Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Aφιερώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Aφιερώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

Υστεροφημία

Όταν υποχωρήσουμε πια κάτω από τον καταιγισμό 
του πυρός
και τα μάτια μας τυφλωθούν από τα μάκρη της ηρεμίας
και δεν υπάρχει πια ο πυρετός, το γυμνό αγκάθι
δε μας ενοχλεί κι η σκέψη μας σταματήσει να μας
 οδηγεί
σε αδιέξοδες κατευθύνσεις, τότε
τα πράγματα που αγγίξαμε θα μας θυμούνται.
Θα υπάρχουν εκεί, στους δρόμους, στα λιμάνια
και στα καπηλειά
φορτωμένα ακριβές πραμάτειες: αισθήματα και αισθήσεις,
νοσταλγώντας τις συνουσίες τους με τη μοναξιά μας,
τη γυμνή κόψη που λουλούδισε το στέρνο τους.

                                                            Τάσος Κόρφης


Ο Τάσος Κόρφης  (ψευδώνυμο του Τάσου Ρομποτή), γιος του μουσικοσυνθέτη Γεράσιμου Ρομποτή, γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1929 και πέθανε στην Αθήνα το 1994.  Δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα, όταν ακόμα ήταν μαθητής, στο περιοδικό Χαραυγή και στην εφημερίδα του Πύργου Αυγή.  Φοίτησε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και υπηρέτησε στο Πολεμικό Ναυτικό (1951-1982) φτάνοντας σε υψηλά αξιώματα. 

Πολύπλευρο ταλέντο, ο Τάσος Κόρφης ασχολήθηκε σχεδόν με όλα τα  λογοτεχνικά είδη: την ποίηση, την πεζογραφία, το δοκίμιο, τη μετάφραση, τη βιογραφία. Παράλληλα υπήρξε ο εκδότης του περιοδικού Ανακύκληση (από το 1986 έως το 1990) και των εκδόσεων Πρόσπερος, ενώ εξέδιδε κάθε χρόνο τον τόμο Φωνές, από το 1979 έως το 1995, στον οποίο καταγράφονταν τα ποιήματα που ξεχώριζαν και είχαν δημοσιευθεί σε περιοδικά ή εφημερίδες είτε περιλαμβάνονταν σε ποιητικές συλλογές. Χαλκέντερος και ρέκτης, έφερε στο φως το έργο λησμονημένων ποιητών, ιδιαιτέρως εκείνων που έζησαν και έγραψαν κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, και το μελέτησε. Οι επιρροές αυτών των ποιητών, άλλωστε, με έντονα και τα χαρακτηριστικά του συμβολισμού, φαίνονται στην ποίηση και την πεζογραφία του. Μήτσος Παπανικολάου, Καίσαρ Εμμανουήλ, Ρώμος Φιλύρας, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Αναστάσιος Δρίβας, Γιώργος Σαραντάρης, Γ.Μ. Μυλωνογιάννης, Μίνως Ζώτος, αλλά και Κ. Ουράνης, Στρατής Δούκας, Κοσμάς Πολίτης, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Νίκος Καββαδίας, είναι μερικά ονόματα από τους ποιητές και πεζογράφους που απασχόλησαν τον μελετητή Τάσο Κόρφη. 


Χαμηλόφωνη η ποίησή του, "αφηγείται" καθημερινές στιγμές, συνομιλεί με τον έτερο, αποτυπώνει στιγμιότυπα και χειρονομίες, μνήμες, αρώματα, υποδηλώνει ιδέες και επιθυμίες, υπολανθάνει τα σπαράγματα μιας κρύφιας εσωτερικής ζωής. Παρατηρητής της καθημερινότητας, καταγράφει ό,τι μικρό κι ό,τι ασήμαντο για να το ανασύρει από την αφάνεια, ενώ ειρωνεύεται, με τον τρόπο του Καρυωτάκη ενίοτε, το ψεύτικο και την υποκρισία. Τον συγκινεί το εφήμερο και γι' αυτό γίνεται συλλέκτης  στιγμών και βλεμμάτων. Πότε με απλές περιγραφές που παραπέμπουν σε πεζά κείμενα, πότε με ομοιοκαταληξία και μουσικότητα, αναδεικνύεται ο μυστικός κόσμος που τον περιβάλλει, αυτόν που επιλέγει ο ίδιος να οικειοποιηθεί, και τότε μετατρέπονται οι αθέατες πλευρές του σε τραγούδια ή "ιστορίες". Τρυφερές, ερωτικές και συνάμα σκληρές, αλλά και υπαινικτικές οι ποιητικές εικόνες του Κόρφη, φανερώνουν πλούτο συναισθηματικών καταστάσεων, αλλά και ιδεών. Ο "έρωτας" για τη ζωή και τον έτερο αποτελούν μια αστείρευτη πηγή δημιουργίας, ένα πεδίο αναφοράς και έκλαμψης.

Το κείμενο είναι της Χρύσας Σπυροπούλου από το ηλεκτρονικό περιοδικό για την ποίηση poerty e - zine. Σε αυτή τη σελίδα θα βρείτε και περισσότερα ποιήματα του Τάσου Κόρφη

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

Ο δικός μας ήλιος

Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μου και δικός σου: τον μοιραστήκαμε
ποιος υποφέρει πίσω από το χρυσαφί μεταξωτό ποιος πεθαίνει;
Μια γυναίκα φώναζε χτυπώντας το στεγνό στήθος της:
" Δειλοί μού πήραν τα παιδιά μου και τα κομμάτιασαν, σεις τα σκοτώσατε
κοιτάζοντας με παράξενες εκφράσεις το βράδυ τις πυγολαμπίδες
αφηρημένοι μέσα σε μια τυφλή συλλογή".
Το αίμα στέγνωνε πάνω στο χέρι που το πρασίνιζε ένα δέντρο
ένας πολεμιστής κοιμότανε σφίγγοντας τη λόγχη που του φώτιζε το πλευρό.

Ήταν δικός μας ο ήλιος, δε βλέπαμε τίποτε πίσω από τα χρυσά κεντίδια
αργότερα ήρθαν οι μαντατοφόροι λαχανιασμένοι βρώμικοι
τραυλίζοντας συλλαβές ακατανόητες
είκοσι μερόνυχτα πάνω στη στέρφα γης και μόνο αγκάθια
είκοσι μερόνυχτα νιώθοντας ματωμένες τις κοιλιές των αλόγων
κι ούτε στιγμή να σταματήσουν για να πιουν το νερό της βροχής.

Είπες να ξεκουραστούν πρώτα κι έπειτα να μιλήσουν,
σε είχε θαμπώσει το φως.
Ξεψύχησαν λέγοντας : " Δεν έχουμε καιρό" γγίζοντας κάτι αχτίδες`
ξεχνούσες πως κανείς δεν ξεκουράζεται.

Ούρλιαζε μια γυναίκα: " Δειλοί" σαν το σκυλί τη νύχτα
θα ήταν ωραία κάποτε σαν εσένα
με στόμα υγρό, τις φλέβες ζωντανές κάτω απ' το δέρμα
με την αγάπη.

Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μας` τον κράτησες ολόκληρο
δε θέλησες να μ' ακολουθήσεις
κι έμαθα τότε αυτά τα πράγματα πίσω από το χρυσάφι 
και το μετάξι`
δεν έχουμε καιρό. Σωστά μιλήσαν οι μαντατοφόροι.



Γιώργος Σεφέρης , Ημερολόγιο Καταστρώματος, Α΄ στο Ποιήματα, Ίκαρος 1977 , 11η έκδοση
Στις 24 Οκτωβρίου 1963 ανακοινώθηκε η βράβευση του ποιητή με το Νόμπελ Λογοτεχνίας

Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

Che, ο άνθρωπος, ο φίλος, ο σύντροφος


 Ντοκιμαντέρ
Σκηνοθεσία: Luca Lanitti, 1994


14 Ιουνίου 1928 : Γεννιέται ο Αργεντινός κομμουνιστής επαναστάτης Ερνέστο (Τσε) Γκεβάρα.

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

Από τη δράση της ΕΠΟΝ στην περιοχή των Ιωαννίνων



" Επίκεντρο της Αντίστασης στην  Ήπειρο τα Γιάννινα. Η οργανωτική κατάσταση της Ηπείρου , όπως προκύπτει από επίσημες εκθέσεις της εποχής και προσωπικές μαρτυρίες συμπολιτών μας, βρίσκεται σε υψηλό βαθμό. Και δεν μπορούσε άλλωστε να γίνει διαφορετική. Τα Γιάννινα, από παλιά, είχαν δημοκρατικές παραδόσεις. Το κίνημα της Εθνικής Αντίστασης αγκάλιασε και πολιτικοποιούσε ακόμα πλατύτερες μάζες απ' όλα τα κοινωνικά στρώματα, που περίμεναν, ύστερα απ' τον πόλεμο και την Αντίσταση, έναν κόσμο καινούριο, πιο διαφορετικό απ' τον κόσμο της προπολεμικής περιόδου και της μεταξικής δικτατορίας...
Σ' αυτή τη μαζική λαϊκή αντίσταση της πόλης σημαντικός υπήρξε ο ρόλος της νεολαίας μας. Ξεσηκώνεται, δίπλα και μαζί με το λαό μας, και προσανατολίζεται στα μεγάλα προβλήματα που την απασχολούν,κάτω από την καθοδήγηση και το ζωντάνεμα της ΕΠΟΝ που είχε ιδρυθει στις 23 Φλεβάρη του 1943. Η δράση της σε ζητήματα του λαού και της νεολαίας σημειώνει σοβαρές επιτυχίες.
Προεξέχουν οι αγώνες του λαού μας και της νεολαίας ενάντια στην τρομοκρατία. Φοιτητές και διανοούμενοι κινητοποιούνται. Δεν άργησαν να φανούν τα πρώτα συλλαλητήρια που έσπασαν τον πάγο της τρομοκρατίας. Λαϊκές συνοικιακές επιτροπές σχηματίζονται στα Γιάννινα. Μαζικές επιτροπές καταφθάνουν απ' την ύπαιθρο. Χωριά και πόλεις της Ηπείρου κινητοποιούνται με αποτέλεσμα το γενικό ξεσήκωμα των κατοίκων. Η Ιταλο - γερμανική Κατοχή και τα φοβερά επακόλουθά της συσπείρωσαν τους Ηπειρώτες σε πανεθνική Αντίσταση. Αγώνας διεξάγεται για την επιβίωση , πρώτα. Αγώνας, παράλληλα, για να μείνει αδούλωτη η ψυχή. Η γονατισμένη Ελλάδα ξανάβρισκε το περήφανο αγωνιστικό της φρόνημα με τον παράνομο τύπο. Πριν ακόμα κάνουν την εμφάνισή τους στα βουνά οι πρώτοι αντάρτες, στις πόλεις τολμηροί πατριώτες με μυστικές ραδιοφωνικές συσκευές κατέγραφαν τις νυχτερινές εκπομπές των συμμαχικών ραδιοσταθμών, του Λονδίνου και της Μόσχας, και τις κυκλοφορούσαν το πρωί σε πολυγραφημένα δελτία. Κάθε βράδυ, λίγο πριν σταματήσει η κυκλοφορία τα μεγάφωνα των καταχτητών στην κεντρική πλατεία της πόλης μας, μεταδίδανε σε δυνατούς τόνους τα πολεμικά τους ανακοινωθέντα και διαλαλούσαν τις νίκες του άξονα σε όλα τα μέτωπα. Οι Γιαννιώτες όμως περίμεναν το πρωί το πολυγραφημένο δελτίο για να μάθουν την αλήθεια. Δελτία ειδήσεων, πολεμικά ανακοινωθέντα, προκηρύξεις και μικρές εφημερίδες διοχετεύονταν από χέρι σε χέρι και έφταναν σε κάθε σπίτι, μαγαζί ή γραφείο. Στην έκδοση, διακίνηση και διανομή του παράνομου τύπου πρωτοστατούσαν οι νέοι και οι νέες της πόλης μας...
....Στη χαράδρα του Βίκου λειτουργούσε τυπογραφείο και τυπωνόταν σ' αυτό η εφημεριδούλα " Λεύτερα Νιάτα", προκηρύξεις και άλλα έντυπα. Τέτοιες προκηρύξεις, μεταφέρονταν από νέους - παλικάρια της ΕΠΟΝ, που περπατούσαν ώρες ολόκληρες μέσα στα χιόνια, και τις διοχέτευαν στην πόλη.
Άλλοι συμπολίτες μας, που παρέμεναν στην πόλη, ζούσαν τις εφιαλτικές νύχτες με τα μπλόκα των καταχτητών και τις ομαδικές συλλήψεις που εντάθηκαν προς το τέλος του 1943. Τότε εκατοντάδες συμπολίτες μας, ανάμεσα στους οποίους η Ευτυχία Πρίντζου, ο Γιώργος Μελανίδης, η Νίνα Μελανίδη, οδηγήθηκαν, κάτω από άθλιες συνθήκες, ως όμηροι στο στρατόπεδο Παύλου Μελά, στη Θεσσαλονίκη, με προορισμό τα στρατόπεδα συγκεντρώσεων. Εκεί πέρασαν στιγμές φρίκης, μέσα στην πείνα  και στην αρρώστια, με εικονικές εκτελέσεις και άλλα φριχτά βασανιστήρια. Αρκετοί συμπολίτες μας οδηγήθηκαν ως όμηροι στα στρατόπεδα συγκεντρώσεων στην Αυστρία, στη Γερμανία και στην Πολωνία. Μερικοί απ' αυτούς άφησαν εκεί την τελευταία πνοή τους.
Στις πόλεις και στα χωριά της Ηπείρου, παρά τη σκληρή τρομοκρατία των καταχτητών και των συνεργατών τους, η νεολαία βρίσκει τον κανονικό οργανωτικό της δρόμο και τα μέλη της ΕΠΟΝ αυξάνονταν συνεχώς κι έφτασαν τις 30.000. Είναι δύσκολο να απαριθμήσει κανείς όσα έγιναν απ' τους νέους της Ηπείρου στα χρόνια της Κατοχής. Οι Επονίτες της Ηπείρου ξεπέρασαν σε ηρωισμό και σε εξυπνάδα, τους νέους προηγούμενων εποχών.Το κάθε τμήμα της ΕΠΟΝ έχει τη δική του συμβολή. Καθημερινές σχεδόν πολιτιστικές βραδιές οργανώνονται στα Γιάννινα και στην Πρέβεζα. Θεατρικά συγκροτήματα δίνουν μια καινούρια ζωή στα χωριά μας. Με επιμονή εξετάζονται τα προβλήματα του λαού και των νέων και καταβάλλεται προσπάθεια να τεθούν οι βάσεις για μια μορφωμένη, χαρούμενη και αισιόδοξη νεολαία.Στην πρωτεύουσα της Ηπείρου επικεντρώνεται και εντείνεται ο αγώνας των νέων. Οι σκηνές που καθημερινά παρατηρούνται στην πόλη, όπως ακριβώς τις θυμούνται οι παλιότεροι, δίνουν μια εικόνα μονάχα απ' την πλούσια δραστηριότητα της νεολαίας μας. Σε κάποια γωνιά του δρόμου κάποιος νέος παρακολουθεί τη δράση των κατχτητών και των συνεργατών τους. Στις συνοικίες νέοι Γιαννιώτες γεμίζουν τους δρόμους και τους τοίχους με συνθήματα υπέρ του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και της ΕΠΟΝ. Άλλοι μαζεύουν χρήματα, τρόφιμα, φάρμακα, και με πολλή προσοχή επισκέφτονται φτωχές οικογένειες και αρρώστους , προσπάθώντας να απαλύνουν τον πόνο τους. Οι φυλακές του Αγίου Κοσμά, στο μεταξύ ( στο μέρος που σήμερα βρίσκεται το κτίριο του ΟΤΕ) είναι γεμάτες από πατριώτες που υφίστανται πολλά βασανιστήρια. Στις 21 Φλεβάρη του 1944, μια προκήρυξη για την τριακοστή πρώτη επέτειο της απελευθέρωσης της πόλης, τυπωμένη στα Ζαγοροχώρια σε χιλιάδες αντίτυπα, γέμισε τους δρόμους των Γιαννίνων. Η Γκεστάπο, σ'ένα φοβερό μπλόκο, απ' τα μεγαλύτερα που γνώρισε η πόλη , πραγματοποίησε διακόσιες συλλήψεις εκείνη τη νύχτα. Νεαρά παλληκάρια της ΕΠΟΝ αναλαμβάνουν επικίνδυνες αποστολές. Μπαινόβγαιναν στην κατεχόμενη πόλη, όργωναν τα βουνά ως αγγελιαφόροι και ταχυδρόμοι από χωριό σε χωριό και από φυλάκιο σε φυλάκιο. Με τη δράση τους αυτή πέτυχαν κοινή, σε πανελλήνια κλίμακα αναγνώριση...
Όπως σε ολόκληρη την Ελλάδα, έτσι και στην  Ήπειρο, η ΕΠΟΝ έχει να παρουσιάσει ολόκληρη στρατιά μαχητών της λευτεριάς και της δημοκρατίας, που είχαν σαν σύνθημα στη ζωή  τους " πολεμάμε και τραγουδάμε" κι έγραψαν υπέροχες σελίδες της Εθνικής μας Αντίστασης"

Σπύρος Εργολάβος, Η δίκη της Πρίντζου και οι εκτελεσμένοι των Ιωαννίνων, Εκδόσεις Σοκόλη, 2006 , 2η έκδοση

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

Ο στρατιώτης της La Ciotat

Μετά από τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο,σε μια μικρή παραθαλάσσια πόλη της Νότιας Γαλλίας, τη La Ciotat, βρεθήκαμε σε κάποια γιορτή που γινόταν για την καθέλκυση ενός πλοίου και είδαμε στην κεντρική πλατεία, ανάμεσα σ' ένα ολόκληρο πλοίο που σπρωχνόταν, το μπρούτζινο άγαλμα ενός στρατιώτη του γαλλικού στρατού.
Πλησιάσαμε κ' εμείς κοντά και ανακαλύψαμε πως ήταν ένας αληθινός άνθρωπος. Στεκόταν ακίνητος, τυλιγμένος σ' ένα χακί παλτό, το ατσάλινο κράνος στο κεφάλι, μια ξιφολόγχη στο χέρι, κάτω απ' τον καυτό ήλιο του Ιουνίου και πάνω σ' ένα πέτρινο βάθρο. Το πρόσωπο του και τα χέρια του ήταν βαμμένα στο χρώμα του μπρούτζου. Δεν κούναγε τον παραμικρό μυώνα και τα βλέφαρά του δεν πετάρισαν ούτε μια φορά. Στα πόδια του βρισκόταν ένα κομμάτι χαρτόνι που έγραφε:
Ο άνθρωπος άγαλμα
(Homme Statue)
" Εγώ, ο Τσαρλς Λουί Φρανκάρτ, στρατιώτης στο τάδε σύνταγμα πεζικού, σε ένα βομβαρδισμό που έγινε στη μάχη του Verdun έμεινα για πολλές ώρες θαμμένος ζωντανός κάτω από τα χώματα μαζί με τα πτώματα. Όταν με ξέθαψαν είχα αποκτήσει την ασυνήθιστη ικανότητα να παραμένω ακίνητος, σαν άγαλμα, και όση ώρα θέλω. Αυτή μου η τέχνη έχει εξεταστεί από πολλούς δόκτορες και έχει χαρακτηριστεί σαν μια ανεξήγητη αρρώστια. Βοηθήστε, σας παρακαλώ, έναν άνεργο οικογενειάρχη και πατέρα αμέτρητων τέκνων, με ό,τι έχετε ευχαρίστηση".
Ρίξαμε ένα νόμισμα στο πιάτο που βρισκόταν δίπλα στην επιγραφή και συνεχίσαμε πιο κάτω κουνώντας το κεφάλι μας. Εδώ λοιπόν, σκεφτήκαμε, στέκεται Αυτός, οπλισμένος μέχρι τα δόντια, ο ακατανίκητος και άφθαρτος Στρατιώτης πολλών χιλιετηρίδων, αυτός που πραγματοποίησε τα εκπληκτικά κατορθώματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του Καίσαρα, του Ναπολέοντα για τους οποίους έχουμε τόσα πολλά διαβάσει στα σχολικά βιβλία. Αυτός είναι. Δεν κουνάει ούτε τα βλέφαρά του. Αυτός είναι ο τοξότης του Κύρου, ο αρματηλάτης του Καμβύση που η άμμος της ερήμου δεν κατάφερε τελικά να  τον θάψει, ο λεγεωνάριος του Καίσαρα, ο λογχοφόρος καβαλάρης του Τζέγκινς Χαν, ο Ελβετός του Λουδοβίκου του δέκατου τέταρτου και ο γραναδιέρος του Ναπολέοντα του Πρώτου. Κατέχει την όχι και τόσο ασυνήθιστη ικανότητα να κάνει πως δεν καταλαβαίνει τίποτα όταν δοκιμάζουν επάνω του όλα τα πιθανά και απίθανα μέσα καταστροφής. Όπως μια πέτρα, δίχως αισθήματα ( λέει ο ίδιος) στέκεται ακλόνητος όταν τον στέλνουνε στο θάνατο. Κατατρυπημένος από τα δόρατα των κάθε εποχών, πέτρινων, χάλκινων, σιδερένιων τσαλαπατημένος από τα άρματα του Αρταξέρξη κ' εκείνα του στρατηγού Λούντεντορφ, διαλυμένος από τους ελέφαντες του Αννίβα και το ιππικό του Αττίλα. Κατατρυπημένος από τα βέλη όλο και πιο εκσυγχρονισμένων τόξων αμέτρητων αιώνων, από τα ιπτάμενα κοτρώνια του καταπέλτη, καταξεσκισμένος από τις σφαίρες, μεγάλες σαν αυγά περιστεριών και μικρές σαν μέλισσες. Στέκεται αυτός, πάντοτε καινούργιος, διαταζόμενος σε αμέτρητες γλώσσες, δίχως να ξέρει το γιατί. Τις χώρες που κατάκτησε δεν τις πήρε ποτέ στα χέρια του σαν το χτίστη που δεν κατοικεί στο σπίτι που έχτισε ο ίδιος. Μα ούτε και η χώρα του ανήκει την οποία υπερασπίστηκε με τόσο σθένος. Ούτε το όπλο μα ούτε και η στολή που φοράει του ανήκει. Εκείνος όμως προχωρεί πάντοτε μπροστά, από πάνω του η θανατερή βροχή των αεροπλάνων και το καυτό λάδι που πέφτει από τις επάλξεις, κάτω από τα πόδια του οι νάρκες και οι παγίδες, γύρω του η πανούκλα και τα δηλητηριώδη αέρια. Σάρκινη τροφή για τα δόρατα και τα τόξα, ο στόχος, ματωμένη λάσπη κάτω από τα τανκς, μπροστά του ο εχθρός και πίσω του ο στρατηγός. Αμέτρητα χέρια υφαίνουν το αμπέχωνό του, σφυρηλατούν το θώρακά του, κόβουν και ράβουν τις μπότες του. Και αμέτρητες οι τσέπες που χάρη σε αυτόν ξεχειλίζουν από χρήμα. Αμέτρητες κραυγές σε όλες τις γλώσσες του κόσμου τον εμψυχώνουν  να προχωρήσει. Δεν υπάρχει κανένας Θεός που να μην τον ευλογεί. Αυτόν, που είναι μιασμένος από τη φρικιαστική λέπρα της υπομονής, ποτισμένος ως το κόκαλο από την αγιάτρευτη αρρώστια της αναισθησίας.
Τι είδους θάψιμο ήταν αυτό κάτω από τα χώματα, σκεφτήκαμε, που τον έκανε να ευχαριστεί την τύχη του γι' αυτή την τρομαχτική, απαίσια και τόσο κολλητική αρρώστια;
Δε θα βρεθεί ποτέ άραγε, αναρωτιόμαστε εμείς, κάποιο φάρμακο για δαύτη;


Μπέρτολτ Μπρεχτ , Ιστορίες, Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1993, μετφρ. Γιώργος Κώνστας

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

Σαν τα τρελά πουλιά


   Και τώρα τι κάνουμε;
  Τι θες να κάνουμε. Τύφλες.
   Κάθησε η Άννα πάνω σε μιαν από τις πλάκες που ήταν ριγμένες μπρος στα μαρμαράδικα της λεωφόρου Αλεξάνδρας, έβγαλε το μαντίλι της και σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό της. Ουφ, ανάθεμα κι αν μπορείς να καταλάβεις σ' αυτό τον τόπο ποια εποχή του χρόνου είναι και τι πρέπει να φορέσεις το πρωί όταν φεύγεις απ' το σπίτι σου. Ουφ! Άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε ν' ανάψει τσιγάρο. Ο μαρμαράς τής έριξε ένα λοξό βλέμμα, αλλά δε μίλησε. Για ξένη θα την πήρε.
    Η Άννα όπου κι αν βρίσκουνταν, όλος ο κόσμος την έπαιρνε για ξένη. Οι Έλληνες την παίρνανε για Εγγλέζα, οι Εγγλέζοι για Ρώσοι, οι Ρώσοι για κύριος οίδε τί. Μια φορά, όλοι τη σέβουνταν, γιατί στους ξένους όλες οι εκκεντρικότητες συχωριούνται.
   Κοιτάζει η Άννα στο γύρο της, - ερημιά. Η λεωφόρος Αλεξάνδρας εκείνη την εποχή δεν είχε κίνηση. Δεν ήταν πολλά χρόνια που η περιοχή προς τα Τουρκοβούνια είχε αρχίσει να κτίζεται. Δεξιά ανεβαίνοντας ήταν εκείνα τα λίγα μαρμαράδικα. Αριστερά , ο λόφος ήταν σκεπασμένος από μικρά καινούργια σπιτάκια. Σ' αυτή την περιοχή και δίπλα σ' ένα ρέμα, είχαν νοικιάσει ένα σπιτάκι από τρία δωμάτια και κουζίνα.
    Μπάνιο δεν είχε. Για να πλυθείς περνούσες την αυλή για να πας στο πλυσταριό, που είχε δίπλα του το αποχωρητήριο. Υδραυλική εγκατάσταση το σπίτι δεν είχε. Το νερό το κουβαλούσες από το βαρέλι που βρίσκουνταν στην αυλή, και το βαρέλι αυτό γέμιζε τρεις φορές τη βδομάδα. Έπρεπε λοιπόν να έχεις το νου σου να μαζέψεις νερό πριν κοπεί. Εκτός από τη δυσκολία του νερού, το σπίτι δεν είχε και ηλεκτρική εγκατάσταση. Αγόρασαν λάμπες του πετρελαίου. Μαγείρευαν με ξυλοκάρβουνα. Αργότερα αγόρασαν γκαζιέρα Πρίμους.
    Η κυρία Κλειώ όφις ωρυόμενος. Και με το δίκιο της.
   - Αφήσαμε τον παράδεισο και ήρθαμε στην κόλαση. Κακό - χρόνο - νάχει ο αδικιωρισμένος ο κατσικοπόδαρος, που έβαλε το πόδι του στο σπίτι μας και μάς το ρήμαξε. Άδικη ώρα να τον έβρει.
   Ως και ο Ασλάν κατσούφιασε. έβαλε η κυρία Κλειώ ένα απαλό μαξιλάρι πάνω σε μια καρέκλα στην κόχη της κουζίνας , και την ονόμασε η καρέκλα του ζώου. Αν έχεις δέκα κεφάλια άντε κάτσε σ' εκείνη την καρέκλα.
   - Στάσου! στάσου! φωνάζει η κυρία Κλειώ και τρέχει να σου φέρει άλλη καρέκλα. Εδώ να κάτσεις, Εκείνη είναι η καρέκλα του ζώου.
   Και ο Ασλάν πηδά επιδεικτικά πάνω στην καρέκλα του, κάθεται τουρλωμένος και σε αγριοκοιτάζει.
   Οι καβγάδες της κυρίας Κλειώς με το γαμπρό της ήταν ομηρικοί. Η κυρία Κλειώ διάβαζε Εστία , ο γαμπρός της Ριζοσπάστη.
   - Πάλι αυτό το κωλόφυλλο διαβάζεις;
   - Μμ, μελίρρυτο γλώσσα έχει ο κύριος καθηγητής μας. Και δε με λές, τι να διαβάσω; Ριζοσπάστη; Επιφυλλίδα δεν έχει. Αγγελίες δεν έχει. Κωλόφυλλο είναι ο Ριζοσπάστης , όχι η Εστία.
   - Τι είπες; Κοντεύει να φτάσει η μέρα που θα στηθεί η κρεμάλα στο Λυκαβηττό. Το βλέπεις αυτό το χέρι; Μ' αυτό θα τραβήξω το σκοινί γύρω απ' το λαιμό σου.
   - Πάρ' τα μούτρα σου, κιουλάμπεη.
   Τα οικονομικά της οικογένειας ήτανε σε μαύρο  χάλι. Ενώ λίγα χρόνια πριν η αιγυπτιακή λίρα είχε εφτακόσιες δραχμές, τώρα έκανε μακροβούτι και έφτασε στις εκατόν σαράντα. Η Άννα με τον άντρα της χαλούσανε αιγυπτιακή λίρα για να ζήσουν. Εκείνος περίμενε από μέρα σε μέρα το διορισμό του. Η Άννα έτρεχε από τη μια άκρη της Αθήνας στην άλλη με το Μπέρλιτς κάτω απ΄τη μασχάλη, όπως τότε στη Στάβροπολ, και δίδασκε αγγλικά. Σχολές ξένων γλωσσών σχεδόν δεν υπήρχαν. Τα μαθήματα άφθονα, μα η Αθήνα μεγάλη και η συγκοινωνία χάλια. Από την Πλατεία Αγάμων όπου είναι το ένα μάθημα, στους Αμπελόκηπους όπου είναι το άλλο. Και από κει στην Πλάκα, και απ' την Πλάκα στην κεντρική αγορά για ψώνια. Από την αγορά για να φτάσει στο τέρμα Ιπποκράτους, έπρεπε να πάρει το 11 από τη γωνία Πεσματζόγλου και Σταδίου. Αυτό το τραμ έρχουνταν τόσο γεμάτο, που για να μπεις μέσα έπρεπε να πάρεις τη ζωή σου από το μάτι σου. Το αποφασίζεις. Ορμάς, κρεμιέσαι με το ένα χέρι απ' την πίσω πόρτα, στο άλλο χέρι η σακούλα με τα τρόφιμα. Κάνει να ξεκινήσει το τραμ, χτυπά ο κόσμος που είναι συγκεντρωμένος στο γύρο. Γκάπα - γκούπα χτυπά τα τζάμια του τραμ, χτυπά τα πλευρά του με μαγκούρες.
    - Σταμάτα ρε!
    Νταν - νταν - νταν το καμπανάκι, το τραμ προχωρεί.
    - Ρε σταμάτα!
    Γκάπα - γκούπα.
    - Ρε θα σκοτώσεις τη γυναίκα!
    Κι όταν φτάσεις στο σπίτι σου, τη ζωή σου πια δεν τη θέλεις.
    Απίθανη κατάσταση. Μα δεν της πέφτει λόγος. Της τάχε πει ο άντρας της αυτά πριν φύγουν απ' την Αλεξάνδρεια.
   - Ήθελές τα κι έπαθές τα, της έλεγε η μάνα της.
   Τώρα πια, ό,τι έγινε, έγινε . Αναστέναξε. Ίσιωσε την πλάτη της, και ανοίγοντας τα μακριά κανιά της άρχισε με μεγάλα βήματα να ανεβαίνει τον ανήφορο της λεωφόρου Αλεξάνδρας.
   - Γεια σας, παιδιά! φώναξε στους μαρμαράδες καθώς ξεκίναγε.
   Οι μαρμαράδες έμειναν μ' ανοιχτό το στόμα.
   - Καλέ ρωμιά είναι, είπε ο ένας  στον άλλο.
   - Ναι, ρε, ρωμιά είναι.
 ***
    Από την  αυλή μπαίνοντας η Άννα άκουσε ομιλίες και γέλια στην κουζίνα και μετά την κυρία Κλειώ να τραγουδά:
   - Σάντα σανταλάκια
     πέντε καραβάκια...
   " Κύριε ελέησον! Πάει η κυρία Κλειώ, ξαναμωράθηκε" , σκέφτηκε η Άννα. Ανοίγοντας την πόρτα βλέπει μπροστά της καθισμένους αντίκρυ - αντίκρυ στο σανιδένιο τραπέζι της κουζίνας την κυρία Κλειώ με τον Πέτρο Πικρό να πίνουν το καφεδάκι τους.
   - Πάνε στην Πόλη
     να φέρουνε λαδάκια
      και σαμολαδάκια...
    - Καλέ μη χειρότερα, τι πάθατε;
    - Σσς, σώπα εσύ, μη μάς διακόπτεις, την αποπήρε ο Πικρός.
    Είχε μπροστά του χαρτί και μολύβι και σημείωνε.
    - Πώς το είπατε αυτό, κυρία Κλειώ; Είναι για το παιδικό βιβλίο που γράφω.
    Ο Πικρός, που ήταν συγγραφέας και αρχισυντάκτης τότε του Ριζοσπάστη, ήτανε φίλος και ομοϊδεάτης του γαμπρού της, και σαν τέτοιος δεν έπρεπε να είναι κοντά στην κυρία Κλειώ, που μισούσε το γαμπρό της όπως και ό,τι δήποτε τον άγγιζε ή τον αφορούσε. Στους φίλους του η κυρία Κλειώ έκανε μούτρα. Όταν τους έβλεπε στο σπίτι έβαζε σκούπες ανάποδα πίσω από τις πόρτες, έριχνε με τρόπο αλάτι κοντά στα παπούτσια τους. Με τον Πικρό όμως ήτανε μέλι - γάλα. Πολίτης ο Πικρός, βέρος Κωνσταντινουπολίτης, τετράξυπνος και χωρατατζής.
    - Πικρέ, γιόκα μου, μην ξεχάσεις την υπόσχεσή σου.
    - Τι πράμα;
    - Καλέ ξέχασες που θα μιλούσες στο Δήμαρχο για το σκουπιδιάρη;
    Α, ναι, φίλο τον είχε ο Πικρός  τον Πάτση. Θα πάει στο Δημαρχείο, θα τον χτυπήσει στην πλάτη και θα τού πει να στείλει γρήγορα το σκουπιδιάρη στου Γκύζη , γιατί κοντεύει εκεί ο κόσμος να πνιγεί στο σκουπίδι.
    Εκτός από τον Πικρό, η κυρία Κλειώ αργότερα απόχτησε άλλον ένα φίλο, ή μάλλον ξελόγιασε και τράβηξε κοντά της άλλον έναν ομοϊδεάτη του γαμπρού της: το Μάξιμο. Πολίτης και ο Μάξιμος. Καλόκαρδος, ανοιχτόκαρδος, μπαχτσές. Τι ωραία φωνή ήταν εκείνη! Τι ρούσικα, τι γαλλικά, τι ιταλικά τραγούδια ήξερε. Ακόμα και ρεμπέτικα που τραγουδούν οι χασικλήδες. Τα είχε μάθει στο Παλαμήδι. Και πού δεν πήγε αυτός ο Μάξιμος και τι δεν ήξερε.
   - Άντε, μπάρμπα - Γιάννη, σαν ποθάνεις,
     άντε, το λουλά τι θα τον κάνεις;
   έμαθε να σιγοτραγουδά η κυρία Κλειώ. Και σε λίγο:
   - Αβάντι πόπολο α λά ρισκόρσα
     μπαντιέρα ρόσσα, μπαντιέρα ρόσσα!
   και σε λίγο:
   - Να μπαρικάντι
     μπουρζούγιαμ νιέτ ποστσάντι.
   - Τι είναι αυτά που λες; καλέ μαμά; Καταλαβαίνεις τι λές;
   Δεν έχει ανάγκη να καταλάβει η κυρία Κλειώ. Το τραγούδι μια φορά τής αρέσει.
   - Τι θες, γιόκα μου, να σε ψήσω; Χουνκιάρ - μπεγιεντί; Μπράβο. Χουνκιάρ - μπεγιεντί θα σε ψήσω.
    Δίπλα στην κουζίνα ήτανε το δωμάτιο της κυρίας Κλειώς, που επικονωνούσε με την κρεβατοκάμαρα του αντρόγυνου. Εκεί ήταν το συζυγικό κρεβάτι που αποτελούνταν από δύο στρίποδα, πέντε τάβλες κι ένα πολύ λεπτό αχυρόστρωμα. Αυτό το κρεβάτι ήταν ύπουλο κι έπρεπε να το προσέχεις. Όταν καθόσουνα στα πόδια του έπρεπε πρώτα να βεβαιωθείς πως τα στρίποδα ήταν σωστά βαλμένα, αλλιώς, χωρίς καμιά προειδοποίηση, σηκώνονταν οι τάβλες να σε κοπανίσουν στο κεφάλια. Και το ίδιο συνέβαινε αντίστροφα όταν το βάρος έπεφτε στο κεφάλι, οπότε οι τάβλες σηκώνονταν απάνω από την άλλη μεριά και συ βρισκόσουνα με τα πόδια στον αέρα. Πολύ συχνά τις νύχτες η κυρία Κλειώ πετιόταν απάνω τρομαγμένη από τους κρότους και τα τρξίματα πούρχονταν από δίπλα.
    Απ' την κρεβατοκάμαρα έμπαινες σ΄ένα τρίτο δωμάτιο που είχε πόρτα στην αυλή. Αυτό ήτανε το γραφείο. Είχε μέσα τραπεζάκι και καρέκλα κι ένα γύρο στοιβαγμένες κάσες με βιβλία που κάνανε και για καθίσματα. Εδώ ο άντρας της Άννας δέχουνταν τους φίλους του. Μαζεύουνταν και πιάναν τη συζήτηση. Λέγαν, λέγαν, λέγαν. Μιλούσανε ψιθυριστά ως τα μεσάνυχτα, ή κι ως τις δυό το πρωί, και φεύγοντας άφηναν πίσω τους ένα δωμάτιο αχούρι. Ντουμάνι ο καπνός, τσιγάρα σβησμένα στο πάτωμα, χαρτιά σκισμένα.
    Από μια αρχή η κυρία Κλειώ αρνήθηκε να καθαρίσει εκείνο το δωμάτιο, και το καθάριζε η Άννα. Φυσικά η Άννα έκανε όλη τη χοντρή δουλειά του σπιτιού.
     Αυτό όμως δεν μπορούσε να βαστάξει πολύ, γιατί η Άννα δεν επαρκούσε, κι ούτε έπρεπε να χάνει χρόνο απ' τα μαθήματά της, γιατί απ' αυτά περίμενα να ζήσουν. Εκείνος για την ώρα ώσπου νάρθει ο διορισμός του μετάφραζε ένα βιβλίο από τα γερμανικά. Τι θα τού έδινε το βιβλίο; Τίποτα, πενταροδεκάρες.
   - Είναι ανάγκη να πάρουμε γυναίκα στο σπίτι, γιατί αν αρρωστήσω εγώ τότες τι θα κάνουμε;
    Τώρα τελευταία δεν αισθάνουνταν καλά η Άννα. Νόμιζε πως ήταν το στομάχι της, μα όταν πήγε σε γιατρό, ο γιατρός τής είπε πως ήταν έγκυος. Χάρηκε, μα και τρομοκρατήθηκε.
    - Δεν γίνεται, πρέπει να πάρουμε γυναίκα, ξαναείπε και ξεκίνησε αμέσως για τα Προσφυγικά πριν πει τίποτα σε κανένα.
***
    Στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, πέρα απ' τις φυλακές Αβέρωφ, άρχιζαν τα Προσφυγικά, όπου εξακολουθούσαν να στήνουνται ξύλινες παράγκες και από τις δυό πλευρές.
    Τα πέντ' έξι τετραγωνικά μέτρα για την κάθε παράγκα, σαν πέφτανε στα χέρια της προσφυγικής οικογένειας, σε λίγο γίνονταν μια μικρή κατοικία, με μικροσκοπικό ισόγειο, υπόγειο, δεύτερο πάτωμα και δώμα, όπου τα καλοκαίρια η οικογένεια θα μπορούσε να κοιμάται στρωματσάδα. Και μάνι - μάνι φυτεύουνταν αναρριχητικά φυτά, όλων των λογιών περικοκλάδες, από πατατιά σε αγιόκλημα, ακόμα και σε κληματαριά.
    Αριστούργημα ήταν αυτοί οι προσφυγικοί συνοικισμοί. Σκηνικό για ιταλικές μαριονέτες, όπου η νοικοκυρά σού χαμογελούσε από το δεύτερο πάτωμα και είχες την εντύπωση ότι τα πόδια της ακουμπούσαν  στο πάτωμα του ισογείου. Οι πιο πολλές παράγκες, με ατομική πρωτοβουλία βαμμένες διάφορα χρώματα. Τα δρομάκια ανάμεσα στις παράγκες θεοκάθαρα. Πουθενά τρεχούμενα νερά, πουθενά σκουπίδια.
    Μέσα σε πολλές παράγκες έχουν στηθεί μικροί πρόχειροι αργαλιοί, όπου υφαίνουνται κουρελούδες.
Άλλες γυναίκες είναι πεσμένες με τα μούτρα και κεντούν αριστουργήματα. Άλλες πλέκουν, άλλες ράβουν. Άλλες λείπουν απ' τα σπίτια τους, λείπουν στα μεροκάματα. Γέμισε η Αθήνα πλύστρες, καθαρίστριες, κάθε είδουε άξια και τίμια χέρια για φτηνή δουλειά. Γιατί τις μάχουνται οι ντόπιοι; Φταίνε εκείνες που καταστράφηκαν, που βρέθηκαν στους δρόμους, και τώρα πρέπει να ξενοδουλέψουν για να ζήσουν;
     Οι άντρες, ξυλουργοί, ταπητουργοί, εργάτες οικοδομών, μικροπωλητές με καταπληκτική εφευρετικότητα.
     Ένα σαραβαλιασμένο καροτσάκι παιδικό και πάνω του χτισμένο ολόκληρο συγκρότημα με μαγκάλι και αναμμένα  κάρβουνα και φουγάρο, με τζαμαρία για να προστατεύουνται τα φαγώσιμα απ' τις σκόνες και τις μύγες. Ολόκληρο φορητό μπαρ, απ' όπου ανεβαίνει στον αττικό ουρανό η τσίκνα από το πρώτο, άγνωστο ως τότε, προσφυγικό σουβλάκι , που σαν αστραπή απλώθηκε και σκέπασε ολόκληρη την Ελλάδα, γιατί είναι φτηνό και πρακτικό.
    - Έλα, τζάνουμ, έλα να διεις τι γένεται. Θέλεις και ντομάτα μαζί; Θέλεις και τζατζίκι;
    Τι είναι καλέ αυτό το τζατζίκι; Μούρλια! Γλείφεις τα δάχτυλά σου.
    Στην έξοδο των σχολειών, των κινηματογράφων, στέκουνται οι φορητές ψησταριές και θησαυρίζουν. Περιουσίες γίνουνται!
     Και στο Χρηματιστήριο, οι υποσιτισμένοι Αθηναίοι χρηματιστές, μαθημένοι στο κουλούρι και στο τυρί, δρόσισαν την ψυχή τους με την πρώτη τους τυρόπιτα. Με τις μπουγάτσες του Μερακλή και τις λεμονάδες από αληθινό χυμό λεμονιού.
     Η ελληνική γλώσσα πλουτίστηκες με καινούργιες λέξεις, που τις δέχτηκε και τις εγκολπώθηκε. Άρχισαν οι ντόπιοι να μιλούν για πεϊνιρλί, για ιμάμ μπαϊλντί, για μουσακά, για ασουρέ, για ταούκ κιοξού και εκμέκ καταΐφι. Το ιμάμ μπαίλντί, γενική του ιμάμ μπαϊλντιού, το τζατζίκι του τζατζικιού.
    Δεν πρέπει να έχει παράπονα η μητέρα Ελλάς από τα υπόδουλα παιδιά της. Σαν έφτασαν εδώ καταστρεμμένα και ρακένδυτα, δε γέμισαν τα καταγώγια και τις φυαλακές του τόπου. Δε γέμισαν με σκουπίδια και βρωμόνερα τα ρέματα, όπως στο τέρμα Ιπποκράτους. Με μια κοινή βρύση και με κοινα αποχωρητήρια, δίχως γυναικοκαβγάδες, δίχως φασαρία, κράτησαν τους συνοικισμούς τους πεντακάθαρους και αξιοπρεπείς. Δε σταύρωσαν τα χέρια τους να περιμένουν απ' την πατρίδα να τους ταΐσει.
     Περπατώντας ανάμεσα στα πεντακάθαρα δρομάκια αυτής της παραμυθένιας συνοικίας και χαζεύοντας, η Άννα άξαφνα θυμήθηκε πως δεν είχε πάει εκεί για να χαζέψει, αλλά για να βρει υπηρέτρια το γρηγορότερο. Σταματά. Μπροστά της βλέπει ένα σπιτάκι βαμμένο κίτρινο και δίπλα στην είσοδο, μέσα σ' ένα μικροσκοπικό κηπαράκι, στέκεται μια μικρή πολυθρονίτσα όπου είναι καθισμένη μια γριούλα. Μα πολύ γριούλα. Στα κάτασπρα μαλλιά της φορεί φακιόλι άσπρο και στο σκελετωμένο χέρι της κρατά κεχλιμπαρένιο κομπολόι. Το πρόσωπό της είναι άσπρο σαν το πανί και το δέρμα διάφανο. Θυμίζει εκείνα τα μικρά τα σαμιαμίδια που μόλις γεννηθούνε είναι διάφανα. Μπορείς να διακρίνεις απ' έξω το σκελετό τους.
    - Καλημέρα, γιαγιά, λέει η Άννα.
    Μα η γριά δεν απάντησε.
    - Καλημέρα σας, της απαντά μια άλλη γριά πολύ νεώτερη απ' την πρώτη, που παρουσιάστηκε στην ξώπορτα του σπιτιού. 
    - Ωραίο το σπιτάκι σας, λέει η Άννα. Από πού είστε; 
    - Ωραίο, λέει η γυναίκα. Είμαστε από την Αττάλεια. Κοπιάστε.
    - Περάστε μέσα , περάστε! φωνάζει από μέσα μια μεσόκοπη γυναίκα καμιά πενηνταριά χρονών. Εσείς από πού είστε;
    - Εγώ είμαι από την Πόλη.
    - Απ' την Πόλη; Ω - ω - ω!
    Θαυμασμός .
    Από το πίσω μέρος του σπιτιού ακουότανε ραπτομηχανή.
    -  Παρθένα, σταμάτα για λίγο κι έλα να δεις μια κυρία που είναι απ' την Πόλη. Θα έχει πολλά να μάς πει.
    Από  ένα μικρό πορτάκι που δεν έπαιρνε το μπόι της μπήκε στην κάμαρα μια γεροδεμένη τσομάρα και η κάμαρα πια έπηξε.
    - Πήγαινε γρήγορα, Παρθένα, ψήσε καφέ στην κυρία.
    - Εκείνο που θέλω είναι νερό, είπε η Άννα, που ένιωσε πως τα χείλα της είχαν αρχίσει να πανιάζουν.
    - Και νερό, και πορτοκάλι γλυκό, κοκόνα μου, και καφέ, απ' όλα θα σε δώσω. Μα τι έχεις; Δε σε βλέπω καλά.
    - Δεν είναι τίποτα, είπε η Άννα χαμογελώντας. Είμαι έγκυος.
    Το είπε απλά και δεν πίστευε στ' αυτιά της όταν άκουσε τη φωνή της να το λέει. Ίσαμε κείνη τη στιγμή δεν το είχε πει σε κανένα. Στη μάνα της δεν είχε βρει ευκαιρία να το πει. Στον άντρα της άλλο τόσο. Όλη την ημέρα ήταν απασχολημένη και τα βράδια ίσαμε τώρα είχαν τους φίλους του άντρα της στο "γραφείο", που κάθουνταν ως τα μεσάνυχτα.
    Τελευταία έπαψαν να έρχουνται οι φίλοι, γιατί μπροστά στο σπίτι τους είχε στηθεί μόνιμα ο χαφιές. Τώρα εκείνος έλειπε πιο πολύ απ' το σπίτι και γύριζε τις πρωινές ώρες. Η Άννα είχε αρχίσει να δυσανασχετεί. Ένιωθε πως η ψυχή της είχε δεθεί κόμπο.
    - Είμαι έγκυος, ξαναείπε στις γυναίκες, για να τ' ακούσει ακόμα μια φορά.
    - Έγκυος ; φώναξαν όλες μαζί με χαρά και σηκώθηκαν απάνω. Να ζήσεις, καλή λευτεριά! κι άρχισαν μια - μια να έρχουνται κοντά της να τη φιλήσουν, εκτός από την πολύ γριά. Να ζήσεις, να γεράσεις, τα χρόνια της κοτζά - γιαγιάς να κάνεις. Να δεις εγγόνια και τρισέγγονα.
    - Πόσο χρονών είναι η κοτζά - γιαγιά; ρωτά η Άννα. Και αλήθεια γιατί τη λέτε κοτζά - γιαγιά;
    - Είναι μεγάλη γιαγιά. Έκλεισε τα εκατό, λέει η Παρθένα. Εγώ είμαι δισέγγονη της, από δω είναι η μητέρα μου, αυτή είναι η γιαγιά μου.
     Ώστε τέσσερις γενιές είχε μπροστά της η Άννα. Καρδιά δεν της κάνει πια να σηκωθεί  να φύγει, και μόλις τ' αποφάσισε μπαίνει μέσα απ' την ξώπορτα ένας γάταρος κάτασπρος, Άγκυρας.
    - Είναι ο Παμπούκ, της εξηγούνε όλες μαζί.
    - Αχ, ο Παμπούκ, ίδιος η Καλυψώ, που είχε η γιαγιά μου κάποτε στο σπίτι μας πριν γεννηθώ εγώ. Δεν την είδα ποτέ μου, αλλά μού τα λένε, και είναι σαν να την ξέρω την Καλυψώ.
    Τέλος, αποφασίστηκε πως θα πάει να δουλέψει κοντα της η Παρθένα, και αφού συμφωνήθηκαν όλα, η Άννα τούς εξήγησε πως έχουν τα πράματα στο σπίτι τους. Προειδοποίησε την Παρθένα πως δε θάχει να κάνει μ' εκείνηνα, αλλά με τη μητέρα της, μια λίγο ιδιότροπη γυναίκα. Μίλησε απ'έξω απ' έξω και για το χαφιέ...Της είπε να προσέχει.
     - Δεν ξέρω γιατί μάς τον βάλανε έξω απ' την πόρτα μας.
     - Δεν ξέρετε; λένε γελώντας όλες μαζί. Να σσας το πούμε εμείς. Ο άντρας σας θα είναι αριστερός. Τα ίδια τραβούμε και μεις. Ο γιος της αντικρινής μας κρύβεται να μην τον πιάσουνε. Τον άντρα της διπλανής τον πιάσαν. Μαθημένα τα βουνά από χιόνια. Ελάτε να φιληθούμε.
     Στο γυρισμό απ' τα Προσφυγικά η Άννα είχε την εντύπωση πως στα πόδια της είχαν φυτρώσει φτερά. Πετούσε και πήγαινε. Για πότε τον έκανε εκείνο το δρόμο! Και μόλις πάτησε στο κατώφλι του σπιτιού φώναξε θριαμβευτικά:
    - Είμαι έγκυος!
    - Πα! έκανε μέσα στην κουζίνα η κυρία Κλειώ.
    - Τι; έκανε τρομαγμένος ο άντρας της που πετάχτηκε απ' την κάμαρά του στην αυλή
    - Θέλετε "πα" πείτε, θέλετε "τί", εγώ μια φορά θα το κάνω το παιδί, και θα είναι το πιο όμορφο παιδί του κόσμου.(απόσπασμα)


Μαρία Ιορδανίδου, Σαν τα τρελά πουλιά, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1988, 13η έκδοση
   
  Η Μαρία Ιορδανίδου συγκαταλέγεται στις γυναίκες συγγραφείς που αγαπώ πάρα πολύ. Περισσότερο γνωστή από τη "Λωξάνδρα" που μεταφέρθηκε με πολύ μεγάλη επιτυχία στην τηλέοραση το 1980. Η Μπέτυ Βαλάση υπήρξε αξεπέραστη στο ρόλο της Λωξάνδρας.
Το 1987  επίσης το "Σαν τα τρελά πουλιά" έγινε τηλεοπτική σειρά με μεγάλη επιτυχία. Στο ρόλο της Άννας η Θέμις Μπαζάκα.
Τη θυμήθηκα σήμερα καθώς συμπληρώθηκαν 24 χρόνια από την ημέρα του θανάτου της.

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

" Πρόσφυγες!" Πού ν' ακουμπήσουν οι πρόσφυγες; Τι να σκεφτούν; Τι να ξεχάσουν; Τι να πράξουν; Πού να δουλέψουν; Πώς να ζήσουν;


  
    Μόλις ξεμπαρκάραμε στον Πειραιά, όλο χαμόγελα και όνειρα και τουριστικές εξερευνήσεις, βρεθήκαμε μπρος σ' ένα παράξενο θέαμα: Κόσμος πολύς ήταν μαζεμένος, εδώ κι εκεί, σκυθρωπός και μουδιασμένος. Νέες γυναίκες και γριές μαντηλωμένες, φώναζαν και χειρονομούσαν νευρικά, μα ήταν αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς, τι ακριβώς λέγανε και γιατί οι χωροφύλακες τις σπρώχναν πέρα. Ύστερα πετάχτηκαν στη μέση κάμποσοι φαντάροι, αγριωποί, στραπατσαρισμένοι και φώναζαν κι αυτοί!
    - Τί τις χτυπάτε μωρέ τις γυναίκες; Ε; Τί τις χτυπάτε; Τίνος κάνανε κακό; Φοβάστε μη διαταράξουν την τάξη, την τάξη, ε; Τα παιδιά τους ζητούνε, που δεν ξέρουν τί απόγιναν κει κάτω στη σφαγή.
     Καθώς προσπαθούσαμε ν' ακούσουμε και να καταλάβουμε τι γινόταν, ένας ναύτης μάς έδειξε και είπε:
     - Να, μάς ήρθαν κι εδώ οι πρώτοι πρόσφυγες απ' τη Σμύρνη.
     Η Θεία Ερμιόνη γύρισε και μάς κύτταξε, σα να ζητούσε από μας διάψευση.
     - Για μας το λένε, είπε. Ακούστε πώς βγαίνουν οι διαδόσεις!
     Η κουβέντα εκείνη του ναύτη ήταν σα σπίρτο σε χυμένη βενζίνα. Φλόγες πήδηξαν απ' τις γυναίκες. Πέσανε όλες πάνω μας, μάς τραβούσαν, έκλαιγαν, ρωτούσαν νέα, μάς απειλούσαν. Μια γριά στάθηκε μπροστά μας με τα χέρια στη μέση:
     - Ελόγου σας το λοιπόν είστε οι πρόσφυγκοι; Και τι κοπιάσατε να κάνετε στα μέρη μας; Πούναι τα παιδιά μας; Γιατί φορτώσανε την αφεντιά σας στα βαπόρια κι αφήσανε οπίσω τους φαντάρους;
     Οι χωροφύλακες τρέξανε, κι έκαναν μαι ζώνη γύρω μας. Μοιάζαμε σαν το κεφάλι ενός ερωτηματικού, που δεν ήξερες τι απόκριση θα γεννήσει. Η θεία Ερμιόνη κάτωχρη προσπάθούσε να τους εξηγήσει πως δεν είμαστε πρόσφυγες και πως καμιά καταστροφή δεν είχε γίνει, μα οι γυναίκες κλαίγανε και χτυπιόντανε.
    - Λέτε ψέματα, ψέματα!
    Μια μικρή ξέφυγε απ' το χέρι της μάνας της κι ήρθε κοντά μου.
    - Δε φοράτε σαλβάρια και φερετζέδες; με ρώτησε καθώς ξέταζε το καλοραμμένο  φουστάνι μου.
    Παρ' όλο τον τρόμο που μού γέννησε κείνη η σκηνή, άρχισα να γελάω. Όταν όμως καλοσκέφτηκα την κουβέντα της μικρής , θύμωσα και της είπα:
    - Δεν είμαστε μεις Τουρκάλες!
    - Πώς δεν είστε, είστε πρόσφυγες, πρόσφυγες, κακοί άνθρώποι!
    Δεν πρόλαβα να εξηγηθώ με τη μικρή, γιατί οι χωροφύλακες μάς έσυραν ως το λιμεναρχείο, ενώ στο δρόμο μάς εξηγούσαν πως έσπασε το μέτωπο, η Μικρασία καιγότανε, ο στρατός επαναστάτησε κι ο κόσμος έφευγε, μ' ό,τι μεταφορικό μέσο έβρισκε.
    Η συνυφάδα της θείας Ερμιόνης, η κυρία Ελβίρα άρχισε να κλαίει.
   - Διαδόσεις είναι, έλεγε και ξανάλεγε η θεία Ερμιόνη.
   Όταν όμως κατόρθωσε να τηλεφωνήσει στον αντιπρόσωπο του θείου Γιάγκου, στην Αθήνα, την έπιασε πανικός.
   - Αλλοίμονο ! αλλοίμονο! έλεγε. Να λοιπόν που μάς βρήκαν και τα χειρότερα...
   Κι ωστόσο, κανείς μας ακόμα δεν μπορούσε να καταλάβει, πως είμαστε οι πρώτες σταγόνες της καταιγίδας  που έφτανε, η πρώτη αχνή γραμμή μιας φοβερής ατελείωτης ανθρωποθάλασσας που θα ξεχυνόταν σε λίγο, σ' εκείνο το άγνωστο λιμάνι.
    Αρχίσαμε να βαδίζουμε πιασμένοι απ' το χέρι, κοντά ο ένας στον άλλον, χαμένοι, μουδιασμένοι, δισταχτικοί, σαν νάμαστε τυφλοί και δεν ξέρουμε πού θα μάς φέρει το κάθε βήμα που αποτολμούσαμε. Γυρεύαμε ξενοδοχείο στο λιμάνι για ν' αποκουμπίσουμε και να περιμένουμε τους δικούς μας. Όπου όμως κι αν ρωτούσαμε, παίρναμε την ίδια στερεότυπη απόκριση!
  - Απ' τη Σμύρνη έρχεστε; Δε δεχόμαστε πρόσφυγες.
  - Μα θα σάς πληρώσουμε καλά, ανθρώποι του Θεού, έλεγε η θεία Ερμιόνη.
   Εκείνοι επέμεναν στην άρνησή τους:
   - Φοβόμαστε τις επιτάξεις. Δε μάθατε λοιπόν πως στη Χίο, στη Μυτιλήνη, στη Σάμο έφτασε προσφυγολόι, κι επιτάξανε όλα τα σχολεί, τα ξενοδοχεία, τα πάντα;
   - Τι θέλαμε, τι γυρεύαμε μεις νάρθουμε σε τούτον τον αφιλόξενο τόπο, έλεγε η κυρία Ελβίρα. Τι θέλαμε και τι γυρεύαμε να χωριστούμε από τους άντρες μας!
    Στο τέλος βρέθηκε ένας αναγκεμένος ξενοδόχος και μάς έδωσε ένα σκοτεινό, άθλιο δωμάτιο με έξη κρεβάτια. Για πότε γινήκαμε πραγματικοί πρόσφυγες δεν το καταλάβαμε.  Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα όλος ο κόσμος αναποδογύρισε.


    Βαπόρια φτάναν το ένα πίσω από τ' άλλο, και ξεφόρτωναν κόσμο, έναν κόσμο ξεκουρντισμένον, αλλόκοτο, άρρωστο, συφοριασμένο, λες κι έβγαινε από φρενοκομεία, από νοσοκομεία, από νεκροταφεία. Έπηξαν οι δρόμοι, το λιμάνι, οι εκκλησιές, τα σκολειά, οι δημόσιοι χώροι. Στα πεζοδρόμια γεννιόνταν παιδιά και πέθαιναν γέροι.
    Ενάμισυ εκατομμύριο άνθρωποι βρεθήκανε ξαφνικά έξω απ' την προγονική τους γη. Παράτησαν σκοτωμένα παιδιά και γονιούς άταφους. Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δέντρα και στα χωράφια, το φαΐ στη φουφού, τη σοδειά στην αποθήκη, το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτραίτα των προγόνων στους τοίχους. Και βάλθηκαν να τρέχουν, να φεύγουν κυνηγημένοι απ' το τούρκικο μαχαίρι και τη φωτιά του πολέμου. Έρχεται μια τραγική στιγμή στη ζωή του ανθρώπου, που το θεωρεί τύχη να μπορέσει να παρατήσει το έχει του, την πατρίδα του, το παρελθόν του και να φύγει, να φύγει λαχανιασμένος αποζητώντας αλλού τη σιγουριά. Άρπαξαν οι άνθρωποι βάρκες, καΐκια, σχεδίες, βαπόρια, πέρασαν τη θάλσσα σ' έναν ομαδικό, φοβερό ξενητεμό. Κοιμήθηκαν αποβραδίς νοικοκυραίοι στον τόπο τους και ξύπνησαν φυγάδες, θαλασσοπόροι, άστεγοι, άποροι, αλήτες και ζητιάνοι στα λιμάνια του Πειραιά, της Σαλονίκης, της Καβάλλας, του Βόλου, της Πάτρας.
    Ενάμισυ εκατομμύριο αγωνίες και οικονομικά προβλήματα ξεμπάρκαραν στο φλούδι της Ελλάδας, με μια θλιβερή ταμπέλα κρεμασμένη στο στήθος: " Πρόσφυγες!" Πού ν' ακουμπήσουν οι πρόσφυγες; Τι να σκεφτούν; Τι να ξεχάσουν; Τι να πράξουν; Πού να δουλέψουν; Πώς να ζήσουν;
     Τρέμαν ακόμα απ' το φόβο. Τα μάτια τους ήταν κόκκινα απ' το αιμάτινο ποτάμι της κόλασης που διάβηκαν. Και σαν πάτησαν σε στέρεο έδαφος, μετρήθηκαν να δουν πόσοι φτάσανε και πόσοι λείπουν. Κι οι ζωντανοί δεν το πιστεύανε, μόνο άπλωναν τα χέρια τους στο κορμί τους και το ψάχνανε, για να βεβαιωθούνε πως δεν ήταν βρυκολάκοι. Και ψάχναν και για την ψυχή τους, να δουν αν ήταν στη θέση της. Μ' αυτή ήταν άφαντη. Είχε μείνει πίσω στην πατρίδα, κοντά στους αγαπημένους νεκρούς και στους αιχμαλώτους, κοντά στα σπιτάκια, στα χωράφια, στις δουλειές και στα καζάντια...
    Κι είπαν: Περαστικοί είμαστε, ας βολευτούμε όπως - όπως, κι αύριο θα ματαγυρίσουμε στα μέρη μας. Κι αποζητούσαν, τούτη την ελπίδα, με την ίδια λαχτάρα, σαν το ψωμί, το νερό και τ' αλάτι.
    Τόσοι ήταν. Ενάμισυ εκατομμύριο ρωμιοί μικρασιάτες, που στριφογύριζαν, τώρα, στο καύκαλο της Ελλάδας, σαν περιπλανώμενοι Ιουδαίοι, διωγμένοι από τη γη της Χαναάν. Χωρίς πατρίδα, χωρίς δουλειά, χωρίς σπίτι, χωρίς μπαούλο. Και χτες, μόλις χτες, να θυμάσαι πως ήσουνα νοικοκύρης, πως είχες το κατιτί το δικό σου.
    Ψάχναν για τον αίτιο, αναθεμάτιζαν τον ουρανό, τη γης, τον Κεμάλ, το Βενιζέλο, τον Κωνσταντίνο, την Αντάντ, τον πόλεμο` μα πριν απ' όλα τον ύπουλο τον Άγγλο, τον υπολογιστή, το διπλοπρόσωπο, το σφετεριστή, που έκανε μπίζνες και αυτοκρατορική πολιτική, με το αίμα και τη δυστυχία ενός λαού...(απόσπασμα)




Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιμένουν, Κέδρος 1984, 16η έκδοση

Εννέα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από το θάνατο της αγαπημένης συγγραφέως. Το έργο της επίκαιρο εξακολουθεί να συγκινεί και να διδάσκει ανθρωπιά.


Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

"γιατί τ' αγάλματα δεν είναι πια συντρίμμια, είμαστε εμείς. Τ' αγάλματα λυγίζουν αλαφριά...καληνύχτα."


O ηδονικός Ελπήνωρ
Τον είδα χτες να σταματά στην πόρτα
κάτω από το παράθυρό μου` θα' ταν
εφτά περίπου` μια γυναίκα ήταν μαζί του.
Είχε το φέρσιμο του Ελπήνορα, λίγο πριν πέσει
να τσακιστεί, κι όμως δεν ήταν μεθυσμένος.
Μιλούσε πολύ γρήγορα, κι εκείνη
κοίταζε αφηρημένη προς τους φωνογράφους`
τον έκοβε καμιά φορά να πει μια φράση
κι έπειτα κοίταζε μ' ανυπομονησία
εκεί που τηγανίζουν ψάρια` σαν τη γάτα.
Αυτός ψιθύριζε μ' ένα αποτσίγαρο σβηστό στα χείλια.

- Άκουσε ακόμη τούτο. Στο φεγγάρι
τ' αγάλματα λυγίζουν κάποτε σαν το καλάμι
ανάμεσα σε ζωντανούς καρπούς - τ' αγάλματα`
κι η φλόγα γίνεται δροσερή πικροδάφνη,
η φλόγα που καίει τον άνθρωπο, θέλω να πω.

- Είναι το φως...ίσκιοι της νύχτας...

- Ίσως η νύχτα που άνοιξε, γαλάζιο ρόδι,
σκοτεινός κόρφος, και σε γέμισε άστρα
κόβοντας τον καιρό.
                                   Κι όμως τ' αγάλματα
λυγίζουν κάποτε, μοιράζοντας τον πόθο
στα δυό, σαν το ροδάκινο` κι η φλόγα
γίνεται φίλημα στα μέλη κι αναφιλητό
κι έπειτα φύλλο δροσερό που παίρνει ο άνεμος`
λυγίζουν` γίνονται αλαφριά μ' ένα ανθρώπινο βάρος.
Δεν το ξεχνάς.

                            - Τ' αγάλματα είναι στο μουσείο.

- Όχι, σε κυνηγούν, πώς δεν το βλέπεις;
θέλω να πω με τα σπασμένα μέλη τους,
με την αλλοτινή  μορφή τους που δε γνώρισες
κι όμως την ξέρεις.

                                  Όπως όταν
στα τελευταία της νιότης σου αγαπήσεις
γυναίκα που έμεινε όμορφη, κι άλλο φοβάσαι,
καθώς την κράτησες γυμνή το μεσημέρι,
τη μνήμη που ξυπνά στην αγκαλιά σου`
φοβάσαι το φιλί μη σε προδώσει
σ' άλλα κρεβάτια περασμένα τώρα
που ωστόσο θα μπορούσαν να στοιχειώσουν
τόσο εύκολα τόσο εύκολα και ν' αναστήσουν
είδωλα στον καθρέφτη, σώματα που ήταν μια φορά`
την ηδονή τους.

                           Όπως όταν
γυρίζεις απ' τα ξένα  και τύχει ν' ανοίξεις
παλιά κασέλα κλειδωμένη από καιρό
και βρεις κουρέλια από τα ρούχα που φορούσες
σε όμορφες ώρες, σε γιορτές με φώτα
πολύχρωμα, καθρεφτισμένα, που όλο χαμηλώνουν
και μένει μόνο το άρωμα της απουσίας
μιας νέας μορφής.

                               Αλήθεια, τα συντρίμμια
δεν είναι εκείνα` εσύ' σαι το ρημάδι`
σε κυνηγούν με μια παράξενη παρθενιά
στο σπίτι στο γραφείο στις δεξιώσεις
των μεγιστάνων, στον ανομολόγητο φόβο του ύπνου`
μιλούν για περιστατικά που θα ήθελες να μην υπάρχουν
ή να γινόντουσαν χρόνια μετά το θάνατό σου,
κι αυτό είναι δύσκολο γιατί...

                                        - Τ' αγάλματα είναι στο μουσείο.

Καληνύχτα.

          -...γιατί τ' αγάλματα δεν είναι πια συντρίμμια,
είμαστε εμείς. Τ' αγάλματα λυγίζουν αλαφριά...καληνύχτα.

Εδώ χωρίστηκαν. Αυτός επήρε
την ανηφόρα που τραβάει κατά την Άρκτο
κι αυτή προχώρεσε προς το πολύφωτο ακρογιάλι
όπου το κύμα πνίγεται στη βοή του ραδιοφώνου:

ΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ

"Πανιά στο φύσημα του αγέρα
ο νους δεν κράτησε άλλο από τη μέρα.
Άρωμα πεύκου και σιγή
εύκολα θ' απαλύνουν την πληγή
που έκαμαν φεύγοντας ο ναύτης
η σουσουράδα ο κοκοβιός κι ο μυγοχάφτης.
Γυναίκα που έμεινες χωρίς αφή,
άκουσε των ανέμων την ταφή.

Άδειασε το χρυσό βαρέλι
ο γήλιος έγινε κουρέλι
σε μιας μεσόκοπης λαιμό
που βήχει και δεν έχει τελειωμό`
το καλοκαίρι που ταξίδεψε τη θλίβει
με τα μαλάματα στους ώμους και στην ήβη.
Γυναίκα που έχασες το φως,
άκουσε , τραγουδά ο τυφλός.

Σκοτείνιασε` κλείσε τα τζάμια`
κάνε σουραύλια με τα χτεσινά καλάμια,
και μην ανοίγεις όσο κι α χτυπούν`
φωναζουν μα δεν έχουν τι να πουν.
Πάρε κυκλάμινα, πευκοβελόνες,
κρίνα απ' την άμμο, κι απ' τη θάλασσα ανεμώνες`
γυναίκα που έχασες το νου,
άκου, περνά το ξόδι του νερού..."

" Αθήναι. Ανελίσσονται ραγδαίως
τα γεγονότα που ήκουσε με δέος
η κοινή γνώμη. Ο κύριος υπουργός
εδήλωσεν. Δεν μένει πλέον καιρός..."

" ...πάρε κυκλάμινα...πευκοβελόνες...
κρίνα απ' την άμμο....πευκοβελόνες...
γυναίκα..."

                   " ...υπερτερεί συντριπτικώς.
Ο πόλεμος..."

                               ΨΥΧΑΜΟΙΒΟΣ

Γιώργος Σεφέρης , Κίχλη, Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 1977, 11η έκδοση


   

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

31 χρόνια χωρίς το Μάνο Λοΐζο

Μια συνέντευξη του Μάνου Λοΐζου στο Δεύτερο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας το 1980. Τη συνέντευξη μετέδωσε  η Έφη Μεταλληνού στην εκμπομπή της το 1985. 
  

Κυριακή 16 Ιουνίου 2013

Bloomsday ή στα βήματα του Λεοπόλδου Μπλουμ

  Στο Δουβλίνο στις 16 Ιουνίου γιορτάζεται η " Ημέρα του Μπλουμ" ή αλλιώς
 " Bloomsday". Ο Λεοπόλδος Μπλουμ είναι ο βασικός ήρωας του μυθιστορήματος του Τζαίμς Τζόυς, Οδυσσέας. Στις 16 Ιουνίου 1904 ο Λεοπόλδος Μπλουμ έζησε όσα δεν είχε ζήσει σε όλη του τη ζωή, αλλά αυτή την ίδια μέρα και ο Τζαίημς Τζόυς γνώρισε τη γυναίκα που έγινε αργότερα σύζυγός του.
Κάθε χρόνο αυτή τη μέρα διοργανώνονται διάφορες εκδηλώσεις που περιλαμβάνουν αναγνώσεις αποσπασμάτων του Οδυσσέα, λογοτεχνικές συζητήσεις , αναπαραστάσεις και περπάτημα στις διαδρομές του Λεοπόλδου Μπλουμ.
    Ο Τζόυς άρχισε να γράφει τον Οδυσσέα το 1914 ,αλλά το έργο κυκλοφόρησε το Φλεβάρη  του 1922 και θεωρείται σταθμός στη λογοτεχνία του 20ου αιώνα  εξ αιτίας της γλώσσας , της δομής του και της αφηγηματικής τεχνικής του.

Στην Ελλάδα το μετέφρασε ο Σωκράτης Καψάσκης  ο οποίος στον πρόλογο του επεσήμανε τις πολύ μεγάλες δυσκολίες που αντιμετώπισε . Οι δυσκολίες οφείλονταν σε λέξεις και σημεία που προσφέρονται για πολλαπλές αναγνώσεις, στα λεκτικά παιγνίδια, στις δυσκολίες κατανόησης λόγω παρόδου των ετών και διαφορετικής παιδείας και άλλα. Παρ’ όλα αυτά όχι μόνο κατόρθωσε να τελειώσει τη μετάφραση αλλά να βραβευτεί με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης το 1992.

   "Ο Οδυσσέας  είναι ο απολογισμός μιας μοναδικής μέρας, της 16 Ιουνίου 1904. Ο χώρος είναι συγκεκριμένος, το Δουβλίνο. Ένας πολίτης αυτής της πόλης, ο Λεοπόλδος Μπλουμ, ξυπνάει το πρωί και φεύγει για τη δουλειά του. Οι κοινωνικές, οι επαγγελματικές και οι συναισθηματικές υποχρεώσεις του καθυστερούν την επιστροφή του μέχρι τις πρώτες ώρες της επόμενης ημέρας.
Αυτή η αργοπορία επιστροφής δεν συνιστά τη μοναδική ομοιότητα με το αρχαϊκό του πρότυπο. Ο Λεοπόλδος Μπλουμ περνάει μέσα από μια αντιστοιχία περιπετειών ανάλογων μ’ εκείνες του Οδυσσέα. Το κατέβασμα στον Άδη βρίσκει την αντιστοιχία του στην μετάβαση του Μπλουμ στο νεκροταφείο, το οποίο επισκέπτεται συνοδεύοντας στην τελευταία του κατοικία ένα φίλο που πέθανε απροσδόκητα. Το νησί του Αιόλου βρίσκει την αντιστοιχία του στα γραφεία μιας εφημερίδας, όπου φυσάνε όλοι οι άνεμοι. Οι Σειρήνες είναι τα κορίτσια του μπαρ του Ξενοδοχείου Όρμοντ, στο οποίο καταφεύγει ο Μπλουμ για ένα καθυστερημένο γεύμα και ακούει από τη διπλανή αίθουσα μερικούς φίλους να τραγουδούν με τη συνοδεία  του πιάνου. Η σπηλιά του Κύκλωπα είναι το μπαρ του Μπάρνεϋ Κίερναμ, όπου συχνάζει κάποιος φανατικός εθνικιστής που κατονομάζεται ως Πολίτης και που διακηρύσσει τη μισαλλοδοξία του απέναντι σε καθετί που δεν είναι ιρλανδέζικο και που προκαλεί ένα μικρής έκτασης πογκρόμ στον Μπλουμ ο οποίος είναι εβραϊκής καταγωγής. Η Κίρκη είναι ένα πορνείο της νυχτερινής πόλης, το οποίο επισκέπτεται ο Μπλουμ για να βοηθήσει ένα μισοαπεθαμένο νεαρό που συνάντησε πριν λίγο και που νιώθει γι’ αυτόν ένα ισχυρό αίσθημα πατρικής φροντίδας.

   Η δράση είναι ελάχιστη, όμως η τεχνική του «εσωτερικού μονολόγου» που επινοεί ο συγγραφέας για την έκθεση της αφήγησής του, του παρέχει την δυνατότητα να σχολιάσει με ακρίβεια και με λεπτομέρειες όλο το πλέγμα των σχέσεων των προσώπων που λαμβάνουν μέρος σ’ αυτό το σε μικρογραφία έπος. Ο μεσήλικας κύριος Μπλουμ, καθώς και ο νεαρός Στήβεν Ντένταλους (που παίζει το ρόλο του ομηρικού Τηλέμαχου), ανασυνθέτουν και επανεξετάζουν μέσα στους συλλογισμούς τους όλα τα προβλήματα που θίγει και ο Έλληνας ποιητής. Το ενδιαφέρον του σύγχρονου αναγνώστη εστιάζεται τόσο στις ομοιότητες του μύθου όσο και στις διαφορές και στις ανατροπές του, οι οποίες τον βοηθούν στην εξαγωγή συμπερασμάτων κατ’ αρχήν για μια σύγκριση του κόσμου μας με τον κλασικό κόσμο και δεύτερον για την ανίχνευση της ηθικής και πνευματικής πορείας του σύγχρονου κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε."( από το οπισθόφυλλο)

    Στον πρόλογό του βιβλίου ο μεταφραστής  παραθέτει ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του Στιούαρτ Γκίλμπερτ από το βιβλίο Ο Οδυσσέας του Τζαίημς Τζόυς:
 « Υπάρχουν πολλά χαρακτηριστικά αποσπάσματα που περιέχουν απόηχους από συγγραφείς κάθε φυλής και κάθε εποχής: υπάρχει ένα ολόκληρο επεισόδιο που έχει αποκληθεί « επεισόδιο των παρωδιών», ένα άλλο που, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, είναι γραμμένο στη γλώσσα των περιοδικών για δεσποινίδες, και στην κυρίως αφήγηση του επεισοδίου του « Κύκλωπα» (το οποίο έχει καταγραφεί στο λαϊκό ιδίωμα ενός Δουβλινέζου αργόσχολου) , περιέχονται συχνά αποσπάσματα λαϊκής κινηματογραφικής και δημοσιογραφικής αγγλικής γλώσσας. Σ’ ένα άλλο επεισόδιο, την  «Ιθάκη» , όπου χρησιμοποιείται η δομή της εκκλησιαστικής κατήχησης, οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις είναι τόσο στεγνά ακριβείς και ad nauseam συγκεκριμένες, όσο και η αριστοτέλεια επιμονή στην εξονυχιστική ανάλυση από κάποιο θεολόγο της πρώτης περιόδου. Σε κάθε περίπτωση , λόγω βασίμων και ειδικών λόγων, ο συγγραφέας έχει επιλέξει ένα ύφος κατάλληλο στο θέμα του: το ύφος είναι το θέμα»



Τζαίημς Τζόυς , Οδυσσέας, μετάφραση Σωκράτης Καψάσκης, επιμελητής εκδόσεως Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Κέδρος 1990. 14η έκδοση















Οι φωτογραφίες είναι από το βιβλίο:
 Kieran Hickey, Faithful Departed: The Dublin of James Joyce's Ulysses , The Lilliput Press, Dublin, 2004