Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...
Δημήτρης Γληνός
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Σεφέρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Σεφέρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2020
Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2019
Ο γυρισμός του ξενιτεμένου
- Παλιέ μου φίλε τι γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ' τον τόπο το δικό σου.
- Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ως τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.
- Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά - σιγά θα συνηθίσεις·
θ' ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ' το θόλο των πλατάνων
σιγά - σιγά θα' ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.
- Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ' αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ' τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπω σ' αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ως τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.
- Παλιέ μου φίλε δε μ' ακούς;
σιγά - σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.
- Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τι μου λες
όσο μιλάς τ' ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.
- Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά - σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ' τη γης κι απ' τους ανθρώπους.
- Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεαοανηφόρα.
Αθήνα, άνοιξη '38
Γιώργος Σεφέρης Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 1977, 11η έκδοση
Έφυγε στις 20 Σεπτεμβρίου 1971
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Ερμηνεία :Λάκης Χαλκιάς & Ιωάννα Κιουρκτσόγλου
Δισκογραφία: "Ο Στράτης θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους" 1973.
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ' τον τόπο το δικό σου.
- Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ως τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.
- Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά - σιγά θα συνηθίσεις·
θ' ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ' το θόλο των πλατάνων
σιγά - σιγά θα' ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.
- Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ' αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ' τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπω σ' αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ως τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.
- Παλιέ μου φίλε δε μ' ακούς;
σιγά - σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.
- Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τι μου λες
όσο μιλάς τ' ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.
- Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά - σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ' τη γης κι απ' τους ανθρώπους.
- Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεαοανηφόρα.
Αθήνα, άνοιξη '38
Γιώργος Σεφέρης Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 1977, 11η έκδοση
Έφυγε στις 20 Σεπτεμβρίου 1971
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Ερμηνεία :Λάκης Χαλκιάς & Ιωάννα Κιουρκτσόγλου
Δισκογραφία: "Ο Στράτης θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους" 1973.
Ετικέτες
Γιάννης Μαρκόπουλος
,
Γιώργος Σεφέρης
,
Μελοποιημένη Ποίηση
,
Ποίηση
Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2019
Γιώργος Σεφέρης,"... στη Σκάλα του Βουρλά...ο τόπος όπου βλάστησαν τα παιδικά μου χρόνια"
Η Σμύρνη ήταν το ανυπόφορο σχολειό, τα πεθαμένα βροχερά κυριακάτικα απογέματα πίσω από το τζάμι· η φυλακή. Ένας κόσμος ακατανόητος, ξένος και μισητός. Η Σκάλα ήταν ό,τι αγαπούσα. Όταν κοιτάζω καμιά φορά τα χρόνια εκείνα, δεν υπάρχει, νομίζω, στη Σμύρνη ένα πρόσωπο, ένα τοπίο, μια γωνιά που να θυμηθώ με στοργή. Η Σκάλα ήταν ολωσδιόλου διαφορετική υπόθεση. Όπως στη σκηνή των μυστηρίων του Μεσαίωνα η γης είναι οριζόντια χωρισμένη από τον ουρανό, η Σκάλα ήταν μια περιοχή περιχαρακωμένη, κλειστή, όπου έμπαινα σαν μέσα σ' ένα περιβόλι της Χαλιμάς, όπου όλα ήταν γοητεία. Εκεί, οι άνθρωποι, θαλασσινοί και χωριάτες, ήταν δικοί μου άνθρωποι. Οι δρόμοι, τα δέντρα, τ' ακρογιάλια, ήταν οι δρόμοι, τα δέντρα και τ' ακρογιάλια μιας δικής μου χώρας. Θα μπορούσα και σήμερα να περιγράψω πολύ εύκολα τις πέτρες, τους λάκκους, τους λάκκους, τους φράχτες, τα μονοπάτια με την πιο παραμικρή λεπτομέρεια, χωρίς προσπάθεια της μνήμης· σα να έκανα μιαν απλή αντιγραφή από μιαν εικόνα που έχω μπροστά στα μάτια μου. Θα μπορούσα να πω την έκφραση του προσώπου και την κουβέντα του τάδε θαλασσινού, τη στιγμή που πήδηξε στο μόλο, βρεμένος από το κύμα, και δένει το καΐκι του. Βλέπω το χρώμα της αυγής, νιώθω το αγιάζι της νύχτας, ξέρω ποια φυσιογνωμία θα συναντήσω σαν ξεπεράσω εκείνο το σπίτι· οι κινήσεις του κορμιού μου είναι οι ίδιες μ' εκείνες που έκανα τότε. Ποιος ξέρει, αν η ζωή μου έγινε και ξετυλίχτηκε πάνω σε δυό παράλληλους δρόμους - ένα δρόμο υποχρεώσεων, υπομονής και συμβιβασμών, κι έναν άλλον όπου περπάτησε χωρίς συγκατάβαση, ελεύθερο, το βαθύτερο εγώ μου - είναι γιατί γνώρισα κι έζησα, τα χρόνια εκείνα, δυό κόσμους ξεχωρισμένους καθαρά: τον κόσμο του σπιτιού της πολιτείας και τον κόσμο του σπιτιού της εξοχής.
Λοιπόν, τα τελευταία καλοκαίρια, προτού φύγουμε για την ελεύθερη Ελλάδα, δεν πήγαμε στην εξοχή. Αλλά τα νέα μάς έρχουνταν στυγνά και τραγικά. Τη μια μέρα μαθαίναμε πως οι Τούρκοι είχανε σκοτώσει, σ' ένα νησάκι τρεις ψαράδες που ήταν στη δούλεψη του σπιτιού μας· την άλλη μέρα πως τα ζεϊμπέκια είχανε πατήσει το τάδε χωριό. Ένα βράδυ χτύπησαν την πόρτα. Έτυχε ν' ανοίξω εγώ. Ο θείος μου μπήκε μέσα, κρατώντας από το μπράτσο μια κυρία με μαύρο πανωφόρι, μαύρο καπέλο κι ένα πυκνό βέλο. Πέρασε βιαστικά την αυλή και μπήκε στην τραπεζαρία χωρίς να καλησπερίσει·
- Φώναξε τον πατέρα σου, μου είπε μόνο.
Την άλλη μέρα έμαθα πως η μαυροφορεμένη κυρία ήταν ένας δικός μας αγωγιάτης που τον κυνηγούσαν οι Τούρκοι και που κατάφερε να τρυπώσει στου θείου μου. Πέρασε σπίτι μας τη νύχτα εκείνη. Την άλλη αυγή τον εντύσαμε καρβουνιάρη και τον μπαρκάραμε κρυφά σ' ένα βαπόρι που έφευγε για τον Πειραιά.
Θα είχα να πω πολλές τέτοιες ιστορίες. Όσοι έζησαν τα χρόνια εκείνα στην Τουρκία ξέρουν πως ήταν πολύ συνηθισμένες. Κάποτε, λίγο μετά την ανακωχή του '18, στο Παρίσι, περπατούσα, καθώς νύχτωνε, πίσω από το Λουξεμβούργο, μ' έναν παιδικό μου φίλο, που είχε ζήσει στη Σμύρνη τα χρόνια του πολέμου. Ο δρόμος ήταν έρημος. Ξαφνικά ένιωσα το φίλο μου να τινάζεται προς τα πίσω·
- Είναι περίεργο, είπε, πόσο αργεί κανείς να ξεσυνηθίσει· είδα εκείνο το χωροφύλακα και νόμισα πως ήτανε Τούρκος.
Έτσι ήταν· ξέραμε τι θα πει σκλαβιά.
Γιώργος Σεφέρης, Χειρόγραφο Σεπ.'41, Ίκαρος, Αθήνα 1980, 1η ανατύπωση
Ετικέτες
Γιώργος Σεφέρης
,
Νεοελληνική Λογοτεχνία
,
Σμύρνη
Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015
Ο δικός μας ήλιος
Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μου και δικός σου: τον μοιραστήκαμε
ποιος υποφέρει πίσω από το χρυσαφί μεταξωτό ποιος πεθαίνει;
Μια γυναίκα φώναζε χτυπώντας το στεγνό στήθος της:
" Δειλοί μού πήραν τα παιδιά μου και τα κομμάτιασαν, σεις τα σκοτώσατε
κοιτάζοντας με παράξενες εκφράσεις το βράδυ τις πυγολαμπίδες
αφηρημένοι μέσα σε μια τυφλή συλλογή".
Το αίμα στέγνωνε πάνω στο χέρι που το πρασίνιζε ένα δέντρο
ένας πολεμιστής κοιμότανε σφίγγοντας τη λόγχη που του φώτιζε το πλευρό.
Ήταν δικός μας ο ήλιος, δε βλέπαμε τίποτε πίσω από τα χρυσά κεντίδια
αργότερα ήρθαν οι μαντατοφόροι λαχανιασμένοι βρώμικοι
τραυλίζοντας συλλαβές ακατανόητες
είκοσι μερόνυχτα πάνω στη στέρφα γης και μόνο αγκάθια
είκοσι μερόνυχτα νιώθοντας ματωμένες τις κοιλιές των αλόγων
κι ούτε στιγμή να σταματήσουν για να πιουν το νερό της βροχής.
Είπες να ξεκουραστούν πρώτα κι έπειτα να μιλήσουν,
σε είχε θαμπώσει το φως.
Ξεψύχησαν λέγοντας : " Δεν έχουμε καιρό" γγίζοντας κάτι αχτίδες`
ξεχνούσες πως κανείς δεν ξεκουράζεται.
Ούρλιαζε μια γυναίκα: " Δειλοί" σαν το σκυλί τη νύχτα
θα ήταν ωραία κάποτε σαν εσένα
με στόμα υγρό, τις φλέβες ζωντανές κάτω απ' το δέρμα
με την αγάπη.
Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μας` τον κράτησες ολόκληρο
δε θέλησες να μ' ακολουθήσεις
κι έμαθα τότε αυτά τα πράγματα πίσω από το χρυσάφι
και το μετάξι`
δεν έχουμε καιρό. Σωστά μιλήσαν οι μαντατοφόροι.
Γιώργος Σεφέρης , Ημερολόγιο Καταστρώματος, Α΄ στο Ποιήματα, Ίκαρος 1977 , 11η έκδοση
Στις 24 Οκτωβρίου 1963 ανακοινώθηκε η βράβευση του ποιητή με το Νόμπελ Λογοτεχνίας
ποιος υποφέρει πίσω από το χρυσαφί μεταξωτό ποιος πεθαίνει;
Μια γυναίκα φώναζε χτυπώντας το στεγνό στήθος της:
" Δειλοί μού πήραν τα παιδιά μου και τα κομμάτιασαν, σεις τα σκοτώσατε
κοιτάζοντας με παράξενες εκφράσεις το βράδυ τις πυγολαμπίδες
αφηρημένοι μέσα σε μια τυφλή συλλογή".
Το αίμα στέγνωνε πάνω στο χέρι που το πρασίνιζε ένα δέντρο
ένας πολεμιστής κοιμότανε σφίγγοντας τη λόγχη που του φώτιζε το πλευρό.
Ήταν δικός μας ο ήλιος, δε βλέπαμε τίποτε πίσω από τα χρυσά κεντίδια
αργότερα ήρθαν οι μαντατοφόροι λαχανιασμένοι βρώμικοι
τραυλίζοντας συλλαβές ακατανόητες
είκοσι μερόνυχτα πάνω στη στέρφα γης και μόνο αγκάθια
είκοσι μερόνυχτα νιώθοντας ματωμένες τις κοιλιές των αλόγων
κι ούτε στιγμή να σταματήσουν για να πιουν το νερό της βροχής.
Είπες να ξεκουραστούν πρώτα κι έπειτα να μιλήσουν,
σε είχε θαμπώσει το φως.
Ξεψύχησαν λέγοντας : " Δεν έχουμε καιρό" γγίζοντας κάτι αχτίδες`
ξεχνούσες πως κανείς δεν ξεκουράζεται.
Ούρλιαζε μια γυναίκα: " Δειλοί" σαν το σκυλί τη νύχτα
θα ήταν ωραία κάποτε σαν εσένα
με στόμα υγρό, τις φλέβες ζωντανές κάτω απ' το δέρμα
με την αγάπη.
Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μας` τον κράτησες ολόκληρο
δε θέλησες να μ' ακολουθήσεις
κι έμαθα τότε αυτά τα πράγματα πίσω από το χρυσάφι
και το μετάξι`
δεν έχουμε καιρό. Σωστά μιλήσαν οι μαντατοφόροι.
Γιώργος Σεφέρης , Ημερολόγιο Καταστρώματος, Α΄ στο Ποιήματα, Ίκαρος 1977 , 11η έκδοση
Στις 24 Οκτωβρίου 1963 ανακοινώθηκε η βράβευση του ποιητή με το Νόμπελ Λογοτεχνίας
Ετικέτες
Γιώργος Σεφέρης
,
Νεοελληνική Λογοτεχνία
,
Ποίηση
,
Aφιερώματα
Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2015
"Άφησε τα χέρια σου αν μπορείς, να ταξιδέψουν εδώ στην κόχη του καιρού με το καράβι που άγγιξε τον ορίζοντα..."
Μέσα στον πυρετό μιας ακόμα εκλογικής μάχης , που το αποτέλεσμα της έτσι όπως προδιαγράφεται δεν θα φέρει καμία θετική ανατροπή για τη ζωή μας αλλά τον πέλεκυ στα κεφάλια μας(θα μας τα πάρουν είτε ΣΥΡΙΖΑ είτε αλλιώς!) μνημονεύω τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη που έφυγε σαν σήμερα το 1971. Αν και ένας άλλος ποιητής , ο Μανώλης Αναγνωστάκης γράφει :
Εντούτοις η ποίηση παραμένει πάντα ένα καταφύγιο σε δύσκολους καιρούς. Με δυο ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη "ταξιδεύουμε":
Σκύψε αν μπορείς στη θάλασσα τη σκοτεινή ξεχνώντας
τον ήχο μιας φλογέρας πάνω σε πόδια γυμνά
που πάτησαν τον ύπνο σου στην άλλη ζωή τη βυθισμένη.
Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο
τη μέρα τ' όνομα τον τόπο
και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει.
Βρεθήκαμε γυμνοί πάνω στην αλαφρόπετρα
κοιτάζοντας τ' αναδυόμενα νησιά
κοιτάζοντας τα κόκκινα νησιά να βυθίζουν
στον ύπνο τους, στον ύπνο μας.
Εδώ βρεθήκαμε γυμνοί κρατώντας
τη ζυγαριά που βάραινε κατά το μέρος
της αδικίας.
Φτέρνα της δύναμης θέληση ανίσκιωτη λογαριασμένη αγάπη
στον ήλιο του μεσημεριού σχέδια που ωριμάζουν,
δρόμος της μοίρας με το χτύπημα της νέας παλάμης στην ωμοπλάτη`
στον τόπο που σκορπίστηκε που δεν αντέχει
στον τόπο που ήταν κάποτε δικός μας
βουλιάζουν τα νησιά σκουριά και στάχτη.
Βωμοί γκρεμισμένοι
κι οι φίλοι ξεχασμένοι
φύλλα της φοινικιάς στη λάσπη.
Άφησε τα χέρια σου αν μπορείς, να ταξιδέψουν
εδώ στην κόχη του καιρού με το καράβι
που άγγιξε τον ορίζοντα.
Όταν ο κύβος χτύπησε την πλάκα
όταν η λόγχη χτύπησε το θώρακα
όταν το μάτι γνώρισε τον ξένο
και στέγνωσε η αγάπη
μέσα σε τρύπιες ψυχές`
όταν κοιτάζεις γύρω σου και βρίσκεις
κύκλο τα πόδια θερισμένα
κύκλο τα χέρια πεθαμένα
κύκλο τα μάτια σκοτεινά`
όταν δε μένει πια ούτε να διαλέξεις
το θάνατο που γύρευες δικό σου,
ακούγοντας μια κραυγή
ακόμα και του λύκου την κραυγή,
το δίκιο σου`
άφησε τα χέρια σου αν αν μπορείς να ταξιδέψουν
ξεκόλλησε απ' τον άπιστο καιρό
και βούλιαξε,
βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες.
Δωσ' μου τα χέρια σου, δώσ' μου τα χέρια σου,
δώσ' μου τα χέρια σου.
Είδα μέσα στη νύχτα
τη μυτερή κορυφή του βουνού
είδα τον κάμπο πέρα πλημμυρισμένο
με το φως ενός αφανέρωτου φεγγαριού
είδα, γυρίζοντας το κεφάλι
τις μαύρες πέτρες συσπειρωμένες
και τη ζωή μου τεντωμένη σα χορδή
αρχή και τέλος
η τελευταία στιγμή
τα χέρια μου.
Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες`
τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.
Πληγωμένος από το δικό μου χώμα
τυραννισμένος από το δικό μου πουκάμισο
καταδικασμένος απ' τους δικούς μου θεούς,
τούτες τις πέτρες.
Ξέρω πως δεν ξέρουν, αλλά εγώ
που ακολούθησα τόσες φορές
το δρόμο απ' το φονιά στο σκοτωμένο
απ' το σκοτωμένο στην πληρωμή
κι από την πληρωμή στον άλλο φόνο,
ψηλαφώντας
την ανεξάντλητη πορφύρα
το βράδυ εκείνο του γυρισμού
που άρχισαν να σφυρίζουν οι Σεμνές
στο λιγοστό χορτάρι -
είδα τα φίδια σταυρωτά με τις οχιές
πλεγμένα πάνω στην κακή γενιά
τη μοίρα μας
Φωνές από την πέτρα από τον ύπνο
βαθύτερες εδώ που ο κόσμος σκοτεινιάζει,
μνήμη του μόχθου ριζωμένη στο ρυθμό
που χτύπησε τη γης με πόδια
λησμονημένα.
Σώματα βυθισμένα στα θεμέλια
του άλλου καιρού, γυμνά. Μάτια
προσηλωμένα προσηλωμένα, σ' ένα σημάδι
που όσο κι αν θέλεις δεν το ξεχωρίζεις`
η ψυχή
που μάχεται για να γίνει ψυχή σου.
Μήτε κι η σιωπή είναι πια δική σου
εδώ που σταματήσαν οι μυλόπετρες.
Οχτώβρης 1935
Γιώργος Σεφέρης, Γυμνοπαιδίαι, Ποιήματα, Ίκαρος 2014 , νέα έκδοση
*Μανόλης Αναγνωστάκης Τα Ποιήματα(1941 - 1971), Νεφέλη, Αθήνα 2000
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Κι όχι αυταπάτες προπαντός.
Το πολύ - πολύ να τους εκλάβεις σα δυό θαμπούς
προβολείς μες στην ομίχλη
Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν
με τη μοναδική λέξη : ζω.
" Γιατί ", όπως πολύ σωστά είπε κάποτε
κι ο φίλος μου ο Τίτος,
" Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες
Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα".
Έστω.
Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.*
Εντούτοις η ποίηση παραμένει πάντα ένα καταφύγιο σε δύσκολους καιρούς. Με δυο ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη "ταξιδεύουμε":
Κωνσταντίνος Μαλέας Σαντορίνη
Α' ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ
τον ήχο μιας φλογέρας πάνω σε πόδια γυμνά
που πάτησαν τον ύπνο σου στην άλλη ζωή τη βυθισμένη.
Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο
τη μέρα τ' όνομα τον τόπο
και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει.
Βρεθήκαμε γυμνοί πάνω στην αλαφρόπετρα
κοιτάζοντας τ' αναδυόμενα νησιά
κοιτάζοντας τα κόκκινα νησιά να βυθίζουν
στον ύπνο τους, στον ύπνο μας.
Εδώ βρεθήκαμε γυμνοί κρατώντας
τη ζυγαριά που βάραινε κατά το μέρος
της αδικίας.
Φτέρνα της δύναμης θέληση ανίσκιωτη λογαριασμένη αγάπη
στον ήλιο του μεσημεριού σχέδια που ωριμάζουν,
δρόμος της μοίρας με το χτύπημα της νέας παλάμης στην ωμοπλάτη`
στον τόπο που σκορπίστηκε που δεν αντέχει
στον τόπο που ήταν κάποτε δικός μας
βουλιάζουν τα νησιά σκουριά και στάχτη.
Βωμοί γκρεμισμένοι
κι οι φίλοι ξεχασμένοι
φύλλα της φοινικιάς στη λάσπη.
Άφησε τα χέρια σου αν μπορείς, να ταξιδέψουν
εδώ στην κόχη του καιρού με το καράβι
που άγγιξε τον ορίζοντα.
Όταν ο κύβος χτύπησε την πλάκα
όταν η λόγχη χτύπησε το θώρακα
όταν το μάτι γνώρισε τον ξένο
και στέγνωσε η αγάπη
μέσα σε τρύπιες ψυχές`
όταν κοιτάζεις γύρω σου και βρίσκεις
κύκλο τα πόδια θερισμένα
κύκλο τα χέρια πεθαμένα
κύκλο τα μάτια σκοτεινά`
όταν δε μένει πια ούτε να διαλέξεις
το θάνατο που γύρευες δικό σου,
ακούγοντας μια κραυγή
ακόμα και του λύκου την κραυγή,
το δίκιο σου`
άφησε τα χέρια σου αν αν μπορείς να ταξιδέψουν
ξεκόλλησε απ' τον άπιστο καιρό
και βούλιαξε,
βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες.
Β' ΜΥΚΗΝΕΣ
Δωσ' μου τα χέρια σου, δώσ' μου τα χέρια σου,
δώσ' μου τα χέρια σου.
Είδα μέσα στη νύχτα
τη μυτερή κορυφή του βουνού
είδα τον κάμπο πέρα πλημμυρισμένο
με το φως ενός αφανέρωτου φεγγαριού
είδα, γυρίζοντας το κεφάλι
τις μαύρες πέτρες συσπειρωμένες
και τη ζωή μου τεντωμένη σα χορδή
αρχή και τέλος
η τελευταία στιγμή
τα χέρια μου.
Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες`
τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.
Πληγωμένος από το δικό μου χώμα
τυραννισμένος από το δικό μου πουκάμισο
καταδικασμένος απ' τους δικούς μου θεούς,
τούτες τις πέτρες.
Ξέρω πως δεν ξέρουν, αλλά εγώ
που ακολούθησα τόσες φορές
το δρόμο απ' το φονιά στο σκοτωμένο
απ' το σκοτωμένο στην πληρωμή
κι από την πληρωμή στον άλλο φόνο,
ψηλαφώντας
την ανεξάντλητη πορφύρα
το βράδυ εκείνο του γυρισμού
που άρχισαν να σφυρίζουν οι Σεμνές
στο λιγοστό χορτάρι -
είδα τα φίδια σταυρωτά με τις οχιές
πλεγμένα πάνω στην κακή γενιά
τη μοίρα μας
Φωνές από την πέτρα από τον ύπνο
βαθύτερες εδώ που ο κόσμος σκοτεινιάζει,
μνήμη του μόχθου ριζωμένη στο ρυθμό
που χτύπησε τη γης με πόδια
λησμονημένα.
Σώματα βυθισμένα στα θεμέλια
του άλλου καιρού, γυμνά. Μάτια
προσηλωμένα προσηλωμένα, σ' ένα σημάδι
που όσο κι αν θέλεις δεν το ξεχωρίζεις`
η ψυχή
που μάχεται για να γίνει ψυχή σου.
Μήτε κι η σιωπή είναι πια δική σου
εδώ που σταματήσαν οι μυλόπετρες.
Οχτώβρης 1935
Γιώργος Σεφέρης, Γυμνοπαιδίαι, Ποιήματα, Ίκαρος 2014 , νέα έκδοση
*Μανόλης Αναγνωστάκης Τα Ποιήματα(1941 - 1971), Νεφέλη, Αθήνα 2000
Ετικέτες
Αφιερώματα
,
Γιώργος Σεφέρης
,
Μανόλης Αναγνωστάκης
,
Νεοελληνική Λογοτεχνία
,
Ποίηση
Δευτέρα 13 Ιουλίου 2015
"Φτωχή Πατρίδα, στα μάγουλά σου μαχαίρια γράφουνε το γολγοθά σου`..."
Τράβα αγωγιάτη, καρότσα τράβα,
τράβα να φτάσουμε γοργά στην Κάβα!
Φύσα βαπόρι, βόα μηχανή,
να' ρθούμε πρώτοι εμείς! - οι στερνοί.
Τα στερνοπαίδια και τ' αποσπόρια
και τ' αποβράσματα και τ' αποφόρια
μιας μάχης που ήτανε γι' άλλα κορμιά
για μάτια αλλιώτικα κι άλλη καρδιά.
Πολιτικάντηδες, καραβανάδες,
ψιλικατζήδες, κολλυβιστάδες,
μούργοι, μουνούχοι και θηλυκά-
τράβα αγωγιάτη! βάρα αμαξά!
Φτωχή Πατρίδα, στα μάγουλά σου
μαχαίρια γράφουνε το γολγοθά σου`
μάνα λιοντόκαρδη, μάνα ορφανή,
κοίτα αν αντέχεις τέτοια πομπή:
το ματσαράγκα, το φαταούλα
με μπογαλάκια και με μπαούλα`
τη χύτρα που έβραζε κάθε βρωμιά
λες και την άδειασαν όλη μεμιά
σ' αυτούς ανάμεσα τους ήπιους λόφους
όπου μας κλείσανε σαν υποτρόφους
ενός αδιάντροπου φρενοβλαβή
που στο βραχνά του παραμιλεί.
Δες το σελέμη, δες και το φάντη
πώς θυμιατίζουνε τον ιεροφάντη
που ρητορεύεται λειτουργικά
μπρος στα πιστά του μυριστικά
Μαυραγορίτες από τα Νάφια
της προσφυγιάς μας άθλια συνάφια,
γύφτοι ξετσίπωτοι κι αρπαχτικοί,
λένε, πατρίδα, πως πάνε εκεί
στα χώματα σου τα λαβωμένα
γιατί μαράζωσαν, τάχα, στα ξένα
και δεν μπορούνε χωρίς εσέ -
οι φαύλοι: τρέχουνε για το λουφέ.
Cava dei Tirreni, 7.10.1944
Γιώργος Σεφέρης , Ποιήματα , Ίκαρος 2014 , νέα έκδοση
Ετικέτες
Γιώργος Σεφέρης
,
Νεοελληνική Λογοτεχνία
,
Ποίηση
Τετάρτη 1 Ιουλίου 2015
"Εγώ είμαι ο τόπος σου` ίσως να μην είμαι κανείς αλλά μπορώ να γίνω αυτό που θέλεις".
Άργησα χρόνια στα βουνά`
με τύφλωσαν οι πυγολαμπίδες.
Τώρα σε τούτο τ' ακρογιάλι περιμένω
ν' αράξει ένας άνθρωπος
ένα υπόλειμμα, μια σχεδία.
Μα μπορεί να κακοφορμίσει η θάλασσα;
Ένα δελφίνι την έσκησε μια φορά
κι ακόμη μια φορά
η άκρη του φτερού ενός γλάρου.
Κι όμως ήταν γλυκό το κύμα
όπου έπεφτα παιδί και κολυμπούσα
κι ακόμη σαν ήμουν παλικάρι
καθώς έψαχνα σχήματα στα βότσαλα
γυρεύοντας ρυθμούς,
μου μίλησε ο Θαλασσινός Γέρος:
"Εγώ είμαι ο τόπος σου`
ίσως να μην είμαι κανείς
αλλά μπορώ να γίνω αυτό που θέλεις".
Γιώργος Σεφέρης , Επί σκηνής (Δ΄), στο Ποιήματα, νέα έκδοση, Ίκαρος , Αθήνα 2014
ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!
Ετικέτες
Γιώργος Σεφέρης
,
Νεοελληνική Λογοτεχνία
,
Ποίηση
Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015
Ο Γιώργος Σεφέρης για τον Άγγελο Σικελιανό
Ο θάνατος του ποιητή είναι η συντέλεια μιας γέννησης. Ο Άγγελος Σικελιανός έπεσε` το έργο του τώρα, έξω από τον ήσκιο του μεγάλου άντρα, υψώνεται ακέριο, κατορθωμένο μέσα στο απόλυτο φως,
Σα μυγδαλιά που είναι ντυμένη μόνο μ' άνθια,
δίχως φύλλο πουθενά,
θάμπος λευκό ως τα βάθη των φρενών,
ολάνθιστη σιωπή!
Καθώς αναμετρούμε το βαθύτατο λάκκο που άνοιξε, πέφτοντας ανάμεσά μας, ο Άγγελος Σικελιανός, αυτή την ολάνθιστη σιωπή μιας γέννησης συλλογίζομαι. Είναι δύσκολο να εξηγήση κανείς όταν βρίσκεται πολύ κοντά στη συγκίνηση. Κι όμως, καθώς προσπαθώ να συγκρατήσω όσο μπορώ πάνω στη γη μας την ανθρώπινη παρουσία του, συλλογίζομαι ακόμη πως ήταν εκείνος που έβαλε όλη την ορμή της ψυχής του για ν' αγκαλιάσει τη ζωή και το θάνατο μαζί. Δεν ξέρω αν υπάρχει μορφή που να ξυπνά μέσα μας τόσες εικόνες επιταφίων και αναστάσεων` ήμουν έτοιμος να πω πως το έργο του θα μπορούσε να πλαισιωθεί με την υψηλότερη μορφή της άνοιξης που ξέρω: με μιαν ελληνική Μεγάλη Εβδομάδα.
Καθώς περνούν τα χρόνια και με τη βοήθεια των ποιητών μας αρχίζουμε και υποψιαζόμαστε πόσο βαθιά μπορούν και πάνε οι αντίλαλοι της παράδοσής μας, ξεκαθαρίζουμε σιγά σιγά ποια είναι τα πράγματα που μας ξεχωρίζουν μέσα στον κόσμο που ζούμε. Βλέπουμε κάποτε πως τα αισθήματά μας, όταν είναι πραγματικά, τα σύμβολα της λατρείας μας, όταν πρόκειται για πραγματική λατρεία, τα ορμέμφυτά μας, επειδή ταξίδεψαν τόσο πολύ μέσα στο χρόνο και στις γενεές, επειδή ριζοβόλησαν όχι μόνο ανάμεσά μας, αλλά και σημαντικά μακρύτερά μας, έχουν ένα αρμονικό πλούτο πολύ πλατύ κι έναν τόνο κάποτε εξαιρετικά ιδιόμορφο. Πόσο ιδιόμορφο, μπορεί να το λογαριάσει κανείς όταν συλλογιστεί τους μεγάλους ποιητές που είχαμε τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια. Αν τους φανταστεί κανείς αυτούς τους ανθρώπους σαν τα σημεία που προσδιορίζουν τον ορίζοντα μιας ιδέας, της ελληνικής ιδέας, αν προσπαθήσει να προσέξει πόσο ιδιότροπα διαφορετικοί και συνάμα πόσο σύμφωνοι είναι, ίσως και νιώσει το πλάτος και τη φυσιογνωμία του πνευματικού μας χώρου. Πάντα πιστός στον εαυτό του, θα λέγαμε, κι ωστόσο μυστικός και αντιφατικός σαν όλα τα πράγματα όπου σφύζει η ζωή.
Η παράδοσή μας είναι γεμάτη αντιθέσεις. Οι επιφανείς άντρες τις αρμονίζουν. Στην Ελλάδα και ο Διόνυσος είναι Εσταυρωμένος. Αλλά χρειάστηκε η δυνατή πίεση της φωνής του Σικελιανού για να σαρκωθεί σε μιαν ενότητα ο λόγος:
Γλυκό μου βρέφος, Διόνυσέ μου και Χριστέ μου...
Έτσι συλλογίζομαι και τη μορφή της Μητέρας του Θεού που είναι τόσο κοντά του` συλλογίζομαι όνειρα σαν το ακόλουθο που πρέπει να έχουν πάρει το χρώμα τους από το παιδικό εικονοστάσι:
...είδα τον πατέρα μου απλωμένο δίπλα μου,
βγαίνοντας ξάφνου απάνωθέ του το σεντόνι,
ολόγυμνος να πεταχτεί στα μάτια μου μπροστά,
ωραιότερος,
μεστότερος,
με σάρκα ωσάν τριαντάφυλλο,
όλο φως,
και να μου πει:
" Γιε μου, ελυτρώθηκα..."
Και προσπαθώ να κοιτάξω το θρησκευτικό αίσθημα του Σικελιανού να ξεκινά από τη λευκαδίτικη πατρογονική του χριστιανοσύνη , να προχωρεί και να θρέφεται με όλες τις ανάσες της ελληνικής γης, ν' απλώνεται και ν' αφομοιώνει μύθους που τους πιστεύαμε τελειωτικά πεθαμένους, να κινείται ανάμεσα στον Διόνυσο και τον Άδη, που είναι το ίδιο, καθώς το θέλει ο Ηράκλειτος, και να ποθεί ολοένα μιαν ανάσταση, ένα ξαναγέννημα: την " Άνω Ελλάδα".
Στα χρόνια που ο Σικελιανός είναι ακόμη έφηβος, ολόκληρος ο πνευματικός μας κόσμος κεντρίζεται από αυτόν τον πόθο:
Στο νου των νέων Ελλήνων,
όπου λούζεται στο νέο
ρόδινο φως βαθιά,
παίζεται κάποια μίμηση
της πάλης του άνηβου Θεού,
του νέου Απόλλωνα,
όταν σκότωσε τον Πύθωνα...
Είναι η εποχή του Παλαμά, αλλ' ανάμεσα στις τόσες μορφές της εποχής εκείνης θα ήθελα ν' αναφέρω μόνο τον Περικλή Γιαννόπουλο, έτσι καθώς ο ίδιος ο Σικελιανός τον ιστορίζει. Του μοιάζει σαν αδερφός:
Κι η αγάπη του όμορφου κορμιού και του ήλιου,
της ρυθμισμένης δύναμης που δείχνει
την ομορφιά δίχως κανένα αγώνα,
με μόνον ένα σάλεμα, με μόνον
ένα ήσυχο χαμόγελο, με μόνον
ένα γοργό και ένα καθάριο γέλιο,
σαν κοράκου κραυγή μες στης αβύσσου
των αττικών ουράνιων τη γλαυκότη,
καθάρια κι ασυντρόφευτη αναζούσε
στο σάλεμα και στο χαμόγελό του,
ω Αττική, - και κανένας τα λεπτά σου
τα μύρα δεν ανάσανε με τόσον
αρχοντική την αίστηση, κανένας
τ' ανέλπιστά σου χρώματα δεν πήρε
να κλείσει πιο σφιχτά στα βλέφαρά του,
και το λιτό σου πνέμα να σαρκώσει
τριγύρα μας δεν ξέραμε κανένα
να μοιάζει πιο πολύ με την ελιά σου,
με το ξανθό τ' αστάχυ σου, κι ακόμα
με τα κιτρινισμένα μάρμαρά σου...
Αλλά ο Σικελιανός ήταν πολύ πιο ρωμαλέος δημιουργός. Αν είχε μέσα του κι αυτός τη λαχτάρα που έκαιγε τον Γιαννόπουλο και τον οδήγησε καβαλάρη στο θαλασσινό του τάφο, μπόρεσε ωστόσο, με τον Διόνυσο ακέριο μέσα στις φλέβες του, ν' αναστήσει μια ζωή παρούσα από τα πιο μακρυνά άδυτα της παράδοσής μας. Στη φωνή του ένας ολόκληρος κόσμος ξεχασμένος, ενταφιασμένος, εγείρεται, σαν δεύτερη παρουσία ριζωμένη σε μιαν ελληνική φύση που ανασαίνει με όλη τη δρόσο της πρώτης ματιάς, ριζωμένη στις αισθήσεις του ανθρώπου.
Ο Σικελιανός είναι χωρίς διάσπαση, χωρίς διάθλαση. Και όπως δεν παραδέχεται να χωρίσει το θάνατο από την πιο θερμή στιγμή της ζωής, όπως δεν παραδέχεται να χωρίσει το σώμα του από το σώμα του τόπου του, έτσι αγωνίζεται να ενώσει τον κόσμο των θεών και τον κόσμο των ανθρώπων. Υπάρχει στον Σικελιανό ένας ιερός ελληνικός ενανθρωπισμός.
...και λέμε η γη να σμίξει με τ' αστέρια
μπορεί, ως βαθύ χωράφι με χωράφι
στάχυα να θρέψει κι ο ουρανός` πατέρα,
τις ώρες που βαραίνει στην καρδιά μας
της ζωής η πίκρα μ' όλο της το βάρος...
Όμως η πρόθεση μου δεν ήταν ν' ανιστορήσω την ποίηση του Σικελιανού. Ήθελα μόνο να κρατηθώ για λίγο ακόμη κοντά στο φίλο που εχάσαμε.
Τον συνάντησα αργά στην ζωή. Λέω πως το φταίξιμο πρέπει να ήταν δικό μου. Θαρρώ πως το πραγματικό συναπάντημά μας έγινε όταν πρωτοδιάβασα σε χειρόγραφο την " Ιερά Οδό".
Από τη νέα πληγή που μ' άνοιξεν η μοίρα
έμπαιν' ο ήλιος θαρρούσα στην καρδιά μου
με τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπως
από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι που ολοένα
βουλιάζει...
Θυμούμαι με μεγάλη ευγνωμοσύνη τη δροσερή συγκίνηση που μου είχε δώσει αυτός ο μεστός τόνος, κάπως τραυματισμένος στην ευρωστία του. Έπειτα, όσες φορές έτυχε να τον ιδώ στην ύπαιθρο, ή ν' ακούσω χωρικούς να μιλούν για το πέρασμά του, πάντα τον συλλογιζόμουνα, με το καλογερίστικο ραβδί του της Φανερωμένης, να ξεκινά από αυτόν τον δρόμο της Ψυχής, όπως τον λέει, που ήταν και ο τελευταίος δρόμος του Γιαννόπουλου. Μ' άρεσε να θαυμάζω αυτόν τον άρχοντα της λαλιάς μας μέσα στην ελληνική φύση, που την εζούσε με τόσην οικειότητα, που την άγγιζε βουνά, μάρμαρα, ακρογιάλια, όπως ένας βοσκός αγγίζει τα γνώριμα αντικείμενα της καλύβας του. Μ' άρεσε ο τρόπος που τον αγαπούσαν οι απλοί άνθρωποι του βουνού και του κάμπου που τον έλεγαν Κυρ Άγγελο. Με συγκινούσε αυτή η ζωή που είχε κατορθώσει ένα τόσο σπάνιο πράγμα, να είναι καθαρή από κάθε κακομοιριά και στα μικρά και στα μεγάλα.
Έτσι τον ένιωσα ακόμη τα τελευταία χρόνια, όσες φορές η τύχη μού έδωσε την άδεια να τον ιδώ στο μακρύ χαροπάλεμά του. Γιατί η μοίρα αυτού του ανθρώπου που είπε ξεκινώντας " η μόνη μέθοδο είν' ο θάνατος", θέλησε να ζήσει για ένα μακρύ διάστημα στο κεφαλόσκαλο του κάτω κόσμου. Το έζησε κι αυτό, όπως όλα, με την ίδια μεγαλόκαρδη ευφροσύνη, με τον ίδιο αέρα που ήξερε να διαλέξει και να χαρίσει ένα τριαντάφυλλο. Τον θυμούμαι ένα βράδυ στο σπίτι του ύστερ' από ένα μεγάλο χτύπημα που έμοιαζε να είναι το τελευταίο αυτού του λαβωμένου λιονταριού. " Είδα" μου είπε " το απόλυτο μαύρο. Ήταν ανέκφραστα ωραίο." Ξεκινούσα για ένα μακρύ ταξίδι` δεν ήξερα αν θα τον ξαναέβλεπα. Ένιωσα τα φτερά ενός μεγάλου αγγέλου να τρέμουν μέσα στο δωμάτιο. Ήταν σαν να μας άγγιξε η πνοή πραγμάτων που δεν είδαμε ποτέ μας κι όμως τ' αγαπούμε πάνω από κάθε άλλο στη ζωή - το ύφος μιας Ελλάδας που γυρεύουμε με τόσο πάθος και που τόσο λίγοι προσεγγίζουν.
Βγαίνοντας ψιθύρισα την τελευταία στροφή του "Μεγάλου Νόστου":
Γιατί το ξέρω` πιο βαθιά κι απ' το πηχτόν αστρόφως,
κρυμμένος σαν αετός,
με περιμένει, εκεί που πια ο θείος αρχίζει ζόφος,
ο π ρ ώ τ ο ς μ ο υ ε α υ τ ό ς....
Κοίταζα την ανάσταση των άστρων.
Γιώργου Σεφέρη , Εκλογή από τις "Δοκιμές" , εκδόσεις Γαλαξία, Αθήνα 1966
Ήταν 19 Ιούνη του 1951 όταν ο Κυρ Άγγελος πέρασε στο απόλυτο μαύρο, το ανέκφραστα ωραίο.
Σα μυγδαλιά που είναι ντυμένη μόνο μ' άνθια,
δίχως φύλλο πουθενά,
θάμπος λευκό ως τα βάθη των φρενών,
ολάνθιστη σιωπή!
Καθώς αναμετρούμε το βαθύτατο λάκκο που άνοιξε, πέφτοντας ανάμεσά μας, ο Άγγελος Σικελιανός, αυτή την ολάνθιστη σιωπή μιας γέννησης συλλογίζομαι. Είναι δύσκολο να εξηγήση κανείς όταν βρίσκεται πολύ κοντά στη συγκίνηση. Κι όμως, καθώς προσπαθώ να συγκρατήσω όσο μπορώ πάνω στη γη μας την ανθρώπινη παρουσία του, συλλογίζομαι ακόμη πως ήταν εκείνος που έβαλε όλη την ορμή της ψυχής του για ν' αγκαλιάσει τη ζωή και το θάνατο μαζί. Δεν ξέρω αν υπάρχει μορφή που να ξυπνά μέσα μας τόσες εικόνες επιταφίων και αναστάσεων` ήμουν έτοιμος να πω πως το έργο του θα μπορούσε να πλαισιωθεί με την υψηλότερη μορφή της άνοιξης που ξέρω: με μιαν ελληνική Μεγάλη Εβδομάδα.
Καθώς περνούν τα χρόνια και με τη βοήθεια των ποιητών μας αρχίζουμε και υποψιαζόμαστε πόσο βαθιά μπορούν και πάνε οι αντίλαλοι της παράδοσής μας, ξεκαθαρίζουμε σιγά σιγά ποια είναι τα πράγματα που μας ξεχωρίζουν μέσα στον κόσμο που ζούμε. Βλέπουμε κάποτε πως τα αισθήματά μας, όταν είναι πραγματικά, τα σύμβολα της λατρείας μας, όταν πρόκειται για πραγματική λατρεία, τα ορμέμφυτά μας, επειδή ταξίδεψαν τόσο πολύ μέσα στο χρόνο και στις γενεές, επειδή ριζοβόλησαν όχι μόνο ανάμεσά μας, αλλά και σημαντικά μακρύτερά μας, έχουν ένα αρμονικό πλούτο πολύ πλατύ κι έναν τόνο κάποτε εξαιρετικά ιδιόμορφο. Πόσο ιδιόμορφο, μπορεί να το λογαριάσει κανείς όταν συλλογιστεί τους μεγάλους ποιητές που είχαμε τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια. Αν τους φανταστεί κανείς αυτούς τους ανθρώπους σαν τα σημεία που προσδιορίζουν τον ορίζοντα μιας ιδέας, της ελληνικής ιδέας, αν προσπαθήσει να προσέξει πόσο ιδιότροπα διαφορετικοί και συνάμα πόσο σύμφωνοι είναι, ίσως και νιώσει το πλάτος και τη φυσιογνωμία του πνευματικού μας χώρου. Πάντα πιστός στον εαυτό του, θα λέγαμε, κι ωστόσο μυστικός και αντιφατικός σαν όλα τα πράγματα όπου σφύζει η ζωή.
Η παράδοσή μας είναι γεμάτη αντιθέσεις. Οι επιφανείς άντρες τις αρμονίζουν. Στην Ελλάδα και ο Διόνυσος είναι Εσταυρωμένος. Αλλά χρειάστηκε η δυνατή πίεση της φωνής του Σικελιανού για να σαρκωθεί σε μιαν ενότητα ο λόγος:
Γλυκό μου βρέφος, Διόνυσέ μου και Χριστέ μου...
Έτσι συλλογίζομαι και τη μορφή της Μητέρας του Θεού που είναι τόσο κοντά του` συλλογίζομαι όνειρα σαν το ακόλουθο που πρέπει να έχουν πάρει το χρώμα τους από το παιδικό εικονοστάσι:
...είδα τον πατέρα μου απλωμένο δίπλα μου,
βγαίνοντας ξάφνου απάνωθέ του το σεντόνι,
ολόγυμνος να πεταχτεί στα μάτια μου μπροστά,
ωραιότερος,
μεστότερος,
με σάρκα ωσάν τριαντάφυλλο,
όλο φως,
και να μου πει:
" Γιε μου, ελυτρώθηκα..."
Και προσπαθώ να κοιτάξω το θρησκευτικό αίσθημα του Σικελιανού να ξεκινά από τη λευκαδίτικη πατρογονική του χριστιανοσύνη , να προχωρεί και να θρέφεται με όλες τις ανάσες της ελληνικής γης, ν' απλώνεται και ν' αφομοιώνει μύθους που τους πιστεύαμε τελειωτικά πεθαμένους, να κινείται ανάμεσα στον Διόνυσο και τον Άδη, που είναι το ίδιο, καθώς το θέλει ο Ηράκλειτος, και να ποθεί ολοένα μιαν ανάσταση, ένα ξαναγέννημα: την " Άνω Ελλάδα".
Στα χρόνια που ο Σικελιανός είναι ακόμη έφηβος, ολόκληρος ο πνευματικός μας κόσμος κεντρίζεται από αυτόν τον πόθο:
Στο νου των νέων Ελλήνων,
όπου λούζεται στο νέο
ρόδινο φως βαθιά,
παίζεται κάποια μίμηση
της πάλης του άνηβου Θεού,
του νέου Απόλλωνα,
όταν σκότωσε τον Πύθωνα...
Είναι η εποχή του Παλαμά, αλλ' ανάμεσα στις τόσες μορφές της εποχής εκείνης θα ήθελα ν' αναφέρω μόνο τον Περικλή Γιαννόπουλο, έτσι καθώς ο ίδιος ο Σικελιανός τον ιστορίζει. Του μοιάζει σαν αδερφός:
Κι η αγάπη του όμορφου κορμιού και του ήλιου,
της ρυθμισμένης δύναμης που δείχνει
την ομορφιά δίχως κανένα αγώνα,
με μόνον ένα σάλεμα, με μόνον
ένα ήσυχο χαμόγελο, με μόνον
ένα γοργό και ένα καθάριο γέλιο,
σαν κοράκου κραυγή μες στης αβύσσου
των αττικών ουράνιων τη γλαυκότη,
καθάρια κι ασυντρόφευτη αναζούσε
στο σάλεμα και στο χαμόγελό του,
ω Αττική, - και κανένας τα λεπτά σου
τα μύρα δεν ανάσανε με τόσον
αρχοντική την αίστηση, κανένας
τ' ανέλπιστά σου χρώματα δεν πήρε
να κλείσει πιο σφιχτά στα βλέφαρά του,
και το λιτό σου πνέμα να σαρκώσει
τριγύρα μας δεν ξέραμε κανένα
να μοιάζει πιο πολύ με την ελιά σου,
με το ξανθό τ' αστάχυ σου, κι ακόμα
με τα κιτρινισμένα μάρμαρά σου...
Αλλά ο Σικελιανός ήταν πολύ πιο ρωμαλέος δημιουργός. Αν είχε μέσα του κι αυτός τη λαχτάρα που έκαιγε τον Γιαννόπουλο και τον οδήγησε καβαλάρη στο θαλασσινό του τάφο, μπόρεσε ωστόσο, με τον Διόνυσο ακέριο μέσα στις φλέβες του, ν' αναστήσει μια ζωή παρούσα από τα πιο μακρυνά άδυτα της παράδοσής μας. Στη φωνή του ένας ολόκληρος κόσμος ξεχασμένος, ενταφιασμένος, εγείρεται, σαν δεύτερη παρουσία ριζωμένη σε μιαν ελληνική φύση που ανασαίνει με όλη τη δρόσο της πρώτης ματιάς, ριζωμένη στις αισθήσεις του ανθρώπου.
Ο Σικελιανός είναι χωρίς διάσπαση, χωρίς διάθλαση. Και όπως δεν παραδέχεται να χωρίσει το θάνατο από την πιο θερμή στιγμή της ζωής, όπως δεν παραδέχεται να χωρίσει το σώμα του από το σώμα του τόπου του, έτσι αγωνίζεται να ενώσει τον κόσμο των θεών και τον κόσμο των ανθρώπων. Υπάρχει στον Σικελιανό ένας ιερός ελληνικός ενανθρωπισμός.
...και λέμε η γη να σμίξει με τ' αστέρια
μπορεί, ως βαθύ χωράφι με χωράφι
στάχυα να θρέψει κι ο ουρανός` πατέρα,
τις ώρες που βαραίνει στην καρδιά μας
της ζωής η πίκρα μ' όλο της το βάρος...
Όμως η πρόθεση μου δεν ήταν ν' ανιστορήσω την ποίηση του Σικελιανού. Ήθελα μόνο να κρατηθώ για λίγο ακόμη κοντά στο φίλο που εχάσαμε.
Τον συνάντησα αργά στην ζωή. Λέω πως το φταίξιμο πρέπει να ήταν δικό μου. Θαρρώ πως το πραγματικό συναπάντημά μας έγινε όταν πρωτοδιάβασα σε χειρόγραφο την " Ιερά Οδό".
Από τη νέα πληγή που μ' άνοιξεν η μοίρα
έμπαιν' ο ήλιος θαρρούσα στην καρδιά μου
με τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπως
από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι που ολοένα
βουλιάζει...
Θυμούμαι με μεγάλη ευγνωμοσύνη τη δροσερή συγκίνηση που μου είχε δώσει αυτός ο μεστός τόνος, κάπως τραυματισμένος στην ευρωστία του. Έπειτα, όσες φορές έτυχε να τον ιδώ στην ύπαιθρο, ή ν' ακούσω χωρικούς να μιλούν για το πέρασμά του, πάντα τον συλλογιζόμουνα, με το καλογερίστικο ραβδί του της Φανερωμένης, να ξεκινά από αυτόν τον δρόμο της Ψυχής, όπως τον λέει, που ήταν και ο τελευταίος δρόμος του Γιαννόπουλου. Μ' άρεσε να θαυμάζω αυτόν τον άρχοντα της λαλιάς μας μέσα στην ελληνική φύση, που την εζούσε με τόσην οικειότητα, που την άγγιζε βουνά, μάρμαρα, ακρογιάλια, όπως ένας βοσκός αγγίζει τα γνώριμα αντικείμενα της καλύβας του. Μ' άρεσε ο τρόπος που τον αγαπούσαν οι απλοί άνθρωποι του βουνού και του κάμπου που τον έλεγαν Κυρ Άγγελο. Με συγκινούσε αυτή η ζωή που είχε κατορθώσει ένα τόσο σπάνιο πράγμα, να είναι καθαρή από κάθε κακομοιριά και στα μικρά και στα μεγάλα.
Έτσι τον ένιωσα ακόμη τα τελευταία χρόνια, όσες φορές η τύχη μού έδωσε την άδεια να τον ιδώ στο μακρύ χαροπάλεμά του. Γιατί η μοίρα αυτού του ανθρώπου που είπε ξεκινώντας " η μόνη μέθοδο είν' ο θάνατος", θέλησε να ζήσει για ένα μακρύ διάστημα στο κεφαλόσκαλο του κάτω κόσμου. Το έζησε κι αυτό, όπως όλα, με την ίδια μεγαλόκαρδη ευφροσύνη, με τον ίδιο αέρα που ήξερε να διαλέξει και να χαρίσει ένα τριαντάφυλλο. Τον θυμούμαι ένα βράδυ στο σπίτι του ύστερ' από ένα μεγάλο χτύπημα που έμοιαζε να είναι το τελευταίο αυτού του λαβωμένου λιονταριού. " Είδα" μου είπε " το απόλυτο μαύρο. Ήταν ανέκφραστα ωραίο." Ξεκινούσα για ένα μακρύ ταξίδι` δεν ήξερα αν θα τον ξαναέβλεπα. Ένιωσα τα φτερά ενός μεγάλου αγγέλου να τρέμουν μέσα στο δωμάτιο. Ήταν σαν να μας άγγιξε η πνοή πραγμάτων που δεν είδαμε ποτέ μας κι όμως τ' αγαπούμε πάνω από κάθε άλλο στη ζωή - το ύφος μιας Ελλάδας που γυρεύουμε με τόσο πάθος και που τόσο λίγοι προσεγγίζουν.
Βγαίνοντας ψιθύρισα την τελευταία στροφή του "Μεγάλου Νόστου":
Γιατί το ξέρω` πιο βαθιά κι απ' το πηχτόν αστρόφως,
κρυμμένος σαν αετός,
με περιμένει, εκεί που πια ο θείος αρχίζει ζόφος,
ο π ρ ώ τ ο ς μ ο υ ε α υ τ ό ς....
Κοίταζα την ανάσταση των άστρων.
Γιώργου Σεφέρη , Εκλογή από τις "Δοκιμές" , εκδόσεις Γαλαξία, Αθήνα 1966
Ήταν 19 Ιούνη του 1951 όταν ο Κυρ Άγγελος πέρασε στο απόλυτο μαύρο, το ανέκφραστα ωραίο.
Ετικέτες
Άγγελος Σικελιανός
,
Αφιερώματα
,
Γιώργος Σεφέρης
Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015
Θερινό ηλιοστάσι
Η λεύκα στο μικρό περιβόλι
η ανάσα της μετρά τις ώρες σου
μέρα και νύχτα`
κλεψύδρα που γεμίζει ο ουρανός.
Στη δύναμη του φεγγαριού τα φύλλα της
σέρνουν μαύρα πατήματα στον άσπρο τοίχο.
Στο σύνορο είναι λιγοστά τα πεύκα
έπειτα μάρμαρα και φωταψίες
κι άνθρωποι καθώς είναι πλασμένοι οι άνθρωποι.
Ο κότσυφας όμως τιτιβίζει
σαν έρχεται να πιεί
κι ακούς καμιά φορά φωνή δεκοχτούρας.
Στο μικρό περιβόλι δέκα δρασκελιές
μπορείς να ιδείς το φως του ήλιου
να πέφτει σε δυο κόκκινα γαρούφαλα
σε μιαν ελιά και λίγο αγιόκλημα.
Δέξου ποιος είσαι.
Το ποίημα
μην το καταποντίζεις στα βαθιά πλατάνια
θρέψε το με το χώμα και το βράχο που έχεις.
Τα περισσότερα-
σκάψε στον ίδιο τόπο να τα βρεις.
Γιώργος Σεφέρης, Θερινό Ηλιοστάσι (Ζ΄)
ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!
Ετικέτες
Γιώργος Σεφέρης
,
Μήνες
,
Νεοελληνική Λογοτεχνία
,
Ποίηση
Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014
Οι γάτες τ' Αη Νικόλα
Τον δ’ άνευ λύρας όμως υμνωδεί
θρήνον Ερινύος
αυτοδίδακτος έσωθεν
θυμός, ου το παν έχων
ελπίδος φίλον θράσος.
( Αισχύλος,Αγαμέμνων, 990 επ.)
«Φαίνεται ο Κάβο-Γάτα...», μου είπε ο καπετάνιος
δείχνοντας ένα χαμηλό γιαλό μέσα στο πούσι
τ’ άδειο ακρογιάλι ανήμερα Χριστούγεννα,
«... και κατά τον Πουνέντε αλάργα το κύμα γέννησε την Αφροδίτη·
λένε τον τόπο Πέτρα του Ρωμιού.
Τρία καρτίνια αριστερά!»
Είχε τα μάτια της Σαλώμης η γάτα που έχασα τον άλλο χρόνο
κι ο Ραμαζάν πώς κοίταζε κατάματα το θάνατο,
μέρες ολόκληρες μέσα στο χιόνι της Ανατολής
στον παγωμένον ήλιο
κατάματα μέρες ολόκληρες ο μικρός εφέστιος θεός.
Μη σταθείς ταξιδιώτη.
«Τρία καρτίνια αριστερά» μουρμούρισε ο τιμονιέρης.
...ίσως ο φίλος μου να κοντοστέκουνταν,
ξέμπαρκος τώρα
κλειστός σ’ ένα μικρό σπίτι με εικόνες
γυρεύοντας παράθυρα πίσω απ’ τα κάδρα.
Χτύπησε η καμπάνα του καραβιού
σαν τη μονέδα πολιτείας που χάθηκε
κι ήρθε να ζωντανέψει πέφτοντας
αλλοτινές ελεημοσύνες.
«Παράξενο», ξανάειπε ο καπετάνιος.
«Τούτη η καμπάνα ―μέρα που είναι―
μου θύμισε την άλλη εκείνη, τη μοναστηρίσια.
Διηγότανε την ιστορία ένας καλόγερος
ένας μισότρελος, ένας ονειροπόλος.
»Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας,
―σαράντα χρόνια αναβροχιά―
ρημάχτηκε όλο το νησί·
πέθαινε ο κόσμος και γεννιούνταν φίδια.
Μιλιούνια φίδια τούτο τ’ ακρωτήρι,
χοντρά σαν το ποδάρι ανθρώπου
και φαρμακερά.
Το μοναστήρι τ’ Αϊ-Νικόλα το είχαν τότε
Αγιοβασιλείτες καλογέροι
κι ούτε μπορούσαν να δουλέψουν τα χωράφια
κι ούτε να βγάλουν τα κοπάδια στη βοσκή·
τους έσωσαν οι γάτες που αναθρέφαν.
Την κάθε αυγή χτυπούσε μια καμπάνα
και ξεκινούσαν τσούρμο για τη μάχη.
Όλη μέρα χτυπιούνταν ώς την ώρα
που σήμαιναν το βραδινό ταγίνι.
Απόδειπνα πάλι η καμπάνα
και βγαίναν για τον πόλεμο της νύχτας.
Ήτανε θαύμα να τις βλέπεις, λένε,
άλλη κουτσή, κι άλλη στραβή, την άλλη
χωρίς μύτη, χωρίς αυτί, προβιά κουρέλι.
Έτσι με τέσσερεις καμπάνες την ημέρα
πέρασαν μήνες, χρόνια, καιροί κι άλλοι καιροί.
Άγρια πεισματικές και πάντα λαβωμένες
ξολόθρεψαν τα φίδια μα στο τέλος
χαθήκανε· δεν άντεξαν τόσο φαρμάκι.
Ωσάν καράβι καταποντισμένο
τίποτε δεν αφήσαν στον αφρό
μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα.
Γραμμή!
Τι να σου κάνουν οι ταλαίπωρες
παλεύοντας και πίνοντας μέρα και νύχτα
το αίμα το φαρμακερό των ερπετών.
Αιώνες φαρμάκι· γενιές φαρμάκι».
«Γραμμή!» αντιλάλησε αδιάφορος ο τιμονιέρης.
Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 1969
Γιώργος Σεφέρης
Δημοσιεύτηκε στα Δεκαοχτώ Κείμενα, που εκδόθηκαν από τον Κέδρο το 1970 ως διαμαρτυρία εναντίον της δικτατορίας. Το ποίημα του Σεφέρη είχε τοποθετηθεί πρώτο και σε απόσταση από τα υπόλοιπα τιμής ένεκεν. Αλληγορικό,διαχρονικό, καταγγελτικό και επίκαιρο.
Ετικέτες
Γιώργος Σεφέρης
,
Νεοελληνική Λογοτεχνία
,
Ποίηση
Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014
Ο βασιλιάς της Ασίνης
Ἀσίνην τε...
ΙΛΙΑΔΑ
ΙΛΙΑΔΑ
ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ ἴσκιου ἐκεῖ ποὺ ἡ θάλασσα
πράσινη καὶ χωρὶς ἀναλαμπή, τὸ στῆθος σκοτωμένου παγωνιοῦ
Μᾶς δέχτηκε ὅπως ὁ καιρὸς χωρὶς κανένα χάσμα.
Οἱ φλέβες τοῦ βράχου κατέβαιναν ἀπὸ ψηλὰ
στριμμένα κλήματα γυμνὰ πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ ἄγγιγμα τοῦ νεροῦ, καθὼς τὸ μάτι ἀκολουθώντας τις
πάλευε νὰ ξεφύγει τὸ κουραστικὸ λίκνισμα
χάνοντας δύναμη ὁλοένα.
Ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ ἥλιου ἕνας μακρὺς γιαλὸς ὁλάνοιχτος
καὶ τὸ φῶς τρίβοντας διαμαντικὰ στὰ μεγάλα τείχη.
Κανένα πλάσμα ζωντανὸ τ᾿ ἀγριοπερίστερα φευγάτα
κι ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης ποὺ τὸν γυρεύουμε δυὸ χρόνια τώρα
ἄγνωστος λησμονημένος ἀπ᾿ ὅλους κι ἀπὸ τὸν Ὅμηρο
μόνο μία λέξη στὴν Ἰλιάδα κι ἐκείνη ἀβέβαιη
ριγμένη ἐδῶ σὰν τὴν ἐντάφια χρυσὴ προσωπίδα.
σὰν τὸ στεγνὸ πιθάρι στὸ σκαμμένο χώμα-
κι ὁ ἴδιος ἦχος μὲς στὴ θάλασσα μὲ τὰ κουπιά μας.
Ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης ἕνα κενὸ κάτω ἀπ᾿ τὴν προσωπίδα
παντοῦ μαζί μας παντοῦ μαζί μας, κάτω ἀπὸ ἕνα ὄνομα:
«Ἀσίνην τε... Ἀσίνην τε...»
καὶ τὰ παιδιά του ἀγάλματα
κι οἱ πόθοι του φτερουγίσματα πουλιῶν κι ὁ ἀγέρας
στὰ διαστήματα τῶν στοχασμῶν του καὶ τὰ καράβια του
ἀραγμένα σ᾿ ἄφαντο λιμάνι-
κάτω ἀπ᾿ τὴν προσωπίδα ἕνα κενό.
Πίσω ἀπὸ τὰ μεγάλα μάτια τὰ καμπύλα χείλια τοὺς βοστρύχους
ἀνάγλυφα στὸ μαλαματένιο σκέπασμα τῆς ὕπαρξής μας
ἕνα σημεῖο σκοτεινὸ ποὺ ταξιδεύει σὰν τὸ ψάρι
μέσα στὴν αὐγινὴ γαλήνη τοῦ πελάγου καὶ τὸ βλέπεις:
ἕνα κενὸ παντοῦ μαζί μας.
Καὶ τὸ πουλὶ ποὺ πέταξε τὸν ἄλλο χειμώνα
μὲ σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζωῆς,
κι ἡ νέα γυναίκα ποὺ ἔφυγε νὰ παίξει
μὲ τὰ σκυλόδοντα τοῦ καλοκαιριοῦ
κι ἡ ψυχὴ ποὺ γύρεψε τσιρίζοντας τὸν κάτω κόσμο
κι ὁ τόπος σὰν τὸ μεγάλο πλατανόφυλλο ποὺ παρασέρνει
ὁ χείμαρρος τοῦ ἥλιου
μὲ τ᾿ ἀρχαῖα μνημεῖα καὶ τὴ σύγχρονη θλίψη.
Κι ὁ ποιητὴς ἀργοπορεῖ κοιτάζοντας τὶς πέτρες κι ἀνα-
ρωτιέται
ὑπάρχουν ἄραγε
ἀνάμεσα στὶς χαλασμένες τοῦτες γραμμὲς τὶς ἀκμὲς τὶς
αἰχμὲς τὰ κοῖλα καὶ τὶς καμπύλες
ὑπάρχουν ἄραγε
ἐδῶ ποὺ συναντιέται τὸ πέρασμα τῆς βροχῆς τοῦ ἀγέρα
καὶ τῆς φθορᾶς
ὑπάρχουν, ἡ κίνηση τοῦ προσώπου τὸ σχῆμα τῆς στοργῆς
ἐκείνων ποὺ λιγόστεψαν τόσο παράξενα μὲς στὴ ζωή μας
αὐτῶν ποὺ ἀπόμειναν σκιὲς κυμάτων καὶ στοχασμοὶ μὲ
τὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ πελάγου
ἢ μήπως ὄχι δὲν ἀπομένει τίποτε παρὰ μόνο τὸ βάρος
ἡ νοσταλγία τοῦ βάρους μιᾶς ὕπαρξης ζωντανῆς
ἐκεῖ ποὺ μένουμε τώρα ἀνυπόστατοι λυγίζοντας
σὰν τὰ κλωνάρια τῆς φριχτῆς ἰτιᾶς σωριασμένα μέσα στὴ
διάρκεια τῆς ἀπελπισίας
ἐνῶ τὸ ρέμα κίτρινο κατεβάζει ἀργὰ βοῦρλα ξεριζωμένα
μὲς στὸ βοῦρκο
εἰκόνα μορφῆς ποὺ μαρμάρωσε μὲ τὴν ἀπόφαση μιᾶς πί-
κρας παντοτινῆς.
Ὁ ποιητὴς ἕνα κενό.
κι ἀπὸ τὸ βάθος τῆς σπηλιᾶς μία νυχτερίδα τρομαγμένη
χτύπησε πάνω στὸ φῶς σὰν τὴ σαΐτα πάνω στὸ σκουτάρι:
«Ἀσίνην τε Ἀσίνην τε...». Νἄ ῾ταν αὐτὴ ὁ βασιλιὰς τῆς
Ἀσίνης
ποὺ τὸν γυρεύουμε τόσο προσεχτικὰ σὲ τούτη τὴν ἀκρό-
πόλη
ἀγγίζοντας κάποτε μὲ τὰ δάχτυλά μας τὴν ὑφή του πάνω
στὶς πέτρες.
Γιῶργος Σεφέρης ,
Ἀσίνη, καλοκαίρι ῾38 - Ἀθήνα, Γεν. ῾40
Ετικέτες
Αφιερώματα
,
Γιώργος Σεφέρης
,
Νεοελληνική Λογοτεχνία
,
Ποίηση
Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014
Μη ρίχνετε την καρδιά σας στα σκυλιά...
ΠΕΜΠΤΗ
Την είδα να πεθαίνει πολλές φορές
κάποτε κλαίγοντας στην αγκαλιά μου
κάποτε στην αγκαλιά ενός ξένου
κάποτε μόνη της, γυμνή`
έτσι έζησε κοντά μου.
Τώρα πια ξέρω πως δεν είναι τίποτε παραπέρα
και περιμένω.
Αν λυπούμαι είναι μια υπόθεση ιδιωτική
όπως τα συναισθήματα για τόσο απλά πράγματα
που καθώς λένε τα' χουμε ξεπεράσει`
κι όμως λυπούμαι ακόμη γιατί
δεν έγινα κι εγώ (όπως θα το ήθελα)
σαν το χορτάρι που άκουσα να φυτρώνει
μια νύχτα κοντά σ' ένα πεύκο`
γιατί δεν ακολούθησα τη θάλασσα
μιαν άλλη νύχτα που τραβιούνταν τα νερά
πίνοντας απαλά την πίκρα τους,
κι ούτε κατάλαβα όταν ψηλάφησα τα υγρά φύκια
πόση τιμή απομένει στις παλάμες του ανθρώπου.
Πέρασαν όλα αυτά βαριά και τελειωτικά
σαν τις μαούνες με τα ξεθωριασμένα ονόματα
ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ, ΤΥΡΑΝΝΟΣ, GLORIA MUNDI
πέρασαν κάτω από τα γιοφύρια πέρα απ' τις καπνοδόχες
με δυο σκυφτούς ανθρώπους στην πλώρη και στην πρύμη
γυμνούς ως τη μέση`
πέρασαν, δεν ξεχωρίζω τίποτε, μέσα στην πρωινή καταχνιά
μόλις ξεχώριζαν τ' αρνιά κουλουριασμένα μηρυκάζοντας ούτε
τη νύχτα ξεχωρίζει το φεγγάρι πάνω απ' τον ποταμό
που περιμένει`
μόνο εφτά λόγχες βυθισμένες στο νερό
στεκάμενο και χωρίς αίμα
και κάποτε στις πλάκες φωτισμένες θλιβερά
κάτω απ' τον πύργο τον αλλήθωρο
ζωγραφιστός με κόκκινο και κίτρινο μολύβι
δείχνοντας την πληγή του ο Ναζωραίος.
" Μη ρίχνετε την καρδιά σας στα σκυλιά.
Μη ρίχνετε την καρδιά σας στα σκυλιά".
Βουλιάζει κι η φωνή της με το χτύπημα του ρολογιού`
το θέλημά σου, γύρεψα το θέλημα σου.
Γιώργος Σεφέρης,Τετράδιο Γυμνασμάτων- Σημειώσεις για μια βδομάδα στο Ποιήματα, Ίκαρος 1977, 11η έκδοση
Ετικέτες
Γιώργος Σεφέρης
,
Νεοελληνική Λογοτεχνία
,
Ποίηση
Σάββατο 5 Ιουλίου 2014
...τα πεύκα κρατούνε τη μορφή του αγέρα ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί...
Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη
ριζώνουν θρέφουνται με το αίμα.ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί
εδώ σ' αυτό το θέατρο το φως;
Γιώργος Σεφέρης , Τρία κρυφά ποιήματα - Πάνω σε μια χειμωνιάτικη αχτίνα στο Ποιήματα, Ίκαρος 1977,11η έκδοση
( Της Γεωργίας )
Ετικέτες
Γιώργος Σεφέρης
,
Νεοελληνική Λογοτεχνία
,
Ποίηση
Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014
O κ. Στράτης Θαλασσινός περιγράφει έναν άνθρωπο
Άντρας
Από τότες είδα πολλά καινούργια τοπία` πράσινους κάμπους που σμίγουν το χώμα με τον ουρανό, τον άνθρωπο με το σπόρο, μέσα σε μιαν ακαταμάχητη υγρασία` πλατάνια και έλατα` λίμνες με τσαλακωμένες οπτασίες και κύκνους αθάνατους γιατί έχασαν τη φωνή τους - σκηνικά που ξετύλιγε ο θεληματικός σύντροφός μου, ο πλανόδιος εκείνος θεατρίνος, καθώς έπαιζε το μακρύ βούκινο που του είχε ρημάξει τα χείλια, και γκρέμιζε με μια στριγκιά φωνή, ό,τι πρόφταινα να χτίσω, σαν τη σάλπιγγα στην Ιεριχώ. Είδα και μια παλιά εικόνα σε κάποια χαμηλοτάβανη αίθουσα` τη θαύμαζε πολύς λαός. Παράσταινε την ανάσταση του Λαζάρου. Δε θυμάμαι ούτε το Χριστό ούτε το Λάζαρο. Μόνο, σε μια γωνιά, την αηδία ζωγραφισμένη σ' ένα πρόσωπο που κοίταζε το θαύμα σα να το μύριζε. Αγωνιζότανε να προστατέψει την ανάσα του μ' ένα πελώριο πανί που του κρεμότανε από το κεφάλι. Αυτός ο κύριος της " Αναγέννησης" μ' έμαθε να μην περιμένω πολλά πράματα από τη δεύτερη παρουσία...
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.
Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.
Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.
Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη...
Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας, τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα. Φαντάζομαι, εκείνος που θα ξανάβρει τη ζωή, έξω από τόσα χαρτια, τόσα συναισθήματα, τόσες διαμάχες και τόσες διδασκαλίες, θα είναι κάποιος σαν εμάς, μόνο λιγάκι πιο σκληρός στη μνήμη. Εμείς, δεν μπορεί, θυμόμαστε ακόμη τι δώσαμε. Εκείνος θα θυμάται μονάχα τι κέρδισε από την κάθε του προσφορά. Τι μπορεί να θυμάται μια φλόγα; Α θυμηθεί λίγο λογότερο απ' ό,τι χρειάζεται, σβήνει` α θυμηθεί λίγο περισσότερο απ' ό,τι χρειάζεται, σβήνει. Να μπορούσε να μας διδάξει, όσο ανάβει, να θυμόμαστε σωστά. Εγώ τελείωσα` να γινότανε τουλάχιστο να αρχίσει κάποιος άλλος από κει που τελείωσα εγώ. Είναι ώρες που έχω την εντύπωση πως έφτασα στο τέρμα, πως όλα είναι στη θέση τους, έτοιμα να τραγουδήσουν συνταιριασμένα. Η μηχανή στο σημείο να ξεκινήσει. Μπορώ μάλιστα να τη φανταστώ σε κίνηση, ζωντανή, σαν κάτι ανυποψίαστα καινούργιο. Αλλά υπάρχει κάτι ακόμα` ένα απειροελάχιστο εμπόδιο, ένα σπυρί της άμμου, που μικραίνει, μικραίνει χωρίς να είναι δυνατό να εκμηδενιστεί. Δεν ξέρω τι πρέπει να πω ή τι πρέπει να κάνω. Το εμπόδιο αυτό μου παρουσιάζεται κάποτε σαν ένας κόμπος δάκρυ χωμένος σε κάποια κλείδωση της ορχήστρας που θα την κρατά βουβή ώσπου να διαλυθεί. Κι έχω το ασήκωτο συναίσθημα πως ολόκληρη η ζωή που μου απομένει δε θα' ναι αρκετή για να καταλύσει αυτή τη στάλα μέσα στην ψυχή μου. Και με καταδιώκει η σκέψη πως αν μ' έκαιγαν ζωντανό αυτή η επίμονη στιγμή θα παραδινότανε τελευταία.
Ποιος θα μάς βοηθούσε; Κάποτε, όταν ήμουν ακόμη στα καράβια, ένα μεσημέρι τον Ιούλιο, βρέθηκα μόνος σε κάποιο νησί, σακάτης μέσα στον ήλιο. Ένα καλό μελτέμι μου έφερνε στοργικούς στοχασμούς, όταν ήρθαν και κάθισαν λίγο παραπέρα, μια νέα γυναίκα με διάφανο φουστάνι, που άφηνε να ζωγραφίζεται το κορμί της, λιγνό και θεληματικό σα ζαρκαδιού, κι ένας σιωπηλός άντρας που, μια οργιά μακριά της, την κοίταζε στα μάτια. Μιλούσαν μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα. Τον εφώναζε Τζιμ. Τα λόγια τους όμως δεν είχαν κανένα βάρος και οι ματιές τους σωφιλιασμένες και ακίνητες άφηναν τα μάτια τους τυφλά. Τους συλλογίζομαι πάντα γιατί είναι οι μόνοι άνθρωποι , που είδα στη ζωή μου να μην έχουν το αρπακτικό ή το κυνηγημένο ύφος που γνώρισα σε όλους τους άλλους. Το ύφος εκείνο που τους κάνει ν' ανήκουν στο κοπάδι των λύκων ή στο κοπάδι των αρνιών. Τους συναπάντησα πάλι την ίδια μέρα σ' ένα από τα νησιώτικα κλησάκια που βρίσκει κανείς όπως παραπατά και τα χάνει μόλις βγει. Κρατούσαν πάντα την ίδια απόσταση κι έπειτα πλησίασαν και φιλιθήκανε. Η γυναίκα έγινε μια θαμπή εικόνα και χάθηκε, μικρή καθώς ήταν. Ρωτιόμουν αν ήξεραν πως είχαν βγει από τα δίχτυα του κόσμου...
Είναι καιρός να πηγαίνω. Ξέρω ένα πεύκο που σκύβει κοντά σε μια θάλασσα. Το μεσημέρι, χαρίζει στο κουρασμένο κορμί έναν ίσκιο μετρημένο σαν τη ζωή μας, και το βράδυ, ο αγέρας περνώντας μέσα από τα βελόνια του, πιάνει ένα περίεργο τραγούδι, σαν ψυχές που κατάργησαν το θάνατο, τη στιγμή που ξαναρχίζουν να γίνονται δέρμα και χείλια. Κάποτε ξενύχτησα κάτω από αυτό το δέντρο. Την αυγή ήμουνα καινούργιος σα να με είχαν κόψει την ώρα εκείνη από το λατομείο.
Α! να ζήσει κανείς τουλάχιστο έτσι, αδιάφορο.
Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος, 1977, 11η έκδοση
Ετικέτες
Γιώργος Σεφέρης
,
Νεοελληνική Λογοτεχνία
,
Ποίηση
Σάββατο 31 Μαΐου 2014
Τώρα γυρεύω λίγη ησυχία θα μου' φτανε μια καλύβα σ' ένα λόφο ή σε μια ακρογιαλιά..
Γιάννης Σταύρου, Περισυλλογή
HAMPSTEAD
Σαν ένα πουλί με σπασμένη φτερούγαπου θα΄χε χρόνια μέσα στον αγέρα ταξιδέψει
σαν ένα πουλί που δεν μπόρεσε να βαστάξει
τον αγέρα και τη φουρτούνα
πέφτει το βράδυ.
Πάνω στο πράσινο χορτάρι
είχαν χορέψει όλη τη μέρα τρεις χιλιάδες αγγέλοι
γυμνοί σαν ατσάλι,
πέφτει το βράδι χλωμό `
οι τρεις χιλιάδες αγγέλοι
μαζέψαν τα φτερά τους και γενήκαν
ένα σκυλί
ξεχασμένο
που γαβγίζει
μοναχό
και γυρεύει τον αφέντη του
ή τη δευτέρα παρουσία
ή ένα κόκαλο.
Τώρα γυρεύω λίγη ησυχία
θα μου' φτανε μια καλύβα σ' ένα λόφο
θα μου' φτανε μπροστά στο παράθυρό μου
ένα σεντόνι βουτημένο στο λουλάκι
απλωμένο σαν τη θάλασσα
θα μου' φτανε στη γλάστρα μου
έστω κι ένα ψεύτικο γαρούφαλο
ένα κόκκινο χαρτί σ' ένα τέλι
έτσι που να μπορεί ο αγέρας
ο αγέρας να το κυβερνά χωρίς προσπάθεια
όσο θέλει.
Θα' πεφτε το βράδυ
τα κοπάδια θ' αντιλαλούσαν κατεβαίνοντας στο μαντρί τους
σα μια πολύ απλή κι ευτυχισμένη σκέψη
και θα' πεφτα να κοιμηθώ
γιατί δε θα' χα
ούτε ένα κερί ν' ανάψω,
φως,
να διαβάσω.
( 1931)
Γιώργος Σεφέρης , Πέντε Ποιήματα του κ. Σ. Θαλασσινού, Ποιήματα, Ίκαρος, 1977, 11η έκδοση
Ετικέτες
Γιώργος Σεφέρης
,
Νεοελληνική Λογοτεχνία
,
Ποίηση
Εγγραφή σε:
Σχόλια
(
Atom
)











