Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2020

Αποχαιρετισμός στο Γιάννη Δάλλα

ΑΠΟΓΡΑΦΗ
ΑΦΗΓΗΣΗ
Σας βλέπω να φτάνετε πάλι και πάλι απ' την απέναντι όχτη. Μπορεί να μ' έχετε για τρελλή, μπορεί. Στέκομαι πάνω στην ξερολιθιά - τα μαλλιά μου ένα κουβάρι φίδια. Λέω δε θα περάσετε κι' αυτή τη φορά, δε θα περάσετε καμμιά φορά, τούτα τα καμμένα δοκάρια, σπιτοτόπια και φράχτες ανασκαμένοι, τάχω σαν ένα κουβάρι ασημικά, είναι από τον καιρό της μάννας μου, τώρα είναι δικά μου, καταλαβαίνετε, τ' ανασκαλεύω  μέσα στη νύχτα, λέω εδώ τα' ναι κι αποκοιμιέμαι σα μια γέρικη λύκαινα - εσάς δε σας πέφτει λόγος, ένα τσούρμο μάτια που με κοιτάτε πάνω, κάτω, παντού, από παντού. Είμαι ένα κόκκαλο που τόγλυψε η φωτιά του πολέμου και τ' άφησε ζωντανό, και τώρα με τούτα τα καμμένα δαυλιά τα χέρια μου, αν κάνετε πως σαλεύετε θα σας συντρίψω μ' όλα τα αγκωνάρια και τους δρυμούς. Είχα τις φαμίλιες μου και πια δεν τις έχω, είχα τα σπίτια και τα αραποσίτια μου και τώρα δεν τα'χω , έτσι σας λέει η μοίρα σας, φουκαράδες και σαλτιμπάγκοι μου, να ξέρατε σαν τι σάλεμα νου σάς ρημάζει, ο Θεός να βάλει το χέρι του. Πάτησα τα εκατό κι' όμως το δόντι του μυαλού μου πριονίζει κάστρα, αλέθει τα περασμένα σαν όπως ο νερόμυλος τη σοδειά, ξέρει τι έγινε και τι μέλλεται ακόμα να γίνει. Κάθομαι εδώ πα στο κατώφλι, χωρίς σκεπή, βλέπω πότε ανατέλλει ο αστέρας και πότε σπερίζει η αρκούδα, ο καιρός είναι κρυμμένος και μας ακούει. Είναι σταματημένος σε τούτα τα ρημάδια από τότε που τάγλυψε η φωτιά, τους άνοιξε λαβωματιές χοντρές η οβίδα και το πελέκυ. Λέω " κυρά Μελλιώ, εσύ απόμεινες τώρα με τα τρία σκυλιά σου, δεν ξέρεις από γράμματα όμως μπορείς να βουτήξεις το δάχτυλο μες στο αίμα. Μ' ετούτο το δάχτυλο έγραψα τους σταυρούς στα καλυβόσπιτα, σε κάθε εμπατή, τρεις πέντε, δέκα, δεν ξέρεις από μέτρημα, πέταξε τα σάνταλα, τα μάνταλα, τα τσουράπια σου έντεκα, δώδεκα, δεκαπέντε, δεκάξι". Είναι όλοι τους εδώ ο Βάγγος, ο Σταθής, η Μάγδα τ' Ανέστη, ο Παναγής ο Μπέκρος, ο Γκαβός ο Τσάταλος, οι Γιακουμπαίοι. Αυτόν τον βρήκα στη ρεματιά δίπλα στο διβόλι να κόβει το ψωμί του Θεού, τον άλλο να βλαστημά, ξεμπλέχοντας τα ρημάδια τα δίχτυα του, εκείνην πιο κάτω ανάμεσα στις παπαρούνες μ' ανασκωτά σκέλια και ματωμένη την πουκαμίσα της. Εσείς πού είσαστε τότε, σε τι βυζιά ρουφούσατε  χολή, κάτω από τις φωληές, τι γόνατα, προσπαθώντας να ξαναμπήτε στην κοιλιά της μάννας σας, ένα τσούρμο μάτια που με κοιτάτε πάνω, κάτω, παντού, από παντού. Επειδής εγώ είμαι εδώ, ένα ριζιμιό κουφάρι, σκιάχτρο των αμαρτωλών κι' αν δε γυρίσετε τις πλάτες έτσι να κάνω θ' αδράξω εκείνα τ' αγκωνάρια που σας έλεγα. Σας βλέπω κι' όλας να φεύγετε σκουντουρλώντας ο ένας τον άλλο, όμως εγώ μένω και θα μείνω για πάντα με τα τρία σκυλιά μου, τον Αράπη, τον Γκέκα, το Στρούφουλα. Πάνω απ' το κατώφλι μου ορίζω ένα στρέμμα γης, αυτό δεν είναι στρέμμα, είναι ο κόσμος μου, τον βιγλίζω καλά, ξέρω, εδώ τους έχω καταχωνιάσει δυό μπόγια κάτω και περιμένω νάναι με την καινούργια βλάστηση και το φύτρωμά τους, ανάμεσα στο ρύζι και το σουσάμι που έσπειρε το χέρι τους, θα τους δω να πετάνε το μπόι τους, σαν ένα δάσος ατάραγα δεντρικά. Δεν είναι δεκάξι, είναι δεκάξι χιλιάδες, οχτώ εκατομμύρια μπόγια είναι, ένας Θεός ξέρει πώς μοιάζει άνθρωπος μ' άνθρωπον, τους έχω γνωρίσει πολλές φορές νάρχονται, με φαριά και μονόξυλα, χιλιάδες αδερφοξάδερφα και σύντεκνοι να μου παρασταθούν σε χαρά ή σε λύπη μου. Έτσι να τους κράξω από τούτη την καπνισμένη βίγλα με την κορακοφωνή μου, πού' ναι όπως φυσά το ξεροβόρι στη λαγκαδιά, σηκώνονται όλοι, και τότε είναι που η ρόδα του καιρού  θα ξαναρχίσει ν' αλέθει. Τώρα η νύχτα πέφτει. " Μελλιώ, τώρα το κάθε τι με τη σειρά του", λέω. Επειδή η νύχτα γεννά εκδίκηση, γεννά και τη δικαιοσύνη που αναπαύει τις καρδιές των ανθρώπων. Πρώτα να κατέβω στη Βόσσα. Αφότου το χέρι των αντρών δεν είναι πάνω στο καμάκι, τα χέλια μπορώ να τα φουχτιάζω πλεξιές - πλεξιές. Είναι ξέχειλη ως απάνω. Κι' ακόμα το βλέπεις να σέρνονται με τις κρύες κοιλιές τους ως τα χωράφια. Τα ρίχνω, κι' άλλα κι' άλλα, κουβαριαστά, μες στην καλαθούνα μου. Χέλια για τους πεθαμένους. Φωνάζω, κι' ας μην ακούει, τη μικρή βαφτιστικιά " Τζέλκα". Κι η λαγκαδιά απαντάει " Τζέλκααα, μωρή Τζέλκα, να τους τα πας όλα, λέω,το νου σου να διαβαστούν με τη σειρά τα ονόματα". Μου φαίνεται να βαβίζει σα μικρή κουτάβα απ' το κακό της. " Σήμερα δεν είναι ψυχοσάββατο". Κάθομαι σταυροπόδι. Βλέπω τον αστέρα ν' ανατέλλει, κάτω τα κοιμισμένα νερά και πλέχω. Το μπολερό, ετούτο το γιλέκο με τις χάντρες. Σαν ένας αργαλιός που φαίνει ξεφαίνει τα εντόσθια της κοιλάδας. Ανοίγω τα κιτάπια του αντρός μου που έφυγε κι' εκείνος γκρινιάζοντας. " Σύχασε Ευθύμη, σύχασε πια, λέω και ξαναλέω, ας τα χρωστά, θα μας τα δώσει σαν σηκωθεί κι' αυτός μ' όλους τους σκοτωμένους. Τα χέλια ξανασφίγγουν τα μούσκουλα ανάμεσα στα σκόρπια κόκκαλα". Πριν κοιμηθώ απλώνω τα χέρια μου να τους σκεπάσω. Πόσοι είναι; τρεις, πέντε, δέκα, δεν ξέρω από γράμματα, πετώ τα σάνταλα, τα μάνταλα τα τσουράπια μου, έντεκα δώδεκα, δεκαπέντε, δεκάξι. Καληνύχτα σας καληνύχτα σπόροι μου, σπόροι της κοιλιάς μου, στοιχειά μου. Όπου νάναι θα ξημερώσει κι' έχω να φυλάξω γερά τη βάρδια μου. Ακόμα μια μέρα, χριστιανοί μου, κάνετε καρδιά, ακόμα μιαν άνοιξη, αδέρφια μου. Ποιος μούφερε τούτη την κούνια που μοσκοβολά σάπιο  κρέας, να την κουνώ πέρα δώθε ως την αυγή - αυγή χρόνος; Κ' η κούνια να τρίζει, τα θέμελα να τρίζουν, το σκυλί να ουρλιάζει. Παρασάνταλος κόσμος. Κι' εγώ πέρα δώθε την κούνια μου. " Σύχασε Ευθύμη, σύχασε πια, σύχασε".
 ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ
Δημοσιευμένο στο λογοτεχνικό περιοδικό Ηπειρωτικές Σελίδες, τεύχος 3 , Νοέμβριος 1952
                                                              

Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2020

Γιάννης Δάλλας "Από την Πόλη των συντεχνιών και των αγώνων" (Γιάννενα)



Λιλίκα Νάκου "Παραστρατημένοι"

Η  Λιλίκα Νάκου γεννήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 1904. 

Το 1935 η Λιλίκα Νάκου έγραψε το μυθιστόρημα" Παραστρατημένοι" . Με αυτό το έργο έγινε γνωστή στα νεώτερα χρόνια καθώς ήταν το  πρώτο της  που  μεταφέρθηκε  στη μικρή οθόνη το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 1979 έως το Φεβρουάριο του 1980. Δυστυχώς δεν διασώθηκε κανένα επεισόδιο καθώς κάποιοι διέγραψαν εντελώς τη σειρά από το αρχείο της ΕΡΤ .
Οι "Παραστρατημένοι " αφηγούνται  συμβάντα από την παιδική ηλικία της συγγραφέα, τη ζωή και την εκπαίδευσή της στην Ελβετία. Αυτοβιογραφική διάθεση με κυρίαρχα μοτίβα τη μοναξιά, την έλλειψη  μητρικής αγάπης, τις προβληματικές ανθρώπινες σχέσεις, τους ανεκπλήρωτους έρωτες,  το θάνατο, το μηδενισμό αλλά και την τάση για την ψυχική ελευθερία και την αποδέσμευση από τα στερεότυπα  μέσα από την εργασία και το διάβασμα.

"Η αφήγηση, μέσα από τα γεγονότα της εσωτερικής και εξωτερικής ζωής της ηρωίδας, ξεδιπλώνει την προσωπική της πορεία προς την ανακάλυψη του εαυτού της όσο και μια σειρά από γυναικεία και αντρικά πρόσωπα, που κινούνται γύρω της και των οποίων οι μικρές ‘εγκιβωτισμένες’ ιστορίες ζωής αποκαλύπτουν αντρικές και γυναικείες στάσεις εμποτισμένες από τα διαδεδομένα στερεότυπα της κοινωνίας της εποχής. Τα στερεότυπα για τη γυναίκα είναι η παρθενία πριν το γάμο  η υστερική γυναίκα, η πόρνη, η μητρική και προστατευτική γυναικεία φιγούρα, η γυναίκα-θύμα, η γυναίκα που αφιερώνεται στους άλλους, ευαίσθητη και γενναιόδωρη, η γυναίκα που «εκμεταλλεύεται» τους άντρες , η «εγκαταλελειμμένη» γυναίκα, η ανικανοποίητη γυναίκα. Όλες αυτές οι στερεοτυπικές εικόνες της γυναίκας εμφανίζονται είτε ως αναπαραστάσεις των ανδρών αποτυπωμένες στις συζητήσεις των ανδρών μεταξύ τους ή με τις γυναίκες είτε ως στάσεις διαφόρων γυναικείων τύπων μέσα στις ‘εγκιβωτισμένες’ αυτές ιστορίες στην ιστορία της κύριας αφήγησης. Πρέπει να σημειώσουμε ότι τα δευτερεύοντα γυναικεία ή ανδρικά πρόσωπα που περιβάλλουν την κεντρική ηρωίδα λειτουργούν ως ‘συνεργοί’ (adjuvants) για την ίδια, αφού τη βοηθούν να έχει πρόσβαση στον εσώτερο εαυτό της, να ανιχνεύσει τα όρια και τα αδιέξοδά της, τις αντιθέσεις, τις διαφορές και τα κοινωνικά παράδοξα. Τα διαφορετικά γυναικεία ‘εγώ’ συγκροτούν το ‘εγώ’ της Αλεξάνδρας και το ‘εγώ’ της γυναίκας γενικά, παρά τις μερικές διαφοροποιήσεις. Μέσα από μια χαμηλόφωνη αφήγηση, η οποία παίζει κυρίαρχο ρόλο στη διατύπωση μιας σκέψης για τη γυναικεία ταυτότητα, η αφηγήτρια, ακούγοντας προσεχτικά τον εαυτό της, ομολογεί τις αδυναμίες, τους φόβους της και διηγείται τις περιπέτειες της, τις προσπάθειες, τις ματαιώσεις και τις αποτυχίες της."(1)

Οι "Παραστρατημένοι" είναι άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες, που παρασύρονται από τις αδυναμίες τους και παραιτούνται από τη ζωή υποταγμένοι σε αρρωστημένα συναισθήματα και αδιέξοδες καταστάσεις. Η βασική ηρωίδα του μυθιστορήματος αγωνίζεται να δραπετεύσει από αυτά βαδίζοντας ωστόσο πολλές φορές σε κινούμενη άμμο έτοιμη να καταποντιστεί ανά πάσα στιγμή. Κατορθώνει όμως να ισορροπήσει και να απελευθερωθεί ανακαλύπτοντας ένα νέο νόημα στην ταλαιπωρημένη της ζωή.

" Ένιωθα τώρα στο βάθος μου πως είχα βρει το σκοπό της ζωής μου. Μια σκέψη μόνο με βασάνιζε: Θα μπορέσω τάχα εγώ να πλάσω έναν άνθρωπο; Έναν Άνθρωπο με καρδιά γερή και μεγάλη;...Και θα μπορέσω εγώ να του δείξω τον ίσιο δρόμο, ώστε πατώντας στα ερείπια που άφηκε η γενιά μας, να πετάξει μπροστά;..."

Οι "Παραστρατημένοι" είναι ένα σπαρακτικό, ένα σχεδόν καταθλιπτικό μυθιστόρημα , το οποίο όμως κατορθώνει στο τέλος να εμφυσήσει ελπίδα και αισιοδοξία για τη γυναίκα και για τον άνθρωπο γενικά.


Λιλίκα Νάκου,Παραστρατημένοι, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2009,12η έκδοση

(1) Διαμάντη Αναγνωστοπούλου, Ανάδυση της έμφυλης γυναικείας ταυτότητας σε αφηγηματικά έργα γυναικών συγγραφέων της λογοτεχνικής γενιάς του τριάντα.

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2020

Μιλά η ΕΠΟΝ


Ανάμεσα απ' τη φλόγα δυό χεριών,
που σαν χωνί, αγκαλιάζανε το στόμα, 
άκουσα τη φωνή σου απόψε, ΕΠΟΝ,
κι ω, πώς αχεί στ' αυτιά και τώρα ακόμα!

Για λευτεριά, για ενότητα μιλούσε:
- Αδέρφια εμπρός, στην πάλη την κοινή.
Κι ω, πώς στα λόγια εκείνα αναριγούσε
η σκλαβωμένη κι άβουλη ψυχή.

Μιλάν τα νιάτα, τ' άτρομα, τα θεία, 
ακούστε τη θερμή τους τη φωνή
και σμίχτε τη δειλή σας την πορεία,
με την παρέλασή τους τη λαμπρή.

Πρωτόσταλτα της νίκης χελιδόνια,
- μιλά η ΕΠΟΝ, η φλόγα μιας γενιάς -
και λουλουδίζουν οι καρδιές σαν κλώνια
και μια άνοιξη σιμώνει λευτεριάς.
                                           Μάρτης 1943
Σοφίας Μαυροειδή - Παπαδάκη Της νιότης και της λευτεριάς, ποιήματα, Θεμέλιο, Αθήνα 1978

Στις 23 Φλεβάρη 1943, σε ένα μικρό σπίτι, στην οδό Δουκίσσης Πλακεντίας 3 στους Αμπελόκηπους, ιδρύεται η Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων, η θρυλική ΕΠΟΝ , η μεγαλύτερη νεολαιίστικη οργάνωση της χώρας.

Τώρα θα κοιτάζεις μια θάλασσα...


ΓΗ ΤΩΝ ΑΠΟΥΣΙΩΝ

Τώρα θὰ κοιτάζεις μία θάλασσα.

Ἡ διάθεση νὰ σὲ ἐντοπίσω
στὴ συστρεφόμενη ἐντός μου γῆ τῶν ἀπουσιῶν
ἔτσι σὲ βρίσκει:
πικρὴ παραθαλάσσια ἀοριστία.

Ἐκεῖ δὲν ἔχει ἀκόμα νυχτώσει
κι ἂς νύχτωσε τόσο ἐδῶ
τῶν τόπων οἱ κρίσιμες ὧρες
σπάνια συμπίπτουν.
Κάτι σὰν φῶς καὶ οὔτε φῶς,
ἡ ὥρα τοῦ ἑαυτοῦ σου ἔχει πέσει.

Χορεύουν φύκια
κάτω ἀπ᾿ τὸ τζάμι τοῦ νεροῦ.
Τὰ ρηχά, ἔχουν κι αὐτὰ
τὰ βάσανά τους καὶ τὰ γλέντια τους.

Τώρα θὰ ἔχουν λύσει τὰ μαλλιά τους
οἱ ἁγνὲς ἡσυχίες τριγύρω
μὲ τὴ σιωπή σου θὰ τὶς κάνεις
γυναῖκες σου ἐκπληρωμένες.
Ξαπλώνουν δίπλα σου.
Ἡ σκέψη σου στερεώνει σκαλοπάτια στὸν ἀέρα
κι ἀνεβαίνει. Σὲ κρατάει στὸ ράμφος της.
Ποῦ ξέρω ἐγὼ τὰ εὐαίσθητα σημεῖα τοῦ πελάγους
γιὰ νὰ σὲ καταλάβω;

Θὰ κοιτάζεις μία ἔρημη θάλασσα.
Τὸ βλέμμα σου δὲν παραλλάζει
ἀπὸ πλαγιὰ ποὺ γλυκὰ
καὶ μ᾿ ἀνακούφιση σκουραίνει
κατρακυλώντας μὲς στὴν ἀπομάκρυνση.
Ἀναπνέεις μὲ τὸ στέρνο τῶν μακρινῶν ἠρεμιῶν,
ποὺ ἔχω γι᾿ αὐτὲς διαβάσει
στοὺς πολύτομους κόπους ποὺ ἔδεσα.
Σ᾿ ἕνα ἀβαθῆ σου στεναγμὸ βούλιαξε ἕνα βαπόρι.
Δὲν θὰ ἤτανε βαπόρι. Θὰ ἤτανε σκιάχτρο
στὰ ὑγρὰ περβόλια τῆς φυγῆς
νὰ μὴν πηγαίνουν οἱ διαθέσεις
νὰ τὴν τσιμπολογᾶνε.

Ἡ τερατώδης τοῦ πελάγους δυνατότητα,
ἡ κίνηση τοῦ πλάτους,
φθάνει στὰ πόδια σου ἀφρός,
ψευτοεραστὴς στὰ πρῶτα βότσαλα.
Τοὺς σκάει ἕνα φιλὶ καὶ ξεμεθάει.

Τώρα, θὰ σοῦ ἔχουν πεῖ ὅ,τι εἶχαν νὰ σοῦ ποῦν
Οἱ ἀναδιπλώσεις τῶν κυμάτων
καὶ θὰ ἐπιστρέφεις κάπου.
Θὰ παίρνεις κάποιο χωματόδρομο,
μιὰ ἄλλη ἅπλα,
ἀλλοῦ γυμνὴ κι ἀλλοῦ ντυμένη μὲ βλάστηση.

Ἡ σκέψη σου, μετὰ ἀπὸ τόση θάλασσα,
κατέβηκε ἀπὸ γλάρος,
βάζει τὸ δέρμα τῆς προσαρμογῆς καὶ χάνεται.
Ὅπου εἶναι θάμνος, πράσινη
ὅπου σκοτεινό, σκοτεινή.
Ἐκεῖ ποὺ οἱ καλαμιὲς σπέρνουν ψιθύρους,
ψιθυριστή,
ὅπου περνάει ρίζα, ριζωμένη
ὅπου κυλάει ρυάκι, ρέουσα
κι ὅπου δαγκώνει ἡ πέτρα, πέτρινη.

Στὴν ψυχή σου δὲν φθάνει κανεὶς
οὔτε διὰ ξηρᾶς οὔτε διὰ θαλάσσης.

Αὐτὸ τὸ δισκίο,
τὸ ἀκουμπισμένο στὸ μαῦρο ἀτμοσφαιρικὸ τραπέζι,
ποὺ τὸ περνᾷς κι ἐσύ, ὅπως κι οἱ ἄλλοι, γιὰ φεγγάρι,
ἄσ᾿ το, δὲν εἶναι φεγγάρι.
Εἶναι τὸ βραδινό μου χάπι
τὸ ψυχοτρόπο.

Κική Δημουλά ( 6 Ιουνίου 1931 - 22 Φεβρουαρίου 2020)

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2020

Παιδιά Καλών Οικογενειών

" Εάν το άλας μωρανθή, εν τίνι αλυσθήσομαι;" Είναι η πιο αντιπροσωπευτική φράση για την ιδέα που είχε το έθνος πριν από την απελευθέρωση του και που εξακολουθεί να έχει και σήμερα, προκειμένου για τα παιδιά των καλών οικογενειών. Μη στάξει και μη βρέξει. Με λίγα λόγια, αυτά ήταν πάντα το καμάρι της κοινωνίας.
Όχι πως και τα άλλα παιδιά δεν ήταν καλά. Μπορεί να ήταν και πιο προκομμένα, αφού πολλές φορές τα παιδιά των φτωχών κάνανε τον προγυμναστή για τα πλούσια παιδιά. Αλλά τα πλουσιόπαιδα, σωστά μανάρια της κοινωνίας, ξεχώριζαν, ήταν διαφορετικά ντυμένα - από τον καλοσιδερωμένο λευκό γιακά και την ποδιά ποπλίνα έως τα λουστρίνια παπούτσια. Μέσα σε μια σχολική τάξη αμέσως έβλεπες χτυπητή τη διαφορά: τα καλοντυμένα παιδάκια, αφράτα και παχουλά, σαν κουραμπιέδες, και πιο εκεί τα μπαλωμένα παιδιά της πλύστρας, ισχνά και κατσιασμένα -αβαρία από διάφορα κοινωνικά ναυάγια. Είναι αλήθεια πως ήταν πολύ καθαρά, γενικά όμως δεν έλειπε η διάθεση να προχωρήσουμε σε διακρίσεις " καθαρών και ακαθάρτων", όπως συμβαίνει στα σκοτεινά στρώματα των Ινδιών. Αυτό δεν έγινε, υπήρχε όμως απόσταση και τα πλούσια παιδάκια δεν έδιναν εύκολα το χέρι στα φτωχά.
Η διάκριση ξεχώριζε σε όλα, αρκετά ταπεινωτική, και τα φτωχούλια που μεγάλωναν με τη χάρτινη υπόσχεση της ισότητας και της δικαιοσύνης, αντί να νιώσουν την παιδική χαρά, το μέτωπο υψηλά για μια ελεύθερη πατρίδα που θα την υπηρετούσαν με τα δυο πολυτιμότερα αγαθά, με το αίμα και με τον ιδρώτα, πρωτογνώριζαν το σύμπλεγμα της κατωτερότητας. Μ' αυτό και μεγάλωναν.
Τα μανάρια ξεχώριζαν ακόμη με τα βιβλία και με τα παιχνίδια τους. Είχαν βιβλία με χρυσά γράμματα και παιχνίδια ακριβά, φερμένα " από τα Ευρώπας", με πολύπλοκα μηχανήματα. Είχαν όμως καλή καρδιά κι αυτά και οι γονείς τους και όταν τα βιβλία ξεσχίζονταν και τα παιχνίδια τσακίζονταν, αντί να τα πετάξουνε στα σκουπίδια, τις περισσότερες φορές τα χαρίζανε στους φτωχούς συνταξιδιώτες.
Η διάκριση εξακολουθούσε έως τις τελευταίες τάξεις του γυμνασίου, για να εκδηλωθεί ακόμη πιο χτυπητά όταν οι φτωχοί μαθητές ή μαθήτριες έπρεπε να βιοπαλέψουν, ενώ οι άλλοι γράφονταν στο πανεπιστήμιο. Υπήρχε και μια άλλη κατηγορία. Αυτοί ήταν οι πιο διαλεχτοί, όσοι είχαν τα οικονομικά μέσα να πάνε να σπουδάσουν στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στο Παρίσι.
Αυτοί ήταν οι μανδαρίνοι. Σπουδές στο Παρίσι, ανεξάρτητα αν μάθαιναν κάτι παραπάνω ή κάτι λιγότερο από όσα μαθαίνουν στα ελληνικά πανεπιστήμια, ισοδυναμούσαν με τίτλο και αποτελούσαν χρίσμα για τα ανώτερα αξιώματα. Οι απόφοιτοι των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων κατέβαιναν στην Ελλάδα παίζοντας ένα κλειδί στη χούφτα τους, ήταν το κλειδί του φέουδου. Το είχαν πρόχειρο. Ένα κομμάτι της πατρίδας ήταν πάντα έτοιμο στα πόδια τους, νομάρχες και διευθυντές τραπεζών, τμηματάρχες και ανώτεροι λειτουργοί, κουμπάροι και βουλευτές, ήταν το άλας της γης.
Αυτοί κυβερνούσαν και μορφώνανε κατά εικόνα και ομοίωση το κράτος. Γι' αυτό πάντα ο λαός ήταν ανώτερος από την κρατική μηχανή, ανώτερος από τους ηγέτες του, ανεξάρτητα σε ποιο κόμμα ανήκαν αυτοί.
Γι'αυτό σε δύσκολες στιγμές ο λαός ξεπερνούσε τις προσδοκίες των ηγετών και τους έκανε να τρίβουν τα μάτια τους.Βέβαια, οι σπουδαγμένοι της Ευρώπης δεν ομολογούσαν  ποτέ με τι τρόπο σπουδάσανε και τι μάθανε. Δεν τους συνέφερνε. Τουναντίον άφηναν να φουντώνει ο θρύλος " δια τας Ευρώπας", αδιάφορο αν γύριζαν ανάξιοι και ευτελείς όπως τα παιχνίδια που τους φέρναν κάποτε " από τας Ευρώπας" με τον πολύπλοκο μηχανισμό και την πρόστυχη ποιότητα...( απόσπασμα  από το διήγημα " Από φαναριώτικο τζάκι ή Η φιλοξενία")

Λουκάς Καστανάκης, Παιδιά Καλών Οικογενειών. Διηγήματα. Πρόλογος - Επιμέλεια Γιώργος Καραντώνης, Εκδόσεις Αίολος, Αθήνα 2013.

" Τα Παιδιά Καλών Οικογενειών" είναι μια σειρά ανέκδοτων διηγημάτων του Λουκά Καστανάκη, τα οποία επιμελήθηκε και εξέδωσε ο Γιώργος Καραντώνης.
" Είναι γραμμένα στην περίοδο 1942 - 1956, αλλά παρέμειναν ανέκδοτα ως σήμερα, αποτελούν δηλαδή μια φωνή από το παρελθόν που μιλά ακριβώς για το παρελθόν που περιγράφουν και - κυρίως - είναι γραμμένα από έναν άνθρωπο που έζησε και έδρασε για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα της ζωής του στους τόπους που περιγράφει: στην Κωνσταντινούπολη, όπου γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, στον Καύκασο, στο Παρίσι, στο Βερολίνο, μέρη όπου είχε πολύχρονη παραμονή και πολυποίκιλη δράση, πριν καταλήξει και εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα, όπου έζησε τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια της ζωής του, με εξαίρεση, βέβαια, την τετραετή περίπου περίοδο της εξορίας του σε διάφορα "τουριστικά" νησιά.
Από όλα τα μέρη και τους πάμπολλους ανθρώπους που γνώρισε στη διάρκεια της ζωής του, ο συγγραφέας αντλεί το πολυποίκιλο υλικό του και καταγράφει καταστάσεις αληθινές και πολύ οικείες του, δίνοντας μια γλαφυρή αναπαράσταση, ιδιαίτερα του Ελληνισμού της διασποράς. Αντίθετα, μάλιστα, απ' ό,τι γράφεται συνήθως σε πολλά βιβλία, τα πρόσωπα των διηγημάτων του είναι υπαρκτά - αν και αναγράφονται με ψευδώνυμο - και καμιά τυχαία σύμπτωση δεν υπάρχει με πρόσωπα  και γεγονότα εκείνης της εποχής, πράγμα που φαίνεται και από το ότι αρκετά πρόσωπα και κάποια περιστατικά είναι κοινά σε μερικά διηγήματα. Ο ίδιος ο συγγραφέας είχε γνωρίσει πολύ καλά, από τα μέσα, όλα αυτά τα "παιδιά καλών οικογενειών", τους στενούς συγγενείς πρωθυπουργών και υπουργών, τους βιομήχανους, τους έμπορους, τους πολιτικούς, τους ξεπεσμένους πρίγκηπες, τους ψευτοαριστοκράτες, τους διανοούμενους, τους ψευτοδιανοούμενους, τους " κοτσαμπάσηδες στα γράμματα και στην πολιτική"( από τον Πρόλογο του Γιώργου Καραντώνη )



Ο Λουκάς Καστανάκης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 30 Δεκεμβρίου 1890. Ο πρώτος γιος της οικογένειας, η οποία είχε άλλα δύο αγόρια, τον Μανόλη και το Θράσο, τον μετέπειτα γνωστό συγγραφέα. Στην Κωνσταντινούπολη πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια και φοίτησε στο Ζωγράφειο Γυμνάσιο.Το 1905 απεβίωσε η μητέρα τους. Το 1909 πήγε στο Βατούμ του Καυκάσου όπου εργάστηκε στην εταιρεία των αδελφών Αρβανιτίδη, αρχικά στο εργοστάσιο πετρελαίων και στη συνέχεια στην εταιρεία μαγγανίου . Τον Μάιο του 1917 παντρεύτηκε την Ναντέζντα (Μίλη) Παράτσα, της οποίας η μητέρα ήταν Ελληνίδα και ο πατέρας είχε καταγωγή από το Μαυροβούνιο. Στον Καύκασο συναντήθηκε με τον Νίκο Καζαντζάκη και συνδέθηκε φιλικά μαζί του. Έγινε μάλιστα ο δάσκαλός του στη ρώσικη γλώσσα.
Το 1920 πήγε στο Βερολίνο και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες ενώ παράλληλα έγινε μαθητής και συνεργάτης του Γιάννη Ψυχάρη. Διετέλεσε ανταποκριτής διαφόρων ελληνικών εφημερίδων, διηύθυνε την ελληνόφωνη εφημερίδα «Αγών» και εξέδωσε βιβλία στα ελληνικά. Υπήρξε ένας από τους ιδρυτές του «Διεθνούς Βήματος των Φοιτητών» (Tribune Internationale des étudiants), οργάνωση που ένωνε τους φοιτητές όλων των χωρών που σπούδαζαν στο Παρίσι. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν μια από τις προσωπικότητες που παρέστησαν στην ίδρυση της οργάνωσης την 12η Ιανουαρίου 1926
Το 1931 εγκαταστάθηκε με τη σύζυγό του οριστικά στην Αθήνα. Συνεργάστηκε με τις εφημερίδες «Πολιτεία» και «Ανεξάρτητος», με διάφορα περιοδικά, όπως τα Νεοελληνικά Γράμματα, και με τον εκδοτικό οίκο «Δημητράκου». Το 1933 υπέγραψε τη διαμαρτυρία των Ελλήνων λογίων για την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Το 1934-5 εργάστηκε στο τμήμα εξαγωγής ελληνικών καπνών της σοβιετικής εμπορικής αντιπροσωπείας. Το 1935 εξορίστηκε για 2 μήνες στη Φολέγανδρο από την κυβέρνηση Κονδύλη. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Μετά την Απελευθέρωση εργάστηκε ως δημοσιογράφος και μεταφραστής για τις εφημερίδες Ριζοσπάστης και Ελεύθερη Ελλάδα. Τον Δεκέμβρη του 1947 ξεκίνησε για τον Καστανάκη μια τετραετής περίοδος εξορίας. Αρχικά τον έστειλαν στην Ικαρία, μετά στη Μακρόνησο και τέλος στον Αη Στράτη. Από τον Αύγουστο του 1951, που αφέθηκε ελεύθερος, εργάστηκε πάλι ως μεταφραστής και δημοσιογράφος για Το Βήμα, Τα Νέα, τον Ταχυδρόμο και την Ακρόπολη. Πέθανε στο νοσοκομείο «Ελπίς» στις 26 Ιουνίου 1956 εξαιτίας νεοπλάσματος του ουροποιητικού. Η σύζυγός του Μίλη πέθανε το 1959. Τα πολυάριθμα άρθρα και οι μεταφράσεις του, που βρίσκονται διάσπαρτα σε διάφορα έντυπα, καθώς επίσης και όλο το ανέκδοτο υλικό που άφησε πίσω του εκδίδονται σιγά σιγά, σε θεματικές συλλογές από τους κληρονόμους του.





Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2020

Η Τέχνη στις Φυλακές του Χατζηκώστα

Ένα άρθρο του  Ν. Χάγερ - Μπουφίδη, δημοσιευμένο στο περιοδικό  Ελεύθερα Γράμματα το 1946 για τον τρόπο με τον οποίο οι πολιτικοί κρατούμενοι στις Φυλακές Χατζηκώστα προσπάθησαν να ανταπεξέλθουν στις βαριές συνθήκες κράτησης  δημιουργώντας Τέχνη.


ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ
Όταν έκλεισε πίσω μου η βαρειά πόρτα της φυλακής, δε φανταζόμουν τι θα εύρισκα κειμέσα, ούτε και τι θα δημιουργόταν σιγά σιγά μέσα στο κομμάτι αυτό της ελεύθερης Ελλάδας, όπως πολύ σωστά χαρακτήρισε ένας δημοσιογράφος τις φυλακές κρατουμένων του Χατζηκώστα. Δε φανταζόμουν ακόμα τι θα εμφάνιζαν οι φυλακισμένοι ελασίτες, οι τρομεροί και φοβεροί αυτοί άνθρωποι, στον τομέα της Τέχνης.
Αξίζει να δούμε μαζί την εξέλιξη που παρουσίασε ο τομέας αυτός τους τελευταίους μήνες, και τους πλούσιους καρπούς που απέδωσε. Χρειάστηκαν αγώνες βέβαια, στο διάστημα αυτό, και προσπάθεια μεγάλη, προσπάθεια όμως συνειδητή, οργανωμένη, συλλογική, προσπάθεια που δεν γνώρισεν εμπόδια, αλλά μονάχα τον πυρετό της δημιουργίας και τη χαρά της επιτυχίας. Όταν σκεφτεί ωστόσο κανένας πως αυτά όλα γίνονταν κάτω από τις πιο σκληρές συνθήκες, κάτω από την πιο βαρειά τρομοκρατία, όταν σκεφτεί κανένας πως ο αγώνας για την Τέχνη γινόταν παράλληλα με τον αγώνα για τη δημιουργία όρων κάπως πιο ανθρώπινης ζωής μέσα στις φυλακές, και ότι πρωταγωνιστές στην προσπάθεια αυτή ήταν κυρίως παιδιά του λαού, αντάρτες του βουνού, άνθρωποι που ούτε τους είχε δοθεί άλλοτε η ευκαιρία ν' ασχοληθούν συστηματικά με τα ζητήματα της Τέχνης, δε μπορεί παρά να θαυμάσει άλλη μια φορά τους θησαυρούς που κλείνει μέσ' στα σπλάχνα του ο λαός μας. Φανταστείτε τι θα αποδώσει ο λαός αυτός σ' όλους τους τομείς όταν αποχτήσει τη λευτεριά του, όταν του λυθούν τα χέρια και, αφέντης πια στον τόπο του, ριχτεί - όπως ξέρει αυτός να ρίχνεται - στη δουλειά.

***

Στου Χατζηκώστα με μετέφεραν ένα απόγεμα. Κι αμέσως με βάλαν σ' ένα μπουντρούμι, - συγγνώμην! - στον "θάλαμο " ήθελα να πω " των εισερχομένων ". Εκεί την πρώτη νύχτα. Και την επομένη θα με ταχτοποιούσαν κάπου αλλού.
Το πρώτο βράδυ, λοιπόν, όταν γυρίσαμε από τον περίβολο - ένα ανθυγιεινότατο τετράγωνο, σαν μεγάλο πηγάδι, στο κέντρο της φυλακής, όπου εσάπιζαν "κάνοντας βόλτες" πατείς με - πατώ σε πάνω από χίλιοι κρατούμενοι - και φάγαμε, αφού αμπαρώθηκαν φυσικά καλά οι πόρτες, παρατήρησα κάποια έκτακτη κίνηση στο θάλαμο.
- Τι συμβαίνει; ρώτησα τον μπάρμπα - Μήτσο, έναν ηλικιωμένο γαλατά, από τους παλιότερους εαμίτες, που λίγο πριν είχε κάνει μια σύντομη ομιλία για τον φεουδαρχισμό με πλήρη γνώση του ζητήματος.
- Θα γίνει θέατρο. Περιμένετε. Σε λίγο θ' αρχίσει!
- Θέατρο; Πού; Εδώ μέσα;
Ο μπαρμπα - Μήτσος γέλασε.
- Αμ' πού αλλού; Εδώ, βέβαια! Δε βλέπεις που απλώνουν κείνη την κουβέρτα στη γωνία; Θάναι η αυλαία. Να δούμε τα παιδιά τι μας ετοίμασαν απόψε...Θα δεις! Θα σπάσουμε κέφι!
Σε μια γωνιά του θαλάμου, πράγματι είχαν απλώσει μια κουβέρτα πάνω σ' ένα σχοινί. Δυό - τρεις κρατούμενοι είχαν μαζευτεί πίσω απ' αυτήν και σιγοκουβέντιαζαν.
- Και...έχετε συχνά θέατρο; ξαναρώτησα.
Ο μπάρμπα - Μήτσος αυτή τη φορά σοβαρεύτηκε.
- Η ψυχαγωγία, μου είπε, είναι εκείνο που επείγει περισσότερο απ' όλα αυτή τη στιγμή στη φυλακή. Οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, οι κρατούμενοι είναι εντελώς αθώοι, όπως θα διαπιστώσεις και μόνος σου σαν μείνεις λίγον καιρό ακόμα εδώ. Οι υπεύθυνοι της ψυχαγωγίας όμως του θαλάμου, οι επονίτες μας δηλαδή, σκαρφίζονται κάθε βράδυ από ένα σκετς και το παίζουν " εκ των ενόντων". Οι άλλοι συναγωνιστές ξεσκάνε κάπως. Την ημέρα, πάλι, έχουμε άλλες ασχολίες: μορφωνόμαστε. Έχουμε αρκετούς συναγωνιστές καθηγητές δωμέσα. Αυτοί μαθαίνουν γράμματα τους αγράμματους, υπάρχουν "κουρ" για τους πιο προχωρημένους, γίνονται μαθήματα ανωτέρων μαθηματικών για τους επονίτες - σπουδαστές του Πολυτεχνείου, μαθήματα γαλλικών, μαθήματα πολιτικής οικονομίας, δημοσιογραφίας...Α, να! Είναι έτοιμοι! Θ' αρχίσουν τώρα...
Πραγματικά. Η αυλαία άνοιξε και η παράσταση άρχισε.
Μη με ρωτήσετε ποια είταν η υπόθεση  του σκετς που παιζόταν. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι σατύριζε διάφορα "τρωτά" της φυλακής.
Αυτή είταν η πρώτη εκδήλωση της θεατρικής ζωής στου Χατζηκώστα:
 μερικά άτεχνα  " καραγκιοζλίκια", για να ξεχνάν οι κρατούμενοι τη σκληρή πραγματικότητα. Η κατάσταση όμως αυτή δε βάσταξε πολύ. Στη φυλακή είταν κρατούμενος ένας πραγματικός καλλιτέχνης: ο ηθοποιός Γαλανός. Αυτός ανάλαβε να βάλει μια τάξη στα πράματα. Γύρω του μαζεύτηκαν μερικοί επονίτες που έδειχναν κλίση στο θέατρο - ανάμεσά τους θα ξεχωρίσω  τον Τάσο Παπαναστασίου, που αναδείχθηκε πρώτης γραμμής ηθοποιός - κι έτσι σχηματίστηκε ο " Κεντρικός Θίασος της Φυλακής" που άρχισε να δίνει παραστάσεις κάθε Κυριακή απόγεμα στο μεγαλύτερο θάλαμο, για να μπορούν να παρακολουθούν το θέαμα όλοι οι κρατούμενοι.
Έτσι η κατάσταση βελτιώθηκε. Η σκηνή, βέβαια, είταν πρόχειρη, καμωμένη με κουβέρτες απλωμένες πάνω σε σχοινιά, το πρόγραμμα όμως είταν αρκετά περιορισμένο: Η παράσταση άρχιζε με τον Εθνικό Ύμνο που τον τραγουδούσε η Χορωδία. Γιατί είχε σχηματισθεί μια αρτιωτάτη χορωδία από τους πιο καλλίφωνους της φυλακής. Ακολουθούσαν τραγούδια του αγώνα αλλά και παλιές καντάδες, απαγγελίες ποιημάτων παλιών ποιητών - κατά προτίμηση  του Βάρναλη που τον λάτρευαν οι κρατούμενοι - αλλά και νέων φυλακισμένων, σκετς και μονόπρακτες κωμωδίες. Τα σκετς είταν έργα κρατουμένων αγωνιστών και ζωντάνευαν σκηνές του απελευθερωτικού αγώνα. Δοθήκαν, μεταξύ άλλων, μια θεατρική διασκευή καμωμένη από τον κρατούμενο δημοσιογράφο Ελευθεριάδη μερικών σκηνών της Ζώγια, ένα δικό μου μονόπρακτο, μερικά έργα που είχαν παιχτεί στην Ελεύθερη Ελλάδα τον καιρό της κατοχής από περιοδεύοντες επονίτικους θιάσους...Οι κωμωδίες είταν παλιές: φάρσες του Λάσκαρη και του Άννινου. Το " κοκκαλάκι της νυχτερίδας" και το " Ζητείται υπηρέτης"...Είταν απαραίτητες όμως, γιατί το σκόρπισμα ευθυμίας είταν από τους κυριώτερους σκοπούς που είχε τάξει η οργάνωση της Φυλακής στο Θέατρο.
Το πρώτο ολοκληρωμένο έργο που δόθηκε είταν το " Στραβόξυλο" του Ψαθά. Επί μια βδομάδα είχαν σκάσει στις πρόβες οι φιλότιμοι επονίτες για να του το ανεβάσουν. Η πρεμιέρα του όμως έπεσε σε κακή εποχή: παίχτηκε την επαύριο της επιθέσεως που είχε γίνει  εναντίον των πολιτικών κρατουμένων από διάφορους ενόπλους και που είχε σαν αποτέλεσμα τον τραυματισμό του ηρωικού μοίραρχου Βενετσανόπουλου και τριών άλλων ελασιτών. Βασίλευε, έτσι, μια δικαιολογημένη αναταραχή στα πνεύματα και η παράσταση δεν είχε μεγάλη επιτυχία.
Εννοείται ότι ανεξάρτητα από τις εβδομαδιαίες παραστάσεις του Κεντρικού Θεάτρου, οι θάλαμοι εξακολουθούσαν κάθε βράδυ να δίνουν τις δικές τους. Ολοένα, βέβαια, καλλιτέρευαν κι αυτές, οι σκηνογραφίες όμως εξακολουθούσαν να είναι " υποτυπώδεις". Τα γυναικεία πρόσωπα τα παριστάναν επονίτες τυλιγμένοι μέσα σε σεντόνια και με φακιόλια για να μη φαίνουνται τα κουρεμένα μαλλιά. Και η κάπως πρωτόγονη αυτή κατάσταση εβάσταξε ως τον καιρό που ήρθαν στη φυλακή τρεις τρομεροί και φοβεροί " εγκληματίες": Ο ζωγράφος - χαράκτης Χόροβιτς, ο ζωγράφος - σκηνογράφος Μπαχαριάν και ο γιατρός Μπαρτζώτας. Αυτοί οι τρεις με τη βοήθεια μερικών άλλων καλλιτεχνών έδωσαν μια νέα πνοή στη θεατρική ζωή της φυλακής. Να εξηγούμεθα όμως: αυτοί έδωσαν την ώθηση· τα θαύματα που ακολούθησαν, ωφείλοντο  στην πρωτοβουλία και στην άοκνη εργασία των φιλότιμων απλών ελασιτών. Μη λησμονούμε, άλλωσετ, πως ό,τι έγινε το χρωστούμε κυρίως στο γεγονός ότι η τρομοκρατία, μέσα στη φυλακή τουλάχιστον, είχε πια σπάσει.
Μια μέρα μαθεύτηκε ότι στο " Θάλαμο Ζαχαριάδη" χτίζεται θέατρο. Μέγα γεγονός! Τα ελασιτάκια είχαν ξετρυπώσει κάτι σανίδια και...αμ' έπος αμ' έργον! σε λίγες μέρες το θέατρο είχε στηθεί. Το παλκοσένικο είταν ογδόντα πόντους πιο ψηλά από το πάτωμα, κι' έτσι οι θεατές καθισμένοι πάνω στα "τσαμασίρια" τους θα μπορούσαν να βλέπουν ολόκληρους τους ηθοποιούς, κι όχι από τη μέση κι απάνω όπως τους έβλεπαν ως τότε. Με αγάπη και με στοργή όλοι βαλθήκαν να τελειοποιήσουν το θεατράκι τους. Έτσι, την ημέρα των εγκαινίων, είχε " εσωτερικό" φωτισμό άριστο, αυλαία, αληθινή, και τρεις σκηνογραφίες. Οι " γυναίκες" άφησαν τα σεντόνια και εμφανισθήκαν με θαυμάσια και κομψότατα φορέματα, που είχαν φέρει αδερφές τους και συγγενείς τους απ' έξω. Εδώ πρέπει να σημειωθεί πως τους γυναικείους ρόλους τους " υπεδύοντο" ηρωικότατα παιδιά, που ύστερ' από αυστηρή εντολή της οργάνωσης της φυλακής και σαν καθήκον τους αναλάμβαναν.
Τους παίζαν εντούτοις με τόση ευσυνειδησία - είπαμε πως είταν " καθήκον" - ώστε δεν παρουσίαζαν τίποτα το αντιαισθητικό.
Η μεγάλη επιτυχία του Θεάτρου Ζαχαριάδη υπήρξε " Του φτωχού τ' αρνί" του Τσβάιχ. Γιατί το κοινόν είχε απαιτήσεις τώρα, κι οι καλλιτέχνες εννοούσαν να παρουσιάζουν έργα πραγματικής τέχνης. Στο έργο αυτό που παίχτηκε με κοστούμια Ναπολεοντείου εποχής παρακαλώ - καμωμένα όλα στη φυλακή - αναδείχθηκαν νέοι ηθοποιοί με πραγματικό ταλέντο που δεν διαφέραν και πολύ από τους επαγγελματίες συναδέλφους τους. Αξίζει ν' αναφέρω τον Μπαχαριάν, τον αξιωματικό Μπονάτσο ( καταδικασμένο σε πολυετή φυλάκιση για ανατινάξεις) έναν υπέροχο πατριώτη , λεπτότατο στους τρόπους, άψογο στο ήθος και θαυμάσιο δραματικό καλλιτέχνη και τον Δαβίδ μια πραγματικά καλλιτεχνική φύση.
Το " του Θαλάμου Ζαχαριάδη τρόπαιον" όμως δεν άφησε να κοιμηθούν ήσυχους τους συναγωνιστές των άλλων θαλάμων. Νέος οργασμός, λοιπόν, νέα προσπάθεια, νέα ξενύχτια, νέοι κόποι και σε λίγο ένα καινούργιο θέατρο στηνόταν στη φυλακή: το θέατρο του " Μάλλιαρη - Αργέντη". Ε, αυτό πια είχε τέλεια σκηνή: υποβολείο, ράμπα πραγματική, σαλόν φερμέ...Νέοι ηθοποιοί αναδειχθήκαν εκεί: ο Λουκίσας, ο Κουρής...
Όταν έφευγα ετοιμάζαν να ανεβάσουν την "Θεοδώρα" του Φωτιάδη με σκηνοθεσία Μαρουλάκου.
Τέλος, στήθηκε και το "Κεντρικό Θέατρο" στον μεγαλύτερο θάλαμο της φυλακής: στο θάλαμο " Στάλιγκραντ". Ε, αυτό πια είταν τέλειο θέατρο. Στο " Μπουρίνι" του Μπόγρη που είχε τεράστια επιτυχία, εμφανίστηκε στη σκηνή ένα τεράστιο πλαστικό δέντρο! Στο βάθος υπήρχε θάλασσα, που μ' έναν ειδικό μηχανισμό...σάλευε κάθε τόσο! 
Στο " Κεντρικό Θέατρο" παίχτηκαν κι οι " Φουσκοθαλασσιές" του Μπόγρη, και λίγες μέρες πριν φύγω, ο " Μακρυνός Δρόμος". Ο " Μακρυνός Δρόμος" υπήρξε πραγματικός άθλος. Και σκηνοθετικός και σκηνογραφικός. Η σκηνή της σήραγγος αποδόθηκε θαυμάσια: οι θεατές είδαν να γκρεμίζεται πραγματικό τοίχωμα. Και οι γυναίκες είχαν περούκες! Πάνε πια τα φακιόλια κι οι αυτοσχεδιασμοί.

Αυτή είταν η εξέλιξη του "θεάτρου" στου Χατζηκώστα. Τώρα ετοιμάζουν, όπως έμαθα την τελευταία φορά που πήγα να τους επισκεφτώ την " Εισβολή" και " Το Καλοκαίρι θα θερίσουμε". Α! οι ελασίτες του Χατζηκώστα εννοούν να παρακολουθούν κάθε προοδευτικό έργο. Κι όταν δεν βρίσκουν έτοιμο, φτειάχνουν μόνοι τους. Ένας κρατούμενος, ο συν. Σαπουντζάκης, έγραψε μια τρίπραχτη κωμωδία πάνω στη μεταδεκεμβριανή κατάσταση. Το έργο είχε όλα τα στοιχεία της σάτυρας. Θα μπορούσε θαυμάσια ν' ανέβει σε μια κεντρική σκηνή. Η πρώτη πράξη  είναι η σύλληψη ως " εκτελεστού" ενός σπαρταριστού τύπου, του Ανάγλυφου. Εννοείται ότι ο Ανάγλυφος είναι ένας αθωότατος ανθρωπάκος του λαού που θέλει να τον εκδικηθεί κάποια φιλενάδα του...Στη δεύτερη πράξη ο Ανάγλυφος είναι φυλακισμένος κι' αρχίζει παρέλαση διαφόρων " εθνικοφρόνων" πολιτών για την αναγνώριση. Όλοι τους, φυσικά, τον αναγνωρίζουν. Και στην τρίτη πράξη είναι η δίκη του. Ανάγλυφος είταν ο ίδιος ο Σαπουντζάκης, που φανέρωσε έτσι κι ένα εξαιρετικό ταλέντο κωμικού.
Και το " κοινόν" ξεκαρδίζονταν και ξεχνούσε την τραγική πραγματικότητα, γιατί έβλεπε ζωντανά πόσο λίγο απέχει το τραγικό από το γελοίο...
Εκτός από το Θέατρο, κι οι άλλες εκδηλώσεις παρουσιάσαν μεγάλη άνθηση στου Χατζηκώστα. Γι' αυτές όμως θα μιλήσουμε σ' άλλο σημείωμα.

                                                                                     Ν. Χάγερ - Μπουφίδης
Ελεύθερα Γράμματα,αριθμ. 14, Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 1946

Τηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα.



Ο Νίκος Χάγερ-Μπουφίδης γεννήθηκε το 1899 στην Αθήνα και καταγόταν από τον πατέρα του από τη Γερμανία. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Πάτρα και στη συνέχεια έζησε με την οικογένειά του στο Κάιρο της Αιγύπτου, όπου τέλειωσε τη σχολή Lycee Francais. Μετά το τέλος των σπουδών του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα, και πέθανε το 1950 από καρκίνο του πνεύμονα. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και στον εμφύλιο διώχτηκε και φυλακίστηκε στις φυλακές Χατζηκώστα για τα αριστερά πολιτικά του φρονήματα. Πρωτοεμφανίστηκε στο χώρο της λογοτεχνίας το 1916 με δημοσιεύσεις στίχων στο περιοδικό Αρμονία και το 1918 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του, με τίτλο Τραγούδια σε μοντέρνους σκοπούς. Συνεργάστηκε με διάφορα αθηναϊκά περιοδικά, όπως τα Γράμματα (Αλεξάνδρειας), Βωμός, Αλεξανδρινή Τέχνη, Απόλλων, Μούσα, Κριτική και Τέχνη, Αργώ, Ελεύθερα Γράμματα και άλλα, όπου δημοσίευσε ποικίλα κείμενα, υπογράφοντας άλλοτε με το πραγματικό του ονοματεπώνυμο και άλλοτε με το ψευδώνυμο Άρις Ίσαντρος. Ασχολήθηκε επίσης με την πεζογραφία (Τρεις νύχτες ηδονής, 1927), το θέατρο (Το δράμα της κοκαΐνης, 1928) και το δοκίμιο. Το 1928 τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων για το μονόπρακτο έργο Παραμονή Πρωτοχρονιάς, που έγραψε από κοινού με τον Κωστή Βελμύρα. Το λογοτεχνικό έργο του Χάγερ–Μπουφίδη τοποθετείται από τους μελετητές της λογοτεχνίας στο χώρο της λογοτεχνίας του Μεσοπολέμου, ειδικότερα στην νεορομαντική και νεοσυμβολιστική τάση της, και παρουσιάζει έντονα στοιχεία πεσιμισμού, κοσμοπολιτισμού και επιρροές από το καβαφικό έργο και γάλλους συγγραφείς όπως ο Verlaine και ο Francis Jammes.

Εθνικό Κέντρο Βιβλίου