Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2020

Η Ασημόπετρα



Ένα μυθιστόρημα για τη Σάμο που "σαν την "ασημόπετρα" πάνω της δοκιμάζουν οι σαράφηδες το χρυσάφι και το ασήμι"  την περίοδο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, την Ιταλική Κατοχή, την πρώτη απελευθέρωσή της, την ΕΑΜική αντίσταση, τα σχέδια των Βρεττανών, την ανάμειξη των Αμερικάνων και τελικά τη Γερμανική Κατοχή.
Όλα αυτά μέσα από την αφήγηση του Στηβ Άνταμς , ο οποίος από σκιτσογράφος - ρεπόρτερ στην "Κλήβελαντ Σταρ" , δουλεύει στο μέτωπο της Αφρικής ως πολεμικός ρεπόρτερ και στη συνέχεια υπολοχαγός του Αμερικανικού Στρατού και πράκτορας του O.S.S., την προγενέστερη του F.B.I. μυστική υπηρεσία.
Παιδί μεταναστών από τη Σάμο, γεννημένος και μεγαλωμένος στο Ουώρρεν του Οχάιο , επιλέγεται ακριβώς για την σαμιακή του καταγωγή να εξυπηρετήσει τα αμερικάνικα σχέδια, τα οποία αρχικά τα αντιμετωπίζει με πολύ ρομαντισμό και καλοπροαίρετη διάθεση καθώς είναι πεισμένος ότι η Αμερική μάχεται για το καλό της ανθρωπότητας. Τα σχόλια που παραθέτει σε σημειώσεις μαρτυρούν την μετέπειτα αλλαγή αυτής της οπτικής.
" Είμαι Αμερικανός πολίτης και Έλληνας άνθρωπος. Σαμιώτης. Πιστεύω στη Δημοκρατία και στην Ελευθερία , σ' ό,τι πιο πολύτιμο εκφράζουν αυτές οι λέξεις στον Άνθρωπο" δηλώνει κάπου στην αφήγηση του.
 Από τη μια μεριά η φρίκη του πολέμου , είτε αυτός γίνεται στην Αφρική είτε εκφράζεται μέσα από την σκληρή Ιταλική Κατοχή και τους Γερμανικούς βομβαρδισμούς, και από την άλλη η  ομορφιά της  ζωής και της φύσης ,η  περιγραφή των ανθρώπων, οι  παιδικές αναμνήσεις, οι εφηβικοί έρωτες. Και μέσα σε όλα αυτά αναδεικνύεται περίφημα η αντίσταση του σαμιακού λαού και η οργάνωση του στο ΕΑΜ αλλά και τα παιγνίδια των συμμάχων για το μέλλον της Σάμου. Πτυχές της ιστορίας , πρόσωπα και γεγονότα άγνωστα στους περισσότερους . 
Ο αφηγητής προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες ανάμεσα στην αμερικανική του ιδιότητα και αποστολή και στην ελληνική - σαμιακή καταγωγή του και ό,τι τον δένει με αυτή.  Πρόσωπο τραγικό, πληρώνει  βαρύ τίμημα για αυτή του τη δραστηριότητα.
Στο πρόσωπό του μπλέκονται πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία από τη ζωή του ίδιου του συγγραφέα, του Κώστα Καλατζή. Τα ιστορικά γεγονότα εναλλάσσονται με εκείνα της καθημερινότητας των ανθρώπων στη Σάμο. Το μυθιστόρημα είναι ένας πίνακας , μια τοιχογραφία της σαμιώτικης ανθρωπογεωγραφίας πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ο νεαρός  Στηβ ξανασυναντά  τον εφηβικό του έρωτα, τη Μαρία και η ερωτική τους σχέση κυριαρχεί στην ιστορία. Κάθε αναφορά σε αυτήν από μόνη της είναι ένα μικρό ποίημα με χρώματα, κίνηση, αίσθημα και πλημμυρισμένο από την ομορφιά της νεότητας. 
Ο παρών χρόνος της ιστορίας είναι ο Σεπτέμβριος του 1943 με την απελευθέρωση της Σάμου από τους Ιταλούς και εκτείνεται μέχρι και το Νοέμβριο του 1943 οπότε το νησί κατακτιέται από τους Γερμανούς. Σε αυτό το διάστημα ο αφηγητής και με ανάδρομες αφηγήσεις ξεδιπλώνει μπροστά μας τη Σάμο, τους Σαμιώτες, τους Ιταλούς, τους Βρεττανούς, τους Αμερικάνους και βέβαια τους Έλληνες μέσα από την πολιτική της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης και την πολιτική των ανταρτών του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ καθώς και του Ιερού Λόχου. 
Η αφήγηση είναι αριστοτεχνική , εμπλουτισμένη με ζωντανούς διαλόγους  και εξαιρετική απόδοση της σαμιακής γλώσσας. Κάποια πρόσωπα είναι αληθινά όπως ο  Μητροπολίτης Ειρηναίος και κάποια άλλα δημιούργημα της φαντασίας του συγγραφέα. Από τις πολύτιμες σημειώσεις αφήνεται να εννοηθεί ότι και ορισμένοι από τους ΕΑΜίτες καπετάνιους ήταν αληθινά πρόσωπα. Η μαεστρία του Καλατζή βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το γεγονός, ότι κατορθώνει να αναμειγνύει το αληθινό με το αληθοφανές και να πλάθει μια συναρπαστική ιστορία μέσα σε μια εκπληκτική  λογοτεχνική ατμόσφαιρα.
Η γραφή του Κώστα Καλατζή διακρίνεται για το δυναμισμό,  το ρεαλισμό και τον έντονα αντιπολεμικό χαρακτήρα της. Γιατρός ο ίδιος  κεντάει πάνω στον καμβά του ανθρώπινου σώματος με λεπτομερείς και ακριβείς περιγραφές  των πληγών του και των βασάνων του. Εξαιρετικές και οι ναυτικές του γνώσεις οι οποίες αφήνουν άρτιο περιγραφικό αποτέλεσμα. Πλούσιο και συνταρακτικό μυθιστόρημα από κάθε άποψη αξίζει να το αναζητήσετε και να το διαβάσετε. 
Το μυθιστόρημα τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το "Βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη"
Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι μέρος της περιγραφής από το βομβαρδισμό των Γερμανών στο Βαθύ της Σάμου στις 17 Νοεμβρίου 1943.



...Οι εκρήξεις μας προλάβανε στη συνοικία με τις καρουπιές ψηλά στην παρυφή της πολιτείας.
Αναταράχτηκε ο κόσμος, σκίστηκε κι ένα πηχτό χωματένιο κύμασηκώθηκε βίαιο και μας κάλυψε.
Βρεθήκαμε ζουλιγμένοι σ' ένα ρηχό αντιαεροπορικό χαντάκι, λίγο πιο πάνω απ' τα τελευταία σπίτια. Η αριστερή μου πάντα στουμπίχτηκε όλη, πόνος τη μούδιασε μουγγός. Ψαχούλεψα τρομαγμένα τη Μαρία. Δεν είχε χτυπήσει. Κρατιόνταν γερά απ' τη ζώνη μου και δάγκωνε τα χείλια της για να μην ξεφωνίσει. Τα χαρακτηριστικά της πανιασμένα είχαν τραβηχτεί κι ο τρόμος πρασινωπός γυάλιζε στα μάτια της.
...Κι οι μπόμπες σκάζαν ολόγυρα. Στρούφιζε η γης, κλώτσαγε ίδιο μυγιασμένο πουλάρι, άνοιγε στόματα πυρωμένα, κρατήρες πελώριους να μας χάψει. Ο αέρας ξεσκίζονταν από μυριάδες σφυριχτές βιτσιές, άναβε. Ένοιωθες σπαρταριστή την καρδιά να φλετουράει, ίδιο κοτσύφι πιασμένο στην ξόβεργα και φίδια χοντρά τις καρωτίδες να γοργοχτυπιούνται τεζαρισμένες. Καρφωτά στο σβέρκο μας δάγκωνε ο πανικός.
Ερχόνταν χουγιαστά η μπόμπα κι η ζωή μας όλη αναρουφιόνταν με μιας από τις φλέβες της κι έφραζε, κόμπος σφιχτός, το λαρύγγι. Τα δάχτυλά μας γαντζώνονταν ξυλιασμένα πάνω στο αγαπημένο στέρνο της γης κι η ανασεμιά ακίνητη στα χείλη αφουγκράζονταν και καρτέραγε. Έτοιμη να μας αφήσει και χελιδόνι άπιαστο να φτερουγίσει στο γαλάζιο στερέωμα.
Κιοτήδες ανήμποροι, με λειωμένη τη θέληση και την αξιοπρέπειά μας, ξαπλωμένοι έτσι θεόγυμνοι κάτω απ' την καφτερή ανάσα του θανάτου, δαγκώναμε το χώμα και περιμέναμε. Δε μας περνούσε άλλο, μόνο να περιμένουμε.
Και με το ξετάπωμα της βροντής κάτι σαν τούμπανο ανατολίτικο, σα βούκινο, κάτι σαν πεταλόκρουσμα κεραυνωτό κάλπαζε στ' αφτιά μας. Και μας κουκούλωναν η καφτή σκόνη, οι πέτρες. Μέναμε ασάλευτοι σαν κάτι μαμούνια, που, άμα πας να τ' αγγίξεις, κουλουριάζονται και γίνονται ένα τόσο δα, σβωλαράκι χώμα. Έτσι, ώσπου να κατακάτσει ο φοβερός απόηχος. Κι ύστερα μόλις - μόλις σηκώναμε το κεφάλι. Σαλεύαμε ερωτηματικά, ψάχναμε τα πλευρά μας κι άξαφνο κλώτσημα της καρδιάς μάς συντάραζε ολόκορμους. Νοιώθαμε πάλι την ύπαρξή μας. Άγρια και πυρωμένη χαρά, μυρίζοντας σκασμένη τροτύλη μας πλάνταζε.
Ζούσαμε.

Κι οι κινητήρες πάντα βουίζανε στον ουρανό. Σφύριζαν ασταμάτητα οι μπόμπες.
Θάθελες να σκάψεις ένα λαγούμι με τα δόντια και κουρνιάσεις μέσα, σκουλήκι αόματο δίχως αισθήσεις, να γίνεις ένα με τη γη, χώμα κι εσύ. Χώμα ζεστό, ήσυχο, αδιατάραχτο.
Μέσ' στο χαντάκι, στα φευγαλέα ανασηκώματα του κεφαλιού μου ξέκοβα μορφές πελιδνές, ξεματωμένες. Βούρκος από κορμιά πατηκωμένα σε σωρό αξεδιάλυτο. Ένας παπάς, ίδιος μαύρος μπόγος, είχε χώσει το κεφάλι του μέσα στα ράσα του. Δεν κουνιόνταν καθόλου. Μια τσιριχτή γυναικεία φωνή, έσκουζε μονότονα. Κάθε που έσκαζε η μπόμπα, ζουλιόνταν ο σωρός, γινόνταν μάζα πηχτή, λάσπη, κι ύστερα αναφουφούλιαζε πάλι, ζωντάνευε κι αναλυότανε σε σαγώνια που τρέμανε, μάτια θολά και χέρια, που άλλα σταυροκοπιόντανε, άλλα σηκώνονταν σε βουβό παρακάλιο κι άλλα μουτζώνανε τον ουρανό.
Ο Αλέξης βλαστήμαγε.
- Του σταυρό τ'ς ...
Δίπλα του ο Αρίστος τον κράταγε γερά απ' τον ώμο κι όλο τούλεγε.
- Φρόνιμα, Αλέξη, φρόνιμα. Στο φούρνο το κεφάλι...
Μα ο Αλέξης δεν άκουε. Βούιζε το άγουρο αίμα μέσα του. Στριφογύρναγε πεισματωμένο και τον παίδευε, τούδινε σπρωξιές απανωτές.
- Τ' Παναγία τ'ς...βλαστήμησε πάλι, και μ' ένα παλμικό τεζάρισμα του κορμιού του ξέφυγε του Αρίστου και βρέθηκε όρθιος στα χείλια του χαντακιού.
Ο ίσκιος του μας σκέπασε. Ρίζωσε διχαλωτά πάνω στα πόδια του και τίναξε πίσω το κεφάλι. Το μαύρο του κεφαλομάντηλο τούπεσε και τ' ακούρευτα μαλλιά του στρουφουλιχτά σπαρτάρισαν στον αέρα κορακάτα.
Ο ήλιος τσάχτισε σπαθάτος πάνω στις χιαστές σφαίρες του στήθους του. Είχε ένα φοβερό μεγαλείο κείνη η στιγμή!
Σήκωσε ψηλά το Σμάισερ ο Αλέξης και πάτησε τη σκανδάλη. Το αυτόματο κλωτσοκόπησε στα ξεμανίκωτα μελαχροινά του χέρια. Έσφιγγε τα χείλια του και με ματιά μεταλλική σημάδευε αταλάντευτος.
Έριχνε.
Πιδάκιζαν γυαλιστεροί οι κάλυκες.
Μα τα γινατωμένα νιάτα του Αλέξη δε γινόταν να σταματήσουν τ' αστροπελέκι, που σαν μοίρα αναπότρεπτη κατρακύλαγε ατράνταχο απ' τον ουρανό.
Βρουχήθηκε φλογερό το Στούκας, κατέβηκε χαμηλότερ' απ' όλες τις φορές, ίσα που σφύριξ' η μπόμπα κι όλα τα σκέπασε η βροντή και ο καπνός.
Ακούστηκε κραυγή μεγάλη. Σπαραχτική κραυγή, που σφεντονίστηκε πάν' από ανθρώπους και χαλάσματα και βούλιαξε γοερά στις μασχάλες των λόφων.
- Μάνα μου...

Ο Αλέξης...Πάει ο Αλέξης...

Η Μαρία μ' ένα άξαφνο τίναγμα πήγε να πεταχτεί όξω απ' το χαντάκι. Πρόλαβε ο Τζερόνυμο, την άρπαξε απ' τη μέση, την τράβηξε πίσω και με μια ιαπωνική λαβή την ακινητοποίησε στο βάθος του χαντακιού.
Πήγα να τιναχτώ εγώ απάνω. Μ' άρπαξε απ' το γιακά ο Αρίστος, με κράτησε.
- Κάτω και συ, μούγκρισε.
Το άλλο Στούκας έπεφτε κιόλας, με τη σειρήνα του να ουρλιάζει.
Η Μαρία χτυπούσε χέρια, πόδια, πολέμαγε να δαγκώσει τον Τζερόνυμο να ξεφύγει. Ούρλιαζε. Είχε πέσει σε υστερία.
Κι ο Αλέξης σφάδαζε. Η έκρηξη τον είχε πετάξει δέκα μέτρα μακριά. Κουλουριαζόνταν κι αναπήδαγε πλατσουριστά μέσα στο γλίτσικο βούρκο του αίματός του. Είχανε σύρριζα κοπεί και τα δυο του πόδια. Ορθώθηκε για μια στιγμή πάνω στα καπούλια του, τραμπαλίστηκε, άνοιξε αγκαλιά πελώρια τα χέρια του και κεραυνοχτυπημένος μπατάρισε μονοκόμματος.
Φώναξε πάλι δυνατά. Ύστερα ένα γουργουρητό σκέπασε τη φωνή του, κάτι σαν παράπονο, κάτι σαν κλάμα. Σώπασε.
Το πανωκόρμι του τράνταξε σπασμός ύστατος κι απόμεινε ακίνητος. Όρθια τσαταλώθηκαν τα κολωβά ριζομέρια του, με το κρέας τους αχνιστό να ξεχειλάει κατακόκκινο.
Άκουσα δίπλα μου τον Αρίστο να βογγάει. Η χούφτα του πελώρια αρπάχτηκε φοβερή πάνω σε μια πέτρα. Σφίχτηκε άγρια, ώσπου οι κλειδώσεις της πανιάσανε κι οι φλέβες της φούσκωσαν, γίνανε σκοινιά μπερδεμένα σε κόμπους χοντρούς.
Το Στούκας αποπάνω μας έγραψε την ουρλιαχτή του καμπύλη και πήρε διαγώνια ύψος. Έσκασε καμιά τριανταριά μέτρα παρακάτω η μπόμπα. Ένα σπιτόπουλο τινάχτηκε στα υψοούρανα. Σκεπάσαμε με τα χέρια τα κεφάλια, βροχή τα κάθε λογής κομμάτια, που κάποτε ήτανε το σπιτόπουλο. Ύστερα ανασηκωθήκαμε πάλι.
Δυο οργιές μπροστά μας κοίτονταν λυγισμένο, σα δάχτυλο γιγάντιο, το ένα πόδι του Αλέξη. Φαινόνταν ασπρουλιάρικη η γάμπα. Η αρβύλα ακέραιη. Το τακούνι της ήτανε φαγωμένο και το κορδόνι λυτό. Σουρχόντανε μια πιεστική διάθεση να πας κοντά και να το δέσεις. μα έβλεπες πως ήταν μάταιο πια. Και τα χέρια του Αλέξη ήταν πολύ μακριά τώρα για να το δέσουνε τα ίδια.
Το γόνατο θρύψαλα. Βαθιές κοψιές χωρίζανε λουρίδες το μερί και στην άκρη, απ' την τεράστια λαβωματιά, κομματιασμένες οι σάρκες ξερνούσανε αίμα πηχτό. Λεύκαζε το κόκκαλο τσακισμένο σε σουβλερά ξεσκλίδια και το μεδούλι κρεμόνταν σαν ψόφια σκουληκαντέρα και αργοστάλαζε κοκκινωπό.

Έδωσα μια και πετάχτηκα έξω. Έτρεξα σκυφτός, γονάτισα δίπλα στον Αλέξη. Ήτανε ακόμα ζεστός. Τα μάτια του ολάνοιχτα, γυαλωμένα και το πρόσωπό του συσπασμένο σε μια ύστατη έκφραση αβάσταχτου πόνου. Τα μάγουλά του ήτανε άσπρα, τέλεια άσπρα σαν το χαρτί. Όλο του το αίμα είχε αδειάσει απ' το κορμί του. Κουρελιασμένο το πουκάμισό του. Βαθιές χαραξιές σκίζανε τα μεγάλα του στήθια. Απ' την αριστερή μεριά είχε διπλωθεί το δέρμα και το κρέας και φαινόνταν γυμνά τα παΐδια.
Έκλεισα μαλακά τα βλέφαρά του κι άφησα την παλάμη μου εκεί. Κοίταζα το αρυτίδωτό του κούτελο, τις σφιχτές μπούκλες των μαύρων μαλλιών του.
Κρατιόμουνα με δύναμη. Ο πόνος ήταν ακόμα ζεστός μέσα μου, σαν το κορμί του Αλέξη. Δεν τον ένοιωθα. Ήξερα όμως πως δε θ' αργούσε να κρυώσει. Κι ήξερα πως η ζωή μου σημαδεύτηκε πια για πάντα από τουτηδά την ώρα από το σκοτωμό του Αλέξη.
Η πέτσινη εξάρτυση με τις σφαίρες του Λούγκερ ήτανε κει χιαστή στη θέση της, βουτηγμένη στο αίμα. Και η καινούργια ζωστήρα από βακέττα, κι αυτή στη θέση της. Κι οι γεμιστήρες του Σμάισερ. Τράβηξα την παλάμη μου απ' τα μάτια του Αλέξη.
- Συχώραμε, Αλέξη...άκουσα μια μακρινή φωνή μέσα μου να λέει...και να κλαίει.
Ξεκούμπωσα τη θήκη του Λούγκερ, έβγαλα το μεγάλο μαύρο πιστόλι. Το σήκωσα ψηλά κι έτσι γονατιστός τράβηξα απανωτά τη σκανδάλη. Φύγανε όλες οι σφαίρες στον ουρανό.
- Αντίο, Αλέξη...
Κι έβαλα το Λούγκερ του Ρίττερ Χάιντς φον Στοκχάουζεν στη ζώνη μου. Ήταν κειμήλιο της οικογένειας. Δεν έπρεπε να πέσει σε ξένα χέρια...
Σηκώθηκα όρθιος με ένα αίσθημα απόλυτου κενού.
Ο Αρίστος ήρθε κοντά σκυφτός και γρήγορος. Οι κινήσεις του ήτανε σταθερές και μετρημένες. Ίσιωσε το κορμί του Αλέξη, μάζωξε τα κομμένα πόδια του, τάβαλε πάνω - κάτω στη θέση τους, του σταύρωσε τα χέρια. Έτρεξε χαμηλά, τράβηξε μια κλωτσιά στην πόρτα του σπιτιού, δίπλα στο σπιτόπουλο που ανατινάχτηκε, μπουκάρισε μέσα, βγήκε κρατώντας κάτι στρωσίδια στα χέρια κι ένα σταμνί νερό. Ήρθε απάνω, σκέπασε με δυο χράμια το πτώμα, έπλυνε το πρόσωπο του Αλέξη, τα μαλλιά του. Εκείνη η σύσπαση του μεγάλου πόνου έφυγε. Κι ήταν ο Αλέξης τώρα ένα όμορφο παιδάριο που το πήρε γλυκά ο ύπνος. Μόνο που ήταν άσπρο, πολύ άσπρο...

Κι οι εκρήξεις ανασκάβανε ακόμα τα χαλάσματα χαμηλά στην πολιτεία. Τ' αεροπλάνα πετούσανε τώρα σε μικρούς τριγωνικούς σχηματισμούς, από τρία. Χαράζανε τον ουρανό, μια οριζόντια, μια κάθετα και γκρεμίζανε με μέθοδο.
Κάποτε φάνηκαν να ψηλώνουν. Υπακούοντας, ποιος ξέρει σε ποιο γνέμα, συγκλίνανε όλα και χωρίς κανένα μπέρδεμα πήρανε ένα - ένα την προκαθορισμένη θέση τους. Πουθενά τρεμούλιασμα φτερών, στραβοτιμονιά καμιά. Ο μέγας σχηματισμός των JU - 88, χωρίς νευρικότητες και κινήσεις περιττές ζυγήθηκε, στοιχήθηκε πάλι, τακτοποιήθηκε γοργά και με την άψογη μύτη του σημάδεψε τη Δύση και πήρε να ξεμακραίνει σταθερά. Σβέλτος και ξαλαφρωμένος.
Τα Στούκας φέραν κι αυτά μια τελευταία βόλτα, καβάλησαν τους ανεμόμυλους και χάθηκαν αφήνοντας για ώρα στ' αφτιά μας τη βουερή εντύπωση των δυνατών κινητήρων τους.

Ο ουρανός αποκαλύφτηκε πάλι γαλάζιος και πεντακάθαρος. Μας κάλυψε η σιωπή. Μια σιωπή βαθιά, παράξενη, η σιωπή του απείρου. Οι άνθρωποι πήραν να βγαίνουν απ' το χαντάκι μουδιασμένοι και βρώμικοι. Κοιταζόντουσαν ξέπνοοι ακόμα, σαστισμένοι. Ο παπάς έψαχνε για το καλυμμαύκι του. Η γυναίκα κουλουριασμένη στο χώμα έκλαιγε πάντα δυνατά. Ως φαίνεται ήταν χτυπημένη. Κάποιος έσκυψε απάνω της αμήχανα.
Γύρω απ' τον Αλέξη σχηματίστηκε αργά - αργά ένας συλλογισμένος κύκλος, αμίλητος.
Βγήκε και η Μαρία.
Πήγε να την κρατήσει ο Τζερόνυμο, έκανε μια έτσι εκείνη με το χέρι της, τον έσπρωξε αδύναμα. Είχε ησυχάσει. Το κορμί της ήταν αλύγιστο σαν ξυλιασμένο. Περπάτησε μ' έναν αφύσικο, σπαστικό τρόπο. Τα μάτια της είχανε κείνο το στύλωμα στο κενό, που έχουν τα μάτια των τυφλών. Λες και ερχόντανε από κάπου αλλού. Και πήγαινε κάπου αλλού.
Ζύγωσε. Ο κύκλος των αμίλητων ανθρώπων άνοιξε, πέρασε η Μαρία. Γονάτισε δίπλα στο κεφάλι του Αλέξη. Έπιασε το χράμι, το τέντωσε, έκανε στην άκρη του ένα ίσιο δίπλωμα και με τρυφερή κίνηση μάνας τον σκέπασε ταχτικά ως το λαιμό, θαρρείς για να μην κρυώσει. Με την παλάμη της σιδέρωσε το χράμι στο στήθος και στους ώμους. Ύστερα γύρισε, του χάιδεψε μαλακά, όλο τρυφεράδα το κούτελο κι έσκυψε τον φίλησε στο κάτασπρο μάγουλο. Ούτε ένα δάκρυ δεν ξεφλέβισε από κείνα τα παγωμένα μάτια της. Μόνο έμεινε να κοιτάει ακίνητα το πρόσωπο του παιδάριου, που έμοιαζε να το πήρε καταμεσήμερο στην εξοχή ο ύπνος. Τα χείλια της σαλέψανε.
- Ανάθεμα στον αίτιο...μουρμούρισε.
Έσκυψα, με κείνο το αίσθημα του απόλυτου κενού πάντα μέσα μου, την έπιασα απ' τους ώμους. Σηκώθηκα υπάκουα και άβουλα. Την πήγα λίγο πιο κάτω, την έβαλα να κάτσει σ' ένα κοτρώνι. Δεν αντιδρούσε.
Ένας Εγγλέζος στρατιώτης δίπλα, έδωσε μια στο χακί κράνος του και τόριξε πίσω, στο σβέρκο του. Φάνηκαν λιγδιάρικα τα αχυρένια μαλλιά του να κολλάνε στους ιδρωμένους κροτάφους του. Άναψε τσιγάρο. Στα γαλάζια νοτισμένα μάτια του κατρεφτιζόντανε η φλεγόμενη πολιτεία.

Πέρα στη Δύση, σύννεφα αφράτα στοιβάζονταν μαλακά, φράζαν το φαρδύ άνοιγμα του κόλπου.
Ο σχηματισμός των JU-88, μόλις φαίνονταν. Μίκραινε γοργά. Γίνηκε τριγωνική κουκίδα ασήμαντη, χάθηκε.
Και τα σύννεφα αδιατάραχτα, απόμειναν να ροδίζουν και να περιμένουν τον ήλιο να βασιλέψει.
Σε λίγο τ' αεροπλάνα θα τροχοδρομούσαν ζεσταμένα στους διαδρόμους. Θα στρίγγλιζαν τα φρένα και τα πληρώματα κουρασμένα θα σαλτάριζαν στη γη. Οι πιλότοι θα υπόγραφαν με χέρι σταθερό την αναφορά τους, θα λέγανε κανένα αστείο και λεύτεροι όλοι τους, χωρίς υπηρεσία, θα σκόρπαγαν μελισσολόι στ' αεροδρόμιο του Χασανιού. Πάει κι αυτή η μέρα...
Στην καντίνα τρανταγμός. Φωνές νεανικές, κεφάτες, γέλια. Οι μπύρες θ' άφριζαν στα ποτήρια.
- Prozit Paul...
- Prozit...
Κάποιοι θα παίζανε ντόμινο σοβαροί. Και κάποιοι άλλοι ακουμπισμένοι στα παραθύρια, θ' ανάσαιναν τη γλύκα του φθινοπωριάτικου απόβραδου και θ' αφήνανε το κουρασμένο απ' την ένταση της μέρας βλέμμα τους να γαληνέψει πάνω στη γαλάζια άπλα του Σαρωνικού.
Από κάπου θα τους κοίταζε συνοφρυωμένο το κάντρο του Χίτλερ. Μα ποιος θα το πρόσεχε τούτη τη θερμή ώρα!
Μια παρέα ζωηρή, με τα μαύρα χιτώνια ξεκούμπωτα, θα στοιβάζονταν ολοτρίγυρα στο απαραίτητο ξεκούρντιστο πιάνο. Τα ποτήρια θα ξανέμιζαν μισόγιομα και νοσταλγικό το τραγούδι θα θύμιζε πατρίδα.

- Die ein Lili Marlen...

Κι ένας μικρούλης σμηνίας - ας πούμε πιλότος σε Στούκας - παιδάριο ακόμα αμάλλιαστο από το Ντύσσελντορφ, στην ηλικία πάνω κάτω του Αλέξη καθισμένο ήσυχο στη γωνιά θα πιπίλιζε σκεφτικό την άκρη του κοντυλοφόρου του και θάγραφε αργά,

" Μάνα μου
Οι κάλτσες που μούστειλες ήταν ζεστές. Τις ήθελα. Όπου νάναι θα μπει ο χειμώνας και δω πέρα δε βρίσκεις τίποτα ν' αγοράσεις. Τα κράπφεν είχαν μπαγιατέψει. Μα δεν πειράζει, φτάνει που τάφτιασες εσύ. Τάτρωγα και σε θυμόμουνα.
Πάντα σε θυμάμαι, μάνα.
Ακόμα και τη στιγμή που τα σπλάχνα μου τα οργώνει η πίεση, όταν τ' αεροπλάνο σηκώνεται απ' τη βύθιση, ακόμα και τη δύσκολη κείνη στιγμή πριν λιγοθυμήσω, εσένα θυμάμαι, μάνα.
Θαρρώ πως γίνεται σκοτάδι ξαφνικά κι έρχεσαι νυχοπατώντας, όπως όταν είμουνα παιδί, να με σκεπάσεις και να μου χαϊδέψεις το μάγουλο..."

Παπαρούνες θα λουλούδιαζαν κείνην την ώρα στα χνουδάτα μάγουλα του παιδάριου. Τα χείλια του θα τρέμιζαν κι αχνός καφτός, δάκρυ που δε θέλει - που δεν πρέπει - να τρέξει, θα γανάδιαζε την ξαστεριά των γαλάζιων ματιών του.

Άραγε θα τόπαιρνε το γράμμα η μάνα;...
Εξακόσια αεροπλάνα - έλεγε αποβραδίς το B.B.C. - βομβάρδισαν το Ντύσσελντορφ. ( απόσπασμα).

Κώστα Ι.Καλατζή, Η Ασημόπετρα, μυθιστόρημα, εκδόσεις Πιτσιλός, χ.χ.3η έκδοση


Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2020

Ο ανθρωπάκος της βροχής



Είχε χαθεί από χρόνια στη βροχή.
Έβρεχε σ' όλο το μάκρος της πείρας του, σ' όλο το διάστημα της ζωής του. 
Τα μάτια του γίνηκαν ένα με τη βροχή και τ' αυτιά του δεν ξεχώριζαν τίποτ' άλλο απ' τον ήχο της.
Ώρες - ώρες λογάριαζε να βρει μια διέξοδο, ν' ανοίξει μια παρένθεση ήλιου για να στεγνώσει απ' τον παραδαρμό της βροχής.
Ο ουρανός του όμως ήταν μια ξεχειλισμένη θάλασσα κ' η γη του ένα σκοτεινό κι' απέραντο χάσμα.
Είχε χάσει τα ίχνη της ζωής του μέσα στο μάκρος της βροχής.
Βάδιζε και δεν πορευόταν γιατί ποτέ του δε μάκρυνε απ' το χώρο της βροχής.
Έβλεπε χωρίς να μιλάει, χωρίς να κατορθώνει να πείσει τον εαυτό του πως είδε άλλη συνέχεια απ' τη δύναμη της βροχής.
Κάποτε είχε αρχίσει να τραγουδάει κ' είδε πως τα λόγια του τραγουδιού του μίλαγαν για βροχή κι' η μουσική του κυλούσε με το ρυθμό της βροχής καθώς μια υγρή μελωδία που πλημμυρίζει τη φαντασία μ' απαίσια καταχνιά.
Νόμιζε πως ονειρευόταν ξεχασμένος σ' έναν ύπνο αιώνων κι' έβλεπε τον εαυτό του σαν μια μικρή χιονοστηβάδα που λυώνει μες στη βροχή.
Από τότε πίστεψε πως είχε πεθάνει, πως ήταν πνιγμένος σε μια μεγάλη θάλασσα και πως σάπιζε από καιρό μέσα στον άξενο πόντο.
Έβρεχε στο μυαλό του, σε κάθε βήμα και πράξη του · έβρεχε όλο έβρεχε στη ρημαγμένη ζωή του.
Ποτέ δεν κοιμόταν και νόμιζε πως κοιμόταν και την ώρα που πίστευε πως κοιμόταν αυτός χοροπήδαγε στο ρυθμό της βροχής.
Έβρεχε από τ' αστέρια, από τον ήλιο και το φεγγάρι κι' αυτός μουσκευόταν ως μέσα στα φυλλοκάρδια του που τ' άνοιωθε να σφαδάζουν σαν το μοσχάρι που ξάπλωσε στα χώματα το μαχαίρι.
Έβρεχε απ' τα μάτια των άλλων από τα πράσινα χείλη τους, από τη στυγνή καθημερινή και το συνεφιασμένο ξημέρωμα.
Έβρεχε χρόνια μπρος και χρόνια πίσω.
Από παιδάκι που συλλάβιζε τα βιβλία ζούσε με κατακλυσμό.
Είχε μουλιάσει καθώς ένα γερασμένο σφουγγάρι που σαπίζει στους βυθούς.
Φανταζόταν λοιπόν τον εαυτό του ένα μικρούλικο κοίτος γιομάτο σχισμές κι' ανοίγματα που κατακλύζεται απ' τα νερά.
Βούλιαζε κι' όλο βούλιαζε στη λασπωμένη γη που πατούσε κι' αισθανόταν πως βυθίζεται στον ακράτητο ωκεανό.
Κι' έβλεπε τότε' κει κάτω τους θεούς των ανθρώπων τουμπανιασμένους να τους τραβούν πέρα δώθε τα θαλάσσια ρεύματα.
Έτσι κατάντησε μια μαστιγωμένη συμφορά και έτρεχε σαν εφιάλτης κυνηγώντας τους εφιάλτες του.
Μια τελευταία του επιθυμία ήταν να μεταβάλει το καταραμένο χρώμα της βροχής.
Ονειρευόταν μια βροχή πράσινη, κόκκινη, γαλάζια, πορτοκαλιά. Μια βροχή με λαμπερά χρώματα όπως αυτά πούχε ακούσει να λένε για το ουράνιο τόξο όταν ξεπροβάλλει στον ουρανό μετά τη νεροποντή.
Έτσι θάλλαζεν όψη κι' ο κόσμος χρωματισμένος στα βάθη του ονείρου του.
Είχε σπαράξει να βλέπει τ' αγαπημένα του πρόσωπα να λυώνουν απ' τη βροχή κι' είχε αντικρύσει το θέαμα των ματιών τους να καθρεφτίζουν αθόρυβα την πίκρα του κόσμου.
Από τότε βιδώθηκε μια κακόηχη λέξη στο μυαλό του: α ν η μ π ο ρ ι ά· κ' η λέξηαυτή με το σκληρό της νόημα σχημάτισε μια ρυθμική φρίκη στα χείλη του.
Κάποτε βουβάθηκε για πάντα κι' όλο το μάκρος της συμφοράς σκεπάσθηκε σ' ένα μικρό - μικρό μνηματάκι. Σ' ένα λάκκο που δε χώραγε παρά μισό μπόι νερό.
Εκεί μέσα καταχωνιάστηκε όλος αυτός ο κατακλυσμός της συφοριασμένης ζωής του.
Όμως το κατάξερο χώμα που τον σκέπασε ήλθε σαν μι' αποκάλυψη σ' αυτά που ανιστορούμε, γιατί ξερό καθώς ήταν και πετρωμένο, φανέρωνε τη φοβερή α ν υ δ ρ ί α  σ' αυτούς τους απάνθρωπους και θηριώδεις τόπους της α ν ά γ κ η ς.
Το γεγονός είναι πως είχε χάσει τον εαυτό του κι' αισθανόταν στο σώμα του τους ραβδισμούς της ανάγκης σαν καθημερινό μαστίγωμα μιας ατέλειωτης βροχής.

Μήτσος Λυγίζος
Δημοσιευμένο στο λογοτεχνικό περιοδικό Ηπειρωτικές σελίδες, φ.1 Σεπτέμβριος 1952

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2020

Μνήμη Διδώς Σωτηρίου


 Η εκπομπή ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ αναφέρεται στη ζωή και στο συγγραφικό έργο της ΔΙΔΩΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ.
Η συγγραφέας μιλά για τις επιρροές που άσκησε στο έργο της η ζωή της στη ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ, για τα γεγονότα του 1922 και τη Μικρασιατική Καταστροφή, για τις σχέσεις μεταξύ ΕΛΛΗΝΩΝ και ΤΟΥΡΚΩΝ και την εγκατάστασή της στην ΑΘΗΝΑ. Παρουσιάζονται αποσπάσματα από τα σημαντικότερα έργα της, ενώ η ίδια η συγγραφέας αναλύει το περιεχόμενο των βιβλίων, με παράλληλη αναφορά στην περίοδο του ΜΕΤΑΞΑ, της Κατοχής και της Χούντας.

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2020

Νυχτερινά

 της Magali, της Τατιάνας

Ι

Ν' ακούς πάντα
Ν' ακούς το μεγάλωμα της νύχτας
Ν' ακούς των χεριών τον ψαλμό το ξεκόλλημα της πέτρας απ' τον τοίχο
Ν' ακούς το φυτό που τρίζει το πρωί, το μεγάλωμα της νύχτας στο δέρμα
Ν' ακούς τον αγέρα στων πουλιών τα κόκαλα
Ν' ακούς του πουλιού το δρόμο την αγάπη του σπιτιού του νερού το φως
Ν' ακούς των ματιών τη δόνηση καθώς απ' τον ορίζοντα γυρίζουν
Και ακινητούν σ' άλλων ματιών την αιώρα
Ν' ακούς της φωτιάς τον πανικό, του ζώου το θρήνο
Το άχυρο που καίγεται στον ήλιο
Τον ήλιο ν' ακούς που δέρνεται απ' το φέγγος της σταγόνας
Ν' ακούς του άστρου το χρώμα
Ν' ακούς του άστρου την ευωδιά που ο κόσμος την ανάσανε κι έγινε περιβόλι
Ν' ακούς στην ερημιά το χοροπηδητό της ρίζας
Ν' ακούς μες στους θορύβους το ψιθύρισμα του νου που τον καρφώνουμε στον τοίχο
Ν' ακούς τα μαλλιά τα φρύδια το μέτωπο και τη θλίψη τους
Όπως όταν ακούμε στο μυαλό μαχαίρια ν' ακονίζονται
Ν' ακούς τα χέρια ή τις παρειές που είναι μες στα χέρια ζεστές και τρέμουν
Ν' ακούς την τουφεκιά που αστοχεί όμως που κόβει σε δυό τα πάντα
Κι ύστερα ο ύπνος πάλι τα ενώνει

Ν' ακούς της χαραμάδας την οδύνη που ευρύνεται να πεταχτεί ο Θεός
Ν' ακούς το Θεό μες στο φόνο σαν το φλουρί στη νύχτα
Σαν την αστραπή πάνω στο φλουρί

Την καρδιά ν' ακούς
Ν' ακούς τον ουρανό που σαλεύει στου εμβρύου τον ύπνο
Την καρδιά ν' ακούς που γεμίζει τον κόσμο παιδιά κι άλλα φεγγάρια
Ν' ακούς στο χώμα το άλογο, στο χώμα το σκάψιμο, την πληγή  του νερού
Το τρίψιμο του αλόγου στον αέρα
Ν' ακούς πάντα


Δημήτρης Παπαδίτσας , Νυχτερινά (1956)

"...Κατά τον ποιητή, πρέπει ν' ακούμε πάντα. Εν αρχή ην η σιωπή· η δική μας σιωπή. Αυτή η πρώτη ύλη που κάποτε θα προσπαθήσει να γίνει λόγος και θα μας παιδέψει έως ότου ξεκολλήσει από μέσα μας, κρατώντας στις ρίζες της τα κοφτά φωνήεντα της σιγουριάς και τα παρατεταμένα της αγωνίας. Ο παραινετικός λόγος στην ποίηση γίνεται συνήθως δεκτός με ποικίλες αντιδράσεις, απ' το χασμουρητό της αδιαφορίας ως την έκρηξη της αγανάκτησης. Στον Παπαδίτσα έχει αποβάλει την άκαμπτη στάση του και λογίζεται σαν ένα τρόπος επαφής με τον αναγνώστη και αφετηρία της περιπλάνησης στην ποίησή του, όπου φωτεινές εικόνες εναλλάσσονται με διαλείμματα Νύχτας..."
( από την Εισαγωγή του Τάσου Πορφύρη στο βιβλίο " Αν διψάσεις εγώ θα σου γίνω νερό" Ο ποιητής Δημήτρης Παπαδίτσας(1922-1987), Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2018)
Ο Δημήτρης Παπαδίτσας γεννήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1922 στα Κουμέικα της Σάμου. Γιατρός στο επάγγελμα υπήρξε από τους σημαντικούς  μεταπολεμικούς νεοέλληνες ποιητές.

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2020

Ποια τώρα απ' τις ψυχές...

 

Ποια τώρα απ' τις ψυχές που παραδέρνουν στον τεφρό ουρανό
ποια τώρα απ' τις ψυχές θα συγχωρέσει
το σώμα της που χάθηκε θέλοντας να την σώσει...

Για χάρη της ψυχής μαζί της βασανίζεται το σώμα
σε αγώνες σε μαρτύρια και οράματα
αλλά στο έσχατο άλμα την εγκαταλείπει
φρίττουσαν και βοώσαν κύκλοις ιπταμένη πάνω από γκρεμούς σωσμένη
κι αυτό ολομόναχο γκρεμίζεται στην πτώση
για τη δική του αθανασία
- μια πανταχού απουσία στο χρόνο

Μέσα στην άνοιξη σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μπερδεύτηκαν το πριν και το μετά στις πράξεις και στα λόγια
Και μη μου λες πως ε ί χ α  τ ό τ ε  δίκηο
Το δίκηο το' χει πάντα η αδικία
Για να μπορείς εσύ να με σκοτώνεις τ ό τ ε
και να' ρχεσαι μετά στα λόγια μου
να με ξανασκοτώνεις τ ώ ρ α γιατί ε ί χ α  τ ό τ ε δίκηο
με το δικό σου σάλιο να βρωμίζεις τη δική μου τη φωνή
και να περνάς με το σταχτί μελάνι σου από πάνω τα δικά μου τα γραπτά

Έτσι λοιπόν ο ειπωμένος λόγος
έτσι ο γραμμένος χρόνος
- ιστορία...

Είναι ένας λόγος αυτός το λογικό να χάσει το μυαλό του
το φως να τυφλωθεί απ' το φως του
η φωνή να πνιγεί μέσ' στη φωνή της

αλλά η ψυχή πώς να χάσει την ψυχή της

Βύρων Λεοντάρης, Εν γη αλμυρά ( Στιχομαντεία), Έρασμος, Αθήνα 1996


Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2020

Το στομάχι του Παρισιού


 Léon Lhermitte, Les Halles (1895 )
...Κι εκεί, ανάμεσα στη σύνοψη και τον Ονειροκρίτη, ανακάλυψε αυτό που έψαχνε, κάτι σημειώσεις που σε εξέθεταν πολύ, προφυλαγμένες σε γκρίζο χάρτινο κάλυμμα. Η ιδέα μιας επανάστασης, της ανατροπής της Αυτοκρατορίας μ' ένα δυναμικό χτύπημα που είχε πετάξει ένα βράδυ ο Λογκρ στου κυρίου Λεμπίγκρ, είχε ωριμάσει αργά μέσα στο ορμητικό μυαλό του Φλοράν. Είχε σύντομα δει σ' αυτό ένα χρέος, μια αποστολή. Είχε βρει, επιτέλους, το σκοπό της απόδρασης από την Καγιέν και της επιστροφής του στο Παρίσι. Πιστεύοντας ότι αυτός, ο Αδύνατος, έπρεπε να εκδικηθεί εκείνη την παραφουσκωμένη από το φαΐ πόλη, την ώρα που οι υπερασπιστές του δίκιου πέθαιναν από την πείνα στην εξορία, αυτοανακηρύχτηκε σε αδέκαστο δικαστή, ονειρευόταν να ανυψωθεί, και πάνω από τις Αλ ακόμα, για να τσακίσει το βασίλειο των τροφίμων και της ευωχίας. Σ' εκείνο το τρυφερό ταμπεραμέντο η έμμονη ιδέα εύκολα φύτευε το καρφί της. Όλα διογκούνταν κατά τρόπο απίθανο, κατασκευάζονταν οι πιο παράξενες ιστορίες, εκείνος φανταζόταν ότι οι Αλ είχαν γατζωθεί πάνω του, στην άφιξή του, για να τον κάνουν μαλθακό, να τον δηλητηριάσουν με τις μυρωδιές τους.... 

... Δυο μήνες αργότερα, ο Φλοράν καταδικάστηκε πάλι σε εξορία. Η υπόθεση έκανε πάταγο. Οι εφημερίδες άρπαξαν και την παραμικρή λεπτομέρεια, έδωσαν τα πορτρέτα των κατηγορουμένων, τα σκίτσα από τα εμβλήματα και τις εσάρπες, τα σχεδιαγράμματα των σημείων όπου συνεδρίαζε η οργάνωση. Επί δεκαπέντε μέρες δε συζητούσαν τίποτ' άλλο μες στο Παρίσι πέρα από τη συνωμοσία των Αλ. Η αστυνομία αποκάλυπτε λεπτομέρειες όλο και πιο ανησυχητικές. Στο τέλος, είχαν αρχίσει να λένε ότι όλη η συνοικία της Μονμάρτρ ήταν μπλεγμένη...( αποσπάσματα)

Εμίλ Ζολά, Το στομάχι του Παρισιού, μεταφρ. Ντορέτα Πέππα, Στάχυ, Αθήνα 2001

" Όταν οι Γάλλοι λένε " Le ventre de Paris" ( " Το στομάχι του Παρισιού", όπως έχει περάσει στα ελληνικά), εννοούν τις Αλ, την κεντρική αγορά του Παρισιού. Κι όταν ο Ζολά αναφέρεται στις Αλ, κυριολεκτεί αποκαλώντας τις " Το στομάχι του Παρισιού", ένα "στομάχι" καλοθρεμμένο, απαιτητικό, μακάριο, γεμάτο βουλιμία, πληθωρικό.
Ένας γνήσιος νατουραλιστής σαν το Ζολά δε θα μπορούσε να αγνοήσει τη γεύση, τον αισθησιασμό και την απόλαυση που αποπνέει. Εδώ σ' αυτό το βιβλίο, η γεύση αναδύεται σ' όλο της το μεγαλείο, κυλάει μαζί με τις άμαξες και τα κάρα στα στενοσόκακα, τρυπώνει πίσω από τις φούστες των τροφαντών γυναικών, διεισδύει στα ετοιμόρροπα σπίτια των υποβαθμισμένων συνοικιών του 19ου αιώνα ή στις πλούσια διακοσμημένες μπουτίκ, είναι το σύμβολο μιας κάστας και ενός κοινωνικού σκεπτικού, συγκρινόμενου και αιώνια επαναλαμβανόμενου.
Οι Αλ και οι γυναίκες. Οι εμπόρισσες, οι μανάβισσες, οι αλλαντοπώλισσες, οι πλανόδιες, καθισμένες πίσω απ' τους πάγκους τους στα περίπτερα των Αλ ή στο ταμείο του μαγαζιού τους ή ακόμα σέρνοντας, στήνοντας και ξεστήνοντας το ταπεινό ή πλούσιο εμπόρευμά τους στις άκρες ή τα παζάρια της αγοράς. Σ' αυτά τα δύο αντικείμενα, στις Αλ και τις γυναίκες στρέφεται κυρίως το συγγραφικό ενδιαφέρον του Εμίλ Ζολά, που δε σταματά στις εικόνες αλλά προχωρεί πίσω από το απλωμένο εμπόρευμα, τα τσιτωμένα κορσάζ και τα πληθωρικά μπράτσα και αγγίζει, αναλύει τον εσωτερικό κόσμο αυτών των ηρωίδων, που είναι κι αυτός γεμάτος ορέξεις, παραφορά, εκρήξεις.
Άλλοτε τρυφερές κι ανθρώπινες, άλλοτε γεμάτες μικροκακίες, άλλοτε όμορφες κι άλλοτε αηδιαστικές, οι γυναίκες των Αλ, έντιμες αλλά και πονηρές, περήφανες αλλά και κουτσομπόλες, βρίζοντας σαν αμαξάδες ή χαριτολογώντας σαν μαρκησίες, είναι φτιαγμένες από σκληρό υλικό καθώς η βιοπάλη τις έχει σπρώξει ν' αρπάζουν τη ζωή και τις ευκαιρίες, με μάτι πάντα άγρυπνο και σβέλτο. Αλίμονο σ' εκείνον που θα διεισδύσει στον κόσμο τους εισάγοντας " καινά δαιμόνια", ταράζοντας τα λασπωμένα νερά των δρόμων. Ένας παρείσακτος μέσα στις Αλ δε θα αντέξει στην αναμέτρηση μαζί τους, θα συντριβεί κάτω από τον τεράστιο όγκο της αυτοκρατορίας της τροφής...
Έτσι, όταν ο Φλοράν, ο ήρωας της ιστορίας, επιστρέφει κρυφά δραπέτης από το κάτεργο της Καγιέν, όπου τον είχαν στείλει οι πολιτικές του ιδέες, και εγκαθίσταται στις Αλ, είναι εξαρχής καταδικασμένος να αντιμετωπίσει την εχθρότητα και να ξαναγυρίσει μοιραία στον τόπο του μαρτυρίου του.
Ο Ζολά στο " Στομάχι του Παρισιού" κάνει σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στους Χοντρούς και τους Αδύνατους, μη δίνοντας καμιά ελπίδα στους τελευταίους. Ο Φλοράν, επαναστάτης μόνο στο όνειρο, θα κάνει το λάθος να μην ενταχθεί στο κλίμα των Αλ, να παραμείνει Αδύνατος, απειλώντας έτσι την αισθητική, την ισορροπία και την εικόνα της αγοράς. Και παρ' όλο που οι ριζοσπαστικές του θέσεις παραμένουν στα χαρτιά, η ονειροπόλα φύση του εκλαμβάνεται από αυτόν τον κόσμο των γιγάντων σαν προσβολή κατά της ευημερίας και της εντιμότητας και ο εκπεσών πρωτόπλαστος " Αδύνατος" εκδιώκεται από τον παράδεισο των τροφίμων και της ευωχίας...( από τον Πρόλογο της μεταφράστριας Ντορέτας Πέππα)

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2020

Μαύρη παπαρούνα

Ανθίζει λένε μια φορά
η μαύρη παπαρούνα
στη μέση εκεί στις κόκκινες
στη μέση εκεί στις άλλες
σαν το φιλί που μ' άφησε
πένθος βαρύ στο στόμα

Ποίηση: Δημήτρης Λέντζος
Μουσική - Ερμηνεία: Ιφιγένεια Κορολόγου

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2020

Λέων Τολστόη

Όσοι ασχολήθηκαν με τον Τολστόη έγραψαν για το μεγάλο θέμα που τον βασάνιζε, το θέμα του θανάτου και της αθανασίας - αν ο θάνατος θα τον διαλύσει όλον ή θ' αφήσει κάτι δικό του να συνεχίζει τη ζωή.

" Κάποτε, γράφει ο Γκόρκι, μου φαινόταν πως ο γερομάγος αυτός παίζει με το θάνατο, ερωτοτροπεί μαζί του, κάποιο πονηρό παιχνίδι πάει να του παίξει: δε σε φοβάμαι, σα να του λέει, σ' αγαπώ και σε περιμένω. Αλλά την ίδια στιγμή τον ραμφίζει με τα μικρά μυτερά του του μάτια: τι νάσαι άραγε εσύ; Τι βρίσκεται εκεί πιο πέρα από σένα; Όλον  τελοσπάντων θα με φας ή θ' αφήσεις κάτι από μένα να συνεχίζει τη ζωή μου;"

Ο Γκόρκι, που δεν ήταν οπαδός του και λίγο έζησε στο περιβάλλον του, κατάλαβε τον Τολστόη καλύτερα από πολλούς άλλους. Είδε τα εχθρευόμενα στοιχεία που συνθέταν την προσωπικότητά του, "τα χίλια μάτια" όπως λέει  με τα οποία κοιτούσε τον κόσμο, τις βαθιές ρεματιές που χώριζαν τις σκέψεις του και τις επιθυμίες του, τη ζωή του από τους σκοπούς της ζωής του κ.λ.π. Μέσα του ζούσαν πλήθος πρόσωπα, σημειώνουν οι βιογράφοι του, και δε θα μπορούσε κανείς να ταυτίσει τον Τολστόη με κάποιο από τα πρόσωπα των έργων του. Μα δε θάταν επίσης ορθή και η άποψη που θα αποξένωνε εντελώς το δημιουργό από τα δημιουργήματά του. Ο Τουργκένιεφ, όταν διάβασε το διήγημα του Τολστόη " Ο Χολστομέρ", την ιστορία ενός αλόγου, του είπε με κατάπληξη " Εσύ, φίλε μου, κάποτε σίγουρα ήσουν άλογο!". Δεν πρόκειται μόνο για την ικανότητα του καλλιτέχνη να μετουσιώνεται στα πρόσωπα που δημιουργεί. Ένα από τα γνωρίσματα του Τολστόη είναι πως, παρόλη την πολυπροσωπία του, τον ξεχωρίζει σπάνια ακεραιότητα που τη νοιώθουμε κυρίως στην επιμονή να κυριαρχήσει κάθε ένα από τα στοιχεία που αγωνίζονταν μέσα του, στην ένταση του πάθους, και, τέλος, στο δραματισμό, στην τραγωδία της ζωής του. Αυτή την πλευρά του χαρακτήρα του θα την βρούμε σ' όλα τα κύρια πρόσωπα των έργων του. Χωρίς το στοιχείο αυτό είναι αδιανόητες οι κλασικές μορφές του Νεχλιούντωφ, της Άννας Καρένινας, του πρίγκηπα Αντρέα και του Πιέρου, του Κωνσταντίνουν Λέβιν κλπ.
Να μερικές παρατηρήσεις του Γκόρκι:

" Θαρρώ πως εκτός από εκείνα που μας λέει, υπάρχουν κι άλλα πολλά για τα οποία δε μιλάει ποτέ του - ούτε στο ημερολόγιό του. Τ' αποσιωπά. Το πιθανότερο είναι πως δε θα μιλήσει γι' αυτά σε κανέναν ποτέ. Είναι "κάτι" που σπάνιες φορές γλυστρούσε ανάμεσα στις λέξεις...κάτι που θα μπορούσε να το πει κανείς " άρνηση  κάθε κατάφασης", γέννημα ενός απέραντου κι ακαταμάχητου αισθήματος απόγνωσης και μοναξιάς, τέτιας που μάλλον κανένας άνθρωπος ως τώρα δε την δοκίμασε με τόσο φριχτή δύναμη. Συχνά νόμιζα  πως είχα απέναντί μου έναν άνθρωπο που η ψυχή του είναι ανεπανόρθωτα διαποτισμένη από την αδιαφορία για τον άλλον. Τόσο ψηλότερα στέκει από τους άλλους, αποτραβηγμένος σε κάποιαν έρημο, τανύζοντας όλες τις φοβερές δυνάμεις του πνεύματός του, έρημος και μόνος προσπαθεί να δει από κοντά εκείνο που είναι το πρώτο απόλα - το θάνατο..."
"...Είναι μερικές στιγμές που θαρρείς ότι μόλις έφτασε από κάποιο πολύ μακρινό μέρος, όπου οι άνθρωποι σκέφτονται κι αισθάνονται αλλοιώς, αλλοιώς βλέπει ο ένας τον άλλον, ίσως μάλιστα κι αλλοιώτικα να περπατάν και σ' άλλες γλώσσες να μιλάνε. Κάθεται στην άκρη κουρασμένος, γκριζωπός, πασπαλισμένος θαρρείς από τη σκόνη εκείνης της άλλης γης και κοιτάζει όλους τους άλλους εξεταστικά σαν ξένος, σαν κωφάλαλος".
"...Έχει κάτι θαυμάσια χέρια, που είναι κακοφτειαγμένα, γιομάτα γωνιές από τις φουσκωμένες φλέβες, μα αναδίνουν μιαν ιδιαίτερη εκφραστικότητα, ξεχωριστή δύναμη δημιουργίας. Κάπως έτσι έπρεπε νάταν τα χέρια του Λεονάρδου ντα Βίντσι. Μ' αυτά τα χέρια φτειάχνει κανείς ό,τι θέλει. Κάποτε ενώ μιλά, σαλεύει, τα δάκτυλά του, σιγά - σιγά η γροθιά σφίγγεται για ν' ανοίξει ξαφνικά εκεί που θα πει κάτι σπουδαίο, ένα βαθύ νόημα. Μοιάζει με θεό, όχι όμως με το Σαβαώθ ή κάποιον από τους θεούς του Ολύμπου, αλλά μ' έναν από εκείνους τους ρώσους θεούς...που χωρίς νάναι πολύ μεγαλοπρεπείς, δεν αποκλείεται νάναι οι πονηρότεροι απόλους τους θεούς..."
" Οι σχέσεις του με το θεό είναι κάπως ανεξιχνίαστες. Κάποτε θαρρείς πως θεός και Τολστόη είναι δυό αρκούδια στην ίδια σπηλιά".

Ο Τολστόη ήταν ένας πανίσχυρος οργανισμός. " Μέσα του έβραζε πάλη γιγάντων" λέει ο Λουνατσάρσκι. Η σάρκα, που ήθελε να ζήσει γιομάτα τη ζωή της, και το πνεύμα, που πάσχιζε να φυλαχτεί από την αμαρτία.Ο αδυσώπητος διάλογος μεταξύ τους αντηχεί σ' όλα τα έργα του. Αν λοιπόν κανένας από τους ήρωές του δε μπορεί νάναι ο ίδιος ο Τολστόη είναι γιατί μόνο ένας άλλος Τολστόη θα μπορούσε να χωρέσει μέσα του αυτόν τον εκπληχτικό άνθρωπο που έσφυζε από σωματική δύναμη και υγεία κι είχε συνάμα καλλιεργήσει και ραφινάρει τόσο το πνεύμα του. Σε σχέση με τον ίδιον τα πρόσωπα των μυθιστορημάτων του είναι φύλλα και καρποί πάνω στο πελώριο δέντρο. Σάρκα από τη σάρκα του, αλλά ένα μέρος μόνο από τη σάρκα του - το καθένα μια στιγμή, μια φάση της ζωής του. Υπάρχουν βέβαια και τα πρόσωπα που καθρεφτίζουν αντιπροσωπευτικότερα από  άλλα το δικό του πρόσωπο. Ο κεντρικός ήρωας της Παιδικής Τριλογίας Νικολάκης Ιρτένιεφ, τ' αδέρφια Κοζελτσώφ από τα " Διηγήματα της Σεβαστούπολης", ο Ολένιν από τους " Κοζάκους", ο Πιέρος κι ο πρίγκηπας Αντρέας, ο Λέβιν, ο Νεχλιούντωφ - όλοι τους σημαδεύονται από το βιογραφικό στοιχείο και παρακολουθώντας κανείς την ανέλιξη αυτών των κεντρικών ηρώων μπορεί κιόλας να έχει πιστή εικόνα της βιογραφίας του Τολστόη, αναφορικά τόσο με τα χτυπητά περιστατικά της ζωής του, όσο και με την πλούσια και συνεχή θυελλώδη ψυχική ζωή του. Συνεπώς η απομόνωση του Τολστόη από τα πλάσματά του, όπως επιχειρείται κάποτε, δε μπορεί να είναι πειστική. Από την άποψη αυτή γίνονται συχνά συγκρίσεις με το Ντοστογιέφσκι.Ο Ντοστογιέφσκι, είναι η αλήθεια, εντονότερα από τον Τολστόη παρασύρει στην τάση  να τον ταυτίζουμε με κάποιο από τα πρόσωπα των έργων του. Αλλά μόνο ένας από τους ήρωες του, ο Αλιόσια Καραμάζωφ, θα μπορούσε να βολέψει μέσα του τη φοβερά διχασμένη προσωπικότητα του δημιουργού. Είπαμε όμως μιλώντας για τους "Αδελφούς Καραμάζωφ", πως η μορφή του Αλιόσια έμεινε ασυμπλήρωτη και μόλις αχνοφαίνεται. Το μέλλον του Αλιόσια ήταν όλο μπροστά. Σε σύγκριση με τ' άλλα πρόσωπα του Ντοστογιέφσκι, θα ήταν μια καινούρια φυσιογνωμία που θα χαροπάλευε πολλές φορές ανάμεσα στις δύο σκάλες της ζωής, το καλό και το κακό. Ανάμεσα στον αρνητή Ιβάν και στον άνθρωπο του Θεού, τον πάτερ Ζωσιμά. Κι όπως φαίνεται από τα σημειώματα του Ντοστογιέφσκι το διαδοχικό πέρασμα από το θεό στην άρνηση κι από εκείνη πάλι στο θεό και πάλι στο δαίμονα κλπ. δε θα γινόταν για να συμφιλιωθούν τ' ασυμφιλίωτα, παρά για να φανεί, με το κλείσιμο στην ίδια ψυχή, τι άβυσσος τα χωρίζει. Στους " Αδελφούς Καραμάζωφ " είχε αρχίσει να διαγράφεται η μελλοντική πορεία του Αλιόσια. Είχαν φανεί τα φύτρα  του Καραμαζοφισμού.

- Τι θα τον κάνουμε, Αλιόσια, το στρατηγό; τον ρωτάει το μεγάλο αδέρφι, ο Ιβάν, αφού του έχει αφηγηθεί την ιστορία του στρατηγού, που σπάραξε  με τα σκυλιά του το μικρό αγοράκι. - Τι θα τον κάνουμε τον στρατηγό; Για να ικανοποιήσουμε το αίσθημα του δικαίου πρέπει να τον σκοτώσουμε ή όχι;  Αποκρίσου Αλιόσια!
- Να τον τουφεκίσουμε! απαντά σιγανά ο Αλιόσια, ατενίζοντας μ' ένα ωχρό άμορφο χαμόγελο τον αδελφό του.
- Μπράβο! αναφώνησε με αγαλλίαση ο Ιβάν. Αφού το λες κι εσύ, τότε θα πει..Άι, να μου ζήσεις, καλογεράκι μου! Να λοιπόν που και στη δική σου καρδούλα φωληάζει ένας μικρός δαίμονας, Αλιόσια Καραμάζωφ!

Όπως και στο Ντοστογιέφσκι, η βιογραφία του Τολστόη είναι σκόρπια στα γραφτά του. Μια πρώτη ιδέα αποκτάμε από τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του, από τη γνωριμία μας με τους ήρωες του. Τη συμπληρώνουμε μελετώντας τα πολυάριθμα γράμματά του, τα πολύτιμα ημερολόγια του, τα φιλοσοφικά του συγγράμματα, την πολιτική αρθρογραφία του, τα κοινωνιολογικά του δοκίμια. Πολύ διαφωτιστικές επίσης είναι οι μαρτυρίες των συγχρόνων του, κατά πρώτο λόγο τα ημερολόγια της γυναίκας του, οι αναμνήσεις των γραμματικών του.
Μας κάνει πρώτα εντύπωση μια χτυπητή δυσαναλογία ανάμεσα στην ήσυχη, λιγοκίνητη εξωτερικά ζωή του και στην ανήσυχη όλο βαθιές ρεματιές και ψηλά ανεβάσματα ζωή του πνεύματός του. Εξωτερικές θύελλες στη ζωή του Τολστόη δε θα βρούμε, όπως στο Ντοστογιέφσκι, τον Τσερνισέφσκι, το Χέρτσεν κι άλλους ρώσους κλασικούς. Αν αφαιρέσει κανείς μια ζωηρή περίοδο αναζητήσεων τους πρώτους καιρούς της νεότητας, πολύ σύντομη κι εκείνη, εξωτερικά η ζωή του είναι ήρεμη, καλοβαλμένη, δίχως πολλά περπατήματα. Εκεί που γεννήθηκε, στο χτήμα της μητέρας του, τη Γιάσναγια Πολιάνα, έζησε όλη σχεδόν τη ζωή του. Εκεί είναι κι ο τάφος του, μόνος κι έρημος μες στο δάσος. Πολλά ταξίδια δεν έκανε. Έζησε λίγο στο Καζάν, στη Μόσχα, ύστερα στον Καύκασο, πολέμησε το 1855 στη Σεβαστούπολη για να ξαναγυρίσει στη Γιάσναγια Πολιάνα, απόπου με εξαίρεση τα δυό ταξίδια του στο εξωτερικό ( 1857 και 18610 και τις λίγες φορές που πεταγόταν ως τη Μόσχα ή στην Κριμαία για θεραπεία, δεν το κούνησε ως το τέλος. Η Γιάσναγια Πολιάνα ήταν γι' αυτόν κάτι πολύ σπουδαιότερο απότι το σπίτι, η οικογένεια, ο τόπος της δουλιάς. Ήταν η ψηλή βίγλα απόπου κοίταζε τον κόσμο, τον ταξινομούσε και ρύθμιζε τη στάση του απέναντί του. Ήταν έπειτα ο κρίκος που έδενε τη μια ζωή με την άλλη - την πόλη με την ύπαιθρο, τον πολιτισμό με τη φύση την τόσο απαραίτητη στον Τολστόη. Ήταν ο τόπος όπου ο γίγας αυτός έπρεπε να σταθεί, να στερεώσει κάτω τα πόδια του. Έλεγε ο ίδιος τότε που ήταν νέος: " Χωρίς τη Γιάσναγια Πολιάνα μου δυσκολεύομαι να καταλάβω τη Ρωσία, δυσκολεύομαι να καταλάβω τον εαυτό μου μέσα στη Ρωσία". Άλλαζαν όμως οι καιροί κι άλλαζε κι η Γιάσναγια Πολιάνα. Σα μαραμένα φύλλα πέφταν από πάνω της τα πολλά χαρίσματά της κι έμεινε στο τέλος ό,τι ο Τολστόη δε μπορούσε να μη μισήσει μ' όλη την ψυχή του - νησίδα αφθονίας και πολυτέλειας μες στη θάλασσα της ανομολόγητης λαϊκής δυστυχίας. Ο Τολστόη τη μίσησε όπως μισεί κανείς τη φυλακή του. Δεκαετίες ολόκληρες κλεισμένος εκεί μέσα, πολιορκημένος από τη χλιδή της οικογενειακής ζωής ( που στην πραγματικότητα κάθε άλλο ήταν παρά χλιδή) κατάστρωνε το σχέδιο της απόδρασης, την ηρωική έξοδο.

Εκείθε με τους αδελφούς , εδώθε με το χάρο.

Μόλο που το σχήμα είναι οξύμωρο, μπορεί να πει κανείς πως ο Τολστόη έπεσε με το σπαθί στο χέρι, σαν ένας πολιορκημένος που αποφάσισε να σπάσει τον κλοιό κι ας ήξερε πως η έξοδος δεν έχει ελπίδα. Η φυγή από τη Γιάσναγια Πολιάνα ήταν περισσότερο μια πράξη διαμαρτυρίας, η τελευταία. Φυγή από το ρέμα που μαύριζε πίσω του, ενώ φαινόταν και το άλλο που βάθαινε μπροστά...



Από το βιβλίο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου Πέντε Ρώσοι Κλασικοί, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978, 2η έκδοση

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2020

Ταξίδεψε καρδιά μου, ταξίδεψε...

Ταξίδεψε καρδιά μου, ταξίδεψε
Απ'του μυαλού την πόρτα δραπέτευσε
Στα μακρινά πελάγη και γύρισε
Τις ομορφιές του κόσμου ζωγράφισε
Στα ρεύματα του αγέρα πέταξε
Να γίνει η Ανατολή ανάλαφρο πουλί

Αν άλλη μια ζωή είχα να ξαναζήσω
Θα διάλεγα πολύ τι να αγαπήσω

Τα ξένα που τόσο με μαγέψανε
Θα'θελα στο μυαλό μέσα να φυλακίσω

Ταξίδεψε καρδιά μου, ταξίδεψε
Στα μακρινά πελάγη και γύρισε
Τις γειτονιές του κόσμου αντάμωσε
ένα μικρο σκαρί ζωγράφισε
Δύση κι ανατολή συνάντησε
Να γίνει η ψυχή της θάλασσας πουλί

Αν άλλη μια ζωή είχα να ξαναζήσω
Θα διάλεγα πολύ τι να αγαπήσω

Τα ξένα που τόσο με μαγέψανε
Θα 'θελα στο μυαλό μέσα να φυλακίσω

Ποίηση: Γιώργος Τσιτρούλης
Μουσική: Γιάννης Τάντσης
Ερμηνεία: Νένα Βενετσάνου
Δίσκος: Ταξιδεύοντας με την Αργώ(2011)

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2020

Μάρκος Γεωργιλάκης: «Πρέπει να γνωρίζουμε τι έχει γίνει σ’ αυτό τον τόπο» ( για το μνημείο στη Μακρόνησο)


Πέντε ανθρώπινες μορφές κατασκευασμένες από ανοξείδωτο σίδερο, πάνω σε μαρμάρινη βάση αποτελούν το ορατό μέρος του μνημείου που ανέγειρε η ΚΕ του ΚΚΕ στη Μακρόνησο, για να τιμήσει τα χιλιάδες μέλη του Κόμματος, τους χιλιάδες αγωνιστές που εξορίστηκαν, βασανίστηκαν, εκτελέστηκαν στο κολαστήριο της Μακρονήσου.

Το μνημείο που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Μάρκος Γεωργιλάκης, επιλέχτηκε και βραβεύτηκε ύστερα από ανοιχτό πανελλήνιο διαγωνισμό που προκήρυξε η ΚΕ του ΚΚΕ, και θα αποκαλυφτεί σήμερα στις 7 το απόγευμα σε εκδήλωση στην οποία θα μιλήσει ο ΓΓ της ΚΕ του Κόμματος, Δημήτρης Κουτσούμπας, και θα ακολουθήσει συναυλία με τα έργα του Θάνου Μικρούτσικου «Καντάτα για τη Μακρόνησο» σε ποίηση του Γιάννη Ρίτσου και «Σπουδή σε ποιήματα του Βλαδίμηρου Μαγιακόβσκη».

Ο γλύπτης Μάρκος Γεωργιλάκης, αναπληρωτής καθηγητής της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών, μιλώντας στο πόρταλ 902.gr περιέγραψε το μνημείο ως ενιαία σύνθεση, καθώς εκτός από το ορατό τμήμα του αποτελείται και από τμήμα που βρίσκεται κάτω από τη βάση του και δεν φαίνεται από τον επισκέπτη.

Αναφερόμενος στις πέντε μορφές ο εμπνευστής και δημιουργός του μνημείου σημείωσε ότι συμβολίζουν τα πέντε κύρια στρατόπεδα που λειτουργούσαν στο κολαστήριο της Μακρονήσου, ενώ ξεχωριστή αναφορά έκανε στις μήτρες αυτών των μορφών που θάφτηκαν κατά την κατασκευή κάτω από τη βάση του μνημείου και συγκεκριμένα ακριβώς κάτω από τη μορφή που η καθεμιά «γέννησε».

Ο Μάρκος Γεωργιλάκης στην πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξή του, μεταξύ άλλων αναφέρεται και στην προσωπική-οικογενειακή του σχέση με τη Μακρόνησο (ο πατέρας του Μανώλης Γεωργιλάκης «φιλοξενήθηκε» στο κολαστήριο το 1947), στους λόγους που τον παρακίνησαν να ερευνήσει διαβάζοντας και να μάθει περισσότερα για την ιστορία του κολαστηριού, καθώς επίσης και στους λόγους που τον ενέπνευσαν να δημιουργήσει το μνημείο. Δίνοντας έμφαση στους συμβολισμούς του μνημείου, τονίζει την αναγκαιότητα οι νεότερες γενιές να γνωρίζουν την ιστορία της Μακρονήσου και γενικότερα του τόπου.

Δείτε στο βίντεο την πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη του Μάρκου Γεωργιλάκη:
Πηγή: Κατιούσα

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2020

...ήτανε γραμμένο πάνω στα θεμέλια του " ούτε σένα ούτε μένα ούτε κανενού ποτέ"


...Ήτανε, λέει, μια φορά στη Ρουβέρα ένα σπίτι
κι απόμεινε τότε ακυβέρνητο, θέριεψε ο μαύρος γάτης,
φουντώσανε ολούθε οι τρίχες του, τις έσερνε
σαν εγκαταλειμένο ακλάδευτο φτωχού ιδιοχτήτη περιβόλι,
και τα πράσινα μάτια του πέταξαν κόκκινες σουβλερές φωτιές..
Κάτω στα μυστικά θεμέλια του περνούσανε αδιάκοπα τα καλοκαίρια
και οι χειμώνες, κι ο χρόνος ο ερχόμενος σκουντώντας παραμέριζε
πολύ κανονικά τον άλλο, αλλά 
ήτανε γραμμένο πάνω στα θεμέλια του " ούτε σένα ούτε μένα ούτε κανενού ποτέ"
και το σπίτι εσυνεργάστηκε πάντα στενά με τα θεμέλια.
Άνοιγε ο αγέρας τώρα τα παράθυρα, όλοι οι αγέρηδες, 
οπούθε αν ερχόνταν, πετούσανε ψηλά οι κουρτίνες,
ανοίγαν τα συρτάρια απότομα από ξαιτίας κείνους τους αγέρηδες,
πηδούσαν τα χαρτιά από τα συρτάρια,
φεύγανε ως και τα γραφόμενα απάνω απ' τα χαρτιά, 
μαδήσανε οι ανθρώποι του ωσάν τσίχλες,
σκούριασαν πού και πού οι βιδίτσες τους,
στραβώσαν τα λειψά τους ποδαράκια,
μετατοπίζονταν τα μόμπιλα από μόνα τους από τη μια γωνιά στην άλλη,
το κάθετι έκανε το κέφι του
και τέλος ήταν τώρα το σπίτι αντίκρυ αν το' βλεπες ωσάν σημαία,
που εκυμάτιζε στα κουτουρού απροστάτευτη
δίχως κανένα το ελάχιστο πατριωτικό σκοπό, και χέρι 
ανθρωπινό δε βρίσκονταν να τήνε συμμαζέψει κάνε, βρε παιδάκι μου,
στην προσδιορισμένη ώρα της δύσης.
Μια μέρα, τους ανθρώπους του τους πέρασαν μαζί νεκρούς.
Ένας μικρούλης θάνατος, είπαν οι ζωντανοί στην πολιτεία.
Όμως, όπως εφεύγανε και τους ακολουθούσε πίσω η ζέστη
του φετεινού καλοκαιριού, κ' ένα - δυό σφήγκες πασχαλιάτικες 
τρελλά ξεζουρλαμένες σήμερα από την ωραιότητα της φύσης, 
και ένα είδος ωσάν θύμηση, που δεν εσυγκέντρωσε το πρεπούμενο θάρρος
να γίνει ομολογία όσον καιρό ήταν στη ζωή,
την ώρα αυτή μέσα στο σπίτι εδιαδόθηκε
ότι - φεύγουνε σήμερα για διαπαντός οι ανθρώπινοι κάτοικοι του σπιτιού μας.
Γίνηκε τότε μια αναστάτωση κι ό,τι είχε ακόμα μείνει ορθό λίγο στα πόδια του
ξεκίνησε για το παράθυρο, για να τους χαιρετίσει·
καβάλαγαν ένας τον άλλον και στηρίζονταν απάνω σε βασμίδια επίφοβα,
δίχως και να ξετάζουνε το μέρος όπου πατούν·
η λάμπα της νυχτός αιφνίδια άνοιξε τα πλευρά της κ' εσκόρπισε χάμω το λάδι της·
οι πολυθρόνες εγυρίσανε προς το μέρος του τοίχου·
οι πόρτες στη σειρά μια με την άλλη εγείρανε,
ώσπου ήρθε κ' εκλείσανε τέλος ερμητικά.
Μόνο κάτω στα μυστικά θεμέλια του σπιτιού
βαδίζουνε κανονικά τα καλοκαίρια και οι χειμώνες, και σύμφωνα με το γραμμένο
πάνω στα θεμέλια του, να μην τυχόν κανείς θαρεί πως τάχα η γης επέτρωσε,
το σπίτι πάντοτε θα συνεργάζεται στενά με τα θεμέλια...( Κοντραμπάντο)

Μέλπω Αξιώτη, Σύμπτωση - Κοντραμπάντο - Θαλασσινά, Κέδρος, Αθήνα 1966

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2020

Εγώ αιθεροβατώ με τη σημαία μου...


Εγώ αιθεροβατώ με τη σημαία μου
κι αυτοί νυχτοπατούν κι ακροβολίζονται

Εγώ σκοινοβατώ κι αυτοί καραδοκούν

Εγώ υπνοβατώ μ' όλους τους άγνωστους
κι αυτοί κτηνοβατούν με τους ημετέρους

Εγώ πυροβατώ κι αυτοί πυροδοτούν
έμποροι πυρομαχικών και ονειροδίκες

Μετ' ανωνύμων τετελειωμένος

Γιάννης Δάλλας, Το τίμημα. Ποιήματα 1948-1988, Νεφέλη, Αθήνα 1990

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!