Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2019

Ελληνίδες σε ναζιστικά στρατόπεδα (2)


Ράβενσμπρουκ

...Κι έτσι περάσαμε την είσοδο ενός από τα αμέτρητα κολαστήρια, που οι εγκληματίες του ναζισμού έσπειραν στην Ευρώπη, για να ντροπιάσουν και να στιγματίσουν τον πολιτισμό της.
Ήταν το Ράβενσμπρουκ!
Η πόρτα έκλεισε πίσω μας, κλείνοντας κάθε ελπίδα διαφυγής.
Πόσες άραγε, από τις χιλιάδες των γυναικών που πέρασαν αυτό το φριχτό κατώφλι του θανάτου, μπόρεσαν να το ξαναδιαβούν ελεύθερες; Και ακόμη πόσες από αυτές που το διάβηκαν ήταν γερές ψυχικά, πνευματικά και σωματικά;
Αυτό κανένας δε θα μας το πει ποτέ!
Προχωρούμε μέσα στο σκοτάδι και βρισκόμαστε μπρος σε μια πόρτα ανοιχτή, που οδηγεί σ' ένα θάλαμο που φωτίζεται από λιγοστό φως.
Εκεί, κατάκοπες από την ταλαιπωρία του ταξιδιού και εξαντλημένες από την πείνα, πέσαμε στο πλακόστρωτο και βυθιστήκαμε σ' ένα ληθαργικό ύπνο.
Αύριο με το φως της ημέρας θα δούμε και θα ζήσουμε τον εξευτελισμό και την ταπείνωση, που με μαεστρία μας έχουνε ετοιμάσει τα κτήνη του ναζισμού.
Ξημέρωσε. Η πρώτη διαταγή έφτασε!
" Γδυθείτε και αφήστε τα ρούχα σας. Προχωρείστε σε φάλαγγα".
Προχωράμε ολόγυμνες! Ανάμεσα σε συστοιχίες αντρών των Ες Ες με σαδιστικές και φριχτές φυσιογνωμίες για να αφαιρέσουν, ό,τι πολύτιμο αντικείμενο είχαμε πάνω μας, έψαξαν ακόμη και τα μαλλιά μας!
Μετά τη δοκιμασία αυτή, μας μετέφεραν σ' ένα θάλαμο όπου είχαν ρίξει σωρούς από παλιά ρούχα, όλα καλοκαιρινά. Τα δικά μας ρούχα είχαν εξαφανιστεί. Μας διατάξανε να ντυθούμε με τα ρούχα που ήταν εκεί. Και άρχισε το ντύσιμό μας. Ήταν το πιο απίθανο ντύσιμο που μπορούσε να φανταστεί κανείς. Ήταν μια περίπτωση, που το τραγικό και το κωμικό συνταιριάζονταν απόλυτα. Στα πόδια μας ξυλοπάπουτσα.
Η πόρτα ανοίγει και πάλι. Καινούργια διαταγή. " Προχωρείτε κατά τετράδες στην αυλή"· και καθώς δεν καταλαβαίνουμε τη γλώσσα, οι κλοτσιές και οι βουρδουλιές πέφτουν απανωτές.
Είναι μια μέρα που δεν έχει τίποτα το κοινό με τις ολόφωτες μέρες της πατρίδας. Είναι μια μέρα, όπως όλες οι άλλες που θ' ακολουθήσουν, μουντή, συννεφιασμένη, συνταιριασμένη απόλυτα με το εφιαλτικό περιβάλλον.
Η γη κάτω στα πόδια μας μολυβένια, ο ουρανός κι αυτός μολυβένιος. Τα ξύλινα παραπήγματα, που είναι σκορπισμένα σε μια τεράστια έκταση, και αυτά μολυβένια, και για συμπλήρωμα ο τεράστιος μαντρότοιχος με τα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα, με τους αγκυλωτούς σταυρούς και τις νεκροκεφαλές.
Το βήμα γίνεται αφάνταστα κουραστικό και οδυνηρό μ' εκείνα τα τεράστια ξυλοπάπουτσα, και καθώς δεν είμαστε συνηθισμένες, η καθεμιά πατάει τα ξυλοπάπουτσα της προηγούμενης και ο ρυθμός του βαδίσματος αλλάζει. Προσοχή! Το άρρυθμο βάδισμα ενοχλεί την ευαίσθητη ακοή των δημίων και οι βουρδουλιές ματώνουν τα κορμιά μας.
Σε λίγο  βρισκόμαστε σ' ένα από τα ξύλινα παραπήγματα, μας σπρώχνουν μέσα και μας στριμώχνουν σε μια γωνιά, είκοσι περίπου τετραγωνικά μέτρα.
Σ' αυτή τη γωνιά θα ζήσουμε οι εξήντα μία γυναίκες 40 μέρες.
Υπάρχει, ευτυχώς, ένα τραπέζι· εκεί στοιβαχτήκαμε· ένα μέρος κάτω από το τραπέζι, ένα μέρος πάνω στο τραπέζι και ένα μέρος γύρω από το τραπέζι.
Μέσα στο ίδιο παράπηγμα μ' εμάς ήταν καμιά διακοσαριά γυναίκες ακόμα, στοιβαγμένες κατά τον ίδιο τρόπο. Δεν ξεχώριζες παρά κεφάλια και πρόσωπα. Κεφάλια ξανθά, ολόξανθα, ξυρισμένα σύρριζα, προσωπάκια παιδικά που η θέση τους ήταν στα θρανία, βλέμματα πονεμένα, έκπληκτα, γεμάτα ερωτηματικά. Ακόμα πρόσωπα γερασμένα, που ο χρόνος κι η ταλαιπωρία είχε χαράξει βαθιά.
Μεσημέρι. Το συσσίτιο έρχεται.
Πεινασμένες καθώς είμαστε, περιμένουμε ένα πιάτο ζεστό φαΐ· το πιάτο ήρθε, και ήταν ζεστό, μα το περιεχόμενο ήταν κάτι το αηδιαστικό. Ένα  ακαθόριστο παρασκεύασμα - νερόβραστα χορταρικά - γεμάτα σκουλήκια και χώματα. Καμιά από μας δε το δοκίμασε.
Με κατάπληξη όμως είδαμε  να το τρώνε όλες οι άλλες, και όχι μόνο αυτό, αλλά να παίρνουν και το δικό μας.
Τότε μονάχα αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε τι μας περίμενε.
Οι ώρες κυλάνε αργά, κουραστικά. Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες ο άνθρωπος δεν ξέρει τι από τα δύο θέλει: Να φεύγει ο χρόνος ή να σταματάει; Δεν ξέρει η επόμενη στιγμή τι του ετοιμάζει. Αφανισμό; Εξευτελισμό; Βασανιστήρια;
Μα εμείς δε ζούμε καν σαν άνθρωποι, ούτε μας μένει καιρός να βάλουμε σε σειρά τις σκέψεις μας και τις εντυπώσεις μας από τις οδυνηρές εκπλήξεις της ημέρας. Πώς λοιπόν να μας μείνει και χρόνος για λυρική σκέψη; Αναλογιζόμαστε μόνο τι μας περιμένει.
Το βραδινό συσσίτιο, ευτυχώς, είναι μια φέτα ψωμί και λίγη μαργαρίνη. Αμέσως μετά έξοδος στην αυλή και παράταξη για μέτρημα.
Εδώ αρχίζει καινούργιο μαρτύριο. Το κρύο τσουχτερό, διαπερνάει τα κόκαλά μας, αβάσταχτο, ακόμα και για έναν εγκλιματισμένο άνθρωπο, πόσο μάλλον για ένα μεσογειακό, όπως εμείς, και ντυμένο μάλιστα με τα καλοκαιρινά κουρέλια.
Μόνο ένας Θεός ξέρει πόση ώρα θα περιμένουμε εκεί όρθιες, για να περάσουν μέσα στη νύχτα με τους φακούς και με το βούρδουλα οι δήμιοι να μας μετρήσουν, να μας χλευάσουν, να μας προπηλακίσουν. Αλίμονο σ' εκείνη που δε θα' βρισκαν σε στάση προσοχής ή θα' ταν έξω από τη γραμμή. Επιτέλους, ύστερα από ώρες, που δεν μπορώ να υπολογίσω - γιατί ήταν ανάλογες με τα γούστα των βασανιστών - το μαρτύριο τελειώνει, για ν' αρχίσει το μαρτύριο του ύπνου.
Κρεβάτια υπήρχαν. Αλλά πόσες θα κοιμηθούν στο καθένα; Αρχίζουν από δύο και φτάνουν στις τέσσερις, ανάλογα με το ανθρωπομάζωμα της κάθε μέρας.
Κουράγιο! Το χρέος στον άνθρωπο και στις μελλούμενες γενιές μάς έφερε σ' αυτή την κόλαση.
Ας ατσαλώσουμε λοιπόν την ψυχή μας και ας κρατήσουμε άγρυπνο το πνεύμα μας. Πρέπει να φύγουμε ζωντανές από δω μέσα, για να διαλαλήσουμε στα πέρατα του κόσμου και ως τα βάθη των αιώνων, ότι το κορμί δε λυγίζει όταν τη ψυχή φλογίζει η πίστη στον άνθρωπο και στα μεγάλα ιδανικά που γι' αυτά αγωνίζεται.
Χαράματα. Το ουρλιαχτό μιας σειρήνας μας κάνει να πεταχτούμε πάνω σα νευρόσπαστα.
Πρέπει σε πέντε λεπτά να βρισκόμαστε έξω για το πρωινό μέτρημα.
Και το μαρτύριο επαναλαμβάνεται. Αναμονή σε στάση προσοχής για ώρες, τουρτούρισμα από το κρύο και την πείνα. Επιστροφή στη γωνιά των 20 τετραγωνικών και διανομή του πρωινού.
Το πρωινό ήταν ένα ρόφημα ακαθόριστο, ανάμεσα σε τσάι και καφέ, χωρίς ψωμί και χωρίς ζάχαρη.
Δεύτερη μέρα στο Ράβενσμπρουκ.
Ο κύκλος επαναλαμβάνεται, μα οι δήμιοι έπρεπε να ποικίλλουν το πρόγραμμα της ημέρας, αλλιώς θα πέφταμε στη ρουτίνα κι εκείνοι κι εμείς. Έτσι, για σήμερα, και μετά το πρωινό ρόφημα, το πρόγραμμα είχε εξέταση από γιατρό.
Το θλιβερό καραβάνι ξεκινάει για το νοσοκομείο.
Τι άραγε εξέταση θα γίνει; Θα το δούμε κει. Φτάσαμε. Αμέσως ακούμε τον επικεφαλής να διατάσσει: " Ολόγυμνες και στο ύπαιθρο".
Είναι μια διαταγή που δεν μπορεί να τη συλλάβει ανθρώπινο μυαλό. Είναι μια διαταγή που δεν μπορεί παρά να δόθηκε από ανθρώπινο κτήνος. Καταλαβαίνει κανείς τις ψυχικές μας αντιδράσεις. Ήταν τρομερές. Πίκρα, ντροπή, μίσος και πάλι μίσος, απέραντο μίσος και απόφαση να επιζήσουμε, για να δούμε το γκρέμισμα του ναζισμού.
Ύστερα από ώρες πολλές, η εξέταση αρχίζει. Περνάμε μια μια μπροστά από μια παράταξη γιατρών των Ες Ες για να μας εξετάσουν τελικά αν είχαμε ψώρα στα χέρια!
Είμαι γιατρός· κείνη τη στιγμή ντράπηκα γι' αυτούς και θυμήθηκα τον όρκο του Ιπποκράτη.
Όταν κάποτε αυτοί έδιναν αυτό τον όρκο και ξεκινούσαν στη ζωή με ωραία όνειρα και με τη φιλοδοξία να υπηρετήσουν τον άνθρωπο, να σώσουν ζωές, ν' ανακουφίσουν πόνους, προαισθάνθηκαν άραγε το κατάντημα που κάποτε θα έφταναν; Αν ήθελαν να είναι συνεπείς  μ' αυτό τον όρκο, γιατί δεν τον κράτησαν και προτίμησαν το θάνατο παρά να τον προδώσουν;
Ύστερα από αυτή την εξευτελιστική εξέταση, μας γυρίζουνε στο παράπηγμα για το μεσημεριανό φαγητό.
Αργότερα μάθαμε ότι αυτή η εξέταση γινόταν για να ξεχωρίσουνε τις καλύτερες σε σωματική διάπλαση και να τις χρησιμοποιήσουνε για ψυχαγωγία των υπανθρώπων, που αποτελούσαν το συρφετό του ναζισμού.
Τώρα πια αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε απόλυτα την τραγική μας κατάσταση.
Τώρα πρέπει να σκεφτούμε και να βρούμε τρόπους ν' αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα που κάθε μέρα θα μας παρουσιάζονται, για να μπορέσουμε να επιζήσουμε και να γλιτώσουμε μέσ απ' αυτή την κόλαση.
Πρέπει την ίδια την απάνθρωπη ζωή που μας επέβαλε ο πόλεμος και τα κτήνη του ναζισμού για να μας αφανίσουν, να την κάνουμε όπλο εναντίον του.
Είμαστε εξήντα μία γυναίκες Ελληνίδες μέσα στις χιλιάδες που βρίσκονται εδώ. Πάρα πολύ λίγες φυσικά για αποτελεσματικές ενέργειες, όμως κάτι πρέπει να γίνει.
Πρώτη προσπάθεια, λοιπόν, η συνοχή ανάμεσά μας.
Παρ' όλο που το καθήκον αυτό μας δημιουργούσε προβλήματα, επειδή υπήρχε ανομοιογένεια, όμως κατορθώσαμε να κρατήσουμε αυτή μας τη συνοχή σχεδόν ως το τέλος.
Δεύτερο καθήκον. Να πλησιάσουμε τις άλλες γυναίκες. Δύσκολο; Πολύ δύσκολο, γιατί εκτός από τις λιγοστές Γαλλίδες, που η νοοτροπία μας ήταν κάπως συγγενική κι η γλώσσα προσιτή, οι άλλες, όλες σλαβικής προέλευσης, οι περισσότερες Πολωνίδες, Ρωσίδες, Τσέχες, φαίνονταν απρόσιτες κλεισμένες στον εαυτό τους.
Και όμως είναι ανάγκη! Πρέπει να τις πλησιάσουμε. Πρέπει να πλησιάσουμε τις γυναίκες, που βρίσκονται πλάι μας. Να μας δώσουν και να τους δώσουμε λίγο κουράγιο. Έχουμε ανάγκη από την ανθρώπινη ζεστασιά, όπως θα' χουν κι αυτές. Το βλέπεις στο βλέμμα τους κι ας μη μιλάνε. Αυτές δεν έχουν τον αυθορμητισμό και την εκδηλωτικότητα του μεσογειακού ανθρώπου.
Οι μισές σχεδόν από μας είναι κοπέλες 18-22 χρονών, μερικές κάτω των 18, και οι περισσότερες από αυτές είναι στην ίδια ηλικία.
Το πλησίασμα ανάμεσα στους νέους είναι ευκολότερο, έχουν κοινή γλώσσα για να συνεννοηθούν. Άλλωστε δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ μας . Και αν υπάρχουν να που ο πόλεμος ανάλαβε να τις λύσει και φρόντισε να μας φέρει στο κολαστήριο τούτο από τις μακρινές πατρίδες μας, για να δοκιμάσει την αντοχή μας.
Κοινή λοιπόν η τύχη, κοινή και η προσπάθεια. Δε μας χωρίζει τίποτε, όλα μας ενώνουν.
Η Βάσω μιλάει καλά τα γαλλικά. Η Ελενίτσα τα καταφέρνει στα ρούσικα, Μπέττυ ξέρει γερμανικά καθώς και η Ματίνα. Η Παπαδοπούλου τα καταφέρνει πολύ καλά σε όλες αυτές τις γλώσσες.
Επιχείρησαν λοιπόν αμέσως μια πρώτη επαφή κι έτσι η μικρή Σόνια από τη μακρινή στέπα και η μικρή Ελένη από τις γαλανές και ζεστές θάλασσες, γίνονται φίλες. Η Βάσω και η Οντέτ δένονται σφιχτά. Η Μπέττυ και η Ματίνα έρχονται σ' επαφή με Γερμανίδες αντιναζίστριες. Η Παπαδοπούλου προσπαθεί να συνεννοηθεί με τις Πολωνίδες.
Σιγά σιγά ο πάγος έσπασε κι έτσι δημιουργήθηκε ανάμεσά μας ο δεσμός εκείνος που ενώνει τους σκλάβους.
Και το αποτέλεσμα έρχεται. Αυτές, εξαντλημένες από το μακρόχρονο υποσιτισμό, έχουν ανάγκη ακόμη και από τα ψίχουλα του ψωμιού που μπορούμε εμείς να τους δώσουμε καθώς και από το μεσημεριάτικο φαγητό, που για μας είναι απαράδεκτο, προς το παρόν τουλάχιστο.
Αντίθετα, εμείς έχουμε ανάγκη από ένα κουρέλι ή έστω και μια εφημερίδα, για να σκεπάσουμε το παγωμένο μας κορμί, γιατί αλλιώς κινδυνεύουμε να πεθάνουμε από το κρύο.
Ως πότε, όμως, θα ήταν δυνατό να κρατήσει αυτή η ανταλλαγή; Όσο φυσικά άντεχε ο οργανισμός μας στο συνεχή υποσιτισμό.
Έτσι η ανταλλαγή άρχισε και φυσικά μαζί της η παραπέρα γνωριμία.
Οι κοπέλες μας άρχισαν να καλλιεργούν σιγά σιγά τις ξένες γλώσσες και να προσπαθούν να συνεννοηθούν. Ήταν κάτι που γέμιζε κατά κάποιον τρόπο τις ώρες τους.
Οι μέρες διαδέχονταν η μια την άλλη, κουραστικές, επίπονες, βασανιστικές, με το πρωινό προσκλητήριο και την ατέλειωτη αναμονή μέσα στην παγωνιά, με τις ιατρικές εξετάσεις κατά τον πιο ανεπίτρεπτο τρόπο, με το μεσημεριανό αηδιαστικό φαγητό.
Σα να μην έφταναν όλ' αυτά, προστέθηκαν και οι αγγαρείες. Και να πώς. Στο στρατόπεδο υπήρχε ένας οδοστρωτήρας. Σ' αυτόν, λοιπόν, έδεναν 4-5 γυναίκες και τις υποχρέωναν με το βούρδουλα να τον τραβάνε και να στρώνουν, δήθεν, τους τεράστιους ακάλυπτους χώρους του στρατοπέδου.
Όμως, αυτή η κατάσταση να μένουμε ώρες ατέλειωτες γύρω από ένα τραπέζι χωρίς κανένα ενδιαφέρον, χωρίς καμιά χαρούμενη νότα, μας οδηγούσε πολύ μακριά. Κατευθείαν στην κατάθλιψη και στην απογοήτευση με όλα τα γνωστά επακόλουθα.
Έπρεπε, λοιπόν, κάτι να γίνει. Και έγινε. Τα νέα κορίτσια έκαναν και πάλι την αρχή.
Και ενώ εμείς οι μεγάλες, στριμωγμένες στη γωνιά μας και σκυμμένες κάτω από το βάρος του χρέους και της ευθύνης, προσπαθούσαμε να σκεφτούμε τρόπους επιβίωσης, ένας γνώριμος αγαπημένος σκοπός, στην αρχή χαμηλά, απαλά, χαϊδεύει την ακοή μας. Ήταν η "Ψαροπούλα", που είχε αρχίσει να τραγουδάει η Μπέττυ με τη μπάσα φωνή της και αμέσως την ακολούθησαν και άλλες.
Αλήθεια! Πόσο λίγο ταιριάζει αυτό το ολόφωτο τραγούδι στο μολυβένιο και μουντό περιβάλλον που ζούμε. Όμως, εμείς στο άκουσμα του τραγουδιού τρέχουμε πολύ μακριά. Στα καταγάλανα ακρογιάλια της ηλιόλουστης πατρίδας μας. Και τότε τα δάκρυα αρχίζουν να τρέχουν ασταμάτητα.
Μα όχι. Προς Θεού! Δεν πρέπει. Δεν ωφελεί σε τίποτα το κλάμα. Εδώ χρειάζονται νεύρα ατσάλινα. Χρειάζεται πίστη, χρειάζεται θέληση ακατάβλητη.
Σιγά σιγά μάθαμε να τραγουδάμε χωρίς να κλαίμε. Μάθαμε να ξεπερνάμε τους εξευτελισμούς και τα βασανιστήρια με το κεφάλι ψηλά. Έτσι καταφέραμε ν' αντέξουμε στις φοβερές συνθήκες που ζούσαμε.
Ένα βράδυ μας έφεραν καμιά σαρανταριά κοπέλες από την Κροατία. Ήταν παρτιζάνες του Τίτο. Ήρθαν κι έφυγαν κι αυτές με το τραγούδι στα χείλη. Ήταν πολύ όμορφες, λεβέντισσες. Ύστερα από λίγες μέρες τις πήραν. Μάθαμε αργότερα ότι το τρένο που τις μετέφερε, βομβαρδίστηκε και σκοτώθηκαν όλες.
Η εικόνα αυτών των χαρούμενων κοριτσιών δε θα φύγει ποτέ από τη μνήμη μου.
Πέρασαν μερικές μέρες και μας επιτρέψανε να βγαίνουμε από το παράπηγμα που μας είχαν στοιβάξει. Όμως, ήταν τόσο φριχτό το θέαμα που αντικρίζαμε, που προτιμούσαμε να μένουμε κλεισμένες μέσα.
Απίθανες φιγούρες από γυναίκες σκελετωμένες, γυμνές, με χαμένα τα λογικά, περιφέρονταν εδώ κι εκεί. Άλλες να κλαίνε σιωπηλά, άλλες να στριγγλίζουν και να χειρονομούν. Εικόνες φρίκης! Και αναρωτιόμασταν, γιατί δεν τις σκοτώνανε; Ίσως να ήταν και τούτος ένας τρόπος βασανισμού, για όσες ζούσαν εκεί και είχαν ακόμα σωστά τα λογικά τους.
Εδώ θα κάνω μια παρένθεση, για ν' αναφερθώ σε μια εντελώς προσωπική μου και μοναδική στο είδος της εμπειρία. Μέσα σ' αυτό το κολαστήριο που ζούσαμε, εκτός από τις ενδημικές αρρώστιες που μας μαστίζανε, πότε πότε παρουσιαζόταν και καμιά επιδημία. Έτσι, ένα πρωινό ξύπνησα με πρησμένο το μισό μου πρόσωπο. Οι άλλες με είδαν και, όπως ήταν φυσικό, δημιουργήθηκε πρόβλημα. Είχε παρουσιαστεί στο στρατόπεδο ερυσίπελας και με είχε αρπάξει πρώτη πρώτη. Αμέσως με μεταφέρανε στο νοσοκομείο. Εδώ γιατροί και νοσοκόμες ήταν όλες Τσέχες κρατούμενες. Ίσως αυτό να ήταν η αιτία που πολλές από τις κρατούμενες, που έμπαιναν μέσα, γιατρεύονταν, γιατί είχαν οπωσδήποτε τη φροντίδα του προσωπικού, εφόσον φυσικά είχαν παράλληλα και γερές καταβολές.
Έμεινα μέσα περί τις δέκα μέρες. Πάνω σ' ένα μονό κρεβάτι μαζί με άλλες τρεις. Όταν μου έπεσε ο πυρετός, σηκώθηκα να πάω στο αποχωρητήριο. Μόλις άνοιξα την πόρτα, αντίκρισα έναν κινούμενο σκελετό, σκεπασμένο με μια μεμβράνη, που κάποτε ήταν το δέρμα, τόσο διάφανο ώστε πίσω του να διαγράφεται καθαρά ο θώρακας και τα σπλάχνα. Στο πρόσωπο υπήρχαν μόνο δύο κόγχες και στο βάθος τους δύο αεικίνητα μάτια, τα μόνα σημεία ζωής μαζί με τη γλώσσα, που έβγαζε άναρθρες κραυγές.
Το θέαμα ήταν τόσο συγκλονιστικό, που δεν άντεξα, σωριάστηκα κάτω λιπόθυμη.
Όταν συνήλθα, βρέθηκα ξαπλωμένη σ' ένα κρεβάτι. Έμεινα εκεί δυο τρεις μέρες ακόμη και μετά έφυγα. Η εικόνα αυτή με κυνηγούσε για πάρα πολύ καιρό.
Φυσικά δεν ήταν το μόνο φριχτό θέαμα που αντίκρισα στο διάστημα της δοκιμασίας μου αυτής. Το αναφέρω γιατί ήταν ο πρώτος κλονισμός που ένιωσα.
Ένα πρωινό μας οδήγησαν σε μια επιτροπή, που είχε έρθει για να πάρει εργάτριες. Μας θεώρησε όμως μικρόσωμες και αδύνατες και δε μας πήρε.
Έπειτα από μερικές μέρες ήρθε μια άλλη επιτροπή, που αυτή μας βρήκε κατάλληλες για εργασία.
Αφού ζήσαμε σαράντα μέρες στο Ράβενσμπρουκ, φύγαμε και πάλι για το άγνωστο.
Την εποχή που εμείς βρισκόμαστε ακόμα εκεί, υπήρχαν καμιά δεκαριά χιλιάδες κρατούμενες. Εγώ είχα τον αριθμ. 45955.
Τι απέγιναν αυτές οι χιλιάδες; Κανείς ίσως δε θα μάθει ποτέ. Πάντως, εκείνο που είναι σίγουρο, είναι ότι πάρα πολλές χρησιμοποιήθηκαν για πειραματόζωα.
Και τώρα η σύνθεση αυτού του στρατοπέδου κατά εθνότητες. Οι περισσότερες ήταν Ρωσίδες και Πολωνίδες, αρκετές Τσέχες, λίγες Γαλλίδες, πάρα πολλές τσιγγάνες Ουγγαρέζες και Γερμανίδες. Ακόμα υπήρχαν πολλές Γερμανίδες αντιναζίστριες, που βρίσκονταν εκεί από την εποχή που ο ναζισμός επικράτησε στη Γερμανία.
Αν μέναμε εκεί, ίσως δε θα γλύτωνε καμιά. Αλλά και ποτέ δε μάθαμε πώς και πότε διαλύθηκε αυτό το κολαστήριο ύστερα από την κατάρρευση του ναζισμού.
Ένα πρωί, η πόρτα, που πριν από σαράντα μέρες είχε ανοίξει για να μας καταπιεί, ξανάνοιξε κατά τον ίδιο εφιαλτικό τρόπο για να μας ρίξει σε καινούργια οδύσσεια.
Μας στοιβάξανε και πάλι σε δυο βαγόνια και ξεκινήσαμε.


Το απόσπασμα αυτό είναι από το βιβλίο της Μαρίας Τσισκάκη - Γαλιατσάτου " Ελληνίδες σε ναζιστικά στρατόπεδα. Μια άγνωστη σελίδα της γυναίκας στον αντιφασιστικό αγώνα.". 
Στην πρώτη έκδοση του , το 1975, το βιβλίο έφερε τον τίτλο " Όταν ο άνθρωπος κονταρομαχούσε με τη ντροπή και το θάνατο".
Το βιβλίο επανεκδόθηκε το 1998 από τις Εκδόσεις Βιβλιοθήκη " Η Εθνική Αντίσταση" . Στο σημείωμα για την επανέκδοση του βιβλίου αναφέρεται ότι: 
" Τούτο το βιβλίο άρχισε να γράφεται το 1946 από την αγωνίστρια της Εθνικής Αντίστασης γιατρό Μαρία Τσισκάκη - Γαλιατσάτου, μετά την επιστροφή της από τα ναζιστικά στρατόπεδα(...)
Ένα αντίγραφο του βιβλίου νεότερης έκδοσης βρέθηκε στα χέρια της Ευγενίας Λαμπρινού και συγκρατούμενης με τη συγγραφέα στα στρατόπεδα του θανάτου. Έκρινε ότι θα ήταν χρήσιμη η επανέκδοσή του σήμερα για να το διαβάσουν οι νέες και οι νέοι της εποχής μας. Να δουν το απάνθρωπο πρόσωπο του φασισμού, του ναζισμού, των φυλετικών διακρίσεων..."
Η Μαρία Τσισκάκη - Γαλιατσάτου γεννήθηκε το 1906 στη Μαχιά της Κρήτης. Ορφανή από μητέρα , ήρθε στην Αθήνα και σπούδασε Οδοντριακή. Για την συμμετοχή της στην Αντίσταση συνελήφθη και φυλακίστηκες αρχικά στη Μέρλιν και στη συνέχεια στο Χαϊδάρι. Το Μάη του 1944 μαζί με άλλες 60 γυναίκες και 800 άνδρες οδηγήθηκε στα ναζιστικά στρατόπεδα Ράβενσμπρουκ και Μπούχενβαλντ. Στην Ελλάδα επέστρεψε το Σεπτέμβρη του 1945 μετά από πολλές περιπέτειες, Δεν πρόλαβε να χαρεί την ελευθερία της και λίγο μετά συλλαμβάνεται και εξορίζεται σε Τήνο - Χίο- Τρίκερι - Μακρόνησο. Η χούντα την εξορίζει στη Γυάρο. 
Πέθανε στις 31 Δεκεμβρίου 1975 , λίγες μέρες μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου της. Πρόλαβε και άφησε αυτό το ντοκουμέντο ως παρακαταθήκη στη νέα γενιά για να μη ξεχνάει τι σημαίνει φασισμός και ναζισμός.

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2019

Ελληνίδες σε ναζιστικά στρατόπεδα (1)

Η φωτογραφία από εδώ
61 γυναίκες στο Μπούχενβαλντ

Μας πήραν οι Γερμανοί ( 61 γυναίκες από το Χαϊδάρι και 850 άντρες) στις 25 του Μάη 1944. Μας έβαλαν σε φορτηγά βαγόνια με αμπαρωμένες πόρτες. Έξω από τη Θεσσαλονίκη πήραμε 250 κρατούμενους από το Στρατόπεδο Παύλου Μελά.
Στη Βαϊμάρη χώρισαν τα δύο γυναικεία βαγόνια από το συρμό. Αυτό το εφιαλτικό ταξίδι κράτησε 14 μέρες, και φθάσαμε βορειοανατολικά του Βερολίνου στο στρατόπεδο - κάτεργο Ράβενσμπρουκ. Εκεί μας πήραν ρούχα, παπούτσια, βέρες και μας έντυσαν με το ριγέ ρούχο του κατάδικου, με νούμερο στο μανίκι. Κι από κει και πέρα για τους Γερμανούς είμαστε ένα νούμερο.
Από τις 150 χιλιάδες γυναίκες (από 23 εθνικότητες) οι 100 χιλιάδες εξοντώθηκαν από βασανιστήρια, βιολογικά πειράματα και σε θαλάμους αερίων. Σ' αυτό το στρατόπεδο μείναμε κάπου 40 μέρες  κάνοντας διάφορες αγγαρίες. Θυμάμαι πως, ζεμένες σαν τα ζώα, σέρναμε ένα κύλινδρο οδοστροτήρα ή καταβρέχαμε τις πρασιές, και όταν ακόμα έβρεχε με το τουλούμι.
Σύμφωνα με τη διαταγή του Γκέμπελς ( εξόντωση δια της εργασίας) μας πήραν για ένα άλλο στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας. Επειδή ο σταθμός είχε βομβαρδιστεί, έως ότου επισκευαστεί, μας έκλεισαν σε μια παράγκα (χωρητικότητας 500 ατόμων), 2000 γυναίκες . Σκηνή που δεν μπορεί να τη συλλάβει νους ανθρώπου.
Το καινούριο στρατόπεδο ήταν παράρτημα του Μπούχενβαλντ. Είκοσι από μας μεταφέρθηκαν στο Σλίμπεν, σ' ένα στρατόπεδο εξόντωσης Τσιγγάνων. Όταν γυρίσαμε είχε αλλάξει η όψη μας, μαλλιά κόκκινα και νύχια φαγωμένα από τις αναθυμιάσεις των αερίων. Μέσα σε λίγα λεπτά δεν είναι δυνατόν να περιγράψω τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης. Αναφέρω μόνον το " Στράφαππέλ" που συνήθως γινότανε τις Κυριακές, την ώρα που πλέναμε το μοναδικό μας φουστάνι· ούρλιαζε η σειρήνα και οι Εσ-σίτες ορμούσαν στους θαλάμους και με το βούρδουλα μας έβγαζαν στο ύπαιθρο, κάτω από το μηδέν, και στεκόμαστε ατέλειωτες ώρες ακίνητες, ανάλογα με τα κέφια τους.
Όλο το διάστημα δεν μας επέτρεψαν ούτε ένα γράμμα να στείλουμε. Οι δικοί μας δεν ξέρανε αν ζούμε. Ιδιαιτερα για μας τις μανάδες που είχαμε αφήσει μικρά παιδιά, η θέση μας ήταν τραγική. Αυτό που κράτησε το ηθικό μας ψηλά ήταν η συνοχή και η μεγάλη αλληλοβοήθεια μεταξύ μας. Δυστυχώς η συμπαράστασή μας δεν μπόρεσε να βοηθήσει και τη Βαγγελιώ τη Ρίζου που τρελλάθηκε και μας την πήραν για τα κρεματόρια. Και κάτω απ' αυτές τις συνθήκες δε σταματήσαμε τον αγώνα κατά του ναζισμού.
Με κίνδυνο της ζωής μας σαμποτάραμε τη δουλειά στο εργοστάσιο που μας υποχρέωναν να δουλεύουμε. Κάποτε σκέφτηκαν να μας δελεάσουν με το "πριμ", για να δουλεύουμε καλύτερα. Σαν αποτέλεσμα ήταν να μην το πάρει καμιά, ακόμα κι αυτές που δεν είχανε καμιά σχέση με την Αντίσταση. Κι αυτό οφειλόταν στη στάση τη δική μας, που δεν τις ξεχωρίζαμε ποτέ. Γι' αυτό το λόγο, σ' ένα τμήμα του εργοστασίου, τις έκλεισαν στην απομόνωση. Εξ αιτίας αυτού του περιστατικού δεν κοιμηθήκαμε όλη τη νύχτα από την αγωνία μας. Ευτυχώς δεν τις εκτελέσανε γιατί ήταν ένα ολόκληρο τμήμα και θα καθυστερούσε η δουλειά σ' όλο το εργοστάσιο.
Οι συνθήκες στη δουλειά ήταν εξοντωτικές, μαζί με το προσκλητήριο 14 ώρες μια βδομάδα μέρα και μια νύχτα, εκτός από τα "Στραφαππέλ". Η διατροφή, άθλια, είχε σαν αποτέλεσμα να γίνουμε σκελετοί. Σε όλες μας έγινε αμέσως τεχνητή διακοπή της περιόδου, στις 25 οι 10, ποσοστό 40%, στείρες, και το ένα τέταρτο θάνατος από καρκίνο, και από φυματίωση και άλλες αρρώστιες.
Στις αρχές του '45 είχαμε καταλάβει ότι πλησιάζει το τέλος του ναζισμού. Στις 13 Απρίλη ακούγαμε το πυροβολικό των Αμερικανών όλο και πιο κοντά και περιμέναμε ώρα την ώρα και τη δικίά μας απελευθέρωση. Δυστυχώς, τα Ες - Ες υπακούοντας εντολή του Χίμμλερ, που έλεγε ότι κανένας κρατούμενος δεν θα' πρεπε να μείνει ζωνατνός, μας ξεσήκωσαν από το στρατόπεδο με προορισμό να μας μεταφέρουν στα βουνά της Τσεχοσλοβακίας, το τελευταίο καταφύγιο των Ες - Ες. Ο κλοιός των Συμμάχων έκλεισε τη Δρέσδη. Έτσι μας περιέφεραν μέσα στη Σαξονία, νηστικές, με μια κουβέρτα στο κεφάλι κάτω από βροχή και τσουχτερό κρύο. Όποια δεν ήτανε σε θέση να περπατήσει και σταματούσε την εκτελούσαν, γι' αυτό στους δρόμους που περνούσαμε βλέπαμε σε χαντάκια τουμπανιασμένα πτώματα κρατουμένων. Τότε καταλάβαμε ότι όλη η Γερμανία ήταν ένα στρατόπεδο.
Ύστερα από εξουθενωτική πορεία δύο εβδομάδων απελευθερωθήκαμε, άλλες από τους Ρώσους, άλλες από τους Αμερικάνους, πριν προλάβουν τα Ες - Ες να μας εξοντώσουν. Εκτός από τη Μαρία την Κουρή που πέθανε ένα μήνα μετά την απελευθέρωση σε νοσοκομείο της Λιψίας, και πολλές άλλες είχαν την ίδια τύχη μετά την επιστροφή μας στην Ελλάδα, και σήμερα δε ζουν παρά 20.
Εκτός από τη δική μας αποστολ΄γ έχω ακουστά κι άλλες, όπως αυτή από την Πέρα Χώρα του Λουτρακίου, Ιούλη του 1944, άλλη μια του Αυγούστου '44 από την περιοχή Κορινθίας, από το Εμπειρίκειο Κρήτης και άλλες που δεν έχω υπόψη μου


Ομιλία της Ευγενίας Λαμπρινού για την ΕΡΤ1 το Γενάρη του 1986. 

Παρατίθεται αντί Προλόγου στο βιβλίο της Μαρίας Τσισκάκη - Γαλιατσάτου Ελληνίδες σε ναζιστικά στρατόπεδα. Μια άγνωστη σελίδα της γυναίκας στον αντιφασιστικό αγώνα, Βιβλιοθήκη " Η Εθνική Αντίσταση", Αθήνα 1998

Η Ευγενία Λαμπρινού, αγωνίστρια της Εθνικής Αντίστασης, ήταν σύζυγος του κομμουνιστή αγωνιστή  Γιώργη Λαμπρινού και μητέρα  του σκηνοθέτη Φώτη Λαμπρινού. Είχε συλληφθεί από τους Γερμανούς στην Κατοχή και μετά από την κράτησή της στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου οδηγήθηκε μαζί με άλλες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία. Έφυγε από τη ζωή στις 16 Αυγούστου 2006



Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2019

Α.Τάσσος "Τα προβλήματα της ζωής, τα οποία τον συγκλονίζουν, μας συμπαρασύρουν σε διαμαρτυρίες για τη στέρηση της λευτεριάς, την καταπίεση, τον πόλεμο, την πείνα, τη μοναξιά και την εγκατάλειψη"

Ο Α. Τάσσος έφυγε από τη ζωή στις 13 Οκτωβρίου 1985. Το έργο που άφησε είναι τεράστιο από κάθε άποψη και επιπλέον γιατί " κατορθώνει να προσελκύσει με τις ξυλογραφίες του ακόμα και εκείνους που συνήθως δεν μπορούν να βρουν σημεία επικοινωνίας με τη χαρακτική και αντιμετωπίζουν αρνητικά τα δημιουργήματα της εικαστικής αυτής έκφρασης. Το θέμα του είναι πάντοτε κάτι περισσότερο από μια απλή καλλιτεχνική απόδοση της ορατής εικόνας ενός σχεδίου. Η λεπτομερειακή διαμόρφωση ακολουθεί  τη διανοητική επεξεργασία και αντιμετώπισή του. Κατά τη διάρκεια όμως της δημιουργικής διαδικασίας του, ο καλλιτέχνης ακολουθεί αυθόρμητα την έμπνευσή του χωρίς να επηρεάζεται άμεσα από περίπλοκες νοητικές διεργασίες. Τα χαρακτικά του διατηρούν για το λόγο αυτό τη χαρακτηριστική τους εκρηκτική δύναμη και διεισδυτική εκφραστικότητα. Η ανάλυση εξάλλου του πνευματικού και νοηματικού περιεχόμενου των θεμάτων του δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε μεμονωμένα έργα αλλά επεκτείνεται στα ολοκληρωμένα σύνολα ξυλογραφιών (π.χ. Άσμα Ασμάτων, Λυσιστράτη, Ελευθερία ή Θάνατος κ.α.). Η καθαρά μορφολογική σύλληψη, η ισορροπία της σύνθεσης και οι χρωματικές αντιθέσεις, συνήθως του άσπρου και του μαύρου, αξιοποιούνται μέσα σε καθεμιά από αυτές τις ομάδες με εντυπωσιακή δύναμη.
Ακριβώς όμως επειδή ο Α. Τάσσος δεν αποβλέπει αποκλειστικά στη διαμόρφωση αυτοτελών και αποκομμένων από τη βασική ιδέα εικόνων, καθένα έργο του προκαλεί πάντοτε την έντονη συγκίνηση της πραγματικής δημιουργίας. Τα χρόνια του Πολέμου, της Κατοχής και της Αντίστασης χάρισαν στον καλλιτέχνη βαθιές, γεμάτες πόνο και απόγνωση ανθρώπινες εμπειρίες, από τις οποίες άντλησε για πολλά χρόνια εμπνεύσεις, όπως άλλωστε και όσοι καλλιτέχνες μπορούσαν να νιώσουν με την ίδιαν ένταση την ασφυξία που φέρνει η στέρηση της λευτεριάς, η έλλειψη της γαλήνης και η διατάραξη της ισορροπημένης πνευματικής προσπάθειας.
Τα έργα του τα εμπνευσμένα από την Κατοχή και τη δεκαετία του' 40 καθώς και εκείνα που έγιναν στο Πεταλίδι της Μεσσηνίας έχουν ως άξονά τους τον άνθρωπο. Τα προβλήματα της ζωής, τα οποία τον συγκλονίζουν, μας συμπαρασύρουν σε διαμαρτυρίες για τη στέρηση της λευτεριάς, την καταπίεση, τον πόλεμο, την πείνα, τη μοναξιά και την εγκατάλειψη.
Η αυτονομία της τέχνης και ο καίριος προβληματισμός για τη σχέση της με τη ζωή είναι μια πλούσια πηγή εσωτερικού πλουτισμού, και κάτι τέτοιο διαπιστώνει κανείς μελετώντας το έργο του Α.Τάσσου, που πραγματικά με μεγάλη χαρά, προσοχή και σεβασμό παρουσιάζουμε εδώ." Απόσπασμα κειμένου του Δημήτρη Παπαστάμου, ιστορικού Τέχνης από το Κατάλογο της Έκθεσης στο Ανατολικό Βερολίνο, 1985. 

Α. ΤΑΣΣΟΣ, ΧΑΡΑΚΤΙΚΗ 1932 -1985, ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΜΕΛΙΣΣΑ", ΑΘΗΝΑ 1998 

Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2019

Σπάνιο ντοκουμέντο: “Αιχμάλωτοι” του Γιώργου Κοτζιούλα



Νίκος Πουρναράς / Οικοδόμος 

Στις 12 του Οκτώβρη 1944, τα χαράματα, μαχητές του ΕΛΑΣ κατεβάζουν από τον βράχο της Ακρόπολης τη γερμανική σημαία. Σε λίγες ώρες, σαν αφρισμένο ποτάμι ο λαός της Αθήνας υψώνοντας τα λάβαρα του ΕΑΜ πλημμυρίζει κάθε δρόμο και πλατεία, πανηγυρίζοντας για την απελευθέρωσή του από το ζυγό της ναζιστικής σκλαβιάς. Ο αέρας της λευτεριάς μεταφέρει απ’ άκρη σ’ άκρη στην υπόλοιπη Ελλάδα τα μυριόστομα συνθήματα των διαδηλωτών, που εκφράζουν τον πόθο όλου του λαού για μια Ελλάδα λεύτερη και ανεξάρτητη, με το λαό αφέντη στον τόπο του.

Στην Ήπειρο η απελευθέρωση ήρθε από τον ΕΛΑΣ αργότερα και όχι την ίδια χρονική στιγμή για κάθε περιοχή. Για παράδειγμα στα Γιάννενα ακολούθησε με διαφορά λίγων ημερών, ενώ στην Άρτα, που ο ΕΛΑΣ είχε να αντιμετωπίσει εκτός από τους ναζί καταχτητές και τον καθοδηγούμενο από τους Άγγλους ΕΔΕΣ, λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1944.

Ένα σπάνιο ντοκουμέντο, ένα άγνωστο κείμενο του Ηπειρώτη λογοτέχνη Γιώργου Κοτζιούλα, που εκτός από σπουδαίος ποιητής, υπήρξε επίσης πεζογράφος, κριτικός και θεατρικός συγγραφέας, με πλουσιότατο έργο και συμμετοχή στην ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση, παρουσιάζουμε σήμερα από την Κατιούσα. Ο Γιώργος Κοτζιούλας είχε ενταχτεί από το 1943 στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Ακολούθησε τον πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ Άρη Βελουχιώτη, ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση της 8ης Μεραρχίας και δημιούργησε τη «Λαϊκή Σκηνή» όπου ανέβαζε δικά του θεατρικά έργα για την ψυχαγωγία των ανταρτών και των κατοίκων των χωριών της Ηπείρου που περιόδευε. Παράλληλα γράφει ακατάπαυστα ποιήματα και χρονικά, και συλλέγει μαρτυρίες, δημιουργώντας ένα πολύτιμο και μεγάλο σε όγκο «αρχείο» όπου καταγράφονται πρόσωπα και γεγονότα της περιόδου.
Ο Γιώργος Κοτζιούλας σε νεαρή ηλικία

Το σπάνιο κείμενο που παρουσιάζουμε διασώθηκε χάρη στον ίδιο τον αντάρτη ποιητή που «σύμμασε» (συμμάζεψε) όπως συνηθίζουν να λένε στα χωριά της περιοχής απ’ όπου κατάγεται, το απόκομμα μιας εφημεριδούλας σχεδόν μισο-κατεστραμμένο (έτσι δεν σώζεται η χρονολογία), για να διατηρηθεί στο Αρχείο Γιώργου Κοτζιούλα και να μας παραχωρηθεί ευγενικά από τον γιο του ποιητή, Κώστα Κοτζιούλα, φιλόλογο και επιμελητή του Αρχείου. Από μια μικρή έρευνα διαπιστώσαμε ότι στο Επιμορφωτικό Κέντρο Βιβλιοθήκη – Αρχείο «Χαρίλαος Φλωράκης» σώζονται δυο φύλλα της εφημερίδας «Λαϊκός Αγωνιστής» με έτος κυκλοφορίας το 1944. Αυτό όμως από μόνο του δεν είναι στοιχείο ικανό για να ισχυριστεί κάποιος ότι και το φύλλο που φιλοξένησε το «σα χρονογράφημα» κείμενο, καθώς και μικρό απόσπασμα από το ποίημα «Καραϊσκάκηδες» του Γ. Κοτζιούλα τυπώθηκε την ίδια χρονιά.

Ο Γ. Κοτζιούλας περιγράφει την άφιξη μιας ομάδας Γερμανών αιχμαλώτων, στην έδρα της 8ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ, στην Ήπειρο. Με εικόνες ολοζώντανες περνάνε μπροστά από τα μάτια του αναγνώστη τα «χρώματα» της ήττας του φασίστα καταχτητή και τα συναισθήματα των λουφαγμένων πια – άλλοτε αιμοβόρων κι αδίστακτων θηρίων – που ατενίζουν σιδηροδέσμιοι και φοβισμένοι την προδιαγεγραμμένη μα και δίκαιη τιμωρία. Όμως ο Κοτζιούλας δεν αρκείται στην περιγραφή των ηττημένων καταχτητών. Βουτάει την πένα του στα εγκλήματα του φασισμού και στην αποφασιστικότητα του απελευθερωτικού αγώνα στο βουνό, τις πόλεις και τα χωριά, και βρίσκεται δίπλα στους λαούς της Ευρώπης που πολεμάνε να συντρίψουν το τέρας του φασισμού, αναγνωρίζοντας το λαό ως τιμωρό των εγκληματιών και αυριανό οικοδόμο της νέας λεύτερης και λαοκρατικής πατρίδας.

Ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας αντάρτης του ΕΛΑΣ

Ας διαβάσουμε όμως το κείμενο:

ΣΑ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ

Στις τελευταίες επιχειρήσεις οι αντάρτες της Μεραρχίας μας είχαν μια ζωντανή λεία. Μαζί με τα λάφυρα έφεραν μαζί τους και κάμποσους Γερμανούς αιχμαλώτους. Τους πέρασαν για το κρατητήριο τον έναν πίσω απ’ τον άλλον. Καταπτοημένοι, με τσουβάλια στα πόδια, έγερναν ακουμπώντας στα ραβδιά, αξύριστοι και θλιβεροί. Σου έδιναν την εικόνα του ζωντανού πτώματος. Ήταν φανερό πως είχαν χάσει το κουράγιο και την ελπίδα τους, πως δεν είχαν να περιμένουν τίποτε απ’ τη ζωή… Αυτοί που ήταν γεμάτοι έπαρση και αλαζονεία, έτοιμοι να πιστολίσουν κάθε παραβάτη με το παραμικρό, τώρα που έπεσαν στα χέρια των ανταρτών μας άλλαξαν αμέσως ύφος. Πάει ο παλιός τους αέρας, αέρας καταχτητών. Έχουν μαζευτεί στην άκρη τους ρίχνοντας γύρω ματιές όλο εχθρότητα κι αποθάρρυνση. Ακόμα δεν πιστεύουν εκείνο που έπαθαν. Έπεσαν στα χέρια των εκδικητών, εκείνων που αποκαλούσαν συμμορίτες και που τους απειλούσαν με εξόντωση.  Τι θ’ απογίνουν, αυτό είναι που τους ανησυχεί. Θα τους σκοτώσουν; θα τους κρατήσουν; Έχουν διαπράξει τόσα εγκλήματα οι περισσότεροι απ’ αυτούς, ώστε δεν έχουν ελπίδα σωτηρίας. Τα χέρια τους είναι βαμμένα μ’ αίμα, αίμα αθώων. Τα κατορθώματά τους είναι σκοτωμοί, πλιάτσικα, ατιμίες. Αυτά τα ξανθά κτήνη απολύθηκαν στις χώρες της Ευρώπης έχοντας εντολή απ’ τον αφέντη τους να μην αφήσουν τίποτε ορθό. Έκαψαν, βίασαν, ρήμαξαν, σκόρπισαν το θάνατο και την καταστροφή. Όργανα τυφλά του λυσσασμένου φασισμού, θέλησαν να μεταβάλουν τον κόσμο σε απέραντο σφαγείο, σ’ αγέλη ανδραπόδων. Αλλά δεν άργησαν να βρουν το δάσκαλό τους. Η Χιτλερική θύελλα βρήκε μπροστά της το Ρωσικό κολοσσό, την αντίσταση όλων των Συμμάχων. Ο “Υπεράνθρωπος” του μανιακού Νίτσε χτυπάει την κεφάλα του απάνω στο βράχο. Όσο δυνατότερα είναι τα χτυπήματα, όσο πιο πολύ αίμα τού φεύγει, τόσο τα ουρλιάσματα της λύσσας μεγαλώνουν, τόσο τον κυριεύει η έξαψη του χαλασμού. Αλλά πόσα θα κάμουν ακόμα; Έφτασε το τέλος τους. Το τέρας το χτυπούν από παντού με το στρατό, με την αεροπορία, με τα τσεκούρια, σύμμαχοι, αντάρτες, όλοι οι λαοί. Ακόμη και εμείς εδώ απάνω, που ως τώρα εξαιτίας των συνθηκών κρατιόμασταν σε άμυνα, κατεβαίνουμε στους δρόμους, χτυπάμε αυτοκίνητα, τους αρπάζουμε υλικό. Και αυτό είναι ακόμα η αρχή. Τα τιμημένα παιδιά του λαού που γυρίζουν στα βουνά με τ’ όπλο στον ώμο δε θα περιοριστούν σε αψιμαχίες! Θ’ αρχίσουν από δω και πέρα τους αιφνιδιασμούς, τις εξορμήσεις, μην αφήνοντας ούτε στιγμή ησυχίας στους επιδρομείς. Ο τόπος μας πρέπει πια να ησυχάσει απ’ αυτόν τον εφιάλτη. Αλλά δεν θα ησυχάσει πριν διωχτεί και το τελευταίο κάθαρμα του Χίτλερ από δω, πριν βουλώσουν για πάντα το στόμα τους κι’ οι ντόπιοι προδότες. Ο λαϊκός μας στρατός έχει τώρα τη δύναμη να δείξει σ’ όλους τους εχθρούς του πως δε μπορούν να εγκληματούν και να οργιάζουν εις βάρος του λαού. Καθένας που αντέδρασε στην Εθνική μας υπόθεση, όποιος με τη στάση του βοήθησε τους τυράννους, θα έχει την οργή των νεκρών. Η ώρα της πληρωμής πλησιάζει και το οικοδόμημα της ελεύθερης πατρίδας και της λαοκρατίας θα στηθεί απάνω σε ατράνταχτες βάσεις. Τόσα ελληνόπουλα στις πόλεις και στα βουνά δεν έχυσαν το αίμα τους για γούστο. Ο γίγας λαός ύψωσε κιόλας το ανάστημά του. Αυτός θα πει την τελευταία λέξη, να το θυμάστε.

                                                                                           Γ. Κ.[ΟΤΖΙΟΥΛΑΣ]



Παραπάνω από εμφανή τα σημάδια του χρόνου, στο απόκομμα της εφημερίδας “Λαϊκός Αγωνιστής” με τους στίχους από το ποίημα “Καραϊσκάκηδες” του Γιώργου Κοτζιούλα

Απ’ όσο γνωρίζουμε δεν είναι καταγραμμένο πού αιχμαλωτίστηκαν και από ποιους, οι Γερμανοί στρατιώτες. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Λαϊκός αγωνιστής», όργανο της 8ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ,  στη σελίδα 2, στη στήλη «ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ-ΠΟΙΗΣΗ-ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ» μαζί με ένα μικρό απόσπασμα από το ποίημα του Γιώργου Κοτζιούλα «Καραϊσκάκηδες» («ΣΤΙΧΟΙ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ»), 1944. Πρόκειται για την πρώτη και την τρίτη στροφή του ποιήματος που αποτελείται από πολλές στροφές.

Αντιγράφουμε τους στίχους από το απόκομμα της εφημερίδας:

ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΔΕΣ

Στρατός από ξυπόλητους και νηστικούς περνά,
πόχουν δικό τους όνομα, δικό τους μπαϊράκη.
Στο πόδι κιόλα βρίσκεται το Ρα[ντοβίζι,] να,
φουσάτο κίνησε έχοντας μπροστά τον Καραϊσκάκη.

(…)

Δε βλέπεις φέρμελες εδώ, τσαπράζια και σπαθιά
μηδέ ακουστούς πολέμαρχους, λαμπρούς καπεταναίους,
η ανέχεια χρόνους όργωσε τα πρόσωπα βαθιά
κι ούτε είναι τα μπαλώματα που δείχνουν τους ωραίους.

Φέρμελες (η φέρμελη, λέξη μάλλον αλβανικής προέλευσης), είναι τα γιλέκα των ευζώνων, στολισμένα με μετάξι και χρυσό.

Τσαπράζια (το τσαπράζι, λέξη τουρκικής προέλευσης)  κοσμήματα κυρίως αντρικά, που έφεραν στις φορεσιές τους κυρίως οι Σουλιώτες, αλλά και οι Σαρακατσάνοι και οι Πόντιοι.

Ο Γιώργος Κοτζιούλας γεννήθηκε στην Πλατανούσα των Τζουμέρκων στις 23 του Απρίλη 1909. Τελείωσε με πολλές δυσκολίες το Γυμνάσιο στην Άρτα και το 1927 γράφτηκε στην Φιλοσοφική Σχολή, από την οποία πήρε το πτυχίο του μόλις το 1938. Εργάστηκε ως διορθωτής και συντάκτης σε περιοδικά και εφημερίδες και δημοσίευσε ποιήματα, πεζά, βιβλιοκριτικές, δοκίμια και μεταφράσεις. Το 1931 εξέδωσε την κριτική μελέτη «Ο Στρατής Μυριβήλης και η πολεμική λογοτεχνία» και το 1932 την ποιητική συλλογή «Εφήμερα».

Η ανέχεια και οι άσχημες συνθήκες ζωής και δουλειάς, που τον ακολούθησαν σχεδόν σε όλη τη ζωή του, τον οδήγησαν όχι μόνο στη φυματίωση, εξαιτίας της οποίας αναγκάστηκε να ζήσει σε σανατόρια και παράγκες στην Πάρνηθα και την Πεντέλη τη διετία 1935-36, αλλά και κλόνισαν γενικότερα την υγεία του και τον οδήγησαν νωρίς στον θάνατο.

Γιώργος Κοτζιούλας (1909-1947)

Δημοσίευσε τις ποιητικές συλλογές «Σιγανή φωτιά», «Δεύτερη ζωή» και «Ο γρίφος» (1938), τα πεζογραφήματα «Το κακό συναπάντημα και άλλα διηγήματα» (1939), αμέσως μετά τον πόλεμο τα «Τρία ποιήματα προπολεμικά», «Ο Άρης» και «Οι πρώτοι του αγώνα» (1946) και λίγα χρόνια πριν από τον θάνατό του τα «Φυγή στη φύση» (1952) και «Ηπειρώτικα» (1954).

Ο Γιώργος Κοτζιούλας εντάχτηκε από το 1943 στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Ακολούθησε τον πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ Άρη Βελουχιώτη, ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση της 8ης Μεραρχίας και δημιούργησε τη «Λαϊκή Σκηνή» όπου ανέβαζε δικά του θεατρικά έργα για την ψυχαγωγία των ανταρτών και των κατοίκων των χωριών της Ηπείρου που περιόδευε. Παράλληλα γράφει ακατάπαυστα ποιήματα και χρονικά, και συλλέγει μαρτυρίες, δημιουργώντας ένα πολύτιμο και μεγάλο σε όγκο «αρχείο» όπου καταγράφονται πρόσωπα και γεγονότα της περιόδου.

Μετάφρασε πολλά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας (Ουγκώ, Ντίκενς, Ντοστογιέφσκι, Γκόρκι, Τσβάιχ, Μοπασάν, Βερν) αλλά και Έλληνες και Λατίνους κλασικούς. Ιδιαίτερα σημαντικό υπήρξε το δοκίμιό του «Που τραβάει η ποίηση;» (1950), κριτική της μοντέρνας ποίησης.

Παντρεύτηκε το 1950 την Ευμορφία Κηπουρού, με την οποία απέκτησε το 1951 έναν γιο, τον Κώστα.

Έφυγε από τη ζωή στις 29 του Αυγούστου 1956, σε ηλικία μόλις 47 χρόνων.

Βιβλία του Γ. Κοτζιούλα που έχουν εκδοθεί τα τελευταία χρόνια: Η επιλογή ποιημάτων του Γ. Κοτζιούλα, «Ποιήματα», με χαρακτικά του Αλέκου Φασιανού (Μίμνερμος 2013), η συλλογή διηγημάτων «Πικρή ζωή και άλλα πεζογραφήματα» (Νηρέας 2014 και Δρόμων 2016) και οι μεταφράσεις του, «Ο Γιώργος Κοτζιούλας μεταφράζει και σχολιάζει Αρχαίους Έλληνες ποιητές» (Οδυσσέας 2015), και επανεκδόσεις όπως τα τρίτομα «Απαντά» του (Δίφρος 2013), το «Θέατρο στα βουνά» (Δρόμων 2014) και το «Όταν ήμουν με τον Άρη» (Δρόμων 2015) κ.ά.

Βιβλία για τον Γ. Κοτζιούλα: Η εκτενής βιογραφία του από την Αθηνά Βογιατζόγλου «Ποίηση και πολεμική. Μια βιογραφία του Γιώργου Κοτζιούλα» (Κίχλη 2015), το αφιέρωμα της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων Γιώργος Κοτζιούλας, «Αφιέρωμα» (Δρόμων 2015) και το αντίστοιχο της Ι.Λ.Ε.Τ. «Ο Γιώργος Κοτζιούλας για τα Τζουμέρκα. Δημοτικά τραγούδια, λαογραφικές σελίδες, Κ. Κρυστάλλης» (Τζουμερκιώτικα Χρονικά 2016).

(Στην κεντρική φωτογραφία: Γερμανοί SS κρατούμενοι στη Νορμανδία)

Ευχαριστούμε θερμά τον κ. Κώστα Κοτζιούλα για την ευγενική παραχώρηση του κειμένου, του αποκόμματος της εφημερίδας “Λαϊκός Αγωνιστής” και τα στοιχεία σχετικά με το  απόσπασμα του ποιήματος.

Αναδημοσίευση από Κατιούσα

Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2019

Του πολέμου

Συγκρότημα Encardia και Ναταλία Κωτσάνη από τον δίσκο EMIGRANTI (2018)

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2019

Ρεπορτάζ από...το πραξικόπημα Κονδύλη

Ο Αυστραλός δημοσιογράφος Μπερτ Μπερτλς επισκέφθηκε την Ελλάδα τον Σεπτέμβρη του 1935. Βρισκόταν στα Γιάννενα όταν πληροφορήθηκε το πραξικόπημα του Κονδύλη, το οποίο εκδηλώθηκε στις 10 Οκτωβρίου 1935. Επιστρέφοντας στην Αθήνα καταγράφει τα γεγονότα, τις εξελίξεις και την αντίδραση του λαού. Ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα :


Η Αθήνα είχε αλλάξει. Βρήκαμε την πόλη πολύ διαφορετική. Το " εργοτάξιο των συζητήσεων" είχε μετατραπεί σε μια πόλη ψιθύρων που ωστόσο ακούγονταν αρκετά δυνατά ώστε να καταλήγουν σε διαφωνίες , ταραχές και συλλήψεις. Εκεί πάντως που προηγουμένως κυριαρχούσαν οι δημόσιες συζητήσεις, τώρα επικρατούσαν οι ψίθυροι.
Ο λόγος ήταν απλός - το πραξικόπημα του Κονδύλη.
Ενώ εμείς διασχίζαμε τα βουνά, στην Αθήνα είχαν ξεσπάσει συλλαλητήρια. Η αστυνομία είχε απαντήσει με κλομπ, πυροβολισμούς, φυλακίσεις. Τώρα, κάθε κουβέντα μας γύρω από την πολιτική κατάσταση έπρεπε να βρίσκει διέξοδο μέσα από παραπετάσματα δυσπιστίας. Ο κόσμος κοιτούσε ενστικτωδώς πάνω από τους ώμους από φόβο μήπως τον παρακολουθούν.
Η επίσημη άποψη γινόταν εύκολα κατανοητή. Ο Κονδύλης είχε ισχυριστεί ότι θα έσωνε τη χώρα από την αναρχία, το χάος, την καταστροφή και από πλήθος άλλων συνώνυμων του ολέθρου. (...) 
 Σιγά σιγά μάθαμε τι είχε συμβεί.Παρά το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο είχε καταθέσει τα όπλα χωρίς αντίσταση, η αντίδραση του λαού απέναντι στη στρατιωτική δικτατορία υπήρξε διαφορετική. Η πρώτη κίνηση του Κονδύλη ήταν να καταστείλει κάθε άποψη αντίθετη προς τη δική του. Όλες οι δημόσιες συναθροίσεις, εκτός από τις φιλομοναρχικές συγκεντρώσεις, απαγορεύτηκαν και επιβλήθηκε αυστηρή λογοκρισία στον Τύπο. Εκείνη την εποχή, στην Αθήνα κυκλοφορούσαν πάνω από είκοσι καθημερινές εφημερίδες, στην πλειοψηφία τους δημοκρατικές και σχεδόν όλες αντίθετες προς τη δικτατορία. Εξ αιτίας του μεγάλου αριθμού των ανθρώπων που θα έπρεπε να απολυθούν, ο Κονδύλης δεν μπορούσε να επιβάλλει την απαγόρευση όλων αυτών των εφημερίδων, ωστόσο απαγόρευσε αμέσως όσες εξέφραζαν γνώμες ενάντια στη δικτατορία ή την επιστροφή του βασιλιά.
Παρ' όλα αυτά, σχεδόν αμέσως οργανώθηκαν φιλομοναρχικές συγκεντρώσεις σε ολόκληρη την περιφέρεια, ενώ εξακολούθησε η έκδοση απαγορευμένων εφημερίδων ( με διαφορετικό όνομα) που διανέμονταν κρυφά. Καθώς διένειμε εφημερίδες και φυλλάδια του κόμματός του, ένας φίλος μας, ενεργό μέλος του Εργατοαγροτικού Κόμματος, πάχυνε εντελώς ξαφνικά, όπως άλλωστε και πολλοί σαν κι αυτόν. Μετέφεραν τις εφημερίδες κάτω από τα παλτά τους, διπλωμένες με τέτοιο τρόπο ώστε να περνούν απαρατήρητοι όταν αντάλλασσαν χειραψίες με τους γνωστούς τους στο δρόμο. Μερικές μέρες  μετά το πραξικόπημα, ολόκληρο το προσωπικό του Ριζοσπάστη, της κομμουνιστικής καθημερινής εφημερίδας, συνελήφθη και στάλθηκε εξορία. Την επόμενη μέρα ωστόσο, η εφημερίδα έκανε ξανά την εμφάνισή της και εξακολούθησε την έκδοσή της. και στις 15 Οκτωβρίου, παρ' ότι είχαν ήδη συλληφθεί  μερικές εκατοντάδες άνθρωποι για τη συμμετοχή τους σε αντιμοναρχικές συγκεντρώσεις, στην πλατεία Συντάγματος, ακριβώς μπροστά από το Κοινοβούλιο, το Κομμουνιστικό Κόμμα οργάνωσε ένα μαζικό συλλαλητήριο στο οποίο συμμετείχαν αρκετές χιλιάδες δημοκρατικοί διαφόρων αριστερών και φιλελεύθερων κομμάτων. Το πλήθος κραύγαζε συνθήματα υπέρ της δημοκρατίας και εναντίον της δικτατορίας.
Για να τους  διαλύσουν, οι αστυνομικοί έσυραν τα κλομπ και τα περίστροφά τους. Ρίχτηκαν μερικοί πυροβολισμοί.
Πολλοί άνθρωποι ( ανάμεσά τους και μερικοί αστυνομικοί) τραυματίστηκαν, ένας διαδηλωτής σοβαρά. Δεκαπέντε συνελήφθησαν. Στο κρατητήριο τους ξυλοκόπησαν με κλομπ και με τους υποκόπανους των περιστρόφων. Μερικοί ( ανάμεσά τους κάποιοι με επιδέσμους γύρω από το τραυματισμένο κεφάλι τους) οδηγήθηκαν ενώπιον στρατοδικείου και καταδικάστηκαν από τρία μέχρι δεκαπέντε χρόνια καταναγκαστικά έργα. Δεκαπέντε χρόνια επειδή είχαν συμμετάσχει σε παράνομη συγκέντρωση, επειδή είχαν τολμήσει να εκφράσουν τη γνώμη τους! Η Αθήνα βρισκόταν κλεισμένη στη μέγκενη μιας τρομοκρατίας πολύ χειρότερης από εκείνη που είχαν βιώσει άλλες χώρες κατά το παρελθόν.
Στην Αθήνα επιστρέψαμε στις 24 Οκτωβρίου, τη μέρα κατά την οποία οι εφημερίδες δημοσίευσαν  ένα διάταγμα έκτακτης ανάγκης που εξουσιοδοτούσε τον υπουργό Δικαιοσύνης και τον υπουργό Εσωτερικών να διατάσσουν τον εκτοπισμό στα νησιά της εξορίας οποιουδήποτε ο οποίος ( δια γραπτού, προφορικού, ή άλλης μορφής λόγου) προσπαθούσε να διαταράξει τη δημόσια τάξη.
" Κατ' αυτό τον τρόπο, όλοι βρισκόμαστε στο έλεος κάθε αστυνομικού που θέλει να μας εκδικηθεί για προσωπικούς λόγους", είπε ένας δημοκρατικός φίλος μας. " Αρκεί να δηλώσει ότι είπαμε, ότι γράψαμε ή ότι πράξαμε κάτι  σε βάρος της δημόσιας τάξης για να σταλούμε εξορία ή φυλακή χωρίς δίκη."
Τη νύχτα της 28ης Οκτωβρίου συνελήφθη ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, ο πρώτος πρωθυπουργός της Δημοκρατίας και ιδρυτής της Εταιρείας Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών, ενός συλλόγου παρόμοιου με τη Φαβιανή Ένωση στην Αγγλία. Τη στιγμή της σύλληψης του ήταν επικεφαλής του Εργατοαγροτικού Κόμματος στο Κοινοβούλιο. Η πρόφαση για τη σύλληψή του ήταν η διανομή ενός μανιφέστου ανάμεσα στους αξιωματικούς, με το οποίο τους προέτρεπε να στασιάσουν κατά της δικτατορίας και στάλθηκε εξορία στη Μύκονο. Ανάμεσα στις γνωστές προσωπικότητες που εξορίστηκαν εκείνη την εποχή ήταν ένας άλλος δημοκρατικός βουλευτής, ο Παπανδρέου και πολλοί από εκείνους που ο Κονδύλης θεωρούσε " κομμουνιστές διανοούμενους", όπως ο πάλαι ποτέ διευθυντής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, Δημήτρης Γληνός και ο αριστερός ποιητής Κώστας Βάρναλης. Το γεγονός ότι στην πραγματικότητα ( και όχι απλώς εξαιτίας της ματαιόδοξης φαντασίας του) ο Κονδύλης είχε ως πρότυπο τον Χίτλερ ή τον Μουσολίνι γινόταν ολοένα και πιο ξεκάθαρο(...)
Οι υποστηρικτές του Κονδύλη ήταν οι πλέον αδιάλλακτοι βασιλόφρονες, μια ουσιαστικά φασιστική ομάδα.(...) 
Τώρα το 1935, οι ξένοι δημοσιογράφοι έγραφαν για τον "ισχυρό άνδρα" Κονδύλη, τον άνθρωπο "επιρροής", τα ίδια ακριβώς που έγραφαν το 1926 για τον άλλο "ισχυρό άνδρα", τον Πάγκαλο, αλλά ακόμα και όταν η τρομοκρατία του Κονδύλη βρισκόταν στο χειρότερό της στάδιο, πριν και, για λίγο καιρό μετά το δημοψήφισμα, οι Έλληνες δεν έχασαν στιγμή την αίσθηση του χιούμορ τους. Κάποια γελοιογραφία. Μια φάρσα που είχε συνθέσει κάποιος δημοκρατικός στιχοπλόκος και είχε δημοσιευθεί σε μια άκρως φιλομοναρχική εφημερίδα, φερέφωνο του Κονδύλη. Το ποίημα εξυμνούσε την ευτυχισμένη μέρα που είχε φτάσει επιτέλους για την Ελλάδα, ο ήλιος έλουζε με καινούργιο φως τους ορίζοντες , το σκοτάδι είχε διαλυθεί, το φως είχε ξανάρθει και οι δρόμοι του λαού ήταν στρωμένοι με άνθη. Το ποίημα έλεγε κι άλλα εξυμνώντας με στόμφο το καθεστώς του Κονδύλη, εκείνο όμως που είχε παραβλέψει ο συντάκτης της κονδυλικής εφημερίδας ήταν ότι το ποίημα σχημάτιζε ακροστιχίδα. Τα αρχικά κεφαλαία γράμματα, διαβασμένα κάθετα σχημάτιζαν!


" ΖΗΤΩ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΑΣ"

Οι δημοκρατικοί της Αθήνας γέλασαν με αυτό, αλλά υπήρξαν μερικοί ( κυρίως οι κομμουνιστές) που θυμήθηκαν με ανησυχία ότι το ίδιο είχαν γελάσει και με τον Χίτλερ και με τον Μουσολίνι.
Ο Κονδύλης έκλεισε περισσότερο κόσμο στη φυλακή, έστειλε περισσότερους στην εξορία.

Μπερτ Μπερτλς Εξόριστοι στο Αιγαίο. Αφήγημα Πολιτικού και ταξιδιωτικού ενδιαφέροντος. Μετφρ. Γιάννης Καστανάρας, Φιλίστωρ Αθήνα 2002



Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2019

Τσε Γκεβάρα ...γέψου μαζί μας το φιλί της ουτοπίας


Από την κορφή του Κιλιμάντζαρο σε κράζω
Τσε, ξεχασμένε στα βουνά της Βολιβίας.
Τα χρόνια όλα της φωτιάς ξαναμοιράζω,
γέψου μαζί μας το φιλί της ουτοπίας.

Τα εικοσάχρονα παιδιά που γεννηθήκαν
την ώρα που έμπαινε ο Φιντέλ μεσ' στην Αβάνα,
στο Ογκαντέν χιλιάδες τώρα πέφτουν
από τα Κουβανέζικα αεροπλάνα

Όμως μην κάθεσαι νεκρός μέσα στα χιόνια
κι έχεις στα μάτια σου μια μάσκα απορίας,
αν εσύ βιάστηκες ή άργησαν τα χρόνια,
έλα ξανά στο ραντεβού της Ιστορίας.

"Τσε Γκεβάρα", Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος, Στίχοι: Φώντας Λάδης. Ερμηνεία: Μαρία Δημητριάδη. Δίσκος: Τραγούδια της Λευτεριάς (1978).