Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Δευτέρα, 13 Σεπτεμβρίου 2021

Ευψύχει Κάρολε αγαπημένε


 Τον καιρό  που γνώρισα τον Κουν, στο περίφημο τσάι στο σπίτι του διευθυντή του Κολλεγίου Αθηνών, ήταν ένας νέος της εποχής του, που είχε όλες τις πληροφορίες για το τι είναι καλόγουστο και τι κακόγουστο. Τα γούστα του ήταν αισθητικότατα και ταίριαζαν σε μια παιδική κάμαρα πρίγκηπος, λίγο βόρεια, εποχής μετά - art nouveau.
Οι ανίδεοι και αγράμματοι Αθηναίοι, που πήγαιναν στις παιδικές του παραστάσεις, εθαύμαζαν τα εκπληκτικά αυτά έργα, που μας μετέφεραν στην πρωτοποριακή Ευρώπη, την οποίαν κυνηγούσαν οι Έλληνες, αλλά δεν έφταναν ποτέ. Ήταν η μετακλασική περίοδος της Ελλάδας, όπου ο αρχιτέκτων Τσαγκρής και οι τρεις γενεές του αρχιτέκτονος Κιτσίκη όριζαν τη διακοσμητική και την αρχιτεκτονική για να μην πέσει στο τίποτα, ύστερα από το βασίλεμα του νεοκλασικισμού. Ο Κουν απαντούσε με το θέατρό του, που γινόταν από τους μαθητές του Κολλεγίου.
Ήταν στο κέντρο αυτής της μετακλασικής  περιόδου, και έξαφνα στο περίφημο τσάι του διευθυντή του Κολλεγίου κ. Όμηρου Νταίηβις, που παρά την ηλικία του διατηρούσε σώμα αρχαίου αγάλματος και θύμιζε το " Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι", ο Κουν, που ήταν στην πρωτοπορία του νέου στυλ, συνάντησε τους νέους κόσμους που θα τυραννούσαν αργότερα την Ελλάδα, τον Θεόφιλο, τη λαϊκή τέχνη και το ρωμαίικο. Εκεί συνελήφθησαν μαζί οι αρχές της Λαϊκής Σκηνής, στα μακριά μαλλιά των ηρώων με τα στριμμένα μουστάκια και τους μπαρόκ θώρακες και άλλα πολλά, και ενώ μέχρι τότε είχε σαν εικόνισμα ορισμένες ψυχές του Ροντέν, άρχισε να προσανατολίζεται σε άλλους κόσμους. Ήθελε να κάνει τους ήρωες  της "Ερωφίλης" σαν λεπτές φιγούρες όμοιες με τα αιγυπτιακά ανάγλυφα  κάποιας αρχαίας δυναστείας. Δίπλα του ήταν ένα άλλο πνεύμα, ο δημοσιογράφος Δεβάρης, κοντός και με ακμή στο πρόσωπο, που είχε θριαμβεύσει στην παράσταση της " Ορέστειας"  στο Παρίσι, και στα προγράμματα γραφόταν Διόνυσος Δεβάρης. Σμίξαμε μερικοί άνθρωποι που, παρ' όλες τις αντίθετες ιδέες που είχε ο ένας από τον άλλον, η πίστη μεταξύ μας και η αγάπη μας για το θέατρο έβγαλε παραστάσεις με ενότητα όπως συνέβη και στους " Όρνιθες".
Ο Κουν άλλαξε τελείως εκείνη την εποχή, αλλά όσο και ν' αλλάξει κανείς κάτι μένει απ' το παλιό παρελθόν. Όταν συνάντησε τον Καθηγητή Κόντογλου, γνώρισε την αληθινή ρωμιοσύνη που έδειχνε την Ελλάδα όπως είναι, ενώ εκείνος μέχρι τότε είχε μια ιδέα της Ελλάδας που είχε ο έξω Ελληνισμός. Στην παράσταση των " Ορνίθων" που έκανε εκείνη την εποχή υπήρχαν μερικά στοιχεία αυτού του νέου ελληνικού πνεύματος. Σχεδίαζε κοστούμια που εν μέρει ήταν το παιδικό μετακλασικό στυλ και εν μέρει προσωπικές εμπνεύσεις που ο ίδιος έβρισκε μέσα στην αλχημεία της ψυχής του. Ήταν καλόγουστα και εκπληκτικά για την αισθητική της εποχής τους.
Στο θέατρο ανακάλυψε τον Ελληνισμό της Ανατολής, που τον βοήθησε να βρει αυστηρές ομοιότητες με τον κόσμο του Τσέχωφ. Η παράσταση του " Βυσσινόκηπου" στο Ωδείο Αθηνών αποκάλυψε  έναν Κουν που δεν ήθελε να δει το ρωμαίικο κόσμο, αλλά να δώσει τις παιδικές του αναμνήσεις από την Πόλη. Σ' αυτή την παράσταση έβγαλε τη μάσκα του φίλου του ρωμαίικου και συνδέθηκε με την πραγματικότητα της αστικής τάξεως , της οποίας το πρόσωπο έδειχνε η Κωνσταντινούπολη επηρεασμένη από τη Ρωσσία. Αυτή η αισθητική, σε μικρότερο βαθμό, υπήρχε και σε άλλες παραστάσεις του. Ο Κουν είχε βαθύτατα βιώματα, που δεν είχε ο Έλληνας όντας στην ίδια περίπτωση, όπως ο Κωνσταντινουπολίτης. Η Ανατολή μπήκε στην τέχνη του από το αθηναϊκό ρωμαίικο.
Ήθελε να κάνει τους ηθοποιούς του τέλειους ενός πρωτοποριακού γερμανικού θεάτρου· μα όλοι οι ηθοποιοί δεν μπορούσαν να το κάνουν αυτό. Επηρεάστηκε από αυτό, επωφελήθηκε και έτσι βγήκε ένα νέο στυλ ηθοποιού, ο ηθοποιός του Κουν.
Πολλές φορές σχεδίαζε κοστούμια, αλλά δεν ενδιαφερόταν πώς θα τελειώσουνε, αφορμή για μια διαφωνία ή μια συμφωνία, ένας πλούσιος διάλογος που κατέληγε σε καλά έργα. Τα σχέδιά του όμως κρατούσαν πάντοτε το αρχαϊκό αυτό πνεύμα που του είχε δώσει ο απόδημος Ελληνισμός και παρ' όλη την εξωτερική τους αφέλεια έκρυβαν μια πολύ σοβαρή σκέψη, ώστε ήταν αρκετά για να διδάξουν τον σκηνογράφο για τη διάγνωση του έργου.
Η σκηνογραφία δεν είναι πολλές φορές για να γίνει, είναι για να αντιληφθεί κανείς την ουσία του έργου, και αυτόν τον ρόλο έπαιζαν τα σχέδια του Κουν.
Ο Κουν αν και διηύθυνε το θέατρό του, ήταν έτοιμος να υποταχθεί στη γνώμη κάποιου ο οποίος ήταν καλός. Η επαγγελματική του καταγωγή έπαιζε κάποιον ρόλο. Εγνώριζε ότι για να προχωρήσει έπρεπε να διδάσκει μαθαίνοντας.
Σεβόταν κανείς τον Κουν όπως έναν ερωτευμένο που ο έρωτας τον οδήγησε στην άκρα σοβαρότητα. Και ο έρωτας γι' αυτόν δεν ήταν απλώς ένα πάθος, αλλά μια μέθοδος για να αγγίξει την τελειότητα.

Μαρούσι, 10.12.87                                                                 


...σε μορφές, σε ήχους, σε σχήματα. Κάρολος Κουν, Θέατρο Τέχνης " Κάρολος Κουν", Αθήνα 1988
 
Ο Κάρολος Κουν γεννήθηκε στην Προύσα της Μ. Ασίας στις 13 Σεπτεμβρίου 1908
[...Αν και γεννήθηκα στην Προύσα, την Προύσα δεν την γνώρισα. Από μικρός βρέθηκα στην Πόλη και κει μεγάλωσα. Από κει αρχίζουν οι αναμνήσεις, εκεί δημιουργήθηκαν οι πρώτοι ερεθισμοί, τα πρώτα συναισθήματα, η πρώτη επαφή με την έξω από μένα πραγματικότητα...]

Σάββατο, 11 Σεπτεμβρίου 2021

Δειλινά φθινοπώρου

 
Paul Gauguin 1885

Στα δειλινά τα πένθιμα και φθινοπωρινά,
όταν χτυπάει στα τζάμια τους θρηνητικά η βροχή
κ' ενώ στην πόλη εσπερινούς βαρούν αργά οι καμπάνες,
παίρνουνε μια παράδοξη οι Κάμαρες ζωή.
Ο παγερός, που απ' τις κλειστές πόρτες γλιστράει , αέρας
κούφιων βημάτων φέρνει αχούς και ψίθυρους σβησμένους,
που κάνουν όποιον νείρεται ν' αναθυμάται ξάφνου
αγάπες χρόνων παλαιών και φίλους πεθαμένους.
Και τότες μέσ' στο σούρουπο οι Κάμαρες γεμίζουν
φαντάσματα που στους θαμπούς καθρέφτες καθρεφτιούνται, 
ενώ οι κουρτίνες οι βαρειές - κοιτάξτε τις! - κουνιούνται
κ' ενώ τα ρόδα που έγερναν στα βάζα ξεχασμένα
φυλλοροούνε άξαφνα σε μια στερνή ευωδία

σα να περάσαν πάνω τους δάχτυλα κάποια κρύα...

Κώστα Ουράνη, Ποιήματα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, χ.χ

Πέμπτη, 9 Σεπτεμβρίου 2021

Μοιρολόι της βροχής


Μοιρολόι της βροχής
βράδυ Κυριακής,
πού πηγαίνεις μοναχός
ούτε πόρτα να μπεις,
πέτρα να σταθείς
κι όπου πας, χλωμό παιδί,
ο καημός σου στη γωνιά
σε καρτερεί.

Παλικάρι χλωμό
μες στο καπηλειό
απομείναμε οι δυο μας,
ο καημός σου βραχνάς
πάψε να πονάς
η ζωή γοργά περνά
δυο κρασιά, δυο στεναγμοί
κι έχε γεια.

Παλικάρι χλωμό
σ' ηύρανε νεκρό
στο παλιό σταυροδρόμι,
μοιρολόι η βροχή
μαύρα π' αντηχεί
στο καλό, χλωμό παιδί,
σαν τη μάγισσα
σε πήρε η Κυριακή.

Ποίηση: Τάσος Λειβαδίτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Μίκης Θεοδωράκης
Τα λυρικά - 1978 

Σάββατο, 4 Σεπτεμβρίου 2021

Στη Δραπετσώνα ( " ΕΛΑΣ - ΕΠΟΝ...")

 

Οι δύο άντρες άφησαν το αυτοκίνητο πίσω από μια μάντρα και πήραν ν' ανηφορίζουν το στενό, κεντρικό δρόμο της συνοικίας. Τον έναν τον ξέρουμε κιόλας. Είναι ο Μίκης Θεοδωράκης. Ο άλλος - ένας συνομήλικός του μελαχρινός, λίγο φαλακρός, με "γραμμένο" μουστάκι και κάπως " αριστοκρατική" θωριά - είναι ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης.
Έχει περάσει μισός χρόνος απ' τη βραδιά που έγινε η εκδήλωση στην αίθουσα " Ελευθερίου Βενιζέλου". Πρόβες, ηχογραφήσεις, ταξίδια, επαφές μ' ένα σωρό πρόσωπα, όλα αυτά θέλουν γερά νεύρα και εξαντλητική δουλειά. Ο Μίκης αισθάνεται έναν κλοιό που όσο πάει σφίγγει γύρω του. Κάθε λίγες μέρες ξεκλέβει λίγη ώρα. Γυρίζει τις γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά. Βρίσκει ένα ήσυχο μέρος, χάνεται στις σκέψεις του. Συχνά παίρνει και κανένα φίλο μαζί του, πιάνουν την κουβέντα. Θυμούνται παλιότερες εποχές, ο κλοιός αρχίζει και χαλαρώνει, όπως όταν ρίξεις μια πέτρα στο νερό: οι κύκλοι απομακρύνονται, σβήνουν και το μυαλό ξαναείναι ήρεμο αντίκρυ στα πράγματα. Όπως απόψε. Τούτο το Σαββατόβραδο σε ποτίζει σαν φίνο κρασί. Η άνοιξη έχει μπει για καλά.
Οι δυο άντρες συνεχίζουν ν' ανηφορίζουν. Το σκηνικό γύρω τους είναι πάντα το ίδιο. Ισόγεια, χαμηλά σπίτια. Θυμίζουν νησιώτικους συνοικισμούς: το ένα σπίτι προσπαθεί να καλύψει το άλλο, λες κι από μέρα σε μέρα θα ξανάρθουν κουρσάροι από το πέλαγος. Μια τεράστια ταμπέλα κρέμεται, όπου κι αν κοιτάξεις: ΦΤΩΧΕΙΑ. Σπίτια, δρόμοι, άνθρωποι το φωνάζουν βουβά: ΦΤΩΧΕΙΑ. Από τη δεξιά μεριά έρχεται μια παράξενη μυρουδιά. Τα Λιπάσματα. Ένα μεγάλο βιομηχανικό συγκρότημα. Παράγει τζάμια, κρύσταλλα, μπουκάλια, τσιμέντο. Τα παπούτσια σου αρχίζουν να θαμπώνουν. Αν ο δρόμος σου είναι προς τα κει, θα χωθούν μέσα σε μια άσπρη σκόνη. Απ' τ' αριστερά, χαμηλά, είναι μια μικρή προβλήτα. Μερικά βαπόρια, ξένα. Ρωσικά, γερμανικά, ολλανδέζικα. Θα φορτώσουν...Τα Λιπάσματα. Η Δραπετσώνα. Τούτες οι συνοικίες, τόσο κοντά στο λιμάνι του Πειραιά, τόσο κοντά στην Αθήνα, μα μπαίνοντας στην επικράτειά τους λες και περνάς τα σύνορα ενός άλλου κόσμου. Είσαι ένας τουρίστας σε ξένη χώρα. Η Αθήνα κι ο Πειραιάς είναι ξεχασμένη ιστορία...
Οι κάτοικοι εδώ μιλάνε την ίδια γλώσσα με σένα. Είναι φτωχοί, μα δε σου θυμίζουν τους κουρελήδες της Αυλής των Θαυμάτων. Όταν το πρωινό λεωφορείο τούς κατεβάσει στην Ακτή Τζελέπη, τους καταπίνει κι αυτούς ο Πειραιάς - το λιμάνι, οι πόρτες των εργοστασίων, των μαγαζιών, οι μοντέρνες πολυκατοικίες με τα εκατοντάδες γραφεία. Τους σκορπίζει σε χίλιες κατευθύνσεις το σιδερένιο ποτάμι, ο " ηλεκτρικός", και τους ξαναμαζεύει το βράδυ. Μέχρι εκείνη την ώρα είναι όμοιοι μ' όλους τους άλλους. Οι Έλληνες είναι ενιαίος λαός κι ας λένε ό,τι θέλουν οι εθνολόγοι. Οι αγρότες , οι ψαράδες, οι εργάτες, οι κάτοικοι των συνοικιών. Είναι όλοι τους φτωχοί. Κι οι φτωχοί είναι ίδιοι. Οι κάτοικοι της Δραπετσώνας όμως έχουν ένα ξεχωριστό "προνόμιο". Τούτες τις μέρες τούς γκρεμίζουν τα σπίτια.
Σε μια μεριά της συνοικίας είναι στοιβαγμένα τα παραπήγματα . Ανθρώπινα κλουβιά από λαμαρίνα, ξύλα, πισσόχαρτο. Κάποιο εργοστάσιο θέλει να επεκταθεί, κάποιος οικοπεδοφάγος να ωφεληθεί, το φιρμάνι βγήκε: " Θα σας χτίσουμε ωραία σπίτια. Μα πρώτα θα γκρεμίσουμε αυτά. Μέχρι τότε πάρτε αυτά τα λίγα λεφτά. Τόσο εκτίμησαν την αξία τους οι ειδικοί". Και πού θα πάτε; Θα δούμε! Ας αρχίσει το γκρέμισμα!" Οι κουρσάροι ήρθαν!
Ο Μίκης σκέφτεται όλα αυτά κι ανηφορίζει. Κοιτάζει το μακρόστενο, ψηλό τοίχο που χάνεται προς τα πάνω...Τούτο το εργοστάσιο βγάζει τόσο τσιμέντο, που θα χτιζόντουσαν στ' αλήθεια ωραία σπίτια. Στο ίδιο ακριβώς μέρος. Όμως τα πλοία περιμένουν να φορτώσουν. Ρωσικά, γερμανικά, ολλανδέζικα. Το τσιμέντο φεύγει γι' αλλού.

Ένα από τα πρώτα τραγούδια του Μίκη που κυκλοφόρησαν σε δίσκο μετά τον Επιτάφιο είναι και η " Δραπετσώνα". Τους στίχους τούς έχει γράψει ο Τάσος Λειβαδίτης. Ένα τραγούδι γι' αυτούς τους ταπεινούς ανθρώπους, που αναγκάζονται κι εγκαταλείπουν τον τόπο όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν. Που τους ξερίζωσαν οι "ειδικοί". Σαν σεισμός. Ένα πρωί, στέλνοντάς τους ένα μικρό χαρτί με λίγες λέξεις και πολλές σφραγίδες: κυβερνητική απόφαση.

Μ' αίμα χτισμένο, κάθε πέτρα και καημός
κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός
μα όταν γυρίζαμε το βράδυ απ' τη δουλειά
εγώ κι εκείνη όνειρα, φιλιά.

Το' δερνε ο αγέρας κι η βροχή
μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκαπαντοχή.
Αχ! Το σπιτάκι μας κι αυτό είχε ψυχή.

Πάρ' το στεφάνι μας, πάρ' το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή.
Κράτα το χέρι μου και πάμε, αστέρι μου,
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί.

Μόλις κυκλοφόρησε η " Δραπετσώνα", έγινε αμέσως σύμβολο όλων εκείνων που ζουν στις γειτονιές της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και των άλλων πόλεων. Έγινε η φωνή αυτών των " φτωχών αγίων", που περιμένουν καρτερικά μια αλλαγή στο ριζικό τους. Καθώς όμως οι ήχοι του μπουζουκιού κομματιάζουν την ηρεμία μέσα στη μικρή ταβέρνα, και καθώς ο εργάτης σηκώνεται να χορέψει το ζεϊμπέκικο, βγάζει μαζί του τραγουδιστή μακρόσυρτη, παραπονεμένη κραυγή. Η " Δραπετσώνα" γίνεται ξαφνικά σύμβολο πάλης και αισιοδοξίας. Κι ο βασανισμένος άνθρωπος που χορεύει, κι άλλοι που τον παρακολουθούν αμίλητοι, αρχίζουν να βλέπουν καθαρά το μοναδικό δρόμο που θ' αλλάξει το ριζικό τους. Πρέπει να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους σ' αυτό το μεράδι γης που τους ανήκει.

Ένα κρεβάτι και μια κούνια στη γωνιά
στην τρύπια στέγη του άστρα και πουλιά.
Κάθε του πόρτα ιδρώτας κι αναστεναγμός,
κάθε παράθυρό του κι ουρανός.

Κι όταν ερχόταν η βραδιά
μες στο στενό σοκάκι ξεφαντώνουν τα παιδιά.
Αχ! Το σπιτάκι μας κι αυτό είχε καρδιά.

Έχουν κάτσει σ' ένα καφενεδάκι που έχει βγάλει δυο - τρία τραπέζια στο πεζοδρόμιο. Το βράδυ κατηφορίζει πια χωρίς να βιάζεται, είναι Απρίλης. Παραγγέλνουν.
" Δεν κοιτάς εκείνους τους στίχους που σου έδωσα;" λέει ο Λειβαδίτης στον Μίκη.
Ο Μίκης διαβάζει δυο χειρόγραφα. Τίτλος του πρώτου τραγουδιού: " Σαββατόβραδο"...

Μοσχοβολούν οι γειτονιές βασιλικό κι ασβέστη
παίζουν τον έρωτα κρυφά στις μάντρες τα παιδιά.
Σάββατο βράδυ μου έμορφο, ίδιο Χριστός Ανέστη
κι ένα τραγούδι του Τσιτσάνη κλαίει κάπου μακριά.

Πάει κι απόψε τ' όμορφο, τ' όμορφο τ' απόβραδο
από Δευτέρα πάλι πίκρα και σκοτάδι
αχ, να' ταν η ζωή μας Σαββατόβραδο.[...]

Τις περισσότερες φορές συνθέτει πάνω σε στίχους που του γράφουν ειδικά φίλοι του ποιητές. Είναι δύσκολο να βρεις μέσα στις ποιητικές ανθολογίες κάτι που να είναι έτοιμο για τραγούδι. Ο ίδιος μπορεί να γράψει μουσική ακόμα και σε πεζό κείμενο! Όμως το τραγούδι έχει τους δικούς του νόμους. Κι ακόμα πρέπει να' χει λόγια απλά, εύληπτα.
Πριν λίγες μέρες αυτό ακριβώς το θέμα είχε θίξει ένας φοιτητής της Νομικής σε μια μεγάλη συζήτηση που έγινε - γύρω από τη μουσική του - στο " Νέο Θέατρο".
Ο ποιητής Δημήτρης Χριστοδούλου απάντησε καταφατικά. Ο Θεοδωράκης όμως είχε σοβαρές αντιρρήσεις.
" Τα μέσα", είπε, " προκειμένου για λαϊκό τραγούδι πρέπει να είναι πολύ καθαρά, πολύ ουσιαστικά, χωρίς "σάλτσες", γιατί το λαϊκό τραγούδι βασίζεται μόνο στην μελωδία. Ο Επιτάφιος του Ρίτσου είναι εμπνευσμένος από το μανιάτικο μοιρολόι, γι' αυτό είναι κατάλληλος για τραγούδι".
Ο Χριστοδούλου και πάλι επέμεινε: το λαϊκό τραγούδι πρέπει να μπορέσει να εκφράσει ένα " συνθετότερο κοίταγμα ζωής" και να μην αρκείται σε στιγμιότυπα, όσο καίρια κι αν είναι.
" Όπως εγώ δέχομαι το διχασμό ανάμεσα στο λαϊκό και το έντεχνο", του απάντησε ο Θεοδωράκης, " πρέπει να δεχτείτε κι εσείς οι ποιητές ότι πρέπει, διατηρώντας την προσωπικότητά σας, να εμπνευσθείτε και να κάνετε γνήσιο λαϊκό τραγούδι. 'Ενα σύνθετο, μεγάλο ποίημα μπορεί να γίνει συμφωνικό, όχι όμως και λαϊκό τραγούδι".
Ένας από τους πιο στενούς του συνεργάτες είναι κι ο Τάσος Λειβαδίτης. Πριν λίγο καιρό, μαζί με το συγγραφέα Κώστα Κοτζιά, έγραψε το σενάριο της ταινίας Συνοικία το Όνειρο. Ο Μίκης θα γράψει τη μουσική. Το δεύτερο απ' τα χειρόγραφα που κρατάει είναι ένα τραγούδι γι' αυτή την ταινία. Η Συνοικία το Όνειρο είναι ο Ασύρματος, μια από τις πολλές Δραπετσώνες της Ελλάδας.

Μικρά κι ανήλιαγα στενά και σπίτια χαμηλά μου
βρέχει στη φτωχογειτονιά, βρέχει και στην καρδιά μου.
[...]
Οι συμφορές αμέτρητες, δεν έχει ο κόσμος άλλες
φεύγουν οι μέρες μου βαριά, σαν της βροχής τις στάλες.

Ξεχάστηκε με το διάβασμα. Ο καφές έχει κρυώσει. Η πικρή του γεύση τον ξαναφέρνει στο παρόν. Ανάβει τσιγάρο, χαμογελάει. Αυτή είναι η μοναδική κριτική του για τους στίχους, κι ο άλλος τον κοιτάζει ικανοποιημένος. Μετά ξαναγυρίζει κι εκείνος σ' αυτό που γράφει.
Εδώ και λίγες μέρες η πρωινή εφημερίδα Αυγή εγκαινίασε μια έρευνα πάνω στο λαϊκό τραγούδι. Τα ερωτήματα είναι τα εξής: " Τι γνώμη έχετε για το σύγχρονο ελληνικό λαϊκό τραγούδι, για το ρεμπέτικο; Έχει καμιά σχέση με τα παλιά λαϊκά τραγούδια; Και για το μπουζούκι τι λέτε;" Όσοι έχουν μέχρι στιγμής απαντήσει - γνωστά ονόματα της τέχνης όλοι τους - έχουν μοιραστεί στις δύο αντίθετες θέσεις. Το ρεμπέτικο είναι τραγούδι της παρακμής, λένε οι μεν. Το ρεμπέτικο είναι το μόνο τραγούδι που εκφράζει υγιώς τους Έλληνες, λένε οι άλλοι. Η μετριοπάθεια έχει καταργηθεί. Ο Λειβαδίτης είναι με τους δεύτερους. Τώρα ξανακοιτάζει το μισοτελειωμένο χειρόγραφο. Έχει μπροστά του το καλύτερο επιχείρημα: το πρόσωπο της Δραπετσώνας.

Στο μεταξύ ο Μίκης σηκώθηκε για μια μικρή βόλτα. Λίγο πιο κάτω κάποιοι νεαροί τον αναγνώρισαν. Άρχισαν να τον δείχνουν, πήγαν καταπάνω του. Τους καλησπέρισε, τους είπε δυο κουβέντες. Μετά όμως βιάστηκε να φτάσει στην πρώτη γωνία και, στρίβοντας, άρχισε  σχεδόν να τρέχει. Δεν πέρασε μισό λεπτό και σ' εκείνη τη γωνιά είχε μαζευτεί όλη γειτονιά. Οι νεαροί καμάρωναν.
" Είδαμε το Μίκη Θεοδωράκη!"
" Ο Μίκης Θεοδωράκης! Μας χαιρέτησε!"
" Είναι μόνος του. Πήγε προς τα κει!"
Βγήκαν οι γυναίκες με τα μωρά στην αγκαλιά. Τα πιτσιρίκια άρχισαν να φωνάζουν αυτό το άγνωστο όνομα. Για να το λένε οι μεγάλοι, κάτι σπουδαίο θα' ταν. Βγήκαν κι οι γριές. Μια ομάδα από κοπέλες έτρεξαν να προλάβουν να τον δουν. Άφαντος. Τα' βαλαν με τ' αγόρια...
...Είχε απομακρυνθεί πολύ. Δεν σκεφτόταν πια την ώρα. Η κουλούρα γύρω από τα βουνά - πρώτα σαν αναμμένο σίδερο, μετά πιο κόκκινη, μετά μοβ - χάθηκε. Νύχτωσε ξαφνικά. Στα σπίτια άναψαν τα ηλεκτρικά, τα παιδιά μαζεύτηκαν και τώρα οι θόρυβοι που' ρχονταν στ' αυτιά ήταν άλλοι: η φωνή κάποιου άντρα που έδειχνε πως επιστρέφει, η σειρήνα κάποιου καραβιού που έλεγε το ίδιο. Τραγούδια από ραδιόφωνα στη "διαπασών" διασταυρώνονταν βγαίνοντας απ' τ' ανοιχτά παράθυρα. Όλα αυτά μακριά, σποραδικά, μεγάλωναν την ησυχία. Είχε φτάσει σε κάτι εγκαταστάσεις της Shell. Τα σπίτια εδώ ήταν ακροβολισμένα· δυο μέτρα πιο κει η απόλυτη ερημιά. Ήταν πια πολύ μόνος. Σκέφτηκε τη Μυρτώ. Είναι ακόμα στο Παρίσι. Γεννήθηκε ο Γιώργος, το δεύτερο τους παιδί.
Θέλησε να κάνει έναν απολογισμό των τελευταίων μηνών: "κέρδη" και " ζημίες". Με τη μουσική του γεννήθηκε ένας ανεμοστρόβιλος. Μεγαλώνει και προχωράει. Τον στριφογυρίζει μαζί του, τον ταξιδεύει σε μέρη που ποτέ δεν τα είχε προβλέψει. Σ' αυτή την τρελή προέλαση - καθώς οι δίσκοι πουλιούνται κατά χιλιάδες - ο ίδιος αναγκάζεται κι αφήνει πίσω του σχέδια, πρόσωπα, τόπους. Συχνά αναθεωρεί τις ίδιες του τις αποφάσεις. Το χέρι του συνηθίζει στο σπαθί του Μεγαλέξαντρου. Πολλά ερωτήματα περιμένουν αμέσως το "ναι" ή το "όχι". Κι όλα δείχνουν πως είμαστε ακόμα στην αρχή. Τι θα φέρουν τα χρόνια που είναι μπροστά; Είναι έτοιμος να φτάσει ως το τέρμα; Αυτή η επανάσταση είναι αληθινή, αφού εκπλήσσει τον ίδιο, τον εμπνευστή της.


Το χέρι του Λειβαδίτη έτρεχε πάνω στο χαρτί, επιτέλους θα ξεμπέρδευε μ' αυτό το μπελά. Είχε παραγγείλει κι άλλο καφέ. Το τσιμέντο γύρω απ' το τραπεζάκι του καφενείου είχε γεμίσει αποτσίγαρα. Έβαλε τ' αναποδογυρισμένα χειρόγραφα στη σειρά κι άρχισε να διαβάζει, διορθώνοντας και πάλι πού και πού καμιά λέξη:
" ...Το θέμα του λαϊκού τραγουδιού προσωπικά έχω την τύχη να το βλέπω από περισσότερες μεριές: τόσα σαν άνθρωπος που το αγάπησε και συχνά το τραγούδησε, όσο και σαν ποιητής που σκοπεύει να το υπηρετήσει. Θ' αρχίσω μ' ένα περιστατικό που μου διηγήθηκε ένας φίλος μου, μαζί με πολλά άλλα, όταν γύρισε από τη Μέση Ανατολη το 1945..." " Ήμουν στο νοσοκομείο τότε - όχι τίποτα σπουδαίο, κάτι εντερικά από τις πολλές κονσέρβες. Στο διπλανό κρεβάτι ήταν ένας Σουδανέζος κι από την άλλη μεριά ένας από το Ισραήλ. Τρόπος επικοινωνίας: κάτι σπασμένα αγγλικά, κάμποσες χειρονομίες κι αυτή η συγγένεια που σου δίνει η πίκρα στην ξενιτιά. Ένα βράδυ το Σουδανέζο θα τον έπιασε φαίνεται το μεράκι, γιατί εκεί που καθόμασταν αμίλητοι και σκεφτόταν ο καθένας τα δικά του, άρχισε ξαφνικά να τραγουδάει. Είπε δυο - τρεις στροφές από ένα βαρύ και λυπημένο τραγούδι και σταμάτησε. Ύστερα γυρίζει απότομα προς το μέρος μου: " Δε μας λες κι εσύ κάνα τραγούδι, να δούμε πώς τραγουδάτε στην πατρίδα σου;" μου κάνει. Τα' χασα. Για μια στιγμή σκέφτηκα να τους πω " Του Κίτσου η μάνα", μα εδώ που τα λέμε δεν τον καλόξερα. Εξάλλου, άνθρωπος της πόλης εγώ, δεν το' νιωθα μέσα στο αίμα μου. Άρχισα, λοιπόν, να τραγουδάω ένα ρεμπέτικο απ' αυτά που τραγουδούσαμε συχνά με την παρέα μου στην Αθήνα πριν φύγω. Όταν τέλειωσα, τι να σου πω. Είχαν μαζευτεί κι απ' τους άλλους θαλάμους στις πόρτες και άκουγαν κατασυγκινημένοι...""
Ο Μίκης γύρισε στο καφενείο, πήρε το φίλο του και κατηφόρισαν πάλι προς τα "σύνορα". Ο μοναχικός περίπατος δεν τον είχε ωφελήσει σε τίποτα. Γύρισε περισσότερο μπερδεμένος. Αφορμή στάθηκε εκείνο το σύνθημα στον τοίχο. Στη γωνιά ενός σπιτιού, καθώς τη φώτιζε η μικρή λάμπα του στύλου. ΕΛΑΣ - ΕΠ.. Δυο γράμματα ήταν ξεθωριασμένα. Ένα σύνθημα που έζησε δεκάξι χρόνια. Αυτός που το' γραψε  μπορεί  να σκοτώθηκε. Την ίδια ώρα ή αργότερα, στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ή ακόμα αργότερα, στην εξορία. Ή μπροστά σ' ένα εκτελεστικό απόσπασμα από έξι Έλληνες, στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Μπορεί να σκοτώθηκε κι αυτός που κρατούσε τσίλιες. Όπως τόσοι και τόσοι άνθρωποι, γνωστοί και άγνωστοι, όλοι αγαπημένοι, που δεν υπάρχουν πια. Αυτά τα συνθήματα είναι μια παράξενη προβολή από το παρελθόν. Άλλοτε τα προσέχουμε πολύ, άλλοτε τα προσπερνούμε. Τρεμοσβήνουν. Σαν τ' αστέρια που πεθαίνουν, αλλά το φως τους ταξιδεύει μέχρι εμάς για πολλά χρόνια ακόμα.
Όχι έτσι. Εδώ είναι διαφορετικά. Πάνω σ' αυτούς τους τοίχους, αυτή η πόλη , η χώρα ολόκληρη, έχει "δέσει" σαν καράβι και δεν μπορεί να φύγει για άλλα λιμάνια. Στοπ. ΕΛΑΣ - ΕΠΟΝ. Για να γυρίζει το μυαλό όλων δεκάξι χρόνια πίσω.
...Χρόνια της Κατοχής. 1943. Μόλις έφτασε απ' την επαρχία στην Αθήνα, τα μάτια του σταμάτησαν σ' αυτά τα συνθήματα. Πρώτα η λευτεριά, μετά η μουσική, η δουλειά. Για να' ρθει η ζωή, πρέπει να φύγει ο θάνατος. Για να φύγει ο θάνατος, πρέπει να δώσεις τη ζωή σου. Μια παράλογη στάση, για να 'ρθει ένας κόσμος πιο λογικός για όσους μείνουν. Για τα παιδιά, κυρίως γι' αυτά.
Το σύνθημα στον τοίχο έγραφε ΕΛΑΣ - ΕΠΟΝ. Τις ίδιες λέξεις έγραφε και το δίκοχο που του έδωσε να φορέσει για πρώτη φορά, σ' ένα σπίτι της Καλλιθέας, εκείνη η φοιτητριούλα της Ιατρικής. Η Μυρτώ Αλτίνογλου. ΕΛΑΣ - ΕΠΟΝ. Τίποτα δεν άλλαξε.
Ο φίλος του τού χτύπησε απότομα το τζάμι. Πώς δεν τον είδε να' ρχεται; Οι γιατροί λένε ότι τα όνειρα κρατούν μερικά δευτερόλεπτα. Και οι σκέψεις το ίδιο; Είχε κλείσει τα μάτια. Μπορεί και να' χε κοιμηθεί. Έβαλε κι η " Ιζαμπέλα", το Μπόργκουαρντ που έφερε απ' το Παρίσι, κύλησε προς τα κάτω, στην άσφαλτο.
Κάθισε πιο βολικά κι έπιασε ένα τραγούδι στην τύχη. Τη " Συννεφιασμένη Κυριακή" του Τσιτσάνη, που την εποχή του εμφυλίου τραγουδήθηκε απ' όλους τους Έλληνες και στα δύο στρατόπεδα. Και τώρα τραγουδιέται απ' όλους. Τόσα χρόνια. Τίποτα δεν άλλαξε.
" Θες να σου το διαβάσω;" έκανε ο Λειβαδίτης. Και χωρίς να περιμένει απάντηση έβγαλε από την τσέπη τα χειρόγραφα.
"...που έχει πάντα συννεφιά, Χριστέ και Παναγιά μου!" έκανε ο Μίκης και σταμάτησε να τραγουδάει. Οδηγούσε κι άκουγε το φίλο του καθώς του διάβαζε την απάντηση στην έρευνα της Αυγής.

Μετά μισή ώρα η " Ιζαμπέλα" περνούσε από τους στύλους του Ολυμπίου Διός κι έστριβε δεξιά, στη λεωφόρο Συγγρού. Είχε αφήσει το Λειβαδίτη στο σπίτι του, στην Αχαρνών. Πήγαινε κι αυτός στο σπίτι των πεθερικών του, στη Νέα Σμύρνη. Εκεί έμενε πάντα όταν ερχόταν απ' το Παρίσι. Στο μεγάλο εργοστάσιο μπίρας "Φιξ" τον σταμάτησε ο σηματοδότης. Ήταν περασμένες δέκα. Άνοιξε το ραδιόφωνο. Στο Β' Πρόγραμμα είχε ένα "ημίωρο με λαϊκές επιτυχίες". Ακούστηκε η φωνή του Μπιθικώτση. Δεν ξαφνιάστηκε όπως τον πρώτο καιρό. Παντού έπαιζαν τραγούδια του! Στα μαγαζιά, τις ταβέρνες, στα τζουκμπόξ, στο ραδιόφωνο.
Με το Γρηγόρη Μπιθικώτση τον έδενε μια στενή, ιδιότυπη φιλί από παλιά. Τότε που τον πήγαν από την Ικαρία να κάνει το στρατιωτικό του σ' άλλον τόπο εξορίας, στη Μακρόνησο. Ήταν μέσα σ' ένα Τζέιμς και τους πήγαιναν - ήταν κι άλλοι πολλοί - στο Λαύριο, να τους φορτώσουν στο οπλιταγωγό. Ο Μίκης ήταν σε φοβερή κατάσταση, μισολιπόθυμος, το στόμα του καιγόταν από τη δίψα. Ένας άλλος, που είχε πιάσει φιλίες με τους φρουρούς, βρήκε ένα παγούρι με λίγο νερό και του το' δωσε. Κάτι τέτοιες στιγμές τις θυμάσαι πάντα. Εκείνος ο άγνωστος, ο λαϊκός τύπος που, χωρίς να του το ζητήσει, του' δωσε να πιει απ' το παγούρι, ήταν ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Θα γνωριστούν καλύτερα ύστερα, στη Μακρόνησο, και θα ξαναβρεθούν μετά από έντεκα  ολόκληρα χρόνια, όταν ο Μίκης έψαχνε τον ιδανικό ερμηνευτή των τραγουδιών του. Τότε ήταν ακριβώς που ο Γρηγόρης ετοιμαζόταν να φύγει για τον Καναδά. Είχε απογοητευτεί, το λαϊκό τραγούδι περνούσε κρίση, δύσκολα έβρισκαν δουλειά οι επαγγελματίες του είδους. Ο Μίκης τον βρήκε, έκανε αγώνα να τον μεταπείσει. Μα ο άλλος δίσταζε . Είχε οικογένεια. Δεν μπορούσε να καταλάβει από πού πηγάζει η αισιοδοξία του Μίκη. Έμεινε για να ηχογραφήσουν τον Επιτάφιο. Ακολούθησε η πρώτη μεγάλη συναυλία στο θέατρο " Κεντρικό". Ο Μπιθικώτσης έπαθε τρακ. Τόσα χρόνια λαϊκός τραγουδιστής, μα δεν ήταν συνηθισμένος σε τέτοιο κοινό, σε τέτοιες σάλες. Όλα μπροστά στα μάτια του ήρθαν τα πάνω κάτω, έφυγε στα παρασκήνια. Τα υπόλοιπα τραγούδια τα τραγούδησε ο Μίκης, που το θυμάται τώρα και γελάει.
Στο σηματοδότη άναψε το πράσινο. Δυνάμωσε την ένταση στο ραδιόφωνο.

Η Μαργαρίτα η Μαργαρώ
περιστεράκι στον ουρανό...

Η μάνα σου είναι τρελή 
και σε κλειδώνει μοναχή.
Σαν θέλω να' μπω στην κάμαρη σου
μου ρίχνεις μεταξωτό σκοινί,
και κλειδωμένους μάς βλέπ' η νύχτα,
μας βλέπουν τ' άστρα κι η χαραυγή...

Στον κινηματογράφο " Λουΐζα", στη Συγγρού, τα τραπεζάκι του διπλανού ζαχαροπλαστείου, απλωμένα στο φαρδύ πεζοδρόμιο, ήταν γεμάτα. Οι Αθηναίοι έτρωγαν το πρώτο τους παγωτό.
Η φωνή Μπιθικώτση ακούστηκε δυνατότερα, καθώς ένα Ι.Χ. τον προσπέρασε μ' ανοιχτά παράθυρα.

Η Μαργαρίτα η Μαργαρώ
βαρκούλα στο Σαρωνικό...

Η μάνα σου είναι τρελή...

Από τη " Λουΐζα" δυο δρόμους πιο πάνω, παράλληλα στη λεωφόρο Συγγρού, είναι η οδός Κωνσταντινουπόλεως. Στο διώροφο σπίτι, στον αριθμό 39, πήγε και σταμάτησε το αυτοκίνητο. Η πόρτα του κήπου ήταν ανοιχτή. Στον πάνω όροφο δεν υπήρχε φως. Ανέβηκε τα τρία σκαλιά της μικρής βεράντας, ξεκλείδωσε και μπήκε στο σπίτι...


Από το βιβλίο του Φώντα Λάδη, Μίκης Θεοδωράκης. Το χρονικό μιας επανάστασης 1960 - 1967. Η Ιστορία της γενιάς το 1-1-4 και των Λαμπράκηδων, Εξάντας, Αθήνα 2001


Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2021

Μίκης Θεοδωράκης, Το Χρέος απέναντι στην Ιστορία και απέναντι στα όνειρα

 

Είναι γιατί γαλουχήθηκα με Ρήγα, Σολωμό και Κάλβο, γι' αυτό αισθάνθηκα σαν βιολογική, θα' λεγα, ανάγκη την κραυγή να γεννιέται μέσα μου και να με προστάζει.

Ι
Η ζωή, το έργο και η δράση  του Μίκη Θεοδωράκη, όπως αναπτύσσονται στο μουσικό, λογοτεχνικό και πολιτικό πεδίο, ορίζονται από δύο αντίρροπες δυνάμεις. Από τη μια είναι η αυστηρότητα, η αφιέρωση και η πνευματικότητα που ορίζουν τη βυζαντινή αγιογραφία. Από την άλλη υπάρχει η απελευθερωτική, διονυσιακή και πρωτοπόρα δημιουργικότητα. Η εναρμόνιση  των δύο ισχυρών τάσεων πραγματοποιείται στη βάση του καθήκοντος: Ο Μίκης αισθάνεται δεσμευμένος από το χρέος. Τόσο απέναντι στην ιστορία όσο και απέναντι στην "κραυγή" - δηλαδή στην επιταγή να υπερασπιστεί τα όνειρά του.
Γι' αυτό κάθε επαφή με το πολύτροπο έργο του, τον περιπετειώδη βίο και τους ιδεολογικούς και πολιτικούς αγώνες του προσφέρει την ευκαιρία αναστοχασμού και αναθεώρησης του κόσμου, του εαυτού μας και της ζωής, των "μερών" δηλαδή της αρμονικής ενότητας του "όλου". Ενός συνόλου που, στην περίπτωση του Μίκη, απαρτίζεται από " τα υλικά με τα οποία είναι φτιαγμένα τα όνειρα": την ελευθερία και τη δικαιοσύνη, τον έρωτα και τη συντροφικότητα, το λογικό επιχείρημα και την αναπολόγητη πίστη, τη ματαίωση των ελπίδων, αλλά και την αντίσταση σε όσα σκιάζουν την ωραιότητα που προσφέρει η αγάπη. Η συνεχής πνευματική, κοινωνική, πολιτική προσπάθεια του Μίκη είναι αγώνας χάριν αυτής της δημιουργού αγάπης, που θεμελιώνει τη βιοθεωρία του στο Τραγούδι του νεκρού αδερφού. Όπως ο ίδιος το εξηγεί: " Οι ιδέες έχουν τη δύναμη να οδηγήσουν στο σπάσιμο όλων των απλών ανθρώπινων δεσμών: της συγγένειας, της φιλίας, του έρωτα. Είναι ένα ξεπέρασμα της φύσης με δύο όψεις. Είναι μία νίκη πάνω στη φύση, αλλά και μια περιφρόνηση απέναντι στη φύση". Ο σεβασμός προς τους "απλούς ανθρώπινους δεσμούς" και τη φύση αποκαθίστανται, όταν " ο λαός μας, ήρωας μαζί και θεατής των ίδιων των παθών του", συμφιλιώνεται.
Όλα όσα προσφέρει ο εργώδης αυτός ονειροπλάστης ανθοφορούν, καρπίζουν, χαρίζουν το χρώμα, το άρωμα, τη γεύση γεγονότων που στοιχειώνουν την ιστορική μνήμη. Το έργο του δοξολογεί όσους ανώνυμους αγάπησαν παράφορα την ελευθερία, την ομορφιά, τη δικαιοσύνη, όσους τίμησαν την ικανότητα του έλλογου όντος να αποφασίζει αδέσμευτα και υπεύθυνα. Όπως υπήρξε πάντοτε ο ίδιος, οι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και της αντίστασης στη χούντα, που πίστεψαν σε μια άλλη ευτυχισμένη Ελλάδα και σ' έναν άλλο κόσμο φιλίας, ειρήνης, συνεργασίας και σεβασμού της ετερότητας ανάμεσα σ' όλα τα μέλη της οικουμενικής κοινότητας. Ο Μίκης υπερασπίζεται τον αγώνα των ανθρώπων να ονειρεύονται. Γι' αυτό καταγγέλλει όσους ταπεινώνουν την υπερηφάνεια των ιδανικών, όσους θυσιάζουν στην ιδιοτέλεια και στη μικροψυχία τη δυνατότητα του απόλυτου, που υπάρχει στον αγώνα για έναν κόσμο αρμονίας και ομορφιάς. Ιδιαίτερα όσους καλλιεργούν το ψέμα, την παραισθητική εικόνα των πραγμάτων, απ' όποιες σκοπιμότητες και αν κινούνται.
Ασφαλώς, η ανάγνωση των θεωρητικών κειμένων του Μίκη Θεοδωράκη δεν είναι εύκολος και ανέξοδος περίπατος. Απαιτεί μελέτη, εμβάθυνση, ιστορική αναγωγή και τεκμηριωμένη  αξιολόγηση. Όπως και η περιδιάβαση στο ποιητικό του έργο, όπως και η ακρόαση των μουσικών του συνθέσεων , έτσι και η μελέτη των αυτοβιογραφικών και θεωρητικών δοκιμίων του συνιστά πνευματική δοκιμασία. Το έργο του Μίκη αποστέργει την ευκολία και δεν επιτρέπει την εγκατάλειψη  σε μια αναλώσιμη απόλαυση του νου και των αισθήσεων. Είναι μια περιπέτεια ανάμεσα στις εναλλαγές των χρονολογιών, των διαθέσεων, του ύφους, των σχημάτων και των κλιμάκων.
Στα κείμενα του Μίκη ο αναγνώστης καλείται να εξηγήσει τις αιφνίδιες μετακινήσεις του συγγραφέα από την εξομολογητική ειλικρίνεια στην οραματική προσέγγιση των πραγμάτων. Από την παρηγορητική βεβαιότητα της τάξης ( των στοχασμών του, όπως και των μουσικών φθόγγων του ή των ποιητικών του εικόνων) ως την παράφορη αναζήτηση ενός νέου υπερβατικού προτάγματος. Από την ακριβή ιστόρηση των γεγονότων ως τα τολμηρά ποιητικά του άλματα.
Το πιο χαρακτηριστικό όμως σημείο της συγγραφικής κατάθεσης του Μίκη είναι η ανελέητη, έναντι του εαυτού του και των αναγνωστών του, εκπλήρωση του χρέους του να μαρτυρήσει την αλήθεια του, όπως τη βιώνει την ώρα που την εκφράζει, χωρίς καμία απόκρυψη ή προσαρμογή, χωρίς υπεκφυγές, αμφιλογίες ή εξωραϊσμούς. Ο Μίκης, όταν μετέχει στο δημόσιο διάλογο, δηλαδή συνεχώς , αναδέχεται τον ακραίο κίνδυνο να θέσει υπό αμφισβήτηση κεκτημένες σχέσεις, εντάξεις ή δεδομένες αντιθέσεις, προκειμένου να ανταποκριθεί, με συνέπεια και αυτοθυσία, στον δικό του "νόμο", στο δικό του δεσμευτικό "δέον". Στο καθήκον του δηλαδή, όπως το αντιλαμβάνεται, απέναντι στο λαό, στην ιστορία και στη συνείδησή του να μιλήσει για όσα και όπως ακριβώς τα στοχάζεται πάνω στη τρέχουσα συγκυρία ή για την αξιολόγηση παρωχημένων περιστατικών. Το συγγραφικό έργο του έχει την αξία μιας ειλικρινούς μαρτυριακής κατάθεσης, μιας αυτοαποκάλυψης , αλλά και τη σημασία μιας βασανιστικής διαδικασίας αναψηλάφησης της ιστορίας.
Η θέση αυτή δεσμεύει τον αναγνώστη των βιβλίων του Μίκη, ο οποίος προκαλείται να επιδείξει παρόμοια δεοντολογική συμπεριφορά: να ανταποκριθεί στα μηνύματα του βιβλίου, να μετάσχει στο διάλογο, που ιδρύει η ανάγνωση ενός βιβλίου ανάμεσα στον δημιουργό και τον αποδέκτη, με την ίδια αιμάσσουσα φιλαλήθεια. Να διατυπώσει με παρρησία τον ταυτόσημο, παραλλάσσοντα ή ενάντιο λόγο. Να εκτεθεί, όπως και ο συγγραφέας, στον ίδιο κίνδυνο της αμφισβήτησης και της διακινδύνευσης.
Τελικά, η ηθική συμπεριφορά του Μίκη στο έργο του, όπως και στη ζωή του, απαιτεί από τον αποδέκτη των μηνυμάτων του ανάλογο βαθμό εγρήγορσης, ετοιμότητας και ανιδιοτέλειας με αυτόν που χαρακτηρίζει τον κάποτε ενθουσιώδη, άλλοτε πικρότατο στοχασμό του. Συνεπάγεται αναδοχή ευθύνης. Συνιστά άσκηση ακεραιότητας: να μη χάσουμε το πρόσωπό μας πίσω από προσωπεία, να μη χάσουμε την ψυχή μας διεκδικώντας τα αγαθά πρόσκαιρων επιτυχιών, που μας αποξενώνουν από τους άλλους και από τον εαυτό μας.
Ο Μίκης παραιτήθηκε συνειδητά από τον βολικό εφησυχασμό που προσφέρει η αφιλοσόφητη αποδοχή στερεοτύπων και αναδέχθηκε με γενναιότητα τον κίνδυνο να αντιπαρατεθεί σε δημοφιλείς θέσεις, που εξασφαλίζουν εύκολες αλλά άγονες συναινέσεις. Απέβλεπε στο μείζον, τη λαϊκή ενότητα, την καθολική ελεύθερη στράτευση για την κατάκτηση ενός μέλλοντος άξιου των αγώνων και των θυσιών τόσων χρόνων · για το ξεπέρασμα των συνεπειών μιας εμφύλιας διαμάχης που αποδείχτηκε χωρίς αύριο - ίσως και χωρίς χθες. Ο Μίκης αγωνίστηκε και μίλησε με μόνο κριτήριο το καθήκον του απέναντι στην αλήθεια, όσο πικρή κι αν ήταν.
Σήμερα ανάμεσα στον προαιώνιο βράχο της Ακρόπολης και τον καλαίσθητο όγκο του Υμηττού, που τα απογεύματα γίνεται πραγματικά μενεξεδένιος, ο Μίκης συνεχίζει να στοχάζεται, όπως ο Οιδίπους και ο Ανδρούτσος, πάνω στα ίδια ερωτηματικά για την ανθρώπινη μοίρα - αφού, όπως πιστεύει, " καθόμαστε όλοι πάνω σ' έναν κρατήρα ηφαιστείου. Ποιος ξέρει πού θα μας τινάξει η λάβα; Γι' αυτό, αν είναι να χαθούμε για πάντα, τουλάχιστον ας μείνει πίσω μας η α λ η θ ι ν ή σ κ έ ψ η, σαν μια ύστατη προσπάθεια να βοηθήσουμε τους συνανθρώπους μας να απαλλαγούν από τις αυταπάτες και το ψέμα". Ο Μίκης, ο αιρετικός άγιος του λαού μας, δικαιωμένος δημιουργός, υπεύθυνος πολίτης, συνείδηση άγρυπνη, ανυπόταχτη και ασυμβίβαστη, διδάσκει το χρέος απέναντι στη ζωή - και στα όνειρα: τον αγώνα για τη διεκδίκηση και των δύο, τον αγώνα για μια καλύτερη, ποιοτικότερη και ποιητικότερη, ζωή, άξια των ονείρων. Όπως έγραφε μετά την επιστροφή του, ύστερα από την πτώση της χούντας: " Γύρισα στη χώρα μου και δεν είχα μέσα στις αποσκευές μου παρά τραγούδια και όνειρα. Μες στην καρδιά μου είχα την πίστη και τη θέληση να συνεχίσω. Η γενιά μου φορτώθηκε την Αντίσταση. Δεν λύγισε. Η γενιά μου φορτώθηκε τον Εμφύλιο. Δε λύγισε. Η γενιά μου φορτώθηκε τη δικτατορία. Δε λύγισε. Μήπως τώρα μπορούμε πια να τραγουδήσουμε και να ονειρευτούμε, ελεύθερα, εννοώ...


Απόσπασμα από τον Πρόλογο του Χριστόφορου Δ. Αργυρόπουλου στο βιβλίο  Μίκης Θεοδωράκης, Το Χρέος. Αυτοβιογραφία. Τ. Α΄. Η Αντίσταση 1967 -1970. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2011.

Βουνά σας χαιρετώ...


 Βουνά, βουνά σας χαιρετώ
φεύγω για μακριά
για ταξίδι μεγάλο δίχως πηγαιμό
δίχως γυρισμό.
Βουνά, βουνά σας χαιρετώ
φεύγω για μακριά.

Δεν κιότεψα, δεν λύγισα
και τη ζωή αψήφησα.

Μονάχα μια καρδιά πονώ
μόνο μια καρδιά
αυτή μόνο θα νιώσει
το σκληρό καημό απ' το χωρισμό
μονάχα μια καρδιά πονώ
μόνο μια καρδιά.

Στίχοι: Μίκης Θεοδωράκης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Στέλιος Καζαντζίδης & Χαρούλα Αλεξίου ( Ντουέτο 

Κυριακή, 29 Αυγούστου 2021

Νίκος Ξανθόπουλος: Τα βιβλία είναι πάθος


... Στην αυλή του σπιτιού είχαμε μια κατσίκα. Έπρεπε, όταν είχα καιρό, να την πηγαίνω για βοσκή. Εδώ πιο πάνω, προς το Νέο Ηράκλειο, την Καναπίτσα, την Καλογρέζα ή προς τη Φιλαδέλφεια, ήταν ερημιές. Χέρσες εκτάσεις. Τώρα που βλέπεις τις πολυκατοικίες, δεν μπορείς να φανταστείς ότι ήταν ρουμάνια εδώ και χωράφια.
Έπαιρνα λοιπόν τη Μαρίκα, έπαιρνα μαζί μου κι ένα βιβλίο και διάβαζα. Τα βιβλία μού τα δάνειζε ένας γείτονας τυπογράφος, ο κύριος Γιωργούδης.
Έδενα, λοιπόν, σ' ένα παλούκι τη Μαρίκα και καταβρόχθιζα το " Πόλεμος και Ειρήνη" , του Λ.Τολστόι, τους " αδελφούς Καραμαζόφ", του Ντοστογιέφσκι, ή τους " Άθλιους", του Β. Ουγκό. Έναν τόμο την ημέρα. Απορροφημένος από το διάβασμα δεν πρόσεχα το σχοινί που' χε κουλουριαστεί γύρω από το παλούκι και κόντευε να πνιγεί το ζωντανό. Όταν υπέφερε και βέλαζε, τότε έπαιρνα χαμπάρι και της άλλαζα θέση...
Ο τυπογράφος μ' έμπασε στο μαγικό κόσμο των βιβλίων. Χάρη σ' αυτόν διάβασα όλους τους κλασικούς, Ρώσους, Γάλλους, Άγγλους, Ισπανούς, ξανοίχτηκα στη μαγεία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Δε θα το ξεχάσω ποτέ αυτό. Κι επειδή ξέρω πόσο σημαντική υπόθεση είναι η αρχή για να βρεις το δρόμο σου, εδώ και σαράντα χρόνια τα δώρα που κάνω είναι βιβλία, ακόμα και σ' αγνώστους, ιδίως παιδιά.
Στα ταξίδια μου στις εσχατιές του Ελληνισμού, στις πέντε ηπείρους, πάντα στη βαλίτσα μου έβαζα μερικά βιβλία να τα "σπείρω". " Η μαύρη θάλασσα", του Χρ. Σαμουηλίδη, " Η μικρή μας πόλη", του Δ. Χατζή, " Το συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη", του Θ. Βαλτινού, φτάσανε έτσι στις πιο απομακρυσμένες κοινότητες του Ελληνισμού.
Η αγάπη μου για τα βιβλία μεγάλη αρρώστια, αθεράπευτη. Χιλιάδες οι τόμοι, να μη χωράνε στο σπίτι, κι η γυναίκα μου να με πειράζει , " Τα βιβλία θα σε βγάλουν μια μέρα να κοιμάσαι έξω από την πόρτα, σαν το σκύλο πάνω στο χαλάκι".
Όλοι οι εκδότες - βιβλιοπώλες φίλοι μου, εδώ και πενήντα χρόνια, Φιλιππότης, Γκοβόστης, Χατζόπουλος, Λάζος, Φιλ. Βλάχος, Μπαρμπουνάκης, Καλιακάτσος, Σπανός, Καραβίας, Τζανάκης κ.λ.π. Έχουν δει πολλά τα μάτια μου, ανεβοκατεβάσματα, επιτυχίες και καταστροφές.
Τα λεφτά που έχω ξοδέψει για βιβλία, ολόκληρη περιουσία. Ζηλεύω  αυτούς που γράφουνε κριτικές σε έντυπα και τα παίρνουνε τζάμπα. Μια εποχή, δε, που ήμουν νεότερος και τα παρακολουθούσα καλύτερα, ήμουν τόσο ενημερωμένος, σαν να' μουνα βιβλιογραφικό δελτίο. Ακόμα και βιβλιοπώλες με συμβουλεύονταν για συγκεκριμένα βιβλία που τα αναζητούσαν κάποιοι πελάτες τους.
Αυτά ήταν ο κόσμος μου, μ' αυτά έζησα και μπορεί να έγινα ευάλωτος, αλλά δεν μετανιώνω. Ήθελα να γίνω φιλόλογος, όμως οι σχολικές παραστάσεις μού άλλαξαν ρότα, οι " Πέρσες" του Αισχύλου, το " Όπως σας αρέσει " του Σαίξπηρ, ο " Παπαφλέσσας" του Μελά, μ' οδήγησαν στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου.
Τώρα γυρίζω πίσω και κοιτάζω το ταξίδι που έκανα. Άλλος αγωνίζεται με το βαρκάκι του, να φυσήξει λίγο, να κάνει μερικές οργιές διαδρομή. Εγώ έκανα μεγάλο ταξίδι, υπερπόντιο, μόνο που βγήκα σε λάθος ήπειρο. Δεν ήταν αυτό που ήθελα. Άλλα γύρευε η ψυχή μου. Τα βιβλία, τη μελέτη, τη συγγραφή, την έκδοση.
Στο γυμνάσιο είχα έναν φωτισμένο δάσκαλο, στα ελληνικά, τον Γιάννη Πολυμεράκη, από τα μέρη του Βόλου. Αυτός μάς έμαθε να σκεφτόμαστε , να μιλάμε, να γράφουμε, ήταν άξιος φιλόλογος και άνθρωπος.
Έπαιρνα πια και τα " Νέα Ελληνικά" του Ρένου Αποστολίδη. Διάβαζα συστηματικά λογοτεχνία κι έκανα διάφορες εργασίες για τον Ελύτη, τον Ρίτσο, τον Βρεττάκο, αναλύσεις για τη ζωή και το έργο τους, κι όλα στη δύσκολη δεκαετία του '50.
Τ' απογεύματα πήγαινα στη Βιβλιοθήκη του Ιωνικού Συνδέσμου. Στη συνέχεια έγινα βιβλιοθηκάριος, κι είχα την ευχέρεια και το χρόνο να κάνω αυτό που μου άρεσε. Να διαβάζω.
Έγραφα κιόλας, σιγά σιγά, και τα γραφτά μου τα πήγαινα σ' έναν ποιητή γείτονά μας, τον Δ. Δούκαρη, όπου μαζεύονταν κι άλλοι, ο Τ.Γιαννόπουλος, ο Χρ. Καμπούρογλου, ο Ιάσων Ιωαννίδης.
Ερχότανε καμιά φορά κι ο Γ. Ρίτσος, που μου' χε γράψει μια μέρα με το χέρι του στο οπισθόφυλλο μιας χειρόγραφης ποιητικής συλλογής μου, ένα δικό του ποίημα για να με στρέψει από τα εφηβικά ποιήματα ν' αλλάξω ρότα. Να στραφώ σε κοινωνικούς αγώνες...

Νίκος Ξανθόπουλος, Όσα θυμάμαι και όσα αγάπησα, Αυτοβιογραφία, Άγκυρα, Αθήνα 2005