανάγλυφα  κάποιας αρχαίας δυναστείας. Δίπλα του ήταν ένα άλλο πνεύμα, ο δημοσιογράφος Δεβάρης, κοντός και με ακμή στο πρόσωπο, που είχε θριαμβεύσει στην παράσταση της " Ορέστειας"  στο Παρίσι, και στα προγράμματα γραφόταν Διόνυσος Δεβάρης. Σμίξαμε μερικοί άνθρωποι που, παρ' όλες τις αντίθετες ιδέες που είχε ο ένας από τον άλλον, η πίστη μεταξύ μας και η αγάπη μας για το θέατρο έβγαλε παραστάσεις με ενότητα όπως συνέβη και στους " Όρνιθες".
Ο Κουν άλλαξε τελείως εκείνη την εποχή, αλλά όσο και ν' αλλάξει κανείς κάτι μένει απ' το παλιό παρελθόν. Όταν συνάντησε τον Καθηγητή Κόντογλου, γνώρισε την αληθινή ρωμιοσύνη που έδειχνε την Ελλάδα όπως είναι, ενώ εκείνος μέχρι τότε είχε μια ιδέα της Ελλάδας που είχε ο έξω Ελληνισμός. Στην παράσταση των " Ορνίθων" που έκανε εκείνη την εποχή υπήρχαν μερικά στοιχεία αυτού του νέου ελληνικού πνεύματος. Σχεδίαζε κοστούμια που εν μέρει ήταν το παιδικό μετακλασικό στυλ και εν μέρει προσωπικές εμπνεύσεις που ο ίδιος έβρισκε μέσα στην αλχημεία της ψυχής του. Ήταν καλόγουστα και εκπληκτικά για την αισθητική της εποχής τους.
Στο θέατρο ανακάλυψε τον Ελληνισμό της Ανατολής, που τον βοήθησε να βρει αυστηρές ομοιότητες με τον κόσμο του Τσέχωφ. Η παράσταση του " Βυσσινόκηπου" στο Ωδείο Αθηνών αποκάλυψε  έναν Κουν που δεν ήθελε να δει το ρωμαίικο κόσμο, αλλά να δώσει τις παιδικές του αναμνήσεις από την Πόλη. Σ' αυτή την παράσταση έβγαλε τη μάσκα του φίλου του ρωμαίικου και συνδέθηκε με την πραγματικότητα της αστικής τάξεως , της οποίας το πρόσωπο έδειχνε η Κωνσταντινούπολη επηρεασμένη από τη Ρωσσία. Αυτή η αισθητική, σε μικρότερο βαθμό, υπήρχε και σε άλλες παραστάσεις του. Ο Κουν είχε βαθύτατα βιώματα, που δεν είχε ο Έλληνας όντας στην ίδια περίπτωση, όπως ο Κωνσταντινουπολίτης. Η Ανατολή μπήκε στην τέχνη του από το αθηναϊκό ρωμαίικο.
Ήθελε να κάνει τους ηθοποιούς του τέλειους ενός πρωτοποριακού γερμανικού θεάτρου· μα όλοι οι ηθοποιοί δεν μπορούσαν να το κάνουν αυτό. Επηρεάστηκε από αυτό, επωφελήθηκε και έτσι βγήκε ένα νέο στυλ ηθοποιού, ο ηθοποιός του Κουν.
Πολλές φορές σχεδίαζε κοστούμια, αλλά δεν ενδιαφερόταν πώς θα τελειώσουνε, αφορμή για μια διαφωνία ή μια συμφωνία, ένας πλούσιος διάλογος που κατέληγε σε καλά έργα. Τα σχέδιά του όμως κρατούσαν πάντοτε το αρχαϊκό αυτό πνεύμα που του είχε δώσει ο απόδημος Ελληνισμός και παρ' όλη την εξωτερική τους αφέλεια έκρυβαν μια πολύ σοβαρή σκέψη, ώστε ήταν αρκετά για να διδάξουν τον σκηνογράφο για τη διάγνωση του έργου.
Η σκηνογραφία δεν είναι πολλές φορές για να γίνει, είναι για να αντιληφθεί κανείς την ουσία του έργου, και αυτόν τον ρόλο έπαιζαν τα σχέδια του Κουν.
Ο Κουν αν και διηύθυνε το θέατρό του, ήταν έτοιμος να υποταχθεί στη γνώμη κάποιου ο οποίος ήταν καλός. Η επαγγελματική του καταγωγή έπαιζε κάποιον ρόλο. Εγνώριζε ότι για να προχωρήσει έπρεπε να διδάσκει μαθαίνοντας.
Σεβόταν κανείς τον Κουν όπως έναν ερωτευμένο που ο έρωτας τον οδήγησε στην άκρα σοβαρότητα. Και ο έρωτας γι' αυτόν δεν ήταν απλώς ένα πάθος, αλλά μια μέθοδος για να αγγίξει την τελειότητα.

Μαρούσι, 10.12.87                                                                 


...σε μορφές, σε ήχους, σε σχήματα. Κάρολος Κουν, Θέατρο Τέχνης " Κάρολος Κουν", Αθήνα 1988
 
Ο Κάρολος Κουν γεννήθηκε στην Προύσα της Μ. Ασίας στις 13 Σεπτεμβρίου 1908
[...Αν και γεννήθηκα στην Προύσα, την Προύσα δεν την γνώρισα. Από μικρός βρέθηκα στην Πόλη και κει μεγάλωσα. Από κει αρχίζουν οι αναμνήσεις, εκεί δημιουργήθηκαν οι πρώτοι ερεθισμοί, τα πρώτα συναισθήματα, η πρώτη επαφή με την έξω από μένα πραγματικότητα...]

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2020

Γιάννης Ρίτσος , Λογοτεχνική απόδοση της Αντιγόνης του Σοφοκλή

Ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 2020 από τις εκδόσεις Κέδρος. Πρόκειται για τη Λογοτεχνική απόδοση της Αντιγόνης του Σοφοκλή από τον Γιάννη Ρίτσο. Η λογοτεχνική απόδοση βασίστηκε στη φιλολογική μετάφραση του Τάσου Λιγνάδη. Την εισαγωγή, την επιμέλεια και τα σχόλια έχει κάνει η Μαρία Βαμβούρη. 
Το κείμενο του Γιάννη Ρίτσου εκδίδεται για πρώτη φορά και αποτέλεσε το κείμενο της παράστασης που δόθηκε στις 12 Ιουνίου 1965 στο Θέατρο του Λυκαβηττού, θέατρο που ιδρύθηκε με πρωτοβουλία της Άννας Συνοδινού. Η Αντιγόνη εγκαινίασε εκείνο το θέατρο.
Σκηνοθέτης ήταν ο Γιώργος Σεβαστίκογλου , ο οποίος μόλις είχε επαναπατριστεί. Ο χαράκτης Τάσσος σχεδίασε τα κοστούμια, ο Γιώργος Σισιλιάνος υπέγραψε τη μουσική και το χορό δίδαξε η Ελευθερία Μιλήση. 
Όπως γράφει στην Εισαγωγή η Μαρία Βαμβούρη :
" ο Γιάννης Ρίτσος επικαιροποίησε την τραγωδία του Σοφοκλή αποδίδοντας τους λόγους των προσώπων του δράματος άλλοτε στην καθαρεύουσα, άλλοτε στη δημοτική, άλλοτε πάλι σε μια προφορική δημοτική διανθισμένη με χωριολαλιές. Επίσης χρησιμοποίησε τόσο το λόγιο όσο και το προφορικό και οικείο ύφος. Με τη γλωσσική και υφολογική επικαιροποίηση της Αντιγόνης το δίπολο ατόμου και κράτους, εξουσίας και αμφισβήτησης των αρχών της, που αναδεικνύεται ήδη στην τραγωδία του Σοφοκλή , βρίσκει αντιστοιχίες στα ιστορικά δεδομένα της εποχής της παράστασης. Πράγματι, οι γλωσσικές ποικιλίες που χρησιμοποιούνται στην απόδοση χρωματίζουν ιδεολογικά τον λόγο των προσώπων και παραπέμπουν στις κοινωνικές αντιπαλότητες της περιόδου εκείνης. Αυτού του είδους η επικαιροποίηση δεν εκπλήσσει: στο έργο του ο Γιάννης Ρίτσος αποτύπωσε με τον δικό του ποιητικό τρόπο τις κοινωνικές εντάσεις, καθώς και την επιθυμία του κοινωνικού συνόλου και του ατόμου για ελευθερία, ειρήνη και δικαιοσύνη..."
Εκτός από το κείμενο της λογοτεχνικής απόδοσης της Αντιγόνης από το Γιάννη Ρίτσου, ο αναγνώστης θα βρει ενδιαφέροντα στοιχεία για τους συντελεστές και το ιστορικό πλαίσιο της παράστασης, τις μεταφραστικές επιλογές της Άννας Συνοδινού που είχαν ως στόχο τη " χάραξη ενός πρωτοποριακού δρόμου στην αναβίωση της αρχαίας τραγωδίας" και πλούσια σχόλια πάνω στις μεταφραστικές επιλογές του Γιάννη Ρίτσου. Αυτά τα τελευταία ίσως φανούν πολύ φιλολογικά, αλλά συμβάλλουν σημαντικά στην κατανόηση της  δουλειάς του Γιάννη Ρίτσου, η οποία δεν έγινε δεκτή με ευνοϊκά σχόλια από τους κριτικούς της εποχής. Το ίδιο αρνητική ήταν η κριτική και για τη σκηνοθετική γραμμή του Γιώργου Σεβαστίκογλου.
Στο βιβλίο παρατίθενται φωτογραφίες αποσπασμάτων των χειρογράφων του Τ.Λιγνάδη και του Γ.Ρίτσου, οι διαφορές ανάμεσα στο ιδιόχειρο και στο δακτυλογραφημένο χειρόγραφο του Γιάννη Ρίτσου και μια πλούσια βιβλιογραφία.

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2020

Η Τέχνη στις Φυλακές του Χατζηκώστα

Ένα άρθρο του  Ν. Χάγερ - Μπουφίδη, δημοσιευμένο στο περιοδικό  Ελεύθερα Γράμματα το 1946 για τον τρόπο με τον οποίο οι πολιτικοί κρατούμενοι στις Φυλακές Χατζηκώστα προσπάθησαν να ανταπεξέλθουν στις βαριές συνθήκες κράτησης  δημιουργώντας Τέχνη.


ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ
Όταν έκλεισε πίσω μου η βαρειά πόρτα της φυλακής, δε φανταζόμουν τι θα εύρισκα κειμέσα, ούτε και τι θα δημιουργόταν σιγά σιγά μέσα στο κομμάτι αυτό της ελεύθερης Ελλάδας, όπως πολύ σωστά χαρακτήρισε ένας δημοσιογράφος τις φυλακές κρατουμένων του Χατζηκώστα. Δε φανταζόμουν ακόμα τι θα εμφάνιζαν οι φυλακισμένοι ελασίτες, οι τρομεροί και φοβεροί αυτοί άνθρωποι, στον τομέα της Τέχνης.
Αξίζει να δούμε μαζί την εξέλιξη που παρουσίασε ο τομέας αυτός τους τελευταίους μήνες, και τους πλούσιους καρπούς που απέδωσε. Χρειάστηκαν αγώνες βέβαια, στο διάστημα αυτό, και προσπάθεια μεγάλη, προσπάθεια όμως συνειδητή, οργανωμένη, συλλογική, προσπάθεια που δεν γνώρισεν εμπόδια, αλλά μονάχα τον πυρετό της δημιουργίας και τη χαρά της επιτυχίας. Όταν σκεφτεί ωστόσο κανένας πως αυτά όλα γίνονταν κάτω από τις πιο σκληρές συνθήκες, κάτω από την πιο βαρειά τρομοκρατία, όταν σκεφτεί κανένας πως ο αγώνας για την Τέχνη γινόταν παράλληλα με τον αγώνα για τη δημιουργία όρων κάπως πιο ανθρώπινης ζωής μέσα στις φυλακές, και ότι πρωταγωνιστές στην προσπάθεια αυτή ήταν κυρίως παιδιά του λαού, αντάρτες του βουνού, άνθρωποι που ούτε τους είχε δοθεί άλλοτε η ευκαιρία ν' ασχοληθούν συστηματικά με τα ζητήματα της Τέχνης, δε μπορεί παρά να θαυμάσει άλλη μια φορά τους θησαυρούς που κλείνει μέσ' στα σπλάχνα του ο λαός μας. Φανταστείτε τι θα αποδώσει ο λαός αυτός σ' όλους τους τομείς όταν αποχτήσει τη λευτεριά του, όταν του λυθούν τα χέρια και, αφέντης πια στον τόπο του, ριχτεί - όπως ξέρει αυτός να ρίχνεται - στη δουλειά.

***

Στου Χατζηκώστα με μετέφεραν ένα απόγεμα. Κι αμέσως με βάλαν σ' ένα μπουντρούμι, - συγγνώμην! - στον "θάλαμο " ήθελα να πω " των εισερχομένων ". Εκεί την πρώτη νύχτα. Και την επομένη θα με ταχτοποιούσαν κάπου αλλού.
Το πρώτο βράδυ, λοιπόν, όταν γυρίσαμε από τον περίβολο - ένα ανθυγιεινότατο τετράγωνο, σαν μεγάλο πηγάδι, στο κέντρο της φυλακής, όπου εσάπιζαν "κάνοντας βόλτες" πατείς με - πατώ σε πάνω από χίλιοι κρατούμενοι - και φάγαμε, αφού αμπαρώθηκαν φυσικά καλά οι πόρτες, παρατήρησα κάποια έκτακτη κίνηση στο θάλαμο.
- Τι συμβαίνει; ρώτησα τον μπάρμπα - Μήτσο, έναν ηλικιωμένο γαλατά, από τους παλιότερους εαμίτες, που λίγο πριν είχε κάνει μια σύντομη ομιλία για τον φεουδαρχισμό με πλήρη γνώση του ζητήματος.
- Θα γίνει θέατρο. Περιμένετε. Σε λίγο θ' αρχίσει!
- Θέατρο; Πού; Εδώ μέσα;
Ο μπαρμπα - Μήτσος γέλασε.
- Αμ' πού αλλού; Εδώ, βέβαια! Δε βλέπεις που απλώνουν κείνη την κουβέρτα στη γωνία; Θάναι η αυλαία. Να δούμε τα παιδιά τι μας ετοίμασαν απόψε...Θα δεις! Θα σπάσουμε κέφι!
Σε μια γωνιά του θαλάμου, πράγματι είχαν απλώσει μια κουβέρτα πάνω σ' ένα σχοινί. Δυό - τρεις κρατούμενοι είχαν μαζευτεί πίσω απ' αυτήν και σιγοκουβέντιαζαν.
- Και...έχετε συχνά θέατρο; ξαναρώτησα.
Ο μπάρμπα - Μήτσος αυτή τη φορά σοβαρεύτηκε.
- Η ψυχαγωγία, μου είπε, είναι εκείνο που επείγει περισσότερο απ' όλα αυτή τη στιγμή στη φυλακή. Οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, οι κρατούμενοι είναι εντελώς αθώοι, όπως θα διαπιστώσεις και μόνος σου σαν μείνεις λίγον καιρό ακόμα εδώ. Οι υπεύθυνοι της ψυχαγωγίας όμως του θαλάμου, οι επονίτες μας δηλαδή, σκαρφίζονται κάθε βράδυ από ένα σκετς και το παίζουν " εκ των ενόντων". Οι άλλοι συναγωνιστές ξεσκάνε κάπως. Την ημέρα, πάλι, έχουμε άλλες ασχολίες: μορφωνόμαστε. Έχουμε αρκετούς συναγωνιστές καθηγητές δωμέσα. Αυτοί μαθαίνουν γράμματα τους αγράμματους, υπάρχουν "κουρ" για τους πιο προχωρημένους, γίνονται μαθήματα ανωτέρων μαθηματικών για τους επονίτες - σπουδαστές του Πολυτεχνείου, μαθήματα γαλλικών, μαθήματα πολιτικής οικονομίας, δημοσιογραφίας...Α, να! Είναι έτοιμοι! Θ' αρχίσουν τώρα...
Πραγματικά. Η αυλαία άνοιξε και η παράσταση άρχισε.
Μη με ρωτήσετε ποια είταν η υπόθεση  του σκετς που παιζόταν. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι σατύριζε διάφορα "τρωτά" της φυλακής.
Αυτή είταν η πρώτη εκδήλωση της θεατρικής ζωής στου Χατζηκώστα:
 μερικά άτεχνα  " καραγκιοζλίκια", για να ξεχνάν οι κρατούμενοι τη σκληρή πραγματικότητα. Η κατάσταση όμως αυτή δε βάσταξε πολύ. Στη φυλακή είταν κρατούμενος ένας πραγματικός καλλιτέχνης: ο ηθοποιός Γαλανός. Αυτός ανάλαβε να βάλει μια τάξη στα πράματα. Γύρω του μαζεύτηκαν μερικοί επονίτες που έδειχναν κλίση στο θέατρο - ανάμεσά τους θα ξεχωρίσω  τον Τάσο Παπαναστασίου, που αναδείχθηκε πρώτης γραμμής ηθοποιός - κι έτσι σχηματίστηκε ο " Κεντρικός Θίασος της Φυλακής" που άρχισε να δίνει παραστάσεις κάθε Κυριακή απόγεμα στο μεγαλύτερο θάλαμο, για να μπορούν να παρακολουθούν το θέαμα όλοι οι κρατούμενοι.
Έτσι η κατάσταση βελτιώθηκε. Η σκηνή, βέβαια, είταν πρόχειρη, καμωμένη με κουβέρτες απλωμένες πάνω σε σχοινιά, το πρόγραμμα όμως είταν αρκετά περιορισμένο: Η παράσταση άρχιζε με τον Εθνικό Ύμνο που τον τραγουδούσε η Χορωδία. Γιατί είχε σχηματισθεί μια αρτιωτάτη χορωδία από τους πιο καλλίφωνους της φυλακής. Ακολουθούσαν τραγούδια του αγώνα αλλά και παλιές καντάδες, απαγγελίες ποιημάτων παλιών ποιητών - κατά προτίμηση  του Βάρναλη που τον λάτρευαν οι κρατούμενοι - αλλά και νέων φυλακισμένων, σκετς και μονόπρακτες κωμωδίες. Τα σκετς είταν έργα κρατουμένων αγωνιστών και ζωντάνευαν σκηνές του απελευθερωτικού αγώνα. Δοθήκαν, μεταξύ άλλων, μια θεατρική διασκευή καμωμένη από τον κρατούμενο δημοσιογράφο Ελευθεριάδη μερικών σκηνών της Ζώγια, ένα δικό μου μονόπρακτο, μερικά έργα που είχαν παιχτεί στην Ελεύθερη Ελλάδα τον καιρό της κατοχής από περιοδεύοντες επονίτικους θιάσους...Οι κωμωδίες είταν παλιές: φάρσες του Λάσκαρη και του Άννινου. Το " κοκκαλάκι της νυχτερίδας" και το " Ζητείται υπηρέτης"...Είταν απαραίτητες όμως, γιατί το σκόρπισμα ευθυμίας είταν από τους κυριώτερους σκοπούς που είχε τάξει η οργάνωση της Φυλακής στο Θέατρο.
Το πρώτο ολοκληρωμένο έργο που δόθηκε είταν το " Στραβόξυλο" του Ψαθά. Επί μια βδομάδα είχαν σκάσει στις πρόβες οι φιλότιμοι επονίτες για να του το ανεβάσουν. Η πρεμιέρα του όμως έπεσε σε κακή εποχή: παίχτηκε την επαύριο της επιθέσεως που είχε γίνει  εναντίον των πολιτικών κρατουμένων από διάφορους ενόπλους και που είχε σαν αποτέλεσμα τον τραυματισμό του ηρωικού μοίραρχου Βενετσανόπουλου και τριών άλλων ελασιτών. Βασίλευε, έτσι, μια δικαιολογημένη αναταραχή στα πνεύματα και η παράσταση δεν είχε μεγάλη επιτυχία.
Εννοείται ότι ανεξάρτητα από τις εβδομαδιαίες παραστάσεις του Κεντρικού Θεάτρου, οι θάλαμοι εξακολουθούσαν κάθε βράδυ να δίνουν τις δικές τους. Ολοένα, βέβαια, καλλιτέρευαν κι αυτές, οι σκηνογραφίες όμως εξακολουθούσαν να είναι " υποτυπώδεις". Τα γυναικεία πρόσωπα τα παριστάναν επονίτες τυλιγμένοι μέσα σε σεντόνια και με φακιόλια για να μη φαίνουνται τα κουρεμένα μαλλιά. Και η κάπως πρωτόγονη αυτή κατάσταση εβάσταξε ως τον καιρό που ήρθαν στη φυλακή τρεις τρομεροί και φοβεροί " εγκληματίες": Ο ζωγράφος - χαράκτης Χόροβιτς, ο ζωγράφος - σκηνογράφος Μπαχαριάν και ο γιατρός Μπαρτζώτας. Αυτοί οι τρεις με τη βοήθεια μερικών άλλων καλλιτεχνών έδωσαν μια νέα πνοή στη θεατρική ζωή της φυλακής. Να εξηγούμεθα όμως: αυτοί έδωσαν την ώθηση· τα θαύματα που ακολούθησαν, ωφείλοντο  στην πρωτοβουλία και στην άοκνη εργασία των φιλότιμων απλών ελασιτών. Μη λησμονούμε, άλλωσετ, πως ό,τι έγινε το χρωστούμε κυρίως στο γεγονός ότι η τρομοκρατία, μέσα στη φυλακή τουλάχιστον, είχε πια σπάσει.
Μια μέρα μαθεύτηκε ότι στο " Θάλαμο Ζαχαριάδη" χτίζεται θέατρο. Μέγα γεγονός! Τα ελασιτάκια είχαν ξετρυπώσει κάτι σανίδια και...αμ' έπος αμ' έργον! σε λίγες μέρες το θέατρο είχε στηθεί. Το παλκοσένικο είταν ογδόντα πόντους πιο ψηλά από το πάτωμα, κι' έτσι οι θεατές καθισμένοι πάνω στα "τσαμασίρια" τους θα μπορούσαν να βλέπουν ολόκληρους τους ηθοποιούς, κι όχι από τη μέση κι απάνω όπως τους έβλεπαν ως τότε. Με αγάπη και με στοργή όλοι βαλθήκαν να τελειοποιήσουν το θεατράκι τους. Έτσι, την ημέρα των εγκαινίων, είχε " εσωτερικό" φωτισμό άριστο, αυλαία, αληθινή, και τρεις σκηνογραφίες. Οι " γυναίκες" άφησαν τα σεντόνια και εμφανισθήκαν με θαυμάσια και κομψότατα φορέματα, που είχαν φέρει αδερφές τους και συγγενείς τους απ' έξω. Εδώ πρέπει να σημειωθεί πως τους γυναικείους ρόλους τους " υπεδύοντο" ηρωικότατα παιδιά, που ύστερ' από αυστηρή εντολή της οργάνωσης της φυλακής και σαν καθήκον τους αναλάμβαναν.
Τους παίζαν εντούτοις με τόση ευσυνειδησία - είπαμε πως είταν " καθήκον" - ώστε δεν παρουσίαζαν τίποτα το αντιαισθητικό.
Η μεγάλη επιτυχία του Θεάτρου Ζαχαριάδη υπήρξε " Του φτωχού τ' αρνί" του Τσβάιχ. Γιατί το κοινόν είχε απαιτήσεις τώρα, κι οι καλλιτέχνες εννοούσαν να παρουσιάζουν έργα πραγματικής τέχνης. Στο έργο αυτό που παίχτηκε με κοστούμια Ναπολεοντείου εποχής παρακαλώ - καμωμένα όλα στη φυλακή - αναδείχθηκαν νέοι ηθοποιοί με πραγματικό ταλέντο που δεν διαφέραν και πολύ από τους επαγγελματίες συναδέλφους τους. Αξίζει ν' αναφέρω τον Μπαχαριάν, τον αξιωματικό Μπονάτσο ( καταδικασμένο σε πολυετή φυλάκιση για ανατινάξεις) έναν υπέροχο πατριώτη , λεπτότατο στους τρόπους, άψογο στο ήθος και θαυμάσιο δραματικό καλλιτέχνη και τον Δαβίδ μια πραγματικά καλλιτεχνική φύση.
Το " του Θαλάμου Ζαχαριάδη τρόπαιον" όμως δεν άφησε να κοιμηθούν ήσυχους τους συναγωνιστές των άλλων θαλάμων. Νέος οργασμός, λοιπόν, νέα προσπάθεια, νέα ξενύχτια, νέοι κόποι και σε λίγο ένα καινούργιο θέατρο στηνόταν στη φυλακή: το θέατρο του " Μάλλιαρη - Αργέντη". Ε, αυτό πια είχε τέλεια σκηνή: υποβολείο, ράμπα πραγματική, σαλόν φερμέ...Νέοι ηθοποιοί αναδειχθήκαν εκεί: ο Λουκίσας, ο Κουρής...
Όταν έφευγα ετοιμάζαν να ανεβάσουν την "Θεοδώρα" του Φωτιάδη με σκηνοθεσία Μαρουλάκου.
Τέλος, στήθηκε και το "Κεντρικό Θέατρο" στον μεγαλύτερο θάλαμο της φυλακής: στο θάλαμο " Στάλιγκραντ". Ε, αυτό πια είταν τέλειο θέατρο. Στο " Μπουρίνι" του Μπόγρη που είχε τεράστια επιτυχία, εμφανίστηκε στη σκηνή ένα τεράστιο πλαστικό δέντρο! Στο βάθος υπήρχε θάλασσα, που μ' έναν ειδικό μηχανισμό...σάλευε κάθε τόσο! 
Στο " Κεντρικό Θέατρο" παίχτηκαν κι οι " Φουσκοθαλασσιές" του Μπόγρη, και λίγες μέρες πριν φύγω, ο " Μακρυνός Δρόμος". Ο " Μακρυνός Δρόμος" υπήρξε πραγματικός άθλος. Και σκηνοθετικός και σκηνογραφικός. Η σκηνή της σήραγγος αποδόθηκε θαυμάσια: οι θεατές είδαν να γκρεμίζεται πραγματικό τοίχωμα. Και οι γυναίκες είχαν περούκες! Πάνε πια τα φακιόλια κι οι αυτοσχεδιασμοί.

Αυτή είταν η εξέλιξη του "θεάτρου" στου Χατζηκώστα. Τώρα ετοιμάζουν, όπως έμαθα την τελευταία φορά που πήγα να τους επισκεφτώ την " Εισβολή" και " Το Καλοκαίρι θα θερίσουμε". Α! οι ελασίτες του Χατζηκώστα εννοούν να παρακολουθούν κάθε προοδευτικό έργο. Κι όταν δεν βρίσκουν έτοιμο, φτειάχνουν μόνοι τους. Ένας κρατούμενος, ο συν. Σαπουντζάκης, έγραψε μια τρίπραχτη κωμωδία πάνω στη μεταδεκεμβριανή κατάσταση. Το έργο είχε όλα τα στοιχεία της σάτυρας. Θα μπορούσε θαυμάσια ν' ανέβει σε μια κεντρική σκηνή. Η πρώτη πράξη  είναι η σύλληψη ως " εκτελεστού" ενός σπαρταριστού τύπου, του Ανάγλυφου. Εννοείται ότι ο Ανάγλυφος είναι ένας αθωότατος ανθρωπάκος του λαού που θέλει να τον εκδικηθεί κάποια φιλενάδα του...Στη δεύτερη πράξη ο Ανάγλυφος είναι φυλακισμένος κι' αρχίζει παρέλαση διαφόρων " εθνικοφρόνων" πολιτών για την αναγνώριση. Όλοι τους, φυσικά, τον αναγνωρίζουν. Και στην τρίτη πράξη είναι η δίκη του. Ανάγλυφος είταν ο ίδιος ο Σαπουντζάκης, που φανέρωσε έτσι κι ένα εξαιρετικό ταλέντο κωμικού.
Και το " κοινόν" ξεκαρδίζονταν και ξεχνούσε την τραγική πραγματικότητα, γιατί έβλεπε ζωντανά πόσο λίγο απέχει το τραγικό από το γελοίο...
Εκτός από το Θέατρο, κι οι άλλες εκδηλώσεις παρουσιάσαν μεγάλη άνθηση στου Χατζηκώστα. Γι' αυτές όμως θα μιλήσουμε σ' άλλο σημείωμα.

                                                                                     Ν. Χάγερ - Μπουφίδης
Ελεύθερα Γράμματα,αριθμ. 14, Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 1946

Τηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα.



Ο Νίκος Χάγερ-Μπουφίδης γεννήθηκε το 1899 στην Αθήνα και καταγόταν από τον πατέρα του από τη Γερμανία. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Πάτρα και στη συνέχεια έζησε με την οικογένειά του στο Κάιρο της Αιγύπτου, όπου τέλειωσε τη σχολή Lycee Francais. Μετά το τέλος των σπουδών του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα, και πέθανε το 1950 από καρκίνο του πνεύμονα. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και στον εμφύλιο διώχτηκε και φυλακίστηκε στις φυλακές Χατζηκώστα για τα αριστερά πολιτικά του φρονήματα. Πρωτοεμφανίστηκε στο χώρο της λογοτεχνίας το 1916 με δημοσιεύσεις στίχων στο περιοδικό Αρμονία και το 1918 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του, με τίτλο Τραγούδια σε μοντέρνους σκοπούς. Συνεργάστηκε με διάφορα αθηναϊκά περιοδικά, όπως τα Γράμματα (Αλεξάνδρειας), Βωμός, Αλεξανδρινή Τέχνη, Απόλλων, Μούσα, Κριτική και Τέχνη, Αργώ, Ελεύθερα Γράμματα και άλλα, όπου δημοσίευσε ποικίλα κείμενα, υπογράφοντας άλλοτε με το πραγματικό του ονοματεπώνυμο και άλλοτε με το ψευδώνυμο Άρις Ίσαντρος. Ασχολήθηκε επίσης με την πεζογραφία (Τρεις νύχτες ηδονής, 1927), το θέατρο (Το δράμα της κοκαΐνης, 1928) και το δοκίμιο. Το 1928 τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων για το μονόπρακτο έργο Παραμονή Πρωτοχρονιάς, που έγραψε από κοινού με τον Κωστή Βελμύρα. Το λογοτεχνικό έργο του Χάγερ–Μπουφίδη τοποθετείται από τους μελετητές της λογοτεχνίας στο χώρο της λογοτεχνίας του Μεσοπολέμου, ειδικότερα στην νεορομαντική και νεοσυμβολιστική τάση της, και παρουσιάζει έντονα στοιχεία πεσιμισμού, κοσμοπολιτισμού και επιρροές από το καβαφικό έργο και γάλλους συγγραφείς όπως ο Verlaine και ο Francis Jammes.

Εθνικό Κέντρο Βιβλίου

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2020

Τζένη Καρέζη, Χάθηκα μέσα στη ζωή μου...

Η Τζένη Καρέζη , η οποία γεννήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 1932, σε μια μοναδική ερμηνεία από το τελευταίο θεατρικό έργο που ανέβασε: «Διαμάντια και μπλουζ» (1991) στο τραγούδι: Χάθηκα μέσα στη ζωή μου. Η Καραΐνδρου έγραψε αυτό το  τραγούδι ειδικά και μόνο για τη φωνή της Τζένης Καρέζη.
Μουσική: Ελένη Καραΐνδρου
Στίχοι: Λούλα Αναγνωστάκη

Αύγουστος, φώτα στην παραλία
τα πλοία φεύγουν για τα νησιά
φεύγουν οι φίλοι, φεύγουν τα πλοία
με γέλασες και είναι αργά.

Αύγουστος, φώτα στην παραλία
πήγε χαμένη η εκδρομή
φύγαν οι φίλοι, φύγαν τα πλοία
δεν ήρθες κι άρχισε η βροχή.

Ήρθε ο Σεπτέμβρης, ήρθε ο χειμώνας
στην παραλία τη σκοτεινή
χάθηκα μέσα στη ζωή μου
χάθηκες μέσα στη βροχή.

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2019

Ελένη Καραΐνδρου , μουσική και τραγούδια για το θέατρο

Η Ελένη Καραΐνδρου γεννήθηκε στις 25 Νοεμβρίου 1941. Μαζί με τις ευχές μια μικρή επιλογή από το άλμπουμ Ελένη Καραΐνδρου "Μουσική και τραγούδια για το θέατρο"που κυκλοφόρησε η  Μικρή Άρκτος το 2015








Τρίτη 4 Απριλίου 2017

"Χάρτινα Πουλιά" σε ποίηση Τάσου Λειβαδίτη

Σκηνοθεσία: Νίκος Γκεσούλης
Μουσική: Γιώργος Τσαγκάρης, Γιάννης Ψειμάδας
Κίνηση: Ναταλία Στυλιανού
Φωτισμοί: Δημήτρης Τσιούμας
Παίρνουν μέρος οι ηθοποιοί: Γιάννης Κρανάς, Νίκος Γκεσούλης, Ναταλία Στυλιανού, Λεωνίδας Αργυρόπουλος, Ισιδώρα Δωροπούλου, Κατερίνα Χατζάκη, Θωμάς Καζάσης, Γιώτα Βαμβακά
Ζωντανή μουσική-τραγούδι: Γιάννης Ψειμάδας
Η μουσική - ποιητική  παράσταση παρουσιάστηκε  στις 31 Ιανουαρίου 2013 στον  Πολυχώρο Τέχνης ''ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ'', στην Αθήνα
Το βίντεο του Ναπολέοντα Ροντογιάννη

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2017

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

Δημήτρης Χριστοδούλου: «Αλλά, ευτυχώς, υπάρχει η ποίηση…»


Γράφει η ofisofi // atexnos


Ξημέρωνε Τρίτη, 5 Μάρτη 1991. Το ρολόι έδειχνε 3 το πρωί όταν  ο Δημήτρης Χριστοδούλου άφησε την τελευταία του πνοή. Άπορος, χωρίς σύνταξη, χωρίς ιατροφαρμακευτική περίθαλψη νοσηλευόταν σε ένα ράντζο στο Λαϊκό Νοσοκομείο, απ’ όπου και μεταφέρθηκε σε ιδιωτική κλινική μετά από παρέμβαση του Μίκη Θεοδωράκη.
Γεννήθηκε στο Μεταξουργείο το 1924, δυο χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή σε μια περιοχή που ζούσαν πρόσφυγες. Η οικογένεια του ήταν  φτωχή. Μεγάλωσε βλέποντας και βιώνοντας τον ανθρώπινο πόνο γεγονός που του καλλιέργησε την ανθρωπιά.
«Από τη μάνα μου έμαθα να αγαπάω. Οι πρόσφυγες μού μάθανε τι να αγαπάω, δηλαδή πώς να διακρίνω όχι μόνο τον ανθρώπινο πόνο αλλά και να αρχίσω να υποψιάζομαι πώς παράγεται πέρα από το φυσικό πόνο και ο κοινωνικός πόνος. Αυτή είναι η πρώτη μεγάλη διδασκαλία. Το πρώτο μέγα μάθημα…»
Από πολύ μικρός αναγκάστηκε να κάνει διάφορες δουλειές για να επιβιώσει.
«Το πρωΐ έπρεπε να δουλεύω …και το βράδυ στο νυχτερινό. Το ένστικτο με οδήγησε να δουλεύω σ’ ένα βιβλιοπωλείο. Το βιβλιοπωλείο ήταν μια βιβλιοθήκη γύρω μου…Από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο η αγάπη για το βιβλίο έχει μεγαλώσει…Είχα ανακαλύψει από τυχαίους δρόμους τους χώρους της μοναξιάς, τους χώρους της ανάγνωσης, τους χώρους της τέχνης, τους χώρους της ποίησης…Η ποίηση δεν παράγεται μόνο από την έμπνευση αλλά και από τον κοινωνικό περίγυρο…»
Πάνω που άρχιζε ο προβληματισμός και η δράση αρχίζει η Κατοχή «πολύ σκληρό σχολείο». Στην Κατοχή οργανώθηκε στο ΕΑΜ, συνελήφθη από τους Γερμανούς  και βασανίστηκε.


«Ο μεγάλος δρόμος αρχίζει με την Αντίσταση…Για τον καλλιτέχνη έμπαινε το ερώτημα τι είναι όλο αυτό που συμβαίνει, γιατί αυτό το κακό…»
Μετά την απελευθέρωση συμμετείχει στα Δεκεμβριανά. Μπροστά σ’ ένα οδόφραγμα του ΕΛΑΣ τον συνέλαβαν οι Βρετανοί και μαζί με χιλιάδες άλλους μεταφέρθηκε ως όμηρος στο στρατόπεδο Ελ Ντάμπα στην Αφρική. Επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας στις 12 Φεβρουαρίου 1945.
Έδωσε εξετάσεις και πέτυχε την εισαγωγή του στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Οι θεατρικές του σπουδές διακόπηκαν εξ αιτίας της στράτευσης του. Απολύθηκε  μετά από έναν χρόνο τραυματισμένος αλλά βρέθηκε  αντιμέτωπος με την ποινή του θανάτου κατηγορούμενος για ανυποταξία σε καιρό πολέμου. Σώθηκε λόγω του τραυματισμού του.
Το 1952 παρακολούθησε μαθήματα  Πολιτικών Επιστημών στην Πάντειο. Τη χρονιά αυτή δημοσίευσε το ποίημα του « Νυχτοφύλακες» στο περιοδικό «Μακεδονικά Γράμματα» και το 1954 τύπωσε την πρώτη του ομώνυμη συλλογή.
Το 1959 εμφανίστηκε  ως ηθοποιός στη θρυλική παράσταση « Όρνιθες» σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών στο Πεδίο του Άρεως. Τότε γνωρίστηκε  με τον Μίκη Θεοδωράκη και το καλοκαίρι του 1962 έγραψε  τους στίχους για τρία τραγούδια στην επιθεώρηση « Όμορφη Πόλη». Έκτοτε ο Δημήτρης Χριστοδούλου συνδέθηκε στενά με τον Θεοδωράκη , ο οποίος μελοποίησε πάρα πολλούς στίχους του. Τα τραγούδια αυτά εντάχθηκαν σε σημαντικούς δίσκους όπως  Αρχιπέλαγος (1959), Πολιτεία (1961), Όμορφη Πόλη (1962), Πολιτεία Β’ (1964), Οκτώβρης ’78 (1978).
Ξεχωριστή υπήρξε η συνεργασία του με τον Γιώργο Ζαμπέτα. Ξεκίνησε το 1964 με το τραγούδι Χάθηκες (Δεν έχει δρόμο να διαβώ) το οποίο ερμήνευσε ο Πάνος Τζανετής. Πάνω από 40 τραγούδια άφησε πίσω της αυτή η συνεργασία και ανάμεσά τους μερικά από τα πιο γνωστά και όμορφα λαϊκά.
Με το βοριά σ’ αναζητώ, Κι αν θα διαβείς τον ουρανό, Μεσάνυχτα πού να σε βρω κ.α


Τραγούδια του ακούγονται και σε ταινίες όπως  το Έχει η νύχτα θάνατο στην ταινία Ψηλά τα χέρια Χίτλερ ( 1962), το Κουράστηκα να σε κρατώ στην ταινία Μια σφαίρα στην καρδιά ( 1966), το Ποιος δρόμος είναι ανοιχτός στην ταινία Οι αδίστακτοι (1965), το Πού είσαι αυτή την άνοιξη στην ταινία Διωγμός (1964) αφιερωμένο στο Γρηγόρη Λαμπράκη. Αλλά και στο χορόδραμα Θησέας σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου.
Το 1967 ο Δημήτρης Χριστοδούλου εξέδωσε σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, ένα δίσκο όπου ο ίδιος διαβάζει ποιήματά του από τις συλλογές «Νυχτοφύλακες» (1954), «Πελταστές» (1956), «Εστίες αντιστάσεως» (1959) και «Μετά το Ανακλητικό» (1960).
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία. Συμμετείχε στο Μάη του ΄ 68 και σε εκδηλώσεις εναντίον της χούντας. Συγχρόνως έδινε διαλέξεις και  έγραφε  ποιήματα που μεταφράζονταν στα γαλλικά και ακούγονταν από το γαλλικό ραδιόφωνο.
Επέστρεψε  στην Ελλάδα το 1972 και το 1973 συνεργάστηκε με τον Μίμη Πλέσσα στο δίσκο Για μια σταγόνα αλάτι.
Το 1974 έδωσε  στίχους για εννέα τραγούδια στον Μάνο Λοΐζο. Τα τραγούδια ακούγονται στο δίσκο Καλημέρα Ήλιε .
Συνεχίζοντας τη συνεργασία με μεγάλους δημιουργούς δίνει στίχους στο Λίνο Κόκκοτο . Αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας είναι τα Αντιπολεμικά.
Οι στίχοι για τα τραγούδια είναι πάρα πολλοί. Πλήθος οι συνεργασίες με μουσικούς όπως ο Χρήστος Λεοντής ( Στου γιαλού την άκρη), Σταύρος Ξαρχάκος ( Ωραίος που είσαι Αυγερινέ), Ζωρζ Μουστακί, Νίκος Μαμαγκάκης,  Νότης Μαυρουδής, Βασίλης Δημητρίου κ.α
Πολλοί γνωστοί τραγουδιστές ερμήνευσαν τραγούδια τους όπως ο Στέλιος Καζαντζίδης, η Μαρινέλλα, η Μαίρη Λίντα, η Πόπη Αστεριάδη, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Νίκος Ξυλούρης, ο Πάνος Τζανετής, ο Αντώνης Καλογιάννης, ο Γιάννης Πουλόπουλος, η Βίκυ Μοσχολιού κ.α
Ποιητής, στιχουργός, μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας  και ηθοποιός έγινε κυρίως γνωστός από τους μελοποιημένους στίχους του. Οι στίχοι του μιλούν για τη φτώχεια, την κοινωνική αδικία, τη μετανάστευση, τις πολιτικές διώξεις, αλλά και τον έρωτα, την αγάπη, την ελπίδα, το όνειρο. Διακρίνονται για το λυρισμό , την πυκνότητα και πολλές φορές την αλληγορική τους έκφραση.
christodoulou«Το τραγούδι… Είναι μια ολόκληρη περίοδος.
Εκεί μπορεί να πει κανείς ότι έδωσα ένα πάρα πολύ μεγάλο κομμάτι του εαυτού μου. Έχω κάνει τόσα τραγούδια… Νομίζω ότι είναι γύρω στα 400 ή 500. Με τον Θεοδωράκη, με τον Μαρκόπουλο, τον Ξαρχάκο, τον Ζαμπέτα, τον Πλέσσα, τον Δημητρίου, τον Λεοντή… Λοϊζος…Δεν ξέρω αν λησμονώ κανέναν. Θα έπρεπε να απαριθμήσω τουλάχιστον 30 ονόματα. Με όλη την αγάπη και με όλη την ευγνωμοσύνη μου. Μια απέραντη και πολύ θερμή συνεργασία. Μια εποχή πυρετού και ο κόσμος μαζί μας πάρα πολύ δυνατός, να δέχεται κάθε μας προσφορά. Μπορώ να πω ότι περάσαμε με το τραγούδι, πάνω από αυτή τη χώρα σαν την πιο λεπτή, την πιο ψιλή, την πιο ευγενική βροχούλα.
Θυμάμαι την περίοδο Θεοδωράκη, που γίνεται η έκρηξη. Το τραγούδι αυτό δεν πέρασε έτσι τυχαία. Δηλαδή…όταν στις συναυλίες, μας πυροβολήσανε, μας ρίξανε πέτρες… Υπάρχει ένα υπόβαθρο αγωνιστικό από κάτω. Δηλαδή, φαίνεται ότι τα σπουδαία πράγματα δεν περνάνε μπροστά χωρίς αγώνα. Έτσι, λοιπόν, μπήκαμε στη μεγάλη λεωφόρο του τραγουδιού. Το αγάπησε ο λαός, ξεπέρασε τις αναστολές του, έγινε πιο ελεύθερος, έφτασε ακόμα ακόμα να τον συντροφεύσει και σε πολύ μεγάλες στιγμές του αγώνα του.
Δεν υπάρχει έλληνας συνθέτης που να μην έκανα τραγούδια μαζί του. Και φτάνουμε σήμερα πια, όπου το τραγούδι τουλάχιστον αυτής της περιόδου, έχει γίνει ένα κλασσικό είδος, που στηρίζει μια μελλοντική ίσως εξόρμηση. Όμως τι κάνουμε σήμερα; Υπάρχουν πάρα πολλά ερωτήματα. Με ρωτάνε εμένα προσωπικά «γιατί δεν γράφεις τραγούδια;», «που πάει το τραγούδι;». Και εφημερίδες, και φίλοι και χώροι ζεστοί της παρέας. Γιατί το τραγούδι έχει αυτούς τους δρόμους; Η απάντηση είναι ότι το τραγούδι δεν σταματάει. Το πρόβλημα είναι ποιο τραγούδι. Γιατί το τραγούδι δεν μπορεί να σταματήσει… Το τραγούδι θα παράγεται, το τραγούδι θα τραγουδιέται, το τραγούδι θα γίνεται! Αλλά ποιο τραγούδι… Κάθε περίοδος έχει το τραγούδι της. Η αγροτική περίοδος είχε το μεγάλο δημοτικό τραγούδι. Η επαναστατική περίοδος έχει άλλο τραγούδι. Η περίοδος που θέλει να περάσει από την μια φάση στην άλλη έχει το λεγόμενο μεγάλο μεταβατικό τραγούδι. Τώρα έχουμε το τραγούδι το επίπεδο. Δηλαδή το τραγούδι που περισσότερο ψιθυρίζεται παρά γίνεται έναυσμα για μεγαλύτερες, βαθύτερες συγκινήσεις και περισσότερους προβληματισμούς ή και οραματισμούς. Είμαστε θα λέγαμε στο υψίπεδο. Αφού ανεβήκαμε στην κορφή τώρα διανύουμε το υψίπεδο. Δεν είμαστε ικανοποιημένοι. Θα θέλαμε καλλίτερα πράγματα. Όμως η ζωή δεν κάνει ό,τι θέλουμε. Εμείς κάνουμε ό,τι θέλουμε στη ζωή. Συνεπώς, δε μένει παρά σε εμάς, να ξαναδούμε πού είναι η δραματική της διάσταση, πού είναι ο πόνος της, σε ποιους χώρους αυτή τη στιγμή παλεύει η ζωή να βρει ξανά το κανάλι της εξόδου της; Και εκεί θα ξανατραγουδήσουμε. Εννοώ σημαντικά.»
Τα τραγούδια του σύμφωνα με το συγγραφέα Ανδρέα Φραγκιά «τραγουδήθηκαν και αγαπήθηκαν, τόσο που έγιναν άμεσος προφορικός λόγος. Πέταξαν από τα βιβλία και εγκαταστάθηκαν στα χείλη για να εκφράσουν αυθόρμητα τον καημό εκείνων που είχαν ανάγκη να τα τραγουδήσουν με τη δική τους φωνή. Έγιναν δημόσιος λόγος. Και αυτό είναι, μάλλον, ο γνησιότερος έπαινος».
Το έργο του όμως δεν είναι μόνο τα τραγούδια. Είναι πολύ πλούσιο και πολύμορφο .Είχε δηλώσει ότι ένιωθε ανάπηρος που τον γνώριζαν ως στιχουργό και όχι ως ποιητή.  Ανήκει στην Πρώτη Μεταπολεμική Γενιά , η οποία σύμφωνα με τον ίδιο ήταν «η πρώτη, η μόνη γηγενής ποιητική γενιά, η γενιά των μεγάλων συγκρούσεων» με τους ποιητές βγαλμένους από τη φωτιά.
Τι έμεινε στα χέρια τους
τι θυμάται πια η αφή τους
τι περίσσεψε από τόση πείρα στο κορμί τους
μετά από τόσο ήλιο τόσο αγώνα
τι εκέρδισε το δέρμα
μετά από τόσο φως
μετά από τόση φωτιά
τι κέρδισαν τα μάτια τους
έμεινε τίποτα από τη θλίψη τους
λούφαξε η γνώση μεσ’ στο αίμα τους
διασκέλισε ποτέ η πίκρα τους
την τρυφερή κορυφή των ώμων μιας γυναίκας
και σιωπάς
και μένεις μόνος
και γράφεις τ’ όνομά σου
στην αγχόνη
«Στην αγχόνη έγραψε το όνομά της η δική μου γενιά αλλά δεν υποχώρησε. Πολέμησε σε όλους τους τομείς…»
christodoulou4Η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του είχε αρχίσει ήδη από το 1964 με τον τίτλο « Ποιήματα 1954 – 1964» και περιείχε οκτώ συλλογές . Ακολούθησε ο δεύτερος τόμος « Αιχμές – Ποιήματα 1965 -1975» και μετά το θάνατό του ο τρίτος τόμος « Ποιήματα 1977 – 1988). Το 2014 κυκλοφόρησε και τέταρτος τόμος με Ανέκδοτα Ποιήματα.
Πλούσια είναι και η πεζογραφική του δουλειά που αρχίζει το 1976 με το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Το γούπατο . Ανάμεσά στα πεζά και διηγήματα βρίσκεται και το Ελ Ντάμπα , μυθιστόρημα για τα χρόνια της ομηρίας στο ομώνυμο στρατόπεδο.
«Μπάσιμο στην πεζογραφία από την πίσω πόρτα…Η ποίηση είναι μια ανάλυση της υπόστασης με την υπέρβαση. Το πεζό είναι η ανάλυση του ιστορικού χρόνου και της ηθικής με την έννοια του ήθους, της συμπεριφοράς των ηρώων…Τι συνέβη στον εσωτερικό κόσμο, το περιβάλλον, οι ίντριγκες, οι συνομωσίες…»
Αν και ποιητής  έγραψε και πολλά θεατρικά έργα γιατί πίστευε ότι «…Με το θέατρο και τον θεατρικό, φυσικά, λόγο παρακολουθούμε τον κόσμο στη σύγκρουσή του, τη στάση που παίρνει κάθε οντότητα μέσα από αυτή τη σύγκρουση επισημαίνουμε και υπογραμμίζουμε. Με την ποίηση φτάνουμε στο λυρισμό, με το θέατρο στη δράση. Με την ποίηση μένουμε στη μοναξιά με το θέατρο βγαίνουμε κατά πρόσωπο στον κόσμο. Μένει, βέβαια, μέσα απ’ όλα αυτά αν ο ποιητής κάνει καλό θέατρο. Και θα’ θελα να με ρωτούσατε αν κάνω καλό θέατρο».
Την απάντηση σε αυτή την ερώτηση την άφηνε στους θεατές και όχι στους κριτικούς.
Ο Δημήτρης Χριστοδούλου ήταν άνθρωπος βαθιά πολιτικοποιημένος και συμμετείχε ενεργά και μάχιμα στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες. Έχει χαρακτηριστεί στοχαστικός, δημιουργικός, αγωνιστής του λόγου. Η ποίηση ήταν για τον Χριστοδούλου η έσχατη δικαίωση.
christodoulou3
«…Έζησα το αίμα και το μετέτρεψα σε ποιητικό λόγο που είναι η έσχατη δικαίωσή μου. Αυτή είναι η δική μου προσφορά.»
Το έργο του, το «Αρχείο Δημήτρη Χριστοδούλου», μετά το θάνατό του δωρίστηκε από τη γυναίκα του Μαρία Κανδρεβιώτου στο Ινστιτούτο της Δανίας στην Αθήνα προκειμένου να ψηφιοποιηθεί και να αποτελέσει αντικείμενο ευρύτερης μελέτης. Το γεγονός αυτό προκαλεί εύλογα ερωτηματικά για το ενδιαφέρον της ελληνικής πολιτείας και των διαφόρων φορέων σχετικά με τη διάσωση, μελέτη και προβολή του έργου ενός σημαντικού ανθρώπου που υπηρέτησε την προοδευτική Τέχνη με ήθος, συνέπεια και αφοσίωση.
Αν κάποιος σήμερα θελήσει να διαβάσει κάποιο από τα έργα του Χριστοδούλου πολύ δύσκολα θα το βρει. Τα περισσότερα είναι  εξαντλημένα, εκτός από τα Ανέκδοτα Ποιήματα και Το Γούπατο που επανεκδόθηκαν σχετικά πρόσφατα. Ελάχιστα έχουν απομείνει στα ράφια κυρίως παλαιοβιβλιοπωλείων. Πολύ λίγα για ένα τόσο μεγάλο έργο. Τελικά ευτυχώς που υπάρχουν τα τραγούδια του.
«Εκείνο που ξέρω είναι ότι, στη ζωή, η πολιτεία λειτουργεί με τενεκέδες και στο θάνατο δοξάζει τα μάρμαρα και μένει ήσυχη. Ύστερα, σκέφτομαι καμιά φορά, πως δεν υπάρχει δήμος ή κοινότητα που να μη τιμάει και τον τελευταίο στιχουργό της. Αυτός, ρε παιδί μου, ο δήμος Αθηναίων, που ελάχιστα είναι των Αθηναίων αλλά των βλάχων, δεν έκανε ποτέ έτσι για να πει πόσοι Αθηναίοι ποιητές, γέννημα-θρέμμα, δίνουν τη μάχη σ’ αυτή τη βρωμούπολη για να βγάλουν τα σκουπίδια της αφάνειας και της αδιαφορίας από το κεφάλι της. Ας είναι. Πολλά ζητάω, αλλά, έτσι, λόγος να γίνεται – ας πλένουν τους δρόμους, ας βάζουν λίγη άσφαλτο που ’χουμε γίνει σκορποχώρι, ας ποτίζουν τα πάρκα κι ας αφήσουν τους ποιητές να πεθαίνουν στου Ζωγράφου και να τους θυμούνται, γκραν γκινιόλ, στο νεκροκρέβατο.»

Πηγές:
1) Συνεντεύξεις στο Νίκο Λαγκαδινό: α) Εξόρμηση 31/1 – 1/2  1981
β) Ελεύθερη Γνώμη 18/12/1983
2) Εκπομπή «Μονόγραμμα» Γιώργου και Ηρώς Σγουράκη. Αφιέρωμα στον Δημήτρη Χριστοδούλου (1986)
3) Βασίλη Καλαμαρά: Στο αρχιπέλαγος της ποίησής του, Ελευθεροτυπία 27/4/2014
4) Ηλιάνα Αντωνίου, Αφιέρωμα: Δημήτρης Χριστοδούλου( 1924 -1991). Ο επίμονος Προμηθέας του λόγου. ΑΕΠΙ (τεύχος 24, Ιούνιος 2014)
5) «Γίνε αστέρι κι ουρανός» Ριζοσπάστης, Τετάρτη 6 Μάρτη 1991

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Καληνύχτα Μαργαρίτα


Του Γεράσιμου Σταύρου από το διήγημα "Μαργαρίτα Περδικάρη" του Δημήτρη Χατζή
 Παίζουν με τη σειρά που εμφανίζονται Ντίνα Κώνστα, Πέτρος Ζαρκάδης, Βάσος Ανδρονίδης, Έρση Μαλικένζου, Εύα Μουστάκα, Τάσος Κωστής, Έλλη Φωτίου, Χρήστος Κελαντώνης, Αθηνά Μιχαλακοπούλου, Πάνος Αναστασόπουλος, Στέφανος Ληναίος, Σταύρος Ξενίδης, Χριστίνα Στόγια Μουσική Σπήλιος Μεντής
Σκηνοθεσία Στέφανος Ληναίος 
Από την εκπομπή "Το θέατρο της Δευτέρας"
Το διήγημα Μαργαρίτα Περδικάρη μπορείτε να διαβάσετε εδώ

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Καληνύχτα κυρία Αντιγόνη Βαλάκου

Τόσο λεπτεπίλεπτη και αέρινη, συγκινητικά ευγενής και υπέροχη, ένα μικρό παιδί στο σώμα μεγάλου ανθρώπου με κάτι μάτια τόσο μεγάλα, τόσο φωτεινά και γαλάζια, σαν τον κρυμμένο ουρανό πίσω από τα σύννεφα του χειμωνιάτικου απογεύματος της Κυριακής που είχαμε συναντηθεί, πέρσι, με αφορμή την τελευταία θεατρική παράσταση της ζωής της, την «Μαντάμ Φλο», σε σκηνοθεσία Γιώργου Καραμίχου, στο «Αγγέλων Βήμα» - αυτά τα μάτια «που πρέπει να χουν κάψει πολλές καρδιές, κυρία Βαλάκου!». Εκείνη χαμογελάει. Αναρωτιέται αν ο αναπτήρας της βρίσκεται μέσα στην τσάντα της γιατί θα τον χρειαστεί πιο μετά, ζητάει από τον νεαρό σερβιτόρο στο μικρό bar της οδού Σατωβριάνδου ένα γλυκό του κουταλιού «για τη γεύση». Κι ύστερα μετακινεί τα δάχτυλά της, τα ανοίγει επάνω στο τραπέζι, ανάβει το πρώτο της τσιγάρο, φυσάει τον καπνό και το πρόσωπο της φωτίζεται: «Η ζωή είναι ένα πέρασμα. Ένα φευγαλέο πουλί στην άκρη του σύμπαντός μας». Πηγή: www.lifo.gr
Τόσο λεπτεπίλεπτη και αέρινη, συγκινητικά ευγενής και υπέροχη, ένα μικρό παιδί στο σώμα μεγάλου ανθρώπου με κάτι μάτια τόσο μεγάλα, τόσο φωτεινά και γαλάζια, σαν τον κρυμμένο ουρανό πίσω από τα σύννεφα του χειμωνιάτικου απογεύματος της Κυριακής που είχαμε συναντηθεί, πέρσι, με αφορμή την τελευταία θεατρική παράσταση της ζωής της, την «Μαντάμ Φλο», σε σκηνοθεσία Γιώργου Καραμίχου, στο «Αγγέλων Βήμα» - αυτά τα μάτια «που πρέπει να χουν κάψει πολλές καρδιές, κυρία Βαλάκου!». Εκείνη χαμογελάει. Αναρωτιέται αν ο αναπτήρας της βρίσκεται μέσα στην τσάντα της γιατί θα τον χρειαστεί πιο μετά, ζητάει από τον νεαρό σερβιτόρο στο μικρό bar της οδού Σατωβριάνδου ένα γλυκό του κουταλιού «για τη γεύση». Κι ύστερα μετακινεί τα δάχτυλά της, τα ανοίγει επάνω στο τραπέζι, ανάβει το πρώτο της τσιγάρο, φυσάει τον καπνό και το πρόσωπο της φωτίζεται: «Η ζωή είναι ένα πέρασμα. Ένα φευγαλέο πουλί στην άκρη του σύμπαντός μας». Πηγή: www.lifo.gr

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

Αιμίλιος Βεάκης


   Αιμίλιος Βεάκης (Πειραιάς, 13 Δεκεμβρίου 1884 – Αθήνα, 29 Ιουνίου 1951) υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους έλληνες ηθοποιούς. Διακρίθηκε στους Βαλκανικούς πολέμους, έλαβε μέρος στην Αντίσταση κατά την Κατοχή ως μέλος του ΕΑΜ αλλά αργότερα δέχτηκε διώξεις λόγω των αριστερών του πεποιθήσεων.

   Εγγονός του λόγιου και θεατρικού συγγραφέα Ιωάννη Βεάκη αλλά ορφανός και από τους δυο γονείς, πέρασε τα παιδικά του χρόνια μαζί με άτεκνους συγγενείς. Παρά τις ενστάσεις των κηδεμόνων του γράφτηκε σε ηλικία 16 ετών (1900) στη «Βασιλική Δραματική Σχολή». Μετά την απότομη διακοπή της δραματικής σχολής του Βασιλικού Θεάτρου εισήχθηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών όπου και σπούδασε ζωγραφική. Το 1901 όμως, διέκοψε τις σπουδές του και άρχισε την καριέρα του ως ηθοποιός στο Βόλο με το θίασο της Ε. Νίκα. Από τότε θα περιοδεύσει στις επαρχίες όπου υπάρχει ελληνικό στοιχείο μέχρι την επιστράτευσή του στους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913) κατά την οποία και θα προαχθεί σε λοχία λόγω «ανδραγαθίας».
   Επιστρέφοντας από το μέτωπο, ο Βεάκης συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους θιάσους της εποχής (Λεπενιώτη, Καλογερίκου, Κοτοπούλη, Κυβέλη, Οικονόμου) και διακρίθηκε σε όλα τα θεατρικά είδη. Αναδείχθηκε εξαίρετος "καρατερίστας" και διέπρεψε στις κλασικές τραγωδίες και δράματα. Σταθμός στην καριέρα του θεωρήθηκε η ερμηνεία του Οιδίποδα στην ομώνυμη τραγωδία (Οιδίπους τύραννος) σε σκηνοθεσία του Φώτου Πολίτη με την «Εταιρεία Ελληνικού Θεάτρου». Από το 1932 μεσουράνησε στο επανασυσταθέν Βασιλικό Θέατρο ως Εθνικό Θέατρο. Διετέλεσε και ο ίδιος θιασάρχης του, καθώς επίσης και καθηγητής υποκριτικής στην επαγγελματική σχολή του Εθνικού θεάτρου.
  Κατά τη διάρκεια της κατοχής συνεργάστηκε με την κυρία Κατερίνα και συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση από τις τάξεις του ΕΑΜ. Μετά τα Δεκεμβριανά, ακολούθησε το ΕΑΜ μαζί με άλλους ηθοποιούς στην υποχώρηση προς τα βουνά όπου και συνέχισαν να δίνουν θεατρικές παραστάσεις. Για αυτήν την πολιτική του τοποθέτηση ο Βεάκης μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας αντιμετώπισε διώξεις που κλόνισαν την υγεία του και έκαμψαν την ιδιοσυγκρασία του. Συνταξιοδοτήθηκε το 1947 και έκανε κάποιες σποραδικές εμφανίσεις μέχρι τις αποχαιρετιστήριες παραστάσεις του στο Εθνικό θέατρο τον Απρίλιο και το Μάιο του 1951. Πέθανε ξεχασμένος και πένης και κηδεύτηκε στο Α΄ Νεκροταφείο.

Πηγή: Wikipedia


Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Γιάννης Ρίτσος, Ελένη


 Χαρακτικό της Β. Κατράκη για το
ποίημα Η Ελένη του Γ. Ρίτσου
[...] Έφυγαν ένας -ένας οι παλιοί μας γνώριμοι. Λιγόστεψε και η αλληλογραφία.
Μόνο σε τίποτα γιορτές, σε τίποτα γενέθλια, μια σύντομη κάρτα - 
ένα στερεότυπο τοπίο του Ταϋγέτου με δαντελωτές κορφές, πολύ γαλάζιες,
ένα κομμάτι απ' τον Ευρώτα με άσπρα βότσαλα και ροδοδάφνες,
ή τα ερείπια του Μυστρά με τις αγριοσυκιές. Μα το συχνότερο απ' όλα
τηλεγραφήματα συλλυπητήρια. Κι απαντήσεις δεν έρχονταν. Ίσως
στο μεταξύ νάχε πεθάνει ο παραλήπτης - δε μαθαίναμε πιο πέρα.

Ο σύζυγός μου δεν ταξίδευε πια. Δεν άνοιγε βιβλίο. Τα τελευταία του χρόνια
είχε γίνει πολύ νευρικός. Κάπνιζε ατέλειωτα. Τις νύχτες σεργιανούσε
στο μεγάλο σαλόνι, με κείνες τις ξέφτιες καφετιές του παντόφλες
και τη μακριά νυχτικιά του. Κάθε μεσημέρι, στο τραπέζι, επανερχόταν
στην απιστία της Κλυταιμνήστρας ή στη δίκαιη πράξη του Ορέστη
σα να απειλούσε κάποιον. Ποιος νοιαζόταν; Δεν τον άκουγα καν. Ωστόσο
σαν πέθανε, μούλειψε πολύ, - μου λείψαν προπαντός εκείνες οι κουτές απειλές του, 
σάμπως αυτές ακριβώς να μου ορίζαν μια θέση αμετάθετη στο χρόνο,
σάμπως αυτές να μ' εμποδίζαν να γεράσω.

Ονειρευόμουν τότε τον Οδυσσέα, το ίδιο αγέραστον κι αυτόν, με το έξυπνο, τριγωνικό σκουφί του
ν' αργοπορεί το γυρισμό του, ο πολυμήχανος, - με τί προφάσεις ευφάνταστων κινδύνων,
ενώ αφηνόταν (τάχα ναυαγός) πότε στα χέρια μιας Κίρκης, πότε
στα χέρια μιας Ναυσικάς, να του βγάζουν τα στρείδια απ' το στήθος, 
να το λούζουν με μικρά ρόδινα σαπούνια, να φιλούν την ουλή στο γόνατό του,
να τον αλείβουν λάδι.

Θαρρώ πως έφτασε κι αυτός στην Ιθάκη` - θα τον κουκούλωσε, λέω, με τα φαντά της
η άχαρη χοντρή Πηνελόπη. Δεν πήρα από τότε μήνυμά του -
μπορεί και να τα σκίζουν οι δούλες, - τι χρειάζονται πια; 
Οι Συμπληγάδες  μεταφερθήκαν κάπου αλλού, σ' ένα χώρο πιο μέσα - τις νιώθεις
ασάλευτες, μαλακωμένες - πιο τρομερές από πριν, - δε συνθλίβουν,
πνίγουν σ' ένα πηχτό, μαύρο ρευστό  - δε γλυτώνει κανένας.

Μπορείς να φύγεις τώρα. Νύχτωσε. Νυστάζω, - να κλείσω τα μάτια,
να κοιμηθώ, να μη βλέπω ούτε έξω ούτε μέσα , να ξεχάσω
το φόβο του ύπνου και το φόβο του ξύπνου. Δεν μπορώ. Πετάγομαι πάνω - 
φοβάμαι μήπως δεν ξαναξυπνήσω. Μένω άγρυπνη, ν' ακούω
απ΄το σαλόνι το ροχαλητό των υπηρετριών, τις αράχνες στους τοίχους,
τις κατσαρίδες μέσα στην κουζίνα, ή τους νεκρούς να ρουθουνίζουν
με βαθιές εισπνοές, σα να κοιμούνται τάχα, σα νάχουν ησυχάσει.
Χάνω και τους νεκρούς μου τώρα. Τους έχασα. Πάνε.

Καμμιά φορά, περασμένα μεσάνυχτα, ακούγονται κάτω στο δρόμο
οι ρυθμικές οπλές απ' τ' άλογα μιας καθυστερημένης άμαξας, σα να επιστρέφει
από μια πένθιμη παράσταση κάποιου ετοιμόρροπου, συνοικιακού θεάτρου
με πεσμένους τους γύψους της οροφής, με ξεγδαρμένους τοίχους,
με μια τεράστια κόκκινη, ξεθωριασμένη αυλαία, κλεισμένη,
πούχει μαζέψει απ' τα πολλά πλυσίματα, και στο κενό που αφήνει κάτω
διακρίνονται ξυπόλυτα τα πόδια του μεγάλου φροντιστή ή του ηλεκτρολόγου
που ίσως τυλίγει σε ρολό ένα χάρτινο δάσος για να σβήσει τα φώτα.

Εκείνη η χαραμάδα μένει ακόμη φωτισμένη, ενώ στην πλατεία
έχουν απ' ώρα σβήσει οι πολυέλαιοι και τα χειροκροτήματα. Στον αέρα
μένει βαρειά η ανάσα της σιωπής, κι ο βόμβος της σιωπής κάτω
απ' τ' άδεια καθίσματα, μαζί με φλούδες από ηλιόσπορους και στριμμένα εισιτήρια,
με κάτι κουμπιά, ένα μαντίλι δαντελένιο, ένα κομμάτι κόκκινο σπάγγο.

...Κ΄εκείνη η σκηνή, πάνω στα τείχη της Τροίας, - να αναλήφθηκα τάχα στ' αλήθεια
αφήνοντας να πέσει απ' τα χείλη μου - ; Καμμιά φορά δοκιμάζω και τώρα,
εδώ πλαγιασμένη στο κρεββάτι, ν' ανοίξω τα χέρια, να πατήσω
στις μύτες των ποδιών - να πατήσω στον αέρα, - το τρίτο λουλούδι - ( απόσπασμα )


Γιάννης Ρίτσος, Ελένη, Τέταρτη Διάσταση , Κέδρος 1990, 24η έκδοση

Ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε την Ελένη το 1970 ενώ βρισκόταν εξόριστος στο Καρλόβασι της Σάμου. Η Ελένη είναι ένας μονόλογος που χαρακτηρίζεται για τη θεατρικότητά του. Απαγγέλλλεται μπροστά σ' ένα βουβό πρόσωπο. Την αρχή και το τέλος του μονολόγου πλαισιώνουν δυο περιγραφές - παρένθετες -που αποτελούν σκηνοθετικές οδηγίες. Η θεματολογία προέρχεται από τα Τρωικά , αλλά ο ποιητής προβάλλει σύγχρονα κοινωνικά και ιστορικά ζητήματα. Με αυτό τον τρόπο τα μυθολογικά πρόσωπα αποκτούν μια άλλη διάσταση πιο κοντά στη νεοελληνική καθημερινότητα.


Το 2009 ο  Βασίλης Παπαβασιλείου σκηνοθέτησε και ερμήνευσε την Ελένη .

"Το θέατρο του Ρίτσου είναι ένα θέατρο γλώσσας και ιδεών. Το ανθρώπινο πάθος, είτε τη “γυναικεία” ψυχή αφορά είτε την “ανδρική”, φωτίζεται στοργικά και συνάμα ανελέητα ως έρμαιο μιας υπέρτερης διαπλοκής δυνάμεων, που φέρουν τα ωραία ονόματα Πόθος, Δόξα, Ομορφιά, και συνθέτουν το δίχτυ της Μοίρας μας.
Στους “μονολόγους” του Ρίτσου το πάθος δεν εκτίθεται ως άμεσο βίωμα, αλλά ως αναδρομή. Όχημα αυτής της αναδρομής είναι η γλώσσα. Κάτι περισσότερο: η γλώσσα και το παιχνίδι της είναι η μόνη ταυτότητα των ηρώων του. Οι κατά συνθήκη ονομασίες, Αίας , Ορέστης, Ελένη, κτλ. δε σηματοδοτούν ατομικές οντότητες, αλλά κόμπους του Μύθου ή, μ΄ άλλα λόγια, της ακατάλυτης δύναμης του Απρόσωπου που εξυφαίνει, που πλέκει τη μικρή ζωή του καθενός μας. Τι άλλο έκανε η αρχαία τραγωδία." ( Πηγή)






Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

Το τραγούδι της λίμνης


Μεσ' στο νερό ψάρι χρυσό γλιστράς
κι εγώ ψαράς με δίχτυ αδειανό
Θάλασσα εσύ κι εγώ ο ναυαγός σου
Στην αγκαλιά σου πεθαίνω και ζω

Είσαι νοτιάς κι εγώ πουλί χαμένο
Εκεί που θέλεις με πηγαίνεις, με πετάς
Είσαι βοριάς, παγώνεις τα φτερά μου
Κι ύστερα μ' ένα φιλί ψηλά με πας

Κρατάς εσύ τιμόνι και πανιά
Κι εγώ παιδί χαμένο μοναχό
Μάγισσα εσύ κι εγώ ακόλουθός σου
Χωρίς εσένα δεν ξέρω να ζω

Είσαι νοτιάς κι εγώ πουλί χαμένο
Εκεί που θέλεις με πηγαίνεις, με πετάς
Είσαι βοριάς, παγώνεις τα φτερά μου
Κι ύστερα μ' ένα φιλί ψηλά με πας


 Στίχοι: Αρλέτα
Μουσική: Ελένη Καραΐνδρου


"Το τραγούδι ακουγόταν στον «Γλάρο» του Άντον Τσέχωφ, σε σκηνοθεσία Ζυλ Ντασσέν που ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο. Στην παράσταση που έκανε πρεμιέρα στις 23 Ιανουαρίου 1988, πρωταγωνιστούσαν η Μιράντα Ζαφειροπούλου, ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, ο Δημήτρης Λιγνάδης και πολλοί άλλοι κορυφαίοι ηθοποιοί του Εθνικού. Το τραγούδι ακουγόταν ανάμεσα στην Γ’ και Δ’ πράξη, και στον δίσκο περιλαμβάνεται στην ίδια εκτέλεση που ακουγόταν και στην παράσταση. Ο τίτλος του είναι «Το τραγούδι της λίμνης», και είναι ένα από τα ομορφότερα τραγούδια που έχει συνθέσει η Ελένη Καραϊνδρου, ενώ παράλληλα, αποτελεί και ένα σημείο συνάντησης ανθρώπων της τέχνης (όχι μόνο της μουσικής) που όμοιό του σπάνια συναντάμε στο τραγούδι.

 Μέσα απ’ το γνώριμο μουσικό της στιλ, η Καραϊνδρου φτιάχνει ένα τραγούδι που εντάσσεται πλήρως μέσα στο κλίμα του έργου και την σκηνοθετική άποψη του Ντασσέν. Ένα απόλυτα ερωτικό τραγούδι που, τόσο η μελωδία όσο και η δομή του, μάς παραπέμπει με τον τρόπο του σε εκείνο το «Ήρθε βοριάς, ήρθε νοτιάς» του Μάνου Χατζιδάκι, αποκαλύπτοντας μια βαθιά συγγένεια μεταξύ αυτών των δύο τραγουδιών, αν και μεσολαβούν μεταξύ τους περίπου 45 χρόνια! Η λιτή μελωδία της Καραϊνδρου εξυπηρετεί στην παράσταση το πέρασμα από τη μία πράξη στην άλλη, διατηρώντας στο ακέραιο το κλίμα του έργου και προετοιμάζει την τέταρτη και τελευταία πράξη του «Γλάρου», σαν αποκορύφωμα του δράματος ενός απ’ τα ωραιότερα έργα του Τσέχωφ. «Το τραγούδι της λίμνης» όμως, δεν είναι μονάχα ένα τραγούδι που φτιάχτηκε για μία θεατρική παράσταση. Είναι και μια συνάντηση της μουσικού Ελένη Καραϊνδρου με την Αρλέτα στο ρόλο της στιχουργού!

 Δεν είναι η πρώτη φορά που συναντάμε την Αρλέτα ως στιχουργό (σε αρκετά από τα τραγούδια του δίσκου «Ταξιδεύοντας» έχει γράψει τους στίχους πάνω σε μουσικές του Ανέστη Τριανταφύλλου)· είναι όμως η πρώτη και μοναδική φορά που συνεργάζεται με την Καραϊνδρου και γράφει στίχους για ένα τραγούδι, το οποίο μάλιστα εντάσσεται σε μία θεατρική παράσταση. Όπως είναι φυσικό, η Αρλέτα ζωγραφίζει με την τέχνη και την ευαισθησία της εικόνες που ταιριάζουν απόλυτα στη μελωδία της Καραϊνδρου και εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τη λειτουργία τού τραγουδιού μέσα στην παράσταση. Και ο τρόπος με τον οποίο επιλέγει η Καραϊνδρου να ερμηνευτεί το τραγούδι, όχι από έναν μόνο τραγουδιστή αλλά από χορωδία, προσθέτει στο κομμάτι ακόμα περισσότερη θεατρικότητα. Κι εδώ ακριβώς είναι που «Το τραγούδι της λίμνης» παύει να είναι ένα απλό τραγούδι που ακούγεται ηχογραφημένο σε μία θεατρική παράσταση, και γίνεται τόπος συνάντησης!

 Η χορωδία που ακούγεται σ’ αυτή την πρώτη εκτέλεση του «Τραγουδιού της λίμνης», αποτελείται από δύο ηθοποιούς που έπαιρναν μέρος στην παράσταση, τον Χρήστο Καλαβρούζο και τον Δημήτρη Λιγνάδη, από τον σκηνοθέτη Βασίλη Νικολαϊδη που στη συγκεκριμένη παράσταση είχε το ρόλο του βοηθού σκηνοθέτη δίπλα στον Ντασσέν, την ίδια την Ελένη Καραϊνδρου, την Αρλέτα και τη Μελίνα Τανάγρη. Μια χορωδία που μοιάζει να στήθηκε με μοναδικό κριτήριο το συναίσθημα. Σαν μια παρέα που τραγουδάει την αγάπη γύρω από ένα τραπέζι μετά από το τέλος ενός δείπνου ή σαν τους παλιούς κανταδόρους που γυρνούν στα καντούνια της Κέρκυρας και υμνούν την αγάπη κάτω απ’ τα μπαλκόνια με τα νυχτολούλουδα και τα γιασεμιά. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, ο «Γλάρος» μοιάζει να είναι μονάχα η αφορμή. Η πραγματική ανάγκη είναι να βρεθούν μουσικοί, τραγουδοποιοί και άνθρωποι του θεάτρου κάτω απ’ την ομπρέλα του τραγουδιού και να μοιραστούν στιγμές που ξεπερνούν το εφήμερο μιας θεατρικής παράστασης."

Οι πληροφορίες είναι δανεισμένες από το άρωμα του τραγουδιού