Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2020

Άντε να χειμωνιάσει


 Στίχοι - Μουσική : Ορφέας Περίδης
Ερμηνεία : Λιζέτα Καλημέρη
Δίσκος: Εν Φλύα (2018)


Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2020

Κόκκινη Αμερική και Έλληνες μετανάστες

 

Με τον τίτλο " Κόκκινη Αμερική. Έλληνες μετανάστες και το όραμα ενός Νέου Κόσμου, 1900 - 1950" κυκλοφόρησε το 2017 από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης το βιβλίο του ιστορικού Κωστή Καρπόζηλου, ως αποτέλεσμα δεκαετούς έρευνας πάνω στην οποία στηρίχτηκε η διδακτορική του διατριβή .
Όπως αναφέρει ο ίδιος :
" Όταν ξεκινούσα την έρευνα αυτή, πριν από δέκα περίπου χρόνια, βασική μου επιδίωξη ήταν να αναμετρηθώ με τις κυρίαρχες απεικονίσεις της ελληνικής μεταναστευτικής εμπειρίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες συνοψίζουν την εμπειρία αυτή σε μια γραμμική και ανεμπόδιστη πορεία κοινωνικής ανέλιξης, που εκτυλίσσεται μέσα σε ένα περίκλειστο πλαίσιο κοινωνικού και πολιτικού συντηρητισμού. Στόχος μου, τότε, ήταν η ανάδειξη μιας εναλλακτικής αφήγησης της ελληνοαμερικανικής ιστορίας και η ανασυγκρότηση ενός νήματος που είχε χαθεί μέσα στο χρόνο. Η επιδίωξη αυτή με οδήγησε σε μια εντατική προσπάθεια ανασύνθεσης σκόρπιων θραυσμάτων, προκειμένου να προχωρήσω  σε μια συνεκτική αφήγηση. Η αναζήτηση πληροφοριών, σε διάσπαρτες αρχειακές συλλογές στις ΗΠΑ, την Ελλάδα και αλλού, με υποχρέωσε να βασιστώ σε ετερογενείς πηγές και να εκπαιδευτώ στην τέχνη της ανακάλυψης αυτού που οι περισσότεροι υποστηρίζουν ότι ποτέ δεν υπήρξε. Η λογική της έρευνάς μου υπηρετούσε μια από τις βασικές αρχές της κοινωνικής ιστορίας: να προσπαθήσω  να δώσω φωνή σε εκείνους και εκείνες που είχαν αφήσει λίγα ίχνη παρουσίας τους στο χρόνο."
Το βιβλίο χωρίζεται σε έξι κεφάλαια. Αρχικά ξεκινάει με τις μεγάλες απεργίες λίγο πριν ξεσπάσει ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και διερευνά την ανάπτυξη του συνδικαλιστικού και εργατικού κινήματος ανάμεσα στους μετανάστες επικεντρώνοντας  στη μεγάλη  προσδοκία του ξεσπάσματος της επανάστασης στις ΗΠΑ ως επίδραση των γεγονότων που διαδραματίζονταν την εποχή εκείνη στην Ευρώπη. Στη συνέχεια μελετά την ταξισυνειδησία μέσα από την οποία προσπαθεί να ερμηνεύσει τη διάψευση της επαναστατικής προσδοκίας και τη διαμόρφωση της επαναστατικής σκέψης υπό την επίδραση του Αμερικανικού Ονείρου. Ο ιστορικός  αναφέρει ότι ο όρος ταξισυνειδησία " μαρτυρεί τον εξαμερικανισμό της ριζοσπαστικής εμπειρίας: πρόκειται για την ελληνοαμερικανική προσαρμογή του όρου " working - class consciousness" ." Η εποχή της χρηματιστηριακής κρίσης με το μεγάλο οικονομικό κραχ ξαναζωντανεύει την επαναστατική προσδοκία και αναδεικνύει νέες μορφές αλληλεγγύης . Σε αυτές τις νέες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές τοποθετούνται και οι δραστηριότητες της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς για την ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος. Την εποχή λίγο πριν την κήρυξη του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου όσα διαδραματίζονται στις ΗΠΑ δέχονται την επίδραση της ανάδειξης του φασισμού στην Ευρώπη και την γέννηση του αντιφασιστικού κινήματος. Η εξειδίκευση στην ελληνική μεταναστευτική κοινότητα έρχεται με την πολιτική της μεταξικής δικτατορίας στις ΗΠΑ και τον τρόπο με το οποίο η ελληνοαμερικανική Αριστερά διαμορφώνει το αντιφασιστικό και αντιμεταξικό της προφίλ μέσα από μια συνεχή αλληλεπίδραση της ελληνικής και της αμερικανικής ιστορίας. Κατά τη διάρκεια του πολέμου συγκροτούνται διάφορες ελληνοαμερικανικές επιτροπές οι οποίες φαίνονται να στηρίζουν τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στην Ευρώπη. Ο αναγνώστης θα διαβάσει πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για την παρουσία του ΕΑΜ στις ΗΠΑ και πώς αντιμετωπίστηκαν τα Δεκεμβριανά από τους αριστερούς Ελληνοαμερικανούς . Εντύπωση και προβληματισμό προκαλεί η ανάδειξη εκείνων των στοιχείων τα οποία προβάλλουν τα σχέδια της αμερικανικής πολιτικής για τον μεταπολεμικό κόσμο " μέσα από τη σύγκλιση του Νιου Ντιλ και της σοσιαλιστικής σχεδιασμένης οικονομίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι κοινότητες των μεταναστών λειτουργούν ως διπλοί πρεσβευτές του αμερικανισμού στην Ευρώπη  και των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων στην Αμερική." Όλα αυτά όμως άλλαξαν πολύ γρήγορα και ο Ψυχρός Πόλεμος ήλθε να βάλει τη σφραγίδα του στις εσωτερικές και διεθνείς εξελίξεις καθώς το πολιτικό πλαίσιο ορίστηκε από την πρακτική του αντικομμουνισμού που αποτέλεσε πλέον την κυρίαρχη ιδεολογία στις ΗΠΑ με την οποία ταυτίστηκε ο ελληνικός αντικομμουνισμός. Σύμφωνα με τον ιστορικό - ερευνητή η μελέτη αυτή επιχειρεί να δείξει επιπλέον ότι "ο ελληνοαμερικανικός αντικομμουνισμός διαμορφώθηκε μέσα από την αντιπαράθεση με έναν αρχικά ισχυρό ανταγωνιστικό πόλο, τον οποίο συνιστούσε το ελληνικό και το αμερικανικό κομμουνιστικό κίνημα"
Για το πώς εντάχθηκαν οι Έλληνες μετανάστες στο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα στις ΗΠΑ ή σε ποιο βαθμό επηρεάστηκαν  διαβάζουμε και τα παρακάτω στην εισαγωγή του βιβλίου:
" Οι σοσιαλιστικές και κομμουνιστικές εκδόσεις, οι εφημερίδες και τα περιοδικά, οι μεταναστευτικές οργανώσεις που συνδέονταν με πολιτικούς φορείς της Αμερικανικής Αριστεράς, τα μαχητικά και πολυεθνοτικά εργατικά συνδικάτα συγκροτούν το πλαίσιο του μεταναστευτικού εργατικού ριζοσπαστισμού στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Η χρονική αντοχή και η κοινωνική αναπαραγωγή του φαινομένου υπήρξε αξιοσημείωτη. Από το 1918 έως το 1956, για σχεδόν σαράντα χρόνια, διαδοχικές εφημερίδες ( Η Φωνή του Εργάτου, 1918 -1924· το Εμπρός, 1924 -1939· η Ελευθερία, 1939 -1941· το Ελληνοαμερικανικόν Βήμα 1941 - 1956) εξέφραζαν στα ελληνικά το διανοητικό, κοινωνικό και πολιτικό φορτίο της Αριστεράς. Προφανώς δεν πρόκειται για μια αποκλειστικά ελληνική ιστορία. Η αμερικανική Αριστερά του 19ου και του πρώτου μισού του 20ου αιώνα υπήρξε σε μεγάλο βαθμό μεταναστευτική, και μόνο μέσα από τις κοινές μεταναστευτικές εμπειρίες μπορούμε να κατανοήσουμε τη δυναμική των ριζοσπαστικών ιδεών στο εσωτερικό της κάθε κοινότητας.
Παρά ταύτα, η ελληνική περίπτωση έχει το δικό της ενδιαφέρον. Οι μετανάστες από την Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία έφταναν στις Ηνωμένες Πολιτείες δίχως, κατά κανόνα, να έχουν έρθει προηγουμένως σε επαφή με σοσιαλιστικές ή και συνδικαλιστικές δραστηριότητες. Υπό την οπτική αυτή διέφεραν, για παράδειγμα, από τους Εβραίους μετανάστες που συχνά προέρχονταν από τα επίκεντρα του σοσιαλισμού της Ανατολικής Ευρώπης ή τους Ιταλούς εργάτες από τον αναπτυγμένο βιομηχανικό Βορρά, οι οποίοι έφερναν μαζί τους την επιρροή των ιδεών της συλλογικής οργάνωσης και διεκδίκησης. Κατά συνέπεια, η μελέτη του ελληνικού μεταναστευτικού ριζοσπαστισμού αναδεικνύει την πολιτικοποίηση στην Αριστερά ως μια διακριτή εκδοχή εξαμερικανισμού, η οποία διαπλεκόταν με την προσπάθειά τους να ερμηνεύσουν τις νέες πραγματικότητες της βιομηχανικής εργασίας, της εκμετάλλευσης της εργατικής τους δύναμης και της κοινωνικής τους περιθωριοποίησης. Στη διαδικασία αυτή όμως υπήρχε μια ενδιαφέρουσα περιπλοκή. Ανεξάρτητα από τις διακηρύξεις των ίδιων των ριζοσπαστών, τα όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα εξακολουθούσαν να τους συγκινούν, να τους κινητοποιούν, να διαψεύδουν τη βεβαιότητά τους ότι όλα αυτά ανήκαν οριστικά στο παρελθόν. Κατά συνέπεια, η ελληνοαμερικανική Αριστερά μπορεί να λειτουργήσει ως μια παραδειγματική περίπτωση για τις ταλαντεύσεις και μετατοπίσεις της πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης. Οι άνθρωποι αυτοί στράφηκαν προς την Αριστερά στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά τούτη η επιλογή τους αφορούσε ταυτόχρονα τον τρόπο με τον οποίο ατένιζαν τον γεωγραφικό τόπο που είχαν αφήσει πίσω τους.
Πέρα όμως από αυτό, η εξέταση της διαδρομής του ελληνοαμερικανικού ριζοσπαστισμού μάς προσφέρει κάτι ακόμα πιο σημαντικό: αναδεικνύει την πολλαπλότητα της μεταναστευτικής εμπειρίας. Προφανώς δεν συνομίλησαν όλοι οι Έλληνες μετανάστες με το σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό κίνημα. Σίγουρα, πολλοί αναζήτησαν  την οργάνωση της καθημερινότητάς τους μέσα από διαφορετικούς δρόμους: τα εθνοτοπικά σωματεία, τις θεσμικές ελληνοαμερικανικές οργανώσεις, την ορθόδοξη εκκλησία, τις πατριωτικές ενώσεις που αναφέρονταν στα όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα. Ακόμα και έτσι όμως, η επιρροή της Αριστεράς, άλλοτε μεγαλύτερη και άλλοτε μικρότερη, μας βοηθάει να αντιληφθούμε τους τρόπους διαμόρφωσης των στάσεων αυτών..."
Η διαδρομή των μεταναστών , οι αγώνες τους , γνωστές και κυρίως άγνωστες λεπτομέρειες της ζωής τους και της δουλειάς τους σε συνδυασμό με όσα συνέβαιναν στις ΗΠΑ , στην Ευρώπη, στην Ελλάδα και στον κόσμο ολόκληρο ξετυλίγονται με λεπτομερή αφήγηση που συνοδεύεται από φωτογραφίες και πολύτιμο αρχειακό υλικό. Όλη αυτή η πορεία είναι δεμένη με την ιστορία του σοσιαλιστικού και κομμουνιστικού κινήματος των ΗΠΑ και ειδικότερα του ΚΚΗΠΑ. 
Θα πρέπει να διαβάσει κανείς όλο το βιβλίο για να μπορέσει να καταλάβει ότι " Για πολλούς μετανάστες, της πρώτης αλλά και της δεύτερης γενιάς, το να είσαι κομμουνιστής ήταν ένας τρόπος να είσαι Αμερικανός. Στις μεταπολεμικές συνθήκες η δυνατότητα  αυτή είχε ακυρωθεί. Για να είσαι Αμερικανός, έπρεπε, πλέον, να είσαι αντικομμουνιστής".
Και κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι η οπτικοποίηση όλου αυτού του υλικού στο ντοκιμαντέρ Ταξισυνειδησία: η άγνωστη ιστορία του ελληνοαμερικανικού ριζοσπαστισμού,  το οποίο προβλήθηκε στο 15ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης το 2013 σε σκηνοθεσία Κώστα Βάκκα.




Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2020

Η πτώση και η άνοδος του κ. Γκρόσαπ


 ...Η οικονομική κρίση έμοιαζε με κάποια φυσική καταστροφή, κάτι σαν πλημμύρα, τυφώνα ή θύελλα, που αφάνιζε τα πάντα στο πέρασμά της. Κάπως έτσι αποτυπώθηκε στο μυαλό του κοινού ανθρώπου. Όμως, αντίθετα με τη θύελλα, η κρίση δεν κόπαζε. Συνεχιζόταν χρόνο με το χρόνο, 1929, 1930, 1931, 1932, 1933, έπαιρνε όλο και νέες διαστάσεις, βάθαινε όλο και πιο πολύ, στερούσε δουλειές και στέγη, πετούσε εκατομμύρια αστέγους στους δρόμους· εξαπλώθηκε στη Λατινική Αμερική και στην Ευρώπη, παγίδευσε ολόκληρες χώρες και ηπείρους, την περήφανη Αυτοκρατορία της Μ. Βρετανίας, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Αυστρία, τα Βαλκάνια, ολόκληρη την Αφρική και την Ασία. Η παγκόσμια παραγωγή μειώθηκε κατά 42%, ενώ το παγκόσμιο κατά 65%. Υπήρχαν 50.000.000 άνεργοι σε όλο τον κόσμο.
Όμως, ο Ερυθρός Σταυρός δεν έσπευσε σε βοήθεια όταν χτύπησε η κρίση. Δεν παρουσιάστηκαν οργανισμοί για να φροντίσουν τους αρρώστους και τους πεινασμένους, παρά το γεγονός ότι ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός τους ξεπερνούσε κατά πολύ όσους τραυμάτισε  ή άφησε άστεγους οποιοσδήποτε τυφώνας ή σεισμός. Στην αρχή ο κάθε άνθρωπος βρέθηκε μόνος, σιωπηλός μέσα στο σπίτι του· προσπαθούσε να κρύψει την ανεργία και τη φτώχεια του σα να ήταν κάποια ντροπιαστική αρρώστια. Αντίθετα με τον τυφώνα, οι καταστροφές της οικονομικής κρίσης δεν έγιναν άμεσα αντιληπτές, γιατί δεν κάλυπταν μια ορισμένη περιοχή. Αντίθετα, η κρίση βρισκόταν παντού και για πολύ καιρό δεν παρουσιαζόταν τίποτα το ασυνήθιστο. Πίσω, όμως, από τις κρύες και ανέκφραστες προσόψεις των λαϊκών πολυκατοικιών, των μονοκατοικιών και των διαμερισμάτων, κρυμμένοι από τη δημόσια θέα, άντρες και γυναίκες έδιναν τον αγώνα τους, μόνοι στην αρχή, θεωρώντας την καταστροφή σαν προσωπική τους ευθύνη, ενώ μέσα τους υψωνόταν ένας φοβερός πανικός.
Τέτοια ήταν η περίπτωση του Πίτερ Γκρόσαπ*, ενός ψηλού, λεπτού 55χρονου άντρα, με λευκό, όλο γωνίες πρόσωπο, που δεν του άρεσε να μιλάει πολύ. Είχε δουλέψει ως ειδικευμένος επιπλοποιός επί 26 χρόνια στη βιομηχανία επίπλων "Τόντι" σε μια μεσοδυτική πόλη 300.000 κατοίκων. Μέχρι τη μέρα της απόλυσής του, στη 1.1.1930, αντιμετώπιζε τον εαυτό του και τη ζωή με ήρεμη ικανοποίηση. Αγαπούσε το σπίτι του, για το οποίο χρωστούσε μόνο 1.800 δολάρια από την πρώτη υποθήκη, αγαπούσε τη γυναίκα του και τα δύο παιδιά του. Η 17χρονη Μέρι φοιτούσε στην Ακαδημία Sacred Heart και ο 19χρονος Τζορτζ τελείωνε τον πρώτο χρόνο στο πανεπιστήμιο της Πολιτείας.
Η καλύτερή του ώρα ήταν όταν καθόταν στην πολυθρόνα του μετά από το δείπνο. Δε μιλούσε πολύ. Άνοιγε την Daily Record και διάβαζε ακούγοντας ταυτόχρονα ραδιόφωνο. Του άρεσε ο Κάμερον στην " Ώρα του Ford". Τα λόγια του είχαν νόημα. Ένας άνθρωπος βγάζει όσα ακριβώς κερδίζει από τη δουλειά του. Στη ζωή δεν παίρνεις τίποτα περισσότερο απ' όσα προσφέρεις. Μετά από τέτοιες σκέψεις έριχνε μια ματιά στη Φάνι στην κουζίνα, που συνήθως φορούσε το γκρι πουλόβερ της. Εκείνη, όταν τελείωνε το πλύσιμο των πιάτων, καθόταν για λίγο δίπλα του στη μικρή δερμάτινη καρέκλα που ταίριαζε με την πολυθρόνα του. Μερικές φορές ο Πίτερ έπιανε τα σκληρά από τις δουλειές χέρια της και τα γύριζε για να δει το απλό δαχτυλίδι, τη βέρα που της είχε χαρίσει 21 χρόνια πριν. Του άρεσε αυτό το δαχτυλίδι.
Έτσι περνούσαν τα βράδια πριν απολυθεί, την Πρωτοχρονιά του 1930. 18 μήνες αργότερα, το καλοκαίρι του 1931, τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά. Ο κ. Γκρόσαπ καθόταν στην πολυθρόνα του όλη μέρα κι έφερνε τα γεγονότα στο μυαλό του για να δει που είχε κάνει λάθος. Ίσως αν είχε γίνει ηλεκτρολόγος μηχανικός ή κάποιο άλλο επάγγελμα του μέλλοντος, τα πράγματα να μην έπαιρναν αυτήν την τροπή.
Δεν ήταν και τόσο άσχημα στην αρχή. Κάποτε - κάποτε έβγαινε από το σπίτι ντυμένος με τα καλά του και περπατούσε γρήγορα, στητός και με πολυάσχολο ύφος σα να βιαζόταν να προλάβει κάποιο επαγγελματικό ραντεβού. Πάντοτε, όμως, κατέληγε στο πάρκο.
- Κάτι θα γίνει, έλεγε στη γυναίκα του, το λέει και ο ίδιος ο Πρόεδρος. Όταν απολύθηκε, είχε στη First National Bank 312,62 δολάρια. Ρευστοποίησε κι ένα ασφαλιστήριο 5.000 δολαρίων και πήρε 1.900 δολάρια. Αν δεν υπήρχαν  οι δόσεις της υποθήκης, που ήταν 58,50 δολάρια το μήνα, τα λεφτά θα κρατούσαν περισσότερο.
Με μεγάλη λύπη αποχωρίστηκε το ρολόι του και ακόμα έκανε τη γνώριμη κίνηση για να το αγγίξει. Αυτό τον έκανε να νιώθει ένα αίσθημα κενού, όμοιο με της τσέπης του όταν έβαζε το χέρι για να βρει κάτι που δεν ήταν στη θέση του. Το είχε δώσει μόνο για 15 δολάρια και η Φάνι είχε δώσει τη βέρα της για ακόμα λιγότερα.
- Προσπαθείς να με γελοιοποιήσεις, κι έβαλες ενέχυρο τη βέρα σου;! την ρώτησε. Θες να μου πεις ότι θα ήθελες να είχες παντρευτεί κάποιον άλλον;
Εκείνες τις μέρες γινόταν έξω φρενών με το παραμικρό, όπως όταν τον ρώτησε γιατί δεν πήγαινε βόλτα, και αυτός άρχισε να βρίζει λέγοντας πως δεν μπορούσε να μείνει κάποιος στο σπίτι του χωρίς ν' αρχίσουν να του λένε να φύγει.
Ίσως αν είχε διαλέξει να δουλέψει στο ραδιόφωνο, τα πράγματα να μην έρχονταν έτσι, σκέφτόταν ο κ. Γκρόσαπ ενώ καθόταν στην πολυθρόνα του και κοιτούσε τον απέναντι τοίχο. Άκουγε τη γυναίκα του που πηγαινοερχόταν στην κουζίνα κάνοντας μικρούς θορύβους σαν του ποντικού, σα να φοβόταν μήπως κάποιος δυνατότερος θόρυβος τον ενοχλήσει. Το σπίτι ήταν πολύ ήσυχο. Τα δύο παιδιά είχαν φύγει.
Ο Τζορτζ αναγκάστηκε να παρατήσει το πανεπιστήμιο. Πρώτα πήγε στο Σικάγο, μετά στο Σεν Λιούις και στο Ντάλας ψάχνοντας για δουλειά. Μακάρι η Φάνι να μην ανησυχούσε τόσο πολύ γι' αυτόν. Δε θα έπεφτε δα και από το τρένο. Την τελευταία φορά που είχαν νέα του, βρισκόταν στο Σαν Ντιέγκο, όπου είχε πάει με οτοστόπ από το Ντάλας. Του έλειπε η κόρη του, η Μέρι. Είχε παντρευτεί. Ο κ. Γκρόσαπ δε συμπαθούσε τον άντρα της. Μερικές φορές φοβόταν ότι είχε φύγει από το σπίτι μόνο και μόνο για να διευκολύνει την κατάσταση. Δεν υπήρχαν λεφτά και ο άντρας του σπιτιού καθόταν χωρίς να κάνει τίποτα.
Τους τελευταίους 6 μήνες έρχονταν ειδοποιήσεις από την τράπεζα για τις καθυστερημένες δόσεις της υποθήκης. Μέρα με τη μέρα. Μέρα με τη μέρα. Δεν άφηνε τον εαυτό του ν' αποτελειώσει τη σκέψη. Η Record φυσικά είχε δίκιο όταν έλεγε ότι κανένας άνθρωπος που πήγαινε  μπροστά, κανένας με εφευρετικό και τολμηρό πνεύμα δεν απευθυνόταν στην Πρόνοια.
Η χειρότερη εμπειρία του ήταν όταν πήγε στο Γραφείο Πρόνοιας της Περιφέρειας. Αναγκάστηκε να περιμένει στην ουρά μαζί με μαύρους, αλλοδαπούς και άλλους τόσο κουρελιασμένους, που δεν αποκλείεται να ήταν αλήτες. Εκείνος ήταν φορολογούμενος Αμερικανός πολίτης και δεν πίστευε στις ελεημοσύνες. Ήταν φυσικά μέλος της AFL, αλλά ούτε και σε αυτήν πίστευε. Τέλοσπάντων, ποτέ δε θα πήγαινε εκεί, αν δεν πεινούσε αυτός και η Φάνι.
Προσπάθησε να εξηγήσει στην κοινωνική λειτουργό ότι η δική του περίπτωση ήταν διαφορετική. Δεν ήταν αλήτης. Όταν μπορούσε να σταθεί ξανά στα πόδια του...τότε όμως η υπάλληλος χαμογέλασε κουρασμένα με φιλικό ύφος - που, ωστόσο, φάνηκε κοροϊδευτικό στον κ. Γκρόσαπ - και φώναξε:
- Ο επόμενος!
Ήταν δύσκολο να ζήσουν δύο άνθρωποι με 12 δολάρια το μήνα. Αν δανειζόταν χρήματα για να ξοφλήσει την υποθήκη; Τηλεφώνησε στην τράπεζα. Του είπαν ότι ήταν ήδη αργά. Η υπόθεση βρισκόταν στα δικαστήρια και αναμενόταν η απόφαση.
Η γυναίκα του στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας. Έκανε πως δεν την είδε.
- Πίτερ, του είπε, πρέπει να σου μιλήσω.
Δε γύρισε να την κοιτάξει. Δεν είχαν τίποτα να να πουν.
- Πίτερ, πρέπει να κάνουμε κάτι!
- Να κάνουμε; Νομίζεις ότι κάθομαι γιατί μου αρέσει;
Ένα τρεμούλιασμα φάνηκε στο στόμα της κυρίας Γκρόσαπ.
- Πίτερ, ποτέ δε μου μιλούσες με αυτόν τον τρόπο.
Την κοίταξε. Εκείνη συνέχιζε να τον κοιτάει σταθερά.
- Μιλούσα με την κυρία Φλάερτι δίπλα. Λέει πως, αν πας στο Συμβούλιο Ανέργων στην οδό Σπίερ, δε θα μας κάνουν έξωση.
Ο κ. Γκρόσαπ δοκίμασε ειλικρινή έκπληξη.
- Να πάω σε αυτήν τη φωλιά των κομμουνιστών; Καλύτερα να πεθάνω!
- Η κυρία Φλάερτι είναι μέλος. Πρέπει κάτι να κάνουμε. Ο σερίφης θα έρθει όπου να' ναι.
Μέσα στην έξαψη του, ο κύριος Γκρόσαπ σηκώθηκε από την πολυθρόνα του και στάθηκε με μεγαλοπρέπεια.
- Η Record λέει ότι αυτοί οι τύποι είναι κομμουνιστές! Μπορεί να μου πάρουν το σπίτι, είπε και η φωνή του έσπασε απότομα, αλλά εγώ δε ζητάω βοήθεια από κομμουνιστές!
Έφτασαν την επόμενη μέρα. Ο κύριος Γκρόσαπ δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Ακόμα και όταν τα βαριά τους βήματα αντηχούσαν μέσα στο σπίτι, όταν κατέβασαν τα κρεβάτια κι έβγαλαν τον παλιό καναπέ στο δρόμο, ακόμα και τότε δεν μπορούσε να το πιστέψει. Τον λήστευαν και ήταν μόνος. Δεν υπήρχε κανείς να τον βοηθήσει. Δεν υπήρχε Αστυνομία για να της τηλεφωνήσει, γιατί αυτή η ίδια τον πετούσε στο δρόμο. Ή τουλάχιστον οι βοηθοί του σερίφη.
Η κυρία Γκρόσαπ στεκόταν στην κουζίνα μαζεμένη σε μια γωνιά για να μην εμποδίζει, με πρόσωπο σοβαρό και γερασμένο. Ο κύριος Γκρόσαπ ακολουθούσε τους σερίφηδες σα σκιά μέσα - έξω, πιάνοντας τα έπιπλα που φοβόταν ότι θα πέσουν ή θα γρατσουνιστούν. Έξω στο δρόμο στάθηκε ζαλισμένος δίπλα στην περιουσία του, που κάποτε του έδινε δύναμη και σιγουριά, το ψυγείο, το Outwater Kent, τα κατσαρολικά, η φωτογραφία από το γάμο τους, την κορνιζαρισμένη φωτογραφία του Τζορτζ με την ομάδα του μπέιζμπολ στο Γυμνάσιο, τα κρεβάτια και τα στρώματα όπου κοιμούνταν, τα πιάτα όπου έτρωγαν. Ένας σερίφης εξέταζε προσεκτικά τα καλά σεντόνια της κυρίας Γκρόσαπ. Οι γείτονες στέκονταν γύρω από τον κύριο Γκρόσαπ, αλλά εκείνος δεν ήταν σε θέση να νιώσει τη συμπόνια τους, ούτε και να καταλάβει τι συνέβαινε.
Δύο αστυνομικοί έβγαζαν από την πόρτα την πολυθρόνα του. Την κουβαλούσαν με κόπο και τα βήματά τους δεν ήταν σταθερά, ώσπου ο ένας παραπάτησε και, πριν προλάβει να τρέξει σε βοήθεια ο Γκρόσαπ, η πολυθρόνα σωριάστηκε στα σκαλιά.
- Θεέ μου! φώναξε ο Γκρόσαπ. Δεν μπορείτε να μου το κάνετε αυτό!
Κατάλαβε ότι ο κύριος Φλάερτι τον τραβούσε από το μανίκι και προσπαθούσε κάτι να του πει, αλλά η οργή του ήταν τόσο έντονη, που δεν του απάντησε. Οι αστυνομικοί στέκονταν τώρα στη βεράντα και κοιτούσαν μια ομάδα από άντρες και γυναίκες που πλησίαζε. Ένας ψηλός μαύρος, προφανώς ο επικεφαλής, στεκόταν δίπλα στον κύριο Φλάερτι.
- Μα το Θεό! φώναξε ξανά ο κύριος Γκρόσαπ προσπαθώντας να ορθώσει την πολυθρόνα και να βάλει στη θέση του το μεγάλο δερμάτινο μαξιλάρι της: Δεν μπορείτε να μεταχειρίζεστε την περιουσία του άλλου με αυτόν τον τρόπο!
Κοίταξε γύρω του. Το πρόσωπό του έκανε σπασμούς. Ο κύριος Φλάερτι του  είπε:
- Είμαστε από το Συμβούλιο Ανέργων. Θέλουμε να βοηθήσουμε.
- Λοιπόν, μα το Θεό, αν θέλετε να βοηθήσετε, τότε κάντε κάτι!
Ο ψηλός μαύρος κοίταξε για μια στιγμή τους 5 αστυνομικούς στη βεράντα και μετά την ομάδα των 30 ανέργων.
- Πηγαίνετέ τα πίσω, είπε.
Στο λεπτό, μπροστά στα μάτια του κυρίου Γκρόσαπ, όλη η πολύτιμη περιουσία, η πολυθρόνα του, ακόμα και το μεγάλο ψυγείο, οι σανίδες του κρεβατιού, οι φωτογραφίες, τα πάντα, επέστρεφαν στο σπίτι. Οι γείτονες άρπαξαν κι εκείνοι κατασρολικά και στρώματα και, παραπατώντας, γελώντας δυνατά και φωνάζοντας με ενθουσιασμο, ανέβαιναν στη βεράντα κι έμπαιναν μέσα στο σπίτι. Πήγε να γίνει μια μικροσυμπλοκή με τους αστυνομικούς, αλλά με τη βοήθεια όλο και περισσότερων γειτόνων το εμπόδιο αυτό παρακάμφθηκε.
Ο κύριος Γκρόσαπ δεν κατάλαβε ποτέ πώς έγιναν όλ' αυτά. Ήταν σαν ένα όμορφο όνειρο. Είχε ξανά το σπίτι του. Είχε δύναμη. Είχε φίλους. Η πολυθρόνα του ήταν στη θέση της. Η γυναίκα του ξαφνικά ξανάνιωσε. Έφτασαν αστυνομικές ενισχύσεις, αλλά έφυγαν μόλις αντίκρισαν το πολυάριθμο πλήθος έξω από το σπίτι. Κάποιος στην κουζίνα έφτιαχνε καφέ και σάντουιτς.
Ήταν σα γιορτή. Όλοι φώναζαν και γελούσαν. Ο κύριος Γκρόσαπ έσφιξε τα χέρια τουλάχιστον 25 αντρών που δεν είχε ξαναδεί στη ζωή του. Ο μαύρος ηγέτης των ανέργων, ο Χιου Χέντερσον, μ' ένα σάντουιτς στο χέρι, έβγαλε λόγο στην μπροστινή βεράντα.
Σε λίγο ο κύριος Γκρόσαπ συνειδητοποίησε ότι είχε αρχίσει να βγάζει και αυτός λόγο.
- Μετά από μια ζωή σκληρής δουλειάς, είπε, να σου παίρνουν το σπίτι! Δεν είναι σωστό. Έβγαλαν την πολυθρόνα μου, τα πάντα, στο δρόμο. Δούλεψα σκληρά σε όλη μου τη ζωή. Δεν είναι σωστό.
Όλοι επιδοκίμασαν με φωνές. Μερικοί έφυγαν, αλλά οι περισσότεροι βρίσκονταν μέσα στο σπίτι.
- Θα μείνουμε για λίγο , είπε ο κύριος Χέντερσον, για να σιγουρευτούμε ότι δε θα ξανάρθει η Αστυνομία.
Η μεγάλη ένταση, η αδυσώπητη μοναξιά εγκατέλειπαν σιγά - σιγά τον κύριο Γκρόσαπ. Δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο δυστυχισμένος ήταν. Ένας άνθρωπος δεν μπορεί να κατορθώσει τίποτα μόνος του. Δεν ήξερε πόσοι άνθρωποι περνούσαν τα ίδια βάσανα με τα δικά του.
Κάτι είχε αλλάξει μέσα του. Ένιωθε πως είχε βγει από τη φυλακή του απομονωμένου εαυτού του. Τώρα πια δεν καθόταν στο σπίτι όλη μέρα. Έρχονταν στιγμές, στις πικετοφορίες ή όταν μαχόταν με την Αστυνομία καθώς βοηθούσε να μεταφερθούν μέσα τα έπιπλα κάποιου άλλου, που παραξενευόταν για το πόσο κλειστός άνθρωπος υπήρξε κάποτε. Και δεν ήταν, φυσικά, διασκεδαστικό. Αναπτυσσόταν μέσα από τις αντιξοότητες και το ίδιο έκανε το μεγαλύτερο μέρος της χώρας.

*Αυτή η ιστορία βασίζεται σε αληθινή συνέντευξη. Για ευνόητους λόγους δε δίνεται το όνομα της πόλης ή η ακριβής θέση της. 


 Ρίτσαρντ Ο. Μπόγιερ και Χέρμπερτ Μ. Μορέ, Η άγνωστη ιστορία του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ. Από τον Εμφύλιο μέχρι το μακαρθισμό. Σύγχρονη Εποχή , Αθήνα 2020,  μετάφραση Αθηνά Παναγοπούλου.

Ένα εξαιρετικό και πολύ ενδιαφέρον βιβλίο , γραμμένο με γλαφυρό τρόπο προσελκύει τον αναγνώστη από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα, και δεν είναι  λίγες οι σελίδες. Οι συγγραφείς παρουσιάζουν άγνωστα ιστορικά γεγονότα , πρόσωπα του συνδικαλιστικού κινήματος, απλούς και καθημερινούς ανθρώπους όχι μόνο στον αγώνα της επιβίωσης, αλλά στον αγώνα μιας καλύτερης ζωής , μιας καλύτερης Αμερικής, βασισμένοι  σε μια πολύ πλούσια βιβλιογραφία και πλήθος πηγών και μαρτυριών. 
Όπως σημειώνουν και οι ίδιοι στην εισαγωγή:
 " Η ιστορία της εργατικής τάξης της χώρας μας ακόμη δεν έχει ειπωθεί. Σε μεγάλο βαθμό είναι απούσα από τα διδακτικά εγχειρίδια και τη συμβατική ιστορία. Είναι κάτι παραπάνω από μια απαρίθμηση απεργιών, χαφιέδων και σκευωριών, οργάνωσης και οικοδόμησης συνδικάτων, αντρών και γυναικών που πέθαναν για μια καλύτερη ζωή σε μια καλύτερη Αμερική. Η αξία αυτού του βιβλίου, εκτός από το ότι ολοκληρώνεται μέσα σ' έναν τόμο, βρίσκεται στο ότι δεν περιορίζεται σ' ένα μόνο τομέα, αλλά μπαίνει στην καρδιά της ιστορίας του αμερικάνικου λαού. Από μια άποψη, το βιβλίο δεν είναι ή ιστορία της εργατικής τάξης μόνο, αλλά και η ιστορία του αμερικανικού λαού ιδωμένη από τη σκοπιά της εργατικής τάξης. Ακόμα, είναι η ιστορία του αμερικανικού μονοπωλίου: Δείχνει πώς η εξέλιξη του συνδικαλιστικού κινήματος αναπτύχθηκε ως μέρος της πάλης του αμερικανικού λαού ενάντια στην τυραννία των μονοπωλίων. Το μεγάλο άλμα προς το βιομηχανικό συνδικαλισμό ήταν η απάντηση στα τραστ και στον έλεγχο που ασκούσαν οι μεγάλες βιομηχανικές αυτοκρατορίες. Η εργατική τάξη γεννήθηκε και αναπτύχθηκε μέσα από την πάλη της με τα μονοπώλια...
Σε αυτό το βιβλίο περιέχεται η ιστορία των ανώνυμων αντρών και γυναικών που αποτέλεσαν την καρδιά του εργατικού κινήματος. Μεταφέρει την πάλη τους και στη σύγχρονη εποχή της κυριαρχίας των μεγάλων επιχειρήσεων"

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2020

Το αγόρι της γελαστής χερσόνησος

 

Είτανε, κάποτε, ευτυχισμένη στη μοναξιά της η μικρή, γελαστή χερσόνησο, που απλώνεται ξερόβραχος στην άλλη πλευρά του λιμανιού. Βάτοι κι' αγριοπρίναροι, βοτάνια πικρά και μυρουδάτο φασκόμηλο, τήνε σκεπάζανε. Στις κουφάλες της κουρνιάζανε αγριοπούλια κι' η σοροκάδα σιγότρωγε τ' ακρογιάλια της. Σαν είτανε καλοκαιριά και ησυχασμένη, ράθυμη η μεγάλη θάλασσα έγλυφε τις φτέρνες της, αργασμένα χέρια φτωχοψαράδων ψαχουλεύανε τους κολπίσκους της. Είχε κι' ένα ρημοκλήσι ξεχασμένο, ακοινώτητο.
Μια φορά το χρόνο, την καθαροδευτέρα , ντύνονταν τα γιορτινά της, ανθάκια κίτρινα, μπλε, μαβιά, κοκκινόσκουφες παπαρούνες και χαρούμενες ανεμώνες, να δεχτεί τους καλεσμένους της για τα κούλουμα. Και πλημμυρούσε τότε ήρεμη ευφροσύνη η μικρή γελαστή χερσόνησο, σαν ένοιωθε στις ράχες της τις αλαφρές, ακούραστες πατούσες των παιδιών, όταν τρισευτυχισμένες ξαπολούσαν στα μεσούρανα, τα σίγουρα, φανταχτερά, παρθενικά τους όνειρα, τους χαρταετούς.
Όμως, φεύγουν τα χρόνια...Κι' η ζωή κυλάει σε σιωπηλή, βέβαιη εναλλαγή. Ονειροφαντασιά η ευτυχία! Και η χαρούμενη χερσόνησο ξεκουράζονταν στην αγκαλιά μιας πολυπαιδεμένης από μόχτο πολιτείας...
Έτσι η ακριβή μοναξιά, φυσικό είταν, να της λείψει. Η νοσταλγία και το ραγισμένο γέλιο των ξεριζωμένων της Ιωνίας, συντροφεύουν σήμερα τη μικρή ασήμαντη χερσόνησο.
Κάποιος έστησε ένα τσαντήρι, άλλος μια παράγκα, ένας τρίτος μια καλύβα...Κι' ο τόπος στέναξε. Τσαλακώθηκαν τα χαμολούλουδα, πέταξαν μακρυά τ' αγριοπούλια, αλάφιασε βαρύς, ο ξερόβραχος.
Η μικρή γελαστή χερσόνησος, έφτασεν η πιο συφοριασμένη συνοικία της εργατούπολης.
Ερειπωμένα, σκεβρά, κακομοίρικα τα χαμόσπιτα, σκεπάζουνε ένα κόσμο παραζαλισμένο που αγωνίζεται να ξαναδέσει το νήμα της ζωής. Μούτρα κιτρινιάρικα, αρρωστημένα. Μιζέρια...
Στα στενάχωρα σοκάκια της, βρώμικα νερά κυλούνε απ' τις χαλασμένες σωλήνες της φάμπρικας και ανταμώνουνε με τις λάσπες και τα κάτουρα των ανοιγμένων λάκκων. Μυξάρικα σέρνονται στα σαπουνόνερα και παίζουνε μ' ένα ξύλο. Είναι το παιγνίδι τους. Μια σκιά σκύλου γλύφει τα σκουπίδια και μια γρηά στο κατώφλι πλέκει στη βελόνα και αναθυμιέται και στενάζει στεναγμό βαθύ.
Το δράμα της προσφυγιάς τράβηξε μαγνήτης, ως εδώ την αλητεία της πόλης. Βρήκε "παπί για μάδημα" κι' έτρεξε αναστατωμένη. Είναι βλέπεις το ηθικό ξεχαρβάλωμα και η κατρακύλα, ο καλός καρπός που προσφέρεται στο νικημένο!.. Γι' αυτό, τις νύχτες, στις ταβέρνες και τα καπηλειά, συγκεντρώνεται ένα ύποπτο πλήθος που αργοσαλεύει στα σάπια καθίσματα και που σε σινιάλο του ταβερνιάρη, αποτραβιέται σε μια γωνιά, στο "ιδιαίτερο". Τότε στην θολήν ατμόσφαιρα του μαγαζιού, μια ιδιότυπη μυρουδιά λιβανιού, διαλύεται...Χασίσι!...
Στο κέντρο σχεδόν της συνοικίας, υψώνονταν επιβλητικό το μέγαρο των " Βούρλων". Μεγάλη μάντρα που αγκάλιαζε το επίσημο σωματεμπόριο. Ο μπορντελότοπος! Ένα του μέρος είτανε δίπατο και το λέγανε "ψηλό". Εδώ φέρνανε τις τιμωρημένες, όσες αταχτήσανε στα μεγάλα "σπίτια" της πρωτεύουσας!
Ακούγονται βρισές και χάχανα και μανέδες. Σκιές χάνουνται στο σκοτάδι της νύχτας. Από κάπου φτάνουν γλυκεροί λυγμοί, φωνής λυπημένης:

Όσοι πονούν και δεν μπορούν
το φάρμακο να βρούνε
η μαύρη γης είν' γιατρός
κι εκεί θα γιατρευτούνε...

Σβύνεται το τραγούδι. Και το αδύναμο φως της λάμπας του δρόμου, αντιφεγγίζει στα νερά που αργοσέρνονται βούρκος...

***

Σε κάποια γωνιά της γελαστής χερσόνησος, φριχτή και κακομοιριασμένη, ξέφτισαν αχάριστα τα νειάτα του Μικαήλου του Χορμοβίτη...
Είτανε ακόμα βόμπυρας σαν ήρθε στην εργατούπολη, πρόσφυγας κι' αυτός, όμως απ' τα γιγάντια βουνά της τραχειάς  και πολυβασανισμένης Ήπειρος...

***
...Πήγε λοιπόν σκολειό ο Μικαήλος. Και προόδευε και αγαπιώνταν - απ' τους λίγους πάντα - είταν καλός, σεμνός, ειλικρινής και τίμιος!... Χωρίς να έχει εγκλιματιστεί στην πονηριά των συνομιλίκων του, αδιόρθωτα αγνό χωριατόπουλο, πόσες φορές δεν έγινε  το θύμα στο "δούλεμα" των "ξύπνιων" συμμαθητών, σαν του στήνανε χαριτωμένες παγίδες που ανύποπτος έπεφτε δίχως να το αντιλαμβάνεται αμέσως, παρά την εξυπνάδα, την αντίληψη και το δυνατό του ένστιχτο.
Τα χρόνια που φοίτησε στο δημοτικό σκολειό, κύλησαν μάλλον ασήμαντα. Δεν θάχε γι' αυτά και πολλά πράμματα να θυμάται, έξω απ' τις πρώτες εντυπώσεις κάθε παιδιού που πρωτοκάθεται στο θρανίο, από την αντιπάθειά του για τη Δα Γαβριέλλα, μιαν ασκημογυναίκα στριμμένη και ξερακιανή, κι' απ' το ότι με αφορμή τη θαυμαστή του ικανότητα και επίδοση, πέρασεν αμέσως από τη δεύτερη, στην τέταρτη τάξη!
Δεν κύλησαν όμως το ίδιο αδιάφορα τα χρόνια στο σκολειό το " Ελληνικό", ένα ενδιάμεσο τμήμα που είχε στον καιρό του η εκπαίδευση, μεταξύ Δημοτικού και Γυμνασίου. Γνώρισε ανθρώπους, συνήθειες, άρχισε να βλέπει, να παρατηρεί, να σκέφτεται...

...Στάθηκαν λοιπόν τα σχολικά χρόνια για τον Μικαήλο, δύσκολα, μα αποκαλυπτικά. Προσπαθούσε να καταλάβει και να δώσει απάντηση στα ερωτήματά του, ζητούσε να γνωρίσει το " άγνωστο", το μεγάλο πρόβλημα κάθε ανθρώπινου όντος. Η ζωτικότητα και η ψυχική του ρώμη, αρετές θαμένες τόσον καιρό μ' αφορμή εξωτερικούς παράγοντες, καλυμμένες κάτω απ' τη φαινομενική του δειλία - που δεν είταν άλλο από ευγένεια και σεμνότη, - βρίσκανε τώρα τη φυσική τους διέξοδο, ζητώντας δικαίωση. Από τη δυνατή του σκέψη, κανένα φαινόμενο δεν περνούσε απαρατήρητο. Μια αρχή, ένας νόμος! Όχι να διδαχτεί μονάχα, αλλά να "εννοήσει". Παρακολουθούσε το αστείο μερμήγκι να σέρνει στη φωληά τριπλάσιο του όγκου του φορτίο, ζούσε την ομορφιά της αστροκέντητης νύχτας, αναταράζονταν στο σφύριγμα του αγέρα, στέκονταν εξτατικός στην αγωνία που διάβαζε στα μάτια των ανθρώπων, και σκέφτονταν και ρωτούσε, χωρίς να βρίσκη απόκριση. Η βοήθεια του καθηγητή του κυρίου Αποστόλη Ζελάκου είταν αξιόλογη και ζηλευτή, όμως εξ αιτίας της απειρίας του, της αδυναμίας να σκέφτεται με ορθή κρίση και της μικρής του ηλικίας, ασαφή είταν τα ερωτήματα που υπόβαλλε και το ίδιο συγκεχυμένες οι απαντήσεις που του δίναν. Έτσι οι απορίες του, αντίς να απλουστεύονται, γίνονταν ακόμα πιο στρυφνές, ντύνονταν θελκτικό μυστήριο και άναφταν πιότερο την φαντασία και την περιέργεια. Συχνά τραβιόνταν στην παραλία κι' έχασκε τις γραμμές του ασπρογάλαζου δειλινού, κι' άλλοτε, μπρος στην αποκαρώμενη θάλασσα ένοιωθε τα μάτια του να υγραίνονται...

***

...Και καθώς το παλληκάρι μεγάλωνε αυξάνονταν κι' οι απαιτήσεις, η δίψα για γνώση, τα βασανιστικά ερωτήματα, η εντατική επιθυμία να βγει από την ασάφεια που τον δυνάστευε. Πολλά, τα είχε πια ξεκαθαρισμένα. Κατατοπίστηκε στους λόγους που ντρόπιαζαν την Διδα Γλυκερία για τη δουλειά του πατέρα του. Είχε χωνέψει το χάος που απλώνονταν  αγεφύρωτο και μοίραζε τους ανθρώπους σε τάξεις. Την αιτία δεν μπορούσε να βρει, το γιατί. Είτανε η αξία, η ικανότητα, τι;...

***

Δεν ενδιαφέρει σήμερα, ως ποιο σημείο αφανισμού ή επιτυχίας θα φτάσει το ξανθό αγόρι, που ξεκίνησε απ' την περήφανη ειδυλλιακή Ήπειρο, για να δαρθεί στους άγονους και αφιλόξενους δρόμους της πολιτείας! Μπορεί, αύριο, να είναι ο εφημεριδοπώλης των κεντρικών αρτηριών που θα σας πουλήσει τα καινούρια ενδιαφέροντα της ημέρας...Ίσως να είναι ο λουστράκος που θα σας καθαρίσει το βρώμικο υπόδημα, ή ο γκρουμ που θα σας μεταφέρει στον έβδομο ή όγδοο όροφο... Ακόμα δυνατόν να είναι ο καθαριστής του δρόμου ή ο υπάλληλος του πρατηρίου βενζίνης, ο λογιστής της εταιρείας ή ο γραμματοκομιστής σας, ή ακόμα...θρίαμβος, ο άσημος συντάχτης φλογερών άρθρων μιας παραγνωρισμένης επαρχιακής εφημερίδας! Αλλά, μπορεί να είναι και ο...Τέλος πάντων, αυτό δεν έχει σημασία. Κείνο που κοστίζει, είναι ότι ο Μικαήλος αγωνίζεται, στέρεος και καταλαγιασμένος πια! Παράμεινε ακέραιος, αλύγιστος και περήφανος σαν τα τραχειά βουνά της πατρίδας του. Δύσκολος σε συμβιβασμούς, γενναίος στις αδυναμίες του " πλησίον", αδέκαστος στα λάθη του, ώριμος, έτοιμος ν' αντιμετωπίσει το μέλλον με σιγουριά, ψυχραιμία και τόλμη. Είναι σε θέση να γελάει με τους φόβους του παρελθόντος. Μια μεγάλη καρδιά, λαμπρά κατεργασμένη στο πιο έξοχο εργαστήρι που έγινε ποτέ. Το καλντερίμι! Στους δρόμους που διαβαίνει τώρα με σταθερά βήματα απλός και ήρεμος, σπούδασε τόσα, όσα ούτε καν φαντάστηκε πως μπορούσε να διδάξει, το αξιοπρεπές θρανίο! Πορεύεται ο Μικαήλος κατακαθισμένος, θερμός οπαδός των ακατάλυτων ηθικών αξιών. Λαθεμένα οδηγημένος, με ακατάλληλα εφόδια, μπόρεσε να ξεφύγει την καταστροφή. Το ξανθό αγόρι νίκησε. Και προχωρεί, προχωρεί...Δεν είναι πια οι παθητικοί ρεμβασμοί που τον συγκινούνε. Τώρα μπορεί και μαντεύει, τα βαθύτερα μυστικά του κόσμου. Έχει κατανοήσει, πως η Ευτυχία, η χαρά της ζωής, ούτε χαρίζεται, ούτε συντυχαίνει στον αγέρα που μας τυλίγει, υπέροχη προσφορά στον επιτήδειο, που κατέχει το μυστικό και μπορεί ν' απλώσει τα χέρια να την καταχτήσει. Δεν είναι - καθώς εκείνος πίστευε - αγαθό ομαδικό, κοινωνικό, άρα κατασκευασμένο, συμβατικό! Είναι βαθύτερα ουσιαστικό, καθαρά ατομικό, χαρακτηριστικά δικό μας. Κλεισμένο μες την ψυχή μας, τόσο μοναδικό, όσο μοναδική, προσωπική είναι η άπειρη μοναξιά μας, όσο αληθινός και δικός μας είναι ο θάνατος. μας ακολουθεί με θαυμαστή συνέπεια. Κι' είναι λεπτό φως με αβρές ανταύγειες, θαμμένο κάτω απ' τα βαρειά σύνεφα που δημιουργούν τα πάθη μας. Χαράς τον που μπορεί να νικήσει τον εαυτό του και να καλωσορίσει τις λαμπρές αχτίδες του, τη χαρά της ζωής του.
Ο Μικαήλος νίκησε. Και το φως τον αγκάλιασε και τον πήρε μαζύ του στη βίγλα που ιστορούσε ο Ζελάκος. Και από κει ψηλά, ειρωνεύεται τα πάθη των ανθρώπων, τις μικρόχαρες επιδιώξεις τους, τον θρίαμβο της απαξίας, την κυριαρχία εκείνων που εύκολα συμβιβάζονται.
Και γελάει πικρά ο ξανθός έφηβος, και συμπεραίνει πόσο φαιδρά " ξαναγυρίσματα" καταντούν οι διάφοροι κοινωνικοί μεταβολισμοί, πόσες " πανακριβείς " σελίδες  σημαδεύει η Ιστορία στο πέρασμα των αιώνων, και με ποιες ουτοπίες αποκοιμούνται οι οραματιστές ενός καλλίτερου κόσμου, όταν το υλικό που συγκροτεί τις κοινωνίες , παραμένει τρομερά ανεξέλιχτο.
Και πιστεύει, ο Μικαήλος, στους ελάχιστους ευτυχισμένους, ακούει πλάι του γνώριμες φιλικές φωνές, και ξεκινάει μαζύ τους για το πλάσιμο μιας φρέσκιας, νιόβλαστης ράτσας ατόμων, παστρικής, καθάρια αντρίκιας. Αγκαλιάζει τη " ντροπή" της γερασμένης Δος Δομνίδου, τον εργάτη, είτε με το καλαμάρι παιδεύεται τούτος, είτε με τον χρωστήρα, τη σμίλη ή τον ρυθμό, είτε με την αξίνα και προχωρούν, προχωρούν κεφάτοι, χαρούμενοι, στρατιώτες στο δικό τους πιστεύω, στην εργασία, τη σπουδαία προϋπόθεση κάθε αληθινής δημιουργίας.
Από ψηλά τους αντιβλέπει ανακουφισμένος ο ήλιος, γιορτάζουν οι φυλλωσιές, τα δάκρυα αναβλύζουν από χαρά, στα μάτια των μανάδων αστράφτει ευδαιμονία. Οι σκιές εκείνων που μένουν, σκιρτούν θορυβημένες. Ριγούν στη σκέψη, πως ίσως το ξημέρωμα μιας πιο ανθρώπινης, πιο δίκαιης, πιο ειρηνικής κοινωνίας, δεν είναι χίμαιρα...( αποσπάσματα)


Γκίκα Μπινιάρη, Το αγόρι της γελαστής χερσόνησος, Αθήνα 1953. Το εξώφυλλο του Δ. Τηνιακού

Η ιστορία του Μικαήλου Χορμοβίτη , ενός μικρού, ορφανού από μητέρα, παιδιού που έφθασε μαζί με τον πατέρα του στη μεγάλη πολιτεία σε αναζήτηση μιας ελεύθερης και καλύτερης ζωής.  Ο μικρός Μικαήλος , αφού χάνει και τον πατέρα του, βρίσκεται αντιμέτωπος με την υποκρισία των ανθρώπων, την αδικία, την εκμετάλλευση, την καταπίεση. Βάζει στόχους και προχωρεί έχοντας μαζί του τρεις - τέσσερις ανθρώπους, στηρίγματα αλλά και οδηγούς στα δύσβατα μονοπάτια. Κατορθώνει έτσι να αποφύγει τις κακοτοπιές , να παραμείνει άνθρωπος και να σταθεί όρθιος ατενίζοντας με αισιοδοξία το αύριο.
Το μυθιστόρημα αυτό έχει συγγραφέα τον καλό ηθοποιό Γκίκα Μπινιάρη ( 1915 -1980). 
Η ιστορία αναπτύσσεται με ρεαλισμό και έντονο λυρισμό στις περιγραφές του τόπου και του τοπίου. Γεμάτο ευαισθησία και κοινωνικούς προβληματισμούς , αποδίδει με λεπτές γραμμές τον αγώνα του παιδιού , αλλά και των φτωχών , των μεροκαματιάρηδων να επιβιώσουν μέσα σε μια κοινωνία που πολύ απέχει από το να είναι δίκαια. Εξαιρετική και η απόδοση των ψυχικών μεταπτώσεων του παιδιού καθώς μεγαλώνει και  ανακαλύπτει έναν άλλο κόσμο ,ο οποίος με κάθε τρόπο τον απωθεί στο περιθώριο , αλλά και την τιτάνια προσπάθεια να αντισταθεί.

H ofisofi αισθάνεται ιδιαίτερη χαρά κάθε φορά που "ξεθάβει" θησαυρούς της λογοτεχνίας και μπορεί να τους προβάλλει μέσα από το ιστολόγιο της . 



Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2020

Το ελικόπτερο

 

Ένα μεγάλο κουνούπι ζουζουνίζει πάνω απ' τα κεφάλια μας:
" Η Αθήνα παρουσιάζει όψιν θλιβεράν..."

Κόβει βόλτες πάνω απ' τις ταράτσες,
πάνω απ' τα αναποδογυρισμένα λεωφορεία
με τις μεγάλες διαφημιστικές επιγραφές:
" Ο θαυμαστός κόσμος των ζώων!"

Το μεγάλο κουνούπι
σαν να κουβαλάει όλες τις αρρώστιες του κόσμου
πότε - πότε λαμπυρίζει στον ήλιο.
" Η πόλις θυμίζει Δεκεμβριανά..."
Ζουζουνίζει το κουνούπι
βγαλμένο από τα μόνιμα μολυσμένα έλη
περνάει ξυστά τις ταράτσες, τις βεράντες,
φαίνεται το κεφάλι του οπερατέρ
που παίρνει υλικό για την τηλεόραση.
" Εικόνα βανδαλισμών, καταστροφή ξένης περιουσίας!"

Αυτή η φράση θα βάλει κάποια τάξη.
Περιουσία.
Ιδιοκτησία.
Το κουνούπι πηγαινοέρχεται.
Κι ο ήλιος δεν κάνει τίποτα!
Θα πεις, τι μπορεί να κάνει ο ήλιος;
( Μα θα μπορούσε να κάψει δυνατά
να πάρει φωτιά το κουνούπι να γκρεμιστεί
να μη γυρίζει πάνω απ' την αγρύπνια μας!)

" Η πόλις εισέρχεται εις την συνήθη ζωήν και κίνησιν..."
Το κουνούπι χάνεται στον ήλιο...
" Μην ξεχάσεις να φωνάξεις τον τζαμά."
" Τα αίματα βγαίνουν με νερό. Να, έτσι..."
" Καλά που είχα παρκάρει το αμάξι μου στους Αμπελόκηπους!"

" Εις ολόκληρον την χώραν απεκαταστάθη η τάξις."

Δημήτρη Ραβάνη - Ρεντή, Ρεπορτάζ για ένα ζεστό Νοέμβρη, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1995, 3η έκδοση, σχέδια Γιώργη Βαρλάμου


Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2020

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ

Ιστορική φωτογραφία με τον αρχιεπίσκοπο του Σαν Σαλβαδόρ, Αρτούρο Ριβέρα ι Ντάμας και δημοσιογράφους μπροστά στις σορούς των ιερέων και των γυναικών που δολοφονήθηκαν τον Νοέμβριο του 1989 ( η φωτογραφία από εδώ)

 "Προσέξατε ότι το φως είναι πιο καθαρό;" λέει ο Φρανσίσκο Αντρές Εσκομπάρ.
" Η αλήθεια είναι πως δεν το είχα προσέξει".
Ήταν αρχές Νοεμβρίου του 1993. Ελάχιστα ήξερα για τη ζωή των Ιησουιτών που είχαν δολοφονηθεί στο UCA, αν και είχα δει στην τηλεόραση τη δίκη των δραστών που είχε γίνει πριν από χρόνια. Τη μετέδιδαν ως θέαμα. Και όλοι την παρακολουθούσαμε τη μια μέρα μετά την άλλη, λες και βλέπαμε το πιο μεγάλο θεατρικό έργο που υπήρχε.
" Πάντα έτσι είναι τον Νοέμβριο. Πάντα. Ακόμη κι εκείνη τη χρονιά".
" Το 1989;'
"Ναι...'
" Πώς μάθατε γι' αυτό που είχε συμβεί;"
" Από το ραδιόφωνο. Άρχισαν να το μεταδίδουν από νωρίς. Εγώ ήρθα στο πανεπιστήμιο αμέσως μόλις το έμαθα".
" Εσείς είχατε πιο στενή σχέση με τον Εγιακουρία, σωστά;"
" Ναι, ο Εγιακουρία ήταν σαν πατέρας για μένα. Αυτός με είχε φέρει να δουλέψω εδώ".
Ο Φρανσίσκο Αντρές δίδασκε Έκθεση και άλλα μαθήματα στη σχολή της Λογοτεχνίας. Ήταν και συγγραφέας. Μου είπε κάμποσες φορές ότι ο Εγιακουρία τον εκτιμούσε γι' αυτό. Το 1978 είχε κερδίσει ένα διεθνές βραβείο ποίησης, το βραβείο της πόλης Κετσαλτενάγκο της Γουατεμάλας, που είχε μεγάλο κύρος στην περιοχή, και ο Εγιακουρία είχε γράψει έναν πρόλογο γι' αυτά του τα ποιήματα, τον οποίο συμπεριέλαβε στο βιβλίο όταν εκδόθηκε. Ο καθηγητής Εσκομπάρ ήταν ένας πράος άνθρωπος, με ύψος γύρω στο ένα εβδομήντα, που φορούσε πάντα τζιν και άσπρα βαμβακερά μπλουζάκια. Ήδη εκείνη την εποχή είχε άσπρα μαλλιά, ασημένια, αν και δεν είχε φτάσει ακόμη τα εξήντα.
" Ξέρετε", λέει ο Φρανσίσκο Αντρές, " ο Εγιακουρία μού έλεγε πάντα ότι ήταν πεπεισμένος πως θα μπορούσε να γλιτώσει απ' τη δολοφονία μιλώντας με τον εκτελεστή του. Πίστευε ότι μπορούσε να πείσει τον οποιονδήποτε".
" Το σκεφτόσασταν αυτό; Ότι κινδυνεύατε;"
" Ναι, το σκεφτόμασταν. Κάποιες φορές το ξεχνούσαμε, άλλες το θυμόμασταν και το σκεφτόμασταν. Ήταν πιθανό. Τόσο πιθανό, βέβαια, που τελικά έγινε κιόλας".
Βρισκόμαστε στη βεράντα του κτιρίου της Σχολής Επικοινωνιών. Απέναντί μας ένα δέντρο με μεγάλα κλαδιά, σχεδόν γυμνά από φύλλωμα. Είναι λίγο μετά τις πέντε το απόγευμα. Κάτω οι διάδρομοι είναι γεμάτοι σπουδαστές που βγαίνουν από τις τάξεις τους. Εκείνη τη μέρα τελειώνουν πιο νωρίς απ' το συνηθισμένο, είναι 16 Νοεμβρίου, το βράδυ θα γίνει μια λιτανεία, μια Λειτουργία και μια αγρυπνία εις μνήμην των δολοφονημένων Ιησουιτών ιερέων. Το ελαφρύ αεράκι φέρνει από κάπου μια μυρωδιά από λιβάνι. Εμείς καθόμαστε ακουμπισμένοι στο τσιμεντένιο παραπέτο. Κανένας μας δε σχολιάζει εκείνο το άρωμα.
" Σας έχει μείνει καθόλου πικρία; Σκέφτομαι πως, αν λέτε ότι ο Εγιακουρία ήταν σαν πατέρας σας, θα πρέπει να σας ήταν πολύ δύσκολο να αποδεχθείτε αυτή την κατάσταση. Αν ταράζεται κανείς βλέποντας μερικές φωτογραφίες και μόνο, δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα ήταν να έχεις δει όλη τη σκηνή ζωντανά, να τους έχεις δει να κείτονται εκεί πέρα".
" Όταν βρίσκεται κανείς αντιμέτωπος με κάτι τέτοιο, είναι λες κι αυτό που βλέπει δεν αποτελεί μέρος της πραγματικότητας. Είναι δύσκολο να εξηγηθεί. Πολύ σκληρό. Απίστευτα θλιβερό. Αλλά έχει και μια ισχυρή δόση από κάτι το μη πραγματικό. Και όσο γι' αυτό που με ρωτήσατε, σ' αυτούς που τους σκότωσαν , όχι, δεν κρατάω κακία. Σ' αυτούς που πυροβόλησαν εννοώ. Αυτοί δεν ήταν παρά άβουλα πιόνια. Με καταλαβαίνετε;"
" Ναι. Καταλαβαίνω".
" Αυτοί δεν μπορούσαν να πουν και όχι. Δεν μπορούσαν να βάλουν σε κίνδυνο τη ζωή τους για τη ζωή κάποιων παπάδων. Στρατιωτάκια ήταν. Τους έλεγαν " πηγαίνετε να σκοτώσετε παπάδες", και γι' αυτούς ήταν σαν να τους έλεγαν να σκοτώσουν περιστέρια στην πλατεία".
" Επομένως, δεν τους κρατάτε κακία."
" Σ' αυτούς όχι. Δεν είναι αυτοί οι πραγματικοί ένοχοι. Και όλοι το ξέρουμε. Αυτοί που δικάστηκαν και πήγαν φυλακή είναι τα λιοντάρια του τσίρκου, αυτά που πηδάνε μέσα απ' τα πυρακτωμένα στεφάνια, αλλά οι ιδιοκτήτες του τσίρκου είναι άλλοι. Οι ιδιοκτήτες είναι αυτοί που έδωσαν τη διαταγή. Το Γενικό Επιτελείο. Αυτοί, ναι. Αυτοί είναι οι πραγματικοί δολοφόνοι. Και ζουν ήρεμα κι ωραία. Για τους συγκεκριμένους τα συναισθήματά μου είναι διαφορετικά. Είναι φρικτό που δεν αλλάζει αυτή η κατάσταση και δε δικάζονται όπως θα έπρεπε να είχε γίνει από την αρχή".
" Η αλήθεια είναι πως δε φαίνεται ότι θ' αλλάξει κιόλας κάποτε".
" Ποτέ δεν ξέρει κανείς, μπορεί με τα χρόνια".
"Μπορεί".

Για το βιβλίο του Χόρχε Γκαλάν "ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ" ο λόγος. Πρόκειται για ένα συνταρακτικό βιβλίο που πότε με μυθιστορηματική αφήγηση και πότε με παράθεση συνεντεύξεων εξιστορεί την αληθινή ιστορία της σφαγής των Ιησουιτών μοναχών του Καθολικού Πανεπιστημίου του Ελ Σαλβαντόρ το Νοέμβριο του 1989 από μια παραστρατιωτική ομάδα, καθώς και δύο γυναικών. Η αιτία της δολοφονίας των ιερέων ήταν η προσπάθειά τους να μεσολαβήσουν ανάμεσα στους αντάρτες του Φαραμπούντο Μαρτί και στις κυβερνητικές δυνάμεις για τη λήξη του εμφυλίου πολέμου.
Δεκάδες ιερείς και κληρικοί αποπέμπονται για συμμετοχή σε διαδηλώσεις και πολλοί δολοφονούνται. Μεταξύ αυτών είναι ο Ιγκνάσιο Εγιακουρία, πρύτανης του Κεντροαμερικανικού Πανεπιστημίου και ο Αρχιεπίσκοπος Ρομέρο του Ελ Σαλβαδόρ. Η δράση του δεύτερου, εκλήφθηκε ως διείσδυση του κομμουνιστικού κινδύνου μέσα στην Εκκλησία, καθώς στους δημόσιους λόγους του εναντιωνόταν στην κυβέρνηση και στην επέμβαση των Η.Π.Α., ενώ μία μέρα πριν από τη δολοφονία του, είχε καλέσει τους στρατιώτες να αφήσουν τα όπλα και να πάψουν να εκτελούν διαταγές." *
Ο Χόρχε Γκαλάν, συγγραφέας και ποιητής,  είναι από το Ελ Σαλβαντόρ και τολμά να μιλήσει για αυτό το γεγονός σπάζοντας τη σιωπή που έχει καλύψει το έγκλημα και τους αυτουργούς, φυσικούς και ηθικούς, σε μια προσπάθεια να ακουστεί η φωνή των φτωχών και καταπιεσμένων. Το βιβλίο στηρίχτηκε σε στοιχεία έρευνας που διήρκεσε δέκα χρόνια και η δημοσίευσή του οδήγησε το συγγραφέα σε αυτοεξορία στην Ισπανία, καθώς δέχτηκε απειλές για τη ζωή του.
" Δεν είναι πρωτόγνωρα τέτοιου είδους συμβάντα. Το πιο βαρύ για εμένα ήταν η αίσθηση που είχα ότι είμαι παγιδευμένος στον κόσμο, επειδή δεν μπορούσα να γυρίσω στην πατρίδα μου, στο σπίτι μου. Είμαστε μια από τις πιο επικίνδυνες χώρες του κόσμου, πέρσι είχαμε μια δολοφονία ανά ώρα. Είμαστε μια κοινωνία που νοσεί. Και έχω αρχίσει να πιστεύω ότι δε θα βρούμε λύση γιατί η βία κάνει κύκλους στην ιστορία της χώρας μου και τον τελευταίο αιώνα είναι πάντοτε παρούσα. Στην κοινωνία μας κυριαρχεί το αντάρτικο και το εμπόριο ναρκωτικών, είμαστε μια κοινωνία κατεστραμμένη και είναι πολύ δύσκολο να βρούμε κάποια διέξοδο, γιατί όλες αυτές οι συνθήκες, που οδήγησαν στον πόλεμο μια χώρα με σαθρή κοινωνική οργάνωση χωρίς ευκαιρίες, εξακολουθούν να ισχύουν ακόμα. Υπάρχουν παιδιά κάτω των είκοσι ετών που δε γνώριζαν τίποτα για την ιστορία της δολοφονίας των Ιησουιτών. Αν δεν έχουμε ιστορική μνήμη, δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε τα σφάλματα του παρελθόντος. Η λογοτεχνία ίσως πρέπει να κάνει ακριβώς αυτό, να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη για τις επόμενες γενιές. Και να ξαναθυμηθούμε ότι κάποτε ήμασταν μια υπέροχη χώρα για να ζει κανείς." ( Απόσπασμα από συνέντευξη του συγγραφέα στο in.gr )


Χόρχε Γκαλάν, ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ, μετφρ. Βασιλική Κνήτου, Ψυχογιός, Αθήνα 2017.