Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Μπόσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Μπόσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2022

Ο Κώστας Μπόσης για τον Άη Στράτη

 

Με αφορμή την επίσκεψη του Πρωθυπουργού κ. Μητσοτάκη στον Άη - Στράτη  και τις δηλώσεις του, ο νους μου πήγε στο εμβληματικό , αλλά σπάνιο πλέον βιβλίο του Κώστα Μπόση :" Αη- Στράτης, Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941"
Όταν διάβασα το βιβλίο για πρώτη φορά , είχα συγκλονιστεί με τα όσα έγραψε ο Κώστας Μπόσης , αλλά και με τον τρόπο που τα έγραψε. Είχα αναρτήσει τότε, Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012 το παρακάτω κείμενο - παρουσίαση:

***
Στα δικαιώματα του πολίτη
θα έπρεπε να ανήκει
και το δικαίωμα
να γνωρίζει την ιστορία του.
Φίλιππος Ηλιού

Με αυτά τα λόγια καλωσορίζει τον επισκέπτη η ιστοσελίδα του Μουσείου Δημοκρατίας στον Αη – Στράτη. 
Όταν είχα επισκεφτεί την ιστοσελίδα δεν μπορούσα να φανταστώ  τι ακριβώς κρυβόταν πίσω από τις πληροφορίες  και τις φωτογραφίες που παρατίθενται. Ειδικά  η ενότητα που αναφέρεται στα θύματα της πείνας το χειμώνα του 1941- 1942 είναι γραμμένη πολύ τυπικά και δεν νομίζω ότι μπορεί να καταλάβει κανείς το μέγεθος του εγκλήματος που συντελέστηκε εκεί.
«Το "τελευταίο έγκλημα της 4ης Αυγούστου" είχε τραγικές συνέπειες για τους εκτοπισμένους στον 'Αη-Στράτη. Πριν την άφιξη της Γερμανικής Φρουράς, τον Μάιο του 1941, οι εκτοπισμένοι ζήτησαν να ελευθερωθούν για να αγωνισθούν κατά του κατακτητή. Τρεις όμως από τους διαμαρτυρόμενους εκτοπισμένους βρήκαν τον θάνατο από τις σφαίρες των ανδρών της Χωροφυλακής. Μετά την παράδοση του νησιού οι χωροφύλακες περιόρισαν τους εκτοπισμένους στο Αναρρωτήριο. Τον χειμώνα του 1941-1942 πέθαναν εκεί από την πείνα τριάντα τρεις εκτοπισμένοι. Όσοι επέζησαν, απελευθερώθηκαν τον Ιούλιο του 1943 με ένα καΐκι του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Ναυτικού (ΕΛΑΝ), τμήματος του ΕΛΑΣ.»
Είχα την τύχη να διαβάσω ένα δυσεύρετο βιβλίο και να ανακαλύψω μέσα στις σελίδες  του τις λεπτομέρειες και τις άγνωστες πτυχές αυτού του «τελευταίου εγκλήματος της 4ης Αυγούστου» .
Ο Κώστας Μπόσης , εξόριστος στον Αη – Στράτη εκείνη την περίοδο και ένας από τους λίγους που επέζησαν, καταθέτει μια  συνταρακτική μαρτυρία για τη ζωή των εξορίστων και το μαρτύριο στο οποίο υπεβλήθησαν με μοναδικό στόχο την εξόντωσή τους με την εφαρμογή ενός οργανωμένου σχεδίου που προκάλεσε την πείνα .
Το βιβλίο « Αη- Στράτης, Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941»  κρύβει μέσα στις 110 σελίδες του τις άγνωστες πτυχές αυτού του γεγονότος και παρουσιάζει με μοναδικά συγκλονιστικό τρόπο τη δύσκολη ζωή των εξορίστων , τις πολύπλοκες καταστάσεις που αντιμετώπιζαν από τις αρχές κράτησής τους, τον ιδεολογικό και ψυχολογικό πόλεμο που δέχονταν καθημερινά για να υπογράψουν δήλωση μετανοίας.  Συγχρόνως παρουσιάζει μορφές και χαρακτήρες εξορίστων  χωρίς ηρωικό πλαίσιο , αλλά στην ανθρώπινη διάστασή τους.
Ο Αη- Στράτης ένα όμορφο , μικρό και ειδυλλιακό νησί έγινε " ο τόπος μαρτυρίου"
" ο τόπος της εξορίας", " τόπος – κόλαση". Μια σειρά ζωντανών αντιθέσεων καταγράφει την απόσταση που υπήρχε ανάμεσα στην ομορφιά του τόπου και στη ζωή των εξορίστων, μια ζωή ανυπόφορη μέσα σε ένα πανέμορφο τόπο.
Πολλοί και διαφορετικοί άνθρωποι, απ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα , απ’ όλη την Ελλάδα εκτοπίζονταν στον Αη – Στράτη από το 1929 και μετά. Θα συναντήσουμε ανθρώπους αγωνιστές αλλά και ανθρώπους χωρίς κάποια ιδιαίτερη δράση, χωρίς διάθεση να ταλαιπωρηθούν, που βρέθηκαν τυχαία εκεί ή αντιμετώπιζαν επιδερμικά, επιφανειακά το κίνημα. Ανάμεσα τους κινούνται πολλοί ασφαλίτες  με τη μάσκα του πολιτικού εξόριστου. Αυτούς χρησιμοποιούσε η Ασφάλεια για να σπάσει το συνδετικό ιστό των εξορίστων, να διαβρώσει τις συνειδήσεις, να λυγίσει τις αντιστάσεις. Αυτοί ήταν και οι πιο επικίνδυνοι , γιατί δούλευαν ύπουλα και μεθοδικά.
Οι ζωντανοί διάλογοι ανάμεσα στους εξορίστους αναπαριστούν τη δυσκολία να διακρίνει κάποιος την προπαγάνδα της Ασφάλειας από τις σωστές κομματικές θέσεις και αρχές , αναδεικνύουν τις έντονες ιδεολογικές συγκρούσεις.
Ο Μπόσης είναι ο ίδιος εξόριστος, ζει την κάθε μέρα, βιώνει την κάθε δυσκολία και είναι σε θέση με την καθημερινή εμπειρία και επαφή να τοποθετήσει τους συνεξόριστους του στη ανάλογη θέση και να ορίσει το διαφορετικό μέγεθος του καθένα. Δεν ήταν όλοι οι εξόριστοι ίδιοι, δεν είχαν τις ίδιες αντοχές. « Υπάρχει κόσμος και κοσμάκης» που η Ασφάλεια χρησιμοποιεί σκόπιμα κυρίως για την υπογραφή δηλώσεων μετανοίας.
Από την άλλη περιγράφει τις  προσπάθειες των εξορίστων να οργανώσουν τη ζωή τους, να καλλιεργήσουν τη γη, να εκθρέψουν ζώα, να μορφωθούν και γενικά να  μπορέσουν να αντέξουν τις πολύ δύσκολες συνθήκες, να κρατηθούν όρθιοι στο μόνιμο αγώνα τους με τους δεσμώτες τους.
Δεν παραλείπει όμως να σκιαγραφήσει  τις αυταπάτες που έτρεφαν σχετικά με την απελευθέρωσή τους. Η απομόνωση τους από τα κέντρα επιχειρήσεων δημιουργούσε λαθεμένες εντυπώσεις για τις πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις και έτσι ό καθένας έκρινε τα πράγματα ανάλογα με τις αντοχές του.
« Η σφαίρα μας στριφογύριζε στο άπειρο. Μαζί της κι ο Αη – Στράτης που ούτε σημαδευότανε απάνω της. Κι απάνω του εμείς καρφωμένοι. Η ζωή πάντα ίδια σχεδόν κυλούσε. Οι μέρες, η μια κοντά στην άλλη, φύγανε και γεμίζανε χρόνια. Ένα...δυο...τρία...τέσσερα....πέντε...κάθε βδομάδα ερχόταν το καράβι. Κάθε βδομάδα έφευγε. Καινούριους έφερνε, παλιούς έπαιρνε. Καινούρια όνειρα, πόθους και ελπίδες κι απαντοχές ζωντάνευε, ικανοποιούσε κι έσβηνε. Η ομάδα μεσοπέλαγα πάλευε με τις φορτούνες και προχωρούσε. Κι ο καθένας πάλευε με τη φύση, τους συντρόφους, τον εαυτό του και ζούσε ή πέθαινε»
Αποκλεισμένοι στο νησί οι εξόριστοι νιώθουν τους τριγμούς που προκαλεί η κατάρρευση του μετώπου και η νίκη των Γερμανών. Ζουν τραγικές στιγμές καθώς οι ντόπιες αρχές τούς παραδίδουν στους Γερμανούς κατακτητές και αυτοί με τη σειρά  τις ορίζουν φύλακές  τους.  Οι σκληρές συνθήκες γίνονται ακόμα σκληρότερες και ο αγώνας τους είναι αγώνας ζωής.
Όσο μεγαλώνουν οι αντιξοότητες και οι δυσκολίες ο συγγραφέας θίγει όλο και περισσότερο το θέμα της ενότητας των εξορίστων, οι οποίοι δεν είχαν ποτέ ενιαία συμπεριφορά . Οι πιο ώριμοι , οι πιο συνεπείς ιδεολογικά κάνουν έκκληση να « σταματήσουν οι γκρίνιες, τα μίση, ο φραξιονισμός. Κάθε σκάρτο να ξεκαθαρίσει. Πρέπει να  ξέρουμε πως θα’ χουμε συνοχή, ενότητα, ασφάλεια, πρέπει η ομάδα να γίνει βράχος που πάνω του θα σπάει η μανία του αντιπάλου».
Ο Μπόσης με μεγάλη ειλικρίνεια δηλώνει ότι τα πράγματα στην εξορία δεν ήταν όπως τα φαντάζεται κάποιος που δεν έκανε εξορία. Οι άνθρωποι εκεί δεν ήταν τέλειοι και υποστηρίζει ότι πολλοί  θα απογοητευθούν  διαβάζοντας  τις σελίδες αυτού του βιβλίου. Αιτιολογεί την άποψη του τοποθετώντας την ομάδα των εξορίστων μέσα στην κοινωνία, θεωρώντας  την κομμάτι της  που έφερνε μαζί όλες τις αντιθέσεις – αρνητικές και θετικές. Το παλιό και το καινούριο « το μίσος και η αγάπη, η προδοσία κι η θυσία, η δειλία κι ο ηρωισμός, η λιποψυχία κι η αυτοθυσία»  μαζί με πολλά άλλα συνέθεταν τους χαρακτήρες , τις προσωπικότητες και τις συμπεριφορές  τους.
Η απογοήτευση δεν συγκαταλέγεται ανάμεσα στα συναισθήματα που μού προκαλεί η ανάγνωση του βιβλίου. Αντίθετα η τοποθέτηση των εξορίστων μέσα σε ανθρώπινα πλαίσια και διαστάσεις  βοηθάει να τους δω ως ανθρώπους και όχι σαν υπερφυσικά όντα που δεν πονούσαν, δεν λύγιζαν , δεν  υπέφεραν , δεν αγωνιούσαν , δεν φοβόντουσαν. Το μεγαλείο όσων άντεξαν , είτε έχασαν τη ζωή τους είτε έζησαν, βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την οπτική. Ήταν άνθρωποι με σάρκα και οστά, με πάθη και αδυναμίες, που κατόρθωσαν να κάνουν την υπέρβαση ακόμα κι όταν αναγκάστηκαν να πέσουν πολύ χαμηλά. Όλη αυτή η τιτάνια  προσπάθεια φαίνεται στον τρόπο που αντιμετώπισαν την πείνα.
Η πείνα ήταν το αποτέλεσμα του  δόλιου σχεδίου που οργάνωσαν οι ανθρωποφύλακες. Οι εξόριστοι παρασύρθηκαν να καταναλώσουν όλες τις προμήθειές τους πιστεύοντας ότι θα απελευθερωθούν και θα φύγουν από το νησί. Αυτή η πίστη καλλιεργήθηκε από ανώτατους αξιωματούχους. Στην ουσία όμως οι αρχές έστησαν μια καλά οργανωμένη παγίδα για να τούς οδηγήσουν στην εξόντωση , στον αφανισμό αφού όμως πρώτα περάσουν όλα τα στάδια του εξευτελισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι παράλληλα με την απειλή της πείνας που υψώνεται καθημερινά μπροστά τους αρχίζει  και η διαλυτική δουλειά από τα μέσα , με τους δηλωσίες.
Η πείνα είναι το εμπόδιο που έχει στόχο να παραλύσει πρώτα τη σωματική δύναμη και μετά τη θέληση τους. Το νόημα βρίσκεται στη στάση και την αντίσταση τους. Η ηθική δύναμη έρχεται να υποκαταστήσει μέρα τη μέρα τη σωματική που συνεχώς αδυνατίζει. Όσο μεγαλώνει η πείνα τόσο πιο έντονος ο πειρασμός της δήλωσης που δουλεύει σαν πολιορκητικός κριός στις συνειδήσεις των εξορίστων.  Πολύ έντονες οι ιδεολογικές και οι ψυχικές συγκρούσεις.  Υπάρχουν άνθρωποι και άνθρωποι. Κρίνονται πιο τίμιοι εκείνοι που παραδέχονται ότι λύγισαν γιατί δεν άντεχαν παρά εκείνοι που έψαχναν προσχήματα ιδεολογικά και πολιτικά για να δικαιολογήσουν την πράξη τους.
Κάθε μέρα προστίθενται νέες απειλές που χτυπούν κατ’ ευθείαν στην ψυχή, στη συνείδηση. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό  της απειλούμενης εκτέλεσης κάποιων εξορίστων που συνεχώς παρατείνεται έτσι ώστε να εντείνεται ο ψυχολογικός πόλεμος, να αυξάνεται ο φόβος  και η αγωνία.
Οι άνθρωποι διαλύονται σιγά σιγά, τα σώματα σωριάζονται , οι αντοχές εγκαταλείπουν , ο θάνατος καραδοκεί και κάποιους τους παρασέρνει σε άνιση μάχη κατορθώνοντας να αναδειχτεί νικητής.
Είναι θαυμαστή η ψυχογραφική δεινότητα του Μπόση καθώς με μεγάλη μαστοριά αφηγείται περιγράφοντας τις αντιδράσεις των πεινασμένων.  Σκελετωμένα σώματα με αποστεωμένα πρόσωπα σέρνονται, βουλιάζουν μέσα στη λάσπη και στα περιττώματα τους, αναζητούν εναγώνια ένα ψίχουλο , τα ένστικτα της επιβίωσης φέρνουν στην επιφάνεια πονηριές και κατεργαριές , χάνουν την αξιοπρέπειά τους.  Το κυριότερο είναι όμως ότι πολεμούν μεταξύ τους. Όσο θερίζει η πείνα τόσο μεγαλώνει το δίλημμα της υπογραφής ή όχι της δήλωσης.
Οι σκηνές αυτής της πάλης είναι συγκλονιστικές , ανατριχιαστικές γιατί οι εξόριστοι παλεύουν με όλα τα θεριά. Πείνα,  χιόνι, κρύο, αέρηδες , πόνος, οδύνη, απελπισία σε κλιμακούμενη ένταση. Ζουν την κόλαση , στην κόλαση , νιώθουν την κρύα ανάσα του θανάτου που περνά δίπλα τους  και ο καθένας δίνει τον προσωπικό του αγώνα για να κρατηθεί στη ζωή. Πολλοί πεθαίνουν με την αγωνία της πείνας  χωρίς να ζήσουν την αγωνία του θανάτου.
Με πόσο ψυχικό σθένος και μεγάλη τέχνη κατορθώνει ο Μπόσης να αναπλάσει εκείνες τις στιγμές. Με μαγνητίζει η ένταση της σκηνής εκείνης που από τη μια ακούω τα κόκαλα των σκελετωμένων να τρίζουν σε κάθε τους κίνηση και από την άλλη νιώθω το φαρμακερό κρύο και το λυσσασμένο αέρα που κτυπούν ανελέητα το νησί και τους ανθρώπους. Είναι τρομακτική η αναλογία της σύγκρισης με τον διαβολόκαιρο, το εκφραστικότατο λεξιλόγιο, οι δυνατές εικόνες.
« Μια γραμμή από σκελετούς βαδίζουμε, άλλοι μπροστά κι άλλοι πίσω από το θάνατο. Κυλούσαμε μέσα σε μια κόλαση κι απ’ τον ένα κύκλο τον άσχημο περνούσαμε  στον άλλο. Το χειρότερο! έξω διαβολόκαιρος. Κρύο φαρμάκι. Οι αγέρηδες δυνατοί και τσουχτεροί πέφτανε με δύναμη πάνω στον ξερόβραχο σαν να’ θελαν να τον ξεθεμελιώσουν . Η θάλασσα ασπρογάλαζη, φοβερή μούγκριζε, έτρεχε σαν δαιμονισμένη απ’ τη Λήμνο προς τα ξερονήσια και τη Σκύρα. Χτυπούσανε με λύσσα σ’ ένα κάβο, απέναντι απ΄το χωριό, στη γωνιά του Λένιν( έτσι βγάλανε τον κάβο οι εξόριστοι) , το νερό  σηκωνότανε οργιές στον αέρα. Γινότανε αχνός, έκρυβε τη γη. Νόμιζες πως το υγρό στοιχείο βάλθηκε να τον ξεριζώσει. Να σαρώσει εκείνο  το εμπόδιο και ύστερα λεύτερο να παίξει, να τρέξει προς το νοτιά. Λεπτούτσικα, μολυβένια σύννεφα τρέχανε στον απέραντο ουρανό, λες και παίζανε κυνηγητό με τα κύματα. Κουβαράκια – κουβαράκια μαζεμένοι κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Η σκέψη ξεπερνούσε την πείνα. Τρυπάνι μυτερό που έφερνε πόνο, απογοήτευση. Έτρεχε, γύριζε, έκλωθε στο ίδιο πρόβλημα. « Τι θα γίνουμε; Θα πεθάνουμε, αλλά πότε και με τι μαρτύρια;»
Ο φόβος του θανάτου , η τρέλα, μια « βαθιά λαβωματιά» , ένας ανοιχτός τάφος. Κι όμως η ζωή , η ελπίδα δεν έχουν εγκαταλείψει ακόμη τα σκελετωμένα σαρκία. Η δύναμη της αλληλεγγύης που προσπαθεί να πιαστεί από το ψωμάκι, το ψίχουλο που δίνει ο ένας πεινασμένος στον άλλο, η αγάπη για το σύντροφο , η επιθυμία να τον κρατήσει στη ζωή  «Δεν είναι μικρός  ηρωισμός. Ρίξε μια ματιά γύρω σου , κάμε μια προσπάθεια , φεύγα από τον εαυτό σου. Λησμόνα το φαΐ».
Τεράστιο το μέγεθος της ψυχικής δύναμης, της αντοχής , της καρτερίας οδηγεί στην κατάκτηση της ηθικής ελευθερίας. Αυτοί που άντεξαν και δεν λύγισαν , δεν υπέγραψαν κατέκτησαν την Υψηλή Θέση σύμφωνα με το Σολωμό, διότι συγκρούστηκαν με αντίθετες δυνάμεις  και νίκησαν  ή πέθαναν ελεύθεροι.
Τριάντα τρεις οι νεκροί.
Ποιος τους γνωρίζει; Ποιος τούς τιμά; Πόσο ανάπηρη είναι η ιστορία που διδαχθήκαμε  και η ιστορία που διδάσκουμε; Η μισή γνώση της ιστορίας οδηγεί στην άγνοια και αυτή με τη σειρά της ανοίγει μια μαύρη τρύπα που καταπίνει  ό,τι  δεν ανήκει στους νικητές. Μόνο όποιος καταδυθεί μέσα της θα  μπορέσει να βρει την άκρη του νήματος και θα το  τραβήξει στην επιφάνεια. Τότε θα βρουν δικαίωση οι νεκροί και συνεχιστές ο αγώνας τους. 


Κώστας Μπόσης , Αη –Στράτης, Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941, Αθήνα 1994

Και μία ακόμη ανάρτηση για τις εκδοτικές προσεγγίσεις στο σχετικό θέμα με τίτλο:

Ο Άη - Στράτης, η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941 και οι εκδοτικές προσεγγίσεις τους



Πέμπτη 2 Απριλίου 2020

Μνήμη Κώστα Πουρναρά ( Μπόση)

Στις 2 Απριλίου 1994 έφυγε από τη ζωή ο Κώστας Πουρναράς( Μπόσης), ένας άνθρωπος " που έζησε με προσωπική γενναιότητα κι ένα τέλειο δόσιμο τις περισσότερες δοκιμασίες που πέσαν στη μοίρα του Έλληνα κομμουνιστή, αρχίζοντας από εκείνα τα πρωτοκομμουνιστικά χρόνια, έως τις μέρες των άλλων σεισμών και των καταστροφών ...) ( Μήτσος Αλεξανδρόπουλος)

Στη μνήμη του ένα μικρό απόσπασμα από το μυθιστόρημά του " Δύσκολες μέρες", το οποίο εκδόθηκε το 1956 στη Ρουμανία από τις Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις. Ακυκλοφόρητο στην Ελλάδα και σπάνιο βιβλίο.Πρόκειται για τον α’ τόμο.

"...Κατά τη βρυσούλα τη μοναχική – μεσάνυχτα θα είναι – ανεβαίνει κάποιος. Κουτσαίνει, κοντανασαίνει, κοντοστέκεται και ξανασαίνει. Κάθεται στο πεζούλι. Το νεράκι πέφτει απ’ την ξυλένια κάνουλα μουρμουριστά και τρέχει στην πλαγιά ανάμεσα σε χαλίκια και χορτάρια. Ατάραχος στέκει ο γέρο – πλάτανος, μόνο τα φύλλα του σαν κάτι να μουρμουρίζουν με του βουνού τ’ αγέρι. Τα έλατα πιο κει, στέκουν ορθά στητά και πότε – πότε γέρνουν τις κορφές αλαφρά και σιγοκουβεντιάζουν. Μοσχοβολάει ο αγέρας από ρετσίνι, ρίγανη, θυμάρι και φρεσκοκομμένο χόρτο. Κάποιος ασβός έπεσε σε παγίδα και σκούζει. Αντηχάει  ολόγυρα των τριζονιών η μουσική. Τα χωριουδάκια στις πλαγιές, στις ρεματιές, σκόρπια εδώ κι εκεί, κοιμούνται τυλιγμένα στη νυχτερινή σιγαλιά.
Τσακισμένο είναι το κορμί. Πικραμένη, μα περήφανη η ψυχή. Κι απ’ του μυαλού τη στράτα χείμαρος διαβαίνει η ζωή. Αξέχαστες μορφές που χάθηκαν, αγαπημένα πρόσωπα που παλαίβουν, αγάπες και μίση, χαρά και πόνος, λαχτάρες, πόθοι και καημοί. «Μας πήραν το ψωμί, μουρμουρίζει, τον ήλιο, τον αγέρα… τον ύπνο, τη χαρά και τη γαλήνη… Κούρσεψαν τα χωριά μας… Έσφαξαν τα παιδιά μας… Βίασαν τις γυναίκες, τις αδερφές μας… Σκότωσαν… Πόσα δάκρυα, πόσο αίμα, πόσες θυσίες… Κόλαση φριχτή έκαναν τη ζωή μας… Μα του λαού την ψυχή δεν κατάφεραν να την πατήσουν… Σε βουνοκορφές και βαθίσκιωτα δάση, σε χωριά και πολιτείες, σε μπουντρούμια και σε ξερονήσια στέκη αγέρωχη… Δύσκολες μέρες… μα θάρθουν και χαρούμενες..."

Ο Κώστας Μπόσης, δάσκαλος από το χωριό Χώσεψη (Κυψέλη) της Άρτας, μέλος του ΚΚΕ από νεαρή ηλικία, εξόριστος στον Αη – Στράτη, Ελασίτης, μαχητής του ΔΣΕ και στη συνέχεια πολιτικός πρόσφυγας, σε αυτό το μυθιστόρημά του αποδίδει με μεγάλη ρεαλιστικότητα, ζωντάνια και αφηγηματική δεινότητα τις μέρες που ακολούθησαν την υπογραφή της συμφωνίας της Βάρκιζας μέχρι και την πρώτη εποχή της οργάνωσης του δεύτερου αντάρτικου.
Αφηγείται την εποχή της τρομοκρατίας  κυρίως στην ύπαιθρο και  στα ορεινά χωριά αλλά  και τη δράση των ληστοσυμμοριών εναντίον των Εαμιτών, των μελών του ΚΚΕ και όσων τους υποστήριζαν ή τους  βοηθούσαν.
Ζωντανεύει το κλίμα μιας τραγικής εποχής όπου το ΕΑΜ και το ΚΚΕ είναι τυπικά νόμιμα, αλλά διώκονται με κάθε τρόπο όσοι συμμετείχαν και ανέπτυξαν δράση μέσα από τις γραμμές τους. Η ατμόσφαιρα είναι ζοφερή. Το ξύλο, οι επιδρομές σε σπίτια, γραφεία και χωριά καθώς και οι δολοφονικές απόπειρες εντάσσονται στην καθημερινότητα των αριστερών και των κομμουνιστών. Οι συλλήψεις, οι φυλακίσεις και τα βασανιστήρια από τους ληστοσυμμορίτες και τους εθνοφύλακες εντείνονται σε συνδυασμό με τις προβοκάτσιες και τις στημένες δίκες που έχουν στόχο να αποδεκατίσουν το κίνημα και να εξουδετερώσουν κάθε μορφή αντίδρασης προκειμένου οι διάφοροι παράγοντες να δείξουν  ότι υπάρχει κράτος και η περίοδος της αναρχίας τελείωσε. Παράλληλα παρουσιάζει την ταυτότητα αυτού του κράτους, πίσω από το οποίο δραστηριοποιούνται πρώτα οι Βρετανοί και μετά οι Αμερικάνοι. Σε πρώτο πλάνο οι συνεργάτες τους, διάφοροι παράγοντες, που έχουν ήδη αρχίσει το μεγάλο φαγοπότι με την εισαγόμενη βοήθεια και ερωτοτροπούν με την εξουσία. Αυτοί λοιπόν θέλοντας να δείξουν πόσο σέβονταν τα αφεντικά τους εξαπολύουν ανηλεές ανθρωποκυνηγητό στα χωριά για να συλλάβουν αγωνιστές, κλέβουν, βιάζουν, βασανίζουν, σκοτώνουν όποιον θεωρούν συνεργάτη των Εαμιτών και των κομμουνιστών ή υποπτεύονται ότι τους βοηθούν.
Μέσα από τους ζωντανούς διαλόγους αλλά και τις πολύ παραστατικά αποδοσμένες σκέψεις των αγωνιστών που διώκονται και την ψυχολογική τους κατάσταση ο Κώστας Μπόσης μάς μεταφέρει την αγωνία, την ένταση, το παράπονο και την πίκρα τους για όσα συνέβησαν από το Δεκέμβρη του 1944 μέχρι και την πρώτη εποχή της οργάνωσης του δεύτερου αντάρτικου.
Ο Μπόσης δεν παρουσιάζει ωραιοποιημένες καταστάσεις, αλλά δίνει ανάγλυφα τους ανθρώπινους χαρακτήρες με τις αδυναμίες τους, τις κάθε είδους πιέσεις που δέχονταν και  τις ιδεολογικές τους συγχύσεις.
Μέσα σε όλους αυτούς τους  αδύναμους ανθρώπινους τύπους  ξεχωρίζουν όμως  οι ιδεολόγοι, οι ευαίσθητοι, οι μαχόμενοι κομμουνιστές. Αυτοί ζουν, δρουν, αγωνίζονται, ονειρεύονται, προσπαθούν να σταθούν όρθιοι, αντιστέκονται και θυσιάζονται. Η συντροφικότητα τούς δυναμώνει.
Τα πρόσωπα και τα γεγονότα τοποθετούνται μέσα σε περιβάλλον αστικό αλλά και ορεινό. Λεπτομερείς περιγραφές, χαρακτηριστικό της γραφής του Κώστα Μπόση, χρωματίζουν τα τοπία, αισθητοποιούν τον ήχο του ανέμου, τη βουή του νερού, το κελάηδημα των πουλιών, το κρώξιμο των αρπακτικών, τα αρώματα των φυτών, το ταξίδεμα των σύννεφων, τη δύναμη της βροχής, την απαλότητα του χιονιού. Ραχούλες, διάσελα, χαμηλά και ψηλά βουνά, κάμποι, ποτάμια, σπηλιές, δέντρα και θάμνοι αποκτούν μορφή.
Το περίγραμμα της πόλης που περιγράφει στην αρχή του μυθιστορήματος θυμίζει την Άρτα με το γεφύρι, το ποτάμι, τον κάμπο και στο βάθος τη θάλασσα. Λεμονιές, ελιές, ανθισμένοι κήποι. Οι δρόμοι που οδηγούν στα ορεινά, τα χωριά, οι αγροτικές δουλειές, τα σπίτια, οι άνθρωποι, όλα μοιάζουν βγαλμένα από την τοπιογραφία της ιδιαίτερης πατρίδας του Κώστα Μπόση.
Η γλώσσα πλούσια και εκφραστική, εμπλουτισμένη με λέξεις από την ντοπιολαλιά του συγγραφέα  και προσαρμοσμένοι διάλογοι στα πρόσωπα και στους τόπους. Αν και θίγονται πολιτικά και κομματικά ζητήματα στους διαλόγους  και σε διάφορους σχολιασμούς ο λόγος δεν είναι ξύλινος ούτε και ψυχρός. Είναι ανθρώπινος, ευαίσθητος, τρυφερός, συμβολικός ή σκληρός και τραχύς ανάλογα με τους ανθρώπινους τύπους  που τον χρησιμοποιούν.

Το τέλος του α’ τόμου αφήνει να εννοηθεί ότι υπάρχει συνέχεια.



Κ. Μπόση, Δύσκολες Μέρες, Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1956, τομ.α΄


Δευτέρα 3 Απριλίου 2017

"Το δίκιο του αγώνα πολλά σου στέρησε, μα η ζωή λεχώνα ελπίδες γέννησε..."*

Στις 2 Απριλίου του 1994 έφυγε από τη ζωή ο δάσκαλος, ο λογοτέχνης, ο αγωνιστής Κώστας Πουρναράς (Μπόσης). Γεννημένος στην Κυψέλη Άρτας το 1908, βρέθηκε στα Γιάννενα μερικά χρόνια αργότερα ως σπουδαστής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Ήταν δάσκαλος . Οργανώθηκε στο ΚΚΕ και διώχτηκε από τη δικτατορία του Μεταξά . Εξορίστηκε στον Αη Στράτη , δραπέτευσε το 1942 και στη συνέχεια κατατάχτηκε στις γραμμές του ΕΛΑΣ.Μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού στο δεύτερο αντάρτικο ακολούθησε,βαριά τραυματισμένος, τους δρόμους της πολιτικής προσφυγιάς μετά την ήττα. Ο δρόμος τον βγάζει πρώτα στην Τασκένδη και στη συνέχεια στη Ρουμανία. Οι συνθήκες είναι διαφορετικές και επηρεάζουν καταλυτικά τη ζωή του και το λογοτεχνικό του έργο.  Στην Ελλάδα δεν επέστρεψε ποτέ παρά μόνο ως στάχτη το Σεπτέμβρη του 1994. 
Σπουδαίος λογοτέχνης , ο οποίος αν και ανήκει στη νέα γενιά των λογοτεχνών που ξεπήδησαν μέσα από τους αγώνες του λαού μας στην Κατοχή και στην Αντίσταση, το κυρίως λογοτεχνικό του έργο εντάσσεται στην πεζογραφία των πολιτικών προσφύγων.
Η πεζογραφία των πολιτικών προσφύγων αναπτύχθηκε και καλλιεργήθηκε από τους λογοτέχνες εκείνους που βρέθηκαν στις λαϊκές δημοκρατίες μετά την ήττα του ΔΣΕ. Οι λογοτέχνες αυτοί εμπνέονταν από την Αντίσταση, τα Δεκεμβριανά, τον Εμφύλιο, τις φυλακίσεις και τις εξορίες των κομμουνιστών στην Ελλάδα. Μερικοί αναφέρονται και στην προπολεμική περίοδο θέλοντας να παρουσιάσουν τις συνθήκες που οδήγησαν στον Εμφύλιο. Υπάρχει και μια μικρή ομάδα έργων που αναφέρεται στη ζωή των πολιτικών προσφύγων στις χώρες που ζούσαν. Κοινή προσπάθειά τους η διατήρηση της ελληνικής γλώσσας και της πολιτιστικής τους ταυτότητας. Τα έργα τους δεν έγιναν γνωστά στην Ελλάδα, εκτός από ορισμένα, λόγω της θεματολογίας τους και των ιδιαίτερα δύσκολων συνθηκών στην επικοινωνία τους με την πατρίδα. Επιπλέον αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 η λογοτεχνική παραγωγή των πολιτικών προσφύγων και οι εκδόσεις τους υποχωρούν σε μια προσπάθεια να αναδειχθεί το έργο των λογοτεχνών στην Ελλάδα. Πολλά από τα έργα των πολιτικών προσφύγων δεν κυκλοφόρησαν ποτέ σε ελληνικό έδαφος και ελάχιστα εκδόθηκαν μετά από χρόνια. Έτσι παρέμειναν άγνωστα.


Η φωτογραφία από το ιστολόγιο Κώστας Μπόσης

Στη μνήμη του ένα μικρό απόσπασμα από το μυθιστόρημά του Ο Θωμάς ο Καρατζάς. Το έγραψε το 1971 αλλά εκδόθηκε το 1978. Πρόκειται για μια τοιχογραφία της νεότερης ελληνικής ιστορίας και κοινωνίας από το 19ο αιώνα έως και τα μεταπολεμικά χρόνια. Παράλληλα με την πορεία των ηρώων του παρακολουθούμε και την διαμόρφωση της πολιτικής σκέψης του συγγραφέα. Με τη φωνή των προσώπων του μυθιστορήματος αναπτύσσει τις απόψεις του σε κρίσιμα ζητήματα του κομμουνιστικού κινήματος και των γεγονότων που ακολούθησαν την Εθνική Αντίσταση, τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο.
***
Ψηλά στο δασάκι κάθονταν οι δυο τους. Τα μάτια της - υγρά, φωτεινά - λάμπουν σαν τον πρωινό ξάστερο ουρανό. Το πρόσωπο του άντρα είναι σοβαρό και δείχνει πως κάποια σκέψη τον βασανίζει. Αυτά τα χρόνια εκείνη υπόφερε. Κόντεψε να πεθάνει. Τότε, όταν χώρισαν, φοβήθηκε μήπως τη γονατίσουν οι δυσκολίες. Αργότερα, στη δίκη, πίστεψε πως το κακό είχε γίνει. Και σήμερα τη βρήκε πιο ήρεμη κι αποφασισμένη να συνεχίσει το δρόμο κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, όμως τούτη η κατάσταση δεν πρέπει να συνεχιστεί.
- Να εκμεταλευτούμε την αναλαμπή, μουρμούρισε κάποια στιγμή. Αν περιμένουμε να τελιώσει πρώτα ο αγώνας!...Κι αυταπάτες δεν πρέπει να έχουμε. Οικογένεια, όπως τη φανταζόμαστε όταν είμασταν νέοι, δεν πρόκειται να φτιάξουμε...Έτσι, χώρια, πιο δύσκολη γίνεται η ζωή μας...Να προσαρμοστούμε στις συνθήκες...
Η Κατίνα τον κοιτάζει επίμονα. Με αιματηρές οικονομίες είχε μαζέψει λίγα λεφτά και σχεδίαζε να του κάνει κάποια έκπληξη. Τώρα έμπαιναν άλλα έξοδα στη μέση. Ο Γιώργος σα να μάντεψε τη σκέψη της.
- Λέω να κάνουμε το γάμο στο χωριό. Είναι η μόνη χαρά, που μπορούμε να δώσουμε στους γέρους...Μου έστειλε ο Λευτέρης ένα δικό του κοστούμι μεταχειρισμένο. Ο μπάρμπα - Στέφος θα το φέρει στα μέτρα μου...Εσένα σου χρειάζεται ένα φουστάνι, έστω και φτηνό. Παπούτσια, κάνουν κι αυτά που έχεις...
Οι κοπέλες, χρόνια και χρόνια ονειρεύονται τη μέρα της παντριάς: Φορέματα, στολίδια, τραγούδια και βιολιά, πλούσια γαμήλια πομπή...Και η ζωή τα φέρνει, όπως τα θέλει αυτή. Υπάρχουν και εξαιρέσεις. Τυχαίνει να παντρευτούν δυο νέοι από αγάπη και να ξανοίγεται μπροστά τους χαρούμενη ζωή, όμως στις περισσότερες περιπτώσεις - για το φτωχόκοσμο γίνεται λόγος - ο γάμος μετατρέπεται σε σκληρή ανάγκη, σε παζάρεμα για το αύριο...Στα δικά τους αισθήματα δεν υπήρχε τίποτα απ' αυτά. Η Κατίνα δεν ήταν σήμερα κοπέλα 18 χρονώ και κείνα τα νεανικά όνειρα - κι αν υπήρχαν κάποτε - έσβησαν από καιρό. Και τα άλλα τα πιο φτωχά, να γινόταν ησυχία, να είχαν κι αυτοί ένα δικό τους δωματιάκι, έστω και νοικιασμένο, να χώριζαν το πρωί για δουλιά, σφίγγοντας τα χέρια, να βιάζονταν τα βράδια να ανταμώσουν, να φρόντιζαν το μικρό τους νοικοκυριό...και δίπλα να προσφέρναν κι αυτοί το δικό τους μερτικό στον αγώνα, πάνε κι αυτά. Και το αύριο μόνο φουρτούνες θα έχει. Στον ένα χρόνο, στα δυο και αραιότερα θα συναντιούνται μια φορά, ύστερα θα χωρίζουν πάλι και θ' αρχίζουν ξανά οι πίκρες, η αναμονή, η αγωνία...Και θα ανταμώνουν πάλι, αν δεν μεσολαβήσει και τίποτε χειρότερο, και πάλι θα τραβάει ο καθένας το δικό του δρόμο. Κι έπειτα από κάμποσα χρόνια θα είναι γέροι πια και θα συλογιούνται με πόνο πως έφυγαν τα νιάτα, σε λίγο θα φύγει κι η ζωή, κι αυτοί δεν τα κατάφεραν να ανταμώσουν. Και η παντριά δεν θα άλαζε την κατάσταση, κι όμως, τούτη η απλή λύση τής έφερε ανείπωτη χαρά. Εκεί στην Ακρόπολη, όπου συναντήθηκαν την πρώτη φορά, θα ζούσαν μαζί, όσο θα βαστούσε η αναλαμπή, και, όταν θα ξεσπούσε πάλι μπόρα, θα είχε το δικαίωμα να επισκεφτεί τον άντρα της στο κρατητήριο, στη φυλακή ...να του στείλει ένα γράμμα, ένα δέμα...να μοιράζεται μαζί του τις χαρές και τις λύπες...
- Αύριο κιόλας, αποκρίθηκε κι απότομα σώπασε. Απ' τη ματιά της πέρασε μια σκιά. Αύριο κιόλας, δευτέρωσε, αλλά, αν κάνουμε παιδιά, τι θα γίνουν;
- Θα μεγαλώσουν, όπως μεγαλώσαμε κι εμείς, όπως μεγαλώνουν τα παιδιά όλου του κόσμου. Ο αγώνας θα έχει κι ένα σκοπό περισότερο δικό μας. Θα μας δίνουν κουράγιο στις δύσκολες στιγμές...

Κώστα Μπόση, Ο Θωμάς ο Καρατζάς, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978

*Ο τίτλος  από το τραγούδι Τίποτα δεν πάει χαμένο σε στίχους του Μανόλη Ρασούλη

Πέμπτη 23 Μαρτίου 2017

Κ. Μπόση, «Δον Κιχώτης, ένα αθάνατο έργο»

Τυχαίνει πολλές φορές να έχουμε στη βιβλιοθήκη κλασικά έργα αδιάβαστα και να περιμένουν εκεί την αφορμή για να διαβαστούν. Αυτές τις μέρες διάβασα επιτέλους το μυθιστόρημα του Θερβάντες, Δον Κιχώτης, σε ωραία μετάφραση του λογοτέχνη Σωτήρη Πατατζή. 
Γι' αυτό το αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας έγραψε  ο συγγραφέας  Κώστας Πουρναράς( Μπόσης) και το κείμενό του μεταδόθηκε από το ραδιοφωνικό σταθμό ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ στις 6 Νοεμβρίου 1955 στο Βουκουρέστι. Το κείμενο αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο Κώστας Μπόσης.


6.11.195
                                           ΕΝΑ ΑΘΑΝΑΤΟ ΕΡΓΟ
Σημείωμα του Κ. Μπόση

Τούτονε το χρόνο γεμίσανε 350 χρόνια από τότε που εκδόθηκε το αριστούργημα του Θερβάντες ο «Δον Κιχώτης» και δε θα ήταν άσκοπο να αναφερθεί πως ο ιδιοχτήτης του τυπογραφείου και ο εκδότης του, αφού πήραν το χειρόγραφο για πενταροδεκάρες, το εκδόσανε ύστερα από πολλούς δισταγμούς σε χαρτί κατώτερης ποιότητας, με άσχημα στοιχεία κι αφρόντιστα γιατί δεν υποψιαζόντουσαν τι θησαυρό παραδίνανε στους αιώνες.
Μόχτος σκληρός κι ασίγαστος ήταν η ζωή του μεγάλου συγγραφέα. Στη ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571, όπου πήραν μέρος και πολλοί έλληνες, πολέμησε ενάντια στους τούρκους, τραυματίστηκε στο στήθος κι έχασε το αριστερό του χέρι. Ταπεινώθηκε αργότερα και βασανίστηκε χρόνια σκλάβος στο Αλγέρι κι η μάνα του τον λευτέρωσε δίνοντας για αγορά την προίκα των αδερφάδων του. Τον κυνήγησε το κράτος κι ένιωσε τις στερήσεις και τις πίκρες της φυλακής. Σ’ όλη τη ζωή του πάλεψε σκληρά για ν’ απαλλαγεί απ’ τη μεγάλη φτώχεια και δεν τα κατάφερε. Κι όταν πέθανε τον έθαψαν άγνωστοι καλόγεροι σε άγνωστο τόπο.

Έζησε και μεγάλωσε μέσα στο λαό σε μια εποχή δύσκολη για την πατρίδα του. Η καταφρόνια, η αστοργία, οι διωγμοί, η σκληρή εκμετάλλευση άφησαν βαθιά τα ίχνη τους στο συγγραφέα. Ο λαός, η ίδια η ζωή τον διαμόρφωσαν και τον πότισαν άσβηστο μίσος ενάντια στην καταπίεση και τη βία, την απάτη και την κλεψιά. Του καλλιέργησαν την αγάπη προς τον άνθρωπο και τη λευτεριά, τη δίψα για δικαιοσύνη, τον άσβηστο πόθο για ένα καλύτερο μέλλον, τον διαπαιδαγώγησαν με τις μεγάλες και φωτεινές ιδέες του ουμανισμού.

Η ζωή και οι ιδέες του αποτυπώνονται στα έργα του. Γι’ αυτό ο ουμανιστής-δημοκράτης συγγραφέας εκφράζει τις επιδιώξεις του λαού για λευτεριά και δικαιοσύνη, την αντίστασή του στην απολυταρχία και τη φεουδαρχία και συνδυάζει τις ιδέες του ουμανισμού της αναγέννησης με τις ζωντανές απελευθερωτικές παραδόσεις του ισπανικού λαού.
Παλεύοντας ενάντια στα ιπποτικά μυθιστορήματα που κατακλύζανε τη χώρα του, παλεύοντας για μια λογοτεχνία γεμάτη αλήθεια, ζωή κι ανθρωπισμό, ειρωνεύεται στον «Δον Κιχώτη» τη ρουτίνα και την έλλειψη περιεχομένου της ιπποτικής λογοτεχνίας και ταυτόχρονα δημιουργεί μια αληθινή, έντονα ρεαλιστική εικόνα της πραγματικότητας, δίνει μια βαθιά ανάλυση των προβλημάτων που απασχολούσαν την κοινωνία εκείνης της εποχής.

Συνδυάζει αριστοτεχνικά, με πραγματική μεγαλοφυΐα, το φανταστικό με το πραγματικό, το γελοίο με το υψηλό ιδεολογικό περιεχόμενο. Κάτω απ’ το φανταστικό κρύβεται η πραγματικότητα και στις γελοίες συγκρούσεις απεικονίζονται οι αντιθέσεις και οι συγκρούσεις της τοτινής κοινωνίας. Δίπλα στον φαντασιόπληκτο ιππότη ―ο ξεπεσμένος επαρχιακός ευγενής που έχασε το λογικό του από το διάβασμα των ιπποτικών μυθιστορημάτων και ρίχνεται σε παράλογες περιπέτειες―  βαδίζει και δρα ο φτωχός ιππότης που διαμαρτύρεται, παλεύει και υπερασπίζει τους αδύνατους από τη βία, την εκμετάλλευση, την καταπίεση. Πίσω απ’ τις κωμικές συγκρούσεις βλέπει κανένας τα πιο υψηλά, τα πιο ευγενικά, ανθρώπινα ιδανικά. Και στο τέλος, απ’ τους δυο αυτούς «Δον Κιχώτες» νικάει ο δεύτερος, γιατί λίγο πριν πεθάνει, χτυπημένος στη μονομαχία, ξεκόβει από όλες τις απατηλές και γελοίες αντιλήψεις, τις παρακρούσεις και τις φαντασιοπληξίες, με δε στέργει να παραιτηθεί απ’ τις ευγενείς ιδέες του.

Στο «Δον Κιχώτη» ο ιππότης ξεκόβει από το πνεύμα του φεουδαρχισμού και κατεβαίνει βαθιά στη μάζα του λαού, φέρνει μαζί του τις πρωτοπόρες ουμανιστικές ιδέες και γίνεται κήρυκας μιας άλλης κοινωνίας με καινούργια, ανώτερη ηθική. Τα λόγια του κι οι κρίσεις του θαμπώνουν με την τόλμη και τη σοφία τους κι είναι αστραποβόλημα του ουμανιστικού πνεύματος που είχε την πηγή του στο λαό. Σ’ όλες τις συγκρούσεις και με το κράτος και με την εκκλησία κι όταν λευτερώνει το φτωχό βοσκό κι όταν υπερασπίζει τους ερωτευμένους κι όταν επιτίθεται στους ανεμόμυλους και στα κοπάδια, είναι ο υπερασπιστής του λαού. Κάτω από τα τελευταία δυο επεισόδια που φαίνονται στην πρώτη ματιά κωμικά, παράλογα και ακατανόητα, κρύβονται οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις εκείνου του καιρού και στη σύγκρουση απεικονίζεται η πάλη του λαού.
Ο συγγραφέας σε κάθε άνθρωπο του λαού βλέπει μια προσωπικότητα που μπορεί να ξετυλίξει τις ικανότητές της και τα χαρίσματά της όταν απαλλαγεί απ’ τη σκλαβιά και όλα τα κοινωνικά εμπόδια που τον πνίγουν. Στο πρόσωπο του Σάντσο Πάντσο ο συγγραφέας δείχνει όλη τη στοργή του κι όλη την πίστη του στο λαό. Ο Σάντσο Πάντσο είναι ο πιο γνήσιος και αντιπροσωπευτικός τύπος που ενσαρκώνει το λαϊκό πνεύμα σκεπασμένο κάτω απ’ τη μορφή του λαϊκού χωρατατζή. Φτωχός και απόκληρος ονειρεύεται ν’ απαλλαγεί από τη σκληρή του μοίρα και διψώντας για λευτεριά και δικαιοσύνη ρίχνεται σε παράλογες περιπέτειες. Και ο συγγραφέας από αγρότη που άφησε το αλέτρι τον κάνει κυβερνήτη της φανταστικής νήσου Βαρατάριας και τον μετατρέπει σ’ ένα συνετό και δραστήριο κυβερνήτη, σ’ ένα σοφό – δίκαιο δικαστή. Η κυβερνητική και δικαστική δράση του Σάντσο Πάντσο, η κρίση, η δικαιοσύνη κι η σοφία του είναι ένα τρανό δείγμα των ικανοτήτων του λαού, μια καυστική σάτιρα κι ένα ανελέητο κατηγορώ ενάντια στην τοτινή πράξη πραγμάτων.
      
Στις συγκρούσεις του ο «Δον Κιχώτης» αποτυχαίνει γιατί οι οικονομικές – κοινωνικές σχέσεις εκείνου του καιρού δεν έδιναν μια τέτια δυνατότητα, μα ο νικημένος ιππότης ποτέ δε χάνει το θάρρος του, σηκώνεται και προχωρεί γεμάτος αισιοδοξία.
    
Στις συγκρούσεις του «Δον Κιχώτη», στην πάλη του για μια καινούργια κοινωνία μ’ άλλη ηθική και ιδανικά  ―στις τοτινές συνθήκες, με τις κοινωνικές δυνάμεις εκείνου του καιρού― στους πόθους και τα όνειρα για λαϊκή δικαιοσύνη και εξουσία βλέπει κανένας ουτοπιστικές αντιλήψεις. Μα ο συγγραφέας με τις ιδέες αυτές απευθύνεται στο μέλλον.
    
Ο Θερβάντες σε κάθε βήμα του έργου του τονίζει τον παραλογισμό των πολέμων που φέρνουν τη σκλαβιά στους άλλους λαούς. Πιστεύει πως οι λαοί μπορούν να ζήσουν και χωρίς πολέμους κι όπου εξυμνεί πολεμικά κατορθώματα είναι εκεί που οι λαοί πολεμούν για τη λευτεριά  και την ανεξαρτησία τους.
Σήμερα που οι λαοί απ’ τη μια άκρη της γης ως την άλλη δίνουν τα χέρια και παλεύουν για αγάπη, γαλήνη και ειρήνη, ο «Δον Κιχώτης» κι όλο το έργο του Θερβάντες, οι ουμανιστικές ιδέες, η ουμανιστική του διαθήκη είναι για όλους τους λαούς μια πολύτιμη κληρονομιά.

Κ. Μπόσης

Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

"...και το τραίνο τραβούσε για τα ξεχερσώματα "

Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης (1962)

Το 1962 εκδίδεται στο Βουκουρέστι από τις Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις  το μυθιστόρημα του Κώστα Πουρναρά ( Μπόση)  ...και το τραίνο τραβούσε για τα ξεχερσώματα  . Η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια Πολιτεία, στη Σοβιετική Ένωση,  την περίοδο 1949-1953. Πρόκειται για ένα συνοικισμό Ελλήνων  πολιτικών προσφύγων .

 « Τούτος ο τόπος δεν μοιάζει με την πατρίδα.» 

Οι  πρωταγωνιστές του είναι άνδρες και γυναίκες ,αντάρτες και αντάρτισσες  του Δημοκρατικού Στρατού , που βρήκαν καταφύγιο εκεί μετά το  τέλος του Εμφυλίου , αλλά και  σοβιετικοί πολίτες  με τους οποίους  συναναστρέφονται, αναπτύσσουν καλές ή κακές σχέσεις και δημιουργούν  φιλικούς ή προσωπικούς δεσμούς .
 Από τις  πρώτες κιόλας σελίδες ο Μπόσης συστήνει τους ήρωες του μυθιστορήματος και  τους τοποθετεί μέσα στον  τόπο στον οποίο  μια καινούρια , διαφορετική ζωή  για αυτούς  επρόκειτο να αρχίσει.  Προσφυγιά . Η σκέψη συνεχώς στην πατρίδα που άφησαν , στα αγαπημένα πρόσωπα, στον αγώνα που χάθηκε, στους κυνηγημένους, στους νεκρούς. Ο κάθε ένας κουβαλάει μαζί του την προηγούμενη ζωή του, το παρελθόν του, τις συνήθειες του. Δύσκολες οι μέρες , δύσκολη η προσαρμογή . 
Αγρότες οι περισσότεροι  « για πρώτη φορά στη ζωή τους δρασκελούσαν πόρτα εργοστασίου.»  Η δουλειά στο εργοστάσιο ορθώνεται βουνό. Αγράμματοι άνθρωποι ήταν, που πήραν τα όπλα για να αντισταθούν στον κατακτητή πρώτα και μετά να  αποτινάξουν και τη δική τους τη σκλαβιά, να φτιάξουν μια άλλη , νέα κοινωνία στηριζόμενη στην κυριαρχία του λαού και στο σοσιαλιστικό όραμα. Βρέθηκαν  ηττημένοι και κυνηγημένοι στην χώρα που κτιζόταν ο σοσιαλισμός.
 Προσωπικές αδυναμίες  και φιλοδοξίες, αντιδικίες,  προβλήματα  προσαρμογής, και  συγκρούσεις  δοκιμάζουν συνεχώς τους ήρωες  και τους προκαλούν  να κάνουν το βήμα προς τα μπρος , να αποτινάξουν την παλιά τους ζωή, τις συνήθειες τους και να φτιάξουν μια καινούρια, ταιριαστή με το όραμα τους. Οι δυσκολίες πολλές γιατί  οι νοοτροπίες ήταν διαφορετικές .Οι αντάρτες και οι αντάρτισσες ήταν απλοί άνθρωποι  με συντηρητικές αντιλήψεις, εικόνα της κοινωνίας  που έζησαν και του περιβάλλοντος που μεγάλωσαν. Πόσο εύκολο ήταν να απαλλαχθούν από αυτές;

« Στην πατρίδα είχες τον εχτρό μπροστά σου, ολοζώντανο , με κόκκαλα και κρέας. Στο μπουντρούμι  σου μαύριζε το κορμί με το βούρδουλα, σου ‘ ριχνε λάδι  καυτό στις πληγές , σ’ έκαιγε με πυρωμένο σίδερο...Στην εξορία σ’ έλιωνε με την πείνα , τη γύμνια...το « επ’ αόριστο» . Στην παρανομία τον ένιωθες να παραφυλάει κρυμμένος πίσω από κάθε γωνιά...Στο βουνό τον έβλεπες να’ ρχεται καταπάνω σου με το όπλο στο χέρι...Τα κουσούρια σου πήγαιναν στην πάντα. Έσφιγγες τα δόντια και μάζευες δύναμη, γιατί σε κάθε βήμα, κάθε ώρα και στιγμή ο ένας έπρεπε να βάλει τον άλλο κάτω. Ενώ δω ο εχτρός δε φαίνεται. Ούτε και υποψιάζεσαι πως υπάρχει. Είναι μέσα σου. Ζει στη σκέψη , φωλιάζει στην καρδιά, στις παλιές συνήθειες... Οι παρτιζάνοι στον τόπο τους ήταν οι πρώτοι και καλύτεροι. Ενώ εδώ...Οι άλλοι προχώρησαν 40 τόσα χρόνια, έχτισαν καινούριο κόσμο, έπλασαν καινούριο άνθρωπο...Ένα αίσθημα κατωτερότητας ανακατεύεται με μια δόση ζήλιας και φθόνου και ξεσπάει σαν αντίβαρο σε εθνικές τάσεις...»

Μέσα σε αυτές τις ιδιόμορφες συνθήκες γεννιούνται  νέα  ζητήματα  όπως αυτά της πειθαρχίας και του σεβασμού της σοσιαλιστικής περιουσίας. Οι διαμάχες με τους Σοβιετικούς  είναι συχνές και κάποιοι Έλληνες  βρίσκουν την ευκαιρία να καλλιεργήσουν το σοβινισμό. Ο ένας κατηγορεί τον άλλο μέσα στις συνελεύσεις  της Κομματικής  Επιτροπής  με κριτήριο την αγάπη για το σοβιετικό καθεστώς ή όχι, συχνά για να καλύψουν προσωπικές αδυναμίες . Δεν λείπουν οι συκοφαντίες και οι  προσπάθειες εξόντωσης  των αντιπάλων .
 Ο Μπόσης με εξαιρετικό τρόπο αποδίδει όχι μόνο  την εσωτερική πάλη των ηρώων για προσωπικά και ιδεολογικά ζητήματα αλλά επιμένει ιδιαίτερα  στην αντίθεση του παλιού ανθρώπου με τον άνθρωπο μιας νέας κοινωνίας μέσα από την περιγραφή και τη δράση των σοβιετικών αντιπροσώπων του κόμματος .

« - Δε με καταλάβατε σ. Σπύρο. Η ουσία βρίσκεται κάπου αλλού...Έχετε τους δικούς σας συνοικισμούς, τις δικές σας οργανώσεις, τα δικά σας έθιμα...Στα σπίτια, στους δρόμους, παντού, τον περισσότερο καιρό μιλάτε για τον τόπο σας, τους αγώνες σας, τους συγγενείς σας, που βρίσκονται στην Ελλάδα...Αυτό, απ’ τη μια μεριά, είναι καλό. Έτσι διατηρείτε τον πολιτισμό, τη γλώσσα, τις παραδόσεις σας...Έχει όμως και τα αρνητικά του. Μείνατε μια παροικία κλεισμένη στον εαυτό της. Πέρα απ’ το φράχτη της δεν πάτε να δείτε τι άνθρωποι ζουν, τι όνειρα έχουν, τι αρετές, τι ελαττώματα...Αναπνέετε τον ίδιο αέρα κι αν τύχει και μολυνθεί... Όλες οι εκδηλώσεις σας περιορίζονται στο δικό σας , το εθνικό περιβάλλον. Ούτε  επισκέψεις δεν κάνετε σε οικογένειες ρούσικες ή ουζμπέκικες. Αν εξαιρέσουμε την παραγωγή και το φουτμπόλ, σ’ όλα τα άλλα στεκόσαστε λίγο μακριά απ’τη σοβιετική ζωή...Αυτό κλείνει κινδύνους...
Ο Σοβιετικός άνθρωπος έχει δεσμούς αίματος με τη σοβιετική εξουσία. Είναι η μάνα του που τον γέννησε, τον ανάθρεψε τον προστατεύει με τα στήθια της και τη ζωή της και την αγαπάει σαν τη μάνα του, έστω κι αν έχει ελαττώματα. Κι ωστόσο βρίσκονται και σε μας άνθρωποι, από κείνους που δεν πόνεσαν για τούτο τον τόπο, για τούτο το καθεστώς, ιδιαίτερα νέοι, που πέφτουν θύματα της ξένης προπαγάνδας.»

 Η δουλειά στο εργοστάσιο απαιτεί γνώσεις και οι ήρωες μας έρχονται αντιμέτωποι με μια ακόμη πρόκληση , το σχολείο . Είναι απαραίτητο να παρακολουθήσουν μαθήματα, να μάθουν τη γλώσσα, να διαβάζουν, να γράφουν , να μετρούν, να μάθουν να σκέφτονται πιο σύνθετα, αλλά και για να μπορέσουν να εξελιχθούν στον τομέα της εργασίας και της παραγωγής και να κατανοήσουν τις αλλαγές και τα χαρακτηριστικά του σοσιαλιστικού συστήματος. 
Κάποιοι από αυτούς κατορθώνουν να ξεπεράσουν τις δυσκολίες και πετυχαίνουν  όχι μόνο να διεκδικήσουν μια θέση στο Πανεπιστήμιο , αλλά να εισαχθούν σε αυτό, αλλάζοντας εντελώς τη ζωή τους.
 Ο Μπόσης δείχνει τα  διάφορα προβλήματα που αντιμετώπιζαν   στις διαπροσωπικές τους και κομματικές τους  σχέσεις . Από τη μια οι αγνοί αγωνιστές που προσπαθούν να διορθώσουν τις αδυναμίες τους από την άλλη οι αριβίστες , οι συμφεροντολόγοι που προσπαθούν με διάφορους δόλιους τρόπους να φέρουν το κόμμα στα μέτρα τους. Οι συγκρούσεις στο κόμμα παρουσιάζονται ως προσωπικές αντιπαραθέσεις κυρίως και όχι  ως αποτέλεσμα πολιτικών και ιδεολογικών διαφωνιών και αντιπαλοτήτων που έχουν σχέση με την οικοδόμηση του σοσιαλισμού , τη σοβιετική εξουσία και κοινωνία.

« Είναι κρίμα κι άδικο, σ. Σπύρο, να’ρθουν εδώ άνθρωποι, που στα βουνά της πατρίδας σας έδιναν χωρίς τσιγκουνιά το αίμα τους για μια καλύτερη ζωή, και να φύγουν έστω και ψυχραμένοι. Μιλάω για τους πολλούς, για τους καλούς, γιατί σε τόσους θα είχατε και χαλασμένους. Δεν πρέπει να προχωρήσει το κακό, γιατί τότε θα μπουν στη μέση τα μίση, η έχθρα, η εμπάθεια, θα βλέπουν άσπρο και θα λένε, θα το πιστεύουν κιόλας , πως είναι μαύρο. Ποιος θα φέρνει την πολιτική ευθύνη; Ο απλός κόσμος; Φυσικά όχι. Εσένα κι εμένα θα τραβήξουν απ’ τ’ αυτί κι όχι τον Καστράκη και τα «παιδιά» του..
- Ξέρω πως έχει αδυναμίες, σ. Τιγανένκο, αλλά δεν το χωράει ο νους μου να το πιστέψω, πως ξεκινάει συνειδητά...
- Μπορεί να ξεκινάει από μικροαστισμό και φιλοδοξία. Πάνω απ’ όλα, πάνω απ’ το κόμμα και το σοσιαλισμό βάζει τον εαυτό του και καταφεύγει, όταν συναντάει εμπόδια , σε ενέργειες αντικομματικές, τυχοδιωκτικές, κάποτε και σε ψέματα και  σε καθαρή εξαπάτηση. Αντί να αναλάβει την ευθύνη, πάει να τη φορτώσει σε κάποιον άλλο.»

Πρωταγωνιστικό ρόλο  στην ιστορία έχει ο Στέργιος  ο Σουλιώτης  « ως τα 15-16 χρόνια ζούσε στο χωριό του» « ένα χωριό σκαρφαλωμένο στις κακοτράχαλες πλαγιές της Λάκκας –Σούλι».  Γιδοβοσκός  που η ζωή του δεν είχε ξεφύγει από τα όρια του χωριού του. Οργανώθηκε στην ΕΠΟΝ και στη συνέχεια , στα χρόνια του εμφυλίου, βγήκε στο βουνό. 

« Έφτασε σε τούτο τον τόπο  χωρίς ανησυχίες και χωρίς φιλοδοξίες , με τη συνείδησή του ήσυχη  και την ελπίδα σ’ένα χρόνο , βαριά δυο, να γυρίσει μαζί με τους άλλους στην πατρίδα»

Από την πρώτη στιγμή , παράλληλα με τον αγώνα του Σουλιώτη να προσαρμοστεί στο καινούριο περιβάλλον, να δεχθεί όλες εκείνες τις αλλαγές που θα μεταμορφώσουν τη ζωή του, παρακολουθούμε τη γέννηση του έρωτα του για τη νεαρή σοβιετική, τη Σόνια. Πρωτόγνωρα συναισθήματα αναστατώνουν την καρδιά του ήρωα στη θέα της νεαρής κοπέλας


 « Όμορφη που’ ναι ο δαίμονας!» « Σα νεράιδα!...»

Ο έρωτας αυτός  που βρίσκει το αντίκρισμά του στην καρδιά της Σόνιας κυριαρχεί με διάφορους τρόπους στο μυθιστόρημα . Δεν ακολουθεί μια σταθερή πορεία, αλλά περνά μέσα από διάφορες φάσεις  και κακοτοπιές , έρχεται αντιμέτωπος με τα αντίζηλα αισθήματα ενός άλλου προσώπου σημαντικού στην εξέλιξη της υπόθεσης, του Καστράκη.  Μέσα από όλα τα εμπόδια που συναντά το ζευγάρι , ο συγγραφέας προβάλλει τα προβλήματα που δημιουργεί η διαφορετικότητα των προσωπικοτήτων τους και των ζωών τους , οι αλλιώτικες συνθήκες μέσα στις οποίες μεγάλωσε ο καθένας τους,  αλλά και  πώς η συμπεριφορά της Σόνιας που ενσαρκώνει κατά κάποιον τρόπο το νέο άνθρωπο τον απαλλαγμένο από τις συντηρητικές ιδέες , που αγωνίζεται για την εδραίωση της νέας κοινωνίας,  επιδρά στην αλλαγή της προσωπικότητας του Σουλιώτη « το γίδι’ απ’ τη Λάκκα – Σούλι...έγινε πολιτισμένος, μορφωμένος άνθρωπος»
Παράλληλα με αυτό το  διαφορετικό ζευγάρι, ένας έλληνας και μια ρωσίδα, δρουν ο Σαράβας και η γυναίκα του η Ανθούλα, ο Κεραμής και η Βασίλω. Ο κάθε χαρακτήρας με δική  του δράση  και καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση της κατάστασης στην Πολιτεία.  Πολλά τα ανώνυμα πρόσωπα που αντιπροσωπεύουν το πλήθος  των ελλήνων πολιτικών προσφύγων  και των σοβιετικών εργατών και πολιτών
Τα χρόνια περνούν, οι έλληνες εδραιώνονται. Οι ζωές των περισσότερων αλλάζουν, αλλά πολλές φορές  η νοσταλγία για την πατρίδα έρχεται να τρυπώσει στην καρδιά τους.  Ο νους τους ταξιδεύει εκεί κάτω , κάνοντας συγχρόνως  τις αναπόφευκτες συγκρίσεις του τότε και του τώρα.
Το πέταγμα του νου του Σουλιώτη στο χωριό του , τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς , μπροστά στο παράθυρο  του νέου του διαμερίσματος που σηματοδοτεί την  αλλαγή στη ζωή του δίπλα στη γυναίκα που αγαπά είναι δηλωτική της ψυχικής του κατάστασης

« Κι ο Σουλιώτης καθώς στεκόταν πίσω απ΄το παράθυρο, κρατώντας την κουρτίνα, και σκεφτόταν, κι ανακάτευε τα περασμένα με τα τωρινά, τον εαυτό του με την αδερφή του, αναστέναξε: « Μανούλα μου! Πατερούλη μου! Αδερφούλα  μου!  Τώρα κατάλαβα πόσο φτωχοί είσαστε»
Ο νους του πέρασε όλα τα βουνά της Ηπείρου, πήδηξε στο Γράμμο κι ως το Βίτσι , ήρθε σε τούτα τα μέρη. Σκέφτηκε όλο το δρόμο που περπάτησε, και στάθηκε στην αποψινή βραδιά. Γύρισε ξανά στην πατρίδα, στο μαντρί.  Είδε την αδερφή του να βγαίνει μέσα απ’ τον πυκνό λόγγο, με τα μαλλιά ανακατεμένα. Έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό, σωριάστηκε στο χώμα και, καθώς σήκωνε τον αγκώνα να σκουπίσει τον ιδρώτα, παραμέρισε το χιτώνιο, είχε ξεκαρφωθεί η παραμάνα, και φάνηκαν από κάτω λερωμένα κουρέλια, που σκέπαζαν το αδύνατο κι αχαμνό κορμί της. Γύρισε αλλού τα μάτια του από πόνο και ντροπή κι άκουσε μια γλυκιά φωνή, όλο παράπονο:  « Στέργιο! Στείλε μου ένα φουστάνι!». Κι έσβησε η φωνή της αδερφής κι ακούστηκε  του  πατέρα: « Παιδί μου, τέλειωσε το καλαμπόκι. Αν μπορείς...’ Κι έσβησε και τούτη κι ακούστηκε της μάνας: « Γιόκα μου, σε καρτερούμε. Έλα.» Κι ένιωσε μέσα του ένα αίσθημα τύψης κι ενοχής. Και ξεχείλισε η καρδιά του από πόνο.»

 Σε όλη την ιστορία  γίνεται ένας αγώνας αλλαγών τόσο σε επίπεδο κοινωνίας όσο και σε επίπεδο συνειδήσεων. Γι’ αυτό ο τίτλος  μπορεί να ερμηνευθεί διπλά. Τα ξεχερσώματα  είναι η προσπάθεια  των σοβιετικών να κατακτηθεί η στέπα και να κτιστούν καινούριες πολιτείες  στηριγμένοι στην εθελοντική δουλειά των  σοβιετικών ανθρώπων. Μπορεί όμως  να είναι και η διαμόρφωση του νέου ανθρώπου μέσα από τη διαπαιδαγώγηση  του στις αρχές και τις αξίες της σοσιαλιστικής ιδέας.  Η απαλλαγή από  τα στερεότυπα και τις  αντιλήψεις  που καλλιέργησε ο καπιταλισμός.
Και αυτό το μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται για τις πολύ όμορφες περιγραφές του, τους  εσωτερικούς μονολόγους των ηρώων, τις  έντονες ψυχολογικές διακυμάνσεις και εσωτερικές συγκρούσεις και με τις σκέψεις  τους να πηγαίνουν από το παρελθόν στο παρόν  μπορούμε να έχουμε ολοκληρωμένη εικόνα τους.
Η ιστορία τελειώνει με τον Σουλιώτη να κάνει αποτίμηση της ζωής του και να εκθέτει την εικόνα του σοβιετικού ανθρώπου έτσι όπως αυτός την προσέλαβε και την εξομολογείται στην  Σόνια 

« Ο Σοβιετικός άνθρωπος...έμοιαζε με τη μάνα μου, που κατάντησε μια χουφτούλα πετσί και κόκαλο απ’ την πολλή δουλειά και τη μεγάλη στέρηση, με τον πατέρα μου, που έχει τις απαλάμες σκληρές σαν αργασμένο δέρμα κι απ’ τα μαλλιά  ποτέ δεν του απολείπουν τα χώματα, με την αδερφούλα μου, που δεν έχει φουστάνι να φορέσει, και τον αγαπάς σα μεγαλύτερο αδερφό, σα φίλο γκαρδιακό, και τον αγαπάς   ακριβώς γιατί είναι άνθρωπος  και όχι υπεράνθρωπος...»

Ο  Κώστας Μπόσης   ζώντας ως πολιτικός πρόσφυγας  αρχικά στην Τασκένδη  και μετά στη Ρουμανία  είχε προσωπική εμπειρία της προσπάθειας που έγινε στη Σοβιετική Ένωση μετά τον πόλεμο να ανασυγκροτηθεί και να μπορέσει να σταθεί στα πόδια της. Εκείνο που έβλεπε  ήταν η προσπάθεια να προχωρήσει  η σοσιαλιστική ιδέα ξεπερνώντας αδυναμίες και αντιξοότητες. Το μυθιστόρημα αυτό μπορεί να ενταχθεί στη λογοτεχνία  που διαπνέεται από τις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, σύμφωνα με τον οποίο ο συγγραφέας και η λογοτεχνία πρέπει να εκφράζουν τον νέο άνθρωπο τον επηρεασμένο από τις σοσιαλιστικές ιδέες που γκρεμίζει τον παλιό κόσμο και οικοδομεί τον  καινούριο. Έτσι η λογοτεχνία διαπαιδαγωγεί και διαμορφώνει χαρακτήρες με υψηλά ιδανικά και αξίες και βοηθάει στην επικράτηση των προοδευτικών ιδεών και στη δημιουργία πρωτοπόρων ανθρώπων. Οι λογοτεχνικοί ήρωες αποδίδονται στην ολότητά τους ως πρόσωπα δρώντα θετικά και αρνητικά , αλλά οι βασικοί ήρωες αντιπροσωπεύουν την πλέον θετική εικόνα του ανθρώπου .
 Ο Κώστας Μπόσης  μέσα σε αυτή την καινούρια κοινωνία τοποθετεί τους συντρόφους του μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού , πολιτικούς πρόσφυγες πλέον και μέσα από τη δράση τους και την προσπάθεια προσαρμογής τους δείχνει με καθαρό και τολμηρό τρόπο  τις αντιφάσεις , τις συγκρούσεις ενδεχομένως και τις απογοητεύσεις από αδυναμίες και λάθη είτε του κόμματος είτε των σοβιετικών, που διαμορφώνουν τελικά τους χαρακτήρες τους και τους μεταπλάθουν σε ανώτερους ανθρώπους.
 Μέσα από τα λόγια του Σουλιώτη αισθάνεται την ανάγκη να ευχαριστήσει το Σοβιετικό άνθρωπο για τους αγώνες του και την βοήθειά του σε όλους εκείνους που κατέφυγαν εκεί κυνηγημένοι και τη συμβολή του στην δημιουργία νέων ανθρώπων.

« Κι απόψε που είμαι χαρούμενος κι η ψυχή μου εύφορη – σαν το πλούσιο οργωμένο χωράφι- για λόγια αγάπης, απόψε που κάθε μιζέρια καταχωνιάζεται στις σκοτεινές γωνιές σαν τις νυχτερίδες στα χαλάσματα, όταν τις χτυπάει το φως, θέλω να σας πω ένα ευχαριστώ...»




Κώστας Μπόσης, ...και το τρένο τραβούσε για τα ξεχερσώματα, Σύγχρονη Εποχή , Αθήνα 1998

Η παρουσίαση του μυθιστορήματος  δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο ιστολόγιο
Κώστας Μπόσης


Σάββατο 12 Μαρτίου 2016

Στιγμιότυπα από την εκδήλωση για τον Κώστα Πουρναρά (Μπόση) στην Ανέζα Άρτας


Βίντεο από την εκδήλωση τιμής και μνήμης για τον αγωνιστή δάσκαλο και λογοτέχνη Κώστα Πουρναρά (Μπόση), που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 23 Γενάρη 2016 στην Ανέζα Άρτας. Την εκδήλωση (αναλυτική παρουσίαση μπορείτε να δείτε εδώ) διοργάνωσαν ο Σύλλογος Δασκάλων και Νηπιαγωγών Νομού Άρτας, ο Σύλλογος Γυναικών Αμβρακικού και το ηλεκτρονικό περιοδικό ΑΤΕΧΝΩΣ.
Στην ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα εκδηλώσεων του παλιού δημοτικού σχολείου της Ανέζας, όπου πριν από 80 χρόνια δίδαξε ο Κώστας Πουρναράς, άνθρωποι όλων των γενιών και των ηλικιών τίμησαν τον κομμουνιστή που στρατεύτηκε στο πλευρό των αδικημένων και καταπιεσμένων και αφιέρωσε τη ζωή και το έργο του στην πάλη για το δίκιο του λαού και το σοσιαλισμό.
Το βίντεο που παρουσιάζουμε είναι το ρεπορτάζ που ετοίμασαν η δημοσιογράφος Βίκυ Ευαγγελίου και ο εικονολήπτης Κώστας Μπεκατώρος και προβλήθηκε στον τηλεοπτικό σταθμό της Άρτας Art TV.

Ευχαριστούμε το Art TV που ανάγγειλε και κάλυψε τηλεοπτικά την εκδήλωσή μας και συντέλεσε, μαζί με άλλα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, στην επιτυχία της.

Αναδημοσίευση από Ατέχνως

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

«Άμα ζήσεις να γράψεις δυο λέξεις για τον Άη Στράτη…»




Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Κώστα Πουρναρά (Μπόση): “ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ, η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941”. Διαβάστηκε στην εκδήλωση τιμής και μνήμης για τον Κώστα Πουρναρά (Μπόση) στην Ανέζα Άρτας, το Σάββατο 23 Γενάρη 2016 (αναλυτικό φωτο-ρεπορτάζ ΕΔΩ). Την εκδήλωση διοργάνωσαν ο Σύλλογος Δασκάλων και Νηπιαγωγών Νομού Άρτας, ο Σύλλογος Γυναικών Αμβρακικού και το ηλεκτρονικό περιοδικό ΑΤΕΧΝΩΣ.
Το κείμενο διάβασε η νηπιαγωγός Αφροδίτη Κατσαούνου, μέλος του Συλλόγου Δασκάλων και Νηπιαγωγών Νομού Άρτας.


Η τελευταία έκδοση, το 1995
Προχωράμε με καλπασμό στο κέντρο της κόλασης. Οι στρόβιλοί της μας παρασέρνουν με γληγοράδα και απειλούν να μας καταπιούν όλους μαζί. Περάσαμε το δεύτερο δεκαήμερο του Φλεβάρη και μπαίνουμε στο τρίτο. Ο Μπάμπης βρίσκεται στα στερνά του. Πεθαίνει ήρεμα, ήσυχα, χωρίς φασαρίες και νεύρα, πεθαίνει ηρωικά, ακριβώς όπως και έζησε.
Ήταν μια όμορφη μέρα. Μια αχτίδα περνώντας απ’ το φεγγίτη της πόρτας έπαιξε με τις σκόνες του θαλάμου. Ο Μπάμπης την είδε.
― Είναι καλός καιρός όξω, μου είπε. Θα ’θελα να μου κάνεις μια χάρη. Θα ’ναι η τελευταία.
― Ν’ ακούσω.
― Θα ’θελα να με βγάζατε στους μύλους. Ήθελα ν’ αγναντέψω ολόγυρα. Να δω την απέραντη θάλασσα. Να φτάσει το μάτι πάνω στη Σαμοθράκη, κάτω στη Σκύρα και πιο μακριά ο νους. Θα ’θελα να πάρω μια εικόνα της φύσης, της ζωής για τον άλλο κόσμο.
― Μπάμπη, αυτό δε γίνεται. Εδώ πεθαίνουν και δεν έχουμε ποιος να τους σηκώσει, πώς να σε πάμε σένα και να σε φέρουμε, μάλιστα ζωντανό; Λυπάμαι πολύ, αλλά αυτό που ζητάς είναι αδύνατο. Ύστερα σαν κι είμαι πολύ καλύτερα εγώ από σένα;
― Όχι, με παρεξήγησες. Καταλαβαίνω πως αυτό δε γίνεται. Θέλω να με βγάλετε δω απ’ όξω απ’ το θάλαμο. Μόνο δέκα βήματα. Φώναξε και δυο άλλους να σε βοηθήσουν. Θα προσπαθήσω να στυλώσω κι εγώ τα ξυλοπόδαρά μου.
bosis_ekdhlosi8973
Κι αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο. Αλλά μπορούσα να χαλάσω το χατίρι του ετοιμοθάνατου; Με δυο άλλους, με κόπο, σβάρνα – σβάρνα τον τραβήξαμε δέκα βήματα απ’ το θάλαμο. Στρώσαμε κάτι και τον ξαπλώσαμε, ύστερα μάζεψα κάμποσες πέτρες και τις έβαλα πίσω του. Πάνω σ’ αυτές ό,τι κουρέλι είχα διαθέσιμο, κι από πάνω ένα μαξιλάρι κάποιου άλλου που είχε πεθάνει. Έτσι ήταν μισοκαθισμένος. Τώρα στο φως φάνηκε τι ήταν, χωρίς καμιά υπερβολή, σωστό σκιάχτρο. Μόνο στις λακκούβες των ματιών του τρεμόσβηνε μια στάλα ζωή. Αν δεν ήταν αυτή η κατάσταση, αν κάποιος άπειρος τον έβλεπε κάπου αλλού θα ’βαζε το κεφάλι του στοίχημα πως δεν είναι άνθρωπος ζωντανός. Κι όμως το σκιάχτρο άνοιξε τα μάτια, κοίταξε ολόγυρα, σάλεψε τα χείλη και μίλησε.
― Αγνάντεψε, μου είπε. Κει πέρα είναι το Άγιο Όρος. Παρακάτω η Χαλκιδική. Πίσω η Σαλονίκη κι ο κάμπος της με τα χωριά και τις πολιτείες του. Χαμηλότερα η Θεσσαλία και πιο πέρα, πιο βαθιά η Ήπειρος. Κάτω η Αθήνα, η καρδιά μας. Πέρα απ’ το υγρό αυτό στοιχείο είναι ο λαός μας και πιο μακριά οι λαοί της Οικουμένης. Κι αυτοί πεθαίνουν, μα όχι σαν εμάς, σκοτώνουν και σκοτώνονται. Πολεμάνε. Από μας πήρανε την ανώτερη χαρά τ’ αγωνιστή να πεθαίνει πολεμώντας. Μας σκοτώνουν δολοφονικά, μπαμπέσικα. Εγώ δε θα δω νίκη, λευτεριά, πατρίδα. Θα φυλάγω με τους άλλους συντρόφους μου το βράχο αυτό, δείχνοντας ζωντανά, παραστατικά στις ερχόμενες γενεές το τι θα πει τρίτος ελληνικός πολιτισμός. Σεις μερικοί, πολύ λίγοι, ίσως να βγείτε. Αν γίνει αυτό στις μάχες ποτέ να μη λησμονάτε τον Άη Στράτη. Πρέπει να είναι σύμβολο που θα φλογίζει τις καρδιές σας, θα σας ατσαλώνει, θα κάνει το χέρι σας να μην τρέμει όταν θα κτυπάει. Όταν θα θυμόσαστε τη μάχη της πείνας θα σπρώχνετε το μαχαίρι στην καρδιά του φασισμού χωρίς οίκτο και συμβιβασμό. Η δοκιμασία τούτη πρέπει να σας απαλλάξει και θα σας απαλλάξει από πολλές ανθρώπινες αδυναμίες και θα βλέπετε τους φασίστες έξω από χρώμα και εθνικότητα, γυμνούς. Και θα τους πληρώσετε όπως τους αξίζει. Αν σε κανένα σας φυτρώσουν αδυναμίες, συμπόνια, μικροαστική φιλανθρωπία, να ’χει την κατάρα μου και την κατάρα όλων των συντρόφων που αφήνετε εδώ. Κάθε άλλος που δε δοκίμασε το φασισμό σαν κι εμάς μπορεί να συχωρεθεί. Μα σεις ποτέ. Αν υποκριτικά, ιησουίτικα χτυπήσουν τη χορδή του ιπποτισμού φέρτε στο νου σας το Βουδικλάρη, το διαβολόπαπα, το θαλασσόνερο, τα αγριόχορτα, τα ψοφίμια και θα γίνετε βράχοι. Τραβάτε απ’ τ’ αρχείο της μνήμης την εικόνα του κεντρικού και θα γίνετε άτρωτοι. Θα βρείτε και κείνους που μας παράτησαν την ώρα της μάχης. Ο λαός θα τους σχωρέσει. Εσείς ποτέ!

Άμα θα νικήσετε βάλτε στα βιβλία σας και μια σελίδα μ’ επικεφαλίδα: « Άη Στράτης». Όχι για να τιμήσετε εμάς. Εμείς κάναμε ό,τι μπορούσαμε, πληρώσαμε τα χρέη μας στην ανθρωπότητα, πεθάναμε και τελείωσε. Όχι για μας. Για σας. Για τα παιδιά μας. Να μάθουν να μισούν το φασισμό τόσο που να μην χωράει άλλο και να μη συχάσουν αν δεν τον ξεριζώσουν με τη φωτιά και το σίδερο.
Θα πας και στην πατρίδα. Να πας σπίτι μου, σου εμπιστεύομαι τα παιδιά μου, όχι να τα θρέψεις, αλλά να τους δείξεις το δρόμο. Θα βρεις τη γυναίκα μου, μπορεί και να μη ζουν. Αν ζουν πες τους με τι τρόπο πέθανα. Όχι για να κλάψουν, αλλά για να μ’ εκδικηθούν. Ίσως να μη νιώσουν την αξία της θυσίας μου. Πρέπει και να τη νιώσουν και να μ’ αναπληρώσουν. Κι αν πήρανε ή πάρουν στραβό δρόμο πες τους πως τους αφαιρώ τ’ όνομά μου.
Και μια χάρη ακόμα. Άμα ζήσεις να γράψεις δυο λέξεις για τον Άη Στράτη. Πρέπει να μάθει καθένας πως η λευτεριά δεν κερδίζεται με λόγια αλλά με θυσίες, μ’ αίμα. Σάρκες ανθρώπινες θέλει το δέντρο της λευτεριάς να ριζώσει.»

Αναδημοσίευση από Ατέχνως

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

«Ήταν τον καιρό που είχε παρθεί η απόφαση για τα ξεχερσώματα…»

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Κώστα Πουρναρά (Μπόση): …Και το τρένο τραβούσε για τα ξεχερσώματα. Διαβάστηκε στην εκδήλωση τιμής και μνήμης για τον Κώστα Πουρναρά (Μπόση) στην Ανέζα Άρτας, το Σάββατο 23 Γενάρη 2016 (αναλυτικό φωτο-ρεπορτάζ ΕΔΩ). Την εκδήλωση διοργάνωσαν ο Σύλλογος Δασκάλων και Νηπιαγωγών Νομού Άρτας, ο Σύλλογος Γυναικών Αμβρακικού και το ηλεκτρονικό περιοδικό ΑΤΕΧΝΩΣ.
Το κείμενο διάβασαν η γυμνάστρια Αναστασία Κουτσούκη και ο δάσκαλος Κώστας Πεπόνης, μέλοι του Συλλόγου Δασκάλων και Νηπιαγωγών Νομού Άρτας.

Στην καρδιά του χειμώνα, καταμεσής στην ολόγυμνη στέπα, φύτρωσε ένας μικρός συνοικισμός. Πεντακόσια – εξακόσια μέτρα δεξιότερα απ’ τη δημοσιά έφτιαξαν κάμποσα πρόχειρα σπιτάκια στην αράδα, μια λέσχη και δίπλα στο ποτάμι αποθήκες για τα τρόφιμα και τα εργαλεία.

Ο Σουλιώτης, μόλις σχόλασε, γύρισε στο δωμάτιο. Ξεντύθηκε και κρέμασε το παλτό και την κουκούλα στο καρφί πίσω απ’ την πόρτα. Πύρωσε ψωμί, όπως έκανε στο χωριό του, έστρωσε μια εφημερίδα στο τραπέζι, σπρώχνοντας κατά την πάντα μολύβια, τρίγωνα, διαβήτες… όλα τα σύνεργα της δουλειάς, πήρε κονσέρβα και τυρί και κάθισε να φάει.

Σαν απόφαγε, σκούπισε το τραπέζι, έριξε ξύλα στη σόμπα και, τραβώντας την καρέκλα, ακούμπησε τον αγκώνα στο παραθύρι. Ολόγυρα στέπα. Κατά το βοριά και τη δύση το μάτι δεν έβρισκε πουθενά εμπόδιο ν’ ακουμπήσει. Χανόταν στο άπειρο. Κατά την ανατολή περισσότερο και λιγότερο κατά το νοτιά, σκόνταφτε στα βουνά. Ο χιονιάς, που βάσταξε μια βδομάδα στις αρχές του μήνα, σκέπασε βουνά και κάμπους με χιόνι. Ακολούθησε νοτιάς, στα χαμηλά έλιωσαν τα χιόνια, έπεσαν βροχές δυνατές και γέμισε ο τόπος νερό και λάσπες. Ύστερα το έφερε μαΐστρο και πάγωσαν όλα.
Μα πιότερο σε πάγωνε η ερημιά και η γύμνια. Έβλεπες μόνο δυο δέντρα αναιμικά και λίγα καλάμια στην όχθη του ποταμιού, που έσκουζαν τη μοναξιά τους, καθώς τα έδερνε ο βοριάς. Τίποτε άλλο. Ούτε άνθρωποι ούτε ζώα ούτε πουλιά. Η μονοτονία σου έσφιγγε την καρδιά και θυμόσουν άθελα την πατρίδα και νοσταλγούσες. Να ήσουν εκεί… Ν’ ανέβαινες στ’ αγνάντια… Να κοίταζες ολόγυρα και να χόρταινε το μάτι σχήματα, χρώματα, εναλλαγή… Παντού, πέρα ως πέρα, βουνά, βουνά, βουνά ψηλά και χαμηλά, περήφανα, άγρια, ντυμένα και γυμνά. Πλαγιές απότομες, πλαγιές ομαλές και οι ασημένιες ελιές, τα πράσινα αμπέλια, τα πεύκα και τα κυπαρίσσια να ροβολάνε στην κατηφόρα ως κάτω στις ακρογιαλιές. Να περνούσες μέσα από ελάτια, βελανιδιές ή καστανιές το καταμεσήμερο του Αλωνάρη και να γέμιζαν τα στήθια σου απ’ τη σιωπή και το μεγαλείο του δάσους… Να ήταν απόβραδο και ν’ άκουγες τα πουλιά να κελαηδούν στις φυλλωσιές· τις βρυσούλες, τις ανάβρες και τα ρεματάκια να σιγοκουβεντιάζουν με το λόγγο και τις φτέρες· τα κοπάδια στα διάσελα και τις πολιάνες να λαλούν τα κυπριά και τα κουδούνια· τους σκύλους να γαβγίζουν· τα τσομπανόσκυλα να στέκονται κατάκορφα στα τσουγκάρια και να σφυρίζουν… Να γύριζες στα λιοτόπια και τα περβόλια, να έτρεχες στους χερσότοπους και στα λιβάδια την άνοιξη, που μοσχοβολάει ο τόπος λεμονιά κι αγράμπελη, ρίγανη, αγριοτριαντάφυλλο… Να ξάπλωνες δίπλα στο τζάκι, να τριζοβολούν τα κούτσουρα στη γωνιά και η χειμωνιάτικη νύχτα να φέρνει από μακριά τη βοή της μπόρας και το μουγκρητό της κατεβασιάς, που τρέχει με ορμή στις γκούρες… Να στεκόσουν σε μια ακτή και να ήταν μπουνάτσα – λάδι. Να έβλεπες τα νησιά να κοιμούνται στα γαλανά νερά, τα πρωινά να χαμογελούν στα πρώτα χάδια του ήλιου, και τα δειλινά να χάνονται μες στη γαλάζια καταχνιά. Να περπατούσες σε μια αμμουδιά, να σ’ έδερνε το κύμα και να ένιωθες την αρμύρα του νερού, τη μυρωδιά απ’ τα φύκη…
Κι όπως είσαι μακριά στην ξενιτιά, ξεχνάς όλες τις ασχήμιες του τόπου σου, και ντύνεις με χίλιες μορφιές τους γκρεμούς και τις σάρες και τις κατάξερες ράχες… Ξεχνάς και τις παλιές πίκρες και μέσα σου φουντώνει η λαχτάρα του γυρισμού.

Έριξε μια ματιά στη σκυθρωπή φύση, έβγαλε το μολύβι αργά απ’ την τσέπη, πήρε το διαβήτη και το υποδεκάμετρο κι έσκυψε στο σχεδιάγραμμα. «Πέντε δρόμοι παράλληλοι… τόσο φάρδος… Εδώ το θέατρο… στη γωνιά το σχολειό… Ένα πάρκο στο κέντρο…». Κουβέντιασε κάμποσα λεπτά με τον εαυτό του κι ύστερα τον τράβηξε κάποια άλλη σκέψη, έγειρε το κεφάλι στην πάντα και, καρφώνοντας το βλέμμα στους χρωματιστούς πασσάλους, που είχαν μπήξει για σημάδια, βυθίστηκε σε συλλογή: «Μέσα σε λίγα χρόνια η στέπα θα είναι αγνώριστη… Θα ντυθεί… θα στολιστεί… θα γεμίσει ο τόπος παλμό, κίνηση, ζωή…». Πλημμύρισε η ψυχή του απ’ τη γλυκιά συγκίνηση, που φέρνει το προμήνυμα της καινούργιας γέννας και κοίταξε ασυναίσθητα κατά το βοριά, μακριά, πιο πέρα απ’ τη μεγάλη πόλη, κατακεί που δεν ξεχώριζες παρά μόνο ένα κομμάτι ορίζοντα πιο σκοτεινό απ’ τ’ άλλα. Εκεί ακριβώς… Πριν δέκα χρόνια σαν εδώ ήταν και κει. Και σήμερα έχει πάνω από 60 χιλιάδες ψυχές. «Πόσο γρήγορα γεννιούνται και πόσο γρήγορα μεγαλώνουν οι πολιτείες σε τούτον τον τόπο!!».

Τράβηξε απ’ το πανωφόρι την τελευταία εφημερίδα. Ήταν τον καιρό που είχε παρθεί η απόφαση για τα ξεχερσώματα, κι όλη η Σοβιετική ένωση βρισκόταν σε συναγερμό. Συγκεντρώσεις, συνελεύσεις… λόγοι, συζητήσεις… στα εργοστάσια, στους δρόμους… «Χιλιάδες νέοι και νέες, έγραφε πάνω – πάνω με μεγάλα γράμματα, απαντώντας στην έκκληση του κόμματος και της κυβέρνησης, ετοιμάζονται… Οι πρώτες αποστολές έφυγαν κιόλας…». Ξάπλωσε στο κρεβάτι, ντυμένος, και κάρφωσε τα μάτια στο νταβάνι. «Αν το σκεφτεί κανένας!…»

Αναδημοσίευση από Ατέχνως

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2016

« Μην κιοτεύετε! …κι ο Αντρούτσος το ΄21 με πέντε παλικάρια ξεκίνησε…»

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Κώστα Πουρναρά (Μπόση) Ο Κραβαρίτης. Διαβάστηκε στην εκδήλωση τιμής και μνήμης για τον Κώστα Πουρναρά (Μπόση) στην Ανέζα Άρτας, το Σάββατο 23 Γενάρη 2016 (αναλυτικό φωτο-ρεπορτάζ ΕΔΩ). Την εκδήλωση διοργάνωσαν ο Σύλλογος Δασκάλων και Νηπιαγωγών Νομού Άρτας, ο Σύλλογος Γυναικών Αμβρακικού και το ηλεκτρονικό περιοδικό ΑΤΕΧΝΩΣ.

Το κείμενο διάβασε η δασκάλα Χρύσα Τσιούτσιου, μέλος του Συλλόγου Δασκάλων και Νηπιαγωγών Νομού Άρτας.


Οι γέροι ξάπλωσαν από νωρίς, μα δεν μπορούσαν να κοιμηθούν. Η μοναξιά, η στεναχώρια ― είχαν καιρό να πάρουν γράμμα απ’ το Θανάση κι άλλος έλεγε, πως οι καταχτητές θα ντουφεκίσουν όλους τους εξόριστους κι άλλος, πως οι εξόριστοι με την κατάρρευση έφυγαν απ’ τα νησιά ― οι μεγάλες νύχτες κι απόψε μια παραπανίσια αιτία ― τα γεγονότα της μέρας ― έδιωχναν τον ύπνο. Αντίκρυ απ’ τα χωράφια τους, σ’ ένα νησί ανάμεσα σε γκρεμούς, ήταν τα κονάκια του Πικραλή. Και τη μέρα δύσκολα περνούσε από κει διαβάτης, όσο για τη νύχτα έπρεπε να ξέρεις καλά τα κατατόπια, διαφορετικά χανόσουν. Είχε τσακίσει η πούλια, όταν κόπηκε το σκυλί του Πικραλή. Ο γέρος που λαγοκοιμόταν, ξύπνησε κι έβαλε αυτί. «Ποιος να είναι τέτοια ώρα», είπε μέσα του.

Σηκώθηκε, έσκυψε πάνω απ’ τη φωτιά και συλλογιόταν, τραβώντας μηχανικά γραμμές με τη μασιά στη στάχτη.

― Κωσταντή! Δεν κοιμάσαι; ρώτησε η γριά, αναμερώντας το σκέπασμα.
― Αγρίεψε ο νους… Και, σα ν’ απαντούσε στους λογισμούς του, συνέχισε. Γιατί ο άνθρωπος να γεράζει; Να ζει, όσο ζει, και να πεθαίνει νιος.

Η γριά έδεσε το μαντήλι, σπρώχνοντας από κάτω τ’ άσπρα μαλλιά, έζωσε τα γόνατα με τα λιπόσαρκα χέρια κι αναστέναξε:
― Αυτό είναι το θέλημα του θεού.
Ο γέρος τσούγκρισε τα δαυλιά με γινάτι. Η γριά τον τελευταίο καιρό σε κάθε κουβέντα κολλούσε και τη φράση: «Το θέλημα του θεού».
― Όλα με το θέλημα του θεού γίνονται, απάντησε νευριασμένα. Με το θέλημα του θεού έστειλε ο Τσικνής το παιδί μας εξορία. Με το θέλημα του θεού μάς σκλάβωσαν οι γερμανοί. Με το θέλημα του θεού ο Μπαζίνας…
― Μωρέ Κωσταντή! Τι κουβέντες είναι αυτές; Τώρα στα γεράματα!

Ο γέρος μουρμούρισε κάτι μέσα απ’ τα δόντια του και σώπασε. Πέρασαν δέκα – δεκαπέντε λεφτά. Τα γαυγίσματα, που είχαν σβήσει όταν ο διαβάτης και ο σκύλος κατέβηκαν στη βαθιά χαράδρα, ακούστηκαν ξανά στη Λακούλα.

― Μπα δαίμονα! ψιθύρισε ο γέρος ανασηκώνοντας το κεφάλι. Εδώ έρχεται. Ρίξε κανένα τσόλι καταγής.
Η γριά σήκωσε το παλιό στρώμα, ξεκρέμασε απ’ το παλούκι ένα χράμι, που το είχαν για τους μουσαφιραίους και τις καλές μέρες, και πήρε τη σκούπα να σκουπίσει. Στη γιδοκαλύβα ακούστηκαν βήματα. Ο νυχτοκόπος πέρασε τ’ αλώνι, πήδησε το πεζούλι, έφτασε στην πόρτα και, φωνάζοντας: «Ε νοικοκυραίοι! Κοιμόσαστε!» άνοιξε μόνος του και μπήκε.

Η μάνα καρφώθηκε στον τόπο με τα χέρια τεντωμένα, κρατώντας στο ένα τη σκούπα, και δεν μπορούσε ούτε να σαλέψει, ούτε να μιλήσει. Ο πατέρας έκαμε μια κίνηση να σηκωθεί, μα μετάνιωσε και γύρισε κατά τη φωτιά. Ο Θανάσης κρέμασε την κάπα, το όπλο κι ανοίγοντας τα χέρια, αγκάλιασε τη μάνα. Τη σήκωσε, την έσφιξε στο στήθος, ενώ κείνη τραύλιζε μέσα απ’ τους λυγμούς: «Παιδάκι μου! Θανάση!» Την άφησε στην πάντα, πλησίασε το γέρο, του έπιασε το χέρι και, σφίγγοντάς το γερά, το φίλησε. Εκείνος, για να κρύψει τη συγκίνηση, τον έσπρωξε λιγάκι και φώναξε:
― Γριά! Πού είναι το μαχαίρι;

Το τρόχισε λίγο στην απαλάμη, το έβαλε στα δόντια κι ανασκουμπώνοντας τα μανίκια απ’ το πουκάμισο και τη φανέλα, ζύγωσε ένα μοσχαράκι, που κοιμόταν αμέριμνο στη γωνιά.

Ο Θανάσης, που στην αρχή δεν κατάλαβε τι θα γινόταν, σαν τον είδε να πιάνει τη μουσούδα του μοσχαριού και να του γυρίζει το λαιμό κατά πάνω, με μια δρασκελιά τον πρόλαβε:
― Πατέρα! Δε θα καθίσω. Πέρασα μια ματιά να σας δω. Φεύγω κιόλας.
― Τόσα χρόνια, ορέ παιδί!… Μόνα τα σκώτια. Σε μισή ώρα…

Ο γέρος αντιστάθηκε κάμποσο, μα μπροστά στην επιμονή του γιου του υποχώρησε. Κάθισαν στο τζάκι. Η μάνα κοίταζε το παιδί της απ’ το κεφάλι ως τα πόδια και σφούγγιζε τα δάκρυα.
― Πεινάς… Ένα αυγό…
― Όχι.
Ο γέρος τον καμάρωσε λίγο και ρώτησε:
― Πότε ήρθες;
― Προχτές.
― Εσείς τους χτυπήσατε;
― Γιατί παιδάκι μου! μουρμούρισε η γριά. Αφορμή θέλουν…
― Καλά τους έκαναν, τη μάλωσε ο γέρος. Πού ακούστηκε να σκλαβωθεί το Ελληνικό. Είχατε ζημιές;
― Δυο λαβωμένους. Ο ένας ξώπετσα. Ο άλλος ξεστότερα.
― Άκουσα, πως είσαστε καμιά εκατοστή.
― Πού εκατό! χαμογέλασε. Λίγοι, πολύ λίγοι…

Η απάντηση δεν του άρεσε. Είπε εκατό και περίμενε να ακούσει 200 και παραπάνω. Έμεινε λίγο σκεφτικός, κοιτάζοντας τη φωτιά. Ύστερα χτύπησε τη μασιά στον πυρομάχο με πείσμα.
― Μην κιοτεύετε! Όπως μολογούν οι παλιακοί, κι ο Αντρούτσος το ΄21 με πέντε παλικάρια ξεκίνησε. Τι να κάνω! Δε βλέπω… Άμα γεράσει ο άνθρωπος, γίνεται μασκαράς…
― Όρεξη να έχεις, όσο για δουλειές…
― Από φαΐ; Αν δυσκολεύεστε…

Ο Θανάσης απόρεσε. Τι ήταν αυτό; Απ’ τη χαρά του ή μήπως ένιωθε αόριστα, πως από δω κι εμπρός κείνο το παλιό «ο καθένας για την πάρτη του» θα έσβηνε.
― Κι εσείς;
― Αυτά που έχουμε. Θα τα μοιράσουμε. Ή όλοι ή κανένας.
― Κάτι πήραμε απ’ τους ιταλούς. Ό,τι έχετε και δε σας χρειάζεται και τα ζωντανά, τι σας απόμειναν;
― Δυο γίδες, μια αγελάδα και μια προβατίνα.
― Να τα αναμερίσετε. Φκιάχτε κανένα καλύβι στο λόγγο. Πόλεμο θα κάνουμε.
― Καλά λες. Αύριο κιόλας. Κάνα τουφέκι;
Η γριά σταυροκοπήθηκε, ο Θανάσης γέλασε.
― Τι να το κάνεις; Αφού δε βλέπεις.
― Μακριά δε βλέπω. Άμα είναι κοντά και καλά να μη ματιάσω… Αν σας περσεύει…

Αναδημοσίευση από Ατέχνως