Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2022

Ό,τι μπορεί να φτερουγίσει δε σκλαβώνεται...

 

Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά
με ξόβεργες, με σκιάχτρα, με κλουβιά,
να περιμένεις στις διαβάσεις των αποδημητικών
μερόνυχτα, να ρίχνεις τουφεκιές.
Ό,τι μπορεί να φτερουγίσει δε σκλαβώνεται·
προετοιμάζεται στα θερμοκήπια των στερήσεων
προσμένοντας αργά ή γρήγορα την ώρα του.

Τάσος Κόρφης, Ποιήματα, Πρόσπερος, Αθήνα 1983

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022

Πάγος και κρύσταλλα...

 

Ο Γιαννιώτικος ήλιος, ασημουργός παλιός,
 περίτεχνα σκάλιζε λογής λογής κοσμήματα
 στης Παμβώτιδας λίμνης το δίσκο...( Χρυσάνθη Ζιτσαία)



Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2021

Χιόνια λιώνουν στον ήλιο

 

Ο πρωινός αέρας παρέδωσε τα γράμματά του με γραμματόσημα που έκαιγαν.
Το χιόνι έλαμπε κι όλα τα βάρη έγιναν πιο ελαφριά - ένα κιλό ζύγιζε 700 γραμμάρια μόνο.

Ο ήλιος κρεμόταν ψηλά πάνω απ' τον πάγο, αιωρούμενος στο ίδιο σημείο, ζεστός και κρύος συγχρόνως.
Ο άνεμος φυσούσε απαλά σαν να έσπρωχνε παιδικό καροτσάκι.

Οι οικογένειες βγήκαν έξω, είχαν να δουν καθαρό ουρανό εδώ και καιρό.
Βρισκόμασταν στο πρώτο κεφάλαιο μιας πολύ συγκινητικής ιστορίας.

Η λιακάδα κόλλησε πάνω σ' όλα τα γούνινα σκουφιά σαν γύρη πάνω σε αγριομέλισσες
και η λιακάδα κόλλησε πάνω στη λέξη ΧΕΙΜΩΝΑΣ κι έμεινε κει ως το τέλος του χειμώνα.

Μια νεκρή φύση με ξυλεία πάνω στο χιόνι με γέμισε σκέψεις. Τη ρώτησα:
" Έρχεσαι να πάμε μαζί στην παιδική μου ηλικία;" Απάντησε "ναι'.

Μέσα στους θάμνους ακούστηκε μουρμουρητό από λέξεις μιας καινούργιας γλώσσας:
τα φωνήεντα ήταν γαλάζιος ουρανός και τα σύμφωνα μαύρα κλωνάρια,
και μιλούσε τόσο απαλά πάνω απ' το χιόνι.
Όμως το αεριωθούμενο που υποκλίθηκε με φούστα από βροντές
έκανε τη σιωπή πιο βαθιά.


Tomas Tranströmer , ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Εισαγωγή - Μετάφραση: Βασίλης Παπαγεωργίου, Εκδόσεις Printa, Αθήνα 2004            

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2021

Πάντα σε γη αγαθή ( Η Έλλη Αλεξίου γράφει για τον Γιάννη Ρίτσο)

Η φωτογραφία από το Ριζοσπάστη
 Α΄
Σα να ήτανε προκαθορισμένο πως κάποτε, σε χρόνια μελλούμενα, θα έχει γίνει ο Ρίτσος ένας μεγάλος μας ποιητής και θα χρειαστεί να τον σκιαγραφήσουμε, κάποιος, που μεριμνά όλα να γίνουνται με πληρότητα και τάξη, μου τον έβαζε, τον Ρίτσο, κατά ποικίλα χρονικά διαστήματα, σταδιακά, μπροστά μου, για να πλουτίζει τη γνώση μου για τον άνθρωπο με άμεσες εντυπώσεις.
Ο γύρω κόσμος άλλαζε μορφές, καταστάσεις, προσανατολισμούς. Από ειρηνικός γινόταν εμπόλεμος. Από γαλήνιος, θυελλώδης. Από ψυχικά αδελφωμένος και κατανοήσιμος, εμπαθής, φανατισμένος, εχθρικός.
Ο Ρίτσος, μέσα σ' αυτά τα αναποδογυρίσματα, που παράσερναν στη δίνη τους κόσμους, φυσικούς και ανθρώπινους, έμοιαζε σαν έξω από τη θεομηνία. Έμοιαζε με τη Ντία μας. Το κρητικό πέλαγος φουρτουνιάζει. Γεμίζει "προβατάκια". Οι αφροί δέρνουνε τα μπεντένια να τα ξεθεμελιώσουν. Η γη συγκλονίζεται από τους σεισμούς, η Ντία, όπως πίσω από τον κατακάθαρο ουρανό, ίδια κι όταν αχνοφαίνεται μέσα στην ομίχλη, ή όταν άγρια η νεροποντή πάει να πνίξει τη γη, η Ντία αμέτοχη στον πανζουρλισμό των στοιχείων αγωνίζεται να μας είναι ορατή για να μας μεταδίδει τη γαλήνη της. Πολύ της έμοιαζε ο Ρίτσος· έξω κι αυτός από τις θεομηνίες. Τα Μακρονήσια και οι Γιούρες ήταν μόνο τα σχολεία που φοίτησε.
Νεαρός, παιδί εικοσάχρονο, ασυμπαράστατο κι από την ίδια την ευπρόσβλητη ιδιοσυγκρασία του, στο ημιυπόγειο του Γκοβόστη, κοντά σε εκδότη δυσμεταχείριστο, με φρουρό του στην πόρτα των εγκάτων του την αξιοπρέπεια και την ποίηση, περνούσε τις ημέρες του σκυμμένος στα δοκίμια σαν αιωρούμενος πάνω από τις μικρότητες της ζωής. Δεν τον άγγιζαν.
Δεν τον άγγιξε η μεταξική βαρβαρότητα. Το πρωί ο Δημοσθένης Ζήλος, γαμπρός του Αυγέρη από την αδερφή του, δικαστής, είχε έρθει τότε στο σπίτι τους, της οδού Πατριάρχου Ιωακείμ, και είχε διηγηθεί την εξαφάνιση ενός από τους δώδεκα συλληφθέντες της Μυτιλήνης "...ήρθε το πρωί ", έλεγε ο Ζήλος, " κάπως αλλοιωμένος...με το σακάκι του γεμάτο εμετούς...το απόγευμα δεν προσήλθε. Είπαν άλλοι πως αυτοκτόνησε κι άλλοι πως τον εξόντωσαν...". Το ίδιο απόγευμα ήρθε στη Γαλάτεια, όπου βρισκόμουν κι εγώ από το πρωί, ο Ρίτσος. Μπήκε και προχώρησε αθόρυβα στο μεγάλο δωμάτιο. Με τη συγκρατημένη βάδιση που έχει και τώρα καθώς προχωρεί ή αποχωρεί από την εξέδρα των εκδηλώσεων. Η Γαλάτεια σηκώθηκε και πήγε κοντά του. Αντάλλαξαν λίγες φράσεις ορθοί κι οι δυό με πολύ χαμηλή φωνή. Θα είπαν κάτι σημαντικό. Επικίνδυνο. Οι εκφράσεις τους είχαν τη συγκέντρωση του ταραγμένου νου. Και κείνη η έκδηλη ταραχή με γέμισε σεβασμό για τον Ρίτσο. Ήταν πλαισιωμένη από ένα καλοκαιρινό κοστούμι γκρι και από άσπρα παπούτσια ταλαιπωρημένα - η όλη εικόνα κάθε άλλο από πλούσια και εντυπωσιακή - που περιβάλανε κάτισχνο κορμί, κάτωχρο δέρμα...Το μηδέν σήκωσε το άπαν.
Σ' ένα παραθερισμό στον Πόρο τον έβλεπα καθημερινά. Η ζωή του ήταν σαν προγραμματισμένη. Όλα γίνουνταν με τάξη. Η ανθρωπιά ξεχείλιζε κι από την πιο ασήμαντη λεπτομέρεια μιας ανέμελης, μόνο για ξεκούραση, θερινής διαβίωσης.
Έτυχε όμως να συγκατοικήσουμε με τον Ρίτσο και σε μέρες φουρτουνιασμένες. Τώρα δεν είχα τις φευγαλέες εντυπώσεις από τυχαίες συναντήσεις. Από αντικρίσματα συμπτώσεων. Τώρα το πρόπλασμα, που δουλευόταν για τον Ρίτσο, το υγρό ακόμη και αδιαμόρφωτο, είχε αποκρυσταλλωθεί οριστικά στο μάρμαρο. Η συνύπαρξη εκείνη σε εποχή που το όνειδος μάς κυβερνούσε, που ο κατατρεγμός των ηρώων και η εξόντωσή τους από τους δοσίλογους ήταν το καθημερινό ψωμί μας, τότε ήτανε χαρά και αγαλλίαση να συνυπάρχεις με το Ρίτσο. Ο ποιητής μας με το μπλοκάκι και το μολύβι κολλημένα στα χέρια του κυκλοφορούσε ολοκληρωτικά δοσμένος στο έργο του. Μέσα στο σπίτι ήταν απόλυτα συναδελφωμένος με τα πεύκα , με τα γιασεμιά, με το Γκούντη, το μοναδικό επιζήσαν του λιμού γατί της περιοχής, και με τις εφησυχάζουσες χορδές του πιάνου. Σα να ζούσε κάτω από στοργικό καθεστώς, που του είχε εξασφαλίσει ανέγνοια ζωή. Στο σπίτι μου κυκλοφορούσαν τότε κι άλλοι ωραίοι άνθρωποι, δοκιμασμένοι αγωνιστές. Στα λόγια τους, στην ταραχή που συνόδευε κάθε χτύπημα της πόρτας, ή κάθε επίσκεψη αγνώστου, έβλεπες να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό τους η υποψία, η αγωνιώδικη περιέργεια. Ο Ρίτσος σήκωνε προς στιγμή τη ματιά του από το μπλοκάκι κι αμέσως έσκυβε ξανά το κεφάλι στο " γίγνεσθαι" της κάθε στιγμής:

ορθοί κ' οι δυό μας
με τη διάφανη ασπίδα του ποιήματος
στεκόμαστε μπροστά στις ξιφολόγχες.

Έτσι είναι. Κανένας δεν μπορεί ν' ανεβεί ψηλά, ούτε στον κοινωνικό ούτε στον καλλιτεχνικό στίβο, αν τη δράση του δεν την κυβερνάει η απόλυτη πίστη. Ο Ρίτσος αντιμετώπιζε με ακλόνητη αυτοπεποίθηση όλες τις πιθανότητες και τις πιο τραγικές. Θα ήτανε αδύνατο στη συνείδησή του να συμφιλιωθεί με την ανομία. Από καιρό, στη ζυγαριά της κρίσης, η πλάστιγγα του ηθικού χρέους είχε βαρύνει οριστικά. Λέω πως και το εκτελεστικό απόσπασμα θα το αντίκριζε  με την ίδια στωικότητα. Στις ανθρώπινες κορυφές οι ιδεολογικές τοποθετήσεις μελετούνται και τακτοποιούνται έγκαιρα.
Όταν αποφάσισες να διαπλεύσεις τον ωκεανό με ακάτιο, ήξερες βέβαια πως θα συναντήσεις και " τους λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες [και] τον θυμωμένο Ποσειδώνα...".
Έτσι, τον Ρίτσο τον αντιμετώπιζα και τον αγαπούσα άλλοτε σαν άμαθο παιδί, που η αθωότητα δεν το δίδαξε ακόμη πόσο είναι επικίνδυνο να περπατάς σε ναρκοθετημένα πεδία, κι άλλοτε σαν ήρωα κατασταλαγμένο. Στο προσκήνιο της μνήμης μου, σαν μορφές ηρώων και ηρωισμών, όταν το απαιτήσει το θέμα, ανεβαίνουν οι εικόνες  του Ντοστογιέφσκη, του Μπελογιάννη και κατά περίεργο, ανεξιχνίαστο τρόπο, ακολουθεό τρίτη του Ρίτσου.
Του Ντοστογιέφσκη, όταν στο χιονισμένο ρούσικο πρωινό του φοράνε το λευκό σάβανο, όπως συνήθιζαν να κάνουν στους μελλοθάνατους την τελευταία στιγμή, για να γίνεται η σκηνή πιο μακάβρια, κι αυτός τρέμει από το κρύο. Οι άλλοι καταδικασμένοι κλαίνε, αυτός τρέμει και τον προστάζουν ν' ανεβεί στο ικρίωμα, όπου περιμένουν τους ήρωες οι θηλιές της κρεμάλας στη σειρά, και ενώ έχει βαδίσει μερικά βήματα καταφτάνει ξεψυχισμένος από το τρέξιμο ένας ιππέας πάνω στ' άλογο φέρνοντας τη χάρη στους μελλοθάνατους από τον τσάρο.
Στην περίπτωση του Μπελογιάννη αναθρώσκει από τα βάθη της μνήμης μια φράση που συνοδεύει πάντα αξεχώριστη την εκφώνηση του ονόματός του. Ήξεραν αυτοί τι είχε προηγηθεί. Όλη τη σειρά των υποχθόνιων μέσων που είχαν μπει σε ενέργεια, των ανήκουστων βασανιστηρίων, των ποικίλων μηχανημάτων που χρησιμοποίησαν οι επιστήμονες του εγκλήματος, για να κάμψουν το ηθικό του ήρωα...και δυό τρεις ημέρες πριν από την εκτέλεση τον άφησαν να διαβάσει εφημερίδα...Ο στρατοδίκης αυτό το εσκεμμένο μέτρο το εκμεταλλεύεται και λέει στην ομιλία του: "...διάβαζες και εφημερίδες και ύστερα λες πως σε τρομοκρατήσαμε , πως σε τρομοκρατούμε...". Κι ο Μπελογιάννης τον διακόπτει έντονα: " Αυτό δεν το είπα ποτέ! Γιατί εγώ δεν τρομοκρατούμαι!".
Τρίτος στη σειρά ακολουθεί ο Ρίτσος. Δεν έχω να προσκομίσω ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία. Τον τοποθετεί εκεί ο ατομικός μου ψυχικός, συνειδησιακός κατάλογος.

Β ΄

Με όσα περίπου προηγούνται, κατατεθειμένα στο μυαλό μου, έτυχε να επικοινωνήσω με τη Σονάτα του σεληνόφωτος.
Βρισκόμουν σε σαλόνι σπιτιού, σε οικογένεια που γνώριζα και επισκεπτόμουν για πρώτη φορά. Το απόγευμα, στην ώρα του καφέ, ο πατέρας, πολύ καλλιεργημένος, όπως και όλα τα μέλη της οικογένειας, επρότεινε: " Μήπως θα θέλατε ν' ακούσουμε το δίσκο του Ρίτσου με τη Σονάτα του σεληνόφωτος;
- Πολύ".
Απλώθηκε ησυχία και άρχισε ν' ακούγεται η φωνή του Ρίτσου με υπόκρουση της μπετοβενικής μουσικής. Όταν το άκουσμα τελείωσε, βρισκόμουν σε κατάσταση έξαλλης μέθης! Δεν μπορούσα να κατασιγάσω τη συγκίνηση μου. Σηκώθηκα απότομα απάνω και σα να ήμουν μόνη σε οικείο χώρο, ΄όχι ανάμεσα σε ξένο περιβάλλον, που έβλεπα πρώτη φορά κι έπρεπε να αυτοσυγκρατούμαι, βάλθηκα να πηγαίνω πάνω κάτω, πάνω κάτω, διασχίζοντας διαγώνια τη μεγάλη αίθουσα, μονολογώντας δυνατά: " Είσαι παμμέγιστος!", " είσαι παμμέγιστος!", " είσαι παμμέγιστος!", ενώ οι γύρω μ' ενατένιζαν με βλέμματα απορίας και ανησυχίας...Από το πρωί δεν είχα δώσει την εντύπωση ούτε φωνακλά, ούτε μετακινούμενου.
Οι πολλοί αγαπούν τα πρώτα ποιητικά έργα του Ρίτσου. Δεν ανήκω σ' αυτούς. Νομίζω πως τα νεανικά έργα των ποιητών, ίσως κι όλων των δημιουργών, είναι τα πιο κατανοητά, και γι' αυτό πιο αγαπητά από τους πολλούς. Δεν παρουσιάζουν ακόμη προεκτάσεις. Η κάθε λέξη τους, η κάθε φράση τους, μόλις εκφωνηθεί, δεν αφήνει ανοίγματα. Μπορείς να της βάλεις τελεία. Με το πέρασμα του καιρού τα αποθέματα των ποιητών πολλαπλασιάζονται. Η συνείδησή τους υπερπληρούται. Συγκλονιστικές εικόνες, παθητικοί διάλογοι, πλησιάσματα κι αγωνιώδικοι χωρισμοί, εξάρσεις ευτυχίας και θανατερές καταθλίψεις συνωστίζουνται στο υποσυνείδητο, απ' όπου δεν μπορούν πια να βγουν "κατά μόνας". Θα βγουν σύμμικτα, πληθωρικά, μα ο μυημένος αναγνώστηςτα απολαμβαίνει σ' όλες τις μυστικές προεκτάσεις τους.
Σήμερο ο Ρίτσος δε θα μπορούσε πια να περιοριστεί σε στενούς χώρους. Η Σονάτα του σεληνόφωτος από πλευράς βασικής έμπνευσης, κυρίου θέματος, όπως συνηθίζεται να λέγεται, είναι δυσκολοκαθόριστη, αν μη και εντελώς απρόσφορη. Και μόνη η απόπειρα τέτοιου καθορισμού θα απόδειχνε το ανίδεο του ερευνητή. Εδώ πρόκειται για μια αναμόχλευση από βιωμένες, ή μόνο με τη φαντασία, χαμένες δυνατότητες. Από στιγμές που έμειναν ανεκμετάλλευτες, ή όταν ήρθαν δεν άφησαν σήμα, κι όμως φεύγοντας άφησαν ανεξίτηλα χνάρια, ή καλές, βιωμένες στιγμές, που σβήσανε ανεπανάληπτες...και τις αποζητά η συνείδηση...
Για να γίνει τέτοια αποθησαύριση , απαιτείται η σχετική αρετή του συλλέκτη. Να ξέρει ενστικτώδικα τι αξίζει να διαφυλαχτεί. Είναι η φυσική λειτουργία του γεννημένου ποιητή. Η Σονάτα είναι μια ζεστή συνύπαρξη από οδυνηρά στοιχεία. Είναι σταγόνες δακρύων σε αδαμαντοκόλλητη χοάνη. Εκεί ακουμπάνε και κυλάνε τους δακρυσμένους στοχασμούς τους οι ευνοημένοι, φτασμένοι ποιητές.
Διαβάζω και βλέπω τα δάκρυα να σταλάζουν. Βλέπω ακόμη πως μέσα σ' αυτή την ηρωική εγκαρτέρηση υπάρχουν και επίκλησες διάσωσης. Πάντα και στην έσχατη, την εντελώς ακραία, στιγμή του απελπισμού υψώνεται από τα μύχια του ποιητή, σχεδόν ακούεται, η υπόκωφη γλυκύτατη φωνή. Δεν έκλεισαν οι πιθανότητες, θέλεις να σου επιτρέψει, " να σ' αφήσει να πας μαζί του " , σου το υπαγορεύει η δύναμη, η κατατεθειμένη κι αυτή στον εσωτερικό χώρο. Ακριβοφυλάγεται στο χώρο των ποιητικών εγκάτων. Είναι η επίκληση, δύναμη υπαρκτή. Δεν εκφωνείται στο κενό. Είναι σαν ανταπόκριση στο δραματικό ξετύλιγμα των βιωμάτων. Αν έλειπε αυτή η αλληλουχία των δυό δραματικών στοιχείων το ποίημα θα γινόταν ένα άσκοπο αντιπαθητικό μοιρολόι σε νεκρούς τάφους.
Μα ο Ρίτσος δεν έκαμε ποτέ νεκρή ποίηση. Πάντα κάποιος τον ακούει και συμμετέχει. Η φωνή του κινεί τους αντίλαλους. Συχνά οι αντίλαλοι είναι ομαδικοί. Αλλά και ατομικοί· όπως στη Σονάτα. Εδώ πρόκειται για ιερή εκμυστήρευση. Τόσο εκ βαθέων, που και η παρουσία του ετέρου προσώπου, που η ύπαρξή του κρίνεται απαραίτητη, για να έχει αληθινότατη η εκμυστήρευση, αν ήτανε παρουσία ορατή, συγκεκριμένη, πραγματική, πάλι το ποίημα θα έχανε από το πάθος που το διαπνέει. Πάλι θα μεταβαλλόταν σε στιχομυθία τέτοια, που ο τόσο γνώστης ποιητής δε θα της επέτρεπε να βγει στο φως.
Όλα στη Σονάτα είναι υποβλητικά, αν και με ρίζες υπαρκτές. Η μεγάλη ποίηση μιλεί, κι αυτή ακούει. Ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός μιας εξομολόγησης παθητικής:

Το ξέρω πως ο καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα,
μονάχος στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

.....

ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος λικνισμένο απ' την ίδια του ανάσα 
( Τέταρτη διάσταση, σ.46)

κρατημένη απ' το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς όλο φως και ροζ λουλούδια

.....

έχοντας στ' αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ' το τυχαίο άγγιγμα του σακκακιού σου
( στο ίδιο, σ.47)

Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί, στο βάθος του πνιγμού,
κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων
( στο ίδιο, σ.51)


Του την εμπιστεύεται με πολύ δισταγμό. Με συστολή, με ανησυχία, με φόβο και πολλή μετάνοια:" Και στι γωνιές του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή, όσο για την άχρηστη εξομολόγηση", γιατί, ενώ είναι τα μύχια της συνείδησής του, δεν είναι σίγουρος αν πέφτουν σε "γη αγαθή". Φοβάται μήπως η ποίησή του λειτουργεί με περισσότερη από όση η ίδια η ποίησή του απαιτεί ευπιστία κι εμπιστοσύνη. Ακριβώς γιατί ήσαν αποστάγματα μιας ψυχικής διεργασίας υψηλής ποιότητας. Τα συνοδεύει η αγωνία μήπως δύσκολα κατανοηθούν από τα πλήθη.
Είναι όμως τόσο διεισδυτική η ποίηση του Ρίτσου που, αβοήθητη και άοπλη η μετάγγισή της, μεταβάλλει την άγονη γη σε "γη αγαθή". Η Σονάτα ετοιμάζει από μόνη της τη δεκτικότητά της. Πάντα θα πέφτει σε γη αγαθή. Όπως κάθε μεγάλο έργο τέχνης.

Έλλη Αλεξίου

Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο, Κέδρος, Αθήνα 1980
Εις μνήμην του πλέον αγαπημένου μου ποιητή , που έφυγε από τη ζωή στις 11Νοεμβρίου 1990

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2021

Βορειοδυτικά


 Αώος, Άραχθος, Αχέροντας

                                           Καλαμάς και Λούρος

Διανυκτερεύοντα Φαρμακεία

                                            της Πατρίδας.

Γιάννης Ζαρκάδης, Αχερουσία μνήμη

Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2021

Δειλινά φθινοπώρου

 
Paul Gauguin 1885

Στα δειλινά τα πένθιμα και φθινοπωρινά,
όταν χτυπάει στα τζάμια τους θρηνητικά η βροχή
κ' ενώ στην πόλη εσπερινούς βαρούν αργά οι καμπάνες,
παίρνουνε μια παράδοξη οι Κάμαρες ζωή.
Ο παγερός, που απ' τις κλειστές πόρτες γλιστράει , αέρας
κούφιων βημάτων φέρνει αχούς και ψίθυρους σβησμένους,
που κάνουν όποιον νείρεται ν' αναθυμάται ξάφνου
αγάπες χρόνων παλαιών και φίλους πεθαμένους.
Και τότες μέσ' στο σούρουπο οι Κάμαρες γεμίζουν
φαντάσματα που στους θαμπούς καθρέφτες καθρεφτιούνται, 
ενώ οι κουρτίνες οι βαρειές - κοιτάξτε τις! - κουνιούνται
κ' ενώ τα ρόδα που έγερναν στα βάζα ξεχασμένα
φυλλοροούνε άξαφνα σε μια στερνή ευωδία

σα να περάσαν πάνω τους δάχτυλα κάποια κρύα...

Κώστα Ουράνη, Ποιήματα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, χ.χ

Κυριακή 27 Ιουνίου 2021

Καλοκαιρινές ώρες

 

- Ανάβουν οι ώρες του Καλοκαιριού τα πρωινά·
Πόσα καινούργια πρόσωπα, καινούργια βήματα, νέες φωνές,
Από παντού καλέσματα, λάμψεις , μηνύματα
Έρχονται, φεύγουν με το μελτεμάκι
που ξετρελλαίνει των παιδιών τις λυτές κόμες
- καθώς τρέχουν με πέλματα γυμνά στην αμμουδιά -
Κι' ύστερα πάει να σπρώξει τα ιστιοφόρα μας
καταμεσίς του γαλανού πελάγου.
Με τόσα αποδημητικά πουλιά διασταυρωθήτε.
Με τόσα σημαιοστόλιστα  καράβια.
Έρχονται, φεύγουν φορτωμένα χαιρετίσματα
ποτισμένα αλάτι
και νοσταλγία θαλασσινή.
Με την αυγή σαλπάρουν, ξεκινούν
σαν τα πουλιά τα μεγάλα ιστιοφόρα
Παίρνοντας την αρμύρα από τα δάκρυά μας στ' ανοιχτά πανιά τους.
Πάνω στων γλάρων τις φτερούγες το χαιρετισμό μας.
Ανάβουν οι ώρες του Καλοκαιριού μες στο καταμεσήμερο.

Μελισσάνθη

Θαλασσινή Ποιητική Ανθολογία, επιμ. Πάνος Ν. Παναγιωτούνης, Εκδόσεις Δωδέκατη Ώρα, Αθήνα 1968

Τρίτη 27 Απριλίου 2021

Το τριανταφυλλένιο σύγνεφο της δύσης απλωνόταν σαν ένας ματωμένος χιτώνας...

 

ΤΟΤΕ μας αγαπούσε ο Χριστός, ο καλός Χριστός του σπιτιού,
της μικρής ασβεστωμένης εκκλησιάς και του δάσους.
Αυτόν το Χριστό δεν τον ξέρουν οι μεγάλοι.
Ο δικός μας Χριστός δεν είχε πρόσωπο χλωμό μήτε μεγάλα δάκρυα
λαμπερά κρεμασμένα στα ξανθά ματόκλαδά του.
Δε μύριζε σκιά και καρτερία. Δεν έλεγε: μη.
Το δέρμα του ήταν ρόδινο σα μικρού κοριτσιού και μύριζε όλος πορτοκάλι.
Ερχόταν το βράδυ, απ' τη γυαλιστερή θάλασσα των σταχυών, για να μοιράσει 
στα ήσυχα παιδιά παπαρούνες και παιχνίδια.
Στα γαλανά του μάτια περνοδιαβαίναν τα χαμόγελα καθώς περνούν
στον πρωινό ουρανό τα περιστέρια.
Κ' εγώ κ' η Ρηνούλα ήμαστε φρόνιμα παιδιά.
Δε λερώναμε τα χέρια μας με χώματα.
Δε βάφαμε τα μούτρα μας με μούρα.
Διαβάζαμε τ' αλφαβητάρι.
Ταΐζαμε τα πουλιά τ' ουρανού.
Και μαθαίναμε να τρώμε τα χόρτα με το πιρούνι.
Γι' αυτό κι ο Χριστός μάς χάιδευε τα βράδια στα μαλλιά
κι αποκοιμιόμαστε ήσυχα κάτου απ' τη  θαλασσιά κληματαριά
που βάραινε απ' τα ολόχρυσα τσαμπιά των άστρων.

***

Η ΝΥΧΤΑ περπατούσε στη στέρνα του κήπου μας 
όπως ο Χριστός περπατούσε στη θάλασσα
( Έτσι έγραφε  το βιβλίο που μας διάβαζε ο πατέρας μετά το δείπνο).
Ήταν μια γεύση ζεστού ψωμιού και γιασεμιών στον αέρα.
Το φως του δειλινού χτυπούσε ακόμα στην καρδιά των φύλλων.
Βάζαμε το αυτί στον τοίχο της μάντρας ν' ακούσουμε το βήμα 
της σιωπής που περνούσε πίσω απ΄τα δάση και τους λόφους.
Ένα βήμα σιγαλό και μακρινό σα να περπάταγε ένα κάτασπρο
πουλί στις καστανές πευκοβελόνες της πλαγιάς, σα να'σπαζαν
στον ισκιωμένο αέρα λεπτές φυσαλίδες από φως.
Κάτι έτρεμε κρυμμένο στην καρδιά μας που ζήταγε να τραγουδήσει
και δε του δίναμε φωνή.
Και καθισμένοι στις ψηλές ταράτσες, πλάι στις γλάστρες,
κλαίγαμε σιωπηλοί και λυπημένοι, μικροί μπρος στην απέραντη
χαρά που μας πλημμύριζε.

***

ΣΤΑ ΧΕΙΛΗ μας δεν είχαμε τη γεύση της πικροδάφνης.
Στα μαλλιά μας δεν είχαμε  τη σκόνη του χωρισμού.
Δεν είχαμε στη μνήμη στάχτη.
Δε ρωτούσαμε: " Ο Χριστός ή ο Διόνυσος;" ( όπως έγραφε κάπου ένα βιβλίο που το διαβάσαμε ύστερα από χρόνια, με κάτι τόσα δα ψηφιά, σαν πόδια ψύλλου).
Ο δικός μας Χριστός είχε περασμένα στ' αυτιά του τσαμπιά σταφύλια.
Κι αν ήτανε το βλέμμα του γλαρό κι ονειρεμένο, ο χιτώνας του
ήταν υφασμένος με μαλλί τράγου κ' ευώδιαζε κοπριά κ' ιδρώτα. ( Μην τάχα δε γεννήθηκε στη φάτνη;)
Γι' αυτό αγαπούσε τ' άσπρα αρνάκια και τα παιδιά που μοιάζουν με τ' αρνάκια.
Κι αν ήρθε από τον ουρανό είχε το σπίτι του στη γη μας.
Εμείς τον βλέπαμε κάθε πρωί να ρίχνει σπόρους λουλουδιών πάνου στο χώμα,
ενώ στο πλάι του σκυφτοί οι αγρότες όργωναν τα κόκκινα χωράφια.
Όλα τα κρίνα που φυτρώναν στους αγρούς εκείνος τα' σπειρε.
Δεν έλεγε: " πεθάνετε για να λευτερωθείτε".
Έλεγε μόνο: " ζείτε κι αγαπάτε".
Και καθώς άγγιζα το χέρι της Ρηνούλας ένιωθα που ο Χριστός ήταν μαζί μας.
Ο ήλιος τραγουδούσε μέσα στο αίμα μας.

***

ΚΑΠΟΙΟ δείλι, κοντά στο παράθυρο, η Ρηνούλα κ' εγώ, 
διαβάζαμε το μεγάλο βιβλίο με τις πολλές ζωγραφιές.
Θυμώσαμε όταν μάθαμε πως ο Χριστός ο δικός μας άφησε 
τη μικρούλα Ναζαρέτ με τα σκυφτά σπιτάκια, με τα γαλάζια
παράθυρα, με τα κόκκινα γεράνια, για να πάει στην περήφανη 
Γερουσαλήμ που φορούσε υακίνθινα σανδάλια.
Εκεί, θαρρώ, τον σταυρώσανε.
Η Ρηνούλα είπε: " Καλά του κάνανε. Γιατί ν' αφήσει το ζεστό
χωριό του αφού είχε ένα πηγάδι κ' ένα περβόλι, αφού έφτιαχνε
τόσο όμορφα πουλιά με κόκκινο χώμα;"
Εγώ δε μίλησα.
Μακριά στους έρημους αγρούς, βέλαξε κάποιο αρνάκι. Κ' έκλαψα.
Η Ρηνούλα φοβήθηκε. Μου' πιασε το χέρι κ' ήταν κρύο σαν το φθινόπωρο.
Το τριανταφυλλένιο σύγνεφο της δύσης απλωνόταν σαν ένας ματωμένος χιτώνας.

***

ΡΗΝΟΥΛΑ, κοίταξε τα σημάδια στις παλάμες και στα πόδια μου.
Έχασα και το τελευταίο ιμάτιο. Μ' άφησαν μόνο και γυμνό.
Γυμνός εγώ, γυμνός κι ο ήλιος. Ο ένας φωτίζει και ζεσταίνει τον άλλονε.
Κ' οι δυό μαζί φωτίζουμε τα πλάσματα του κόσμου.
Κι όπως απόψε κλαίνε γύρω μου τα στάχυα, τα χαμόμηλα, τ' αρνάκια, εγώ δεν κλαίω.
Λέω σιγανά: " Ρηνούλα, είναι όμορφο να' σαι χαρούμενος χωρίς να ξέρεις, να' σαι λυπημένος χωρίς να ξέρεις, μα πιο γλυκό και πιο βαθύ κι απ' τη χαρά κι από τη λύπη είναι να ξέρεις".
Κι αν πέθανε η πυγολαμπίδα, Ρηνούλα, κοίταξε τον ήλιο κατάματα 
ώσπου πια να μη βλέπεις.
Τότε θα μάθεις.
Τότε θα δεις ν' ανάβει ο ήλιος πάνου στη δροσιά χίλιες χιλιάδες αστεράκια.
Και το βράδυ, πλάι στο φράχτη, θ' ακουστεί το παλιό τραγούδι του γρύλου , σα να γλιστράει από το πολυτρίχι σταλιά σταλιά ή βρυσούλα της γαλήνης.

Αποσπάσματα από το έργο του Γιάννη Ρίτσου, Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα. Σχέδια Τζένη Δρόσου,  Κέδρος, Αθήνα 1990

Τρίτη 20 Απριλίου 2021

Κ' εσείς, ακριβοί μου σύντροφοι....

 

...Κ' εσείς, ακριβοί μου σύντροφοι,
                                   σε κείνο το ασφυχτικό κελλί των μελοθανάτων,
ένα μήνα ζήσαμε κουλουριασμένοι, για να χωράμε,
και κάθε φορά που παίρναν κάποιον, για να μη μας λείπει
δεν απλώναμε το κορμί μας. Μέχρι που μείναμε
εγώ
     κι εσύ,
τελευταίε σύντροφε,
κουβαριασμένοι σε δυό γωνιές του άδειου κελλιού,
με την πελώρια αίσθηση γύρω μας
ότι υπάρχουν ακόμα 
όλοι.

Εσείς, που ζήσατε και πεθάνατε ταπεινά,
μα εγώ,
             παίζοντας γροθιές με την ανωνυμία
                                                      και τους νεκροθάφτες
σας άρπαξα
και σας έθαψα εδώ μέσα μέσα στα κόκκαλά μου,
για να μπορώ να ταξιδεύω τώρα στο διάστημα,
                                        πικρός και σιωπηλός
                                                                             κι ολόδροσος,
σαν ένα χωριάτικο κοιμητήρι που διασχίζει το χρόνο...

Τάσος Λειβαδίτης, 25η Ραψωδία της Οδύσσειας, Αθήνα, 1963
,

Κυριακή 4 Απριλίου 2021

"Πάντα παράξενος ο Απρίλιος πάντα να μας χωρίζει δίχως δισταγμό στα δύο Άνοιξη ή καλοκαίρι είναι τώρα; "

 

Ο ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ
Η ώρα ήταν πέντε και μισή εχάραζε
περήφανος ο Απρίλιος τίναζε
απ’ τα ξανθά μαλλιά του την ψιλή βροχή.
 
Πολλοί περνούσαν από κει επαναφέροντας
την κίνηση και τη βουή στο δρόμο
αλλά κανένας δεν τον πρόσεχε κανένας
δε είχε έλλειψη από ακεφιά και τρόμο.
 
Κάποιος ρωτούσε τι ώρα είναι
άλλος βλαστήμαγε που πέρασε η ώρα
άλλος ρωτούσε αν θα κάνει ζέστη
άλλος ρωτούσε αν θα ξαναβρέξει
άλλος ζητούσε μιαν αφετηρία λεωφορείων
άλλος ζητούσε μιαν αφετηρία της μέρας
άλλος – ο πιο επικίνδυνος για το σιγουρεμένο καθεστώς
ζητούσε μιαν αφετηρία πουλιών…
 
Πάντα παράξενος ο Απρίλιος πάντα
να μας χωρίζει δίχως δισταγμό στα δύο
Άνοιξη ή καλοκαίρι είναι τώρα;
 
Για τον ρακοσυλλέκτη όμως συνεχίζονταν ο χειμώνας.
Κοιμόταν σαν παιδί σαν αγγελούδι σαν αρνί
μες στα κουρέλια του και μέσα στα χαρτιά του
χαμογελούσε ονειρεύονταν φαίνεται ότι πετούσε
επάνω από λιβάδια σύγνεφα βουνά και θάλασσες
επάνω από εποχές χαρές και λύπες
 
Χαμογελούσε ονειρεύονταν φαίνεται ότι έπεφτε
από ψηλά μπαλκόνια έπεφτε απαλά στην άσφαλτο
σαν το φτερό πουλιού σαν λέξη κοριτσιού
και τίποτε δεν πάθαινε. Κοιμόταν χαμογελούσε
ονειρευότανε και δεν ξυπνούσε δεν ξυπνούσε…
 
ΘΩΜΑΣ  ΓΚΟΡΠΑΣ (ΤΑ ΘΕΑΜΑΤΑ, εκδόσεις ΕΞΟΔΟΣ 1983)


Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2021

Πώς το «αθάνατο κρασί του '21» μέθυσε τους ρώσους ποιητές

 Η Σόνια Ιλίνσκαγια- Αλεξανδροπούλου περιγράφει πώς ο πόθος της ελευθερίας που ενσαρκώνεται στη θεματολογία της Ελληνικής Επανάστασης ενέπνευσε όχι μόνο τους «δεκεμβριστές», που συμμετείχαν ενεργά στο κίνημα, αλλά και έναν πλατύτερο κύκλο ρώσων ποιητών.

Οι ειδήσεις για την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης προκάλεσαν στη Ρωσία ενθουσιώδη ανταπόκριση. Συνηχούσαν με τις εγχώριες πολιτικές ζυμώσεις, καθώς η κυοφορία του φιλελεύθερου κινήματος των ρώσων ευγενών, που θα καταλήξει σε αποτυχημένη εξέγερση στις 14 Δεκεμβρίου 1825, ήταν τότε στην ακμαία φάση της και μεταμόρφωνε εντυπωσιακά την εικόνα της πνευματικής ζωής του τόπου. Η λογοτεχνία, που λειτουργούσε και ως μοναδικό στη Ρωσία βήμα προβολής φιλελεύθερων ιδεών, παραδειγματιζόμενη από την ποίηση της Γαλλικής Επανάστασης, είχε ήδη πλημμυρίσει από σύμβολα ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας, τα οποία προσλαμβάνονταν ως πρότυπα και μέτρα δημοκρατικής αγωγής. Ως στίγμα αυτής της νοοτροπίας μπορούμε να δούμε, λ.χ., την κρίση του Πούσκιν για τον στοχαστή λογοτέχνη Π. Τσααντάγεφ: «Στη Ρώμη θα ήταν ο Βρούτος. Στην Αθήνα ο Περικλής», καθώς και τον θαυμασμό του για το ηθικό σθένος του «δεκεμβριστή» ποιητή Φ. Γκλίνκα, τον οποίο αποκαλεί «Αριστείδη». Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα ήταν φυσικό η Ελληνική Επανάσταση να γίνεται δεκτή από τους φιλελεύθερους πνευματικούς κύκλους της Ρωσίας ως ενσάρκωση και του δικού τους οράματος.

«Χρέος» η βοήθεια της επανάστασης

Οι πρώτες ποιητικές αντιδράσεις συνδέονται με τις προσδοκίες (που δεν άργησαν να διαψευστούν) για την υποστήριξη των ελλήνων αγωνιστών από ρωσικά στρατεύματα. Κυκλοφορούσαν φήμες για την εκστρατεία με επικεφαλής τον στρατηγό Γερμόλοφ, και ο μελλοντικός αρχηγός των «δεκεμβριστών» ποιητής Κ. Ριλέγεφ τού απηύθυνε φλογερό μήνυμα προτροπής «να σπεύσει και να σώσει τα τέκνα της Ελλάδας», που ανασταίνεται από τις στάχτες: ήδη οι απόγονοι του Θεμιστοκλή σήκωσαν τις σημαίες της ελευθερίας και πότισαν με το ηρωικό αίμα τους το χώμα της πατρίδας τους (1821). Στην ποιητική επιστολή του «Προς τους φίλους στο Κισινιόφ» (1822) ο Β. Ραγέφσκι, κρατούμενος από τις τσαρικές αρχές για «ανατρεπτική δραστηριότητα στο στράτευμα», αναφέρει την «αυγή» της Ελληνικής Επανάστασης και το «χρέος» συμβολής στην «ιερή υπόθεση» ενός λαού και της ελευθερίας που «ξύπνησαν από τη νάρκη». Εγκαινιάζοντας το ελληνικό θέμα με το ποίημα «Πόλεμος» (1821), ο Πούσκιν εμφανίζεται συνεπαρμένος με την ιδέα άμεσης συμμετοχής στον αγώνα των Ελλήνων, πλάθει με τη φαντασία του εικόνες των μαχών και προαισθάνεται την εμπνευσμένη αντανάκλαση της μούσας του. Θα ακολουθήσει το μαχητικό «Στιλέτο» (1821), προειδοποίηση σε όλους τους τυράννους για την αναπόφευκτη τιμωρία που θα φέρει το στιλέτο, φτιαγμένο από τον «λήμνιο θεό» για τη Νέμεση, «ελευθερίας φύλακας κρυφός»:

Όπου να πάει θα τον βρει η θεία η Σπαθοφόρα,


στη θάλασσα και στη στεριά, μες στη σκηνή, μες στον ναό,


μέσα σε κάστρο μυστικό,


ή απάνω στο κλινάρι του, σε ύπνου γλυκού την ώρα!1

Από κοντά έρχονται και δύο ποιήματα με γυναικείες μορφές: «Πιστή Ελληνίδα, μην τον κλαις» (1821), φόρος τιμής σε έναν Φιλικό (παρομοιάζεται με τον Αριστογείτονα) που έπεσε στον Αγώνα, και «Σε μια Ελληνίδα» («Γεννήθηκες για να οιστρηλατείς τη φαντασία των ποιητών…», 1822), αφιερωμένο στην Καλυψώ Πολυχρονίδη, την ομορφιά της οποίας είχε θαυμάσει και ο Μπάιρον.


Η συμβολή του Πούσκιν στον αγώνα


Η ρωσική ανταπόκριση στην Ελληνική Επανάσταση συνήθως συνδέεται με το όνομα του Πούσκιν. Από τον περασμένο αιώνα, ειδικά και τεκμηριωμένα, για το θέμα αυτό είχε μιλήσει ένας έλληνας λόγιος από την Οδησσό, ο Κ. Α. Παλαιολόγος. Στο δοκίμιό του «Ο Ρώσος ποιητής Πούσκιν ως φιλέλλην εξεταζόμενος» (Παρνασσός, 1879) επισημαίνει κατ’ αρχήν το γεγονός ότι το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης βρήκε τον Πούσκιν εξόριστο πρώτα στο Κισινιόφ και έπειτα στην Οδησσό, που υπήρξαν «ο πυρήν και το κέντρον της ελληνικής εθνεγερσίας»:
«Απάντων των σπουδαιοτάτων τούτων γεγονότων ο Πούσκιν υπήρξεν αυτόπτης μάρτυς… Συνήψε σχέσεις μεθ’ απάντων σχεδόν των ομογενών ημών αποτελούντων τότε το άνθος της εν Κισνοβίω κοινωνίας… Πρώτος απάντων, τολμώ να είπω, των Ρώσων κατείδε και εξετίμησε την σπουδαιότητα του ελληνικού κινήματος ο Πούσκιν». Ως απόδειξη ο Παλαιολόγος παρουσιάζει απόσπασμα από τις «Σημειώσεις για την Ελληνική Επανάσταση» που κρατούσε ο Πούσκιν για ένα διάστημα στα γαλλικά: «Απαντες απηλπίζοντο περί της αισίας εκβάσεως των σχεδίων της Φιλικής Εταιρίας· εγώ όμως έχω ακράδαντον πεποίθησιν περί του θριάμβου της Ελλάδος και της υπό των Οθωμανών εγκαταλείψεως της ανθηράς χώρας της Ελλάδος τοις νομίμοις κληρονόμοις του Ομήρου και του Θεμιστοκλέους», καθώς και ποιητικά τεκμήρια, όπως το «Εγέρθητι, ω Ελλάς, εγέρθητι», που ο Παλαιολόγος παραθέτει σε δική του πεζή μετάφραση, ενώ εμείς θα προτιμήσουμε τώρα την ελεύθερη απόδοση του Βάρναλη:


Εμπρός, Ελλάδα


Εμπρός, στηλώσου, Ελλάδα επαναστάτισσα,


βάστα γερά στο χέρι τ’ άρματά σου!


Μάταια δεν ξεσηκώθηκεν ο Ολυμπος,


η Πίνδο, οι Θερμοπύλες ­ δόξασμά σου.


Απ’ τα βαθιά τους σπλάχνα ξεπετάχτηκεν


η λεφτεριά σου ολόφωτη, γενναία


κι απ’ τον τάφο του Σοφοκλή, απ’ τα μάρμαρα


της Αθήνας, πάντα ιερή και νέα.


Θεών κ’ ηρώων πατρίδα, σπάζεις άξαφνα


το ζυγό σου και την ενάντια Μοίρα


με τον ηχό, που βγάνει του Τυρταίου σου,


του Μπάιρον και του Ρήγα η άξια λύρα.


Το ποίημα γράφηκε το 1829, όταν ο Πούσκιν πραγματοποίησε ένα ταξίδι στον Καύκασο που αναβίωσε στη μνήμη του την παλιά συγκίνηση για τους αγώνες της Ελλάδας και την αντίστοιχη δοξαστική ποιητική γλώσσα. Εν τω μεταξύ και η πορεία της Ελληνικής Επανάστασης, που την έζησε στα πρώτα χρόνια της από κοντά ως μια διδακτική ιστορική εμπειρία και οι ευρωπαϊκές εξελίξεις (με την ήττα των επαναστατικών κινημάτων στην Ισπανία και στην Ιταλία) προσδιόρισαν μια αισθητή μετατόπισή του από ρομαντική σε ρεαλιστικότερη θεώρηση2. Η κρίση του προσγειώνεται και από υμνητική γίνεται αναλυτική, ιδιαίτερα στα πεζά, που αποκτούν στο έργο του όλο και μεγαλύτερο βάρος. Στο δοκίμιό του ο Κ. Α. Παλαιολόγος παραθέτει χαρακτηριστικό απόσμασμα από το διήγημα «Ο Κιρτζαλής» (1834· εκεί ο Πούσκιν αξιοποίησε υλικό από το απραγματοποίητο σχέδιό του ­ μεγάλο ποίημα, αφιερωμένο στη Φιλική Εταιρία) που το μεταφέρουμε εδώ σε μεταγενέστερη μετάφραση3:
«Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ήταν προσωπικά γενναίος, δεν είχε όμως την ικανότητα που χρειαζόταν για τον ρόλο που τόσο βιαστικά κι απροετοίμαστα ανέλαβε. Δεν είχε τον τρόπο να συνεργαστεί με τους ανθρώπους που ώφειλε να διοικήσει, γι’ αυτό κι εκείνοι δεν τον σέβονταν και δεν του είχαν εμπιστοσύνη. Υστερα από την άτυχη εκείνη μάχη, όπου χάθηκε το άνθος της ελληνικής νεότητας, ο Γεωργάκης Ολύμπιος τον συμβούλεψε ν’ απομακρυνθεί κι ο ίδιος στάθηκε στο πόδι του. Ο Υψηλάντης τόσκασε για τα αυστριακά σύνορα κι αποκεί έστελνε τις κατάρες του στους ανθρώπους του και τους ονόμαζε εξωμότες, δειλούς κι ανάξιους. Αλλά αυτοί οι δειλοί κι ανάξιοι σκοτώθηκαν οι περισσότεροι μέσα στη Μονή του Σέκου ή στις όχθες του Προύθου, πολεμώντας με απίστευτη τόλμη έναν εχθρό δέκα φορές ισχυρότερον από κείνους»4.


Ο Β. Κιουχελμπέκερ και η Ελλάδα


Ο φιλελληνισμός του Πούσκιν και οι σχετικές εκτιμήσεις της ελληνικής κριτικής που βάδισε στα χνάρια του Παλαιολόγου είναι ένα μεγάλο θέμα που έχει την ιστορία του και γίνεται τώρα αντικείμενο μιας ειδικής μελέτης, ενώ εμείς οφείλουμε να στραφούμε εδώ και σε άλλα πολύ αξιόλογα ονόματα της ρωσικής ποίησης#5, που ήταν ­ σχεδόν όλοι τους ­ φίλοι του Πούσκιν.
Συμμαθητές στο Λύκειο του Τσάρσκογε Σελό και έπειτα, για λίγο διάστημα, συνάδελφοι υπάλληλοι στο υπουργείο Εξωτερικών, λάτρεις της ποίησης και της ελευθερίας, ο Πούσκιν και ο Β. Κιουχελμπέκερ ήταν πράγματι αδελφικοί φίλοι. Στη φιλολογική συντροφιά τους ο Κιουχελμπέκερ ξεχώριζε με την απαράμιλλη λογοτεχνική καλλιέργεια και τον ενθουσιώδη χαρακτήρα του ­ παρορμητικός, ονειροπόλος, έτοιμος για κάθε θυσία.
Όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση βρισκόταν στο Παρίσι και ο τσάρος Αλέξανδρος ήταν σίγουρος ότι θα κατέληγε στην Ελλάδα. Την επιθυμία του αυτή αποτυπώνουν δύο ποιήματα «Το ελληνικό τραγούδι» και «Προς τον Αχάτη» (1821) ­ χαιρετισμός στους λαούς που ξεσηκώνονται για την ελευθερία τους, και ειδικά στην Ελλάδα που «έχει σπάσει τα δεσμά της» και περιμένει υποστήριξη· έκκληση σε φίλους να ανταποκριθούν στο κάλεσμά της: «Πού ‘ναι τα φτερά μας να πετάξουμε; Αναμερίστε βουνά, ποτάμια, πολιτείες!». Ο ίδιος παρακαλεί τη Μοίρα να του χαρίσει «τη χαρά της πρώτης μάχης», είναι έτοιμος να σταθεί κάτω από ιερές σημαίες του Μαραθώνα ­ «κι αν πέσω, θα πέσω σαν ήρωας».
Οι διαλέξεις που έδωσε στο Παρίσι για τη ρωσική λογοτεχνία είχαν απροκάλυπτη πολιτική οξύτητα και η ρωσική πρεσβεία τού μεταβίβασε τη διαταγή των αρχών να γυρίσει αμέσως στην πατρίδα. Στο εξής θα βρίσκεται υπό δυσμένεια και αυστηρή επιτήρηση, αλλά δεν χαμηλώνει καθόλου τους μαχητικούς τόνους του. Στο ποίημα «Προφητεία» (1822) εμφανίζεται ως «προφήτης της ελευθερίας», στηρίζει το κήρυγμά του στο παράδειγμα της Ελλάδας, καταγράφει την παλλαϊκή επιστράτευσή της, παρακολουθεί τις νικηφόρες μάχες της, κατακρίνει τον «ύπουλο» ρόλο της Βρετανίας (υπάρχουν αρκετά σημεία που μπορούν να κριθούν ως κοινοί τόποι με τον «Υμνο» του Σολωμού, αλλά και με τις ωδές του Κάλβου), ορκίζεται να μη σιωπήσει «ούτε στην εξορία ούτε στα δεσμά». «Ελεύθερο και στα δεσμά ακόμα» βλέπει τον εαυτό του στο ποίημα «Στον Βιάζεμσκι» (1823) και εύχεται να βρει τη θέση του στον ναό της τέχνης «δίπλα στον Πούσκιν και στον Τυρταίο». Η Ελλάδα είναι παρούσα κι εδώ, ενθαρρύνει με τον αγώνα της τους σκλαβωμένους λαούς της Ευρώπης, προκαλεί τρόμο στα «πλήθη των άγριων Οθωμανών», καθώς και στους συμμάχους τους ­ τυράννους της Δύσης που καταπιέζουν τον κόσμο και δολοφονούν «τα παιδιά της ελευθερίας». Ο ποιητής αναπολεί την ώρα όταν στις όχθες του Σηκουάνα πρωτοάκουσε το ηρωικό κάλεσμα από την Ελλάδα και ονειρευόταν να βρεθεί εκεί με το σπαθί στο χέρι, λυπάται που η μοίρα τού αρνήθηκε αυτή τη χάρη και βλέπει ως χρέος του να υψώνει τη σημαία της ελευθερίας με τον στίχο του.


Ο προσανατολισμός των «δεκεμβριστών»

Το παράδειγμα του Κιουχελμπέκερ είναι από τα πλέον δηλωτικά της κυρίαρχης τότε στη Ρωσία ρομαντικής αντίληψης για τον προφητικό και οδηγητικό ρόλο της ποίησης. Οπως ήταν φυσικό, στους επαναστατικούς κύκλους των «δεκεμβριστών» η θέση αυτή αποκτούσε προγραμματικές διαστάσεις. Ο προσανατολισμός στη διάδοση των φιλελεύθερων ιδεών προσδιόριζε τις έντονα διαφωτιστικές, διδακτικές διαθέσεις και είχε άμεσο αντίκτυπο στις επιλογές των ειδών (προτίμηση στην ωδή και στην τραγωδία), στους επικαιρικούς χειρισμούς των ιστορικών θεμάτων (αλληγορική «φωτογράφηση» του παρόντος, καταγγελία της απολυταρχίας, εξύμνηση της αντίστασης στην τυραννία ­ μια τέτοια τραγωδία, τους «Αργείους», έγραψε ο Κιουχελμπέκερ τις παραμονές της εξέγερσης), στην εξιδανικευμένη προβολή των πρωταγωνιστών της ελευθερίας.
Με θρυλική αίγλη ενός ρομαντικού ήρωα περιβάλλεται η μορφή του Μπάιρον (όπως, λ.χ., στο ποίημα του Β. Τουμάνσκι «Προς τον πρίγκιπα Τσερτελέφ», 1823) και ο θάνατός του το 1824 στο ηρωικό Μεσολόγγι προσλαμβάνεται στη Ρωσία ως συγκλονιστικό γεγονός. «Αοιδό, αγαπημένο των Ρώσων», «βάρδο, ζωγράφο γενναίων ψυχών», «Τυρταίο, σύμμαχο και προστάτη συνταγμάτων της ελευθερίας» τον αποκαλεί ο Κιουχελμπέκερ στο ποίημά του «Ο θάνατος του Μπάιρον» (1824). Πληθωρικός, ρητορικός, υψηλόφωνος, ο ποιητικός λόγος του καταγράφει τη δημιουργική και την αγωνιστική προσφορά του μεγάλου άγγλου ποιητή, την παρουσία του στη μαχόμενη «αναγεννημένη» Ελλάδα και το βαθύ πένθος της. Με την αναφορά στο πένθος της «πατρίδας του Θεμιστοκλή», της «ιερής» Ελλάδας, ανοίγει το δικό του ποίημα «Στον θάνατο του Μπάιρον» (1824) ο Ριλέγεφ και το κλείνει πάλι με τους Ελληνες να απευθύνονται στους «φίλους της ελευθερίας και της Ελλάδας», εκφράζοντας την πεποίθηση πως με τον πρόωρο θάνατο του Μπάιρον «χαίρονται μόνο οι τύραννοι και οι σκλάβοι».
Πολύ θεαματική ­ ενταγμένη εδώ σε σχήμα αντιπαράθεσης ­ είναι η παρουσία της Ελλάδας στο ποίημα «Η μοίρα του Ναπολέοντα» (1821) του Φ. Γκλίνκα, ενός από τους σημαντικούς πνευματικούς ηγέτες και ποιητές των «δεκεμβριστών». Η μνήμη για τον αποθανόντα (στις 5 Μαΐου 1821) αυτοκράτορα, μπροστά στον οποίο πρόσφατα «έτρεμαν βασίλεια», παραμερίζεται από τη συναρπαστική εικόνα της επαναστατημένης Ελλάδας που «ανασταίνεται από τον τάφο», «σπάει με δύναμη δεσμά» και «μέσα στην καταιγίδα» πλάθει τον νέο κόσμο της, αναβιώνοντας τα σύμβολα των Θερμοπυλών και του Ολύμπου. Αργότερα, παρακολουθώντας την πορεία της Ελληνικής Επανάστασης και συμπάσχοντας με τους κυνηγημένους από το τουρκικό γιαταγάνι Ελληνες που αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τα αγαπημένα παράλια της Ιωνίας και να αναζητήσουν καταφύγιο σε ξένους τόπους, ο Γκλίνκα θα κάνει έκκληση για βοήθεια στους ξεριζωμένους πατριώτες («Στους έλληνες ικέτες», 1826).


Ο πόθος της ελευθερίας και η ποίηση


Ως τον τραγικό Δεκέμβριο του 1825 οι αναφορές στην Ελλάδα λειτουργούν στη ρωσική ποίηση όπως και οι συνθηματικές λέξεις-σηματοδότες: τυραννία, δεσμά, ελευθερία, σπαθί. Ενδεικτικό της συμβολικής και κάποτε συμβατικής προσφυγής στην Ελλάδα είναι, λ.χ., το ποίημα του Β. Γκριγκόριεφ «Ελληνίδα» («Γιατί στο χέρι σου κρατάς σπαθί, κόρη της εμπνευσμένης Ανατολής…», 1824): αποτυπώνει ένα γενικό μοντέλο ηρωικής αγωνιστικής συμπεριφοράς, υπογραμμισμένο με την επιλογή της γυναικείας μορφής, χωρίς να επιστρατεύει τα εθνικά, ελληνικά, στοιχεία και χρώματα. Συμβολικά φορτισμένο είναι το τριμερές, συνήθως, δομικό σχήμα αυτών των αναφορών: το ένδοξο παρελθόν της Ελλάδας, αιώνες σκλαβιάς, η ανάσταση. Είναι βέβαια ένας κοινός τόπος και στην ελληνική και γενικότερα στην ευρωπαϊκή ποίηση της εποχής, αλλά στη Ρωσία κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1820 το σχήμα αυτό αποκτούσε διαστάσεις ενός απτού παραδείγματος προς μίμηση και εφαρμογή, συνθηματικής έκκλησης για αγωνιστικό ξεσήκωμα το οποίο ετοίμαζαν οι παράνομες οργανώσεις των «δεκεμβριστών».
Το πάθος της ελευθερίας, που ενσαρκώνεται και στη θεματολογία της Ελληνικής Επανάστασης, διαπνέει όχι μόνο τους «δεκεμβριστές» αλλά και έναν πλατύτερο κύκλο ρώσων ποιητών που δεν συμμετέχουν άμεσα στις επαναστατικές δραστηριότητες, ωστόσο διατηρούν πολύ στενές φιλικές σχέσεις με τους πρωτεργάτες του κινήματος. Το ποίημα «Η Ελλάδα» (1822) του Ο. Σόμοφ, ένα από τα καλύτερα δείγματα της φιλελληνικής ποίησης που γράφεται εκείνα τα χρόνια στη Ρωσία, ακολουθεί το δομικό σχήμα που αναφέραμε πιο πάνω. Ξεχειλίζει από αγάπη και θαυμασμό για την ανδρεία αρχαία Ελλάδα που ανύψωσε τον ναό «της ιεράς ελευθερίας» και υπήρξε «μητέρα των τεχνών», αλλά και από πικρία για τα σημερινά ερείπια του αρχαίου μεγαλείου, τη σκλαβιά που βιώνουν οι απόγονοι του Περικλή. Η συγκινημένη έκκληση του ποιητή στις «δοξασμένες σκιές» της αρχαιότητας, αλλά και στους καταπιεσμένους κληρονόμους αυτής της δόξας για ένα διάστημα δεν βρίσκει ανταπόκριση, αλλά τελικά η ικεσία του εισακούεται και το ποίημα κλείνει με χαιρετισμό θριάμβου στους μαχόμενους για την ελευθερία Ελληνες, τους οποίους θαυμάζουν «οι σκιές των προγόνων» τους.
Ως πολύ αξιόλογος ποιητής στον χώρο των «συμπαθούντων» ξεχωρίζει ο Β. Τουμάνσκι, στον οποίο ο Κιουχελμπέκερ είχε αφιερώσει το ποίημά του «Προς τον Αχάτη», γνωστός του Πούσκιν από την ταυτόχρονη παραμονή τους στην Οδησσό. Η «Ελληνική ωδή» του (1823), που συναγωνίζεται σε μαχητικό πάθος «Το ελληνικό τραγούδι» του Κιουχελμπέκερ, μεταφέρει τη φωνή ­ σε πρώτο πρόσωπο του πληθυντικού ­ των ελλήνων αγωνιστών, αποφασισμένων να εκδικηθούν τον εχθρό που έσπειρε στον τόπο τους τον θάνατο, τη φωτιά, τη βεβήλωση των ιερών, την ατίμωση. Δύο χρόνια αργότερα ο Τουμάνσκι επανέρχεται στο ελληνικό θέμα με δύο σονέτα που έχουν τον κοινό τίτλο «Ελλάδα» (1825) και στήνονται πάνω στη γνωστή αντιπαράθεση του χθες, που δεν ενέπνεε ελπίδες για ανάσταση από τη φρίκη της σκλαβιάς, και του σήμερα, όταν το εξεγερμένο «μέγα πνεύμα της ελευθερίας» απηύθυνε το κάλεσμά του σε «τυραννισμένους» λαούς και δέχθηκε τη θαρραλέα ακλόνητη απάντηση της Ελλάδας.


Πώς εσίγησαν οι ποιητές


Και πριν από την εξέγερση των «δεκεμβριστών» αρκετά από τα ποιήματα που αναφέραμε δεν ήταν δυνατόν να δουν επίσημα το φως της δημοσιότητας, κυκλοφορούσαν όμως σε χειρόγραφα και έφταναν στους αναγνώστες (το φαινόμενο του «σαμιζντάτ» δεν είναι αποκλειστικό «προϊόν» της σοβιετικής εποχής, είχε βαθιές ρίζες στην ιστορία της χώρας). Τον μακρύτερο πάντως δρόμο προς εκτύπωση έκαναν, όπως φαίνεται, δύο ποιητικές εκκλήσεις: «Στους ξεσηκωμένους Ελληνες» και «Εκκληση προς βοήθεια των Ελλήνων» που πρωτοδημοσιεύτηκαν στα μέσα του 20ού αιώνα. Ο συγγραφέας τους Β. Καπνίστ, από τη ζακυνθινή οικογένεια Καπνίση, εγκατεστημένη στην Ουκρανία από τις αρχές του 18ου αιώνα, ήταν μία από τις επιφανείς φυσιογνωμίες των ρωσικών γραμμάτων στα τέλη του 18ου-αρχές του 19ου αιώνα, ποιητής και δραματουργός με φιλοσοφική διάθεση, τολμηρό αντιτυραννικό πνεύμα («Ωδή της σκλαβιάς», που περίμενε δημοσίευση επί 23 χρόνια) και ισχυρή σατιρική φλέβα (κωμωδία «Στρεψοδικία»). Στα «ελληνικά» ποιήματά του τις εικόνες ολέθρου που έσπειρε στην Ελλάδα ο ξένος ζυγός διαδέχονται το κρίσιμο ερώτημα που θέτει η πατρίδα: «Ελευθερία ή θάνατος» και ο αγωνιστικός άθλος των σημερινών Ελλήνων που θυμίζει τις Θερμοπύλες, ενώ η έκκληση για βοήθεια στην επαναστατημένη Ελλάδα την οποία στέλνει ο ποιητής στους χριστιανικούς λαούς, και ιδιαίτερα στη Ρωσία, προβάλλεται ως θέμα πίστης και τιμής.
Μετά την καταστολή της εξέγερσης τον Δεκέμβριο του 1825, την εκτέλεση των πέντε αρχηγών (ανάμεσά τους ο Ριλέγεφ) και τις ομαδικές καταδίκες σε κάτεργα (Κιουχελμπέκερ), μαζί με τις φιλελεύθερες φωνές είχε σχεδόν σιγήσει και το ελληνικό θέμα. Πέντε χρόνια αργότερα ο Π. Κατένιν, σημαντικός λογοτέχνης και ένας από τους πρωτεργάτες του κινήματος των «δεκεμβριστών» που γλίτωσε από το τσαρικό μένος επειδή από το 1822 ήδη βρισκόταν στην εξορία, αναπολώντας τα χρόνια φιλελεύθερης έξαρσης θα αναφέρει, ως ένα από τα δηλωτικά στοιχεία της, τον θρύλο της αναστημένης Ελλάδας που είχε εμπνεύσει και ζωογονήσει την τέχνη («Η έμπνευση και ο ποιητής», 1830).

1. Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Πέντε ρώσοι κλασικοί, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1975, σελ. 64.
2. Στις μελέτες για τον Πούσκιν (στη συλλογή Πέντε ρώσοι κλασικοί, σελ. 35-99, και στον δεύτερο τόμο της τρίτομης ιστορίας της ρωσικής λογοτεχνίας, σελ. 46-62) ο Μ. Αλεξανδρόπουλος κάνει αναπτυγμένες ερμηνευτικές προτάσεις σχετικά με την ουσιώδη αυτή τομή στο έργο του ρώσου ποιητή, καθώς και με το πολύπτυχο ζήτημα του φιλελληνισμού του.
3. Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Πέντε ρώσοι κλασικοί, σελ. 66-67.
4. Με την ευκαιρία, να σημειώσουμε ότι στον Αλ. Υψηλάντη είχε αφιερώσει το ποίημά του «Δεσμώτης έλληνας» ο Ι. Κοζλόφ.
5. Βλ. επίσης: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Η ρωσική λογοτεχνία. Ιστορία σε τρεις τόμους. Από τον 11ον αιώνα μέχρι την επανάσταση του 1917, τ. Β’, εκδ. Κέδρος, 1978, σελ. 24-31, 86-90.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 21Μαρτίου 1999


Το άρθρο αυτό, με πρωτοβουλία του Δημήτρη Κυπραίου , Πρέσβη της Ελλάδας στη Μόσχα, έγινε η αφορμή για την έκδοση του βιβλίου " Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ". Η Σόνια Ιλίνσκαγια έκανε την επιλογή των ποιημάτων , έγραψε την εισαγωγή και έκανε την επιμέλεια.  Μετέφρασε από τα ρώσικα η Ευγενία Κριτσέφσκαγια και την απόδοση στα ελληνικά έκαναν οι : Ρούλα Κακλαμανάκη, Χριστόφορος Λιοντάκης, Κώστας Παπαγεωργίου και Στρατής Πασχάλης. 
Το βιβλίο εκδόθηκε από το Βιβλιοπωλείο της " Εστίας" Ι.Δ.ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε. στα ρωσικά και στα ελληνικά το 2001.
" Δώδεκα ποιητές, τριάντα ποιήματα, που για πρώτη φορά σμίγουν σε ενιαίο κύκλο του ρωσικού φιλελληνισμού, προβάλλουν την εικόνα μιας αρχαίας χώρας, δοξασμένης όχι μόνο για την κληρονομιά του παρελθόντος, αλλά και για το ηρωικό της παρόν.
Τη συλλογή κοσμούν τα σκίτσα του Πούσκιν και οι εικόνες της Ελλάδας, όπως τις αποτύπωσαν ο περίφημος Ρώσος ζωγράφος Κ. Μπριουλόφ και άλλοι συνάδελφοί του της αποστολής στην Ελλάδα, που πραγματοποίησε το 1835 ο κόμης Β. Ορλόφ - Νταβίντοφ"

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2021

Για τον Χριστόφορο Μηλιώνη


 ΠΩΓΩΝΙ
Μνήμη Χριστόφορου Μηλιώνη
Τσιουγκρίσματα προπόσεις ευχές κι εμείς παράμερα
Στη γωνία - Χριστόφορε - πιάκαμαν το κιντόι
" ' Κούγω τον άνεμο π' αχάει μωρέ παπά Ντελή παπά
Τον ' κούγω να μαλώνει Ντελή παπά λεβέντη"
Κι έφτακαν στην πόρτα ανταριασμένες βελανιδιές
Η κοιλάδα του Γορμού στην αυλή - πώς χώρεσαν; -
Το ποτάμι ανοιξιάτικο με καραβίδες βίδρες
Πέστροφες κλαίουσες ανθισμένες ιτιές
Η λιάσα να τραμπαλίζεται ώσπου να
Φτάκομε αντίκρυ στ' αμπέλια για ράντισμα
Και φλαστολόγημα τα χωριά μας αντικρίζονταν
Μέγγουλη και Καξιός κι ανάμεσα ο 
Κασιδιάρης και ο Οζερός αρυτίδωτος
Να καθρεφτίζονται τα βουνά ένα γύρω
Κι οι τζιέρμποι ισορροπώντας στο ατέλειωτο
     Γαλάζιο
Τα δέντρα στο παραθύρι συλλογισμένα
Τα βουνά γερμένα στον ώμο τ' ουρανού
Κι ο Γορμός το ίσον κρατώντας - στο
Σακατεμένο πολυφωνικό - παίρνει
Βαθειές ανάσες
Απ' το γκρεμισμένο στήθος

Τάσος Πορφύρης, Ισόβια θλίψη, ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2019
Ο αγαπημένος Ηπειρώτης συγγραφέας Χριστόφορος Μηλιώνης έφυγε από τη ζωή στις 5 Ιανουαρίου 2017. 


Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2021

Καλή - Καλύτερη χρονιά...

 

Ήρθε κ' η κρίσιμη στιγμή να διαπλεύσεις
ό,τι παφλάζει ακόμη κι ό,τι πάγωσε
ο Χρόνος - ύφαλος κι ο Χρόνος - φάρος
ανοιγοκλείνοντας το στόμα σαν αυτόματα
κ' εσύ ανάμεσά τους μ' έναν οίακα
και τα εύθραυστα πανιά της Ποίησης

Μνήμη Συνήθεια  Οι δύο συμπληγάδες

Γιάννης Δάλλας

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2020

Η ερμηνεία των Μάγων

Οι Τρεις Μάγοι σε βυζαντινό ψηφιδωτό στη νέα βασιλική του Αγίου Απολλιναρίου, στη Ραβέννα (περ. 565, αποκαταστάθηκε τον 18ο αιώνα).

 Ι

Δουλεύει κάθε νύχτα ευλαβικά
τα ηδονικά σκηνώματα
απάνω στο αμόνι των σωμάτων,
με αγυρτίες και γητέματα
τινάζοντας εδώ κι εκεί τη μαύρη χαίτη
και με το βλέμμα να σου συννεφιάζει το μυαλό
όπως διπλώνει ωραία το ρούχο
πάνω στο καπνισμένο ασήμι
και χωρίζει λιγάκι τα γόνατα
για ν' ακουμπήσει το μηνίσκο δεξιά.
Την κοιτάς που κουρνιάζει περήφανα
στο Κριάρι ανάμεσα και στο κέρας του Ταύρου
ποντάροντας στα κρυπτικά αρώματα
που αναδεύει στην πυρακτωμένη σάρκα

καθώς ένας σκοπός
που ξέμεινε αργά έξω απ' το τείχος
στο στρώμα μιας αιγύπτιας
γύρισε μεθυσμένος τα χαράματα
κι άνοιξε τις ανατολικές πύλες
να περάσει ο θεός.

ΙΙ

Μύθοι των μάγων και των μυστικών.
Κατασκευές των αριθμών και της αστρολογίας
για να σκορπά το αίμα του αλέκτορα
στα βυσσινιά θεμέλια της αυτοκρατορίας:
χρυσάφι,
             να πλημμυρίζει αργά αργά το σώμα
             και ν' ανταλλάσσει τα επιτόκια της ζωής
              με τη δικαιοσύνη που το ξεπληρώνει
λιβάνι,
              για να φωλιάζει σαν τη γλώσσα στη φωτιά
               και να μεταμορφώνει το κενό
               σε ζωογόνο αιτία
και σμύρνα,
               μέσα στα έγκατα της ηδονής
               ένα πικρό βοτάνι
               για να δαγκώνεται το στήθος του θανάτου
                            πιο βαθειά
                με τον σπασμό της ξαφνικής ελευθερίας.

ΙΙΙ

Κι άστην να ζει σ' ένα σοκάκι και να ονειρεύεται
ένα πλεχτό που το Σαββατοκύριακο θα τελειώσει
ένα λουσάτο νυφικό, πολύχρωμα λαμπιόνια,
τη βέρα, αιωνίως να της εξαργυρώνει το δάχτυλο
το καντιλάκι να διανυκτερεύει στα εικονίσματα
για τον νυμφίο του αντίπερα κόσμου
ένα ακριβό μυρωδικό
για να εξουδετερώνει τον ιδρώτα της
στις γόνιμες ολονυχτίες του Απριλίου
και την απέραντη και τρυφερή της ερημιά
που θα ποτίζει στο ζυμάρι,
το κονιάκ και τα μπαχαρικά

τη μαύρη κότα των Χριστουγέννων.

1979

Δημήτρης Καλοκύρης, Η προκυμαία. Ποιήματα 1978 - 1983. Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1984
             



Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2020

"Από τα ποιήματα κρατιέμαι και τα δάκρυά τους..."


Στην Αγγλία, στην πόλη Shropshire, άνοιξε το πρώτο φαρμακείο ποίησης που «συνταγογραφεί» στίχους αντί για φάρμακα και  η πλειοψηφία των ανθρώπων που επισκέπτονται το κατάστημα αναζητούν βοήθεια για να αντιμετωπίσουν τα άγχη και την πίεση της σύγχρονης ζωής. 

Μπορεί να γιατρέψει η ποίηση έναν κόσμο που
"... μετακόμισε στο απάνθρωπο
βολεύτηκε σ' αυτή την προσφυγιά
πήρε μαζί του για εικονίσματα φωτογραφίες δημίων
όργανα βασανιστηρίων για φυλαχτά
μιλάει μόνο με σήματα
μέσ' στην οχλαγωγία της ερημιάς
στις φαντασμαγορίες του τίποτε

Έτσι κι εμείς αδειάσαμε
και μας ψέκασαν με αναισθητικό
έτσι που αποξενωθήκαμε απ' τον πόνο
- αυτό δα είναι κι αν είναι αποξένωση ...-
κι η ποίηση έγινε κραυγή έξω απ' τον πόνο..." ( Βύρων Λεοντάρης , Έτσι που τραύλισα...Ι)

και καθώς 
"... μπροστά μας έχουμε θανάτους
πέσαμε σε κακούς καιρούς και μέρες οργισμένες
χάνουμε τους δικούς μας και μας χάνουν
τρικυμισμένο μας αρπάει το χωματένιο πέλαγος..." ( Βύρων Λεοντάρης, Έτσι που τραύλισα...V)

Ίσως  να μπορεί η ποίηση να γίνει στήριγμα 

"Από τα ποιήματα κρατιέμαι και τα δάκρυά τους" ( Τάσος Πορφύρης , Βουστροφηδόν ΙΙ )

και να γιατρέψει 

" ...Αχ λίγο μέλι Θε μου
Για τις μέσα μας πληγές που περισσεύουν" ( Τάσος Πορφύρης , Οι μέσα μας πληγές)

Αρκεί μια μικρή δόση την ημέρα και 

"Υπομονή. Δεν τελείωσαν όλα.
Σ’ αυτή τη ζωή δεν τελειώνουν όλα.
Ούτε σε μια μέρα. Ούτε σε μια ζωή.
Στην άκρη της νύχτας – για σε το λέω, απελπισμένε –
στην άκρη της νύχτας, πάνω σε κάποιο κλαρί
κρέμεται μια ελπίδα…" ( Μενέλαος Λουντέμης , « Καθαρό πρόσωπο»)

  και ένα Χάρτη για συνταγολόγιο

" Θα' θελα να' χα έναν γεωφυσικό χάρτη της πατρίδας μου
Μ  Ε  Γ  Α  Λ  Ο  Ν
Να την αγκαλιάζει απ' άκρη σ' άκρη στηριγμένον γερά
Στους γρανίτες των βουνών της με καρφιά καταιγίδων
Ώστε τα ποτάμια και τα πελαγίσια νερά να μου
Εξασφαλίζουν πολύχρωμες ανοίξεις και πλωτά καλοκαίρια
Κι όπου ποιητής και μια αναπεπταμένη σημαία
Να χειροκροτεί τον άνεμο καθώς κρατάει άγρυπνα
Τ   Α     Π   Ο   Ι   Η    Μ   Α    Τ    Α
Στα προκεχωρημένα της καρδιάς μας φυλάκια. ( Τάσος Πορφύρης , Χάρτης)

Προσοχή όμως 

" Δύσκολο το εγχείρημα δεν μπορείς να
Περιορίσεις τα ποιήματα σε θεματικές
Ενότητες κάποιοι στίχοι θα περισσεύουν
Γιατί δεν το μπορούν το στρίμωγμα
- Και εν τοιαύτη περιπτώσει βρε αδερφέ
- Διατείνονται - άλλα εννοούμε εμείς
Κι άλλα εισπράττει ο ανθολόγος" ( Τάσος Πορφύρης, Απόπειρα Θεματικού Ανθολογίου)

Τάσος Πορφύρης, Οι μέσα μας πληγές, Ύψιλον / Βιβλία, Αθήνα 2015
Τάσος Πορφύρης, Ισόβια θλίψη, Ύψιλον/ Βιβλία, Αθήνα 2019
Βύρων Λεοντάρης, Εν γη αλμυρά, Έρασμος, Αθήνα 1996
Μενέλαος Λουντέμης, Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς" Άπαντα τα Ποιητικά, Πατάκης, Αθήνα 2010

Η ανάρτηση αφιερωμένη στην καλή μου φίλη Rosa Mund