Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2022

Τέως δέντρα (Χριστουγέννων)

 

...Τα τέως χριστουγεννιάτικα δέντρα ελλοχεύουν στα πεζοδρόμια, με τα υπολείμματα των εορταστικών μπαμπακιών απάνω τους, σε νέα διευθέτηση τώρα: χάρη στον άνεμο και στη βροχούλα, θυμίζουν έντονα την Κυρία με τας Καμελίας. ( Όχι, αυτή δεν επιδέχεται δημοτική. "Με τις Καμέλιες" θυμίζει προσβλητικά διαφημιστικό μεταπολεμικής σερβιέτας. " Με τα Καμελίας" μένει φθισικιά.) Κι αυτηνής το τέλος πρέπει  να ήταν αισθητικά ταπεινωτικό, ανάμεσα σε μεταχειρισμένα μπαμπάκια, όχι πολύ καθαρές δαντέλες, άφθονες λεκάνες γύρω στο ανάκλιντρο. Ας λέει ο Δουμάς. Και, φημολογείται, ήταν φάλτσα, απρόσφορη για όπερα.
Κάτω από έναν ούτε καν χλωροφορμισμένο ουρανό, κύριε Έλιοτ, τα τέως χριστουγεννιάτικα δέντρα δεν περιμένουν απορριματοφόρο. Περιμένουν τις Απόκριες, που θα τα βρουν στην ίδια θέση, τέως δέντρα πια, με πρόσθετη διακόσμηση το πέλμα θυσιασμένης γαλοπούλας, αποτρόπαιο με το μαύρο του γάντι ως το γόνατο και τα νύχια κουλουριασμένα σε στάση επαιτείας. Ο άνεμος τούς επιθέτει και καμία ψαροκεφαλή, ή κανένα γυναικείο καλσόν, προσωρινό ένοικο που περιμένει τον επόμενο ζέφυρο για περαιτέρω ταξίδια.
Το Πάσχα, οι μούμιες πλέον των χριστουγεννιάτικων δέντρων μετατοπίζονται ελαφρά, κατά τις ανάγκες του παρκαρίσματος. Εκτός αν κάποιος Αθηναίος που έφυγε με τ' αμάξι του για το χωριό του ( Πάσχα βλέπεις) δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ. Ευρυχωρία προσωρινή· άλλος θα καταλάβει τη θέση του, στο παρκάρισμα.
Πριν έλθει ο Αύγουστος, τα φαντάσματα πλέον των χριστουγεννιάτικων δέντρων εξαφανίζονται. Μεταμφιεσμένα τώρα σε λεπτή σκόνη. Και τα μελτέμια που, μη γνωρίζοντας γεωγραφία, αντί για το Αιγαίο ξέπεσαν πρόσφυγες στην Αθήνα, παίρνουν μαζί τους τη σκόνη που κάποτε ήταν δέντρο και, στον δρόμο τους προς αναζήτηση πελάγους, την αποθέτουν πάνω στα δάση με τα έλατα.
Έτσι η τέφρα των νεκρών επιστρέφει σπίτι της. Όπου θα λιπάνει τα νεαρά έλατα, να προλάβουν να ψηλώσουν, να' ναι έτοιμα για τα ερχόμενα Χριστούγεννα. Εκτός αν τα προλάβει καμία πυρκαγιά. Που ίσως να την επιζητούν. Ή πάντως να την προτιμούν: γιατί τότε πεθαίνουν στο σπίτι τους.(απόσπασμα)

Παύλος Μάτεσις, Έκθεσις ιδεών, Καστανιώτης, Αθήνα 2006

Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2021

Με τα φτερά

 

Ραφαήλ, λεπτομέρεια από την εικονογράφηση της οροφής στη Βίλα Φαρνεζίνα της Ρώμης (1517-18)

της Γεωργίας Τάτση

Ο γιατρός τοποθετώντας την ακτινογραφία στη φωτεινή οθόνη, τους είχε πει επί λέξει: Είναι ριζωμένο στο μεσοθωράκιο. Από εδώ απλώνει τα κλαδιά του στους δύο πνεύμονες και στους λεμφαδένες, σκιτσάροντας πάνω στους πνεύμονες του παιδιού τους το περίγραμμα του δένδρου με το δάχτυλό του.

Το χριστουγεννιάτικο δένδρο μέσα του. Στη σκοτοδίνη τους, είδαν   τα λαμπάκια του να αναβοσβήνουν.  

Ό,τι ήταν να συμβεί, συνέβη γρήγορα, μέσα σε ένα μήνα όλα είχαν τελειώσει.

Ξεστόλισαν το δένδρο τους στο σαλόνι, το πήραν και το πέταξαν στα σκουπίδια. Με τόσο βεβαρυμμένο ιστορικό ούτε συζήτηση να το αφήσουν δίπλα στον κάδο για κάποιον που μπορεί να το χρειάζεται.

Εκείνη κρατούσε τον κάδο ανοιχτό κι εκείνος το γύρισε ανάποδα και το έσπρωχνε λοξά να πάει στον πάτο.

Μαζεύουν τα στολίδια, τα λαμπιόνια, τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Ό,τι έχει σχέση με Χριστούγεννα το τυλίγουν στο καλό τραπεζομάντηλο. Αυτός απλώνει το τραπεζομάντηλο στο πάτωμα κι εκείνη φέρνει τα στολίδια και τα ρίχνει μέσα.

Μπάλες, αγγελάκια με ανοιχτά φτερά, αγγελάκια με κλειστά φτερά, σιντί, κορδέλες, τη φάτνη με το Χριστό, τους τρεις μάγους που ακουμπούν τα δώρα τους στα πόδια του, το χρυσό αστέρι της Βηθλεέμ.

Εκείνος δένει κόμπο τις τέσσερις γωνίες, τα παίρνει αγκαλιά και βγαίνει να τα ρίξει στα σκουπίδια.

Εκείνη πέφτει ξέπνοη στην πολυθρόνα.

Τον περιμένει και μόλις τον βλέπει να μπαίνει, ορμάει και τον βουτάει απ’ το γιακά.

Εσύ φταις, εσύ φταις... Το κατάλαβες; Δεν είχε άλλο τρόπο να σου φωνάξει «κοίταξέ με.»

Κατεβάζει τις παλάμες της στο στήθος του και τον σπρώχνει πίσω, εκείνος δεν αντιστέκεται -κατά βάθος κι αυτός το ίδιο πιστεύει για τον εαυτό του. Οπισθοχωρεί κι οπισθοχωρώντας κολλάει με την πλάτη στον τοίχο. Εκείνη κλαίει γοερά και τον ταρακουνάει από τα πέτα, εκείνος της πιάνει τα χέρια και κλαίει από μέσα του. Ησύχασε αγάπη μου, ησύχασε, της λέει, αλλά για εκείνη αυτές οι λέξεις έρχονται από μια άλλη εποχή και απευθύνονται σε άλλη, άγνωστη γυναίκα. Απορεί μάλιστα πώς τολμάει μετά από όσα έχουν συμβεί, να της λέει ησύχασε αγάπη μου, πώς τολμάει να βάζει στο στόμα του αυτές τις λέξεις;

Τον αφήνει και μπαίνει στο παιδικό δωμάτιο. Γιατί τον άφησε; Γιατί έφυγε; Μήπως ξύπνησε η μνήμη των μακρινών εκείνων ημερών που ο ήλιος έκαιγε γλυκά την πλάτη τους κι αυτοί —και οι τρεις μαζί— βουτούσαν στη θάλασσα χωρίς να έχουν επίγνωση της ευτυχίας τους επειδή όλα ήταν τόσο φυσικά ώστε κανείς δεν χρειαζόταν να αναρωτηθεί τι είναι η ευτυχία; Κάθε άλλο. Αν ήταν έτσι έπρεπε τώρα να τον εκδικείται ξεριζώνοντας τρίχα τρίχα τα μαλλιά του που άσπρισαν σε μια νύχτα όταν κοιμήθηκε αυτός και ξύπνησε άλλος.

Ίσως να τον συμπόνεσε, ίσως να αισθάνθηκε πόσο μάταιο είναι να κατεδαφίζεις το ερείπιο, πόσο ανελέητο είναι να ρίχνεις κάτω τον πεσμένο.

Στο δωμάτιο του γιου τους, μπροστά στο παράθυρο, ανοίγει τη σιδερώστρα λες και δεν έχει συμβεί τίποτα και βάζει το σίδερο στην πρίζα. Τα ρούχα του παιδιού — σωρός πάνω στο κρεβάτι του, τα είχε αφήσει η ίδια εκεί όπως τα μάζεψε από το σύρμα, τότε, ήρθε τώρα η ώρα να τα σιδερώσει.

Μόλις το σίδερο έκαψε καλά, παίρνει και σιδερώνει τα παντελόνια. Τα πόδια του, τι μακριά που είναι τα πόδια του, τι ψηλά για την ηλικία του τα κανιά του. Συνεχίζει με τα πουκάμισα, τελειώνει με τα μπλουζάκια. Τις κάλτσες και τα εσώρουχα δεν τα σιδερώνει. Τα διπλώνει απλώς και τα βάζει στα συρτάρια. Περνάει τα πουκάμισα στις κρεμάστρες, τα τακτοποιεί στη ντουλάπα, διπλώνει τα παντελόνια, διπλώνει τα μακριά μανίκια των μακό, σταυρώνοντας τα χέρια του μπροστά στο στήθος.

Εκείνος στέκεται στην μπαλκονόπορτα και κοιτάζει το νεαρό ζευγάρι με τα δυο αγόρια στην απέναντι βεράντα.

Τρώνε όλοι μαζί γύρω από το στρογγυλό τραπέζι. Ακούει τις φωνές, τις κουβέντες τους, τον ήχο από τα μαχαιροπήρουνα πάνω στα πιάτα,

παρατηρεί το μπουκάλι με το εμφιαλωμένο νερό στη μέση,

τα χάρτινα κουτιά με το χυμό,

τα παιδιά να πίνουν πορτοκαλάδα.

Τα δυο αγόρια είναι δίδυμα,

ο ένας είναι ο καθρέφτης του άλλου,

αλλά τώρα είναι διαφορετικά, το ένα αγόρι είναι ο γιος του,

μα γιατί τρώει με την ξένη οικογένεια ο γιος του;

Το παιδί καταλαβαίνει πως το κοιτάζει ο πατέρας του από απέναντι, σηκώνεται με την πορτοκαλάδα στο χέρι κι απομακρύνεται από το τραπέζι,

στέκεται δίπλα στη γλάστρα με την ελιά, τον κοιτάζει κι αυτό, του χαμογελάει,

τον χαιρετάει,

του στέλνει φιλιά με το άδειο χέρι.

Εκείνος φεύγει από την μπαλκονόπορτα και τρέχει στο παιδικό δωμάτιο, πηγαίνει σε εκείνη να της πει τα νέα.

Τη βρίσκει μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο να μιλάει με το παιδί τους, μόλις είχε φτάσει στο μπαλκόνι τους, κρατώντας στο χέρι του το ποτήρι με την πορτοκαλάδα.

Πώς κατάφερες να περάσεις το κενό αγόρι μου; Το ρωτάει.

Το παιδί τής απαντάει

Με τα φτερά μου.


Αναδημοσίευση από το περιοδικό Χάρτης  ( Ιούνιος 2021)


Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2021

Η ζωή και ο θάνατος του Τριατατικού Άγγελου Θοδωρίκου

 
Η φωτογραφία από εδώ
****
1309 - Τους χρειάζομαι ζωντανούς για να μπορώ να τους σκοτώσω.
1388 - μου τάξανε γήπεδο...
1447 - σιγά μη φοβηθώ...
1478 - μη φωνάζετε, το μέλλον σας θα μαντρώσουμε, όχι εσάς.
1514 - σιγά μην κλάψω...
1543 - κάποτε είχε ρείκια, είχε κουμαριές εδώ.
1677 - σε παράταξη μάχης.

Είχε νεύρωση με την ταξινόμηση. Στο σπίτι που είχε κληρονομήσει από τη μάνα του, έριξε τους ενδιάμεσους τοίχους και το γέμισε με σειρές ράφια για να αρχειοθετεί φράσεις από συνθήματα, από λογύδρια, από ανεπίδοτα γράμματα, από εφημερίδες. Είχε ταξινομήσει και αρχειοθετήσει υλικό από τις αρχές του περασμένου αιώνα. Ο ίδιος ήθελε ακόμη δέκα χρόνια για να κλείσει έναν αιώνα ζωής. Ταξινομούσε φράσεις από τα είκοσί του.

Α001 - Ο γκαζιέρης που μας άναβε το φως.
Α0024 - γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά , πατέρα.
Α180 - ΑΕΤΟ, εδώ ή υπογράφετε ή πεθαίνετε.
0182 - υγιαίνετε, το αυτό επιθυμώ και δι' εσάς.
ΒΟ123 - νυχτερίδες κι αράχνες, γλυκιά μου...

Ήταν Τριατατικός, έτσι το' λεγε, δηλαδή Ταχυδρομικός. Για πολλά χρόνια διανομέας, μετά κενό, μετά επαναπρόσληψη  και για πολλά χρόνια πίσω από το γκισέ να ταξινομεί τα γράμματα. Μια φορά τον βάλαν και υποψήφιο βουλευτή με την ΕΔΑ. Δεν παντρεύτηκε, ο μοναδικός του συγγενής ήταν μια ανιψιά, κόρη του συγχωρεμένου του αδελφού, η Λέλα.
Όταν μπήκαν σπίτι του, κάτι απελπισμένοι ήταν, για να τον κλέψουν, τον δέσαν, τον κάψαν με το σίδερο να τους πει πού κρύβει τα λεφτά. Δεν άντεξε η καρδιά του, έσβησε. Τα κλεφτρόνια, θόλωσε ο νους τους - όχι που πέθανε στα χέρια τους, ο θάνατος ήταν συνήθειο πια γι' αυτούς με τη σαπισμένη ψυχή -, θύμωσαν που δεν του πήραν λέξη για ό,τι ζητούσαν. Δεν ξέραν πως ποτέ κανείς δεν του' χε πάρει λέξη. Ρίξαν τα ράφια κάτω, σκορπίσαν τα ντοσιέ, βάλαν φωτιά και φύγαν.
Η Λέλα έπειτα από δυο μήνες παρέλαβε το σπίτι. Πριν, είχε κηδέψει τον νεκρό κι είχε ταχτοποιήσει όλη τη χαρτούρα και τα χαράτσια που της είχαν ζητήσει. Μπήκε σπίτι και περπάτησε πάνω στα αποκαΐδια λέξεων, φράσεων, πηχυαίων τίτλων, ανεπίδοτων επιστολών. Από τις σκόρπιες λέξεις, τις μισοκαμένες φράσεις και τα σπαράγματα των ανεπίδοτων επιστολών άρχισε να ανασυνθέτει την άγνωστη ζωή του θείου της, του ταχυδρομικού διανομέα Άγγελου Θοδωρίκου, ή αρχειοθέτη, ή αριθμητή, ή παρηγορητή, ή Τριατατικού όπως έλεγε και ο ίδιος.
Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, μαζί με την αντοχή που έπρεπε να διαθέτει τότε ένας ταχυδρομικός διανομέας για να σκαρφαλώνει στα βουνά, να διασχίζει ρεματιές, να ακροβατεί σε μαλεστράδες, γκρεμομονοπάτια, για να παραδίδει επιστολές, η δύναμη του Άγγελου Θοδωρίκου ήταν οι αριθμοί. Και να πώς φανερώθηκε και στη Λέλα αυτό.
...Κείνο τον Δεκέμβρη το χιόνι έκανε τη δουλειά του Αρχάγγελου...Ήταν η πρώτη μισοκαμένη φράση που διάβασε η Λέλα. Βγήκ' ο Χάρος να ψαρέψει με τα δίχτυα του ψυχές / ασθενείς και πεινασμένους μες στις φτωχογειτονιές...ψάρεψε το δεύτερο χαρτάκι με τους στίχους κάτω από ένα μισοκαμένο ντοσιέ και πίσω του βρήκε μια σημείωση: Πανυπαλληλική Επιτροπή: ο Χ. με πρότεινε να εκπροσωπήσω τους Τριατατικούς στη συνεδρίαση  για την απεργία. Δεν πάει άλλο με σαράντα δράμια ψωμί την ημέρα που επιτρέπουν στον καθένα μας, κι όποιος έχει να τα αγοράσει, ο θάνατος μας χτυπάει την πόρτα, ας πολεμήσουμε για τη ζωή. Από την οργάνωση έμαθα πως εισηγητής στη συνεδρίαση θα είναι ο Κ. Νικ., ο παλιός καθηγητής μου των μαθηματικών στο γυμνάσιο στην Πάνιτσα. Ίσως γι' αυτό να με πρότεινε ο Χ.
Τώρα η τύχη ή μοίρα ρίξαν αυτά τα χαρτιά να διαβαστούν πρώτα και με αυτήν τη σειρά από τη Λέλα; Αυτό είναι ερώτημα που ποτέ δε θ' απαντηθεί. Κι έτσι, όπως ο σκηνοθέτης σηκώνει με τους ηθοποιούς, φράση φράση, ατάκα ατάκα, το έργο στη σκηνή, η Λέλα άρχισε να στήνει την πρώτη πράξη.
...Βρήκαν κι όνομα οι γιατροί, " οίδημα εκ πείνης", για τους τουμπανιασμένους νεκρούς...
"Άραγε πόσοι να πεθαίνουν την ημέρα;"

Η συνεδρίαση έγινε σε ένα σπίτι στον Κολωνό που ο κήπος του συνόρευε με τον κήπο του Ορφανοτροφείου. Ένας ένας οι σύνεδροι φτάναν με ένα πακέτο στα χέρια, πως τάχα μου ήταν για τα ορφανά, και μπαίναν στον κήπο του Ορφανοτροφείου. Μόλις είχε δημοσιευθεί η έκκληση του Δαμασκηνού "...προτεραιότητα στα παιδιά, να μην πεθάνει το μέλλον, ψωμί, λάδι, γάλα, κρέας για τα παιδιά..." κι έτσι τα μέτρα ασφαλείας είχαν χαλαρώσει και κανείς απ' τους φύλακες δεν τους σταμάτησε να τους ψάξει ή να τους πει να ανοίξουν τα πακέτα που κρατούσαν. Ο ένας από τους φύλακες ήταν μιλημένος. Στα δυο από τα πακέτα είχαν τις προκηρύξεις για τις αυξήσεις στους μισθούς και τη μικρή μπροσούρα " για το Ψωμί και την Ελευθερία". Μόλις βράδιασε, άνοιξαν το πλαϊνό πορτάκι που συνέδεε τους δυο κήπους και μπήκαν στο σπίτι. Μαζεύτηκαν εκπρόσωποι των δημοσίων υπαλλήλων ακόμη κι από το Υπουργείο Ασφαλείας. Κατέβηκαν στο υπόγειο να συνεδριάσουν, ντύσαν με παλιές εφημερίδες τα τζάμια για να μη φαίνεται το φως απ' τα κεριά, τα σπαρματσέτα, κι αρχίσαν να τα λένε. Τα τρία Τ [ Ταχυδρομεία - Τηλεγραφεία - Τηλέφωνα ]  εκπροσώπησε ο Άγγελος Θοδωρίκος. Αγκαλιαστήκαν με τον παλιό του δάσκαλο, τον Κ. Νικ., κι είπαν για τα παλιά και για κοινούς γνωστούς στην Πάνιτσα και στο Γύθειο. Ένα δυο τούς είχαν εκτελέσει. Κι ένας υπηρετούσε στο Σώμα Εθελοντών που βοηθούσαν την Γκεστάπο. Ομόφωνα πέρασε η απόφαση για την απεργία. Έτσι κι αλλιώς ο θάνατος όχι μόνο χτυπούσε την πόρτα, είχε μπει και στο χολ των σπιτιών. Μοιράσαν και καθήκοντα για να εξασφαλιστεί η επιτυχία και περιμέναν το ξημέρωμα, τη λήξη της απαγόρευσης της κυκλοφορίας, για να βγουν να γυρίσουν στις δουλειές τους. Όμως στον Άγγελο Θοδωρίκο δεν ανέθεσαν τίποτα, δεν του' παν τι να κάνει κι ούτε προκηρύξεις του δώσαν, κι αυτός μέσα του δαγκώθηκε, ένιωσε πως τον μειώναν και πως δεν του 'χαν εμπιστοσύνη. Φύγαν όλοι κι έμεινε αυτός καθισμένος στην καρέκλα να τον τρώει η πίκρα. Σηκώθηκε να φύγει και αυτός, και τον σταμάτησε ο δάσκαλος.
" Φύγαν όλοι; 'ντάξει! Τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους, θα κατεβάσουν το μήνυμα της απεργίας εκεί όπου δουλεύουν, θα μοιραστούν οι προκηρύξεις, θα φωνάξουν την απόφαση με τα χωνιά στις γειτονιές το βράδυ, και παρέες με το ακορντεόν θα γράψουν το σύνθημα στους τοίχους, αλλά δε φτάνουν αυτά. Έχεις ένα δυνατό όπλο, Άγγελε, θα το χρειαστούμε, ή μάλλον δύο όπλα".
Στον Άγγελο Θοδωρίκο αμέσως έσβησε η πίκρα μέσα του. Αποκαταστάθηκε η θιγμένη του αξιοπρέπεια, σήκωσε ανάστημα και κοίταξε τον δάσκαλο με απορία.
" Οι αριθμοί, Άγγελε, και η δουλειά σου είν' τα όπλα σου. Γνωρίζω την τρέλα σου με τους αριθμούς και τα παιχνίδια της αριθμητικής  που γεννούσε η γκλάβα σου, όταν σε είχα μαθητή. Αυτή είναι η μία ικανότητά σου που θα μας χρειαστεί. Η άλλη είναι η δουλειά σου. Τριατατικός. Τι θέλω από σένα; Πόρτα πόρτα που μοιράζεις τα γράμματα, θα μοιράζεις και στα σπίτια που δεν έχουν. Φτιάξε δικές σου επιστολές προς παράδοση για να σου ανοίγουν οι πόρτες. Δε φτάνει μόνο η απεργία. Πρέπει να μετρήσουμε θανάτους, Άγγελε, τους βλέπουμε εμείς που πεθαίνουν και τρομάζουμε, πόσοι όμως; Πρέπει να ξέρουμε. Το μέγεθος, Άγγελε. Οι αριθμοί δε λένε ψέματα κι αυτοί κατηγορούν ο ένας τον άλλον για τον αποκλεισμό κι εμάς για υπερβολή που τους λέμε πως πεθαίνουν διακόσιοι άνθρωποι την ημέρα και κανείς δεν κάνει τίποτα, κι ο Θάνατος συνεχίζει ανενόχλητος τη μαύρη του δουλειά. Θέλω πόρτα πόρτα, που θα μοιράζετε τα γράμματα, να πεις και σε συναδέλφους σου που τους έχεις εμπιστοσύνη να σε βοηθήσουν, να μην αφήσετε σπίτι σε ολόκληρη την Αθήνα που να μην έχετε ρωτήσει πόσους νεκρούς έχουν απ' την πείνα κι απ' το κρύο, και να τους καταγράψετε, έναν προς έναν κατά ηλικίες, και κατά εργασία, και κατά φύλο, όπως ξέρεις κι όπως σε έμαθα. Θα τρομάξουμε κι εμείς οι ίδιοι από το μέγεθος. Και μετά θα τους τρίψουμε στη μούρη το έγκλημα, τις διαστάσεις του. Θα στείλουμε παντού τους αριθμούς, σε όλες τις ουδέτερες χώρες, σε όλους τους οργανισμούς, ακόμη και στους ίδιους τους υπαίτιους. Η ακρίβεια των αριθμών θα τους τρομάξει. Κοντά στο νου κι η γνώση, Άγγελε, για να πειστούν και συνάδελφοι που φοβούνται πιο πολύ εμάς παρά τον θάνατο που μπήκε στην αυλή τους, γιατί νομίζουν πως μόνο τους άλλους θα αγγίξουν κι ΄όχι αυτούς. Πρέπει να πετύχει η απεργία μας και να σπάσει ο αποκλεισμός. Οι δημόσιοι υπάλληλοι σε αυτές  τις συνθήκες είμαστε προνομιούχοι. Έχουμε δουλειά και σταθερό τόπο εργασίας. Είναι ένα προνόμιο αυτό που άλλοι δεν το' χουν, Άγγελε. Σαν αντίδωρο σε εμάς πέφτει ο κλήρος να αγωνιστούμε για όλους".
Τα' πε μονορούφι και πάθος ο δάσκαλος, κι είχε βαρύνει ακόμη και το υπόγειο από τη σοβαρότητα και, σπίρτο καθώς ήταν, το κατάλαβε κι έκλεισε με το γνωστό αστείο που κάναν στις συνεδριάσεις με τους νεοπροσήλυτους Τριατατικούς: " Τι είν' τα τρία Τ, συναγωνιστή;" " Τόλμη, Ταχύτης, Τακτική", του φώναξε σε στάση προσοχής ο Άγγελος γελώντας, και αγκαλιαστήκαν και δώσαν τα χέρια, και συμφωνήσαν αμέσως τα πώς και το πότε της δουλειάς ο μαθητής με τον δάσκαλο.

...έπειτα από ακριβείς έρευνες της Κεντρικής Πανυπαλληλικής Επιτροπής ο αριθμός των νεκρών από την πείνα και το βαρύ κρύο στο τετράμηνο Νοέμβρης - Φλεβάρης ξεπέρασε τις τριακόσιες είκοσι πέντε χιλιάδες στο σύνολό τους και τους τετρακόσιους νεκρούς την ημέρα...Χτυπήθηκαν περισσότερο οι ηλικιωμένοι άντρες άνω των πενήντα ετών και τα νεογέννητα...Τεράστιο το έγκλημα...

[ ΚΟΜΕΠ, αρ. φύλλου 4-5 / Αυγ. 1942]...η μεγαλειώδικη πανελλαδική κινητοποίηση στις 25 του Μάρτη και η ηρωική πανυπαλληλική απεργία του Απρίλη των δημοσίων υπαλλήλων με μπροστάρηδες τους Τριατατικούς έκαναν τον κατακτητή να σκεφθεί πως πρέπει ν' αφήσει και κάτι για τους Έλληνες...

...ήρθη ο από θαλάσσης αποκλεισμός...προσωρμίσθη η πρώτη φορτηγίς εκ Καναδά πλήρης σίτου και εριφίων...δυστυχώς  το εκ Τουρκίας προερχόμενον " Κουρτουλούς " νεναυάγηκεν ανοιχτά του Μαρμαρά κατά το πέμπτον του ταξίδιον...

Αγρονομική διάταξις υπ' αριθμ. 103/942 " δεσμεύεται παν εμπόρευαμ προερχόμενον εξ αλλοδαπής προελεύσεως και ευρισκόμενον εις τας τελωνειακάς αποθήκας από τούδε και εις το εξής..."

Τι είχε, Γιάννη; Τ' είχα πάντα!

Η απεργία πέτυχε, η συμμετοχή ήταν καθολική. Η πρώτη γκρούπα των απεργών ξεκίνησε στις δέκα το πρωί από το Μέγαρο Μελά, στην Πλατεία Κοτζιά, όπου στεγαζόταν το κεντρικό κατάστημα των ΤΤΤ. Μέσα στο κτίριο είχε ασανσέρ σαν μεγάλα κουτιά, που ανεβοκατεβαίναν χωρίς στάση στους ορόφους. Κινούνταν αργά κι έτσι μπορούσες να πηδήσεις χωρίς κίνδυνο στον όροφο που ήθελες. Κι έβλεπες από κάθε όροφο να αδειάζουν τα γραφεία κι ο ένας με τον άλλον να πηδούν στο κινούμενο κουτί για να βγουν κάτω, στη μεγάλη σάλα πριν από την έξοδο· ένας μόνο καθώς πηδούσε στραμπούλησε  το πόδι του κι έπεσε κάτω. Στη σάλα πριν από την έξοδο ο Άγγελος Θοδωρίκος τούς εφοδίαζε με το περιβραχιόνιο της διαμαρτυρίας και μετά κατά τριάδες βγαίναν έξω στην πλατεία. Γέμισε Τριατατικούς η πλατεία, με την ελληνική σημαία μπροστά και ήπια συνθήματα, περιορισμένα στον πόλεμο κατά της πείνας και την αύξηση των μισθών, όπως τα' χαν συμφωνήσει. Μετά ήρθαν κι άλλοι από τα γύρω υπουργεία και τις υπηρεσίες , κι από το Ταμείο Νομικών που ήταν δίπλα στην οδό Σωκράτους, κι η πορεία ξεκίνησε. Μεγαλειώδης. Κι ο κόσμος στη Σταδίου έκλαιγε που' βλεπε την αξιοπρέπεια, την αντίσταση, το θάρρος. Του' χαν λείψει· η πείνα είχε γίνει ταπείνωση, απανθρωπιά, φόβος και θάνατος. Οι διανομείς από τους Τριατατικούς είχαν πάρει μαζί τους και τις παλιές μικρές χάλκινες τρομπέτες που παλιά σαλπίζαν την άφιξή τους, να μαζευτεί ο κόσμος στην πλατεία να μοιραστούν τα γράμματα, και τώρα αυτές καθώς τις φυσούσαν λάμπαν στον ανοιξιάτικο ήλιο και ηχούσαν  μαζί με τα συνθήματα, κι ήταν σαν λειτουργία δοξαστική, που' χε βγει στους δρόμους. "...Κι ο θάνατος δε θά' χει πια εξουσία..." Κι αναθάρρησε ο κόσμος, και τον θάνατο δεν τον φοβούνταν πια και μπήκαν κι αυτοί, που πριν ήσαν θεατές, μες στην πορεία.
Απρίλιος του 1942 ήταν αυτό. Μάιο ήραν τον αποκλεισμό και τα δύο μέρη και φτάσαν τα πρώτα καράβια από τον Καναδά και τις Ηνωμένες Πολιτείες με στάρι, κρέατα κατεψυγμένα , γάλα σκόνη και ρουχισμό. Και Ιούνιο δόθηκαν οι πρώτες αυξήσεις στους μισθούς. Όμως τους μισθούς τούς έφαγε ο πληθωρισμός που' τρεχε  με σπασμένα φτερά, το ψωμί από εβδομήντα δραχμές η οκά ανέβηκε στις χίλιες πεντακόσιες και τη βοήθεια, που' ρχόταν με τα καράβια, πονηροί ντογάνοι και ουαί υμίν τελώνηδες και φρούραρχοι Φαρισαίοι την πουλούσαν στους μαυραγορίτες. Αλλά κάτι έμενε και για τις γειτονιές και τις ενορίες. Έμπαινε  και καλοκαίρι κι ανοίξαν οι δρόμοι με την επαρχία, κι άρχισε να τσουλάει κάπως η χαμοζωή. Βγήκαν και τα χωνιά στους δρόμους και διαλαλούσαν " αντισταθείτε" [ "...σε μένα ακόμα που σας ιστορώ. Αντισταθείτε..." - στίχος που διασώθηκε απ' τη φωτιά από ποίημα του Μιχάλη Κατσαρού], και στο βουνό αντάρτες και μετά ήρθαν και τα καλά τα νέα πως τσακίζουν τη μούρη τους οι Γερμανοί στο Ρωσικό Μέτωπο κι άρχισε πλέον να σεργιανά στους δρόμους ξανά η ελπίδα.

" Κι ο Άγγελος Θοδωρίκος, ο θείος σου;" ρώτησε ο Ξένος τη Λέλα.
Τους είχε μαζέψει, φίλους, στο σπίτι της να τους διαβάσει αυτά που' χε γράψει, τα βασισμένα σε αποκαΐδια φράσεων, λέξεων και ανεπίδοτων  επιστολών, για τον θείο της.
" Θα σας διαβάσω πρώτα άλλα δυο απ' τα μισοκαμένα χαρτιά και μετά θα σας πω τι έγινε ο Τριατατικός Άγγελος Θοδωρίκος. Το πρώτο είναι στίχοι, όσοι σώθηκαν από ένα σκωπτικό τραγούδι "...γεια σου, ρε Παπα...ν..., χαιρετισμούς στον Φύρερ και πες του πως η κούτρα σου είναι γεμάτη ψείρες, κι από της τσέπης σου τα άκρα ένα πακέτο μάρκα...". Δυστυχώς το όνομα το' χει καταστρέψει η φωτιά, μα το δεύτερο αποκαΐδι που ήταν μαζί με τους στίχους κλασαρισμένο φωτίζει το πρώτο. Ήταν τραγούδι για αρχηγό από τα Τάγματα Εθελοντών, που μαζί με τους άντρες του και τους αξιωματικούς του είχαν στείλει τηλεγράφημα συμπαράστασης στον Χίτλερ, μετά την απόπειρα δολοφονίας του".
" Άσύλληπτο...τρομακτικό...στον Χίτλερ τηλεγράφημα από Έλληνες στη διάρκεια της Κατοχής;" είπε η Μαρία, η πιο μικρή της παρέας.
" Πιο ασύλληπτο είναι το δεύτερο ντοκουμέντο που θα σας διαβάσω τώρα", τους είπε η Λέλα κι έπιασε το μισοκαμένο από τη φωτιά κομμάτι εφημερίδας: "...επ' ευκαιρία της διασώσεώς του ο Φύρερ διαβιβάζει τας ευχαριστίας του προς τον Συνταγματάρχην Π...προσωπικώς και τους μαχομένους τον μ...βικι...μό εθελοντές του των Ταγμάτων Ασφαλείας...Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα του Πύργου Πρωΐα στις 13 Αυγούστου του 1944".
" Ο Π. ποιος να ήταν;..." ρώτησε η Μαρία.
"...αυτούς τους τύπους πρέπει να τους παραδίδουμε στην Ιστορία...το τηλεγράφημά τους ήταν σαν να φτύναν στον τάφο τόσων νεκρών...πρέπει να μάθουμε ποιος ήταν αυτό ο Π.", συμπλήρωσε ο Ξένος.
" Δεν ξέρω, η φωτιά έκαψε το όνομα κι ούτε μπορώ να υποθέσω ποιος ήταν", του απάντησε η Λέλα. " Ξέρω μόνο - στις σημειώσεις του θείου μου το διάβασα αυτό, στο προσωπικό του ημερολόγιο που και αυτό μισοκάηκε - πως η πείνα και ο φόβος καμιά φορά την ψυχή τη μεταστρέφουν, και το έγκλημα κι ο φόνος τότε μοιάζουν στο μυαλό αυτών των ανθρώπων δρόμος προς τη Σωτηρία. Ο φονιάς εκείνη τη στιγμή πείθει τον εαυτό του πως το θύμα είναι πράγμα, εμπόδιο για τη Θέωση, απειλή, μίασμα κι όχι άνθρωπος, κι ο ίδιος νομίζει πως είναι το τιμωρό χέρι του Θεού ή του αρχηγού του...ο αρχηγός σε τέτοιες ομάδες παίρνει τη θέση του Θεού, της ύψιστης Αρχής...γράφει ο Άγγελος Θοδωρίκος. Όμως γιατί σας τα διάβασα αυτά τα δύο αποκαΐδια;'
"  ' ντάξει, για να μην ξεχνάμε...το καταλάβαμε", είπε η Μαρία. " Όποιος ξεχνά αυτά που έπαθαν οι πριν από αυτόν είναι καταδικασμένος να τα ξαναζήσει".
" Όχι, σας τα διάβασα γιατί αυτά τα δύο ντοκουμέντα ήταν η αιτία που συλλάβαν τον θείο μου και τον κλείσαν στο Στρατόπεδο, στο Χαϊδάρι. Εκεί πηγαίναν όσοι ήταν προγραμμένοι να εκτελεσθούν..."
" Και πώς συνδέεται η σύλληψή του με αυτά τα δύο απίθανα τηλεγραφήματα;" ρώτησε ο Ξένος.
" 1944 ήταν", του απάντησε αμέσως η Λέλα. " Όλοι βλέπαν πως από μέρα σε μέρα πλησίαζε η ήττα για τους Γερμανούς και θα ξεκουμπίζονταν  από δω. Έτσι, πολλοί από αυτούς που' χαν συνεργαστεί μαζί τους θέλαν να σβήσουν τα ίχνη αυτής της συνεργασίας".
" Όταν βουλιάζει το καράβι, οι πρώτοι που τρέχουν να σωθούν είναι οι αρουραίοι", γέλασε ο Ξένος.
" Πολλοί οι θάνατοι, πολλές οι προδοσίες που τους βαραίναν και μύριζε η ατμόσφαιρα μπαρούτι και έκτακτα δικαστήρια. Ο Άγγελος Θοδωρίκος ήταν αυτός που' χε παραλάβει το συγχαρητήριο τηλεγράφημα του Χίτλερ, είχε βάρδια εκείνο το βράδυ στον τηλέγραφο. Ρώτησαν αυτοί, έμαθαν ποιος είχε βάρδια. Κι ο Άγγελος όμως αμέσως κατάλαβε τη σημασία του τηλεγραφήματος. Ντοκουμέντο, τρανταχτή απόδειξη για όσους είχαν " προσκυνήσει " , όπως έλεγε. Έτσι το' ψαξε παραπάνω για να το τεκμηριώσει και με άλλα στοιχεία. Κι από συναδέλφους του βρήκε και το αντίγραφο του τηλεγραφήματος του συνταγματάρχη Π. και των αντρών του, προς τον Χίτλερ. Και αυτό το τηλεγράφημα περιείχε και τα ονόματα όλων όσοι το είχαν υπογράψει".
" Κι απ' ό,τι κατάλαβα, το μάθαν κι αυτοί κι έπρεπε να εξαφανίσουν μαζί τα τηλεγραφήματα και τον μάρτυρα".
" Πριν τον συλλάβουν, όμως, ο θείος μου πρόλαβε και τα ' στειλε στις εφημερίδες. Οι εφημερίδες όμως δημοσίευσαν μόνο το ευχαριστήριο τηλεγράφημα του Χίτλερ, όχι το άλλο με όλα τα ονόματα. Δύσκολη εποχή, ίσως δε θέλαν να διχάσουν".
" Και τα ανεπίδοτα γράμματα;" ρώτησε η Μαρία.
" Στο Χαϊδάρι ως κρατούμενος Τριατατικός ο Άγγελος Θοδωρίκος ανέλαβε αυτός, από την ομάδα συμβίωσης, την επίδοση των επιστολών στους συγκρατούμενούς του. Σε πολλούς απ' αυτούς είχαν ξεκληριστεί οι οικογένειες τους και δεν είχαν κανέναν να τους φροντίσει ή αγνοούσαν πως δε ζούσαν πια οι δικοί τους, κι ο Άγγελος άρχισε να γράφει ο ίδιος επιστολές και να τις επιδίδει σε αυτούς που δεν περιμέναν κανένα γράμμα. Συγκρατούμενοι ήταν, τα λέγαν για τη ζωή τους ο ένας στον άλλον, κι έτσι ήξερε ποιο όνομα φίλου ή συγγενή να αναγράφει στη θέση του αποστολέα. Όμως, οι επιστολές που πήγαινε να επιδώσει συχνά μέναν στα χέρια του, γιατί ο παραλήπτης έλειπε. Ήταν άδειο το κρεβάτι του. Βαθιά μεσάνυχτα τον είχαν πάρει για εκτέλεση", απάντησε η Λέλα και σιωπή έπεσε ανάμεσά τους.
Η Μαρία σηκώθηκε. Πήγε στο παράθυρο και κοιτούσε έξω την πόλη, την Αθήνα. Πάνω από τον Υμηττό ξημέρωνε. Ούτε που το κατάλαβε πώς πέρασε η ώρα. Σαν μια ανάσα, τόσο της φάνηκε.
" Και στο Χαϊδάρι;" γύρισε και ρώτησε τη Λέλα.
" Είχε πάρει πια το πάνω χέρι η Αντίσταση, κι ένα βράδυ, ο παλιός του δάσκαλος το οργάνωσε, σε συνεννόηση με την ομάδα συμβίωσης, μπήκαν κρυφά απ' το σύρμα και τους βγάλαν, είκοσι θανατοποινίτες προλάβαν και σώσαν, ανάμεσά τους και τον Άγγελο. Δέκα μέρες μετά εκτελεστήκαν οι πενήντα οχτώ, ανάμεσά τους και δώδεκα γυναίκες. Μέχρι τελευταία μέρα εκτελούσαν οι Γερμανοί. Μια μηχανή που σκότωνε τους είχε κάνει ο Φύρερ κι ο φόβος. Ο φόνος είναι φόβος, η τελευταία σημείωση του θείου μου στο ημερολόγιο".
Τους έδειξε την καμένη σελίδα η Λέλα.
Η Μαρία προσπάθησε να ανασυνθέσει εντός της την εικόνα του Τριατατικού Άγγελου Θοδωρίκου. Όμως, έξω απ' το παράθυρο ο ήλιος άνοιγε μάτι πάνω από τον Τρελλό.
"Καινούργια μέρα ξημέρωσε. Να σας φτιάξω έναν καφέ;" τους ρώτησε.
" Ναι, και συνεχίζουμε αύριο", είπε και η Λέλα, κι έκλεισε το ντοσιέ με τις καμένες φράσεις, τους τίτλους, τις σκόρπιες λέξεις.

...πέρασε λίμνες, πέρασε βουνά, τα' βαλε με τον δράκο του νερού...μετά γύρισε σπίτι να ξαποστάσει, και τον τσίμπησε μια σφήκα και πέθανε...




Από την εξαιρετική συλλογή διηγημάτων " Ιστορίες Ταχυδρομείου", που εξέδωσαν τα Ελληνικά Ταχυδρομεία τον Δεκέμβριο του 2014

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2021

Ο Βοριάς κ' η Νοτιά ( σ' ένα ρημονήσι)

 
Ο πίνακας  από εδώ

Φυσά ο κυρ Βοριάς, κι όλη η πλάση, που σώπαινε πριν, γίνεται βουερή. Βογγάνε τα δέντρα, σφυρίζουνε τα κλωνιά, σουσουρίζουνε τα ξάρτια και τάλμπουρα του καραβιού, μουγκρίζουνε τα κύματα. Για μια στιγμή λιγοστεύει η βουή, κ' ύστερα με μιας δυναμώνει και ρυάζεται ο άνεμος, σαν να πονά. Ο αγέρας μπαίνει σε κάθε κουφάλα της πέτρας, σε κάθε τρύπα του τοίχου και φωνάζει, κλαίγει, μουρμουρίζει. Θαρρείς πως όλα τα θουβά πήρανε φωνή. Κάθε δέντρο, αναλόγως τη σύσταση που έχουνε τα φύλλα του και τα κλωνάρια του, βγάζει το δικό του βόγγο. Αλλιώς κλαίνε οι πεύκες, αλλιώς βογγάνε οι εληές, αλλιώς φυσομανούνε οι πλάτανοι, αλλιώς  φωνάζουνε οι λεύκες, αλλιώς τα κυπαρίσσια, αλλιώς οι βαλανιδιές, αλλιώς τα καλάμια, αλλιώς τα πουρνάρια, αλλιώτικα οι οξυές, οι καρυδιές, οι καστανιές, οι μουριές, οι συκιές και τάλλα.
Απ' ολόκληρο το βουνό βγαίνει ένας αχός και σκορπά μακρυά, σαν να φωνάζουνε  κάποια πλάσματα πούναι κρυμμένα στα λαγκάδια του. Ο αγέρας είναι αναταραγμένος, ώρες - ώρες δροσερός, ώρες - ώρες ζεστός και βαρύς. Αποπάνω, ο ουρανός στέκεται θολός βαθυγάλαζος, που γίνεται πιο ανοιχτόχρωμος στα θεμέλια του, πάνω από τις κορφές των βουνών. Ο ήλιος λαμποκοπά, χωρίς να τον αποσκιάσει  κανένα σύννεφο. Ο αγέρας σκουπίζει ολοένα τον γυάλινο θόλο τουρανού, σαν το βλέφαρο που σκουπίζει ακατάπαυστα το κρύσταλλο του ματιού.
Τα ψηλά δέντρα γέρνουνε τις κορφές τους και πάλι τις ανασηκώνουνε βαριά. Τα μικρότερα παίζουνε τα κλαδιά τους σαν να χορεύουνε, μα ώρες - ώρες τα κακόμοιρα καμπουριάζουνε σαν να ζητάνε έλεος από τον άγριο άνεμο που τα δέρνει.
Το γυμνό πετρόβουνο ρουχαλίζει βουβά κ' εκείνο από τον βοριά. Οι πέτρες κ' οι βράχοι του βγάζουνε ένα μουγκό αχολόγημα, μαζί με τα ξεράγκαθα και τ' αγριοχόρταρα. Ο αγέρας μυρίζει τριμμένη στουρναρόπετρα. Ο μισογκρεμισμένος πύργος που στέκεται στηνκορφή του έρημος, γίνεται πιο άγριος με τη φουρτούνα. Οι παληές και σκουριασμένες πέτρες του σφυρίζουνε. Τα μπιντένια του, που τάχει καταφαγωμένα η πολυκαιρία, ο άνεμος, η βροχή κι ο ήλιος, ουρλιάζουνε άγρια. Ο βοριάς πέφτει μέσα στο χάλασμα και βροντά απάνω στους χαλασμένους τοίχους και μουγκρίζει μέσα στις τρύπες που απομείνανε από τα σαπισμένα δοκάρια σαν τις ματότρυπες στο νεκροκέφαλο. Κουνιούνται και βογγάνε τα ασπαλάθια που έχουνε φυτρώσει απάνω στο κάστρο, μαζί με καμμιά αγριοσυκιά ή κανένα πρίνο που είναι ριζωμένος στα γέρικα σπλάχνα του. Έρχεται ώρα που ο αγέρας γίνεται θηριό αβάσταχτο, και τόση βροντή και σαματά κάνει απάνω στο χάλασμα, που θαρρείς πως θα το γκρεμνίσει· σου φαίνεται πως λυγάνε οι γωνιές των τειχιών του. Μα αυτοί οι δυό αντίμαχοι είναι συνηθισμένοι σ' αυτόν τον πόλεμο, που βαστά χίλια χρόνια. Ο αγέρας κοσκινίζει το λίγο χώμα και τις μικρές πέτρες που πέφτουνε από τους τοίχους και τις σκορπά μαζί με τις μαύρες κοπριές των γιδιών, που ανεβαίνουνε να βοσκήσουνε καμμιά φορά ως εδώ απάνω. 
Πέρα, κάτω, κατά τον Βοριά, ξεχωρίζει ένα κομμάτι θάλασσα πίσω από τα ξερά χαμόβουνα. Το χρώμα της είναι σαν γαλαζόπετρα. Η αρμύρα της μυρίζει ως εδώ απάνω, μιαν ώρα μακρυά.
Σαν τα κλωσσόπουλα που βλέπουνε τον ίσκιο του αητού και τρέχουνε τρομαγμένα και τρυπώνουνε όπου βρούνε, έτσι και τα πλεούμενα τρυπώνουνε στα λιμάνια, σαν ακούσουνε τον βοριά να κατεβαίνει. Κατεβαίνει πολλές φορές, καλωσυνάτος και χαρούμενος. Μα είναι κι άλλες φορές που κατεβαίνει θυμωμένος και καραμουντζωμένος. Τότες η θάλασσα μελανιάζει από το φόβο της, και τα νερά της σπρώχνονται από τον άνεμο και κάνουνε βαθειά αυλάκια, που κυλιούνται παφλάζοντας κι αφρίζοντας κατά τη νοτιά. Από το ατελείωτο πέλαγο ακούγεται ένα αχολόγημα ακοίμητο. Οι κάβοι που κυττάζουνε κατά τον βοριά είναι απόγκρεμνοι και καταφαγωμένοι απ' αυτόν τον φοβερό στρατό των κυμάτων που χτυπάνε κι αναπηδάνε οι αφροί τους ως το φρύδι του μαύρου βράχου που είναι ριζωμένος στην άβυσσο.
Όλη τη μέρα ο ήλιος καίγει την έρημη θάλασσα και τις βουβές πέτρες, κι ο βοριάς σαλαγά τα αγριεμένα πρόβατά του που δεν σώνονται ποτέ, κι ακούγεται ο φοβερός ρούφουλας, σαν να μην έπαψε από τότε που έγινε ο κόσμος.
Την ώρα που βασιλεύει ο ήλιος, αγριεύει πιο πολύ η αναταραγμένη άβυσσος, και γίνεται σαν νάναι ατσάλι λυωμένο. Οι άσπροι αφροί που ημερεύανε λίγο τη θάλασσα, με το βασίλεμα γίνουνται κόκκινοι και βυσσινοί. Και σαν βουτήξει ο ήλιος μέσα στα νερά, σταχτώνουνε κι αυτοί απάνω στις μελανές και σκοτεινές σπηλιές των κυμάτων. Με το χάσιμο του ήλιου, μονομιάς η φουρτούνα δυναμώνει, ο βόγγος, τα ουρλιάσματα κ' η ταραχή γίνουνται φοβερά. Όσο σκοτεινιάζει, τόσο πιο άγρια μουγκρίζουνε τα πνεύματα της καταιγίδας. Η ψυχρή νύχτα σκεπάζει την ταραγμένη άβυσσο. Άραγε ο ήλιος θα ξαναβγεί να δώσει ελπίδα στον φοβισμένον  άνθρωπο;

* * *

Πόσα θυμάμαι σαν φυσά νοτιά, αυτός ο ογρός και χλιαρός καιρός που δίνει στην πλάση μιαν ιδιαίτερη όψη, ολότελα διαφορετική από το βοριά κι από τους άλλους καιρούς! Όλα τα τυλίγει μέσα σε μιαν αντάρα, βουνά και πολιτείες. Μια δυναμώνει, μια λασκάρει. Για μια στιγμή φουρτουνιάζει και φέρνει ένα σκοτάδι μελανό, που λες και νύχτωσε μέρα - μεσημέρι και σε λίγο ξανοίγει πάλι και βγάζει ήλιο χαρά Θεού. Και πάλι ξαναφρεσκάρει και ρίχνει καμμιά μπόρα και πάλι κόβει κι έτσι ολοένα φουρτουνιάζει και βάζει αγέρα, μέρες πολλές. Ενώ ο βοριάς είναι στρωτός και σίγουρος καιρός, κι όσο περνάνε οι μέρες, τόσο στρώνει. Η νοτιά φυσά μ' ένα δικό της φύσημα κ' έχει μια βουή δυνατή και ξεσυρμένη. Άξαφνα δεν ακούγεται ολότελα, και λες πως μπουνατσάρισε κ' έπεσε ο αγέρας, και γίνεται σιωπή ολότελη και σε μια στιγμή πιάνει άξαφνα και βογγά σαν να θέλει να πάρει τη σκεπή. Έτσι φυσά η νοτιά, μπουρίνια - μπουρίνια, για τούτο τη λένε και παλαβονοτιά. Κι όσο περνάνε οι μέρες τόσο σκυλιάζει, ενώ ο βοριάς τ' ανάποδο, όσο περνάνε οι μέρες τόσο στρώνει. Γι' αυτό λένε οι θαλασσινοί:

Γέρο βοριά αρμένιζε 
και νότο παλληκάρι

Και δεν είναι μονάχα αυτά τα συνήθεια της νοτιάς, αλλά κ' η όψη που δίνει στην πλάση είναι αλλιώτικη· την σκεπα΄ζει με μυστήριο. Το φως της μέρας πότε σταχτί, πότε κιτρινωπό, πότε χωματένιο, κατά την ώρα. Τα βουνά είναι ανταριασμένα, και μια φαίνουνται μια χάνουνται. Τα δέντρα ανεμαλλιάζουνται. Τα σύννεφα τρέχουνε γλήγορα και γέρνουνε τα κεφάλια τους κατά τον βοριά κι ολοένα βγαίνουνε καινούρια σύννεφα πίσω από τα βουνά και φουσκώνουνε σαν αφροί. Άλλα πάλι τυλίγουνται σαν το μαλλί της ρόκας, και κολλάνε απάνω στις πλαγιές των βουνών από τη νοτινή μεριά. Ο ουρανός αλλάζει όψη κάθε τόσο. Για μια στιγμή σκίζουνται τα σύννεφα και βγαίνει σαν δοξαριά η θολή αχτίδα του ήλιου, και πάλι σφαλάνε οι σκισμάδες κ' οι τρύπες που ανοίγουνε τα σύννεφα, κι ο ουρανός γίνεται μαλακός  σαν χάλκωμα. Η θάλασσα παίρνει όψη αλλιώτικη· τα νερά μελανιάζουνε, και πέρα το πέλαγο το σκεπάζει μια θολούρα που χάνεται. Απάνω από τη θολούρα στέκεται ολόγυρα ένα φως σαν το θαμπό γυαλί, σαν το συντέφι. Το πέλαγο βγάζει ένα βογγητό βραχνιασμένο σαν να ρουχαλίζει. Οι θάλασσες ανακαμαριάζουνε βαριά, και κει που χυπάνε στα βράχια τα νερά είναι θολά κ' οι βράχοι σταχτιοί. Από ψηλά ακούγεται το βογγητό του πελάγου, σαν νάναι κανένα κοπάδι από βουβάλια. Σαγανάκια χυμίζουνε κάθε τόσο και μελανιάζουνε τη θάλασσα. Ώρες - ώρες βγαίνει από μια θυρίδα τ' ουρανού ένας ήλιος σπανός κι ασπροκίτρινος και πέφτει απάνω σε μια μεριά της θάλασσας και σε κανένα κάβο που στέκεται έρημος πέρα μακρυά, ενώ από την άλλη μπάντα το πέλαγο είναι μαύρο και μπορινιασμένο. Σαν αρμενίζεις με τη νοτιά, πρέπει νάχεις το νου σου και τη σκότα στα χέρια, γιατί πέφτει άξαφνα μαζεμένος ο αγέρας σε μια στιγμή, και τα παίρνει κάτω όλα, πανιά κι αντένες. Ο αγέρας είναι ακατάστατος, πότε έρχεται από δω, πότε από κει. Στρώνει για μια στιγμή κ' ύστερα σκυλιάζει μονομιάς, που μπορεί ν' αναποδογυρίσει τη βάρκα, όσο να ορτσάρεις.
Αναλόγως τον καιρό, είναι και τα αισθήματα που έχει μέσα του ο άνθρωπος. Ο βοριάς είναι καθαρός και σαν φυσά, όλα μιλάνε καθαρά. Με τη νοτιά περισκεπάζεται ο κόσμος από μυστήριο. Το φως είναι καφεκίτρινο. Από τα παληά τα χτίρια πέφτουνε κομμάτια σουβάδες· όλες οι τρύπες σφυρίζουνε απάνω στα χτίρια.
Θυμάμαι στα μικρά μου χρόνια πόσες φορές βρέθηκα στη θάλασσα με νοτιά μπουρινιασμένη. Τη μια, είχα σκαρώσει μια βάρκα μαζί μ' έναν καραβομαραγκό. Την πολεμούσαμε από το καλοκαίρι. Κόψαμε όλα τα στραβόξυλα από τα δέντρα πούχε το βουνό μας, στήσαμε τις πόστες, τα ποδοστάματα, βάλαμε το σοτρόπι. Εγώ μάθαινα. Μάστορας ήτανε ο Στρατής ο Μπεκός, ένας καλός και πράος άνθρωπος. Σκαρώσαμε μια βάρκα έμορφη σαν την κοπέλλα και τη βάψαμε με μεράκι. Ζωγράφισα και δυό γοργόνες στα μάγουλα κ' έγραψα και τ' όνομά της " Αγία Παρασκευή". Πίσω, απάνω στον τάκο, έγραψα ένα τραγούδι:

Όποιος δεν είναι μερακλής
πρέπει για να πεθάνει,
γιατί σε τούτον τον ντουνιά
τον τόπο μόνο πιάνει.

Και μολαταύτα, εμείς οι δυό μερακλήδες κοντέψαμε να πνιγούμε κιόλας, με όλο το μεράκι μας. Τη βάρκα τη ρίξαμε στη θ΄άλασσα στις 27 Οκτωβρίου ανήμερα τ' αγίου Νέστορα. Φυσούσε νοτιά, και μ' όλο που ήτανε παλληκάρι, γιατί είχε πάρει μια μέρα πριν, τ' αγίου Δημητρίου, σαν πήγαμε ανοιχτά, κατέβασε ένα μπουρίνι που έλεγες πως είναι Δευτέρα Παρουσία. Η βάρκα μπατάρησε και γέμισε νερά η μισή. Καλά που προφτάξαμε και λασκάραμε τη σκότα. Εκεί που παλεύαμε να μαϊνάρουμε τα πανιά, έρχεται ένα ανεμοβρόχι με χαλάζι και μας σάστισε. Μετά πολλά, πήραμε κάτω την αντένα, κι αρμενίζαμε με το φλόκο. Οι θάλασσες μάς καβαλικεύανε από την πρύμη και βγάζανε φωτιές. Εγώ ήμουνα στο τιμόνι και γίνηκα πάπια. Ο Θεός βοήθησε και δεν εβγήκε το τιμόνι από τα βελόνια, έτσι που μας σφεντόνιζε στον αγέρα η θάλασσα, κ' έβγαινε η πλώρη, μαζί μ' έναν σκύλο που έτρεμε και χτυπούσανε τα κατασάγονά του. Η βάρκα δεν είχε κουβέρτα και γέμισε νερά. Φάγαμε θάλασσα, φάγαμε χαλάζι, μα φτάξαμε στην πολιτεία. Με το δρόμο που είχε η βάρκα, πετάχτηκε ολάκερη στη στερηά, μ' όλο που ήτανε βαρειά από το νερό, σαν νάτανε φορτωμένη. Ο Μπεκός κόντεψε να πεθάνει, γιατί πούντιασε από το μούσκεμα. Εγώ δεν έπαθα, που μπροστά του ήμουνα ωμός και καλομαθημένος. Αυτή η βάρκα ως το τέλος βγήκε γουρσούζικη· ύστερα από έναν χρόνο βούλιαξε, και πνίγηκε μια θειά μου, ένα μυστήριο, γιατί την κουμαντάριζε ένας γεροθαλασσινός εβδομήντα χρονών, ο καπετάν Νικολός ο Αρθούνας· πνίγηκε κι αυτός.
Άλλη φορά μάς έκλεισε η νοτιά σε κάποιο ρημονήσι. Είμαστε τρεις. Άμα είδαμε πως δε θα μπορούσαμε να πιάσουμε στη στερηά, πήγαμε κι αράξαμε σ' αυτό το ξερονήσι, ως να περάσει το μπουρίνι. Μα ο καιρός χειροτέρεψε και τόσο πολύ φουρτούνιασε, που τη νύχτα τη βάρκα μας την έκανε κομμάτια, μ' όλο που είχαμε φουντάρει δυό σίδερα. Είμαστε τρυπωμένοι σε μια σπηλιά και τρώγαμε ό,τι είχαμε παρμένο από τη βάρκα. Νερό πίναμε από τις κουφάλες που ήτανε μαζεμένο από τη βροχή. Πέρασε μια μέρα, περάσανε δυό: βροχή κι αγέρας. Αγριευτήκαμε τόσο πολύ, που σιγά - σιγά δε μιλούσαμε ολότελα, ενώ στην αρχή λέγαμε ιστορίες και παραμύθια να περάσουμε την ώρα μας. Το νησί είχε απάνω μονάχα σκοίνα και λίγα ψωρόπευκα. Στο τέλος τρώγαμε χοχλύδια της θάλασσας, σαλιγκάρια κι εληές που είχαμε ένα μεγάλο σακκούλι γεμάτο. Στις τέσσερις μέρες καλοσύνεψε. Από μακρυά είδαμε δυό - τρεις ψαρόβαρκες, μα δεν ήρθανε κοντά μας. Απάνω στο ξερονήσι δεν είχε τίποτα κανωμένο από άνθρωπο, εξόν από μια παληόβαρκα σαραβαλιασμένη, ξεροσκασμένη από λιοπύρια του καλοκαιριού. Οι αρμοί ήτανε ανοιχτοί και φεγγίζανε. Δεν είχε όχι κουπί, μα μήτε σκαρμό. Πιάσαμε και φράξαμε τους αρμούς με φούντες των πευκών και με φύκια, και κόψαμε και τρία - τέσσερα κλαδιά για να κάνουμε κουπιά, εξόν από τους μπάγκους της δικής μας βάρκας που βρεθήκανε, ενώ τα κουπιά της χαθήκανε. Η απελπισία κάνει τον άνθρωπο να αποφασίσει πράγματα απίστευτα. Μπήκαμε λοιπόν μέσα σε κείνη τη βάρκα, που μόλις τη ρίξαμε στη θάλασσα γέμισε νερά. Κατά καλή μας τύχη βρέθηκε ένας τενεκές από την άλλη βάρκα, κι ολοένα ξαγκουλούσαμε με τον τενεκέ. Και μολαταύτα δεν πνιγήκαμε. Ο καιρός γύρισε στο βοριά και πηγαίναμε πρύμα, βοηθούσαμε κ' εμείς, άλλος με τα κλαδιά, άλλος με τους μπάγκους. Εφτά ως οχτώ μίλια περάσαμε με κείνον τον σκυλοπνίχτη και βγήκαμε γεροί στη Μυτιλήνη, στα μέρη του Μανταμάδου, και γλυτώσαμε με τη βοήθεια του Θεού.
Η νότια έχει μεγαλοπρέπεια στ' Άγιον Όρος. Βρέθηκα μια φορά τέτοιον καιρό στα Καψοκαλύβια, που είναι μια σκήτη χτισμένη απάνω σ' ΄έναν από τους πολλούς κάβους που κυττάζουνε κατά τη νοτιά. Σαν πάρει λοιπόν νοτιά, οι θάλασσες ξεκινάνε από την Αλεξάντρεια και περνάνε χιλιάδες μίλια ως να φτάξουνε στο Όρος. Μπροστά στα Καψοκαλύβια είναι ένα μικρό ξερονήσι του Αγίου Χριστοφόρου κι από κάτω από τη σκήτη ο βράχος είναι γεμάτος σπηλιές. Σαν πάρει λοιπόν όστρια και φουρτουνιάσει, οι θάλασσες είναι σαν βουνά, και πάνε και σπάνε μέσα σ' αυτές τις σπηλιές, κι ολόγυρα η άγρια ακρογιαλιά ασπρίζει από τον αφρό. Με κείνο το μπουκάρισμα που κάνει η θάλασσα μέσα στις σπηλιές, τη νύχτα κοιμάσαι και νοιώθεις βουβά πως σειέται η στερηά, τόση δύναμη έχουνε τα νερά, που θέλουνε να κρεπάρουνε τα θεόχτιστα βράχια. Τη μέρα το θέαμα που παρουσιάζεται στα μάτια εκεινού που κυττάζει από πάνω, είναι άγριο και γεμάτο μεγαλοπρέπεια. Οι θάλασσες που έρχουνται από το πέλαγο, ανακαμαριάζουνε και χτυπιούνται με το αντιμάμαλο που σηκώνεται από τα κοφτά βράχια και που τις δίνει στήθος και πετιούνται τα νερά σ' ένα μεγάλο ύψος, βγάζοντας μια τέτοια βροντερή βουή που δεν μπορείς ν' ακούσεις τίποτα. Το μπάσο ξερονήσι τ' Αγίου Χριστοφόρου λούζεται μέσα στον αφρό· οι θάλασσες περνάνε αποπάνω του και το κανταποντίζουνε.


Φώτης Κόντογλου, Θάλασσες, καΐκια και καραβοκύρηδες. Πρόλογος - Εισαγωγή - Επιμέλεια: Ι.Μ. Χατζηφώτη, Βιβλιοπωλείον της "Εστίας", Αθήνα 1981, 2η έκδοση

 

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2021

Τα αδέλφια

 
Το χωριό έμενε  ριζωμένο στο βουνό, αθέατο από τη μεριά της θάλασσας. Τα τελευταία χρόνια όμως, δειλά στην αρχή, αδιάντροπα, λαχανιαστά στο τέλος, κατηφόρισε στην ακτή. Στη θάλασσα έρχονταν οι ξένοι, αστραφτερά τα αυτοκίνητα, κατάξανθες οι γυναίκες, εδώ κατέβηκε και το χωριό κι απλώθηκε στην αμμουδιά, φιδιού πουκάμισο. Χτίστηκαν δωμάτια άνυδρα για νοίκιασμα, διώροφα συγκροτήματα με σκουριασμένες τις αναμονές, εστιατόρια και κέντρα διασκέδασης με τους βόθρους απορροφητικούς, δίπλα στο κύμα. Ήταν ονομαστή η Μακρύαμμος για τη φυσική της ομορφιά, ξακουστή πια και πέρα από τα σύνορα της επικράτειας. Ένας κόρφος ήταν, ένα χιλιόμετρο το άνοιγμα, και γύρω γκριζοπράσινα βράχια. Ο άμμος λεπτόκοκκος, ρύζι, να τρέχει πάνω στο σώμα, χάδι τρυφερό, και να συνεχίζεται μέσα στη θάλασσα, ξανθός βυθός πέρα στα βαθιά. Τα νερά ξέθωρα γαλάζια, μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι, μέχρι τον σκοτεινό όγκο του νησιού. Ένας βράχος ήταν το νησί, καύκαλο στεγνό, ούτε φύτρα πάνω του, φιδότοπος. Οι ντόπιοι δεν τον πατούσαν. Τον ψάρευαν γύρω γύρω, αλλά το πόδι τους πάνω δεν τον ακουμπούσαν, το' χαν για κακό. Το ακρογιάλι ερήμωνε το φθινόπωρο. Καταιγίδες και τραμουντάνες το χτυπούσαν κατάφατσα, δεν κρατιόταν τίποτα ορθό πάνω του, ούτε φυτό ούτε ζωντανό. Αυτοί οι άγριοι άνεμοι που έτρωγαν και γούβιαζαν τους βράχους, οι ίδιοι ξέβγαζαν αιώνες τώρα την αμμούδα και τη λάμπρυναν και τη φανέρωναν, έγχρωμη αστραφτερή, στα αδηφάγα μάτια των θερινών παραθεριστών. Οι ντόπιοι τον χειμώνα επέστρεφαν στο πάνω χωριό και κατοχύρωναν τα θερινά τους κέρδη. Ακίνητα στην πόλη, προίκες για τα κορίτσια, αυτοκίνητα για τα παιδιά, ώρες άπρακτες στις τσόχες των καφενείων για τους ίδιους. Την άνοιξη ημέρευαν οι άνεμοι και μπορούσες να σταθείς ορθός πάνω στα βράχια. Τότε, μετά την Πασχαλιά, κατέβαιναν πρώτες οι γυναίκες του χωριού στο ακρογιάλι. Μαυροντυμένες, μόλις είχαν τελειώσει με τις δουλειές των σπιτιών τους, μυρμηγκιά, σκαρφάλωναν στα βράχια και καθάριζαν με φροντίδα τις γούβες. Απομάκρυναν απόνερα, σκουπίδια, αλισάχνη και φύκια και γυάλιζαν τις γούβες όπως τα ασημικά τους. Ύστερα τις έστρωναν με καθαρό κερί, να μη βαστάν την υγρασία, και τις σκέπαζαν με προβιές. Ήταν αμέτρητες οι γούβες και τα μεσημέρια κοντά, γι' αυτό η εργασία διαρκούσε μέρες και μήνες μέχρι όλα να είναι έτοιμα. Την πρώτη πανσέληνο του καλοκαιριού, για το πανηγύρι. Εκείνο το απόγευμα κατέβαιναν όλοι στα βράχια, άνδρες και γυναίκες. Ξεσκέπαζαν προσεκτικά τις γούβες και τοποθετούσαν  μέσα σφουγγάρια, φυσικά παλιότερα, πλαστικά τώρα, ποτισμένα  με γλυκό πηγαδίσιο νερό. Οι άνδρες έρχονταν οπλισμένοι με γερά ρόπαλα, φτιαγμένα από ροζιασμένα κλαδιά ελιάς, κι οι γυναίκες με δρεπάνια και δίκρανα. Αφού τα ετοίμαζαν όλα, αποσύρονταν πίσω από την αυλαία των βράχων και περίμεναν ακίνητοι και σιωπηλοί, ούτε τσιγάρο ούτε ανάσα. Γύρω στα μεσάνυχτα έφταναν τα φίδια από το νησί. Εκμεταλλεύονταν την πολύωρη φωταψία της νύχτας  για να προφτάσουν να καλύψουν την απόσταση μέχρι την ακτή και να επιστρέψουν. Κολυμπούσαν περήφανα με τη ραχοκοκαλιά ορθή, κρατώντας το κεφάλι ψηλά, έξω από το νερό, σαν τα αθώα αλογάκια της θάλασσας. Έφταναν κι ανέβαιναν πάνω στα βράχια, σέρνονταν. Το μύριζαν από μίλια μακριά το γλυκό νερό, σαν τα χαμένα το έψαχναν, αλλά δεν έβρισκαν ούτε σταγόνα. Έτσι, αναγκαστικά μαζεύονταν γύρω από τις γούβες και προσπαθούσαν, με κόπο, να απομυζήσουν το νερό από τους βρεγμένους σπόγγους. Αργοπορούσαν. Απορροφημένα από την επίμονη προσπάθεια, ζαλισμένα, αμάθητα στα θαλασσινά ταξίδια, δεν έδιναν σημασία στα ανάλαφρα πατήματα που ζύγωναν από παντού. Οι χωρικοί τα αποδεκάτιζαν. Με τα αυτοσχέδια ρόπαλά τους συνέτριβαν  τα κεφάλια των φιδιών μέσα στις γούβες. Οι γυναίκες από πίσω, τα κατακομμάτιαζαν, τα τελείωναν. Τα καθάριζαν στα γρήγορα, όσα πρόφταιναν, όσα έβρισκαν μπροστά τους, πριν πάρουν μυρωδιά οι ξένοι και το φως. Τα φοβόντουσαν οι επισκέπτες τα φίδια, όπως και καθετί που δεν αναφέρονταν στα ταξιδιωτικά τους φυλλάδια και στις έγχρωμες φωτογραφίες. Το φως τα' βρισκε όλα καθαρά. Πλυμένα τα βράχια, εξαφανισμένα τα φίδια, αναίμακτη η αμμουδιά. Όλα ξημέρωναν έτσι όπως τα φαντάζονταν οι παραθεριστές. Παρ' όλο το ξεκλήρισμα, όσα φίδια γλίτωναν, και πάντα γλίτωναν μερικά, χωρίς ουρά, με τσακισμένη τη ραχοκοκαλιά, κουτσουρεμένα, χωρίς δόντια, χωρίς μάτια, ξαναγύριζαν την επόμενη πανσέληνο, για να υποστούν και πάλι την ίδια υποδοχή. Την ίδια πανωλεθρία. Δεν είχαν άλλη επιλογή, δεν ήταν δεντρογαλιές ή υδρίες περίτρομες, όχεντρες ήταν ιοβόλες, από το σπέρμα τους αλύγιστες στη δίψα, στην ξηρασία και στον διωγμό. Το' χαν όμως ανάγκη το γλυκό νερό, γιατί μόνο μ' αυτό φτιάχνουν θανατηφόρο το φαρμάκι τους.
Σαν όχεντρες και μεις, αδέλφια...
( Πόσο φαρμάκι να φτιάξεις σε μια ζωή;
Γιατί;
Ποια είναι τα αδέλφια;)

Τάσος Χατζητάτσης , Ασκήσεις μνήμης. Έντεκα Σικελικοί Εσπερινοί. Στη σφενδόνη, Πόλις , Αθήνα 2008

Πέμπτη 15 Ιουλίου 2021

Ζωντανοί ίσκιοι

 
Η φωτογραφία από το Διάστιχο

Τη Μαίρη Μικέ την "γνώρισα" μέσα από την εξαιρετική δουλειά της για τη Μέλπω Αξιώτη. Πρόσφατα όμως ανακάλυψα και τη λογοτεχνική της όψη διαβάζοντας τις έντεκα μυθοπλαστικές διηγήσεις που περιλαμβάνονται στο βιβλίο της " Ζωντανοί ίσκιοι". Ομολογώ ότι οι διηγήσεις αυτές άσκησαν πάνω μου μια παράξενη γοητεία και μου προκάλεσαν βαθιά συγκίνηση η αφήγηση και το στήσιμο των ιστοριών που αποτελούν συνδυασμό των διαβασμάτων της συγγραφέα και  συνομιλία με τους ίδιους τους δημιουργούς των λογοτεχνικών έργων  και τα  πρόσωπά που εμφανίζονται σε αυτά. Έτσι η συγγραφέας μοιάζει να μπαίνει η ίδια μέσα στις ιστορίες, να τις επεκτείνει και να συνομιλεί από διάφορες οπτικές γωνίες και αφηγηματικές τεχνικές με τους λογοτέχνες και τα δημιουργήματά τους δίνοντας συγχρόνως τη δική της φανταστική διάσταση στα γεγονότα αλλά και το αποτύπωμα, τη σφραγίδα τους πάνω της. 
 " Τα βιβλία δείχνουν δρόμους, αφήνουν κληρονομιές, επεκτείνουν το βίο και κερδίζουν το στοίχημα με τον χρόνο... οι χορταριασμένες ράχες των βιβλίων ανθούσαν ξανά και ξανά μόνο όταν τα έπαιρναν στα χέρια τους οι νέοι αναγνώστες και τα ξεφύλλιζαν." ( Στο χρώμα του φρέσκου αμύγδαλου, σελ .139)

Καλύτερα όμως να ακούσουμε τη Μαίρη Μικέ να μιλάει για τους Ζωντανούς ίσκιους  στην πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη που έδωσε στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη , στο ηλεκτρονικό περιοδικό Διάστιχο:

Μαίρη Μικέ: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Η Μαίρη Μικέ είναι καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ. Έχει πλούσιο ερευνητικό και διδακτικό έργο. Τα βιβλία και οι μελέτες της, δημοσιευμένες σε επιστημονικά περιοδικά, σύμμεικτους τόμους και Πρακτικά συνεδρίων, βασίζονται ερμηνευτικά στον συνδυασμό ιστορίας, θεωρίας και κριτικής της λογοτεχνίας και εστιάζουν σε νεοελληνικά πεζογραφικά και ποιητικά κείμενα του 19ου και του 20ού αιώνα. Το έργο Ζωντανοί ίσκιοι (Gutenberg, 2020), που μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη, είναι η δεύτερη πεζογραφική της κατάθεση μετά τις Κόκκινες ουλές (Ίκαρος, 2015).

Πώς ξεκίνησε η ιδέα της συγγραφής του βιβλίου Ζωντανοί ίσκιοι;

Η ιδέα της συγγραφής των Ζωντανών ίσκιων ξεκίνησε από παλιά με την επιθυμία να μεταχειριστώ τους ίσκιους ιστορικών, μυθολαστικών και μυθολογικών προσώπων σαν «πράγμα στερεό», με τους τρόπους της λογοτεχνίας.

Ο τίτλος Ζωντανοί ίσκιοι είναι συμβολικός ή δηλώνει κάτι κυριολεκτικά;

Επέλεξα για προμετωπίδα της συλλογής την εξής σεφερική φράση[1]: «Κι ας θυμηθούμε εκείνους τους εκπληκτικούς στίχους του ποιητή Στάτιου προς τον Βιργίλιο, όταν πέφτει να φιλήσει τα πόδια του. Ο Βιργίλιος τον σταματά: Αδελφέ, μην το κάνεις γιατί είναι ίσκιος και ίσκιο βλέπεις (Β, 21, 131). Εκείνος σηκώνεται και του λέει: Τώρα μπορείς να καταλάβεις πόση είναι η αγάπη που για σε με φλογίζει, όταν, ξεχνώντας τη ματαιότητά μας, μεταχειρίζομαι τους ίσκιους σαν πράγμα στερεό (Β, 21, 133)». Αν θεωρήσουμε ότι στα βιώματα συμπεριλαμβάνονται όχι μόνον οι εμπειρίες αλλά και οι φαντασιώσεις, τα όνειρα και οι ισχυρές πνευματικές συγκινήσεις, τότε ο τίτλος του βιβλίου μου, εκτός από πολλαπλώς συμβολικός, μπορεί να θεωρηθεί βιωματικός. Από αυτή την άποψη, είναι ενδεικτική η ιδιότυπη νεκρανάσταση που βιώνει η κεντρική ηρωίδα σε μία από τις διηγήσεις της συλλογής, τα «Σφαλιστά βλέφαρα», στο γενναιόδωρο σύμπαν της φαντασίας και του ονείρου, όταν φτάνει στο τέρμα μιας κοπιώδους πορείας ως γυναίκα-χελώνα: «Ο ένας μετά τον άλλο εμφανίστηκαν οι ίσκιοι λουσμένοι σ’ ένα μελιχρό φως […] Μπορεί οι φορεσιές άδειες να κρέμονταν σαν τα σκιάχτρα στους κορμούς και τα κόκαλα χωρίς τη ζωντανή σάρκα που πάλλεται να ήταν θαμμένα, όπως οι προσωπίδες που αντηχούσαν στο κενό, όμως το κόκκινο της παπαρούνας, το χρυσό της μαύρης πέτρας, ο αδιόρατος και αεικίνητος παλμός της αγάπης ήταν εκεί και θέρμαιναν την ατμόσφαιρα» (σ. 77).

Όλες οι ιστορίες αναφέρονται σε συγγραφείς και ήρωες των τελευταίων χρόνων. Μήπως είναι μια προσπάθεια να συνομιλήσετε μαζί τους;

Ασφαλώς. Στις έντεκα μυθοπλαστικές διηγήσεις που συνθέτουν τη συλλογή σκηνοθετούνται συνομιλίες διαφορετικών μορφών με συγγραφείς, ήρωες και λογοτεχνικά κείμενα. Μπορεί συγγραφείς να μετασχηματίζονται σε μυθοπλαστικά πρόσωπα κι εμβληματικοί ήρωες και ηρωίδες να συνεχίζουν τον βίο τους καταθέτοντας μια τροποποιημένη οπτική και μια διαφορετική ερμηνεία για τον εαυτό τους και τον κόσμο, ή μπορεί ακόμη να περνούν φευγαλέα μέσα από τις σελίδες ως επισκέπτες προσφέροντας περισσότερο την αφορμή και το πρόσχημα για την ανάπτυξη μιας ανάλογης ή μιας αναποδογυρισμένης ιστορίας. Οι συνομιλίες μπορεί να προσφέρουν διαφορετικές απαντήσεις και να πυροδοτήσουν νέα ερωτήματα.

Γιατί το κάνετε αυτό, ανασκαλεύοντας πεζογραφικές αλλά και ποιητικές καταθέσεις;

Διότι η ανάγνωση μπορεί να αποτελέσει την άλλη όψη της γραφής προτείνοντας μια σχέση αλληλεξάρτησης, ανατροφοδότησης και αναζωογόνησης που συνεχώς μεταβάλλεται. Με τον τρόπο αυτό ακόμη επιδιώκω τη διαστολή του λογοτεχνικού χρονοτόπου χάρη στη διακειμενικότητα και τον πολλαπλασιασμό της έντασης του αισθητικού αποτελέσματος.

Στην πρώτη ιστορία, με τον τίτλο «Η πολιορκία του τραύματος», αναφέρεστε στους Εβραίους. Γιατί η Γκέρτα είχε κλειστεί στον εσωτερικό της κόσμο;

Δεν αποπειρώμαι μια ακόμη ερμηνεία του τραύματος της Γκέρτα Στερν. Στη διήγηση «Η πολιορκία του τραύματος» ενσωματώνεται η κυκλικότητα της αφήγησης της Ομορφάσχημης του Νίκου Καχτίτση σε ένα διαφορετικό πλέγμα σχέσεων. Η αφηγήτρια συναντά στη Βιέννη μια «γυναίκα λόγια γύρω στα πενήντα πέντε» και αποσπά τη μαρτυρία ότι η Γερτρούδη Στερν ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Ως τεκμήριο, χρόνια αργότερα, αποστέλλεται στο όνομα της αφηγήτριας που κρατά για τον εαυτό της τον ρόλο της εκδότριας μια επιστολή, η οποία ελλείψει επαρκών στοιχείων για την παράδοσή της καταχωρίζεται στα ράφια της δημοτικής βιβλιοθήκης δίπλα στην Ομορφάσχημη του Καχτίτση και υπογραμμίζεται ταυτοχρόνως η συνθήκη της κατασκευής από τη δική μου πλευρά. Έτσι εδώ αποδέκτης της επαναληπτικής αφήγησης της Γερτρούδης Στερν δεν είναι πια μόνο οι εναλλασσόμενοι ερωτικοί σύντροφοι, αλλά μια γυναίκα, που μετουσιώνεται θεραπευτικά σε σταθερή ιδανική ακροάτρια και ακυρώνει τη συνθήκη της εφήμερης σεξουαλικής συνθήκης διατρανώνοντας τη γυναικεία φιλία: «είχα εκπαιδεύσει τον εαυτό μου, ώστε να αποδέχεται αυτή την ακραία εμπειρία της Γκέρτα, να την ενσωματώνει και να τη διεξιώνεται χωρίς να αποζητώ να καθιερώσω τη δική μου ερμηνεία. Θα ήταν λάθος, νομίζω. Θα έχανα τη φίλη μου, όπως ακριβώς την έχαναν και οι εραστές της» (σ. 24).

Και στα δύο περιστατικά που αφορούν την Γκέρτα, τόσο στην όπερα όσο και όταν επιστρέφει μετά τον πόλεμο στο σπίτι της στη Βιέννη, η Γκέρτα βρίσκεται προ εκπλήξεως. Αυτά που της ανήκουν δεν έχει το δικαίωμα να τα πάρει, όπως οι άλλοι. Γιατί δεν υπάρχει δικαιοσύνη στην περίπτωσή της;

Όπως και σε πολλούς επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος αλλά και σε λογοτεχνικούς ήρωες και ηρωίδες, έτσι κι εδώ, η δικαιοσύνη αναζητείται. Το ζήτημα είναι να μην εξοβελίζεται τουλάχιστον από τη συλλογική μνήμη και να διασώζεται η αξία της καταχώρισής του.

Εντύπωση μου προκάλεσε, σε μια ιστορία του βιβλίου, η συνάντηση του Γιάννη Ρίτσου με τη Μαρία Πολυδούρη. Δυο ποιητές που πάλευαν με την αρρώστια της εποχής, τη φυματίωση. Πόσο δυνατή ήταν η σχέση φιλίας ανάμεσα στον Ρίτσο και τους Καρυωτάκη-Πολυδούρη;

Η σχέση φιλίας ανάμεσα στον Ρίτσο και την Πολυδούρη από τη μια και στον Ρίτσο και τον Καρυωτάκη από την άλλη είναι ισχυρή και αποτυπώνεται με αφιερώσεις και ρητές ή άρρητες αναφορές σε ποιητικά και πεζά κείμενα όπου κατατίθεται η χειρονομία τιμής, μνήμης και οφειλής. Άλλωστε η σχετική έρευνα της Νεοελληνικής Φιλολογίας και στο πεδίο αυτό έχει αποδώσει πολλούς κι εύχυμους καρπούς.

Διότι η ανάγνωση μπορεί να αποτελέσει την άλλη όψη της γραφής προτείνοντας μια σχέση αλληλεξάρτησης, ανατροφοδότησης και αναζωογόνησης που συνεχώς μεταβάλλεται.

Μου άρεσε η επινόηση του γράμματος στη μάνα του Βιζυηνού, Μιχαήλα. Τι γνωρίζουμε γι’ αυτήν;

Δεν γνωρίζουμε πολλά. Έχει αποτυπωθεί η μορφή της σε λίγες φωτογραφίες. Οι περισσότερες μαρτυρίες προέρχονται από τη νύφη της την Τζιβάνη και καταγράφηκαν από τον Μαρίνο Ξηρέα στα 1949. Απομακρύνω εσκεμμένα το βλέμμα μου από τον διάσημο γιο και με αφορμή μια μικρή μνεία στη Νέα Εφημερίδα (20.9.1894) συντάσσω μια ανεπίδοτη επιστολή, στην οποία προσπαθώ να συγκεράσω στοιχεία της βιογραφικής έρευνας με μια αλληγορική υπερρεαλίζουσα ίσως γραφή, σε μία συγγραφική χειρονομία τιμής και αγάπης. Τα Σφαλιστά βλέφαρα της Δεσποινιώς της Μιχαλιέσας μοιάζει να συνομιλούν με το σπαρακτικό τετράστιχο του γιου της (1892): «Το ’να παιδί στη ξενιτειά και τ’ άλλο σκοτωμένο!/ Κι αυτή που θέλει στήριγμα να γύρει ν’ ακουμβήσει,/ Το ’να δεν το ’χει ζωντανό τ’ άλλο ’χει πεθαμένο –/ Θεός να τηνε λυπηθεί, να την παρηγορήσει!».

Αν και εμπνέεστε από τους συγγραφείς και τα βιβλία τους, δεν παρασύρεστε γνωρίζοντας καλά τις ιδιαιτερότητες των ηρώων σας. Δεν είναι δύσκολο να αναφέρεστε στην προσωπική ζωή μεγάλων συγγραφέων;

Σε αρκετές από τις διηγήσεις των Ζωντανών ίσκιων βρίσκουμε αναφορές σε βιβλιογραφικές πηγές, μνείες σε άρθρα στον ημερήσιο και τον περιοδικό Τύπο, λεπτομερείς χρονολογίες, αναμνήσεις λογοτεχνικών βραδιών και επιστημονικών συμποσίων. Από τη μια μεριά επιδιώκω να αναπλάσω προσφιλείς λογοτέχνες, προβάλλοντάς τους όχι μόνο ως παραγωγούς κειμένων αλλά και ως ανθρώπινα όντα, με πάθη, διαψεύσεις, επιθυμίες, και από την άλλη μεριά να δώσω ζωή σε λογοτεχνικούς ήρωες σε μια προσπάθεια να τους οικειοποιηθώ με τα δικά μου μέσα, να τους κάνω δικούς μου. Γι’ αυτό και επιμένω σε λεπτομέρειες των προσώπων και του ρουχισμού, θεωρώντας ότι πάντα κάτι ουσιαστικό έχουν να πουν οι γραμμές του προσώπου τους, οι ενδυματολογικές τους επιλογές. Το ασπρόμαυρο φουστάνι της Άννα Ζέγκερς με τη μαύρη πλεκτή ζακέτα «σαν να υπενθύμιζε την πυρίκαυστη ζώνη ανάμεσα στο πένθος και τη χαρά» (σ. 136)· η «βαθιά κι επίμονη χαρακιά στο μέτωπο και δεξιά στο στόμα της» απηχεί την καταπόνηση της ανεστιότητας, τις θλίψεις που βίωσε σε μια «ανελέητη εποχή» (σ. 140)· οι «χαρακιές δεξιά κι αριστερά από το στόμα» του Χατζητάτση «βάθυναν κι έχασκαν σαν χαράδρες» (σ. 42)· μια βαθιά ρυτίδα χαράζει κάθετα το μέτωπο δυο ηρώων, της Χίλντας (σ. 13) και του Οδυσσέα (σ. 183). Οι ήρωές μου εμφανίζονται ίσως ευάλωτοι, ρημαγμένοι από ιστορικά, κοινωνικά και ευρύτερα υπαρξιακά τραύματα, τα οποία ωστόσο προσπαθώ να τα επουλώσω παρηγορητικά μέσα από ποικίλους τρόπους: όνειρα, μαγικές μεταμορφώσεις, γιορταστικές νεκραναστάσεις, ανακουφιστικές αλυσίδες αφηγήσεων, συντροφικές συνευρέσεις, αντιστροφές στην τραγική κατάληξη λογοτεχνικών έργων. Για παράδειγμα, στη διήγηση «Ολόγυρα στο πηγάδι» μια παρέα γυναικών από εμβληματικά διηγήματα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη και του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, σκηνοθετούνται μ’ έναν τέτοιο τρόπο ώστε να σπάσουν τη σιωπή και να αποκτήσουν τη δική τους φωνή· χωρίς να κόβω τους λώρους από τα αρχικά κείμενα αφηγούμαι τις δικές τους, ανείπωτες μέχρι τώρα, ιστορίες προσπαθώντας να δώσω σε κάποιες, έστω και για λίγο, όσο κρατάει η ανάγνωση, κάποιες ανάσες αθανασίας. ίσως γιατί, επιτέλους, τους οφειλόταν ένα πλάτος. Θέλησα να δικαιώσω, να παρηγορήσω τις γυναίκες στον σκληρό κόσμο της ηθογραφίας και να προσδώσω στη μητρότητα έναν δεσπόζοντα ρόλο όχι όμως κατακρεουργημένο, βασανισμένο και καταραμένο αλλά γεμάτο ιερότητα και συγκινησιακή ένταση. Καθώς οι δύο παπαδιαμαντικές ηρωίδες, η Ουρανίτσα και η Σοφούλα, πλάθουν με πηλό τα αδικοχαμένα παιδιά τους αναθέτω σ’ αυτές, αλλάζοντας την κατεύθυνση, την εκφορά του βιβλικού λόγου της Γένεσης.

Εκτός από φράσεις και στίχους των πεζογράφων και των ποιητών που πρωταγωνιστούν στα διηγήματα, το βιβλίο διατρέχουν και στίχοι του Καβάφη, του Καρυωτάκη και του Σεφέρη. Για ποιο λόγο;

Ναι, το βιβλίο διατρέχουν στίχοι του Καβάφη, του Καρυωτάκη και του Σεφέρη. Η φωνή του τελευταίου κυριαρχεί ανάμεσα στις υπόλοιπες, καθώς βρίσκουμε, σε κρίσιμα σημεία των αφηγήσεων, στίχους και φράσεις από το Μυθιστόρημα, τον «Τελευταίο σταθμό», τον «Βασιλιά της Ασίνης» και την Κίχλη. Με τους πρώτους στίχους της Κίχλης, ελαφρώς παραλλαγμένους και ενσωματωμένους στον λόγο της αφήγησης, κλείνει το τελευταίο διήγημα της συλλογής, εκείνο στο οποίο η Σοφία βρίσκει εντέλει τον αυθεντικό καλλιτεχνικό εαυτό της – ωστόσο, η σεφερική απαισιοδοξία μετατρέπεται σε ελπίδα υπέρβασης των τραυμάτων. Δεν είναι όμως μόνο αυτοί: στίχοι του Γιάννη Ρίτσου, της Μαρίας Πολυδούρη, του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Κλείτου Κύρου, του Μάρκου Μέσκου, του Ομήρου, του Οβίδιου, κυρίως διότι επιδιώκω να υφάνω, όπως ακριβώς και η υφάντρα Αράχνη στη διήγηση «Ο ιστός της Πασιφάης», στον ιστό των αφηγήσεών μου την πολυπρόσωπη πινακοθήκη πεζογράφων, ποιητών, λογοτεχνικών ηρώων και μυθικών μορφών.

Ακόμη, δίνετε μεγάλο βάρος στη μνήμη. Μπορεί η μνήμη να αποτελέσει ασπίδα προστασίας απέναντι στη λήθη και την αδιαφορία της σημερινής εποχής;

Στην τελευταία διήγηση της συλλογής, η πρωταγωνίστρια Σοφία διεκδικεί με τον τρόπο της, εξηγώντας έτσι και τον τίτλο της συλλογής, μια δυναμική διεκδίκηση της μνήμης: «Μπορεί οι νεκροί να μη σώζουν τους ζωντανούς και μπορεί η σιωπή και η απουσία τους να μοιάζουν με συνέργεια, όμως γι’ αυτήν δεν υπήρχαν, όσο το ανάδευε στον νου της, πιο ζωντανοί από τους πεθαμένους της και ήθελε να διεκδικήσει τη μνήμη τους, να τους κουβαλά μέσα της όσο το επέτρεπαν οι δυνάμεις της (σ. 232-233). Μερικές –όχι όλες– από τις οφειλές μου μετράω με τα δάχτυλα στο φιλιατρό της γραφής καθώς ανασκαλεύω συγγραφείς, ήρωες και κείμενα κι επιχειρώ να μετριάσω ἐν Φαντασία και Λόγῳ την εγγενή στα ανθρώπινα παρατεταμένη εφηβεία της λήθης. Αν λοιπόν η μνήμη της ανάγνωσης αρδεύει το κοίτασμα των Ζωντανών ίσκιων, μιλώντας γενικά, όπως το θέτετε, ασφαλώς και η μνήμη μπορεί να αποτελέσει ανάχωμα και ασπίδα πρστασίας στις πολιτικές της λήθης και στην αδιαφορία.

Στην εποχή της καραντίνας πώς μπορούσε να αντισταθεί ο αναγνώστης, με τα βιβλιοπωλεία κλειστά, ανήμπορος ν’ απολαύσει την επίσκεψη στον χώρο τους;

To βιβλίο είναι πρώτιστο αγαθό, ειδικά σε τέτοιες συνθήκες. Και, όπως συχνά δήλωσαν στη δημόσια σφαίρα οι αρμόδιοι φορείς, τηρώντας όλα τα μέτρα υγειονομικής ασφάλειας τα βιβλιοπωλεία θα μπορούσαν να είχαν παραμείνει ανοιχτά, όπως για παράδειγμα συνέβη με τα φαρμακεία. Ο βιβλιόφιλος αναγνώστης μπορεί για παράδειγμα να αντισταθεί, όσο το επιτρέπουν οι δυνάμεις του, με παραγγελίες στους πάντα πρόθυμους να εξυπηρετήσουν εκδοτικούς οίκους. Η ανάγνωση στην περίοδο του εγκλεισμού είναι παραμυθία, διαφυγή, γνώση και απόλαυση. Και, αν μου επιτρέπετε, επειδή και στους Ζωντανούς ίσκιους, δύο από τους κεντρικούς άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφονται οι διηγήσεις είναι η λάμψη της συντροφικότητας αλλά και η πολύτιμη αναγνωστική διαδικασία, ας προσπαθήσουμε να κρατήσουμε άσβεστη την αναγνωστική επιθυμία.

Ποια είναι η τύχη των βιβλίων που εκδίδονται μέσα στην πανδημία;

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνονται, τα αποτελέσματα της εκδοτικής κίνησης γνωρίζουν τάσεις αυξητικές και αυτό φυσικά είναι πολύ παρήγορο.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Γιώργος Σεφέρης, «Στα 700 χρόνια του Δάντη», Δοκιμές, τόμ. Β’ (1948-1971), Ίκαρος, Αθήνα 31974, σ. 260.


Μαίρη Μικέ, Ζωντανοί ίσκιοι. Διηγήσεις. Gutenberg, Αθήνα 2020

Παρασκευή 2 Ιουλίου 2021

Στο πατρικό μου σπίτι...


 Στο πατρικό μου σπίτι αλλά δεν έμοιαζε τόσο αλλαγμένο που αν δεν ήξερα ότι είναι αυτό δεν θα το γνώριζα κι εκτός αυτού ολοσκότεινο σαν εγκαταλειμμένο από καιρό με χωρίς έπιπλα και ρούχα εδώ κι εκεί μέσα στη σκόνη κουρελόπανα στο πάτωμα παρατημένα - όταν στη σκέψη ότι πώς ρήμαξε έτσι ακούω μιας πόρτας τρίξιμο και με της πόρτας το άνοιγμα να η μάνα μου - τα μάτια της πρησμένα  από το κλάμα κατακόκκινα.
Στέκεται αυτή και με κοιτάει με το κεφάλι της γερτό πάνω στον ώμο ακουμπισμένο από τη λύπη της χωρίς μια λέξη τίποτα να λέει παρά τελείως αμίλητη κοιτάζοντας μα εγώ το βλέπω στο ύφος της ότι έχει κάτι να μου - αν δεν την κράταγε  έτσι αμίλητη το κλάμα της γιατί έκλαιγε  αλλά σιωπηλά χωρίς λυγμούς μόνο τραντάγματα των ώμων ελαφρά ώσπου μου λέει κάποια στιγμή πολύ σιγά μόλις που ακούστηκε ότι "έλα  μέσα σε παρακαλώ" με μία φωνή σχεδόν κυματιστή  από των βουβών λυγμών το τρέμισμα - " θέλει να σου μιλήσει ο πατέρας σου" και χάθηκε αλλά ξαφνικά όπως ήρθε - όταν
Εγώ δεν πρόλαβα ούτε να σκεφτώ πώς χάθηκε έτσι ξαφνικά και βρέθηκα σε άλλο δωμάτιο άδειο χωρίς έπιπλα με μόνο σκόρπια ένα σωρό σαν υλικά οικοδομής παρατημένα από καιρό στο μέρος που ήταν ώστε σκέφτηκα ότι θα κάνουν φαίνεται αλλαγές μπορεί κρυφά από μένα αλλά γιατί - όταν προσέχω απέναντί μου εκεί σε μία γωνιά ο πατέρας μου στέκεται σιωπηλός και όλο καπνίζοντας με το τσιγάρο όπως το κράταγε  στο στόμα του διαρκώς και παρακεί μισοκρυμμένος μάλλον να μη φαίνεται ένας άγνωστος ανέκφραστος που αυτό με παραξένεψε και σκέφτομαι ότι είναι εδώ για ενίσχυση  του αδύναμου  πατέρα μου που είναι συνήθως άβουλος σ' αυτά - όταν πρόκειται να πει κάτι δυσάρεστο ή μπορεί να θέλει να διαπιστώσει αν θα μου πει όσα έχουν από πριν αποφασίσει ότι -

" Λοιπόν" μου λέει ρουφώντας πρώτα απ' το τσιγάρο του χωρίς να με κοιτάει καθόλου με το βλέμμα του στον τοίχο επάνω πλάι μου ακριβώς " το πήρα απόφαση ότι πρέπει να χωρίσω από τη μάνα σου γιατί αρκετά" μου λέει "δεν πάει άλλο - το αποφάσισα". Τραβάει μετά μία ρουφηξιά σαν χωρίς δύναμη με τα άρρωστα πνευμόνια του και αμέσως ύστερα συνέχισε - " γιατί" μου λέει " πόσο μου μένει ακόμη αν το καλοσκεφτείς με την κωλοαρρώστια αυτή που με σακάτεψε εγώ όπου να' ναι πάει τα τίναξα" αλλά με λαχάνιασμα " γιατί μια ολόκληρη ζωή θυσίασα για τι τίποτα χωρίς ανταμοιβή - νύχτα έζησα" μου λέει όλα μεμιάς κι όσο χρειαζόταν δυνατά ώστε ν' ακούει τα λόγια του κι ο άγνωστος που παρακολουθούσε απ' τη γωνιά. 
Πήγα να του μιλήσω τότε εγώ και πήρα ανάσα μάλιστα να αρχίσω ότι η μαμά - γιατί όσο να' ναι η ηλικία σας είναι προχωρημένη πια για τέτοιες αλλαγές αλλά η μαμά κυρίως με την καρδιά της τόσο αδύναμη - δεν πρόλαβα όμως επειδή ξανάρχισε να μου μιλάει χωρίς ούτε στιγμή να με κοιτάξει αλλά στον τοίχο πάντα πλάι μου ακριβώς ότι " η απόφασή μου είναι οριστική" και " όσο για σας θα κάνω ό,τι μπορώ αυτό οπωσδήποτε - δεν πρόκειται ποτέ να αδιαφορήσω εγώ για σας το υπόσχομαι. Αλλά κι εσείς απ' τη μεριά σας να φροντίζετε το σπίτι μην το αφήνετε στην τύχη του γιατί ορίστε πώς κατάντησε ετοιμόρροπο - το αφήσατε και ρήμαξε εντελώς" κι εκεί στο " ρήμαξε εντελώς" έδειξε αόριστα σηκώνοντας το χέρι  του τους τοίχους γύρω και όλο το δωμάτιο για να δω πώς καταντήσαμε  με την αδιαφορία μας το σπίτι οπότε εγώ ακολούθησα το χέρι του ασυναίσθητα και το ταβάνι πράγματι ήταν βρόμικο και μάλιστα μεριές μεριές αραχνιασμένο. " Βλέπεις πώς έγινε;" ρωτάει - " τ' αφήσατε στην τύχη του και ορίστε πώς κατάντησε ένα ερείπιο."
" Σ' αυτή την ηλικία πώς το αποφάσισες" του λέω " αυτό θα έπρεπε να έχει γίνει από καιρό - πώς σου ήρθε τώρα στα γεράματα με την υγεία σου κλονισμένη αυτό το σκέφτηκες;" του λέω κι ακούγοντας  τα λόγια μου παραξενεύομαι όταν σκέφτηκα πώς τόλμησα να του μιλήσω έτσι εγώ επειδή ποτέ δεν τόλμησα να του - και θα συνέχιζα αν δεν με διέκοπτε  ο βήχας του που ξέσπασε άξαφνα αλλά τόσο δυνατός ώστε το σώμα του όλο τρανταζότανε και θα έπεφτε απ' το τράνταγμα αν δεν προλάβαινε ο άγνωστος να τρέξει να τον συγκρατήσει - αφού είχε αρχίσει λύγιζαν τα πόδια του.

Συνέρχεται καμιά φορά και ηρέμησε όταν - και με ήρεμη φωνή που μόλις έβγαινε ξεψυχισμένη χωρίς δύναμη " άκου " μου λέει " πρέπει να δείξεις κατανόηση τουλάχιστον εσύ σαν άντρας που είσαι" αλλά λαχανιασμένος όταν πρόσεξα  ότι μου γνέφει με το βλέμμα του να καταλάβω ότι πιέζεται να μου μιλήσει όπως μου μίλαγε απ' τον άγνωστο. " Δεν θα σας λείψει τίποτα" συνέχισε  " σ' το υπόσχομαι δεν πρόκειται να αδιαφορήσω - αυτό ποτέ αλλά κι εσύ είσαι άντρας πια μπορείς να καταλάβεις" μου λέει με μία φωνή γδαρμένη από τον βήχα που προηγήθηκε κι εγώ ακούγοντας κατέληξα ότι δεν έχει νόημα κάτι να του πω - να του μιλήσω ώστε ν' αλλάξει απόφαση γιατί όπως σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή αυτός είναι αποφασισμένος τι να πω κι εκτός αυτού τον πιέζουνε.
Όταν στρέφοντας να βγω κατά της πόρτας το άνοιγμα ακριβώς βλέπω τη μάνα μου που κλαίει βουβά με σκεπασμένο με τα χέρια είχε το πρόσωπο και πνίξιμο του κλάματος να μην ακούγεται - και όπως την είδα εγώ να κλαίει στον τοίχο ακουμπισμένη απ' την εξάντληση την έπιασα απ' τους ώμους απαλά και την οδήγησα έξω ώστε να την απομακρύνω απ' τον πατέρα μου επειδή δεν ξέρω τι φοβήθηκα αλλά ναι.
Δεν έχουμε  απομακρυνθεί αρκετά γιατί τα βήματα της μάνας μου σερνάμενα σχεδόν και σαν ακίνητα βαδίζουμε ένα τίποτα - όταν ακούω με βήξιμο ο πατέρας μου κλαμένος κιόλας λέει " γιατί με αφήνετε που φεύγετε" κι εγώ παραξενεύτηκα στα λόγια του - τι λέει σκέφτομαι από μέσα μου που αυτός ο ίδιος το αποφάσισε να μείνει μόνος του όταν ύστερα δεν ξέρω πώς αλλά μου πέρασε μία σκέψη ξαφνικά ότι μπορεί να πάθουμε κακό αν δεν βιαστούμε έτσι αργά που - και λέω στη μάνα μου που κλαίει βουβά διαρκώς αλλά στο αυτί μην ακουστώ επειδή φοβάμαι ξαφνικά - " πρέπει " της λέω " να κάνουμε πιο γρήγορα ειδαλλιώς ο άγνωστος μπορεί να μας εκδικηθεί άμα δει ότι φύγαμε" και ύστερα βλέποντας να κλαίει ακόμη απαρηγόρητα " τι κλαις " της λέω " καλύτερα  - σε λίγες μέρες τον ξεθάβουμε το ξέχασες;"

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου , Πήρε φως, Κέδρος, Αθήνα 1998

Τετάρτη 26 Μαΐου 2021

« Ευτυχείτε...»



« Ευτυχείτε...»
 
« Τίποτε δεν εκατορθώσατε αφήνοντες κληρονομίαν εις τα παιδιά σας την πατρικήν γην ελευθέραν από τους τυράννους, αν δεν φροντίσετε να φυτεύσετε εις τας νεαράς ψυχάς μίσος άσπονδον κατά πάσης αδικίας. Ματαίως ελευθεριάσατε τους οφθαλμούς των από την φρικώδη θέα των Τούρκων, αν δεν τα διδάξητε νηπιόθεν να φρίττωσι και να αποστρέφωνται όχι μόνον τους Τούρκους του Μωάμεθ, αλλά και τους επαγγελομένους την θρησκείαν του Ευαγγελίου Τούρκους, εάν κατά δυστυχίαν φανώσιν μεταξύ των ελλήνων τοιούτοι Τούρκοι. Ευτυχείτε!»
 
ΑΔ. ΚΟΡΑΗΣ
 
1. Ο πάτερ Μηνάς
Τ’ άλογα τινάχτηκαν με μια κίνηση μπροστά σα να’ νιωσαν ξαφνικά λευτερωμένα. Η άμαξα πήρε τον κατήφορο για το Δνείπερο.
- Ευτυχείτε! αποχαιρέτισε άλλη μια φορά τους δυό νέους ο πάτερ Μηνάς.
Η άμαξα ξεμάκραινε γρήγορα. Δυό νεανικά πρόσωπα φαίνονταν κολλημένα στο τζάμι του μικρού παραθυριού στην πίσω μεριά της καρότσας. Ο καλόγερος στεκόταν στη μέση του δρόμου μ’ απλωμένα τα χέρια, σα μαύρος σταυρός. Τα λόγια κάποιας ευχής έσταζαν μισοσβησμένα χάμω μαζί με δυό – τρεις σταλαματιές από το μαδημένο γένι του.
Ήταν ένας χαμηλόσωμος στεγνός καλόγερος. Ο ρωμιός δάσκαλος των δυό παιδιών. Είναι βδομάδα τώρα που έφυγε μαζί τους από την Οδησσό και τα συνόδεψε ως εδώ. Χτες, Κυριακή, λειτουργήθηκαν κ’ οι τρεις στην Αγιά Σοφιά, τα πήγε και στον ερημίτη της Λαύρας, το φίλο του τον Παρθένιο και πήραν τις ευλογίες του. Τα παιδιά πήγαιναν στην Πετρούπολη. Όλοι σα να φεύγαν τώρα, άνοιγαν οι δρόμοι του θεού κι όλοι οι άνθρωποι σαν κάπου να πήγαιναν. Καιρός να φύγει κι αυτός. Επειδή όμως ήταν ογδοήντα δύο χρονών δε θα’ κανε πια άλλα επίγεια ταξίδια, παρά θα ετοιμαζόταν για το μεγάλο ταξίδι. Το παλιό όνειρο, που ήταν να κατέβει για να πεθάνει στην πατρίδα, το ένιωθε σαν απραγματοποίητο τώρα, φευγάτο πολύ μακριά, σα να’ ταν μια παιδική ανάμνηση. Μπορεί η πατρίδα να ελευθερωνόταν αύριο – μεθαύριο, αλλά γύρω απ’ αυτόν άπλωνε το ράσο της η μεγάλη νύχτα. Ήταν φανερό το πράμα. Θα πήγαινε λοιπόν στη Λαύρα, τα μίλησαν χτες και με τον Παρθένιο. Απ’ το θείο των παιδιών, τον έμπορο πρώτης γίλδιας κι αξιότιμο πολίτη της Οδησσού Σαραντόπουλο είχε πάρει μαζεμένους τους μιστούς του. Όλες οι οικονομίες του δυό χιλιάδες ρούβλια ασιγνάτσιες κ’ εξακόσια ασήμι. Πριν να φύγει από την Οδησσό έδωκε τα μισά χρήματα στην Επιτροπεία που έκανε τις προμήθειες για τον ιερό αγώνα, τ’ άλλα τα πήγαινε στη Λαύρα εισφορά.
Πρέπει ακόμη μερικά λόγια ν’ αφιερώσουμε στον καλόγερο πριν πάρει πλαγιά πλαγιά, κάτω από τα πανύψηλα δέντρα, το μονοπάτι που θα τον φέρει ίσα στις σπηλιές της Λαύρας – και τον χάνουμε μια και καλή.
Ήταν από κει που γεννιούνται οι μεγάλοι ταξιδευτές – Κεφαλλονίτης. Εδώ και τρία – τρισήμισυ χρόνια ξυπόλητος, με τρεις κασέλες βιβλία, παρουσιάστηκε στο αρχοντικό του Σαραντόπουλου – και δεν το κούνησε ολόκληρα τρία χρόνια! Περίπτωση  μοναδική στη ζωή του. Από παιδάκι ακόμη, μαζί με τον πατέρα του που ήταν πιτόρος - μπογιατζής και λαϊκός ζωγράφος μαζί - περπάτησε όλη τη Βόρεια Ελλάδα, πήγαν στην Πόλη, ανέβηκαν και στη Βλαχία. Τα μεγάλα του όμως ταξίδια τ' άρχισε ο Μηνάς από το 1786 την άνοιξη, όταν, φτωχοκληρικός και φτωχοδιδάσκαλος, γνωρίστηκε στη Βενετία σε ηλικία 27 χρονών με το Γιώργη Παπάζογλου, το γνωστό μας λοχαγό του ρωσικού στρατού. Εργάστηκαν με τον Παπάζογλου μαζί. Μετάφρασαν στην ελληνική και τύπωσαν εκεί στη Βενετία τα επαναστατικά φυλλάδια, τον Κανονισμό του Στρατού, και τον ίδιο χρόνο πέρασε κι ο Μηνάς στην Κεφαλλονιά κι από κει στη Ρούμελη, στην Πελοπόννησο και στα νησιά του Αιγαίου.
Έξι χρόνια αργότερα μ' ένα ρωσικό καράβι από την αρμάδα του Ορλόφ, γιομάτο πρόσφυγες μωραΐτες και νησιώτες, έβγαινε πρώτη φορά στη Χερσόνησο της Ταυρίδας, στη Μπαλακλάβα. Δεν έμεινε πολύ. Έφυγε για το Κίεβο. Τούτο το δρόμο που έκαναν τώρα τα δυο παιδιά, οι μαθητές του, ο καλόγερος τον είχε περάσει εδώ και χρόνια - τότε που πήγαινε στην Πετρούπολη δάσκαλος στο ελληνικό γυμνάσιο που άνοιξε εκεί η μεγάλη τσαρίνα Αικατερίνη. Δεν ήταν ο σκοπός του να ρίξει άγκυρα στην Πετρούπολη. Έπειτα από λίγα χρόνια πάλι η ρωσική φλότα θα κατέβαινε να κάψει τα ντελίνια της Τουρκιάς - και θα κατέβαινε κι ο Μηνάς.
Το οδοιπορικό αυτού του ανθρώπου είναι ατελείωτο. Όπως κι όλων των ρωμιών λογίων και μισολογίων που γύριζαν από πρωτεύουσα σε πρωτεύουσα, από αυλή σε αυλή, γιομάτοι ιδέες και πείσματα, στραβοβλέποντας ο ένας τον άλλον, μαχητικοί, φανατικοί δάσκαλοι σ' όλα από τις φιλοσοφίες των Πλατώνων ως το Χριστό και το Βολταίρο, γλωσσολόγοι, αστρονόμοι, στιχοπλόκοι έτοιμοι να πεταχτούν κι από το πρωτοΰπνι για κήρυγμα και διδασκαλία...
Δεν ξέρουμε καλά πού πήγε και τι έκαμε στο μακρύ και πλάνητα βίο του. Μέσες άκρες, από δικές του φαίνεται εξιστορήσεις, τα οικογενειακά χρονικά των Σαρανταπουλαίων της Οδησσού έχουν διαφυλάξει ότι στην Πετρούπολη τότε έμεινε λίγο καιρό. Ήρθε σε θανάσιμη διένεξη μ' έναν άλλο ρωμιό, δάσκαλο και κληρικό, τον πάτερ Αναστάσιο, που είχε γνωρίσει πρωτύτερα στην Πάτμο κι έγιναν φίλοι. Ο Αναστάσιος ήταν δυο χρόνια πριν από το Μηνά στην Πετρούπολη, ήξερε καλά τα ρωσικά, έπιασε γνωριμίες και είχε και την προστασία του Ευγένιου Βούλγαρη που ήταν ακόμη τότε στην αυλή της Αικατερίνης. Κι εκείνος φαίνεται, ο Αναστάσιος, κάλεσε και το Μηνά ν' ανέβει στην Πετρούπολη να διδάξει στο σχολείο. Το γιατί ακριβώς μάλωσαν οι δυο καλόγεροι μένει άγνωστο. Το πήραν μαζί τους τα χρόνια κι ο ερμητισμός  του σχήματος. Ο Μηνάς έφυγε από την Πετρούπολη κακήν κακώς, κυνηγημένος από τον Αναστάσιο ως άθεος και φονεύς των ηθών. Το περιστατικό γεννά απορίες, αφού οι δυο μοναχοί ήταν φίλοι κι ομοϊδεάτες - συμπαθούσαν  τις νέες ιδέες του γαλλικού διαφωτισμού, πρώτα το Βολταίρο, τον αγαπημένο κι επίσημο φιλόσοφο της τσαρίνας.
Μα ίσως εδώ βρίσκεται  το κλειδί: η Αικατερίνη, όπως ξέρουμε , αρνήθηκε το Βολταίρο. Κι έπειτα από μερικά χρόνια, τον έναν από τους δυο δασκαλοκαλόγερους, τον Αναστάσιο, τον βρίσκουμε σύγκελο στην Ιερά Σύνοδο με ελεύθερο πασαπόρτι στο παλάτι. Με την ευλογία της Συνόδου και τη συγκατάθεση της τσαρίνας, κάνει κι αυτός το κατά δύναμιν για να πάρει ελληνική μόρφωση ο εγγονός της τσαρίνας, ο Κωνσταντίνος, που η τρανή γιαγιά του ήθελε να τον δει αυτοκράτορα των ρωσογραικών. Έπειτα κάνει εντύπωση ότι από του Αναστάσιου τα δόντια γλίτωσε το Μηνά ο κόμης Αλέξανδρος Βοροντσόφ, πρόεδρος της κολέγιας του εμπορίου, ένας άνθρωπος με δυνατά μέσα και φιλελεύθερες ιδέες, ο ίδιος που έπειτα από χρόνια θα σώσει από την κρεμάλα της Αικατερίνης τον γνωστό λόγιο Ραντίσεφ. Άλλη μια λεπτομέρεια: Τη χρονιά που κυνηγήθηκε ο Μηνάς, ο νεαρός Ραντίσεφ έχει πια γυρίσει από την Ευρώπη. Νέος καλλιεργημένος και φιλελεύθερος, είναι κατασυγκινημένος από το δράμα των Ελλήνων. Μεταφράζει στα ρωσικά ελληνικά επαναστατικά φυλλάδια που φτάνουν στα χέρια του, όπως γράφει σ' έναν πρόλογό του, κατευθείαν από το Αρχιπέλαγος - από το Αιγαίο όπου από το 1768 ως το 1774 βρισκόταν κι ο πάτερ Μηνάς. Όπως και να' χει το πράγμα, ο Μηνάς γλίτωσε. Αφού έκανε μερικά χρόνια έγκλειστος στη Μονή Σταρολάντοζκι, κατάφερε να ξαναβγεί στην ελευθερία και να τραβηχτεί κατά το νότο, μακριά από το μοχθηρό μάτι του Αναστάσιου, που' χε γίνει στο μεταξύ πανίσχυρος κι ήταν μέσα σ' όλες τις γραικορωσικές υποθέσεις της Εκκλησίας και ακόμη της Αυλής.
...Πέρασαν χρόνια ως τότε που παρουσιάστηκε στην Οδησσό στους Σαραντοπουλαίους. Άγνωστο πού χάθηκε όλον αυτό τον καιρό. Μόνο κάποιο φεγγάρι στο ρωσοτουρκικό πόλεμος του 1806, εβδομηντάρης σχεδόν, ακούγεται κοντά στον δεσπότη της Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο, κάποια όπως βαριά αρρώστια τον πετάει, πριν ακόμη τελειώσει ο πόλεμος, στο Κίεβο κι αποκεί στην παλιά πρωτεύουσα  με τους χρυσούς τρούλους και τα μοναστήρια, στη Μόσχα.
Στην Οδησσό ήρθε από κάποιο μοναστήρι του Άστραχαν. Από καιρό ζητούσε ο Σαραντόπουλος στα μοναστήρια και στις επισκοπές έναν δασκαλόπαπα καλόν, διαβασμένον. Τον ήθελε για τον ανιψιό του Ευγένιο, μοναχοπαίδι της αδελφής του που έχασε τον άντρα της, συνταγματάρχη  του ρωσικού στρατού από παλιό βυζαντινό σόι, στη μάχη του Μποροντινό το 1812. Ο Ευγένιος μεγάλωνε τώρα στο σπίτι του κι ο άτεκνος Σαραντόπουλος τον λογάριαζε παιδί του και κληρονόμο του.
Φαίνεται λοιπόν πως από τότε, από τη λαχτάρα εκείνη που του έκανε ο Αναστάσιος, δεν ξαναπάτησε ο Μηνάς στην Πετρούπολη. Η μεγάλη πόλη, η πρωτεύουσα του απέραντου βασιλείου, τον είχε πικράνει πολύ - τη φοβόταν. Πελώρια Μέδουσα του άρεσε να τη ζωγραφίζει στα χαρτιά του ξενερισμένη εκεί στην άσπρη θάλασσα του βορρά, με νουρά ψαριού, στήθος αμαρτωλό και μορφή ανθρώπου, που ήταν πάντοτε η γλοιώδης και φαρμακερή μορφή του Αναστάσιου.
Και να τώρα ξεπροβόδιζε για κει τον αγαπημένο του μαθητή Ευγένιο! Τρία χρόνια αφιέρωσε ο Μηνάς στον καλό αυτό νέο, τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Του έδωσε πολλά, όλα που μπόρεσε. Γιατί τον αγάπησε σαν παιδί του, πνευματικό παιδί του - αλλιώτικα πώς να μείνει ολόκληρα τρία χρόνια στον ίδιο τόπο! Τον αγάπησε γιατί ήταν έξυπνος κι ενάρετος και θα γινόταν - ήταν βεβαιωμένος γι' αυτό ο Μηνάς - άξιος άνθρωπος που θα' κανε καλό στους άλλους ανθρώπους και πρώτα στο δυστυχισμένο γένος. Μα να ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και πήγαινε κι αυτός εκεί. Τι τον περίμενε λοιπόν απάνω εκεί στις άσπρες θάλασσες; Ποιος νέος Αναστάσιος να του ' χε κι αυτουνού στημένο καρτέρι μες στα πολλά γυρίσματα που παίρνουν τόσο ξαφνικά οι νέοι χρόνοι κι οι καιροί;

***

...Έπεφτε ο ήλιος. Η άμαξα ροβόλησε στο ποτάμι και δε φαινόταν. Στην κοιλάδα του Δνείπερου πέφταν τα φρόνιμα χρώματα του δειλινού. Η φαρδιά ζωγραφιά με το ποτάμι και τους πράσινους λόφους, τα σπαρμένα χωράφια και τον καθαρό ουρανό έμπαινε σαν καλή μέρα στη συννεφιασμένη ψυχή του καλόγερου. Καλό σημάδι για το μακρινό ταξίδι των παιδιών. Ηρέμησε. " Ποιος ξέρει, είπε. Η ζωή η δική μου ήταν νύχτα, η ζωή η δική του ας είναι το ξημέρωμα και η μέρα. Ο Θεός να του δώσει!"
Έκαμε πάλι το σταυρό του.
- Ευτυχείτε! είπε πάλι και σκύβοντας πήρε από χάμω το δισάκι, το' ριξε στον ώμο και τράβηξε σκυφτός κάτω από τα δέντρα για τις βαθιές σπηλιές της Λαύρας.

2. Ταξιδεύοντας

Σα να έχασα δεύτερη φορά τον πατέρα μου, είπε μ' αναστεναγμό ο Ευγένιος.
Ο Ιωάννης χαμογέλασε.
- Ουδέν κακόν αμιγές καλού, Ευγένιε. Θαρρώ μάλιστα ότι το καλό είναι απείρως μεγαλύτερο. Δεν παραγνωρίζω τα καλά του γέροντα ο οποίος σου έδωσε πολλά, όπως κι εμένα, παρ' όλο που εγώ λίγο ευτύχησα να είμαι μαζί του. μας έδωσε και των δυο πολλά!
- Μας πρόσφερε πολλά, είναι αλήθεια, είπε ο Ευγένιος. Το αγγείο όμως το δικό μου, Ιωάννη, ελάχιστα συγκράτησε.
- Και τι να πω τότε εγώ, Ευγένιε! Άι, αν δεν ήξερα την ειλικρίνειά σου θα το' παιρνα πως δεν το' πες για τον εαυτό σου...Μα ας είναι. Είμαι σύμφωνος πως κι άλλα χρήσιμα πράγματα θα μπορούσαμε να μεταφέρουμε από το δικό του αγγείο στα δικά μας. Αλλά δε νομίζεις κι εσύ πως πρέπει κάπου να έχουμε αφήσει άδειο μέρος για όσα θ' ακούσουμε και θα δούμε αποδώ και εμπρός;
Ο Ευγένιος γέλασε:
- Άδειο μέρος στο κεφάλι μου; Ποτέ!
- Θέλω να πω ότι ο πάτερ Μηνάς με τους αρχαίους του και με τους Φράγκους του το' φαγε το ψωμί του. Πάνε εκείνα. Ανήκουν σ' άλλους αιώνες. Ο πάτερ Μηνάς...
Τον άκουσε ο Ευγένιος σιωπηλός.
- Φίλε μου, είπε μετά, δεν έχεις δίκιο. Σε βεβαιώνω ότι ποτέ, ακούγοντας τον πάτερ Μηνά, δεν είπα πως μαζεύω κειμήλια στο μυαλό μου. Όσο παλιές και να' ναι οι γνώσεις μας, όλο και κρατάνε κάτι που είναι νέο, φτάνει να είναι αληθινές κι αξιόλογες. Κατ' εμέ, αν θέλεις, ένας νέος της δικής μας ηλικίας, άμα δεν είναι παιδομαθής και δεν φροντίζει να πολλαπλασιάζει τις ιδέες του, είναι πιο αρχαίος από ένα διαβασμένον που έζησε τα παλαιότερα χρόνια, αλλά πάσχιζε να μαθαίνει όλα εκείνα που είπαν άλλοι άνθρωποι σοφότεροί του...
Ο Ιωάννης έρριξε μια πλάγια ματιά, η όψη όμως του Ευγένιου ήταν σοβαρή, πάλι δε φαινόταν να το είπε για τον Ιωάννη. Μα η σκέψη ότι τα λόγια του θα μπορούσε κανείς να τα πάρει κι έτσι έκανε τον Ιωάννη να χάσει κάθε όρεξη για τη συζήτηση.
-Ναι, ναι, μουρμούρισε και βάλθηκε να κοιτάζει μέσ' από το τζάμι τους χαμηλούς λόφους που άφηνε η άμαξα στο πλάι.
Ο Ευγένιος συνέχισε:
- Αλήθεια, πιστεύεις , Ιωάννη, ότι η διδασκαλία των Φράγκων του περασμένου αιώνα πέθανε κι αυτή μαζί με τους δασκάλους κι ανήκει στα μνημεία και στην ιστορία; Εγώ σκέφτομαι αλλιώς. Ξανοίγω μεγάλη συνέχεια στα όσα εκείνοι εδίδαξαν και στις ιδέες που εμείς τώρα κρίνουμε καλές. Κι έπειτα βλέπω την ίδια συνέχεια μεταξύ της σοφίας εκείνων και των παλιότερων έως τους πιο αρχαίους. Με τη διαφορά πως εκείνοι, οι πρώτοι, ήτανε μικροί στο ανάστημά των, ενώ ετούτοι μεγαλύτεροι, όχι όμως γιατί γεννήθηκαν σοφότεροι, αλλά επειδή τις γνώσεις δεν έκατσαν να τις φτιάξουν εξυπαρχής, παρά στάθηκαν απάνω στα όσα είχαν δημιουργήσει όλοι μαζί οι προγενέστεροι. Έτσι που σαν μιλάμε τώρα για έναν Ελβέτιο ή για το δημιουργό του "Αιμίλιου", στοχαζόμαστε κι όλους τους προγενέστερους, ξεχωρίζουμε τα σκαλοπάτια που πάτησε ο νεώτερος για ν' ανέβει στη δική του κορυφή.
Ο Ευγένιος έμεινε μια στιγμή σκεφτικός και χαμογελώντας πρόστεσε:
- Αν μου τύχαινε το δώρο του ζωγράφου, θα έκανα μια προσωπογραφία του Φρανσουά Μαρί Αρουέ. Θα προσπαθούσα να τον φτιάξω ώστε ο καθένας να γνώριζε το συγγραφέα του " Φιλοσοφικού Λεξικού" έτσι που τον ξέρουμε από την εργασία του Χουντόν. Συνάμα θα βασανιζόμουν να' βρω τρόπους ώστε στη φιγούρα, στην κόμμωση, στην ενδυμασία, είτε στο χώρο που θα τον περιβάλλει, στην ατμόσφαιρα που θα δημιουργούσα, να μπορεί κανείς να μαντέψει τις σκέψεις αυτές, τη διαδοχή των γνώσεων, δηλαδή θα έκαμνα από κάπου να προβάλει εκεί μέσα κι η θύμηση του Θαλή, του Πλάτωνα, του Χριστού...
Ο Ιωάννης τινάχτηκε.
Βολταίρος, Μοντεσκιέ, Διδερό, Ελβέτιος, Ρουσσό, ο αββάς Ραινάλ - σαν τα πουλιά γύρω στη φωλιά τους τα φράγκικα ονόματα άρχιζαν να φτερουγίζουν όταν ο πάτερ Μηνάς ερχόταν να' βρει τον Ευγένιο πάνω στη μεγάλη κάμαρα του αρχοντικού ή τ' απογέματα στον κήπο κάτω από τα κυπαρίσσια και τις ανθισμένες μανόλιες. Σαν άναβε η συζήτηση άλλαζαν όψη και οι δυό τους: ο καλόγερος φυσούσε από πάνω του την κάπνα των αιώνων του, ο Ευγένιος τα ίχνη της καχεξίας του. Το πρόσωπό του έπαιρνε εκείνη τη γοητεία που τόσο ζήλευε ο Ιωάννης. Ναι, το καταλάβαινε ο καθένας - αν έγινε καλά ο Ευγένιος από τη βαριά αρρώστια, σε τούτον τον αναθεματισμένο καλόγερο έπρεπε να το χρωστά, όχι στις κούρες, όχι στους γιατρούς που έστελνε και φώναζε ο Σαραντόπουλος απ' ολούθε.
Μισοπεθαμένον από τύφο εδώ και τρία χρόνια, την άνοιξη του 1821, τον φέραν απάνω στην άμαξα από τη Μολδαβία, όπου πήγε και κατατάχτηκε στον Ιερό Λόχο. Αυτή η αρρώστια του Ευγένιου ήταν η αιτία να κουβαληθεί στην Οδησσό κι ο Ιωάννης. Τον έφερε  η μητέρα του, αδελφή της γυναίκας του Σαραντόπουλου , γιατί από χρόνια ζέσταινε ένα όνειρο να δει το παιδί της κληρονόμο του άτεκνου γαμπρού της. Ο Ιωάννης ήταν φτωχός, ο δικός του πατέρας, ταπεινός Έλληνας από τη Μπαλακλάβα, κατώτερος αξιωματικός του ρωσικού στρατού, σκοτώθηκε στη Σούμλα το 1810 και τ' ορφανό το δώσαν στη Μόσχα, στο στρατιωτικό γυμνάσιο. Άλλη μια φορά τότε, πριν τον πάει στη σχολή, μιλημένη με την αδελφή της, τον έφερε η μητέρα του στην Οδησσό. Ο μωραΐτης Σαραντόπουλος δεν του έδειξε συμπάθεια. Μυρίστηκε τα διαβούλια των δύο γυναικών και το' κοψε· τον Ιωάννη δεν θα τον κρατούσε. Τώρα όμως ποιος ξέρει - η βαριά αρρώστια του Ευγένιου μπορεί να τον έκανε να σκεφτεί αλλιώς. Γι' αυτό η μάνα του Ιωάννη έφυγε για την Πετρούπολη, έφτασε με συστατικό γράμμα κι ως τη Βαρσοβία, στο ρωμιό στρατηγό Κρούτα, τον αυλάρχη του μεγάλου πρίγκηπα Κωνσταντίνου. Ο Ιωάννης αποσπάστηκε στην Οδησσό, στη φρουρά του διοικητή Λανζερόν. Ήταν ελεύθερος από την υπηρεσία του κι έμενε στο σπίτι του θείου του - " να' ναι κοντά στον Ευγένιο". Δεν τον είδε ο Σαραντόπουλος  ούτε και τούτη τη φορά με καλό μάτι - όταν ο Ευγένιος έγινε καλά και δέχτηκε να φύγει για την Πετρούπολη να υπηρετήσει στην κολλέγια των διπλωματικών υποθέσεων, άφησε και τον Ιωάννη να πάει στο καλό του. Μόνο φρόντισε να τον τοποθετήσουν στην Πετρούπολη, στο Ανακτορικό Σύνταγμα Σεμιόνοφσκι, που εκείνη μόλις τη χρονιά, ύστερ' από τη στάση του 1820, ξαναπόκτησε την εύνοια του αυτοκράτορα. Ήταν κι αυτό κάτι.
Τις σοφές κουβέντες του καλόγερου με το μαθητή του τις είχε παρακολουθήσει κι ο Ιωάννης. Τις παρακολουθούσε βουβά. Δε φιλονίκησε ποτέ μαζί τους, δεν άφησε να φανεί πόσο τον πείραζε να τους ακούει να μιλάνε με τόση λατρεία για τους Φράγκους που το κράτος επίσημα τους είχε αρνηθεί, όπως κι η εκκλησία. Να φιλονικήσει με τον Ευγένιο ήταν μάταιο, με τον πάτερ Μηνά σωστή τρέλα - ο καλόγερος ήταν οξύθυμος, τσουχτερόστομος, έτοιμος ν' αρχίσει ατελείωτη διαμάχη φωνάζοντας, χειρονομώντας, ξετρυπώνοντας σωρό φυλλάδια από το ξυλωμένο ράσο του κι από το σάκκο του. Ο σάκκος του πάτερ Μηνά! Και τι δεν κουβαλούσε εκεί μέσα: σταυρούς και κονισματάκια, κεριά και μόσχους, το προσφάι του, βελόνες, κουβάρια με άσπρο και μαύρο μιτάρι, κοντυλοφόρους, καλαμάρια και βιβλία - Λογικές, Γραμματικές, Γεωγραφίες, Ιστορίες, Αστρονομίες, κίτρινα όλα, λιγδιασμένα, τραγανισμένα γύρω - γύρω από τα ποντίκια, αναθεματισμένα τα περισσότερα από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ρίγος τον έπιανε τον Ιωάννη όταν έσκυφτε ο καλόγερος πάνω από το σάκκο του κι έπαιρνε να ξετυλίγει το κομποσκίνι. Ενώ ο Ευγένιος! Άρπαζε από τα χέρια του Μηνά τα λαδωμένα φυλλάδια και πολλά από δαύτα τα κουβάλαγε με μια παράξενη χαρά στην κάμαρά του κι όλο το σπίτι μύριζε ανυπόφορα λιβάνι, σκόρδο, ελιές, παστά, ψάρια...
Τα βιβλία αυτά του Μηνά, όπως κι οι κουβέντες που έκανε με τον Ευγένιο, ήταν όλα εκ του πονηρού, τον Ευγένιο δε θα τον βγάζαν σε καλό - έτσι πίστευε ο Ιωάννης. Είχε σκεφτεί τότε στις αρχές να τα πει αυτά στο Σαραντόπουλο. Αλλά γιατί; Φρονιμότερο ήταν να σιωπούσε και για τ' αφορισμένα φυλλάδια του Μηνά κι ένα σωρό ακόμη βιβλία και χειρόγραφα που μάζευε ο Ευγένιος από φίλους και γνωστούς, πλήθος τετράδια που είχε ξεσηκώσει ο ίδιος με κωμωδίες και δράματα που κυκλοφορούσαν κρυφά από τις κρατικές αρχές, χέρι με χέρι, ποιήματα νέων ρώσων ποιητών που σατίριζαν  και ελεεινολογούσαν τους τυράννους κι άλλα εξυμνούσαν παλιούς και νέους τυραννοκτόνους από τον Αρμόδιο και τον Αριστογείτονα ως το Γερμανό φοιτητή Ζαντ και το Γάλλο σαμαρά Λουβέλ. Όλ' αυτά τα κουβαλούσε τώρα μαζί του. Ένα από τα κιβώτια με τις αποσκευές που ταξίδευαν μπροστά απ' αυτούς ήταν γιομάτο φυλλάδια του Μηνά - ο Ευγένιος τα' δωσε και τα έντυσαν εξώφυλλο - και πλήθος χειρόγραφα αντιγραμμένα με το ίδιο του το χέρι.
Δε μιλούσε για όλ' αυτά ο Ιωάννης. Ούτε και τώρα στο αμάξι ήθελε να φιλονικήσει με τον Ευγένιο. Πειράχτηκε όμως μ' αυτό που άκουσε κι είπε:
- Χάος απύθμενο χωρίζει τα δυο ονόματα. Το ένα συμβολίζει τη θεότητα, ενώ το άλλο την ασέβεια σε ανθρώπινα και θεία. Απορώ πώς δεν το βλέπεις.
- Δεν υπάρχει χάος, απάντησε ο Ευγένιος. Φτάνει να βρούμε τη γέφυρα και τότε εύκολα περνάμε από τον έναν στον άλλον.
- Διεφθαρμένο ανδράριο τον έχει αποκαλέσει ο Πατριάρχης. Όποιος τον ακολουθεί αφορίζεται από την εκκλησία μας. Ο αββάς Νονότ με μαθηματική ακρίβεια απόδειξε πως όλα τα λεγόμενα του Βολταίρου είναι ασεβή.
- Ο ίδιος ο αββάς, ήταν η απάντηση του Ευγένιου, μας έπεισε με τα συγγράμματά του πως δεν έχει δίκιο. Τώρα αυτό λίγοι το αμφισβητούν, μόνο οι ιερατικές κι οι στρατιωτικές σχολές. Ίσως κι ο ίδιος ο αββάς να το παραδεχόταν αν ήταν ακόμη ζωντανός. Όσο για το Πατριαρχείο, αφού περάσουν κάμποσα χρόνια, άλλα πράγματα μπορεί να μας πει για το σοφό του αιώνα μας. Και μάλιστα με την ίδια ευκολία που βιάστηκε να τον αναθεματίσει πριν σωπάσουν οι ύμνοι που πλέκανε γι' αυτόν μέχρι σχεδόν τη μέρα του θανάτου του. Πολλά είναι τα λυπηρά σε τούτη την ιστορία, αγαπητέ Ιωάννη...
- Λυπηρός κι απορίας άξιος ο φανατισμός σου!
- Αν έχει όπως το λες. Αλλά τιμώ το φιλόσοφο επειδή πρώτος αγωνίστηκε εναντίον του φανατισμού. Αν το βλέπεις και σε μένα αυτό το κακό, πε μου πού είναι να την " π α τ ά ξ ω  τ η ν   έ χ ι δ ν α" - τελείωσε εύθυμα ο Ευγένιος.
Ο Ιωάννης μετανόησε για όσα είπε - ό,τι είχε την πρόνοια ν' αποφύγει δυο χρόνια, να, το πάθαινε τώρα, σε μια στιγμή που τον θόλωσε ο θυμός.
- Καλά, καλά, είπε και δοκίμασε να πάρει άλλο τόνο, να μιλήσει σα μεγαλύτερος που ήταν κατά τρία χρόνια από τον Ευγένιο: Όταν ένας άνθρωπος έχει ξεσηκώσει εναντίον του όλο τον κόσμο, δε μπορεί, Ευγένιε, να είναι δάσκαλός σου και παράδειγμά σου!
- Τι θα' λεγες, αν τον κάρφωναν κι εκείνον στο σταυρό...
...Ως το τέλος του πολυήμερου ταξιδιού οι δύο νέοι δεν ξαναμίλησαν γι' αυτά...
( απόσπασμα)


Μήτσος Αλεξανδρόπουλος , φύλλα - φτερά, διηγήματα, Εκδόσεις Πολύτυπο, Αθήνα 1983
Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος γεννήθηκε στις 26 Μαΐου 1924 .
Η νουβέλα " Ευτυχείτε" δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης το Μάρτιο του 1966.