Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2020

Το γράφουν στους τοίχους, το λένε στους δρόμους, το τραγουδούν στους κάμπους

...Λόγια που ακούγαμε στους δρόμους, στον κάμπο, στα ορυχεία, ιστορίες της ζωής   λαϊκά άσματα:
Οι Ινδιάνοι στον ποταμό Παρανά, περικυκλωμένοι από έναν πολιτισμό που τους μετατρέπει σε σκλάβους ή τους εξοντώνει για να τους πάρει τη γη, τραγουδούν τα βάσανά τους:

Εσύ προστάτεψε την πηγή της νεφέλης απ' όπου προέρχονται τα σοφά λόγια. Προστάτεψε αυτό που εγώ ανακάλυψα στη μοναξιά μου, και πες στα παιδιά σου, τους Χακάιρα, με τη μεγάλη καρδιά, να το διαφυλάξουν. Αυτοί θα εξουσιάζουν τη νεφέλη με τα σοφά λόγια.

Οι πολιτικοί κρατούμενοι γράφουν γράμματα:

Θα σου διηγηθώ ιστορίες με γλάρους, και δεν θα τις συγκρίνεις ξανά με τη λύπη.

Ανώνυμα χέρια γράφουν σε κάποιον τοίχο στις αποβάθρες του Μαρ ντελ Πλάτα:

Αναζητώ τον Χριστό και δεν τον βρίσκω
Αναζητώ τον εαυτό μου και δεν τον βρίσκω
Βρήκα όμως τον πλησίον μου,
και μαζί πορευόμαστε και οι τρεις.

Από το τρελοκομείο, ο ποιητής ταξιδεύει σε μυστικούς τόπους:

Ήμουν ξαπλωμένος στη θάλασσα. Περπατούσα πάνω στα κύματα και τον κάλεσα: Λοτρεαμόν, του είπα. Κι εκείνος μου απάντησε ότι μ, αγαπούσε. Ότι θα ήμασταν στο εξής φίλοι στη θάλασσα, αφού και οι δυο μας είχαμε υποφέρει στην ξηρά.

Τα παιδιά στα σχολεία, στις φτωχογειτονιές του Μοντεβιδέο, αφηγούνται την κατάκτηση της Αμερικής:

" Έρχομαι να εκπολιτίσω. Κοίτα τι όμορφο καράβι που έχω."
" Εγώ, δεν θέλει. Εγώ έχει σπίτι, οικογένεια, καλό μισθό."
" Ναι, αλλά είναι καλύτερα έτσι όπως σου λέω εγώ, θα μιλάς όπως εγώ."
" Παράτα βλακείες, παράτα με ήσυχο."

Ο εργάτης ενός εργοστασίου εξηγεί τη σχέση του με τον ήλιο:

Όταν μπαίνεις να δουλέψεις είναι νύχτα, και όταν βγαίνεις, ο ήλιος δύει. Γι' αυτό, το μεσημέρι όλοι καταφέρνουμε να ξεκλέψουμε πέντε λεπτά για να δούμε τον ήλιο στον δρόμο ή στην αυλή του εργοστασίου, γιατί στο υπόγειο δεν τον βλέπουμε. Το φως μπαίνει, αλλά τον ήλιο δεν το βλέπεις ποτέ.

Eduardo Galeano, Μέρες και νύχτες αγάπης και πολέμου, μετφρ. Ισμήνη Κανσή, Πάπυρος, Αθήνα 2018

Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

Απ' τα κλειστά βιβλιοπωλεία


Γράφει η Σαπφώ Διαμάντη, καθηγήτρια, μεταφράστρια, διερμηνέας

Εδώ έχω ανάγκη να μ' ακούσετε ως το

τέλος· ό,τι με τρομάζει για μιαν ακόμα φορά,

είναι ακριβώς αυτό που μου φαίνεται να καθησυχάζει όλους τους άλλους.

Μαξιμιλιέν ντε Ρομπεσπιέρ (1791)

***
Τα μαγαζιά έκλεισαν. Εκτός, λέει, από όσα διαθέτουν είδη πρώτης ανάγκης. Έμειναν λοιπόν τα φαρμακεία να πουλάνε γιατρικά για το σώμα και χρυσωμένες πανάκειες για την ψυχή. Α, ναι. Και μάσκες. Τα μπακάλικα, συγγνώμη, οι υπεραγορές, που εκτός από τα περίφημα πλέον όσπρια, ζυμαρικά και χαρτιά τουαλέτας, πουλάνε και γαριδάκια, χρωματιστά χάρτινα πιάτα για πάρτυ και ειδικά απορρυπαντικά για να κρατήσετε τα μαύρα σας ρούχα σαν καινούργια. Είδη πρώτης ανάγκης. Χμμμ. Έμειναν και τα περίπτερα, για τα τσιγάρα μας. Τα βιβλιοπωλεία όμως, μαζί με όλα τα άλλα, έκλεισαν κι αυτά. Διότι δεν θεωρήθηκε ότι διαθέτουν είδη πρώτης ανάγκης.

Τώρα, ακριβώς, που βρεθήκαμε σ' έναν κόσμο πέραν πάσης αφηνιασμένης φαντασίας, ανάμεσα στην κιτρινίλα των ΜΜΕ, ημεδαπών τε και αλλοδαπών, στα καινοφανή μέτρα που μας επιβάλλονται με την όποια πρόφαση, στον απτό φόβο που ελλοχεύει, πανικοβάλλει, αποπροσανατολίζει. «Μεγάλα κ' υψηλά τριγύρω μας έκτισαν τείχη», που προοιωνίζονται άπραγη ανία για κάποιους, εκ βαθέων επανεξέταση προτεραιοτήτων και προδιαγεγραμμένων για πολλούς. Και μέσα σ' όλ' αυτά κάτι καλό - πάντα υπάρχει. Φωνές υψωμένες γροθιές. Πέρασμα μες απ' τα τείχη, δουλειά μας. Και χρόνος να πάρουμε ένα βιβλίο στα χέρια μας. Επιτέλους. Ευκαιρία να εντρυφήσουν οι παλαιότεροι και να... γυμναστούν οι νεότεροι, μπας και ξεφύγουν λιγάκι απ' την εικονολαγνεία. Ωραία. Και τι γίνεται με τα κλειστά βιβλιοπωλεία;

Εδώ λοιπόν ξεκινάει το ξεκοκάλισμα της βιβλιοθήκης. Γιατί δεν μπορεί, και αδιάβαστα θα 'χουμε, και πόσα που θέλαμε να ξαναδιαβάσουμε και δεν προφταίναμε. Και τι άλλο; Ε!... Ας παραγγείλουμε. Η τηλεπαραγγελία δεν υποκαθιστά το επί τόπου ξεφύλλισμα, το ξέρουμε, ούτε o υπολογιστής το βιβλιοπωλείο, τον μυστικό κήπο που μας καλεί διαρκώς να τον εξερευνήσουμε. Αλλά εδώ θα παρακολουθήσουμε και όπερα στην τηλεόραση, «o tempora o mores», η τηλεαγορά βιβλίων θα μας συγχύσει; Να τα, λοιπόν, τα βιβλία μας. Θα μου πεις, και γιατί να μην τα διαβάσουμε στο διαδίκτυο; Και θα απαντήσω με ερώτηση: Το ίδιο είναι; Ποια οθόνη υποκαθιστά το βιβλίο από χαρτί και μελάνι; Το βιβλίο στα χέρια μας; Το βιβλίο, ένα πλάσμα με δικιά του ζωή.

Το βιβλίο, που πριν ακόμη αφήσει το περιεχόμενό του να κυλήσει εντός μας, στον νου, στην καρδιά μας, περνάει απ' τις αισθήσεις. Την αφή, με την υφή του χαρτιού, το ψηλάφισμα του εξωφύλλου, το γύρισμα των σελίδων. Την όσφρηση, με την απαραγνώριστη μυρωδιά του μελανιού, της κόλλας του δεσίματος, το ταξιδιάρικο άρωμα του τυπωμένου συγγράμματος. Την όραση, με τη ματιά να χαϊδεύει, να συννεφιάζει, να διεισδύει, μα και την ακοή, γιατί το βιβλίο φτιάχτηκε για να διαβάζεται μεγαλόφωνα, κι ακόμα τώρα, ένα ποίημα, είτε το απαγγέλλουμε από στήθους είτε το διαβάζουμε, το λέμε δυνατά, όπως κι ένα θεατρικό. Και τη γεύση, και την επίγευση, ναι, που μας αφήνει το βιβλίο. Πέντε αισθήσεις, λοιπόν. Και μια έκτη.

Είμαστε τα βιβλία που διαβάσαμε. Και τα βιβλία που δεν διαβάσαμε, κι αυτά ακόμα μας διέπλασαν. Είμαστε τα βιβλία που αγαπήσαμε κι εκείνα που απορρίψαμε. Κάτι κρατήσαμε απ' όλα τους. Κριτήριο. Δεν υπάρχει «αγαπημένο βιβλίο» - κάθε βιβλίο είναι μια μικρούλα νεροσυρμή κι όλες μαζί γίνονται εντός μας ποταμός με νερά βαθιά, ορμητικά, γαληνεμένα... Είμαστε τα βιβλία που μας συντρόφεψαν στο θρανίο, στο προσκέφαλο, στον ταξιδιωτικό σάκο. Υπό μάλης. Είμαστε τα βιβλία που κάποιος έκανε δεκατέσσερα χιλιόμετρα πηγαινέλα για να βρει, σε μονοπάτια δύσβατα βουνίσια, με λιοπύρι και με χιονιά, με κάτι λάστιχα χοντροκομμένα για παπούτσια. Είμαστε τα βιβλία που κάποια διάβασε κατ' αρχάς σε γλώσσες που τότε ακόμα δεν κατανοούσε. Είμαστε τα βιβλία που κάηκαν σε μια πυρά του αίσχους. Τα βιβλία που βγήκαν απ' τ' ανήλιαγα κελιά της ανθρώπινης αδικίας. Τα βιβλία που απαγορεύτηκαν, διώχθηκαν, προγράφτηκαν. Είμαστε τα βιβλία που θέλουμε να γράψουμε και δεν γράψαμε ακόμα. Μα θα τα γράψουμε, ναι.

Ας διαβάσουμε, λοιπόν. Μια μεγάλη κυρία του ελληνικού εκδοτικού κόσμου συνήθιζε να λέει πως «η επιλογή και η έκδοση ενός βιβλίου είναι πράξη πολιτική». Απ' όλα έβγαζε. Γιατί όλα πρέπει να τα διαβάζουμε, σαν μέσα σε δάσος τροπικό με τη ματσέτα ανά χείρας, ξεχερσώνοντας ξέφωτα για τα αγγεία της καρδιάς, τις βουλές της ειμαρμένης, τις δικές μας επιλογές ζωής. Γιατί το βιβλίο δείχνει δρόμους, ρίχνει γεφύρια, στρώνει μονοπάτια. Μας χαρίζει όλα τα ταξίδια των οποίων διαφορετικά θα μέναμε ίσως «πάντα ιδανικοί κι ανάξιοι εραστές». Μας κολυμπάει στους ασημόχρυσους ωκεανούς της γνώσης, του αρχαιοτέρου και ισχυροτέρου των όπλων. Μας φέρνει στα γαλάζια λιμάνια. Μας δίνει φτερά να κάνουμε «έφοδο στον ουρανό». Μας ανοίγει ορίζοντες που, με λιόγερμα ή με ηλιανάτειλε, είναι κόκκινοι, κατακόκκινοι.

Θα περάσουμε προς το παρόν χωρίς κολυμβητήριο, χωρίς καφενείο, χωρίς ταβέρνα... Και χωρίς βιβλιοπωλεία. Αλλά όχι χωρίς βιβλία. Θα τα παραγγείλουμε. Θα ξεσκαλίσουμε τη βιβλιοθήκη μας. Θ' αφήσουμε ένα βιβλίο στο κεφαλόσκαλο ενός φίλου, θα το ρίξουμε στο ξάγναντο μιας αυλής ανάμεσα σε νάρκισσους, τουλίπες, ζουμπούλια της άνοιξης. Γιατί το βιβλίο δεν είναι καταναλωτικό προϊόν για να επιζείς, να φυτοζωείς, να ψευτοζείς. Το βιβλίο είναι ζωή.

Αναδημοσίευση από  902

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2020

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος για το Νίκο Μπελογιάννη


Η μνήμη σώζεται με τα πρόσωπα. Τα περιστατικά εύκολα μπερδεύονται μεταξύ τους, χάνουν και τις χρονολογίες τους, κάπου χάνονται και τα ίδια.
Η φήμη του Μπελογιάννη άρχισε από τις δίκες στην Αθήνα, αλλά, σαν συμπολίτες που ήμαστε, ξέρω ότι πολύ πιο πριν, όταν ακόμα ήταν νέο παιδί, είχε σχηματιστεί ένας θρύλος και περπατούσε. Και βέβαια, εντελώς ιδιαίτερη γοητεία είχε για μας, που ήμαστε πολύ νεώτεροί του, το παράδειγμα ενός γνωστού μας νέου που όλα τα εγκαταλείπει, το ασφαλισμένο σπίτι και το ασφαλισμένο μέλλον, και με αυταπάρνηση παίρνει αυτούς τους δρόμους. Και το πρώτο που του υπόσχονται αυτές οι επιλογές είναι τα κρατητήρια, είναι οι εξορίες και οι φυλακές κι άλλες, παρόμοιες μ' αυτά και πολύ χειρότερες στο τέλος στροφές της τύχης.
Πεθαίνουμε όπως ζούμε. Το δικό του έργο τελείωσε όπως κι έπρεπε να κλείσει το ανάγνωσμα μιας ζωής σαν αυτήν που άρχισε ο Μπελογιάννης από τα μαθητικά χρόνια.
Ο μακαρίτης ο Μαστρογιαννόπουλος μου έλεγε το 1942 στο Πελόπιο για μια έκθεση που του είχε γράψει στο γυμνάσιο ο Μπελογιάννης, τότε που τον είχε μαθητή του στην Αμαλιάδα. Τους είχε ζητήσει να γράψουν κάτι για το Πάσχα κι ο Μπελογιάννης κάθησε και του περιέγραψε τη ζωή μιας φτωχής γυναίκας στη γειτονιά τους που δούλευε στα ξένα σπίτια για να μπορέσει να μεγαλώσει τα παιδιά της. Του έκανε εντύπωση του Μαστρογιαννόπουλου και το θυμόταν.
Σκέφτομαι τον Μπελογιάννη έχοντας στον νου τον αδελφό μου τον Γιώργη. Είχαν, έτσι το βρίσκω εγώ, μια ομοιότητα στην έκφραση, ακριβώς εκεί που το πρόσωπο του ανθρώπου εκπέμπει τα ιδιαίτερα δικά του κύματα - στα μάτια τους. Στα τονισμένα φρύδια, στο καθαρό μέτωπο, γραμμένο αδρά στο βαθύ φόντο των μαλλιών, που ήταν και τα δύο ολόμαυρα, πυκνά και λαμπερά, με αλλεπάλληλες σκάλες που έφευγαν πίσω. Αλλά και στον χαρακτήρα υπήρχε μια άλλη σύμπτωση, στην άφοβη, δραστήρια και σε κάτι σκληρή τους στάση. Αυτό που εννοώ, μιλώντας για σκληρότητα, στον αδελφό μου ήταν πιο αδρό, αυτός ήταν και πολύ νεότερος, ενώ ο Μπελογιάννης φαινόταν άνθρωπος ώριμος και γαλήνιος, είχε όμως μια σκληράδα κι αυτός και γρήγορα την αντιλαμβανόσουν. Ξέρω ότι κατόρθωσαν να τον πιάσουν κυρίως επειδή δεν ήταν στο χαρακτήρα του να περνά τις ώρες του στο αμπρί, στέλνοντας μπροστά  άλλους, όπως και γινόταν από κάποιους που άφησαν πίσω τους και τη φήμη του ασύλληπτου Φαντομά της κομματικής παρανομίας. Αυτοί σπάνια βγήκαν από το αμπρί τόσο στην παρανομία όσο και στον πόλεμο.
Τον θυμάμαι ένα βράδυ αργά που κατέβαινα με το τραμ για τα Σεπόλια. Θα πρέπει να ήταν την άνοιξη του 1947, κάπου εκεί γύρω. Γνωρίζαμε ότι μαζί με τον Γκιζελή ήταν στα βουνά της Πελοποννήσου, και να τώρα στην Αθήνα. Στη στάση της πλατείας Βάθης, όπως σταμάτησε το τραμ, έπεσε το φως πάνω του, στεκόταν στο πεζοδρόμιο μ' ένα μακρύ παλτό κουμπωμένος ως απάνω. Μόλις το τραμ κίνησε, πήδησε στο βαγόνι. Εγώ τότε, για το φόβο των Ιουδαίων, δεν έμπαινα μέσα στο βαγόνι, στεκόμουν στον εξώστη, δίπλα στην έξοδο. Στάθηκε κι αυτός εκεί.
Πήγαμε έτσι μέχρι το τέρμα. Κατάλαβα ότι με είδε και με γνώρισε. Μου το επιβεβαίωσε, όταν μετά τρία χρόνια στην Αλβανία θυμηθήκαμε εκείνο το βράδυ - καθώς και ότι πήγαινε στα ξαδέλφια του, τους Συριόπουλους, πρώτα του ξαδέλφια από τις μητέρες τους. Ήταν όλοι φίλοι μας κι έμεναν σ' ένα σπίτι προς τη μεριά του λόφου. Ο Ντίνος, ο Γιώργος, ο Θοδωράκης, η Νίκη. Τον Γιώργο τον είχαν πιάσει οι Γερμανοί στην Αμαλιάδα και τον εκτέλεσαν στα Ψηλαλώνια στην Πάτρα, μαζί με τον ποιητή Φώτο Πασχαλινό.
Ακριβώς τότε, με τους δυο εκείνους νέους, άρχισαν οι ιστορίες αυτές να γράφονται πολύ κοντά μας...
Το περίεργο στο περιστατικό που αφηγούμαι εδώ τώρα είναι πως η κοπέλα που συνόδευα εκείνο το  βράδυ, συμφοιτήτριά μου, όταν έπειτα από σαράντα χρόνια, ξαναϊδωθήκαμε εδώ στην Αθήνα, πολύ απροσδόκητα με ρώτησε:
- Εκείνο το βράδυ που κατεβαίναμε με το τραμ ο Μπελογιάννης δεν ήταν;
Δεν θυμάμαι να μιλήσαμε καθόλου γι' αυτό, η φίλη μου όμως με βεβαιώνει ότι αλλάξαμε με τον Μπελογιάννη κάποιες ματιές, από τις οποίες εκείνη κατάλαβε πως γνωριζόμαστε κι αποφύγαμε να μιλήσουμε.
- Όταν είδα έπειτα τις φωτογραφίες του στις εφημερίδες, θυμήθηκα εκείνο το βράδυ.
Όλο κάτι είναι και κινείται γύρω μας και φαίνεται χωρίς εμείς να το βλέπουμε, μόνες τους μας τριγυρίζουν κάποιες κινήσεις, κάποιες σκέψεις ανεξέλεγκτα κι από μας τους ίδιους.
Μετά την εκτέλεσή του, εκφράστηκαν σε κάποια κείμενα υπαινιγμοί για λάθη στην επαγρύπνηση. Ο Ζαχαριάδης μάς είχε συνηθίσει σε κάτι τέτοιες απροσδόκητες στροφές και προς στιγμήν το πήραμε για μια άλλη ιστορία που πήγαινε να ξεκινήσει, αλλά δεν έλαβε συνέχεια. Μετά μαθαίναμε ότι κάποιοι, που έβγαιναν έξω, τα έλεγαν αυτά στον Ζαχαριάδη, χαϊδεύοντάς του το αυτί του προσκόμιζαν μαρτυρίες και στοιχεία. Γιατί από κάτω ήταν η άλλη ιστορία - ο Πλουμπίδης. Η ανάγκη που αισθανόταν τότε ο Ζαχαριάδης να επιβεβαιώνονται οι αλλόκοτες υποψίες του.
Και ήταν επίσης το γεγονός ότι ο Μπελογιάννης δεν είχε ενδώσει, αντιστάθηκε σ' αυτούς τους δικούς του παραλογισμούς. Κάποιοι προσπαθούσαν να συνδέσουν τη σύλληψή του με αυτό το γεγονός.
Πρέπει να είχαν σχηματιστεί κάποιες προϋποθέσεις και ποιος ξέρει ως πού θα το πήγαιναν, αν ο Μπελογιάννης έμενε ζωντανός.

Τρεις άνθρωποι, ο Ζαχαριάδης, ο Πλουμπίδης, ο Μπελογιάννης. Τρεις διαστάσεις μιας ιστορίας με ασυνήθιστες, ακόμα και για ένα μαχόμενο επαναστατικό κόμμα, καταστάσεις, όπου πρωταγωνίστησαν εξαιρετικοί χαρακτήρες.
Θέματα ανεξάντλητα για μυθιστορήματα. Το αποτόλμησε μόνο ο Κώστας ο Κοτζιάς, καλός συγγραφέας, μα πέρασε βιαστικά πάνω από ένα τρομερό σύμπλεγμα ηρωικών και τραγικών συγκρούσεων, έντονα προσκολλημένος στις εσωκομματικές καταστάσεις , μέτρα μικρά για να μετρηθούν τέτοια ανθρώπινα φαινόμενα.
Δεν θα' ναι πολλοί εκείνοι που θυμούνται τώρα ότι και ο Πλουμπίδης κρατούσε τότε στο χέρι του ένα γαρύφαλλο.
Ο Πλουμπίδης ήταν κορυφαία τραγική μορφή, αλλά το γαρυφαλλάκι του πέρασε απαρατήρητο. Κι όπως γίνεται συχνά με τις επαναλήψεις κάτι τέτοιων χειρονομιών, όταν το σοβαρό τους μήνυμα δεν περνάει στις ψυχές των άλλων, μπορεί να έμενε ένα αρνητικό που δεν τυπώθηκε. Σε κάτι και κωμικό, αν δεν έβλεπε κανείς εκεί μια συγκλονιστική υπόμνηση της μεγάλης αθωότητας αυτού του ηρωικού, παρ' όλη του την ηπιότητα, ανθρώπου.
Η χειρονομία του Μπελογιάννη είχε άλλη μια σημασία - ύστερα από την Εθνική Αντίσταση και τον Εμφύλιο, σαν να σφράγιζε μια κίνηση που έγινε όλη μπροστά στα μάτια μας, το καλό δέσιμο μιας ιδεολογίας, σε πολλά ακόμα αναφομοίωτης, με την εθνική παράδοση. Ο Μπελογιάννης πρόσθεσε ένα σύμβολο στις ηρωικές μας παραδόσεις, αλλά αυτός ο μελλοθάνατος με το γαρύφαλλο ήταν και μια ελληνική προσφορά στους άλλους, μια ανταπόδοση για τα πολλά ξένα δάνεια που είχε κάνει το ελληνικό κοινωνικό κίνημα.
Στους άθλους τους οι ήρωες του χριστιανισμού ξεσήκωναν ο ένας τον άλλον κι οι βίοι τους δεν διαφέρουν παρά στα ονόματα και στις τοποθεσίες, τα θαύματα παντού τα ίδια. Έτσι και οι μάρτυρες του κομμουνισμού παραδειγματίζονταν από κάποια πρότυπα κι ελάχιστα πρωτοτυπούσαν. Ο Μπελογιάννης  ήταν σ' όλα μια πρωτοτυπία. Υπήρξε στο δικό του άθλο στρωτή σύγκλιση στις λεπτομέρειες, στα λόγια του, στους τόνους του, παντού ως την τελευταία του κίνηση. Κι αυτά τον έκαναν αληθινό και πιστευτό σ' όλους, στο έθνος του και στον ιδεολογικό του χώρο. Η συμπεριφορά του έδειξε άνθρωπο με πεντακάθαρο μυαλό, κατασταλαγμένη αντίληψη για όσα συνέβαιναν. Τη διαθήκη του αυτός την έγραψε με σώας τας φρένας και πλήρη συνείδηση. Η ειλικρίνεια του, η ανθρώπινη και η πολιτική του εγκυρότητα δεν ήταν δυνατόν ν' αμφισβητηθούν κι από τον κακόπιστο αντίπαλο. Η ομορφιά μιας ωραίας προσπάθειας αποτυπώθηκε στο παράδειγμά του και το πιο σπουδαίο ήταν ο τρόπος, με τον οποίον δηλώθηκε η ωριμότητά της. Χωρίς υπερβολικούς τονισμούς, χωρίς αχώνευτες παρορμήσεις και καθόλου κραυγές.
Με διάφορες αφορμές ξαναθυμάμαι μια έκφραση του ποιητή Παστερνάκ: η κραυγή είναι πάντα ύποπτη. Τι ωραία που το είπε. Δεν έχει άραγε δίκιο;
Ύποπτη σε όλα είναι κραυγή γιατί όλο κάτι πάει να σκεπάσει. Κάπου ο άνθρωπος που κραυγάζει βιάστηκε, κάπου άργησε και τρέχει. Κάτι του λείπει και δεν το βρίσκει. Και μάλλον εκείνος ο ίδιος είναι που δεν καταλαβαίνει καλά αυτά που θέλει να πει. Αν με βλέπετε ν' αφρίζω προσπαθώντας να πείσω τους άλλους, εξομολογείται κι ο Ντοστογέφσκι, είναι γιατί δεν έχω κατορθώσει να πείσω τον εαυτό μου.
Εκείνες τις στιγμές ο Μπελογιάννης, πέρα από την αξιοθαύμαστη ανθρώπινη συμπεριφορά του, ήταν μια στιγμή ωριμότητας του κινήματος που αντιπροσώπευε. Σαν να το έπαιρνε με το λουλουδάκι του και να το κινούσε μπροστά σε μια απελευθέρωση από κάποιες σκλαβιές, απελευθέρωση κυρίως από μια παραδοσιακή αιχμαλωσία ( ιδεολογική και ψυχολογική). Κι αν ήθελε κανείς, θα μπορούσε να τραβήξει τούτη τη σκέψη ακόμα πιο πέρα σε συμπεράσματα που μπορεί να μην ήταν τότε σε κανενός το μυαλό, αλλά αυτά που συνέβαιναν ήταν αρκετά να το δηλώσουν. Και μόνο η συνήθεια που αποχτάμε καμιά φορά ( όταν μαζευόμαστε και πολλοί) να μη βλέπουμε τα ολοφάνερα, εμπόδισε να το προσέξουμε και πέρασε χωρίς να κατανοηθεί, αλλά και χωρίς να γίνει αντιληπτό...

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν. Α. Η γραμμή της ζωής. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝΟΣ ΑΠΡΟΣΜΕΝΟΥ ΙΟΥ - ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΟΥΑΤΖΗ

Δεν είμαι ορατός, παρά μόνον με μικροσκόπιο. Η έλευσή μου σας έφερε συλλογικά το αίσθημα της απειλής, του φόβου, τη σκέψη του θανάτου. Η απειλή κι ο φόβος για την υγεία, τη ζωή, για τον τρόπο ζωής και την οικονομία σας, απλώθηκαν αστραπιαία και χειραγωγούν στο έπακρο δισεκατομμύρια κατοίκων του πλανήτη. Σας έκανα να δείτε με άλλη ματιά τη ζωή, τα αιτούμενα, τις σχέσεις, τις επιδιώξεις, τα ένστικτα που με δυσκολία χειραγωγείτε.

  Εγώ, ένας αόρατος ιός, κατάργησα τα σύνορα χαρίζοντας κοινό πόνο και φόβο. Εξαιτίας μου εκλαμβάνετε την ελευθερία ως δεύτερη επιλογή. Αρκεί να συνεχίσετε να ζείτε, ανεξαρτήτως όρων ζωής. Καλοδεχτήκατε τις εντολές των εξουσιών που σας διαφεντεύουν, αφού αυτές τώρα ξέρουν...

  Μετέτρεψα ολόκληρο τον πλανήτη σε μια φυλακή με κελιά τα σπίτια σας. Σας έκανα να νιώθετε ευτυχείς που σας απάλλαξα της ευθύνης, της επιλογής, των αποφάσεων, μιας και εκτελείτε μόνον αυτό που υπαγορεύουν οι ειδικοί.

  Η απειλή μου έχει την ίδια δύναμη για πλούσιους και φτωχούς, σας έκανε να νιώσετε όλοι ίσοι. Δυνάμωσα στο έπακρο την τυχαιότητα, το άγνωστο, την αβεβαιότητα, την ανάγκη σας για επικοινωνία. Είμαι αιτία αναίρεσης αποφάσεων, ιεραρχιών, προγραμματισμών, επαφών, ταξιδιών, στόχων ζωής, ως και της πρόσληψης της έννοιας του χρόνου. Σας εξουσιάζω.

  Τώρα καταλαβαίνετε την αξία της ανθρώπινης ζωής. Σας ανάγκασα να την βάλετε πάνω από μικροσυμφέροντα, φτηνές συναλλαγές. Γκρεμίζω σταδιακά το οικοδόμημα που φτιάξατε με οικονομίες της αγοράς, αθέμιτους ανταγωνισμούς, χρηματιστήρια, ολιγοπώλια.

  Τώρα αντιλαμβάνεστε ότι η γνώση, η ανθρώπινη δίψα για έρευνα, ανακαλύψεις, έχει μοναδική αξία. Οι κάτοχοι της γνώσης πάντα είχαν τη δύναμη. Η ανησυχία τους να βρουν το νέο αξιοποιούσε την ευφυία και τις ικανότητές τους. Όλοι προστρέχετε στους φορείς της γνώσης. Αυτοί έχουν τη δύναμη να βρουν φάρμακα, εμβόλια, να σας απαλλάξουν από την απειλή, την αρρώστια, το θάνατο, από μένα.

  Τώρα, όσο ποτέ, εισπράττετε τη δύναμη της ελπίδας, του ισχυρού αντίδοτου στον φόβο που σας έχει κατακλύσει. Ελπίζετε στην ανακάλυψη ενός θεραπευτικού φαρμάκου, ενός εσαεί προστατευτικού από μένα εμβολίου. Ελπίζετε το οδυνηρό πέρασμά μου από τον πλανήτη να είναι όσο γίνεται βραχύ. Ελπίζετε να μη σας λείψουν χρήματα, τρόφιμα, καύσιμα, νερό. Ελπίζετε να σωθείτε. Αλλά δεν καταλάβατε τη μεγάλη αλλαγή που ήδη έφερα στην υπόλοιπη ζωή σας.

  Τώρα αναδείχτηκε το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής και η μικρότητά της.

  Μεγαλείο, μέσα από την αλληλεγγύη, τη συμπαράσταση, τον πάγκοινο αγώνα, την πολύτιμη μοιρασιά, τις σωτήριες πληροφορίες. Μέσα από τη μεταστροφή γνώμης και αναγνώριση ανθρώπων που αλόγιστα υποτιμούσατε -ως και λοιδορούσατε- ως χθες, όπως γιατρών, νοσηλευτών, δημοσιογράφων, τεχνικών, αστυνομικών, στρατιωτικών και πολλών άλλων.

  Μικρότητα, με τον βάρβαρο διαγκωνισμό να αδειάζετε τα ράφια των υπεραγορών, αγνοώντας τις ανάγκες των άλλων. Με την αλόγιστη αγορά αντισηπτικών, μασκών και άλλων πολύτιμων αγαθών. Διόγκωση του υπερφίαλου εγώ σας με εγκληματική την αδιαφορία, αν η πλεονεξία σας είναι αιτία δραματικών ελλείψεων για τους άλλους..

  Στο περίκλειστο των σπιτιών-κελιών σας δοκιμάζονται σχέσεις, αλήθειες, αντοχές. Έγκλειστοι αναμετρούνται με όσα έκρυβαν, αναγκάζονται να σκεφτούν όσα αγνοούσαν, όσα θεωρούσαν αυτονόητα. Αναρωτιέμαι: Πόσοι από σας θα αγαπηθείτε ξανά; Πόσοι θα πλησιάσετε πραγματικά ο ένας τον άλλον; Πόσοι θα σφαγιαστείτε μεταξύ σας; Πόσοι θα ανακαλύψετε πόσο ξένοι είστε; Πόσοι θα νιώσετε την πλασματική σας συνύπαρξη, υποδουλωμένοι σε συμβάσεις και στερεότυπα; Πόσοι σκεφτήκατε συνανθρώπους σας που ζουν μόνοι, που έχουν ψυχολογικά προβλήματα, είναι άρρωστοι, ηλικιωμένοι;

  Στον φόβο της εξάπλωσής μου ζείτε για πρώτη φορά το απίστευτο: Είστε όλοι ύποπτοι για όλους τους άλλους και όλοι οι άλλοι είναι ύποπτοι για σας. Σε λίγο θα φοβάστε ως και τον εαυτό σας. Ήδη δεν αγγίζετε το πρόσωπό σας, το ίδιο το κορμί σας. Από φόβο. Από καχυποψία.

  Το πλέον πιθανό είναι, ότι τελικά θα με εξοντώσετε. Όμως σας βεβαιώ ότι μετά το πέρασμά μου, ο κόσμος σας δεν θα είναι ο ίδιος. Απλώς μένω με τη διερώτηση: Θα έχετε γίνει άγρια θηρία ή καλύτεροι άνθρωποι; Να παραμείνετε αυτό που είστε, το αποκλείω.

Αναδημοσίευση από Culture Book

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2017

Εαυτούληδες…

Ένα εξαιρετικό κείμενο από το φιλικό ιστολόγιο Οικοδόμος

Πόσο δύσκολο είναι να μη γκαρίζεις στο κινητό στο μετρό, στο λεωφορείο να μη σπρώχνεις για να μπεις πριν απ’ τους άλλους, να παραχωρείς τη θέση σου σε μια έγκυο, έναν ηλικιωμένο ή ένα συνάνθρωπο με δυσκολία στην κίνηση;

Πόσο δύσκολο είναι όταν βρίσκεσαι ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους να βάζεις το χέρι μπροστά στο στόμα πριν βήξεις;

Πόσο δύσκολο είναι να μην αφήνεις τις ροχάλες σου και τ’ αποτσίγαρά σου στο πεζοδρόμιο; Να μην κορνάρεις με το παραμικρό όταν οδηγείς, να μην πετάς σκουπίδια απ’ το παράθυρο, να σταματάς στις διαβάσεις για να περάσουν οι πεζοί και να μην παρκάρεις καταλαμβάνοντας πεζοδρόμια;

Πόσο δύσκολο είναι να μην καπνίζεις στις αίθουσες αναμονής των νοσοκομείων, στις υπηρεσίες και σε όλους τους κλειστούς δημόσιους χώρους όπου συνυπάρχεις με αυτούς που δεν καπνίζουν; 

Πόσο δύσκολο είναι να λες καλημέρα το πρωί και καλησπέρα το βράδυ, να απαντάς παρακαλώ όταν σου λένε ευχαριστώ και να μη τσιγκουνεύεσαι το ευχαριστώ και το χαμόγελο;

Πόσο δύσκολο είναι να μην κάνεις τον ξερόλα, τον «μάγκα», να μην υποτιμάς τον συνομιλητή σου και ν’ ακούς τι έχει να πει πριν του απαντήσεις;

Πόσο δύσκολο είναι να παραδέχεσαι τα λάθη σου και να ζητάς συγνώμη;

Πόσο δύσκολο είναι να σέβεσαι το διαφορετικό, να μην κρίνεις τον άλλο από το φύλο του, από την εμφάνισή του, το χρώμα του δέρματός του, την προέλευσή του, τη θρησκεία του, τη σεξουαλική του επιλογή;

Πόσο δύσκολο είναι να υπερασπιστείς έναν αδύναμο που δέχεται λεκτική, σωματική ή άλλη επίθεση;

Πόσο δύσκολο είναι να αρνηθείς το σκοπό που αγιάζει τα μέσα;

Θα πεις, ίσως, με τι ασχολούμαι καθαροδευτεριάτικα… όταν υπάρχουν τόσα άλλα σοβαρά προβλήματα. Με τι μετριέται άραγε η σοβαρότητα; Ποιο είναι σοβαρότερο-μεγαλύτερο πρόβλημα: να είσαι άνεργος ή να «απασχολείσαι» απλήρωτος, να μην έχεις να περάσεις ή να σκύβεις συνέχεια το κεφάλι, να μην έχεις να φας ή… να μη χορταίνεις  κουτόχορτο;

Αν τα παραπάνω είναι δύσκολο να τα καταλάβεις και να τα εντάξεις στην καθημερινότητά σου, τότε είναι πιο δύσκολο να συνειδητοποιήσεις ότι δίπλα στο δικό σου «εγώ» ζουν και περιφέρονται άλλα ανθρώπινα όντα. Και πώς να συμβεί αυτό όταν εσύ, όπως ο διπλανός σου και πολλοί, υψώνεις τείχη γύρω σου και δε δίνεις δεκάρα για τους άλλους.

Έτσι σ’ έμαθαν στο σπίτι, αυτό σου «δίδαξε» το σχολείο, με τέτοιες εικόνες σε θαμπώνει το «λάιφ-στάιλ», το ίδιο άλλωστε κάνουν και οι περισσότεροι «άλλοι», απ’ τους οποίους απομακρύνεσαι, αυτονομείσαι και δεν θέλεις να έχεις πολλά-πολλά μαζί τους, εκτός αν πρόκειται να κερδίσεις κάτι. Αυτό προβάλλει και υπερασπίζεται το σύστημα μέσα στο οποίο ζούμε και κινούμαστε: το ατομικό συμφέρον, το «εγώ» και μοιράζει συνταγές «επιτυχίας» για ν’ αναδειχτεί, να ξεχωρίσει ο κάθε εαυτούλης και να γίνει «μεγάλος». Αυτός  που θα βρει τον τρόπο και θα καταφέρει να ξεχωρίσει απ’ τους άλλους και να τους επιβληθεί, οικονομικά, κοινωνικά, συναισθηματικά ή όπως αλλιώς, θεωρείται «νικητής». Οι άλλοι να πάνε να λουφάξουν, ν’ αποδεχτούν την «ήττα» και να χωθούν πιο βαθιά στο καβούκι τους ― που είναι καταφύγιο και  βραχνάς μαζί. Εκεί, με την ησυχία σου θα μπορείς ν’ ανακατέψεις τη μιζέρια, την απογοήτευσή σου, την ανασφάλεια και την έλλειψη αυτοπεποίθησης, με το φόβο και την παραίτηση. Και θα τα κουτσοβολέψεις, εσύ, γιατί είσαι Έλληνας… με DNA, εσύ, ―σε ντοπάρουν―, διαφορετικός, υπομονετικός, μαθημένος στα δύσκολα, ευπροσάρμοστος και καταφερτζής. Και με ελαστικούς σπονδύλους…

Την ίδια ώρα, αποθρασύνονται, οργιάζουν οι μουχλιασμένοι διαολόσποροι  του Αδόλφου και σηκώνει κεφάλι το τέρας του φασισμού στη γειτονιά σου, στη χώρα σου, στην ευρωπαϊκή γη της ―ουτοπικής― επαγγελίας σου και απειλεί να καταβροχθίσει τα πάντα. Και μέσα στο ίδιο σου το σπίτι… Όταν γυρνάς το κλειδί στην πόρτα που σε απομονώνει με ―νομίζεις―  ασφάλεια απ’ τους «άλλους», ο ιός του φασισμού έχει ήδη αλώσει τα τείχη του εαυτούλη σου,  έχει δρασκελίσει την κερκόπορτα της συνείδησής σου και μολύνει την ψυχή σου. Δεν έχει σημασία τι ψηφίζεις στις εκλογές, αν περνιέσαι γι’ αριστερός, κεντρώος ή δεξιός, προοδευτικός ή συντηρητικός. Έχεις γίνει χωρίς να το καταλάβεις μέρος μιας ομογενοποιημένης μάζας που απλώνεται σα σιχαμερή μολυσματική βλέννα και που απειλεί να σκεπάσει κάθε ίντσα υγιούς αντίδρασης· μια επιθετική πηγή μετάδοσης που σαν τσουνάμι επιταχύνει τη διαδικασία σήψης και πολλαπλασιάζει τα σκουλήκια. Πόσο ζει ένα σκουλήκι;…

Όταν πιστέψεις ότι θα τη σκαπουλάρεις τότε είσαι ήδη νεκρός, έχεις αρχίσει ν’ αποσυντίθεσαι, προσφέροντας αληθινή και ανέλπιστη ασφάλεια στο όλο σύστημα που σε εκμεταλλεύεται, που τρέφεται βιάζοντας και απομυζώντας τη συνείδησή σου και που, ενώ μέχρι πριν λίγο έτρεμε την ώρα που θα  ξυπνήσεις και θα γκρεμίσεις μαζί με τα τείχη σου και το ίδιο, νιώθει ανακούφιση που ξεμπερδεύει με έναν ακόμα…

Φταις. Σκέψου, είναι ζωή αυτή; Δες γύρω σου και απομόνωσε μερικές από τα βουνά πληροφοριών που σου πετάνε στο κεφάλι οι ίδιες ντουντούκες της καθεστωτικής προπαγάνδας. Πόσα κατορθώνει καθημερινά η επιστήμη, πού έχει φτάσει η πρόοδος της τεχνολογίας, πόσος πλούτος υπάρχει γύρω στη γη, στη φύση, πόσα πλούτη παράγονται απ’ τους ανθρώπους της δουλειάς· φτάνουν  για να ζήσουν ευτυχισμένα όλοι οι ένοικοι αυτού του πλανήτη και γενιές απογόνων τους. Και ταυτόχρονα πόσοι πόλεμοι, αίμα, φτώχεια, πείνα, δυστυχία, αρρώστια, βίαιος θάνατος. Πόσο λίγοι, ελάχιστοι, έχουν στα χέρια τους τα πάντα και πόσο πολλοί είναι αυτοί που δεν έχουν τίποτα.

Φταις και ξαναφταίς όταν επαναλαμβάνεσαι και επαναλαμβάνεις τα ίδια λάθη. Παραμυθιάζεσαι με τα φαινομενικά καινούργια, αλλά στην ουσία με οσμή ναφθαλίνης ανακυκλωμένα και επαναλαμβανόμενα (σαν τα φετινά τηλεπαιχνίδια) πρόσωπα, κόμματα, λέξεις, υποσχέσεις. Παραληρείς μπροστά σε τηλεγελωτοποιούς. Πιστεύεις σε  θαύματα και υποκλίνεσαι στους θαυματοποιούς και στους μαθητευόμενους μάγους. Εμπιστεύεσαι το παρόν και το μέλλον σου στους καταφερτζήδες και παραχωρείς το δικαίωμα εκμετάλλευσής σου σε όποιον πλειοδοτήσει σε τάματα και μαλαγανιά. Πιστεύεις ότι η ζωή σού χρωστάει, όλοι οι άλλοι σού χρωστάνε κι εσύ υπάρχεις μόνο για να εισπράττεις. Ψάχνεις ψήγματα ψευτοευτυχίας σε μεσίτες και αγοράζεις όσο-όσο ετοιματζίδικα όνειρα απ’ τον μαυραγορίτη καπιταλιστή ντίλερ, που σου ετοίμασε μια ζωή κανονικό θρίλερ και που δεν θα διστάσει να γίνει και κίλερ, γιατί ο θάνατός σου η ζωή μου ισχύει εδώ, στην άγ(ρ)ια ―του ευρώ― δύση…

Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει αποκομμένος. Όχι ολοκληρωμένα. Ζωή δεν είναι να ξυπνάς και να κοιμάσαι με την έγνοια πώς θα βολέψεις ή θα γλιτώσεις την πάρτη σου. Να μοιράζεσαι την έγνοια, την αγωνία, τη λύπη, τον πόνο, να προσφέρεις και ν’ αποδέχεσαι τη μπουκιά, την ελπίδα, το χαμόγελο, την αγκαλιά, ―τόσο ξένα και παρεξηγημένα, σήμερα, που λίγοι έχουν το «προνόμιο» να νιώθουν και να εκφράζουν―, δίνει κουράγιο, οπλίζει με δύναμη, γεμίζει με νόημα τη ζωή.

Οι Έλληνες δεν «τα κατάφερναν πάντα», γενικά και αόριστα, δεν ήταν ποτέ «όλοι αγαπημένοι», ούτε «όλοι ενωμένοι», αφού δεν είχαν και δεν έχουν τα ίδια συμφέροντα. Κάποιοι βολεύονται από καταστάσεις σαν αυτές που ζούμε σήμερα (πρωτόγνωρες και επώδυνες για τους περισσότερους), κερδίζουν και επενδύουν στην ύπαρξη και στη διαιώνισή τους. Μας θέλουν μονάδες, ατομιστές, εκατομμύρια μικρά, ασήμαντα και αδύναμα «εγώ», εαυτούληδες, για να μας αντιμετωπίζουν πιο αποτελεσματικά και να μας κρατάνε υποταγμένους, διαιωνίζοντας την κυριαρχία της εξουσίας τους πάνω στις κυρτές απ’ το πολύ σκύψιμο πλάτες μας. 

Δικό τους το σύστημα της αδικίας και της εκμετάλλευσης, δική τους και η εξουσία του και δικές σου οι αλυσίδες που σε κρατάνε δεμένο, σκλάβο, δούλο τους. Αν δεν έχεις τα ίδια με αυτούς συμφέροντα και αν δεν ανήκεις στην τάξη τους ποτέ το δικό σου καλό δεν θα συμβαδίσει με το δικό τους. Η θέση σου είναι απέναντί τους, μαζί με τους πολλούς, δίπλα σ’ αυτούς που άφησαν πίσω τα μικρά «εγώ» τους και οικοδομούν το μεγάλο «εμείς». Από κοινού, μαζί, βάζοντας δίπλα δίπλα αυτά τα τόσα πολλά που μας ενώνουν και διεκδικώντας αυτά που μας ανήκουν, δηλαδή τα πάντα.

Η ζωή είναι δώρο ακριβό, πολύτιμο, μια και μοναδική, δεν έχει επιστροφή. Η αποστειρωμένη από συναίσθημα και νου καθημερινότητα είναι ένας  οδοστρωτήρας που στο πέρασμά του αφαιρεί το ζωτικό οξυγόνο από την καθαρή σκέψη και κάθε δυνατότητα ορθής αξιολόγησης των πραγμάτων και αφήνει πίσω του ψίχουλα ψευτοζωής. Οι επιλογές, η στάση του καθενός αφορούν, επηρεάζουν τον ίδιο και τους πάντες.

Οι αξίες, τα ιδανικά, ο πόθος για μια καλύτερη ζωή, χαρούμενη κι ευτυχισμένη για όλους, δεν έχουν πεθάνει. Σιγοκαίνε κάτω απ’ «τη χόβολη της ελπίδας» και προσμένουν το φύσημα που θα τα  θεριέψει.

Δευτέρα 27 Φλεβάρη 2017.

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

Χρόνος…..

Αναδημοσίευση από το εξαιρετικό ιστολόγιο Ατραπός


“Ο Χρόνος, αυτός ο αδηφάγος άρχοντας που μας διαφεντεύει…..” και ο Χρόνος με προσπέρασε πάλι και πάνε 3 χρόνια από τότε που τον συνάντησα σε ένα σπίτι στην Λαμπανίτσα (....απομεινάρια μια ζωής) και έλαχε εδώ στην Πόβλα να περάσω ξανά το…κατώφλι του.
 Μου έριξε λοξές ματιές κατεβαίνοντας να επισκεφτώ το Γεφύρι της Γκρίκας. Ήταν ανακατεμένος με την πρωινή παγωμένη αντάρα, σ ένα από τα τελευταία σπίτια του χωριού και θαρρώ μου έγνεψε καθώς περνούσα βιαστικός δίπλα του. Η λαχτάρα όμως να προλάβω και να βρεθώ πάνω στο πέτρινο Γεφύρι της Γκρίκας υπερνίκησε την παράξενη αυτή αίσθηση – κάλεσμα να διαβώ το κατώφλι του. Μα επιστρέφοντας πια πίσω,  με καρτερούσε, υπομονετικά, όπως μόνο αυτός ξέρει. Τότε ήταν που ανηφορικός  δρόμος για το χωριό λες και εξαφανίστηκε και πια το διάβα μου περνούσε μόνο από το σπίτι του, μέσα απ την πόρτα του που κι αυτή ήταν ανοιχτή, περίμενε τον οδοιπόρο.
 Με το πρώτο βήμα στην αυλή και….σαν τα δευτερόλεπτα, τα λεπτά, η ώρα, να πάγωσαν. Ο Χρόνος φίλεψε στον ταξιδευτή του ένα “πάγωμα” του, καλωσόρισμα όπως κάθε νοικοκύρης κάνει σ αυτά τα μέρη. Στάθηκε ακίνητος πλάι μου και  μαζί γυρίσαμε, πρώτα προς την μεριά που φυσούσε το ξεροβόρι. Με μια ματιά του είδα την αγέρωχη Μουργκάνα, πότε παγωμένη ντυμένη με του λευκού το πέπλο, πότε πράσινη τυλιγμένη με του τσαγιού  τ΄ άρωμα μα και…τότε… μπαρουτοκαπνισμένη δεμένη με τα συρματοπλέγματα του αλληλοσπαραγμού.
 Παιχνίδια του Χρόνου στην αυλή του και στραφήκαμε λίγο πιο κοντά πάνω εκεί στην Πόβλα. Οι καμινάδες όλες βγάζανε καπνό, και η κάπνα ανυψωνόταν μαζί με τις ανέμελες φωνές παιδιών από τα σοκάκια του χωριού. Και να σου! κατηφόριζαν γυναίκες ζαλωμένες, αντάμα με πραματευτάδες, κινούσαν προς τα νερά της Παύλας μα και παρέκει προς την Καμίτσιανη, τον Τσαμαντά.
Μα αυτό το στριφογύρισμα  του χρόνου καιρός ήταν να τελειώσει, ήταν ώρα να με προσκαλέσει μες στο σπίτι του.
 Η πόρτα του,  ανοικτή έτοιμη να υποδεχτεί τον μουσαφίρη και το πόδι το δεξί πάτησε για πρώτη φορά το ξύλινο πάτωμα. Το πρώτο τρίξιμο του και σαν ρεύμα αισθήσεων διαπέρασε το κορμί μου όλο, παράγοντας εικόνες στο μυαλό και την ψυχή, στιγμές του αφέντη χρόνου, αναμνήσεις που σαν σκιές περνούσαν και εγώ τις αποζητούσα, με κάθε βήμα, με κάθε τρίξιμο τις έφερνα μπρος μου. Ένα ένα βήμα  τις ακολούθησα πλάι στο τζάκι άπλωσα μαζί τους τα χέρια μπρος στην ζεστασιά του. Ένα  ένα τρίξιμο, περιδιαβήκαμε τον χώρο και φτάσαμε στην κουζίνα και με τρατάρανε μυρωδιές γεμάτες ρίγανη και τσάι. Διψασμένος καρτερούσα το επόμενο πάτημα, μέχρι που έφτασα στο μεγάλο δωμάτιο, των Ξένων, το καλό!!. Το φως, ο αέρας έμπαιναν από τα παράθυρά που κοιτούσαν τα βουνά, γέμιζαν τον χώρο, μαζί με τις αναμνήσεις στριφογύριζαν. Γινόταν ένα με τους τοίχους δίνοντας τους μια ζεστή απόχρωση και από μέσα τους άρχισαν να ξεπηδούν ήχοι, φωνές, γέλιο, κλάμα. Σιγανό ηπειρώτικο τραγούδι του μισεμού, του νόστου…..και τότε ακούστηκε το τελευταίο τρίξιμο, το πιο δυνατό, τράνταξε συθέμελα την ψυχή μου. Γύρισα και κοίταξα την ντουλάπα στην εσοχή του τοίχου. Το βλέμμα έμεινε καρφωμένο σε μια από τις πιο συγκλονιστικές Στιγμές που έχω βιώσει. Μια φωτογραφία, δύο ζευγάρια βλέμματα καλοσυνάτα. Ακόμα και ο Χρόνος παραμέρισε, αφήνοντας το κενό του, να γεμίσει από συναισθήματα. 
 Έμεινα να κοιτώ τις δύο φιγούρες …στην όψη τους «ξεχώριζα» τον παππού, τον πατέρα, τον αδελφό, τον φίλο. Τον ξενιτεμένο που η κάθε οικογένεια έχει σε αυτά τα ακριτικά τα μέρη. Βούρκωσα, δεν άντεξα,   θαρρώ δάκρυσαν και δυο τους απέναντί μου. Και τα βλέμματα αγκαλιαστικαν  και όλοι μαζι   σιγοτραγουδήσαμε…

Αχ τώρα στα ξεχωρίσματα ελα γιέ μου να φιληθούμε,
ωρε γιατί έχουμε ζωή και θάνατο, ποιος ξέρει αν θ’ ανταμωθούμε

Δεν ξέρω πόσο στάθηκα εκεί, μόνο αυτός ο Χρόνος που είχε παραμερίσει για λίγο, ξέρει. Άρχισε πάλι να κυλά σαν να με ξεπροβόδιζε και ξέμεινα με τα Ξεχωρίσματα στα χείλη να βαδίζω πιά προς την έξοδο.
 Τα τριξίματα πια ακουγόταν αμυδρά, λες και  οι αναμνήσεις που γυρόφερναν τον χώρο χανόταν και αυτές…ή μάλλον σιγά σιγά τρύπωναν μέσα στα δυο μπαούλα π’ απομείναν. Βουβές πια καρτερούσαν και αυτές να τις πάρουν μακριά στα ξένα, να ανταμώσουν τον κύρη, τον γιό, την κόρη.

…Αχ αυτού μακριά που βρίσκονται, εκεί γιέ μου στην Αυστραλία, Αμέρικη και Γερμανία…. 

Άφησα το Σπίτι στην άκρη της Πόβλας πίσω μου, με τον Χρόνο να με αποχαιρέτα από το κατώφλι τις εξώπορτας. Διέκρινα ένα κρυφό χαμόγελο του, το ξέραμε καλά κι δυο μας ότι μέχρι την επόμενη στροφή, να σου, θα μ έφτανε και ξανά τρέχοντας, θα με ξεπερνούσε ….Αυτός ο Χρόνος, ο αδηφάγος άρχοντας που μας διαφεντεύει…..  




 

....πια το διάβα μου περνούσε μόνο από το σπίτι του, μέσα απ την πόρτα του που κι αυτή ήταν ανοιχτή, περίμενε τον οδοιπόρο......

....στιγμές του αφέντη χρόνου, αναμνήσεις που σαν σκιές περνούσαν και εγώ τις αποζητούσα, με κάθε βήμα, με κάθε τρίξιμο τις έφερνα μπρος μου.....

















Το φως, ο αέρας έμπαιναν από τα παράθυρά που κοιτούσαν τα βουνά, γέμιζαν τον χώρο, μαζί με τις αναμνήσεις στριφογύριζαν.




.....τα τριξίματα πια ακουγόταν αμυδρά, λες και  οι αναμνήσεις που γυρόφερναν τον χώρο χανόταν και αυτές…ή μάλλον σιγά σιγά τρύπωναν μέσα στα δυο μπαούλα π’ απομείναν....

............. ο Χρόνος με προσπέρασε πάλι και έλαχε εδώ στην Πόβλα να περάσω ξανά το…κατώφλι του.


Αχ στείλε μου το κορμάκι σου, σε μια γιέ μου φωτογραφία,
.......


Με τ’ εσένα θέλω να `μαι, και στην Ήπειρο καλά `ναι.



Σημείωση:  Εκ τον υστέρων με ενημέρωσε η Βαρβάρα Κακούτση  που ζει στην Βοστόνη, ότι το σπίτι είναι από το σόι Σπύρου Τσίγκου ο οποίος είναι από δεξιά στην φωτογραφία. Τα δύο εγγόνια του Σπύρου Τσίγκου μένουν στην Βοστόνη και το Τέξας.
Επίσης ο Παναγιώτης Ανυφαντής (Πρόεδρος της Αδελφότητας Πόβλας) με ενημέρωσε ότι ο Σπύρος Τσίγκος ήταν στην Αμερική από τους πρώτους μετανάστες. Είχε ένα γιο που πέθανε και αυτός στην Αμερική πριν 10 χρόνια περίπου και τον φέρανε στην Πόβλα να ταφεί.
Τους ευχαριστώ πολύ για τις πληροφορίες που μου παρείχαν.

Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

Πίσω από τα παλλόμενα τσουτσούνια του Φαμπρ


Γράφει ο Οικοδόμος // atexnos (αναδημοσίευση)

Περισσότερο από τα παλλόμενα τσουτσούνια του Βέλγου καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών Γιαν Φαμπρ (πρώην  πια, αφού παραιτήθηκε το Σάββατο 2/4), προκαλεί ο στρουθοκαμηλισμός πολλών από αυτούς που διαμαρτύρονται για την επιλογή  του η σκηνή του Φεστιβάλ να κατακλυστεί από βελγικές παραγωγές, αφήνοντας ουσιαστικά τους Έλληνες καλλιτέχνες έξω από τον κορυφαίο πολιτιστικό θεσμό της χώρας τους. Πολλοί, λοιπόν, καλλιτέχνες ενώ βρίσκουν εύκολα την αφορμή (και αυτή είναι μια σοβαρή αφορμή) για ν’ ανέβουν στα κάγκελα, δυσκολεύονται τα μάλα ή δεν θέλουν να διακρίνουν τις αιτίες για την αρρωστημένη κατάσταση που επικρατεί στον πολιτισμό και γενικότερα στην κοινωνία· την καλπάζουσα  γάγγραινα που μολύνει κάθε  δημιουργική δραστηριότητα και σκέψη και τείνει ν’ αλώσει και τις τελευταίες εστίες υγιούς αντίστασης.

Σοκαρίστηκαν από τις «πρωτοποριές» του Βέλγου, ένιωσαν προσβεβλημένοι που θα ’βγαζε στη βιτρίνα του ελληνικού φεστιβάλ Βέλγους  καλλιτέχνες και βγήκαν στα κανάλια και στο διαδίκτυο για να διαμαρτυρηθούν. Καλά έκαναν. Απορίας άξιον είναι αν και πόσο προσβάλλονται όταν πάνε στο σουπερμάρκετ και αγοράζουν βελγικές ντομάτες, λεμόνια Τουρκίας, πατάτες Αιγύπτου και σκόρδα απ’ την Κίνα. Γιατί κάνουν τους κινέζους μπροστά στις πολιτικές  που, προσχεδιασμένα, εδώ και δεκαετίες εκπορεύονται από τα επιτελεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σταδιακά, όλο και πιο βίαια και, μεταξύ άλλων, ανοίγουν δρόμους στην ελεύθερη μετακίνηση κάθε αγαθού που δύναται να προσφέρει κέρδος στους βιομήχανους και τους επιχειρηματικούς ομίλους, και μισούν  και καταστρέφουν κάθε τι που δεν συμφέρει ή αντιτάσσεται στην οικονομική εξουσία  τους;

Οι πολιτικές αυτές φέρουν τις υπογραφές και τη συνεργασία όλων των ελληνικών κυβερνήσεων και τη συναίνεση-συνενοχή όλων των κομμάτων του ευρωμονόδρομου. Και δεν είναι λίγοι ανάμεσα σ’ αυτούς που σήμερα ―δικαίως― διαμαρτύρονται, που προσθέτουν κατά καιρούς την αναγνωρισιμότητά τους στις εκλογικές λίστες ή προσφέρουν τη στήριξή τους στις θέσεις αυτών των κομμάτων, τρέφοντας το τέρας που τώρα τρώει και από τις δικές τους σάρκες.

Πού ήταν αυτοί οι καλλιτέχνες (μεταξύ των οποίων «επώνυμοι» και «σελέμπριτις») πριν ανέβουν στα κάγκελα; Γιατί σώπαιναν; Μήπως γιατί οι επιχορηγήσεις, οι χορηγίες και άλλες «εξυπηρετήσεις» τους βούλωναν το στόμα; Μήπως γιατί η «πίτα» της τηλε-φούσκας έφτανε για να ταΐζει τα κασέ τους με ποσά άπιαστα για «κοινούς» καλλιτέχνες και άλλους θνητούς; Φωνάζουν τώρα που πήρε φωτιά το σπίτι τους, μα όταν λαμπάδιαζε το σπίτι αυτών που τους χειροκροτούν (του ακροατηρίου τους, των αναγνωστών τους, των θαυμαστών τους,) οι ίδιοι ήταν… τόσο πολύ απορροφημένοι στην τέχνη τους για να τους νιώσουν. Έπρεπε, λοιπόν, να έρθει ένας Βέλγος για να σαλέψουν οι  αισθητήρες του φιλότιμου και της «αγωνιστικότητάς» τους. Διότι, εκτός των άλλων  ―διάολε!― είναι και ζήτημα εθνικής περηφάνιας. Άλλο να σε σπρώχνει στην απ’ έξω ο «δικός» σου διευθυντής και άλλο ένας «ξένος»…

Ας μας διευκρινίσουν, όμως, αυτοί οι κύριοι και κυρίες, ποια κεκτημένα υπερασπίζονται και ποιον πολιτισμό παραβάλλουν έναντι του ―διορισμένου από την ελληνική πολιτεία και παραιτηθέντα πια― επίβουλου Βέλγου;

Μήπως τον πολιτισμό που ―με τις αφεντιές τους πρωταγωνιστές ή κομπάρσους― απολάμβανε ο λαός μας τα περίφημα χρόνια της «ευημερίας»; Τα υποπροϊόντα και σκουπίδια που κατακλύζουν τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις; Τα σιντί που κόστιζαν σχεδόν όσο το μεροκάματο ενός ανειδίκευτου εργάτη; Τα βιβλία του τίποτα δίπλα στα ράφια με τις «απαλές» μουστάρδες; Τα ιλουστραϊσιόν εξώφυλλα της φώτοσοπ ματαιοδοξίας; Μήπως τον πολιτισμό της «καινοτόμας επιχειρηματικότητας»; Τις «ιν» και «μαστ» θεατρικές και μουσικές σκηνές; Τις τύπου ολυμπιακών αγώνων «υπερπαραγωγές»; Τα τηλεοπτικά «τάλεντ-σόους» ως πυξίδα στην εκπλήρωση των ονείρων της νέας γενιάς; Τις σέξι ντίβες και τους γκλόσι γαρυφαλοφόρους αοι(η)δούς της νύχτας; Τις χρυσοφόρες πένες των μπεστσελεράδων «διανοούμενων»; Μήπως τους ψευτοκουλτουριάρηδες ιδοκτήτες μικροκόσμων; Τα παγκόσμια δίκτυα των μέσων κοινωνικής αποχαύνωσης, όπου ο καθένας χτίζει και περιχαρακώνεται πίσω από το «προφίλ»-εγώ του; Μήπως, τέλος πάντων,  κάθε τι που πουσάρουν  τα επιχειρηματικά συμφέροντα που κατέχουν ή ελέγχουν όλη την αλυσίδα, από την παραγωγή ως την κατανάλωση: και εκδοτικούς οίκους, και διαφημιστικές εταιρείες, και θεατρικούς οργανισμούς, και εταιρείες παραγωγής, και νυχτερινά κέντρα «διασκέδασης» και δισκογραφικές εταιρείες και ραδιοφωνικούς σταθμούς και τηλεοπτικά κανάλια και δημοσιογράφους και εφημερίδες και περιοδικά και ιστοσελίδες, ακόμα και «προσωπικά» ιστολόγια;

Ή, μήπως, όλα τα παραπάνω μαζί με αυτά που έρχονται να προστεθούν στα χρόνια της «κρίσης» όπως  ―ας πούμε το πιο πρόσφατο― το να πρέπει μια τετραμελής οικογένεια να ξοδέψει ένα βδομαδιάτικο (4χ20=80 ευρώ ― ναι, είναι βδομαδιάτικο αυτό το ποσό για πολλούς πια) για να επισκεφτεί την Ακρόπολη;

Δεν μπαίνουν βέβαια όλοι οι καλλιτέχνες στο ίδιο τσουβάλι και δεν πρεσβεύουν όλοι τα ίδια. Ανάμεσα σε όσους διαμαρτύρονται βρίσκονται παλιοί και νεώτεροι αγωνιστές με αμέτρητα «κολλημένα ένσημα» στον πολιτισμό και τους κοινωνικούς αγώνες.

Διαβάζοντας την ανοιχτή επιστολή του Χρήστου Λεοντή, ενός από τους σπουδαιότερους εν ζωή εκπροσώπους του πολιτισμού μας, χαμογελάς πικρά (…αφού πρώτα έχεις διανύσει το στάδιο της οργής): «Μουσείο Μπενάκη: ΓΑΛΛΟΣ, Ελληνικό κέντρο κινηματογράφου: ΓΕΡΜΑΝΟΣ, Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: ΓΑΛΛΙΔΑ, Ελληνικό Φεστιβάλ: ΒΕΛΓΟΣ…».

Γιατί; Δεν υπάρχουν καταξιωμένοι Έλληνες  γι’ αυτές τις θέσεις; Είναι άραγε σωβινισμός να θέλεις στην πατρίδα σου να κάνουν κουμάντο τα παιδιά της και όχι ξένοι κηδεμόνες; Αποτελεί εθνική προκατάληψη να υπερασπίζεσαι τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας σου, στον πολιτισμό και παντού; Όμως το κυρίαρχο ζήτημα θα είναι πάντα: ποιον πολιτισμό;

Από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους μέχρι τις μέρες μας, οι εκπρόσωποι της πολιτικής εξουσίας αυτού του τόπου συναγωνίζονται στην υποτέλεια και την υποταγή απέναντι στις «μεγάλες ―ενίοτε… προστάτιδες― δυνάμεις». Πιστοί και φανατικοί υπηρέτες της τάξης που κατέχει αδιάλειπτα την  οικονομική εξουσία, προσφέρουν τη γη και το  ύδωρ αυτής της χώρας και εισπράττουν δάνεια, «πακέτα» και «προγράμματα», που νέμονται τ’ αφεντικά τους· που, διαχρονικά, τις μεταξύ τους διαφορές καθορίζει ο βαθμός βουλιμίας τους για περισσότερα κέρδη και η ικανότητά τους να επιβάλλονται στους ανταγωνισμούς για το μοίρασμα της κάθε «πίτας». Όλο αυτό το πολιτικό προσωπικό πότε ως εθνικόφρονες, πότε ως δεξιοί πατριώτες, πότε ως κεντρώοι και σοσιαλιστές και, εσχάτως, ως αριστεροί  έπαιζαν στα ζάρια την εδαφική ακεραιότητα της χώρας, έκαναν βαθιές υποκλίσεις στον καταχτητή, ξεπούλαγαν τον φυσικό πλούτο, «αξιοποιούσαν» την δημόσια περιουσία, υποθήκευαν το μέλλον της· γιατί, λοιπόν, ο πολιτισμός θα αποτελούσε εξαίρεση; Εδραιώνοντας παράλληλα την εξουσία του αστικού κράτους απέναντι σε όσους το αμφισβητούν, αξιοποιώντας τους μηχανισμούς του συστήματος που (ανα)παράγουν φοβισμένους ραγιάδες και πολίτες-πελάτες· για να φτάσουν σήμερα στο σημείο (οι πελάτες) ν’ αναζητούν την λύτρωση στο πότε θα «πιάσουν πάτο» και όχι στο σπάσιμο του βαρελιού.

Θα πει κάποιος τώρα, το ακριβό εισιτήριο της Ακρόπολης σε μάρανε, είδαμε και τότε που ήταν φτηνότερο…  Δεν θα ’χει άδικο.

Τι διδάσκεται ένα παιδί για τον πολιτισμό και τη θέση του μέσα σ’ αυτόν, από τη στιγμή που καταλαβαίνει τον κόσμο, στην οικογένεια, στο σχολείο αργότερα, και πιο μετά στο πανεπιστήμιο, στο εργασιακό του περιβάλλον; Πώς καλλιεργείται  μια χέρσα συνείδηση η οποία καλείται από την εξέλιξη να συνεισφέρει τους καρπούς της στην πρόοδο; Όταν σπορέας είναι το σύστημα που σου μαθαίνει ότι επιτυχία είναι να ξεχωρίσεις με κάθε τρόπο από τους άλλους και σε διαπαιδαγωγεί να μην έχεις αναστολές, ακόμα και αν «χρειαστεί» να πατήσεις στα πτώματά τους, προκειμένου  να τα καταφέρεις, είναι προφανές τι είδους πολιτισμός βολεύει και θα παράγει αυτό το σύστημα και ο πολίτης-πελάτης θα καταναλώνει.

Αναρωτιόμαστε, όλο και πιο συχνά τελευταία, που είναι οι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής μας; Υπάρχουν; Γιατί δεν μιλούν;

Η παραγωγή πολιτισμού είναι αναμφισβήτητα συνυφασμένη με την δοσμένη κάθε φορά εποχή και τις συνθήκες μέσα στις οποίες μια κοινωνία αναπνέει,  ονειρεύεται, εμπνέεται, παράγει, διεκδικεί. Το να χειραγωγούνται και να θυσιάζονται τα όνειρα, οι ελπίδες και οι προσδοκίες του λαού στην  κατεύθυνση εξυπηρέτησης των συμφερόντων της εξουσίας των πλουτοκρατών, είναι καθοριστικός παράγοντας για να διατηρείται ο φαύλος κύκλος της σαπίλας, που θέλει την τέχνη εμπόρευμα και τον πολιτισμό προϊόν σαν αυτά που βρίσκει κανείς στα ράφια του σούπερ-μάρκετ.

Μεγαλύτερη και πιο επικίνδυνη από την οικονομική κρίση είναι σήμερα η κατάπτωση των αξιών, η ηθική ξεφτίλα, η νοσηρή ατμόσφαιρα μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε αποσύνθεση. Η κοινωνία που ονειρευόταν να πιάσει την καλή, να «τρουπώσει» και να βολέψει την πάρτη της, που μεταθέτει τις ευθύνες της και αναθέτει τις ελπίδες της, σάπισε μαζί με τους θεσμούς που την άντρωσαν και στη ράχη της βγήκαν και σεργιανάνε ρατσιστικά, ξενοφοβικά, ομοφοβικά, φασιστικά και άλλα σκουλήκια.

Και ο πολιτισμός που έχτισαν οι δουλευτάρηδες αυτού του τόπου, της γης, της πέτρας, της πένας, του χρωστήρα, των ρυθμών;  Ο πολιτισμός που δημιούργησε αυτός ο λαός όποτε περπάτησε λεβέντικα, όποτε δεν σκιάχτηκε εχθρούς και δεν λογάριασε θυσίες προκειμένου να υπερασπιστεί την τιμή και την αξιοπρέπειά  του και να διαφεντέψει τις τύχες του; Ο πολιτισμός που ρίζωσε και άνθισε πλάι στις  ποτισμένες με αίμα ρίζες των δέντρων της αντίστασης και της λευτεριάς, ανάμεσα στους σωρούς από κόκαλα αγωνιστών-μαχητών που έπεσαν για το δίκιο και την πρόοδο; Η ελπίδα; Μήπως πεθάνει κι αυτή όταν φύγουν και οι τελευταίοι μεγάλοι του λαϊκού μας πολιτισμού; Είναι αυτή η κατάσταση χωρίς επιστροφή;

Ο πολιτισμός μας θα παραμένει ζωντανός όσο τον σηκώνουν στις μνήμες και στα μπράτσα τους οι περήφανοι  ωραίοι ―  «μοιραίοι» κατά τους δειλούς και άβουλους καλλιτέχνες και καλλιτεχνίζοντες  επιπλέοντες φελλούς. Η ανάγκη για έκφραση και καλλιτεχνική δημιουργία εκεί που χτυπάει η καρδιά και στάζει ο ιδρώτας αυτών που παράγουν και δημιουργούν όλα όσα υπάρχουν γύρω μας, θα ξεπηδά σαν φλόγα και θα παλεύει με τα σκοτάδια.  Όσο θα υπάρχει και θα δυναμώνει η ταξική πάλη θα ξεπηδάνε οι φλόγες του λαϊκού μας πολιτισμού και  της αντίστασης και θα διαμορφώνουν τις συνθήκες εκείνες της ανατροπής της σαπίλας και του χτισίματος μιας κοινωνίας όπου κάθε άνθρωπος θα είναι κι ένας καλλιτέχνης της ζωής.

Όσο θα βαδίζουμε στον δρόμο που μας έχουν επιβάλει οι δυνάστες του μόχθου και των ονείρων μας, θα ερχόμαστε αντιμέτωποι με σωρούς από  εγχώρια και ξενόφερτα σκουπίδια και, πότε Έλληνες, πότε Ευρωπαίοι, πότε Αμερικανοί, πότε Ρώσοι, θα μας τραβάνε απ’ το αυτί και θα μας επιβάλουν τι θα φάμε και τι θα πιούμε, τι μουσική θ’ ακούσουμε, ποια ταινία θα δούμε και σε ποια γη θα σκοτωθούμε για τα συμφέροντα των εκμεταλλευτών μας.

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Χρόνια που φεύγουν και χρόνια που έρχονται…


Γράφει η ofisofi // atexnos

«Ο χρόνος, σκέφτομαι, ίσως είναι μια αργοπορημένη τιμωρία – για ποιο πανάρχαιο σφάλμα! Βράδιαζε. Άνοιξα το παράθυρο κι αφουγκράστηκα μακριά το αιώνιο παράπονο του κόσμου.

Έτσι συνήθως χάνουμε τα πιο ωραία χρόνια μας, από ‘να τίποτα: ένα αύριο που άργησε ή ένα λυκόφως που κράτησε πολύ….»

                                                                                  Τάσος Λειβαδίτης

Ο χρόνος λένε οι επιστήμονες είναι έννοια σχετική και κατασκευασμένη από τους ανθρώπους. Δεν υπάρχει. Παρ’ όλα αυτά ένας χρόνος φεύγει και ένας χρόνος έρχεται και αυτό βοηθάει να οριοθετήσουμε τη ζωή μας και τις ανάγκες μας. Κάθε φορά που ξεκινάει αυτό το ταξίδι μέσα στο νέο χρόνο μέσα μου κυριαρχεί το άγχος και η αγωνία του άγνωστου. Τι είναι αυτό που η ζωή μάς επιφυλάσσει κάθε φορά και πώς θα το διαχειριστούμε.

Από την άλλη ο νους μου γυρίζει πίσω και κοιτά με ασφάλεια πια ό,τι ζήσαμε, το παρελθόν. Αυτό δεν αλλάζει, έχει ήδη αφήσει το αποτύπωμα, το ίχνος του σε πράγματα, σε στιγμές , σε σχέσεις, σε φωτογραφίες. Είναι σαν αέρας άλλοτε δυνατός και άλλοτε ήπιος που παρασέρνει μαζί του τα μικρά και μεγάλα. Μπορεί να τα νιώσαμε όταν συνέβησαν αλλά τώρα έχουμε μόνο την ανάμνησή τους. Όσο περνάει ο καιρός αυτή η ανάμνηση λειαίνει την τραχύτητα, απαλύνει την αγριάδα και την έντασή τους σε σημείο να ξεχνάμε τις δύσκολες και τις επώδυνες στιγμές.

Μπροστά μας ορθώνεται το παρόν και στο βάθος θαμπό και αβέβαιο το μέλλον. Ακροβατώντας ανάμεσα στα όρια του χρόνου αδυνατώ να συλλάβω πλέον την ταχύτητα με την οποία τρέχουν τα γεγονότα και οδηγούν σε ανατροπές πολυεπίπεδες.

Ο κόσμος αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα και τρομακτικές αντιθέσεις. Τεράστια χάσματα ανοίγονται ανάμεσα στις κοινωνίες των ανθρώπων και ανάμεσά τους καταβαραθρώνονται αξίες, ιδανικά, δικαιώματα, ζωές. Στη μια μεριά η τεχνολογία εκτινάσσει τη ζωή μας σε δυσθεώρητα ύψη, ανατρέπει συνήθειες χρόνων, διευκολύνει την επικοινωνία και δικτυώνει τους ανθρώπους. Καταιγισμός πληροφοριών, γνώσεων και εικόνων.

Στην άλλη μεριά η ζωή μας σε εναγώνια προσπάθεια να κρατηθεί όρθια.  Πολλές οι ανατροπές, δεν προλαβαίνουμε να τις συνειδητοποιήσουμε. Κατακτήσεις και δικαιώματα που χρειάστηκαν πολλούς αγώνες για να θεσμοθετηθούν και χύθηκε πολύ αίμα για να εδραιωθούν χάθηκαν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα καθόλου ανάλογο εκείνου που χρειάστηκε για να αποκτηθούν.

Κυρίαρχη η τεχνολογία στη ζωή μας. Αλλά τι αξία έχει η γρήγορη επικοινωνία και η κοινωνική δικτύωση όταν η καθημερινότητα μας στερείται στοιχειωδών πλέον δικαιωμάτων και απολαύσεων και η κάθε προσπάθεια αναλώνεται  στην εξασφάλιση των μέχρι πριν λίγο καιρό αυτονόητων, δηλαδή στέγης και τροφής;

Για μια ακόμη φορά η τεχνολογία χρησιμοποιείται για να απομακρύνει από την ποιότητα της ζωής. Ας λένε μερικοί ότι οι κοινωνικές αλλαγές θα γίνουν μέσω της τεχνολογίας, δηλαδή του διαδικτύου. Όπως πάνε τα πράγματα σε λίγο καιρό δεν θα είμαστε σε θέση να εξασφαλίσουμε ούτε τη στοιχειώδη πρόσβαση σε αυτή καθώς η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και τηλεφωνικής σύνδεσης στο σπίτι μας θα είναι είδος πολυτελείας όπως είδος πολυτελείας έγινε  και η θέρμανση.

Πριν από αρκετά χρόνια, στη δεκαετία του ’80 ονειρευόμασταν ένα κόσμο διαφορετικό. Θεωρούσαμε δεδομένη την εργασία και ζητούσαμε να δουλεύουμε λιγότερο και να πληρωνόμαστε κανονικά διατηρώντας όλα τα δικαιώματά μας και στοχεύοντας στην αύξηση του ελεύθερου χρόνου καθώς θεωρούσαμε την δημιουργική αξιοποίησή του μια ακόμη κατάκτηση. Το αίτημα 35 ώρες δουλειά και πενθήμερη εργασία δεν ακουγόταν εξωπραγματικό. Τότε βέβαια δεν είχαμε internet. Μόλις και μετά βίας στα σπίτια μας έμπαινε θριαμβευτικά η έγχρωμη τηλεόραση. Με το ζόρι είχαμε τηλεφωνική σύνδεση γιατί ήταν και αυτή θέμα πελατειακών σχέσεων. Η λέξη διακοπές άρχισε να κάνει δειλά – δειλά την εμφάνισή της μιας και μέχρι τότε οι κάπως πιο εύποροι απλά παραθέριζαν. Παρ’ όλα αυτά οι άνθρωποι είχαν όνειρα και όραμα και κυρίως αγωνίζονταν λίγο ή πολύ.

Μετά μαζί με την Αλλαγή ήρθαν  και  οι αλλαγές.  Με τις διάφορες κοινωνικές παροχές  οι άνθρωποι ένιωσαν ότι η ζωή τους  βελτιώθηκε και αφέθηκαν  και εξαγοράστηκαν και κάποια μέρα με πολλά προσχήματα χάσαμε τα πάντα. Πρώτα πρώτα τη μόνιμη και σταθερή δουλειά. Αυτό έγινε σιγά σιγά για να μην το καταλαβαίνουμε. Ελαστικά ωράρια, μερική απασχόληση, χαμηλά μεροκάματα, ανασφάλιστη και μαύρη εργασία και η ζωή συνεχιζόταν σαν να μην συνέβαινε τίποτα. Και φθάσαμε σήμερα να μην υπάρχει μόνιμη και σταθερή εργασία, ούτε αξιοπρεπές μεροκάματο και αξιοπρεπής μισθός και επειδή το μη χείρον βέλτιστον καλή είναι και η σύμβαση των δύο, πέντε, οκτώ μηνών. Και όχι μόνον αυτό, αλλά γίναμε η γενιά των δόσεων και των ρυθμίσεων. Και κάποια στιγμή αντιληφθήκαμε ότι  γεμίσαμε τη ζωή μας με πράγματα και αδειάσαμε από ζωή, όπως έγραφε κάποτε ένα σύνθημα σε τοίχο.

Εμείς που έχουμε ακόμη δουλειά ή  κατορθώσαμε να συνταξιοδοτηθούμε έστω και με ψιχουλάκια  μάλλον είμαστε οι τελευταίοι που διατηρούμε το δικαίωμα που έγινε προνόμιο.

Ναι, αλλά έχουμε internet, facebook, twitter, skype, iphone , ipad κ.λπ. Μου θυμίζει τις παραγκουπόλεις στις παρυφές του αναπτυγμένου κόσμου που οι κάτοικοί τους ζουν μέσα στη φτώχεια και στην εξαθλίωση,  δεν πηγαίνουν σχολείο, δεν έχουν περίθαλψη, τα παιδιά τους τσαλαβουτούν μέσα στα απόβλητα των εργοστασίων, στα σπίτια τους δεν υπάρχει νερό, αποχετευτικό, ψυγείο αλλά   έξω από κάθε παράγκα υπάρχουν μεγάλα δορυφορικά πιάτα για να βλέπουν τηλεόραση και να ξεχνιούνται με τις σαπουνόπερες γεμίζοντας το στομάχι τους από τα φαγητά των μαγειρικών εκπομπών.

Έτσι και εμείς. Σε  κλάσματα δευτερολέπτων επικοινωνούμε με τα παιδιά μας, τους νέους μετανάστες, στο εξωτερικό  Για σκέψου πόσο χρόνο έκανε το γράμμα παλιότερα να πάει και πόσο κόστιζε το τηλεφώνημα με το εξωτερικό. Μεγάλη πρόοδος στην επικοινωνία, επαναστατική. Και οι τηλεοράσεις οι λεπτές και μεγάλης ευκρίνειας με πόσο όμορφο τρόπο μεταδίδουν από το πρωί μέχρι το βράδυ τις χαζοχαρούμενες εκπομπές τους και την προπαγανδιστική τους πληροφόρηση τόσο που νομίζουμε ότι  δεν μας αφορά αυτό που συμβαίνει έξω από τον εαυτό μας και το σπίτι μας, ότι είμαστε   καλά γιατί δεν χάσαμε τη δουλειά μας, το σπίτι μας, δεν  μας πέταξαν στο δρόμο, δεν κοιμόμαστε  κάτω από τη γέφυρα, δεν τρώμε  στο συσσίτιο, δεν φτάσαμε στα όρια της αυτοκτονίας, δεν κρυώσαμε, δεν καήκαμε. Αλλά και πολλοί από εκείνους που βρέθηκαν αντιμέτωποι με αυτά ή άλλα προβλήματα  υιοθέτησαν  μοιρολατρική συμπεριφορά και ιώβεια υπομονή. Συνήθισαν να ζουν προσαρμοζόμενοι ή  περιμένοντας ένα θαύμα.

Μπορούμε  όμως να είμαστε καλά, να ζούμε καλά, να αισθανόμαστε  καλά  μέσα σ’ ένα κοινωνικό σύστημα ανθρωποφάγο, γεμάτο αδικία, δυστυχία και θάνατο; Ποιον  άραγε περιμένουμε να μας σώσει αν εμείς δεν αγωνιστούμε συλλογικά και στοχευμένα για το παρόν και το μέλλον μας;

Η ανοχή μας είναι και συνενοχή σε ό,τι απάνθρωπο  μάς επιβάλλεται  και θα μας επιβάλλεται τα αμέσως επόμενα χρόνια. Όμως με την αδιαφορία ή το φόβο μας  «Έτσι συνήθως χάνουμε τα πιο ωραία χρόνια μας, από ‘να τίποτα: ένα αύριο που άργησε ή ένα λυκόφως που κράτησε πολύ….» .