Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έλλη Αλεξίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έλλη Αλεξίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2021

Πάντα σε γη αγαθή ( Η Έλλη Αλεξίου γράφει για τον Γιάννη Ρίτσο)

Η φωτογραφία από το Ριζοσπάστη
 Α΄
Σα να ήτανε προκαθορισμένο πως κάποτε, σε χρόνια μελλούμενα, θα έχει γίνει ο Ρίτσος ένας μεγάλος μας ποιητής και θα χρειαστεί να τον σκιαγραφήσουμε, κάποιος, που μεριμνά όλα να γίνουνται με πληρότητα και τάξη, μου τον έβαζε, τον Ρίτσο, κατά ποικίλα χρονικά διαστήματα, σταδιακά, μπροστά μου, για να πλουτίζει τη γνώση μου για τον άνθρωπο με άμεσες εντυπώσεις.
Ο γύρω κόσμος άλλαζε μορφές, καταστάσεις, προσανατολισμούς. Από ειρηνικός γινόταν εμπόλεμος. Από γαλήνιος, θυελλώδης. Από ψυχικά αδελφωμένος και κατανοήσιμος, εμπαθής, φανατισμένος, εχθρικός.
Ο Ρίτσος, μέσα σ' αυτά τα αναποδογυρίσματα, που παράσερναν στη δίνη τους κόσμους, φυσικούς και ανθρώπινους, έμοιαζε σαν έξω από τη θεομηνία. Έμοιαζε με τη Ντία μας. Το κρητικό πέλαγος φουρτουνιάζει. Γεμίζει "προβατάκια". Οι αφροί δέρνουνε τα μπεντένια να τα ξεθεμελιώσουν. Η γη συγκλονίζεται από τους σεισμούς, η Ντία, όπως πίσω από τον κατακάθαρο ουρανό, ίδια κι όταν αχνοφαίνεται μέσα στην ομίχλη, ή όταν άγρια η νεροποντή πάει να πνίξει τη γη, η Ντία αμέτοχη στον πανζουρλισμό των στοιχείων αγωνίζεται να μας είναι ορατή για να μας μεταδίδει τη γαλήνη της. Πολύ της έμοιαζε ο Ρίτσος· έξω κι αυτός από τις θεομηνίες. Τα Μακρονήσια και οι Γιούρες ήταν μόνο τα σχολεία που φοίτησε.
Νεαρός, παιδί εικοσάχρονο, ασυμπαράστατο κι από την ίδια την ευπρόσβλητη ιδιοσυγκρασία του, στο ημιυπόγειο του Γκοβόστη, κοντά σε εκδότη δυσμεταχείριστο, με φρουρό του στην πόρτα των εγκάτων του την αξιοπρέπεια και την ποίηση, περνούσε τις ημέρες του σκυμμένος στα δοκίμια σαν αιωρούμενος πάνω από τις μικρότητες της ζωής. Δεν τον άγγιζαν.
Δεν τον άγγιξε η μεταξική βαρβαρότητα. Το πρωί ο Δημοσθένης Ζήλος, γαμπρός του Αυγέρη από την αδερφή του, δικαστής, είχε έρθει τότε στο σπίτι τους, της οδού Πατριάρχου Ιωακείμ, και είχε διηγηθεί την εξαφάνιση ενός από τους δώδεκα συλληφθέντες της Μυτιλήνης "...ήρθε το πρωί ", έλεγε ο Ζήλος, " κάπως αλλοιωμένος...με το σακάκι του γεμάτο εμετούς...το απόγευμα δεν προσήλθε. Είπαν άλλοι πως αυτοκτόνησε κι άλλοι πως τον εξόντωσαν...". Το ίδιο απόγευμα ήρθε στη Γαλάτεια, όπου βρισκόμουν κι εγώ από το πρωί, ο Ρίτσος. Μπήκε και προχώρησε αθόρυβα στο μεγάλο δωμάτιο. Με τη συγκρατημένη βάδιση που έχει και τώρα καθώς προχωρεί ή αποχωρεί από την εξέδρα των εκδηλώσεων. Η Γαλάτεια σηκώθηκε και πήγε κοντά του. Αντάλλαξαν λίγες φράσεις ορθοί κι οι δυό με πολύ χαμηλή φωνή. Θα είπαν κάτι σημαντικό. Επικίνδυνο. Οι εκφράσεις τους είχαν τη συγκέντρωση του ταραγμένου νου. Και κείνη η έκδηλη ταραχή με γέμισε σεβασμό για τον Ρίτσο. Ήταν πλαισιωμένη από ένα καλοκαιρινό κοστούμι γκρι και από άσπρα παπούτσια ταλαιπωρημένα - η όλη εικόνα κάθε άλλο από πλούσια και εντυπωσιακή - που περιβάλανε κάτισχνο κορμί, κάτωχρο δέρμα...Το μηδέν σήκωσε το άπαν.
Σ' ένα παραθερισμό στον Πόρο τον έβλεπα καθημερινά. Η ζωή του ήταν σαν προγραμματισμένη. Όλα γίνουνταν με τάξη. Η ανθρωπιά ξεχείλιζε κι από την πιο ασήμαντη λεπτομέρεια μιας ανέμελης, μόνο για ξεκούραση, θερινής διαβίωσης.
Έτυχε όμως να συγκατοικήσουμε με τον Ρίτσο και σε μέρες φουρτουνιασμένες. Τώρα δεν είχα τις φευγαλέες εντυπώσεις από τυχαίες συναντήσεις. Από αντικρίσματα συμπτώσεων. Τώρα το πρόπλασμα, που δουλευόταν για τον Ρίτσο, το υγρό ακόμη και αδιαμόρφωτο, είχε αποκρυσταλλωθεί οριστικά στο μάρμαρο. Η συνύπαρξη εκείνη σε εποχή που το όνειδος μάς κυβερνούσε, που ο κατατρεγμός των ηρώων και η εξόντωσή τους από τους δοσίλογους ήταν το καθημερινό ψωμί μας, τότε ήτανε χαρά και αγαλλίαση να συνυπάρχεις με το Ρίτσο. Ο ποιητής μας με το μπλοκάκι και το μολύβι κολλημένα στα χέρια του κυκλοφορούσε ολοκληρωτικά δοσμένος στο έργο του. Μέσα στο σπίτι ήταν απόλυτα συναδελφωμένος με τα πεύκα , με τα γιασεμιά, με το Γκούντη, το μοναδικό επιζήσαν του λιμού γατί της περιοχής, και με τις εφησυχάζουσες χορδές του πιάνου. Σα να ζούσε κάτω από στοργικό καθεστώς, που του είχε εξασφαλίσει ανέγνοια ζωή. Στο σπίτι μου κυκλοφορούσαν τότε κι άλλοι ωραίοι άνθρωποι, δοκιμασμένοι αγωνιστές. Στα λόγια τους, στην ταραχή που συνόδευε κάθε χτύπημα της πόρτας, ή κάθε επίσκεψη αγνώστου, έβλεπες να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό τους η υποψία, η αγωνιώδικη περιέργεια. Ο Ρίτσος σήκωνε προς στιγμή τη ματιά του από το μπλοκάκι κι αμέσως έσκυβε ξανά το κεφάλι στο " γίγνεσθαι" της κάθε στιγμής:

ορθοί κ' οι δυό μας
με τη διάφανη ασπίδα του ποιήματος
στεκόμαστε μπροστά στις ξιφολόγχες.

Έτσι είναι. Κανένας δεν μπορεί ν' ανεβεί ψηλά, ούτε στον κοινωνικό ούτε στον καλλιτεχνικό στίβο, αν τη δράση του δεν την κυβερνάει η απόλυτη πίστη. Ο Ρίτσος αντιμετώπιζε με ακλόνητη αυτοπεποίθηση όλες τις πιθανότητες και τις πιο τραγικές. Θα ήτανε αδύνατο στη συνείδησή του να συμφιλιωθεί με την ανομία. Από καιρό, στη ζυγαριά της κρίσης, η πλάστιγγα του ηθικού χρέους είχε βαρύνει οριστικά. Λέω πως και το εκτελεστικό απόσπασμα θα το αντίκριζε  με την ίδια στωικότητα. Στις ανθρώπινες κορυφές οι ιδεολογικές τοποθετήσεις μελετούνται και τακτοποιούνται έγκαιρα.
Όταν αποφάσισες να διαπλεύσεις τον ωκεανό με ακάτιο, ήξερες βέβαια πως θα συναντήσεις και " τους λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες [και] τον θυμωμένο Ποσειδώνα...".
Έτσι, τον Ρίτσο τον αντιμετώπιζα και τον αγαπούσα άλλοτε σαν άμαθο παιδί, που η αθωότητα δεν το δίδαξε ακόμη πόσο είναι επικίνδυνο να περπατάς σε ναρκοθετημένα πεδία, κι άλλοτε σαν ήρωα κατασταλαγμένο. Στο προσκήνιο της μνήμης μου, σαν μορφές ηρώων και ηρωισμών, όταν το απαιτήσει το θέμα, ανεβαίνουν οι εικόνες  του Ντοστογιέφσκη, του Μπελογιάννη και κατά περίεργο, ανεξιχνίαστο τρόπο, ακολουθεό τρίτη του Ρίτσου.
Του Ντοστογιέφσκη, όταν στο χιονισμένο ρούσικο πρωινό του φοράνε το λευκό σάβανο, όπως συνήθιζαν να κάνουν στους μελλοθάνατους την τελευταία στιγμή, για να γίνεται η σκηνή πιο μακάβρια, κι αυτός τρέμει από το κρύο. Οι άλλοι καταδικασμένοι κλαίνε, αυτός τρέμει και τον προστάζουν ν' ανεβεί στο ικρίωμα, όπου περιμένουν τους ήρωες οι θηλιές της κρεμάλας στη σειρά, και ενώ έχει βαδίσει μερικά βήματα καταφτάνει ξεψυχισμένος από το τρέξιμο ένας ιππέας πάνω στ' άλογο φέρνοντας τη χάρη στους μελλοθάνατους από τον τσάρο.
Στην περίπτωση του Μπελογιάννη αναθρώσκει από τα βάθη της μνήμης μια φράση που συνοδεύει πάντα αξεχώριστη την εκφώνηση του ονόματός του. Ήξεραν αυτοί τι είχε προηγηθεί. Όλη τη σειρά των υποχθόνιων μέσων που είχαν μπει σε ενέργεια, των ανήκουστων βασανιστηρίων, των ποικίλων μηχανημάτων που χρησιμοποίησαν οι επιστήμονες του εγκλήματος, για να κάμψουν το ηθικό του ήρωα...και δυό τρεις ημέρες πριν από την εκτέλεση τον άφησαν να διαβάσει εφημερίδα...Ο στρατοδίκης αυτό το εσκεμμένο μέτρο το εκμεταλλεύεται και λέει στην ομιλία του: "...διάβαζες και εφημερίδες και ύστερα λες πως σε τρομοκρατήσαμε , πως σε τρομοκρατούμε...". Κι ο Μπελογιάννης τον διακόπτει έντονα: " Αυτό δεν το είπα ποτέ! Γιατί εγώ δεν τρομοκρατούμαι!".
Τρίτος στη σειρά ακολουθεί ο Ρίτσος. Δεν έχω να προσκομίσω ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία. Τον τοποθετεί εκεί ο ατομικός μου ψυχικός, συνειδησιακός κατάλογος.

Β ΄

Με όσα περίπου προηγούνται, κατατεθειμένα στο μυαλό μου, έτυχε να επικοινωνήσω με τη Σονάτα του σεληνόφωτος.
Βρισκόμουν σε σαλόνι σπιτιού, σε οικογένεια που γνώριζα και επισκεπτόμουν για πρώτη φορά. Το απόγευμα, στην ώρα του καφέ, ο πατέρας, πολύ καλλιεργημένος, όπως και όλα τα μέλη της οικογένειας, επρότεινε: " Μήπως θα θέλατε ν' ακούσουμε το δίσκο του Ρίτσου με τη Σονάτα του σεληνόφωτος;
- Πολύ".
Απλώθηκε ησυχία και άρχισε ν' ακούγεται η φωνή του Ρίτσου με υπόκρουση της μπετοβενικής μουσικής. Όταν το άκουσμα τελείωσε, βρισκόμουν σε κατάσταση έξαλλης μέθης! Δεν μπορούσα να κατασιγάσω τη συγκίνηση μου. Σηκώθηκα απότομα απάνω και σα να ήμουν μόνη σε οικείο χώρο, ΄όχι ανάμεσα σε ξένο περιβάλλον, που έβλεπα πρώτη φορά κι έπρεπε να αυτοσυγκρατούμαι, βάλθηκα να πηγαίνω πάνω κάτω, πάνω κάτω, διασχίζοντας διαγώνια τη μεγάλη αίθουσα, μονολογώντας δυνατά: " Είσαι παμμέγιστος!", " είσαι παμμέγιστος!", " είσαι παμμέγιστος!", ενώ οι γύρω μ' ενατένιζαν με βλέμματα απορίας και ανησυχίας...Από το πρωί δεν είχα δώσει την εντύπωση ούτε φωνακλά, ούτε μετακινούμενου.
Οι πολλοί αγαπούν τα πρώτα ποιητικά έργα του Ρίτσου. Δεν ανήκω σ' αυτούς. Νομίζω πως τα νεανικά έργα των ποιητών, ίσως κι όλων των δημιουργών, είναι τα πιο κατανοητά, και γι' αυτό πιο αγαπητά από τους πολλούς. Δεν παρουσιάζουν ακόμη προεκτάσεις. Η κάθε λέξη τους, η κάθε φράση τους, μόλις εκφωνηθεί, δεν αφήνει ανοίγματα. Μπορείς να της βάλεις τελεία. Με το πέρασμα του καιρού τα αποθέματα των ποιητών πολλαπλασιάζονται. Η συνείδησή τους υπερπληρούται. Συγκλονιστικές εικόνες, παθητικοί διάλογοι, πλησιάσματα κι αγωνιώδικοι χωρισμοί, εξάρσεις ευτυχίας και θανατερές καταθλίψεις συνωστίζουνται στο υποσυνείδητο, απ' όπου δεν μπορούν πια να βγουν "κατά μόνας". Θα βγουν σύμμικτα, πληθωρικά, μα ο μυημένος αναγνώστηςτα απολαμβαίνει σ' όλες τις μυστικές προεκτάσεις τους.
Σήμερο ο Ρίτσος δε θα μπορούσε πια να περιοριστεί σε στενούς χώρους. Η Σονάτα του σεληνόφωτος από πλευράς βασικής έμπνευσης, κυρίου θέματος, όπως συνηθίζεται να λέγεται, είναι δυσκολοκαθόριστη, αν μη και εντελώς απρόσφορη. Και μόνη η απόπειρα τέτοιου καθορισμού θα απόδειχνε το ανίδεο του ερευνητή. Εδώ πρόκειται για μια αναμόχλευση από βιωμένες, ή μόνο με τη φαντασία, χαμένες δυνατότητες. Από στιγμές που έμειναν ανεκμετάλλευτες, ή όταν ήρθαν δεν άφησαν σήμα, κι όμως φεύγοντας άφησαν ανεξίτηλα χνάρια, ή καλές, βιωμένες στιγμές, που σβήσανε ανεπανάληπτες...και τις αποζητά η συνείδηση...
Για να γίνει τέτοια αποθησαύριση , απαιτείται η σχετική αρετή του συλλέκτη. Να ξέρει ενστικτώδικα τι αξίζει να διαφυλαχτεί. Είναι η φυσική λειτουργία του γεννημένου ποιητή. Η Σονάτα είναι μια ζεστή συνύπαρξη από οδυνηρά στοιχεία. Είναι σταγόνες δακρύων σε αδαμαντοκόλλητη χοάνη. Εκεί ακουμπάνε και κυλάνε τους δακρυσμένους στοχασμούς τους οι ευνοημένοι, φτασμένοι ποιητές.
Διαβάζω και βλέπω τα δάκρυα να σταλάζουν. Βλέπω ακόμη πως μέσα σ' αυτή την ηρωική εγκαρτέρηση υπάρχουν και επίκλησες διάσωσης. Πάντα και στην έσχατη, την εντελώς ακραία, στιγμή του απελπισμού υψώνεται από τα μύχια του ποιητή, σχεδόν ακούεται, η υπόκωφη γλυκύτατη φωνή. Δεν έκλεισαν οι πιθανότητες, θέλεις να σου επιτρέψει, " να σ' αφήσει να πας μαζί του " , σου το υπαγορεύει η δύναμη, η κατατεθειμένη κι αυτή στον εσωτερικό χώρο. Ακριβοφυλάγεται στο χώρο των ποιητικών εγκάτων. Είναι η επίκληση, δύναμη υπαρκτή. Δεν εκφωνείται στο κενό. Είναι σαν ανταπόκριση στο δραματικό ξετύλιγμα των βιωμάτων. Αν έλειπε αυτή η αλληλουχία των δυό δραματικών στοιχείων το ποίημα θα γινόταν ένα άσκοπο αντιπαθητικό μοιρολόι σε νεκρούς τάφους.
Μα ο Ρίτσος δεν έκαμε ποτέ νεκρή ποίηση. Πάντα κάποιος τον ακούει και συμμετέχει. Η φωνή του κινεί τους αντίλαλους. Συχνά οι αντίλαλοι είναι ομαδικοί. Αλλά και ατομικοί· όπως στη Σονάτα. Εδώ πρόκειται για ιερή εκμυστήρευση. Τόσο εκ βαθέων, που και η παρουσία του ετέρου προσώπου, που η ύπαρξή του κρίνεται απαραίτητη, για να έχει αληθινότατη η εκμυστήρευση, αν ήτανε παρουσία ορατή, συγκεκριμένη, πραγματική, πάλι το ποίημα θα έχανε από το πάθος που το διαπνέει. Πάλι θα μεταβαλλόταν σε στιχομυθία τέτοια, που ο τόσο γνώστης ποιητής δε θα της επέτρεπε να βγει στο φως.
Όλα στη Σονάτα είναι υποβλητικά, αν και με ρίζες υπαρκτές. Η μεγάλη ποίηση μιλεί, κι αυτή ακούει. Ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός μιας εξομολόγησης παθητικής:

Το ξέρω πως ο καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα,
μονάχος στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

.....

ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος λικνισμένο απ' την ίδια του ανάσα 
( Τέταρτη διάσταση, σ.46)

κρατημένη απ' το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς όλο φως και ροζ λουλούδια

.....

έχοντας στ' αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ' το τυχαίο άγγιγμα του σακκακιού σου
( στο ίδιο, σ.47)

Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί, στο βάθος του πνιγμού,
κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων
( στο ίδιο, σ.51)


Του την εμπιστεύεται με πολύ δισταγμό. Με συστολή, με ανησυχία, με φόβο και πολλή μετάνοια:" Και στι γωνιές του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή, όσο για την άχρηστη εξομολόγηση", γιατί, ενώ είναι τα μύχια της συνείδησής του, δεν είναι σίγουρος αν πέφτουν σε "γη αγαθή". Φοβάται μήπως η ποίησή του λειτουργεί με περισσότερη από όση η ίδια η ποίησή του απαιτεί ευπιστία κι εμπιστοσύνη. Ακριβώς γιατί ήσαν αποστάγματα μιας ψυχικής διεργασίας υψηλής ποιότητας. Τα συνοδεύει η αγωνία μήπως δύσκολα κατανοηθούν από τα πλήθη.
Είναι όμως τόσο διεισδυτική η ποίηση του Ρίτσου που, αβοήθητη και άοπλη η μετάγγισή της, μεταβάλλει την άγονη γη σε "γη αγαθή". Η Σονάτα ετοιμάζει από μόνη της τη δεκτικότητά της. Πάντα θα πέφτει σε γη αγαθή. Όπως κάθε μεγάλο έργο τέχνης.

Έλλη Αλεξίου

Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο, Κέδρος, Αθήνα 1980
Εις μνήμην του πλέον αγαπημένου μου ποιητή , που έφυγε από τη ζωή στις 11Νοεμβρίου 1990

Δευτέρα 22 Μαΐου 2017

Έλλη Αλεξίου

...
...Η Λένα με το Νίκο και με το Μίνω, ξαναφτιάξαν πατρική οικογένεια. Βγάλανε οι δυό τους τα στρατιωτικά και φόρεσαν παλιά ρούχα του Τίτου. Ήταν κι αυτουνών οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους αποκλεισμένα στο νησί.
Ήρχουνταν και τους βρίσκανε εκεί στο σπίτι της Λένας, ο Γιαννάκης ο Αηδονόπουλος, ο μικρός ποιητής, κι άλλοι γνωστοί. Η Κούλα η Αγγελή, ο Νίκος του εργοστασιάρχη, ο Μάριος Εμμανουήλ, ο Παναγής, η Ελένη,  Ζωή...γνωστοί  ο ένας με τον άλλο, από τις δουλιές τους, από τη γειτονιά, από τα σκολειά...Τη Δευτέρα το μεσημέρι στις 14 του Απρίλη του 1941 καθώς ήσαν όλοι μαζεμένοι στο ράδιο, ακούνε μια παράξενη εκπομπή: " Σκλαβωμένοι μας αδερφοί..." Ο Αθηναϊκός σταθμός μιλούσε σ' άλλο ελληνικό λαό. Ένα κομμάτι κιόλας της Ελλάδας είχε περάσει σε ξένα χέρια.
- Τα έθνη, άρχισε ο Νίκος με τη χοντρή φωνή του, είναι σαν τους ανθρώπινους οργανισμούς. Δεν υπάρχει κορμί που να μην έχει το ευαίσθητό του σημείο. Αυτό λυγίζει πρώτα στις δύσκολες στιγμές. Στο κρύο, στην αγρύπνια, στη στενοχώρια βλέπεις άλλον να παραπονιέται για την καρδιά του, κι άλλον για το σηκώτι του. Άλλος μαντηλοδένει τα δόντια του κι άλλος τ' αφτιά του. Στο χιόνι τ' ακροδάχτυλα πληρώνουν πρώτα. Πόσα πέσανε στο Αλβανικό. Η Ελλάδα  έχει και ακροδάχτυλα που πέφτουν πρώτα, μα έχει και τρεις - τέσσερις πληγές που όλο και τρέμει μην ξανανοίξουν. Τι τράβηξε η Κρήτη, τι τραβάει η άμοιρη η Κύπρος. Τα Δωδεκάνησα, όπως τα φέρνεις στο μυαλό σου, σκόρπια, παιδεμένα, αραιοκατοικημένα, θυμίζουνε παιδιά σου, που κακοζούνε στα ξένα χέρια.
- " Σκλαβωμένοι μας αδερφοί!" είπε ο Μίνως. Το λένε αυτό κι οι Ελεύθεροι Γάλλοι στην κατεχόμενη Γαλλία. Μα απ' την Αθήνα τέτια εκπομπή!...Μικροσκοπική είναι η Ελλάδα μας. Ως να πάει το μήνυμα, θάρθει ο κατακτητής. Μωρό είναι η Ελλάδα μας. Μα άπλωσε τα χέρια του κι έπνιξε τα μουσολίνικα φίδια. Τώρα νάσου και δεύτερα φίδια. Η μυθολογία ντράπηκε να στείλει στον Ηρακλή δεύτερα φίδια. Ο Χίτλερ δε ντράπηκε.
***
Την Κυριακή του Θωμά πιάσανε πρωί - πρωί κι οι τρεις τους δρόμους. Στην Πλάκα βρήκαν ένα καφενείο ανοιχτό. Στο πρωινό μισόφωτο εργατικοί κι άλλοι της γειτονιάς μπαίνανε να πιούν έναν καφέ. Το "καλημέρα" και " γεια σας" είχαν ξεχαστεί. " Δύναμη !", λέγανε, " Δύναμη" να βαστάξουμε στην μπόρα. Ύστερα τράβηξαν  κατά τη Δεξαμενή. Την προηγούμενη είχε διαδοθεί πως οι Γερμανοί κατέβηκαν στου Θων, και πως με εκπροσώπους της Ελλάδας είχε κουβεντιαστεί η μελλοντική διακυβέρνηση του τόπου. Είχαν πάλι βρεθεί κάτι στρατιωτικοί που ανάλαβαν το ρόλο της μητριάς, το ρόλο της πουλημένης γυναίκας. Κάθουνταν στην πλατεία και κοίταζαν κάτω την Αθήνα, όπου ξαφνικά ο Μίνως αντιλήφθηκε πως κάτι γινόταν πάνω στην Ακρόπολη.
- Κοιτάχτε! Κοιτάχτε στην Ακρόπολη!
- Άστραψε φως!
- Υψώνουν της σημαία τους!
- Υψώσανε τη σημαία τους!
Το ράδιο στη μιάμιση έδοσε την πρώτη γερμανική εκπομπή στα γερμανικά: " Προς τον Φύρερ και Καγκελάριον του Ράιχ. Βερολίνον. Φύρερε μου, την 27 Απριλίου 1941, την 8,10΄πρωινήν εφθάσαμεν εις τα Αθήνας ως πρώτα γερμανικά στρατεύματα και την 8, 45 πρωινήν υψώσαμεν την Γερμανικήν σημαίαν επί της Ακροπόλεως και επί του Δημαρχείου: Χάιλ, Φύρερ μου, Ίλαρχος Γιακόμπι του 10ου Συντάγματος του Βραδεμβούργου. Υπολοχαγός Έλσνιτς 6η ορεινή μεραρχία".
Ο νεκρός είχε ταφεί. Οι συγγενείς γύριζαν όλοι στα σπίτια τους. Μα ο Νίκος κι ο Μίνως καθώς κι οι δυό Μιχάληδες κλείστηκαν στην Αθήνα. Κι ο Τίτος της Λένας στο νησί. Τα μαγαζιά ανοίγανε μόνο με τη μισή την πόρτα. Εξ άλλου γιατί ν' ανοίξουν; Τι να πουλήσουν; Άδεια ήσαν. Πότε αδειάσανε; Γιατί αδειάσανε; Ο κόσμος από πού θα ψωνίζει;
- Από τη Μαύρη Αγορά! Σ' όλη την Ευρώπη η Μαύρη αλωνίζει...
- Από τη Μαύρη! Τι θα πει αυτό...Όλα μπερδεμένα. Και οι Γερμανοί στη μια σελίδα γράφανε πολλά παινέδια για την Ελλάδα: " Πάντα σας αγαπούσαμε..." Μα! η άλλη εφημερίδα ήταν γεμάτη δικές τους φιγούρες και " απαγορεύω".
Δευτέρα 28 Απριλίου 1941 γέμισε ο κόσμος αγκυλωτούς σταυρούς και τα υπουργεία γερμανικές σημαίες.
Τρίτη 29 Απριλίου " η προθεσμία παραδόσεως όπλων λήγει την 6 μ.μ αύριον Τετάρτης". " Τα εις την λιμενικήν περιοχήν περιοχήν Πειραιώς εναποθηκευμένα εμπορεύματα κατάσχονται νομίμως".
Παρασκευή 2 Μαΐου 1941 " διαλύονται τα σωματεία..."
Σάββατον 3 Μαΐου 1941. Παρέλαση των Γερμανών στους δρόμους της Αθήνας - " Αίρεται η ισοβιότης των υπαλλήλων".
Κυριακή 4 Μαΐου. " Νέον είδος άρτου".
Δευτέρα 5 Μαΐου ο Χίτλερ έβγαλε λόγο " ...το λαϊκό εθνικοσοσιλαιστικόν κράτος παρουσιάζεται ως χάλκινον μνημείον δικαιοσύνης κοινωνικής και διαυγείας σκέψεως. Θα επιζήσει όχι μόνον του σημερινού πολέμου αλλά και χιλιετηρίδων ακόμη εις το μέλλον".
Τρίτη 6 Μαΐου 1941, " η μερίς του άρτου ορίζεται εις 100 δράμια κατ' άτομον" · " οι κατέχοντες αγγλικά είδη να τα παρδόσουν εντός 48 ωρών εις την αστυνομίαν".
Πέμπτη 8 Μαΐου 1951, " η μερίς του άρτου ορίζεται εις 80 δράμια κατ' άτομον".
Σάββατον 10 Μαΐου 1941. " Να παραδοθούν οι παντός είδους ραδιοπομποί...".
Τρίτη 20 Μαΐου 1941, " απειλούνται με κράτησιν, φυλάκισιν, εκτέλεσιν, οι εκδηλώνοντας αισθήματα συμπάθειας προς τους Άγγλους αιχμαλώτους".
Παρασκευή 23 Μαΐου 1941. " Μάχες, μάχες στην Κρήτη."
Σάββατο 24 Μαΐου. " Όλη η Ελλάδα είναι μάτι στραμμένο στην Κρήτη".
Κυριακή 25. Ακόμη. Δευτέρα 26. Ακόμη. Τρίτη 27. Ακόμη. Σάββατο 31, 1941 " Κατελήφθη το Ηράκλειον".
Τι κάνει ο γέρο Στυλιανός; Τι κάνει ο Τίτος; Τι κάνει ο Αντώνης; Τι κάνει ο γέρο - Πολυχρονάκης; Τι κάνει ο πολυβασανισμένος τόπος; Τι κάνει ο λεβέντικος τόπος;
Κυριακή 8 Ιουνίου 1941. " Μετά την κατάληψιν της Κρήτης".
Μεγάλη μοίρα έχουν μερικές λέξεις! " ε ξ ε κ α θ α ρ ί σ τ η σ α ν" - οι πρώτοι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές - Δε βρέθηκε Έλληνας που να μην τη χάιδεψε στο στόμα του αυτή τη λέξη: " ε ξ ε κ α θ α ρ ί σ τ η σ α ν". Ήταν μια πολύ ξεπεσμένη λέξη, που δεν είχε ελπίδα να δει ποτές θεού πρόσωπο. Αυτά ' ναι τα τυχερά και τα ανέλπιστα. Ως να τους δούνε οι Κρητικοί να κατεβαίνουνε απ' τον ουρανό, σαν τους καταχανάδες, βγήκανε στα χωράφια να τους υποδεχτούνε, κατά πως τους έπρεπε. Όπλα πολλά δεν είχανε, - γιατί τα παιδιά τους δεν ήσαν γυρισμένα από το στρατό.
- Ο άνθρωπος δε σκοτώνεται μόνο με τ' όπλο. Τους έλεγε ο γέρο - Στελιανός...Σκοτώνει κι ο κόπανος, σκοτώνει και το σκαπέτι, σκοτώνει κι ο μπαλτάς, σκοτώνει κι η βαριά, σκοτώνει κι η κοτρώνα...Μα να μην κάθεστε να περιμένετε. Κι όχι ένας - ένας. Όλοι θα ξεκινούμε μαζί. Κι έμπαινε μπρος, σαν το μπροσταρόκριγιο με μια χοντρόβεργα, και πίσω του ακλουθούσαν γυναίκες, άντρες, παιδιά μ' ό,τι μπόρειε ο καθένας στα χέρια. Παράτησε κι ο Αντώνης τους λογαριασμούς του, κι ακολουθούσε κι αυτός αποφασισμένος, μα ατάραχος και με τα αστεία του: " Εξήλθεν ο σπείρων του σπείρειν τον σπόρον αυτού, και εν τω σπείρειν συνήντησε Σπύρον σπείροντα τον εαυτού σπόρον - Σπόρον τον σεαυτού σπείρεις, ω Σπύρε; σπειρί στο λαιμό σου, κερατόσπορε!"
- Μόλις πέφτει, τους έλεγε ο γέρο Στελιανός, όλοι απάνω του, μονοκοπανιάς. Να μην προλαβαίνει να ξεζώνεται.
Τα σπίτια αδειάζανε. Οι Κρητικοί οικογενειακώς με τα μάτια ψηλά, περίμεναν να δουν σε ποια μεριά θα πέσουνε, για να γιουρουντόσουν απάνω τους, σα να ήσαν τίποτα ορτύκια.

" Κρήτη μου, τ' ακρογιάλια σου διαλέξανε για τάφους
Πολλές χιλιάδες Γερμανοί με τ' αλεξίπτωτά τους."

Το' πε το τραγούδι, μα' χει και σημάδια εδώ κι εκεί πάνω στη γης την Κρητική, που δείχνουνε πού πέσανε τον ανεσήκωτο, Γερμανοί αλεξιπτωτιστές. Κι έχει κι επιγραφές που λένε: "εδώ ήτανε το 5χωριό Κάντανος, που κατεστράφη εκ θεμελίων, δια τον φόνον 27 αλεξιπτωτιστών..."
Κι ο γέρο Πολυχρονάκης κι αυτός λεβεντόγερος. Κινούσε ομπρός και πίσω ακλουθούσαν τ' ανίψια του. Ο Μανώλης, ο Τίτος, ο Μηνάς και τα παιδιά τους , οι φίλοι τους, οι γειτόνοι, όλος ο λαός. Σμάρια - σμάρια, αρματωμένοι μ' ό,τι λάχαινε, πιάνανε τις ακρογιαλιές και τα λιόφυτα και στήνανε καρτέρι. Και το " εξεκαθαρίσθησαν" έδιδε κι έπαιρνε στα ράδια και στα στόματα.
Μα στις 8 του Ιούνη οι εφημερίδες γράψανε:" Γερμανικά μηχανοκίνητα κατόρθωσαν ν' αποβιβασθούν από τα νότια παράλια της νήσου". ( απόσπασμα)

Έλλη Αλεξίου , Παραπόταμοι. Άπαντα 5. Εκδόσεις Καστανιώτη,  Αθήνα 1978, 2η έκδοση.

" Οι "Παραπόταμοι" της Έλλης Αλεξίου γράφτηκαν λίγα χρόνια μετά τη λήξη της Κατοχής και το πέρας του Εμφυλίου. Στις όχθες τους διαδραματίζεται η πολυκύμαντη πορεία μιας κρητικής οικογένειας από την εποχή της όψιμης Τουρκοκρατίας έως την απελευθέρωση από τους Γερμανούς. Αναπαρίσταται η ταραχώδης διαδρομή της ελληνικής κοινωνίας στο πρώτο ήμισυ του εικοστού αιώνα και αναβιώνουν οι κλυδωνισμοί της στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η συμβίωση Ελλήνων και Τούρκων στην Κρήτη, η βίαιη ανταλλαγή των πληθυσμών, η εκρίζωση από την πατρίδα, η διαβίωση στην πρωτεύουσα και αργότερα η παλιννόστηση στο νησί, τα χρόνια της Κατοχής στην Αθήνα και το έπος της Αντίστασης, (. . .). Σε αυτά τα ταραγμένα χρόνια κυλούν οι "Παραπόταμοι", για να αναδείξουν τους αφανείς πρωταγωνιστές της Ιστορίας, εκείνους που υπηρετούν με αφοσίωση την αξία του διαρκούς αγώνα και το όραμα για μια διαφορετική κοινωνία, ακόμα και αν απαιτείται να παίξουν με το θάνατο."( οπισθόφυλλο)

Η Έλλη Αλεξίου γεννήθηκε στις 22 Μαΐου  1894 στο Ηράκλειο της Κρήτης


Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

ΔΑΣΚΑΛΕΣ...

Δύο μικρά λογοτεχνικά αποσπάσματα αφιερωμένα στις γυναίκες εκπαιδευτικούς, τις ΔΑΣΚΑΛΕΣ, οι οποίες  σε δύσκολες εποχές έδωσαν αγώνες στα σχολεία που δούλεψαν, πολλές φορές κάτω από αντίξοοες συνθήκες, μακριά από τα σπίτια τους και τις οικογένειες τους, αντιμέτωπες με προκαταλήψεις κοινωνικές και αναχρονιστικές ιδέες όχι μόνο μέσα στο σχολικό περιβάλλον αλλά και στο κοινωνικό και κατάφεραν να εμπνεύσουν και να ανάψουν φωτιές που όχι απλώς ζέσταιναν τις παιδικές ψυχές αλλά τις απελευθέρωναν και τις οδηγούσαν σε άλλους δρόμους πιο ελεύθερους.
Σε όλες τις σύγχρονες  εκπαιδευτικούς που εξακολουθούν να μάχονται στις τάξεις προσπαθώντας να εμπνεύσουν και να διαμορφώσουν όμορφους ανθρώπους με δυνατές ψυχές σε συνθήκες που γίνονται ακόμη πιο δύσκολες από εκείνες του παρελθόντος.

Έλλη Αλεξίου - Κατίνα Παπά

Το πρώτο απόσπασμα είναι από το μυθιστόρημα της Έλλης Αλεξίου , Γον Χριστιανικόν Παρθεναγωγείον και το δεύτερο της Κατίνας Παπά, Σ' ένα Γυμνάσιο Θηλέων. Δύο εμβληματικά μυθιστορήματα για την Παιδεία, την Εκπαίδευση, τους Δάσκαλους με την ευρύτερη έννοια, γραμμένα από δύο σπουδαίες Δασκάλες  και συγγραφείς με αυτοβιογραφικές αναφορές.

"Μέρα με τη μέρα άνοιγαν τα μάτια μου. Έμπαινα στο νόημα της δουλειάς . Καταλάβαινα σε τι παγίδα με είχε ρίξει η κ. Καλλιόπη. Τι μεγάλη, τι τεράστια σημασία είχε εκείνο το ξεδιάλεμα που' χε κάμει των παιδιών, την πρώτη μέρα που πρωτοπάτησα τα πόδια μου στο σκολειό. Κ' είχα πει τότες "ευχαρίστως". Μα τώρα πια ήτανε πολύ αργά, για να πάρω το λόγο μου πίσω. Να μάθαινα άλλη φορά να μην πετώ έτσι τα λόγια μου στον άνεμο....κείνο το "ευχαρίστως" ήτανε αφορμή, κι αγωνιζόμουν σήμερο με όλα μου τα δυνατά .Μέρα και νύχτα. Τη νύχτα σαν τύχαινε να μεταπνήσω, έβαζε αρχή το μυαλό μου να δουλεύει: τη Φανή και τη Δέσποινα έλεγα, χωρίς άλλο πρέπει να τις πάρω χώρια, να τους μάθω τους αριθμούς, γιατί δε θα μπορέσουν ποτέ να"συμβαδίσουν" αφού είναι τόσο πίσω. Το ίδιο πρέπει να κάμω και με τις πεντέξη, που δεν μπόρεσα ακόμη να χωνέψουν τις διφθόγγους. Έτσι θα γίνει·θα τις κρατώ στο σκολειό έντεκα με δώδεκα την Πέμπτη που σκολνούν οι άλλες...Συλλογιζόμουν ακόμη, πώς να βρω να δείξω στα παιδιά τα όσα αναφέρει το αλφαβητάριο, ευζώνους δεν είχαμε στον τόπο μας, μα θα τους πήγαινα κάτι παιγνιδάκια που είχα δει να κρέμονται σ'ένα μαγαζί απ'έξω, και τους παρίσταιναν ολοζώντανους με τα γυριστά τσαρούχια και τις φουστανέλλες τους. Με το κόκκινο φέσι και το κρόσσι πίσω στο σβέρκο. Για να δούν πάλι χήνες, θα τις πήγαινα σε μια μικρή εκδρομούλα ως το χάνι του Ασάν αγά, όξω από την πόλη ήτανε, ως ένα τέταρτο· και μάλιστα μαζί με τις χήνες θα τους έδειχνα και τη "λεύκη", γιατί ό Ασάν αγάς που είχε τις χήνες , είχε το χάνι του δίπλα στο ρυακάκι, κι όλο το τρίγυρο ήταν κατάφυτο από θεόρατες λεύκες....Όταν τα βόλευα έτσι όλα με το μυαλό μου, γύριζα από το άλλο πλευρό κι αποκοιμόμουν ξεκουρασμένη, σαν να είχα εκτελέσει ένα καθήκον..."(Έλλη Αλεξίου, Γον Χριστιανικόν Παρθεναγωγείον, Καστανιώτης, Αθήνα 1978, 4η έκδοση)

"..Και η καθηγήτρια συλλογίστηκε πως δεν είδε ποτέ της, ούτε και άκουσε, να υπάρχει
βασιλόπουλο ή αρχοντόπουλο άσχημο ή κουτό, ούτε βασιλοπούλα που να μην είναι πεντάμορφη και γεμάτη χαρίσματα, ακόμα και στα παραμύθια όπου συμβαίνουν τόσα και τόσα απίστευτα πράματα. Ακόμα και οι παραμυθάδες όλες τις κακίες τις ρίχνουν στις φτωχές γυναίκες που ζούνε νηστικές μέσα σε σπηλιές ή σε φτωχές καλύβες μες τα δάση....και δεν έχουνε κανένα να τις αγαπάει, και που γίνονται μάγισσες και στρίγγλες γιατί η φτώχεια και η δυστυχία, άμα βαστάνε πολύ, στριγγλιάζουνε τον άνθρωπο και τον ασκημίζουν. Μα, αν ένας παραμυθάς αποφάσιζε άξαφνα να πάρει όλες αυτές τις δυστυχισμένες γυναίκες με τις σουβλερές μύτες και την άγρια όψη και τις θρόνιαζε στο ολόχρυσο παλάτι της Πεντάμορφης, και τις έβαζε να κοιμούνται στο παχύ στρώμα, τις χόρταινε με τα πλούσια φαγιά της, τις έλουζε με ανθόνερο και τις τριγύριζε με καλοσύνη, με αγάπη και με ξεγνοιασιά, θα βλέπαμε τότε πώς θα κόνταινε η μύτη τους και θα γλύκαινε η φωνή τους...Αλλά τότε ο παραμυθάς θα' πρεπε να βρει έναν άλλο τρόπο για να διακρίνονται οι βασιλιάδες και οι μεγάλοι άρχοντες, και αυτό φαίνεται πως δεν είναι και τόσο εύκολο.
Λοιπόν ούτε στα παραμύθια δεν μπορούν να αλλάξουν τα πράματα. Και θ' άλλαζαν στη ζωή;...
Όμως τα εικοσιδύο χρόνια της καθηγήτριας γέμιζαν τις φλέβες της μ'ένα γερό και πλούσιο αίμα που κυκλοφορούσε ορμητικό και ακάθεκτο στο σώμα της, παρασέρνοντας όλα τα δηλητήρια και ποτίζοντας το ίσαμε το βάθος του με υγεία, αισιοδοξία και καλοσύνη. "Στα παραμύθια μπορεί να μην αλλάζουνε τα πράγματα, στη ζωή όμως πρέπει να αλλάξουν!".
....Μεμιάς ένιωσε τέτοια δύναμη μέσα της που θα μπορούσε να τα βάλει με ολάκερη την ατελείωτη σειρά των καπέλων της κρεμάστρας αν στα κεφάλια που θα' μπεναν σε λίγο μέσα σ' αυτά τα καπέλα ερχόταν η ιδέα να την εμποδίσουν!....Έτσι αποφασισμένη μπήκε στην τάξη της. Μόλις κάθισε η Μαρίνα στην ψηλή καρέκλα της έδρας συλλογίστηκε πόσο δύσκολο ήτανε να ' ναι κανείς εκπαιδευτικός. Αλήθεια , πώς θα'πρεπε να είναι ένας καλός εκπαιδευτικός;....Έπρεπε να είναι ένας φυσικός και ανυπόκριτος άνθρωπος, δίχως καμία απολύτως πόζα, δίχως υποκριτικές γλύκες και δίχως επίδειξη εμβρίθειας, και να φέρνεται στα παιδιά όπως θα φερνόταν και στα δικά του παιδιά, αν είχε, ή στους καλύτερους φίλους του: με στοργή, με καλοσύνη και με ευγένεια. Τότε γίνονται αμέσως και τα παιδιά καλά και ευγενικά, και αφήνονται στα χέρια του έτσι όπως αφήνονται και στα χέρια της μητέρας τους ή της μεγαλύτερης αδερφής τους...
Για να μιλήσουν στις ανοιχτές ψυχές των παιδιών τις πολύτιμες τούτες ώρες πρέπει, εκτός από τις βαθιές γνώσεις, να' χουνε και μερικά άλλα προσόντα που δεν αποχτιούνται μέσα σε τέσσερα χρόνια, ούτε και σε οχτώ. Πρέπει να είναι «ά ν θ ρ ω π ο ι», και για την απλή αυτή ιδιότητα χρειάζονται πολυσύνθετα πράματα, χρειάζεται π ο λ ι τ ι σ μ ό ς: κράμα από φυσικές ιδιότητες, από πολλές επίκτητες, από βαθιά μακρόχρονη καλλιέργεια και από οικογενειακή και κοινωνική αγωγή. Δύσκολα πράματα, γι' αυτό και σπάνια. Σπάνια σε όλα τα πεδία ·λοιπόν και στην Εκπαίδευση. Μόνο που στην Εκπαίδευση η έλλειψη φαίνεται. Στα άλλα επαγγέλματα κρύβεται...Ο δάσκαλος φαίνεται· αυτή είναι η διαφορά. Διδάσκω θα πει ανοίγω την ψυχή μου και, άμα ανοίξω την ψυχή μου, επιτρέπω στο κάθε μάτι να μπει και να τη δει. Εκπαιδεύω θα πει δίνω ένα κομμάτι απ' την ψυχή μου· μα, όταν η ψυχή μου είναι φτωχή και γυμνή, τι να δώσω; Δε δίνω τίποτα! Λοιπόν δεν εκπαιδεύω.."
(Κατίνα Παπά, Σ'ένα Γυμνάσιο Θηλέων, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα 1980, 4η έκδοση)

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2016

Χιονοθύελλα στο Αιγαίο


Η δασκάλα, που φέτος το Μάη θα κλείσει εικοσιτεσσάρω χρονώ, τυχαίνει πρώτη φορά τέτιον αγριόκαιρο. Παρόμοιες κακοκαιριές είναι πολύ σπάνιες σε τούτα τα κλίματα. Θυμάται, πριν από πολλά χρόνια, την πρώτη φορά που είδε να πέφτει από τον ουρανό ένα άσπρο πράμα. Κάτι βολαράκια άσπρα και σφιχτά. Το Φιφιό, τ’ αδερφάκι της, που πέθανε αργότερα, το πήρε για ρύζι. Έτρεξε μέσα φωνάζοντας:
- Ρύδι! ρύδι! πέφτει από τον ουρανό…
Άμα χάθηκε μάλιστα το παιδί, για πολύν καιρό ύστερα η μητέρα της βούρκωνε, άμα μαγειρεύανε φαΐ με ρύζι, ή άμα φέρνανε την κουβέντα του.
Το Φιφιό το νόμισε ρύζι, κι αυτή το νόμισε χιόνι.
- Είδα επιτέλους χιόνι!
- Δεν είδες χιόνι, της είπε ο πατέρας της. Χαλάζι είδες. Δε βλέπεις που χτυπάνε στα τζάμια; Το χιόνι είναι καλοκάγαθο πράμα. Αγαπά τους ανθρώπους. Ακουμπάει απάνω τους ευγενικά, με συστολή. Αν είσαι καλά μπαμπαρολιασμένος κ’ έχεις κλειστά τα μάτια, ούτε το παίρνεις είδηση, πότε στρώνεται στον ώμο σου.
Τούτο όμως είναι χιόνι αληθινό και μπόλικο. Σκεπάστηκε ο κόσμος. Και καθώς οι άνθρωποι είναι αμάθητοι, κοντεύουν να τα χάσουνε. Στην αρχή τους άρεσε και γελούσαν. Τα παιδιά δεν μπόραγες να τα συμμαζέψεις. Χτυπούσε το κουδούνι, δεν πάει να χτυπούσε. Δε χαμπαρίζανε. Ένα – ένα έπρεπε να τα παίρνει η δασκάλα απ’ το χέρι να τα μπάζει μέσα.
Τώρα οι ανθρώποι έχουν τρομοκρατηθεί με τούτη την πρωτοφανίστικη κοσμοχαλασιά. Παραπλήθυνε το χιόνι και φοβούνται μην τους κουκουλώσει. Οι δρόμοι ξεχείλισαν. Αν κάμεις να βγεις, βουλιάζεις ως τη μέση. Κλείσανε τα μαγαζιά. Τι να πουλήσουν; Τα ζώα, τα κάρα, τ’ αυτοκίνητα, που κουβαλούσαν από τα χωριά τ’ αυγά και το γάλα, τα κουνουπίδια και τα σέλινα, τα πορτοκάλια και τα λεμόνια σταμάτησαν. Το τελωνείο και το λιμάνι ξεκουράζονται. Όλοι ξεκουράζονται. Ψυχή δε βλέπεις στους δρόμους. Μόνο πουλιά. Το χιόνι κυβερνάει ανεμπόδιστα τη φύση και τους ανθρώπους. Ξεσηκώνεται μια από δω και σωριάζεται κει. Ανεβαίνει στα δέντρα και στις σκεπές και τα φορτώνει όσο σηκώνουν. Μα όση ώρα το λέμε. Ύστερα το μετανοιώνει. Το παίρνει ο ανεμοστρόβιλος και το σκουπίζει στο άψε – σβήσε. Έρχεται και φτιάχνει ένα άσπρο βουνό από τούτη τη μεριά του δρόμου. Η άλλη γυαλίζει εφτακάθαρη. Μοιάζει τότες το χιόνι με κείνον το δήμαρχο, που’ φτιαξε το πεζοδρόμιο μόνο από τη μεριά της γκόμενάς του. Τα απογυμνωμένα τώρα κλαριά ξετιναγμένα απ’ το χιόνι φαντάζουν κατάμαυρα. Τα παιδιά ως κι αυτά εξαφανίστηκαν. Βλέπουν το χιόνι να στροβιλίζεται ανάμεσα από τα θαμπά τζάμια.
Η δασκάλα, άμα η χιονοθύελλα παραδυναμώνει, φοβάται πως θα του πάρει τη σκηνή – του ανθρώπου της, που βρίσκεται στην εξορία. – Άμα ο αγριόκαιρος κάνει να καλμάρει, και το χιόνι στοιβάζεται μαλακά, η δασκάλα φοβάται, πως η σκηνή δε θα βαστάξει το βάρος, και θα πέσει να τον σκεπάσει. Άμα σταματάει το χιόνι, ο αέρας που φυσάει, είναι γεμάτος νερό· γεμίζει πόνους τα κόκκαλα. Η γιαγιά της δασκάλας δεν το κουνάει από το μαγκάλι. Σκαλίζει τη φωτιά, τεντώνει με κόπο τα πόδια της, πότε το ένα πότε το άλλο, υποβαστάζοντάς τα με τα χέρια, τρίβει τους αρμούς και βογγάει. Μα ο άνθρωπός της; Τότε που ο αέρας κουβαλάει νερό, η δασκάλα συλλογιέται τα αδύνατα του πλευρουδάκια. Που μάζευαν νερό και μέσα στο κατακαλόκαιρο. Της γράφει. « Πάω καλά…Κι ο πυρετός μου είναι χαμηλός…»
Τα καΐκια είναι μέσα στο λιμάνι γερά δεμένα, με αλυσίδες, στους σιδερένιους πασάλους. Τραντάζουνται από την τρικυμία, μα οι αλυσίδες κι οι πάσαλοι αντιστέκουνται. Οι βάρκες όλες κοιμούνται στρωματσάδα, αραδιασμένες στην αμμουδιά. Μα άμα τα καΐκια είναι δεμένα, ποιος θα πάει φαΐ και ρούχο, πώς θα φτάσει ο γλυκός λόγος στους ανθρώπους, που σιγολυώνουνε στα ξερά βράχια;



Η δασκάλα πάντα μπαίνει στην τάξη χωρίς να πάει καθόλου κατά την έδρα. Εκεί απάνω ανεβαίνει αριά και πού. Πρέπει νάναι πολύ κουρασμένη. Και η ψυχή της νάναι κι αυτή πολύ κουρασμένη. Αλλιώς θέλει νάναι ανεκατεμένη  με τα παιδιά. Βάζει την καρέκλα της στο διάδρομο, ανάμεσα στις δυό σειρές τα θρανία. Αναπαύει έτσι τα πόδια της από την ορθοστασία. Η καρδιά της όμως, που είναι φρέσκια, συγχωνεύεται με το τρελό κέφι των μικρών. Μόνο σε πολύ δύσκολες ώρες ανεβαίνει κι αποξενώνεται σε κείνο το παγερό βάθρο. Τότε έχει την εντύπωση πως είναι ο Ύψιστος, που εγκαταλείπει το ποίμνιό του στην τύχη του, κι ανεβαίνει στον ουρανό.
Εκεί στο διάδρομο των θρανίων έχει στα δεξιά της, σχεδόν ακουμπάει πάνω της, τη Δωρούλα. Έχει κι αυτό τον πατέρα του εξόριστο στο ίδιο μέρος. Η Δωρούλα συχνά, στα ξαφνικά και στ’ αναπάντεχα, φέρνει στο σκολειό τον πικρό αέρα της εξορίας, που αναδύεται μέσα στο σπίτι τους.
- Γράθηκαν οι κάλτσες μου και τα παπούυτσια μου! πετάγεται η Ευτέρπη.
- Η μαμά μου, λέει η Δωρούλα, έκανε το πρωί το σταυρό της, κ’ έλεγε: καλά που πρόλαβε ο πατέρας σου και πήρε τις κάλτσες που του’ πλεξα.
« Εγώ δεν πρόλαβα! Στο σπίτι κάθεται το δέμα…», λέει κ’ η δασκάλα στον εαυτό της, και κουνεί σκοτεινιασμένη το κεφάλι.
Η δασκάλα αγαπάει την Ευτέρπη γιατί’ ναι αλλοίθωρο. Την Αντιγόνη γιατί παιδεύεται πολύ στην αριθμητική. Το Δημητρό γιατί χώρισε η μάνα του κ’ έφυγε και το παράτησε. Το Νίκο, τον Κωστάκη, τον άλλο Νίκο, τον ψηλό…τη Φωτεινή…γιατί έρχουνται κουρελιασμένα και μυρίζουν ξενηστικομάδα… Τον Παντελή γιατί’ ναι κρίμα τόσο μικρό να το ποτίζουνε δηλητήριο: « Όλους θα τους ξεκάμει ο πατέρας μου…» - είναι αστυνομικός ο πατέρας του Παντελή. Τη Δωρούλα τη βλέπει αλλιώς. Πώς; Δε μπορεί καλά να το ξεκαθαρίσει. Μόλις ανοίξει η Δωρούλα το στόμα της, η καρδιά της δασκάλας κάτι παθαίνει.
- Η μάνα μου άκουσε να λένε στο ράδιο, πως πρέπει να βγάλουνε τον μπαμπά μου και τους φίλους του από τη χαράδρα. Τι ναι η χαράδρα, δασκάλα, σκοτεινό πηγάδι;
- Όχι, Δωρούλα μου, δεν είναι πηγάδι. Ύστερα που έχομε ιχνογραφία, θα σας φτιάξω μια χαράδρα στον πίνακα.
- Θα τη ζωγραφίσουμε κ’ εμείς;
- Όποιος θέλει. Ξέχασες πως είναι Τετάρτη, και την Τετάρτη ζωγραφίζει το καθένα σας ό,τι θέλει; Μα τώρα φτάνει. Κόβετε τα χαρτάκια σας χωρίς φασαρία.
Τα παιδιά συνεχίζουν τη χειροτεχνία. Της δασκάλας ο νους καρφώθηκε στη χαράδρα. Τους διορθώνει τα χαρτονάκια, τους ανοίγει τις τρύπες. Αλλάζει τα χρωματιστά μολύβια, μα η χαράδρα μένει χαράδρα.
Πριν τέσσερα χρόνια, κι ούτε σωστά, τον Αύγουστο, είχαν πάει στη « Χαράδρα του Απόμερο». Ψηλή, τετράψηλη όχθη από τη μια μεριά. Τετράψηλη όχθη, από την άλλη, σκεπασμένες κ’ οι δυό από πυκνές αναριχητικές περιπλοκάδες. Ανάμεσα ήταν το ποτάμι, φαρδύ. Κυλούσε ήρεμα. Και τόσο μόνο, όσο για να γίνεται ο τόπος δροσερός. Για να γεμίζει πικροδάφνες και πουλιά. – Είχαν βρει και μια φωλιά, που ο άνθρωπός της την έκοψε προσεχτικά και της τη χάρισε:
- « Κράτα την σύμβολο, ωσότου γυρίσω από το στρατό και φτιάξουμε τη δική μας». – Για να γεμίζει βότσαλα και μουρμουρίσματα…Ο Απόμερος το χειμώνα μόνο είναι ποτάμι. Το καλοκαίρι γίνεται πολλά – πολλά ρυάκια – που κυλούν ανάμεσα από πλατάνια και βράχια. Μείνανε όλη μέρα. Είπαν – είπαν…
- Δύσκολοι καιροί για μας…Το Νοέμβριο επιστρατεύομαι. Θα μου δόσουν όπλο; Με ξέρουν. Δυνατότητες για να φύγω στο βουνό δεν υπάρχουν τώρα…Το καθήκον μας θα το κάμουμε πια επιστρατευμένοι. Περπατούσαν  ξυπόλυτοι. Δροσίζουνταν στο νερό, και το βράδυ γύρισαν πεζοί. Τότε ήταν η πρώτη φορά, που η δασκάλα έβλεπε από κοντά, τη ζούσε, τη λέξη: « χαράδρα» και την αγάπησε σαν την πιο γλυκιά λέξη.
- Έτσι είναι η χαράδρα. Λέει τώρα την ώρα της ιχνογραφίας η δασκάλα, ενώ ζωγραφίζει στον πίνακα.- Δε φτιάχνει όμως τη « Χαράδρα του Απόμερου». Αυτή πια έχει μεταβληθεί σε όραμα, που υπάρχει μόνο στις ονειροφαντασίες.
- Πάντα, παιδιά, οι χαράδρες είναι ανάμεσα σε δυό υψώματα. Ανάμεσα σε λοφοσειρές, σε βουναλάκια πετρώδικα…
- Και δεν έχει, λέει η μάνα μου, προσθέτει η Δωρούλα, μήδε δέντρα, μήδε νερό τρεχάμενο, μήδε χορτάρι, είναι ένα ξερό πηγάδι με φίδια και σαύρες.
Η « Χαράδρα του Απόμερου» σαν φωτεινός προβολέας ανάβει και σβήνει στη σκέψη της δασκάλας. Μέσα της κυριαρχεί η μαύρη εικόνα της εξορίας, με τη ματοποτισμένη χαράδρα.
Για τη Χαράδρα, χαρακτικό του Γιώργου Φαρσακίδη από το Λεύκωμα Μακρόνησος

« Πέτρες, ουρανός, ανυδριά, βασανιστές», λέει η δασκάλα στον εαυτό της…
Απ’ όλα τα παιδιά  μονάχα  η Δωρούλα ζωγράφισε τη χαράδρα. Τ’ άλλα ζωγράφισαν πουλιά, σκολειά, αυτοκίνητα, γλάστρες…Η Δωρούλα την έφτιαξε πολύ παραστατικά. Όπως την είχε κάνει η δασκάλα στον πίνακα. Βαθιά πολύ. Με βουνά και βράχους να τη ζώνουν. Μόνο πως στην κορφή του ψηλότερου βουνού η Δωρούλα έφτιαξε ένα σπιτάκι. Του βαλε και στη σκεπή μια σημαία. Η δασκάλα τριγυρίζει και κοιτάζει τα σχέδια των παιδιών.
- Βλέπεις, δασκάλα, λέει η Δωρούλα, και δίνει εξήγηση, έφτιαξα ψηλά – ψηλά το σπιτάκι, που θα πάνε τον πατέρα μου, άμα θα τον βγάλουν απ’ το πηγάδι…
Η δασκάλα δεν είπε τίποτε στον εαυτό της.
Καρφώθηκε το βλέμμα της στο κεφαλάκι του παιδιού. ύστερα το περπάτησε στο σχέδιο, στο σπιτάκι, και πάλι στο κεφαλάκι της Δωρούλας, που ήτανε καταχαρούμενη για το σπιτάκι της.
- Δε θα το σβήσω, δασκάλα, για να το δει η μάνα μου να ευχαριστηθεί…
Η δασκάλα κατάφερε και συγκρατήθηκε.
- Ήρθε, παιδιά, τους είπε με ραγισμένη φωνή μα αλλάζοντας κουβέντα, διαταγή, επειδή είναι πολύ το κρύο, να μην έρχεστε στο σκολειό. να κλειστείτε στα σπίτια σας! Μην τριγυρνάτε καθόλου στους δρόμους, όσο θα κρατάει η κακοκαιριά…
Για να μην πουντιάσετε!

                                                                           Έλλη Αλεξίου
                                                                                           Φλεβάρης 1954

Από τη συλλογή Τα διηγήματα του Αγώνα που εκδόθηκαν από τις Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις στο Βουκουρέστι το 1955

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2015

Φώτης Κόντογλου: « Μικρός το δέμας, αλλά…» της Έλλης Αλεξίου

Επιμέλεια: ofisofi // atexnos


Το 2015 ορίστηκε Έτος Φώτη Κόντογλου με αφορμή τα 50 χρόνια από το θάνατό του, τον Ιούλιο του 1965. Η Έλλη Αλεξίου παρουσιάζει με ζωντανό και γλαφυρό τρόπο στοιχεία της ζωής του και στιγμές από την προσωπική της γνωριμία με αυτόν. Κρίνει την προσωπικότητα και το έργο του, συγγραφικό και ζωγραφικό, εκφράζοντας  όχι μόνο τη δική της άποψη αλλά και άλλων κριτικών και τον αξιολογεί επιπλέον με κριτήριο  τη συμμετοχή του στους αγώνες της γενιάς του και της εποχής του.

Το κείμενο είναι δημοσιευμένο στον 20ο τόμο των Απάντων της Έλλης Αλεξίου με τίτλο Έλληνες λογοτέχνες, Δοκίμια Ι, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη το 1982.

Η ζωή του

Ο  Φώτης Κόντογλου ανήκει σε κείνη την προνομιούχα κατηγορία των δημιουργών, που κανένας κριτικός δεν έθεσε υπό αμφισβήτηση τα πλούσια ταλέντα του. Κι όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν τα ταλέντα του, αλλά πολλοί υπάρχουν θαυμαστές του, που ερίζουν μεταξύ τους υποστηρίζοντας άλλοι πως στον Κόντογλου υπερέχει ο συγγραφέας και άλλοι πως στον Κόντογλου υπερέχει ο ζωγράφος. Η τέτοια διχογνωμία τι αποδεικνύει; Πως ο Φώτης Κόντογλου υπήρξε και δυνατός συγγραφέας και δυνατός ζωγράφος.

Παιδί του Αϊβαλιού, αναθράφηκε και ωρίμασε σε χώρους που απάνω τους δέσποζε ο Τούρκος δυνάστης. Ίσως η συναίσθηση μιας ελληνικής συνείδησης, καταπιεσμένης από αλλόθρησκο και αλλόφυλο εξουσιαστή, συντέλεσε στη διαμόρφωση της ψυχοσύνθεσής του σε φανατικό θρησκευόμενο και σε ζωγράφο – αγιογράφο. Ενώ το πατρικό του κτήμα της Αγίας Παρασκευής, με το ομώνυμο εξωκλήσι, σ’ ένα ξεμοναχεμένο νησάκι ανάμεσα στα Μοσχονήσια, τον εξοικείωσε στη μοναχική ζωή μέσα στη φύση κι ιδιαίτερα στη θάλασσα, μέσα σε αέρηδες να φυσομανούν, σε κύματα αναστατωμένα, πλεούμενα και αφρούς. Διαμορφώθηκε έτσι ο Κόντογλου σε τύπο εξωκοινωνικό, που η ζωή των πόλεων με τα κοινωνικά και πολιτικά της ενδιαφέροντα τον άφηνε σχεδόν αδιάφορο.

Το Αϊβαλί ωστόσο ήταν πόλη με όνομα, με βαθιές ρίζες παραδοσιακής φημισμένης ελληνικής καλλιέργειας, που, στα χρόνια της σκλαβιάς στους Τούρκους, η Ακαδημία της είχε γίνει πηγή σοφίας για τους υπόδουλους. Σ’ αυτήν εδίδαξαν οι Μεγάλοι Δάσκαλοι του Γένους Γρηγόριος Σαράφης, Βενιαμίν Λέσβιος, Θεόφιλος Καΐρης και Ευστράτιος Πετρίδης…

Εκεί εφοίτησε και τελείωσε το Γυμνάσιο το 1912 και ο Κόντογλου. Στο Γυμνάσιο ήταν εγγεγραμμένος με το πατρικό του όνομα, Φώτιος Αποστολέλλης, που ποιος ξέρει γιατί το αντικατέστησε με το Κόντογλου. Πάντως , όταν ήρθε στην Αθήνα, μας είπε μια μέρα πως το όνομά του δεν είναι από το κοντός μα από το κόντες, και ούτε που μας ανέφερε ότι το όνομα του πατέρα του ήταν Αποστολέλλης.

Μετά το Γυμνάσιο, ο Κόντογλου έφυγε για την Αθήνα και το 1912 εγγράφεται στη Σχολή Καλών Τεχνών και μάλιστα κατατάσσεται αμέσως στην τρίτη τάξη. Εδίδασκαν τότε στη Σχολή οι περιώνυμοι ζωγράφοι  μας: Ιακωβίδης, Βικάτος, Ροϊλός , και με τον Κόντογλου το Πάνθεον συμπληρώνεται…
Έτσι οι διωγμοί του 1914, οι τραγικές περιπέτειες των Ελλήνων της Μικράς Ασίας με τα χωριά και τις πόλεις να ερημώνουνται και να λεηλατούνται. Σε κείνες τις συνεχιζόμενες εξορίες και παλλινοστήσεις , ο Κόντογλου βρίσκεται στην Αθήνα. Φοιτά στο Πολυτεχνείο, αλλά δεν αποφοιτά. Μετά δύο χρόνια φεύγει για το Παρίσι. Ίσως επηρεασμένος από διαβάσματα περίεργα με ταξίδια και παραδαρμούς, ίσως στην ίδια τη φύση του υποταγμένος. Πάντως στο Παρίσι θα πλούτισε τις εμπειρίες του, γιατί αναγκάστηκε να δουλέψει , φαίνεται, και ως εργάτης και ως ανθρακωρύχος στα νότια της Γαλλίας. Απ’ αυτήν τη δύσκολη ξεμοναχεμένη ζωή, με τα διαβάσματα του Πόε, του Ροβινσώνα του Ντεφόε…ξεπήδησε, σε μια ευτυχισμένη στιγμή της ζωής του, το βιβλίο που τον επέβαλε, ο Πέντρο Καζάς . Γιατί σήμερα ξέρομε πως το βιβλίο αυτό γράφτηκε στη Γαλλία. Όταν το 1918 επιστρέφει στο Αϊβαλί , φέρνει μαζί του σε χειρόγραφο τον Πέντρο Καζάς. Και στο Αϊβαλί τυπώνεται σε πρώτη έκδοση, σε 250 αντίτυπα, προς πέντε δραχμές το ένα με έξοδά του, όπως μας λέει ο ίδιος ο δωρητής, φίλος και συμμαθητής, Στρατής Δούκας.

Μέσα στο 1919 σημειώνεται στο Αϊβαλί και η μοναδική του ίσως κοινωνική δραστηριότητα. Φτιάχνει σύλλογο με την επωνυμία « Νέοι Άνθρωποι», του οποίου προεδρεύει. Φτιάχνει ο ίδιος και τη σφραγίδα του Συλλόγου με καταμεσής ορθό ένα τσεκούρι, και συγκεντρώνει γύρω του τα ζωντανά και φιλοπρόοδα τέκνα του Αϊβαλιού. Λεπτομέρειες για τις δραστηριότητες του Συλλόγου δεν γνωρίζομε. Μάλλον θα ατόνισε, γιατί τα δυο χρόνια που ακολουθούν, συγκεκριμένα από το 1920 και ως το 1922, έτος της Μικρασιατικής καταστροφής, ο Κόντογλου είναι καθηγητής στο Παρθεναγωγείο του Αϊβαλιού, όπου διδάσκει γαλλικά και τεχνικά. Το 1922 αποτελεί σταθμό όχι μόνο για τη γραμμή της πορείας του Κόντογλου , μα τεράστιας σημασίας σταθμό για το Ελληνικό έθνος. Είναι μια χρονολογία αδερφή του 1453. Ο Κόντογλου ακολουθεί κι αυτός τότε το γενικό ξεσπιτωμό του ελληνικού μικρασιατικού στοιχείου. Εγκαταλείπει τα πολυαγαπημένα πατρικά χώματα και διεκπεραιώνεται στη Λέσβο, στη Μυτιλήνη.

Προσωπική γνωριμία

Το καλοκαίρι του 1922 το είχαμε περάσει με τον άντρα μου, τον Βάσο Δασκαλάκη , στην Κρήτη. Εκεί ένα απόγευμα πληροφορηθήκαμε την τραγική έκβαση της Μικρασιατικής εκστρατείας, την υποχώρηση και τα επακόλουθά της. Γυρίσαμε σκοτεινιασμένοι στην Αθήνα, όπου το θέαμα σε κάθε βήμα των προσφύγων επαύξανε την απελπισία μας. Η Γαλάτεια, η αδερφή μου, που είχε ζήσει παρόμοιες κρητικές προσφυγιές, μας διηγότανε χαρακτηριστικές λεπτομέρειες, πως γυρίζοντας μια φορά από τη Σμύρνη έβλεπε ο πατέρας μας τους δρόμους του Ηρακλείου γεμάτους από τα στοιχεία του τυπογραφείου μας, κι έκλαιγε βλέποντας τους ανθρώπους να τα τσαλαπατούνε. « Ασέβεια», έλεγε μέσα στα δάκριά του, « ασέβεια, γιατί τσαλαπατάνε το ψωμί της γνώσης τους»…Κι έπαιρνε το θέαμα της νέας καταστροφής τη μορφή εθνικού κατατρεγμού, προαιώνιας ελληνικής μοίρας. Και μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα ήρθε ένα βραδάκι και μας επισκέφτηκε ο Αντώνης ο Πρωτοπάτσης. Ανοιχτόκαρδο παιδί, γελαστό, πολιτισμένο. Μας έλεγε , μας έλεγε, για τις αξίες που είχαν συγκεντρωθεί στη Μυτιλήνη. Για Μυριβήλη και για Βενέζη…και για Κόντογλου…Για το άτομό του δεν είπε λέξη. Μόνο όταν έβγαλε το μπλοκ και μας σκιτσάριζε, τότε τα εξαίσια σχέδιά του μίλησαν και για τον ίδιο τόσο και πόσο εύγλωττα. Σε κάποια στιγμή τράβηξε από την τσέπη του κι ένα μικρό στο σχήμα βιβλιαράκι με σεμνό εξώφυλλο και, δίδοντάς το στον άντρα μου , του έπλεκε το εγκώμιο: « Θα το διαβάσετε και θα δείτε…»
Λαοκόων (1938) Πινακοθήκη Δήμου Αθηναίων
Κείνο τον καιρό ζούσαμε κι εμείς στην Αθήνα, μόλις εγκατεστημένοι εκεί. Τα οικονομικά μας ήσαν πολύ περιορισμένα. Τι να πρωτοπληρώσεις μ’ ένα μισθό υπαλλήλου σε υπουργείο. Το λεγόμενο «σπίτι μας» ήταν δυο δωματιάκια, με κοινή κουζίνα με τη σπιτονοικοκυρά. Οδός Δεινοκράτους 2. Κι απέναντί μας κάθουνταν οι Καζαντζάκηδες , η Γαλάτεια με τον άντρα της, κι αυτοί σε δυο δωμάτια συνεχόμενα, πρώην μαγαζιά. Και τα δυο δίνανε στο δρόμο. Μα τα νιάτα φτιάχνουν όνειρα χωρίς υπολογισμούς. Στο πιο μικρό δωματιάκι μας μαζεφτήκαμε  την επαύριο η Γαλάτεια κι ο Νίκος ο Καζαντζάκης, ο άντρας μου, ο Αυγέρης κι εγώ και διαβάσαμε εις επήκοο το βιβλιαράκι του Κόντογλου. Σε ολονυκτία. Ο Βάσος διάβαζε και μεις οι άλλοι ακούγαμε. Κάναμε μικρές διακοπές για κανένα καφεδάκι που τους έφτιαχνα, και συνεχίζαμε  μέχρι τις μεταμεσονύχτιες ώρες που τον τελειώσαμε τον Πέντρο Καζάς. Όλοι ενθουσιάστηκαν. Εγώ ακόμη δεν έγραφα και γνώμη δεν είχα, μα θυμούμαι εντυπωσιάστηκα. Όλοι βρήκαν πως ένα τέτοιο ταλέντο δεν έπρεπε να μείνει απροστάτευτο να παραδέρνει στην προσφυγιά. Πως κάτι πρέπει να γίνει το ταχύτερο. Ο άντρας μου τότε, χώρια από το Υπουργείο της Γεωργίας , εργαζότανε και στο λεξικό του Ελευθερουδάκη , όπου εργάζουνταν κι άλλοι αξιόλογοι από τότε , ακόμα νέοι, ο Γιώργος Λυδάκης, ο Παντελής Πρεβελάκης. Εκεί θα μπορούσε να πιάσει δουλειά  κι ο Κόντογλου σαν ζωγράφος. Αμ’ έπος αμ’ έργον. Την επαύριο πήγαμε ο Βάσος, η Γαλάτεια κι εγώ σ’ ένα μαγαζί που πουλούσαν κρασιά, στην οδό Φιλελλήνων, όπου ανταμώσαμε κάποιον Τριγκέτα. Όλα αυτά καθ’ υπόδειξη του Πρωτοπάτση. Δια του κ. Τριγκέτα αλληλογραφήσαμε με τον Κόντογλου και σε λίγες μέρες μάς ήρθε από τη Μυτιλήνη. Ο ενθουσιασμός μας ήταν απερίγραπτος. Ήρθε γελαστός, κεφάτος και αστειολόγος. Προσέξαμε που ήταν πολύ κοντός. Πολύ λίγος. Αλλιώς τον περιμέναμε από τα γραψίματά του. Είχε χεράκια και ποδαράκια μικροσκοπικά και φόραγε στο πρώτο δάχτυλο του δεξιού του χεριού ένα χοντρό δαχτυλίδι. Αλλά σε πείσμα του μικρού του μπογιού, είχε ξανθά και άγρια μαλλιά, που τραβούσαν κατά πάνω, σαν να θέλανε να φέρουν κάποιο ισοζύγιο στο μικρό του ανάστημα.

Ο ενθουσιαστικός όμως ερχομός του, αντιληφθήκαμε σε λίγες μέρες πως μας δημιουργούσε τεράστια  και αξεπέραστα προβλήματα. Δεν ήρθε μόνος. Έφτασε στα φτωχικά καμαράκια μας με πέντε γυναίκες! Αριθμός πέντε! Μπαίνανε, μπαίνανε…φορτωμένες μπόγους και πελώρια δέματα, ενώ ο Κόντογλου μάς τις σύσταινε… «Σεμέλη Στρογγύλη, αρραβωνιαστικιά μου, Παλλάς Στρογγύλη, αδελφή της, κυρά Βασιλική, νταντά της Σεμέλης, Παρασκευή και Πόπη, κόρες της κυρά Βασιλικής», με άλλα λόγια εξαρτήματα του Κόντογλου στενά δεμένα μαζί του. Σε λίγο, ο στενός διαδρομάκος της εξώπορτας είχε φράξει από τα «ντέγκια», όπως λέγανε τα δέματα, ενώ το καμαράκι που θα φιλοξενούσαμε τον Κόντογλου είχε πλημμυρίσει από πρόσωπα. Αρχίσαμε με τη Γαλάτεια να σκεπτόμαστε τι θα απογίνουμε. Εγώ είχα χάσει τη φωνή μου. Τι θα ετοιμάζαμε για να θρέψουμε τόσο κόσμο και με τι λεπτά; Δεν είχα χρήματα να αγοράσω ούτε ψωμί. Κι ήσαν άνθρωποι βασανισμένοι, ταλαιπωρημένοι από τόσο ταξίδι. Εμείς με τον Βάσο είχαμε πει πως, άμα έρθει ο Κόντογλου , θα τον πάρουμε να πάμε να φάμε στου μπάρμπα Κώστα, που ήταν ο προστάτης άγιος όλης της δεξαμενίτικης διανόησης. – Όλοι κείνο τον καιρό εκεί τρώγαμε μεσημέρι βράδυ επί πιστώσει.- Μα για τόσο κόσμο , δε φτάνανε τα φόντα μας. Είχα και την αγωνία τι θα γίνει με την σπιτονοικοκυρά, που ήταν πολύ ζόρικη, όταν έρθει το μεσημέρι – δούλευε υπάλληλος σε υπουργείο ονομαζόμενο Εθνικής Οικονομίας – και αντικρίσει αυτόν τον ντουνιά. Και το πολύ ωραίο ήταν που τόσο η κυρά Βασιλική όσο και η κ. Σεμέλη με ρωτούσαν κάθε τόσο: « Πού θέλετε να μετακομίσουμε τα δέματα; Μην κουραστείτε σεις, δείξετέ μας το μέρος και τα μετακομίζουμε εμείς…» Νομίζανε, φαίνεται , πως το διαμέρισμα ήταν όλο δικό μας. Μα θα είχαν και κάποιο δίκιο  να το νομίζουν. Άμα είδαν την πρόσκληση που κάναμε στον Κόντογλου έτσι απλόχερα, θα μας πήρανε για πλούσιους. Πού να ξέρανε τη φοβερή ανέχεια που μας έδερνε. Αλησμόνητη έμεινε στη μνήμη μου η αγωνία κείνες της μέρας. « Θα φύγω, Γαλάτεια, από το σπίτι», λέω στην αδερφή μου, «και θα πάω στην Ειρήνη ( μια ξαδέρφη μας), κι όταν έρθει η σπιτονοικοκυρά και ο Βάσος, ας κάμουν ό,τι καταλαβαίνουν…» Η Γαλάτεια υπόφερνε βλέποντας την απόγνωσή μου και τα είχε βάλει με τον Κόντογλου. Του έσουρνε, και τι δεν του έσουρνε.
Ο Άγιος Χριστόφορος (1946)
 Τοιχογραφία Ι.Ν. Ζωοδόχου Πηγής, Παιανία
«Χωριάτης, βάρβαρος, ακούς εκεί να κουβαλήσει σε ένα ξένο σπίτι τόσο κόσμο…χωριάτης, απολίτιστος…» Εγώ, θυμούμαι, βασανιζόμουν μόνο με το τι θα φάνε και πού θα μείνουν…Τι θα γίνει με την σπιτονοικοκυρά, που ζούσε σε διαρκή επίθεση και μέσα στην πιο ομαλή διαβίωση…Σ’ αυτό το αδιέξοδο βρήκε διέξοδο η Γαλάτεια: « Άκου , τι θα κάμω. Θα τις πάρω και τις πέντε και θα τις πάω στο δωμάτιο του Ραδάμανθυ. – Ο αδερφός μας ήταν τότε φοιτητής στο Πολυτεχνείο και κρατούσε δωμάτιο κι αυτός λίγα μέτρα πιο πέρα από μας. – Και τον Ραδάμανθυ θα τον πάρω εγώ μαζί μου.»

Έτσι και έγινε. Ο άγιος Ραδάμανθυς πλήρωσε τη νύφη. Και το καθεστώς αυτό έμεινε μόνιμο και  αμετάβλητο εις το διηνεκές. Και το διηνεκές τελειώνει για τους ανθρώπους με το θάνατό τους. Αυτήν τη στιγμή που γράφω , απ’ όλο τον κόσμο που αναφέρω ζωντανοί είναι ακόμη μόνο οι κόρες της κυρά Βασιλικής, γριές πολύ, κι εγώ, ακόμη πιο γριά.

Φύγανε λοιπόν οι γυναίκες και ο Κόντογλου έμεινε σε μας. Αμέσως έπιασε δουλιά στου Ελευθερουδάκη και έλυσε έτσι και το οικονομικό του. Κοιμότανε σε μας, τρώγαμε τις περισσότερες φορές στον μπάρμπα Κώστα και εργαζότανε απέναντι, στης Γαλάτειας, γιατί τα δωμάτια της ήταν ζεστά, ευήλια και πολύ φωτερά. Πρωί πρωί στρωνότανε στη δουλιά και δούλευε ασταμάτητα ως το μεσημέρι.

Τότε μας δόθηκε η ευκαιρία να διαπιστώσουμε πως και οι ζωγραφικές του ικανότητες ήσαν το ίδιο εξαιρετικές όσο και οι συγγραφικές. Τα σχέδια που βγαίνανε από τα χέρια του ήταν καλλιτεχνικές μινιατούρες. Τα βραδινά τα περνούσαμε σε μας. Η συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από θέματα λογοτεχνίας ή τέχνης. Σε επίπεδο πάντα ανεβασμένο, γιατί ο καθένας της συντροφιάς ήταν βαθύς γνώστης, ειδικευμένος σε κάποιον κλάδο. Ο Κώστας Σφακιανάκης, ο μετέπειτα διευθυντής του Ελληνικού Ωδείου, διπλωματούχος μαθηματικών και αστρονομίας του Πανεπιστημίου της Γενεύης ή Λωζάννης, και διπλωματούχος επίσης του Κονσερβατουάρ της ίδιας πόλης, πότε έπαιζε πιάνο και πότε ικανοποιούσε τις απορίες μας σε ζητήματα αστρονομίας, ή της ζωής των μεγάλων συνθετών και του έργου τους. Ο Κόντογλου μιλούσε για τη βυζαντινή μουσική και αγιογραφία, η Γαλάτεια ήταν κάτοχος της ευρωπαϊκής και αμερικάνικης λογοτεχνίας, ο Βάσος εγνώριζε την ελληνική πανίδα και τους Σκανδιναβούς, ο Αυγέρης τον ελλαδικό χώρο και τα θέματα ιατρικής. Για τον Καζαντζάκη τον πάνσοφο, τι πια να πούμε. Ο Ραδάμανθυς, δυνατός στην επιστήμη του, άκουε πολύ και μιλούσε λίγο.

Σε κείνες τις αλησμόνητες βραδιές ζωντανού λεξικού γνώσεων, διατηρώ ζωηρή στη μνήμη μου την εικόνα του Κόντογλου μπροστά στο ζωγραφικό τελάρο, να ζωγραφίζει  κάποιον εκ του φυσικού με κάρβουνο. Εμείς, μια φορά, αποχτήσαμε από τότε μερικά έργα του Κόντογλου αξιαγάπητα. Ένα έργο του από μοναστήρι και κάστρο, ωραία κορνιζωμένο, που το χάρισα κάποτε στο ζεύγος Μιλλιέξ, θα το έχουν δίχως άλλο, μια μεγάλη προσωπογραφία του Βάσου Δασκαλάκη, μια επίσης μεγάλη προσωπογραφία του Αυγέρη που, επιστρέφοντας από το εξωτερικό το 1962, ύστερα από 17χρονο εκπατρισμό, δε βρήκα πια στο ταλαίπωρο από τις τόσες αστυνομικές έρευνες σπίτι μου της Καλλιθέας. Έχω ακόμη ένα έγχρωμο τοπίο με βουνοκορφές, κάτι άλλα μικρότερα, καθώς και ένα μεγάλο αυτόγραφό του με σκέψεις του για την τέχνη, και κάτι πιο πολύτιμο και πιο αγαπητό, δυο αυτόγραφες σελίδες του Πέντρο Καζάς, στη μια αυτόγραφο κείμενο και στην άλλη σχεδίασμα από τον Κόντογλου της μορφής του Πέντρο Καζάς, όπως τον βλέπει με τη φαντασία του.

Όταν τελείωνε μια εργασία και την έβλεπες, δεν πίστευες πως είχε βγει από χέρια ανθρώπινα. Όταν εκδόθηκε το περιοδικό Φιλική Εταιρεία από τον άντρα μου και τον Κώστα Σφακιανάκη με επιμελητή τον Κόντογλου, είχε δώσει μια συνεργασία ο Κόντογλου, μια Παναγία, που την έλεγε « Αχειροποίητη». Όταν έπαιρνα το περιοδικό στα χέρια μου, έμενα με τις ώρες να προσηλώνομαι και να θαυμάζω αυτήν τη θεία μορφή κι όλο να μονολογώ:

« Πραγματικά αχειροποίητη!»…

Ο Κόντογλου έμεινε κοντά μας αρκετούς μήνες. Έφυγε με το γάμο του. Δεν πήρε όμως γυναίκα του τη Σεμέλη Στρογγύλη, αλλά τη Μαρία Χατζηκαμπούρη. Η Σεμέλη αποδείχτηκε πολύ γρήγορα πως δεν ήταν το κατάλληλο πρόσωπο για τον Κόντογλου. Έβλεπε τον εαυτό της, νομίζω εντελώς αδικαιολόγητα, ανώτερο του Κόντογλου. Όταν ο Φώτης έψελνε, και έψελνε πολύ συχνά, η Σεμέλη τον έβλεπε με έκδηλη περιφρόνηση και ειρωνεία, εκφραζόμενη επίτηδες κατά της εκκλησιαστικής μουσικής και παινεύοντας τις ιταλικές όπερες. Με κάθε ευκαιρία πάσκιζε να τον μειώσει . Ο άντρας μου κι εγώ είχαμε πολύ ενοχληθεί. Μιλήσαμε και στους δύο, ότι παρόμοια φερσίματα είναι ανεπίτρεπτα για ανθρώπους που πάνε να συνδέσουν τη ζωή τους. Τελικά χώρισαν, και καλά έκαμαν. Ο Φώτης κοντά στη Μαρία βρήκε έναν άνθρωπο απλό, ειλικρινή, αφοσιωμένο , που του χάρισε μια γαλήνια και αξιοζήλευτη οικογενειακή ζωή. Με τη γέννηση δε και του κοριτσιού τους, συμπληρώθηκε ένα ομοίωμα « Αγίας Οικογένειας».
Ο Πελοπίδας...Επαμεινώνδας...Δημοσθένης...Αριστοτέλης
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, ο Κόντογλου ταξίδεψε επανειλημμένα στο Άγιον Όρος, όπου εργάστηκε αντιγράφοντας εικονίσματα, έργα μεγάλων και γνωστών αγιογράφων, ή ζωγραφίζοντας δικά του. Οι παραγγελίες ακολουθούσαν η μία την άλλη, καθώς η φήμη του αύξαινε μέρα με τη μέρα. Συχνά οι παραγγελίες για διακοσμήσεις εκκλησιών ή κρατικών ιδρυμάτων ήσαν εκτός των Αθηνών, οπότε ο Κόντογλου έφευγε για μήνες από την Αθήνα. Καθώς δε ήτανε και μοναδικός στις αποκαταστάσεις παλαιών τοιχογραφιών, ζωγραφικών έργων φθαρμένων από το χρόνο, από επιδράσεις της υγρασίας, του καπνού, ή και από άμαθα, βέβηλα χέρια, ο Κόντογλου έσπευδε σαν θεία Πρόνοια να θεραπεύσει, να επουλώσει τη φθορά και να βγάλει στο φως τους κρυμμένους θησαυρούς. Ο Καζαντζάκης μάλιστα, θερμός θαυμαστής της δουλιάς του Κόντογλου, τον περιγράφει, όπως τον βρήκε να εργάζεται ψηλά στις σκαλωσιές της Περιβλέπτου, στον Μυστρά. Τι θεία σύμπτωση! Εχάρισε ο Κόντογλου  στον Καζαντζάκη τη δυνατότητα να γράψει ένα κείμενο από τα καλύτερά του, κι ο Καζαντζάκης να παρουσιάσει την προσωπικότητα του Κόντογλου με την πιο εξιδανικευμένη αποτύπωσή της. Επιθυμώ κάτι να αντιγράψω από το κείμενο αυτό και με δεσμεύει η αμηχανία της εκλογής.

…ανάερα κρεμασμένος σαν πολυέλαιος της εκκλησιάς…με την παλέτα και το πινέλο στα χέρια, στρογγυλοπρόσωπος κι εκστατικός, σαν τα λιοντάρια, που σε κοιτάζουν ανθρώπινα μέσα από τα παλιά περσάνικα χαλιά…ποτέ δεν είδα αυτόν τον άνθρωπο, χωρίς να σκιρτήσει η καρδιά μου. Βλέπεις χιλιάδες ανθρώπους και λες: Νεκροταφείο κινούμενο είναι ο δρόμος. Όλοι τούτοι πέθαναν ή θα πεθάνουν. Σαν τα πρόβατα, σαν τις όρνιθες, καταχτυπούν μια στιγμή τις σκόνες και τα πεζοδρόμια κι ύστερα θα χαθούν, σαν να μην υπήρξαν ποτέ τους. Και ξάφνου βλέπεις έναν και τινάζεσαι χαρούμενος . Λες τούτος δε θα πεθάνει. Τούτος έχει ψυχή. Πιάνει την ύλη και την κάνει πνεύμα, του δόθηκε μια στάλα ζωή και την κάνει αθανασία…Ο Κόντογλου θαρρώ πως το ξέρει ( πως θα μείνει αθάνατος). Γι’ αυτό τα μάτια του λάμπουν. Κι είναι τα χέρια του γεμάτα ανυπομονησία και δύναμη. Κι όταν τον παρασφίξει η πίκρα, αρχινάει και ψέλνει ένα τροπάρι: « Τη Υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια…» Ή « Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία». Κι η πίκρα ξορκίζεται , κι η γης μετατοπίζεται, κι ο Κόντογλου με τα σγουρά μαλλιά του, με τα μεγάλα του μάτια μπαίνει ολάκερος στον Παράδεισο…

Μα το κείμενο όλο θα πρέπει να το χαρούν όλοι όσοι αγάπησαν και εκτίμησαν τον Κόντογλου.

Ο Δημιουργός


Ο Κόντογλου , παρόλη τη θριαμβική του είσοδο στον κόσμο της λογοτεχνίας, δε θα αποχτούσε τη φήμη που είχε φεύγοντας από τη ζωή, αν είχε παραμείνει μόνο συγγραφέας. Το καθαυτό συγγραφικό του έργο είναι λίγο και, όπως χαρακτηρίστηκε στα κατοπινά χρόνια, είναι μάλλον ξενοκίνητο. οι πηγές του δεν είναι ελληνικές. Ο πολυαγάπητος Πέντρο Καζάς δεν είναι Ρωμιός. Ούτε οι τύποι που συγκροτούν τη Βασάντα είναι κατά κύριο λόγο Ρωμιοί. Αν γίνει αποδεκτή αυτή η άποψη, τότε δίνεται εξήγηση και για τη λίγη σε ποσότητα συγγραφική του παραγωγή. Και το αναμφισβήτητα νέο που έφερνε στην τέχνη ο Φ.Κ. και ήταν εντελώς δικό του, ήταν η γλώσσα και το ύφος.

Αυτό εντυπωσίασε ευτύς από την αρχή και δημιούργησε ρεύμα φίλων και μιμητών. Λέμε πως το συγγραφικό του έργο είναι λίγο, γιατί όλη η υπόλοιπη λογοτεχνική εργασία του, αν και μεγάλη σε όγκο, περνάει στην περιοχή της βιογραφίας προσωπικοτήτων, από τον κόσμο της Ιστορίας και της Χριστιανοσύνης, του δοκιμίου, πάνω σε θέματα θρησκευτικά ή ζωγραφικά, είναι μελετήματα ποικίλα συγγενικών προς τα παραπάνω θεμάτων, ή άρθρα, που βρίσκονται δημοσιευμένα στην εφημερίδα Ελευθερία, τα τελευταία χρόνια προ του θανάτου του, το καλοκαίρι του 1965.

Ωστόσο, στις σύντομες αυτές εργασίες, που δε χαρακτηρίζονται από τη γραμματολογία συγγράμματα, υπάρχουν κείμενα του Φ.Κ. που δικαιολογούν τα πλέον ενθουσιώδη εγκώμια. Περιγραφές μοναδικές της θάλασσάς μας και ξαναζωντανέματα ηρώων και μαρτύρων, όλα γραμμένα με πάθος και ποίηση.

Τόσο τα αυτοτελή έργα του Φ.Κ., μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια, μελετήματα, μονογραφίες, άρθρα – και είναι τούτο άξιο ιδιαίτερης προσοχής – ανήκουνε σε κόσμους παρωχημένους. Αν και ο Φ.Κ. έζησε πολέμους, εκπατρισμούς, επανάστασες, μικρασιατικό δράμα, χιτλερική Κατοχή, Εμφύλιο πόλεμο, εξορίες ομαδικές και εκτελέσεις « κατά συρροήν», στο έργο του δε συναντούμε ούτε φράση εκ του κόσμου τούτου.

Ποια εξήγηση θα μπορούσαμε να δώσουμε στο περίεργο αυτό φαινόμενο;. Οι κριτικές των μεγάλων μας (Ξενόπουλος, Καζαντζάκης, Μυριβήλης, Λαπαθιώτης, Βενέζης, Παπατσώνης, Καραγάτσης, Θεοτοκάς, Καστανάκης, Ρώτας, Ελύτης, Βαλέτας, Σικελιανός…), γραμμένες κατά παράκληση του ίδιου του Κόντογλου και με δοσμένο θέμα: Να πουν τη γνώμη τους για τον Πέντρο Καζάς , είναι όλες υμνητικές και δεν ανοίγουνται σε γενικότερη αξιολόγηση. Ο Φ.Κ. εξάλλου δεν έχει τότε το 1944, που γίνεται η τρίτη έκδοση του Πέντρο Καζάς και ζητούνται οι σχετικές κριτικές, ολοκληρώσει το συγγραφικό του έργο, πολλά δε από τα συνταρακτικά γεγονότα που αναφέρουμε επακολούθησαν των κριτικών εκείνων. Έτσι, μόνο σε κριτικές που έχουν γραφεί το 1971, μετά το θάνατο του Φ.Κ., βλέπομε τους κριτικούς Μάρκο Αυγέρη, Στρατή Δούκα, Χρήστο Λεβάντα, να συμπίπτουν στο επίμαχο αυτό σημείο.

Τον βλέπουν και οι τρεις σαν ένα συγγραφέα « …που ζούσε – γράφει ο Χρήστος Λεβάντας (Αιολικά Γράμματα, τεύχος 6, Δεκέμβριος 1971) – περισσότερο με το παρελθόν και τις επιβιώσεις του στον ψυχικό του κόσμο, παρά με το παρόν…έτσι ποτέ δεν τον είδαμε να μετέχει στα αγωνιστικά στάδια που έζησε η Ελλάδα από την αυγή του μεσοπολέμου μέχρι και των σύγχρονων καιρών και μάλιστα σ’ αυτά που συνδέονταν με τις κοινωνικές μεταλλαγές και διαφοροποιήσεις…Ήταν η εποχή που στην πνευματική μας ζωή ολοένα και πιο έκδηλα διαγράφονταν οι επιδράσεις από την Οχτωβριανή Ρωσική Επανάσταση και τον πόλεμο που συνεχιζόταν ατελείωτα στη Μ. Ασία για να αποκορυφωθεί στη βαρειά συμφορά του Αυγούστου του 1922… Κανένα σημάδι λοιπόν από τις μεγάλες αυτές ώρες , που ζούσε τότε η Ελλάδα, δεν υπάρχει στα κείμενα του Φώτη Κόντογλου. Κι έμειναν ορφανά, μοναχικά, όπως και εκείνος έζησε το περισσότερο σαν μοναχικό άτομο, στις εξελίξεις της πεζογραφίας…Ιδιότυπα και αυτόνομα αποδίδοντας το περισσότερο τη χρωματική του ευαισθησία».
Βασίλειος ο Μακεδών κοιμώμενος
Ο Μάρκος Αυγέρης είναι πιο αυστηρός: « Όσα έγραψε αργότερα( μετά τον Πέντρο Καζάς και τη Βασάντα) ήταν κατώτερα. Και τα τελευταία δημοσιογραφήματά του, μ’ όλο το αδρό ύφος τους, ήταν μάλλον μετριότητες κι οπωσδήποτε ανιαρά, μύριζαν κονισαλέα συναξάρια, όπου δεν κατόρθωνε να δώσει ζωή στο νεκρό κόσμο. Ούτε το ύφος τους, ούτε η πεζογραφική τέχνη τους τραβούν πια τον αναγνώστη. Ο Κόντογλου είχε εξαντληθεί` δεν είχε να δώσει τίποτε άλλο».

Ο Στρατή Δούκας, φίλος και συμμαθητής του, λέει, επιβεβαιώνοντας τα παραπάνω: «…Από δω και πέρα ( μετά τη συνεργασίας τους λίγον καιρό σε μικρή καλλιτεχνική Εταιρεία) οι δρόμοι μας με τον Κόντογλου χωρίζουν. Εκείνος τραβούσε στο παλιό κι εγώ στο νέο. Μια τάση στη λαϊκή θρήσκευση…τον έφερνε ασυναίσθητα σ’ ένα υπερσυντηρητισμό, που πεισματικά προσκολλήθηκε μη μπορώντας να ξεχωρίσει τα ζωντανά από τα νεκρά στοιχεία της παράδοσης…» Κι ο Μυριβήλης λέει πως ο Κόντογλου εξελίχτηκε από προοδευτικό σε συντηρητικό.

Φαίνεται πως ο Κόντογλου κάτι οσφραινότανε για τις μεταλλαγές που είχαν επέλθιε στις κρίσεις των αναγνωστών για τη συγγραφική του αξία. Το ομολόγησε ο ίδιος. « Εμάς τους άλλους», έλεγε ( εννοούσε όσους δεν είναι δυτικοθρεμμένοι), « μας έχουνε για οπισθοδρομικούς και για θρησκόληπτους».

Ο Κόντογλου έπασχε, νομίζω, από παθολογική φοβία. Ήταν η τυπική μορφή του ανθρώπου που υπέκυψε στη συστηματική καλλιέργεια, επί είκοσι πέντε και πλέον χρόνια, ως επικίνδυνων και αξιομίσητων των προοδευτικών ιδεών.

« Η πλύσις του εγκεφάλου» τον είχε εμποτίσει και διαβρώσει. Και η πλέον ανώδυνη προοδευτική εκδήλωση, όχι όμως και η υπέρ της δημοτικής, είχε μέσα του τελείως ατονίσει. Αν δε προσθέσουμε σ’ αυτό και την έντονη διάθεση του προς ανάδειξη και επιβολή, τότε έχομε την εξήγηση γιατί προσανατολίστηκαν οι συγγραφικές του δραστηριότητες σε νεκρά θέματα. Βέβαια , ίσως και ο ίδιος ασυναίσθητα υπέστη αυτήν τη μεταβολή και από το « τσεκούρι» των « Νέων Ανθρώπων» απ όπου ξεκίνησε, κατέληξε στους « Βίους των Αγίων». Ίσως να είχε και συνείδηση της μεταστροφής του και κατέφευγε σε διάφορα επιχειρήματα, ελπίζοντας να αυτοπεριφρουρηθεί και να αυτοδικαιωθεί. Γράφει λ.χ. στο αυτόγραφο που έχω στα χέρια μου – το είχε δώσει στον Γιώργο Πολίτη που μου το χάρισε. Ο Γιώργος Πολίτης, όπως μου είχε πει, τον ρώτησε μια φορά να του γράψει πάνω σε ποια γραμμή έχει στηρίξει την έμπνευσή του, πώς γράφει – « Ό,τι έκανε ο Σολωμός απ’ το δημοτικό τραγούδι θέλει να  κάνει κι ο Κόντογλους απ’ τη λαϊκή και τη βυζαντινή τέχνη», του απαντάει. Και πιο κάτω: « Ο Κόντογλους παίρνει τα μέσα απ’ τους Έλληνες, που ζωγραφίσανε πριν απ’ αυτόν, για να κάνει σημερινή τέχνη, γιατί τα μέσα είναι μόνιμα για κάθε λαό, αφού είναι μόνιμοι στις μεγάλες γραμμές οι τρόποι που εκδηλώνεται μια φυλή…» Όλο το αρκετά μεγάλο κείμενο περιστρέφεται γύρω από τη μορφή και τα μέσα που χρησιμοποιεί. Για περιεχόμενο λέξη δε λέει. Ως εάν τέχνη είναι το πώς θα κρατάς το μολύβι κι αν θα γράφεις με μελάνη ή με στιλό ή με μπικ. Κι αρχίζει από τον Σολωμό, τον παθιασμένο αυτόν πατριώτη και φανατικό αντιάγγλο – στέλνει συλλυπητήριο γράμμα στον αδερφό του τον Δημήτρη, όταν δέχτηκε διορισμό από την ξενοκρατία – που όλο το έργο του είναι κραυγή και σάλπισμα για λευτεριά. Κι ο Μακρυγιάννης γράφει στην πιο κοντινή στο λαό γλώσσα, μα γι’ αυτό εκτιμήθηκε;
Αρματωλοί και κλέφτες (1948)
Ο Κόντογλου έζησε μια ζωή γαλήνια και ακύμαντη μέσα σε μια κοινωνία που παράδερνε μέσα στις θανατερές θύελλες, που οι άνθρωποί της παράδερναν συντρίμμια παλεύοντας να περισωθούν. Δύσκολα θα βρεις άνθρωπο που να μην κινδύνεψε επί Κατοχής, που να μην ενοχλήθηκε μετέπειτα, έστω και μόνο να μην του χτύπησαν την πόρτα τάχα για έρευνα ταυτοτήτων…Ο Φ.Κ. κάτω από τη σκιά των αγίων είχε εξασφαλίσει το ανενόχλητο. Ο Κώστας Βαλέτας αναφέρει πως μια φορά υπέγραψε μια έκκληση υπέρ της Ειρήνης και την επαύριο έσπευσε να την ανακαλέσει δημοσία στην Ελευθερία με το δικαιολογητικό πως τον παρέσυρε ο διάβολος  υπό μορφή γυναίκας. Επί Κατοχής, του’ δωσα να μου γράψει στο λεύκωμά μου μια σκέψη του για την πείνα ή τη χιτλερική κακοδαιμονία και το κείμενό του αποτελεί κραυγαλέα αντίθεση με τα κείμενα των κορυφαίων συναδέλφων του. Γράφει με σινική, ένα ανατολίτικο παραμύθι για ένα πανόλβιο αντρόγυνο και υπογράφοντας το βάζει παλιά ημερομηνία, 20 Αυγούστου του 1920!

Αντίθετα , η ζωγραφική του συγκεντρώνει και θα συγκεντρώνει την εκτίμηση και το γενικό θαυμασμό. Γιατί οι θρησκείες και η χριστιανική θρησκεία δεν εξελίσσεται με καινούργια μαρτυρολόγια. Όπως στην αρχαιότητα οι αιώνες διαδέχονταν ο ένας τον άλλο, μα ο Ζευς και η Ήρα, η Αθηνά και ο Απόλλων μένανε αμετακούνητοι στα βάθρα τους, έτσι και στη χριστιανοσύνη. Όσο θα υπάρχει χριστιανική θρησκεία και οπαδοί του Χριστού, θα φτιάχνουμε τον Άγιο Νικόλαο προστάτη των θαλασσινών, και την Αγία Βαρβάρα προστάτρια των ματιών. Και ο Φώτης Κόντογλου με τα θεία χεράκια του ζωγράφιζε Παναγίες και εσταυρωμένους χωρίς να του γεννιέται πρόβλημα – στην αγιογραφία πρόβλημα δεν υπάρχει – εξελίξεως ιδεών ή καθιέρωσης νέων μαρτύρων. Ο ακαταπόνητος Φ.Κ. ψηλά στις σκαλωσιές των ναών επεξεργαζόταν μέσα σε ευδία ψυχική τα παλιά θρησκευτικά ινδάλματα των οσίων και μαρτύρων του χριστιανισμού, και η τέχνη του θα μείνει αθάνατη, όπως αθάνατες μένουν στα μαρτυρολόγια της ιστορίας οι μορφές που σταυρώθηκαν και μαρτύρησαν για το καλό της ανθρωπότητας. Οι θρησκείες αποτελούν ένα κατ’ εξοχήν αξιοσέβαστο κατεστημένο, κι όποιος δεν απομακρύνεται από την περιοχή της πίστης, ζει μέσα σε γαλήνη απρόσβλητος από των εξελίξεων τους προβληματισμούς.

Ο Φώτης Κόντογλου είναι αναντίρρητα ο άριστος εκπρόσωπος της αγιογραφίας στην Ελλάδα. Η αξεπέραστη ζωγραφική του ιδιοφυΐα, αλλά και η απαράμιλλη εργατικότητά του, η αφοσίωσή του στο ζωγραφικό έργο ήταν τόση, που σήμερα πολλά μοναστήρια, πολλές εκκλησίες, πολλά δημόσια ιδρύματα, πολλοί ιδιώτες σ’ όλο τον ελληνικό χώρο μάς παρέχουν τη δυνατότητα να απολαύσουμε την υψηλή ποιότητα του χρωστήρα του ανεπανάληπτου τεχνίτη, του « αθάνατου», κατά τον Νίκο Καζαντζάκη , Φώτη Κόντογλου.

                                                                           Αθήνα, 27 Οκτωβρίου 1974