Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επέτειοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επέτειοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Μαΐου 2020

9 του Μάη 1945

Το παρακάτω άρθρο υπογράφει ο ζωγράφος, χαράκτης και εικονογράφος  Γιάννης Στεφανίδης( 1919 -2010). Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Ριζοσπάστης" στις 14 Ιουνίου 2005 με αφορμή τα 60 χρόνια από τη μεγάλη αντιφασιστική νίκη των λαών. Το άρθρο βρίσκεται και στο βιβλίο του Γιάννη Στεφανίδη " Σκόρπιες σελίδες της ζωής και του ονείρου" το οποίο εκδόθηκε από τη Σύγχρονη Εποχή το 2008. Το χαρακτικό είναι επίσης του Γιάννη Στεφανίδη.



9 του Μάη 1945. Σαν και σήμερα το δικέφαλο τέρας - ναζισμός, φασισμός - σωριάστηκε κάτω, χτυπημένο θανάσιμα από τα πλήγματα του Κόκκινου Στρατού. Σαν και σήμερα στήθηκε η σημαία με το σφυροδρέπανο στην πιο ψηλή μετώπη του Ράιχσταγκ. Και έπεσε το τέρας, από τα χτυπήματα του Σοβιετικού στρατού και μόνο, γιατί οι σύμμαχοι αδρανούσαν, με τον κρυφό πόθο να νικηθεί τελικά η ΕΣΣΔ από τη χιτλερική Γερμανία...Όταν όμως είδαν πως ο Κόκκινος Στρατός έτρεχε ολοταχώς για το Βερολίνο, τρόμαξαν. Φοβήθηκαν μην κοκκινίσει η Ευρώπη! Και μόνο τότε αναγκάστηκαν ν' ανοίξουν το δεύτερο μέτωπο...
Τιτάνιος ήταν ο αγώνας και πέρασε από πολλές φάσεις, αμφίρροπες, μέχρι να' ρθει αυτή η περίλαμπρη νίκη. Ήταν πολύ βαρύ το τίμημα σε αίμα. Κάπου 50.000.000 νεκροί θάφτηκαν σε απέραντα νεκροταφεία, κι όλοι αυτοί έδωσαν τη ζωή τους για να ξαναμοιράσουν οι " μεγάλοι" τις αποικίες τους!
 Όμως πραγματικά νικήθηκε ο φασισμός; Αυτές οι ατέλειωτες στρατιές των νεκρών δικαιώθηκαν; Όχι! Το φίδι άφησε τ' αυγά του, κι ένα- ένα άρχισαν να σκάνε τα τσόφλια τους...Απ' το 1944 κιόλας ο Τσόρτσιλ στην Αθήνα, το Δεκέμβρη του'44, διέταξε το στρατηγό Σκόμπι να χτυπά αλύπητα σαν να βρίσκεται σε κατεχόμενη χώρα(!), ενώ το 1946 κήρυξε στο Φούλτον των ΗΠΑ τον ψυχρό πόλεμο ενάντια στην ΕΣΣΔ. Το 1949 ο αρχιεγκληματίας Τρούμαν, εξάγγειλε το δόγμα του, έφτιαξε το ΝΑΤΟ, αμυντική συμμαχία το είπε που στην ουσία ήταν επιθετική! Έριξε τις ατομοβόμβες στην Ιαπωνία - σαν προειδοποίηση στην ΕΣΣΔ - κι ήταν έτοιμος να τις ρίξει και εκεί!. Έλα όμως που οι Σοβιετικοί, με τη δική τους βόμβα, του' κοψαν τη φόρα! Άναψαν πολέμους οι ΗΠΑ σε Βιετνάμ, Κορέα, Γιουγκοσλαβία, Αφγανιστάν, Παλαιστίνη, Ιράκ κι όπου αλλού " θίγονταν τα συμφέροντά τους", ενώ είναι μακρύς ο κατάλογος των χωρών όπου ο νέος Καίσαρας απειλεί να φέρει την "ελευθερία"...Κι εδώ, στην έρμη πατρίδα, είχαμε το θλιβερό προνόμιο να είμαστε οι πρώτοι, σ' όλη την Ευρώπη, που ο φασισμός ξανασήκωσε κεφάλι. Οι συνεργάτες των κατακτητών βγήκαν στον αφρό, γίνανε εξουσία, ενώ οι αγωνιστές της Λευτεριάς μπήκαν στις φυλακές, στήθηκαν μπροστά στα εκτελεστικά αποσπάσματα, ή εξορίστηκαν στα ξερονήσια. Αργότερα, οι Ρώσοι ξέχασαν τις θυσίες των παππούδων και των πατεράδων τους κι άφησαν ένα μεθύστακα κι έναν υποψήφιο πιτσαδόρο να αλώσουν, χωρίς την παραμικρή αντίσταση, την ΕΣΣΔ, τον κύριο συντελεστή της νίκης! Και τώρα που λιώνουν τα χιόνια στις πόλεις, βρίσκουν τους άστεγους νεκρούς και κατεψυγμένους - χιονονιφάδες τους λένε...Εκεί τώρα οι μητέρες πουλάνε τα παιδιά τους, και οι πανέμορφες Ρωσίδες γέμισαν τα καμπαρέ του " ελεύθερου κόσμου" και της μέσης Ανατολής, ενώ στην " Ενωμένη Ευρώπη" άρχισαν να απαγορεύονται τα Κομμουνιστικά κόμματα, και να διαδηλώνουν νεαροί φορώντας τον αγκυλωτό σταυρό!
Ημέρα μνήμης, λοιπόν η 9η του Μάη! Αλλά αυτήν ακριβώς τη μέρα η Ευρωπαϊκή Ένωση την καθιέρωσε σαν ημέρα της Ενωμένης Ευρώπης, ώστε να ξεχαστεί η μεγάλη αντιφασιστική νίκη των λαών!
Νικήθηκε, λοιπόν, ο φασισμός; Και βέβαια νικήθηκε, όμως ξανασήκωσε το απαίσιο κεφάλι του!
Και τώρα ήρθε η ώρα να σηκώσουν κι οι λαοί το κεφάλι και το γιγάντιο ανάστημά τους και να ορκιστούν όλοι,οι καινούριοι προλετάριοι, εργάτες, αγρότες, μικροαστοί, όλης της γης οι κολασμένοι, πως με όποιον τρόπο, με όποια θυσία, θα ξετινάξουν από πάνω τους τον βραχνά του φασισμού!...

Τρίτη 21 Απριλίου 2020

Είχε ξημερώσει η 21η Απριλίου...

...Ένιωσα ένα βάρος πάνω στα πόδια μου, προσπάθησα να ελευθερωθώ απ' αυτό, δεν μπόρεσα. Ξύπνησα. Προσπάθησα ν' ανασηκωθώ. Δεν μπόρεσα. Υλικό το βάρος με εμπόδιζε. Μίλησα, είπα: Ποιος είναι καθισμένος στα πόδια μου; Δεν απάντησε κανείς. Τρομοκρατήθηκα, μπορεί και να έχασα τις αισθήσεις μου, δεν ξέρω. Κάποιος μετακινήθηκε, μαζί του και το βάρος. Μουρμούρισα από μέσα μου: Μητέρα, αν είσαι εσύ, ελευθέρωσέ με. Η μητέρα είχε πεθάνει πριν δυό μήνες ακριβώς. Τα πόδια μου κινήθηκαν και βυθίστηκα στον ύπνο. Τώρα αισθάνομαι μια ζεστή ανάσα στο πρόσωπό μου, κάποιος τραβάει την κουβέρτα και με ξεσκεπάζει. Είναι ένα άσπρο σκυλί που στέκει στα δυό του πόδια και με καλεί να χορέψουμε. Σηκώνομαι και το ακολουθώ στο πλαϊνό δωμάτιο, εκεί που ήταν το σαλόνι. Ένα φως ροζ, τόσο ροζ που δεν θυμάμαι ποτέ να το' χω ξαναδεί, το δωμάτιο τελείως κενό, χορεύω με το σκύλο μέσα στη μέση του δωματίου αλλά αισθάνομαι πως με κοιτάζουν. Σηκώνω τα μάτια μου, γύρω γύρω στρατιώτες δίχως πρόσωπα, πάνω σε ξύλινα πρόσωπα σαν αυγά, υπάρχουν μόνο τα μάτια που με παρακολουθούν και με παγώνουν. Από το φόβο θέλω να ουρλιάξω, ο σκύλος όμως θέλει να χορεύω, για μια στιγμή ανάμεσα στις στρατιωτικές φιγούρες βλέπω την αδελφή της μητέρας μου, πάω να της ζητήσω βοήθεια, όμως ξαφνικά είμαι πάλι θεομόναχη μέσα στο άδειο δωμάτιο και στην απέναντι πόρτα ορθή μέσα στο γύψο η κόρη μου. Παραλύω από το φόβο, δεν έπρεπε να σηκωθεί από το κρεβάτι της, ο σκύλος με στρέφει προς το παράθυρο. Μέσα στο πλαίσιο του παραθύρου βλέπω μια βάρκα ν' απομακρύνεται, μέσα κάθεται η μητέρα μου και κρατάει στην αγκαλιά της ένα νέο αγόρι σαν πεθαμένο. Όχι!, Όχι, δεν είναι ο γιος μου αυτό! Η βάρκα όλο κι απομακρύνεται. Ποιον παίρνει η μητέρα μου στον άλλο κόσμο μαζί της;..

Το ίδιο πρωί μαθαίνεις ποιος ήταν ο νεκρός. Είχε ξημερώσει η 21η Απριλίου.

Ξεπέρασες το φράγμα του φόβου, ο φόβος είναι μια λειτουργία που μπορεί να γίνει καθεστώς. Είσαι εγκατεστημένη μέσα στο καθεστώς του φόβου, λειτουργείς και υπάρχεις δια του φόβου, δεν υπάρχει άλλο βήμα για να πας πιο εκεί. Μπροστά από το παράθυρό σου περνάει η κηδεία. Μέσω του σώματός του κληρονομήθηκε και παραδόθηκε ο φόνος, σήμερα κηδεύεται αθώος και ένοχος, οι ένοχοι ελεύθεροι θα εξακολουθούν να συνωμοτούν με κάσκες, με τραγιάσκες ή μέσα στη φιλαρμονική που παιανίζει πένθιμα την εκφορά του.

Η λαϊκή αγορά την Παρασκευή της 21ης Απριλίου, η πορτοκαλιά άνοιξη σπαρμένη καταμεσής του δρόμου ανάμεσα στα φορτηγά, ο Ύμνος της Ελευθερίας από τα ραδιόφωνα, τα πορτοκαλιά τανκς με τις σημαίες της Εθνικής Απελευθέρωσης των Ελλήνων, μπουκαπόρτες των πολιορκημένων, οι πολιορκητές με τα βέβαια σύμβολα "Σε γνωρίζω από την όψη", τη γαλανόλευκη και την " Μπόκα ντε λα βεριτά" ανοιχτή, να ξερνάει τον Ύμνο στην Ελευθερία, ο Σολωμός καβάλα ανάποδα σ' ένα γαϊδούρι για να μη βλέπει, σύμβολο όμως πάντα των Ελεύθερων Πολιορκημένων, οι μανάβηδες αφήνουν σωρούς τα φρούτα μέσα στη μέση του δρόμου, οδοφράγματα της άνοιξης τα λαχανικά, ακίνητα τα φορτηγά, η τάξις βασιλεύει - το λέει το ραδιόφωνο - αναποδογύρισε το φυτώριο των βασιλικών - υπάρχει και ανθοπώλης στη λαϊκή αγορά - το λουλούδι κι αναποδογυρισμένο ακόμα μοσκοβολάει, στα βάγια - σε δυό μέρες των Βαΐων - θα τα κόψουν απ' την ελιά που στέκει ακόμα ορθή με τυλιγμένη τη ρίζα της στη λινάτσα, όπου και να' ναι ο όνος θα φανεί.

Θούριος θριάμβου στα ραδιόφωνα " Εμπρός Ελάς για την Ελλάδα", λάθος, αυτός ήταν ο ύμνος των ανταρτών εναντίον των Γερμανών, " Εμπρός για μιαν Ελλάδα νέα" ο ύμνος της δικτατορίας, ο θούριος πάλι " εμπρός", πολλά " εμπρός" εκπέμπει, κανείς δεν ξέρεις προς τα πού να κινήσει, τα πάντα ακινητούν. Φλας. Πρώτο πλάνο: τα τανκς. Δεύτερο πλάνο: τα τανκς. Τρίτο πλάνο: τα τανκς. Θέλεις να φοβηθείς δεν φοβάσαι, δεν ξέρεις πια πώς να φοβηθείς. Νύχτα 3 του Δεκέμβρη 1944, ο βόμβος των τανκς, υποχθόνιος, υποβρύχιος, κάτω απ' το κρεβάτι, κάτω απ' τα θεμέλια του σπιτιού. Πάνε; Έρχονται; Δικά τους; Δικά μας; Ο φόβος περιγράφεται. Ο φόβος είναι...

Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ, Χρονικό ενός εφιάλτη( 1966-1974), Καστανιώτης, Αθήνα 1986.

" 21 Απριλίου 1967. Πραξικόπημα. Ο λαός σιδεροδέσμιος. Η στρατιωτική χούντα καταργεί κάθε έννοια ελευθερίας με όλα τα μέσα: συλλήψεις, εξορίες, φυλακές, βασανιστήρια, θάνατο.
Συγκλονιστική η κατάθεση της Μιλλιέξ. Γιατί δεν είναι η εμπειρία ενός ατόμου που στερήθηκε τα πολιτικά του δικαιώματα, καταδικάστηκε ερήμην, του αφαιρέθηκε η υπηκοότητα, του απαγορεύτηκε η επάνοδος στην πατρίδα. Είναι και τα βιώματα ενός μεγάλου μέρους του ελληνικού λαού. 
" Δίχως γλώσσα, δίχως τόπο, πού είναι η πατρίδα, το σώμα σου δεν έχει χώρο πουθενά", λέει η Μιλλιέξ. " Η στέρηση της γλώσσας είναι σκληρή σαν την πείνα. Έξω από την πατρίδα μου, διαπίστωσα μέσα μου το θάνατο του λόγου και για τρία χρόνια δεν προσπάθησα να ξαναμιλήσω πια.
Συσσώρευσα, όμως, θυμό κι αυτό ήταν που μια μέρα έσπασε το φράγμα κι άξαφνα ξεχύθηκαν όλες οι λέξεις μαζί, απαγορευμένες λέξεις, που ανέβαιναν από τα έγκατα στην επιφάνεια υπερασπίζοντας την ύπαρξή μου την ίδια, απαγγέλοντας το Κατηγορώ εναντίον κάθε βιασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του πνεύματος".
Αυτό είναι το "Χρονικό" .


Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Τα δύο Εικοσιένα

ΤΟ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ, όπως το ξέρουμε μέσα από την επίσημη ιστορική παράδοση, μοιάζει με τ' αναστραμμένο είδωλο που βλέπουμε να καθρεφτίζεται στα θαμπά νερά μιας λίμνης. Είναι βέβαια η ίδια η εικόνα, μα δοσμένη από την ανάποδη. Για να γνωρίσει κανείς τ' αληθινό Εικοσιένα, πρέπει να σκύψει πάνω σ' άλλα κείμενα· σ' εκείνα που προετοίμασαν το σηκωμό, σ' αυτά που γράφτηκαν όσο βρόνταγε το καριοφίλι κι άστραφτε το γιαταγάνι και στ' απομνημονεύματα των αγωνιστών - του Μακρυγιάννη, του Κασομούλη, του Κολοκοτρώνη, του Φωτάκου, του Σπυρομήλιου, του Περραιβού, του Σπηλιάδη και τόσων άλλων.
Δύο ήταν τα Εικοσιένα· το ένα του λαού και των πιο προοδευτικών ανθρώπων εκείνου του καιρού, το άλλο των κοτζαμπάσησδων και των πολιτικάντηδων. Του πρώτου οι ρίζες αντλούνε τους χυμούς τους από τα "Δίκαια του ανθρώπου" του Ρήγα Βελεστινλή· πάνω στ' άλλο πέφτει βαρύς ο ίσκιος της "Πατρικής διδασκαλίας" του Μακαριωτάτου Πατριάρχη της Αγίας Πόλης Ιερουσαλήμ κυρ - Ανθίμου - ή πιο σωστά του Γρηγορίου.

Ο σκοπός όπου απ' αρχής κόσμου οι άνθρωποι εσυμαζώχθησαν από τα δάση την πρώτην φοράν δια να κατοικήσουν όλοι μαζύ, κτίζοντας χώρας και πόλεις, είναι δια να συμβοηθώνται και να ζώσιν ευτυχισμένοι και όχι να συναντιτρώγωνται ή να ρουφά το αίμα τους ένας(...) Αυτά τα φυσικά δίκαια είναι: πρώτον, το να είμεθα όλοι ίσοι και όχι ο ένας κατώτερος από τον άλλον· δεύτερον, να είμεθα σίγουροι εις την ζωήν μας και κανένας να μην ημπορεί να μας την πάρη αδίκως και κατά φαντασίαν.

Αυτή είναι η φωνή του Ρήγα στα " Δικαιώματα του ανθρώπου" κι αυτό είναι το πρώτο Εικοσιένα.

Κλείσατε τ' αυτία σας, και μην δώσετε καμμίαν ακρόασιν εις τοιαύτας τας νεοφανείς ελπίδας της ελευθερίας εναντίον εις τα ρητά της θείας γραφής και των Αγίων Αποστόλων, οπού μας προστάζουν να υποτασσώμεθα εις τας υπερεχούσας αρχάς, όχι μόνον τας επιεικείς, αλλά και σκολίας, δια να έχωμεν θλίψιν εις αυτόν τον κόσμον.

Αυτό είναι το φαρμάκι της " Πατρικής διδασκαλίας" κι αυτό στέκεται το αντι- Εικοσιένα...


Δημήτρης Φωτιάδης, Καραϊσκάκης, Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1995, 14η έκδοση ( ξανακοιταγμένη και συμπληρωμένη.

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2019

Τα ματωμένα χιόνια

...Ενώ στο μέτωπο της VIII Μεραρχίας δινόταν η μάχη του Καλπακιού και του Καλαμά, η Πίνδος γινόταν σκηνή απέραντη και σκυθρωπή ενός άλλου δράματος, με κρίσιμη σημασία.
Σύμπλεγμα πολυδαίδαλο, τραχύ, από στεγνό βράχο και δασωμένες ρεματιές, πριονωτές ράχες, κυματερά κορφοβούνια και βαθύσκιωτα ρουμάνια, πλαγιές πηγμένες στο έλατο, την οξυά, η Πίνδος έχει πρόσωπο λεβέντικο με πάνω του τη σφραγίδα του μυθικού και του αιώνιου.
Είναι ένα συγκρότημα από βουνά, που ριζώνει κατάσαρκα στον ελληνικό κορμό και κλαδώνεται από τα βορειοδυτικά στα νοτιοανατολικά, κάπου εκατόν πενήντα χιλιόμετρα μάκρος. Χταπόδι τεράστιο, κουβάρι από μυώνες, πλοκάμια καβαλικευτά, μπερδεμένα, πλάθει τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής χερσονήσου. Για να κατέβεις βιαστής από τον βορρά, να χτυπήσεις τις πύλες της χώρας, πρέπει τον κόμπο τούτο να τον λύσεις. Δύσκολο πολύ. Κοιτάς τα καταράχια όπου κατρακυλάει το μαύρο έλατο, τις λαγκαδιές που βουίζουν μυστικά μέσα στην άχνα της απεραντοσύνης, και το μάτι σου θολώνει. Τα χωριά σωπαίνουν κουρνιασμένα στις βουνοπλαγιές, σαν όρνια. Ψηλά στα ουρανοθέμελα πυργώνονται απανωτά, άσωστες οι βουνοκορφές. Στις χαρακιές τους ασημίζει σαν κρεμασμένο τέλι η νεροσυρμή, γκρεμίζεται σε σκοτεινά φαράγγια. Σαν έρθει το πρώτο χιόνι, όλος αυτός ο γιγάντιος κόσμος παραχώνεται, γίνεται απέραντος άσπρος τάφος, όλο μυστήριο και σιωπή. Τότε, μήτε η αρκούδα, το αγριογούρουνο ή ο λύκος δεν ξεθαρρεύονται μακριά από τις μονιές τους. Μονάχα ο άνεμος θερίζει δρασκελώντας τα διάσελα, κυρίαρχος σαν Χάρος.
Για να παραβιάσουν την Πίνδο οι Ιταλοί, κι ας μην περίμεναν αποφασισμένη ελληνική αντίσταση, είχαν διαλέξει μια μονάδα τους από τις πιο επίλεκτες: τη Μεραρχία Τζούλια των Αλπίνων. Ήταν ενισχυμένη με ιππικό, Βερσαλλιέρους, σχηματισμούς μελανοχιτώνων κι Αλβανών. Με διοικητή της τον στρατηγό Μάριο Τζιρότι, η Τζούλια, επιστρατευμένη από καιρό, είχε μεταφερθεί στην Αλβανία τον Απρίλη του 1939.Είχε ασκηθεί στον ορεινό πόλεμος, ήταν απόλυτα κατατοπισμένη στη διαμόρφωση και στις συνθήκες του Μετώπου της Πίνδου, ανάλογα συγκροτημένη, λαμπρά εφοδιασμένη.
Η εισβολή της θα γινόταν με πέντε φάλαγγες, πέντε βέλη καλά ζυγιασμένα, έτσι που να χτυπήσουν κατάκαρδα την Ελλάδα: Τη Φάλαγγα Τολμέτσο στο αριστερό της μεραρχίας, στη σειρά ύστερα την Τζεμόνα, την Τσιβιντάλε, τη Βιτσέντσα και τέλος της Ακουίλα στο δεξί.. Ένα άλλο τμήμα της Τζούλια, μοιρασμένο σε τέσσερις ακόμα μικρές φάλαγγες, θα τόξευε στη βόρεια άκρη του τον ελληνικό υποτομέα, ανάμεσα στα υψώματα Κιάφα και Καταφύκι.
Αποστολή της Τζούλια ήτανε να εισχωρήσει ταχύτατα στα ορεινά περάσματα της Πίνδου, να κατέβει στο Μέτσοβο, να τσακίσει στα δύο τη ραχοκοκαλιά του Ελληνικού Μετώπου και ν' αποκόψει τις δυνάμεις της Ηπείρου από της Δυτικής Μακεδονίας.
Απέναντι στον επίφοβο αυτόν εχθρό, η ελληνική άμυνα είχε ν' αντιτάξει ένα σχηματισμό ισχνό: το Απόσπασμα Πίνδου. Διοικητής του ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης. Δύο χιλιάδες άντρες από εδώ, δεκαπέντε χιλιάδες από εκεί. Το Απόσπασμα Πίνδου είχε να καλύψει ένα μέτωπο από τριάντα πέντε χιλιόμετρα φάρδος σ' ευθεία γραμμή. Η άγρια ορεινή διαμόρφωση του εδάφους, αν ευνοούσε την ελληνική άμυνα, πολλαπλασίαζε όμως και το μάκρος του μετώπου που είχε να καλύψει.
Η αμυντική οργάνωση της περιοχής ήταν εντελώς πρόχειρη, καμωμένη βιαστικά μέσα στους τελευταίους μήνες, από τότε που ανέλαβε τη διοίκησή του ο Δαβάκης. Χωρίς πιστώσεις αρκετές στη διάθεσή του, αναγκάστηκε - καθώς στο μέτωπο της VIII ο Μαυρογιάννης - να ζητήσει την εθελοντική εργασία των χωρικών, για να γίνουν κάποια στοιχειώδη οχυρωματικά έργα. Αλλά κι ο οπλισμός, ο ιματισμός, τα πυρομαχικά του αποσπάσματος ήταν ελάχιστα. Διέθετε δύο εν όλω όλμους· τηλεφωνική γραμμή που να συνδέει τα τμήματα μεταξύ τους δεν υπήρχε άλλη από τη μία και μόνη πολιτική γραμμή από Εφταχώρι σε Κόνιτσα, με τις δευτερεύουσες μικροδιακλαδώσεις  της· οι περισσότεροι αξιωματικοί ήταν έφεδροι δίχως πείρα. Στο κατώφλι του χειμώνα, που εκεί απάνω είναι από την πρώτη στιγμή απάνθρωπος, με τέτοια δυσαναλογία σ' αριθμό, μέσα, με το βάρος της τεράστιας ευθύνης απέναντι στο σύνολο του μετώπου και στη χώρα, την ανεπιστράτευτη ακόμα, που περίμενε πίσω ακάλυπτη, ο αγώνας που είχε ν' αντιμετωπίσει το Απόσπασμα Πίνδου έπαιρνε τη μορφή αποστολής απελπισμένης.
Η 28η Οκτωβρίου ανέτειλε εκεί απάνω με καιρό κρύο, βροχερό. Στα δύο συντάγματα, 8ο και 9ο, που αποτελούσαν τη Μεραρχία Τζούλια, είχε δοθεί από τον στρατηγό Τζιρότι διαταγή που έλεγε:

" Η πρόθεσις μου είναι να επιτευχθή η προχώρησις μέχρι των θέσεων εις α ευρίσκονται οι εχθρικοί καταυλισμοί, χωρίς να δυνηθώσι τα εχθρικά στοιχεία, τα εγκατεστημένα δια την φρούρησιν των συνόρων, να σημάνωσι συναγερμόν. Όθεν επιβάλλεται όπως η πρώτη ενέργεια δια την δημιουργίαν των ρηγμάτων μελετηθή εκ των προτέρων και οργανωθή μέχρι των ελαχίστων λεπτομερειών.
Ιδιαιτέρως επιβάλλει να καθορισθώσι: Στοιχεία εντεταλμένα την εξουδετέρωσιν των σκοπών. Στοιχεία εντεταλμένα την αποκοπήν των τηλεφωνικών γραμμών.Στοιχεία εντεταλμένα την κατάληψιν των ελληνικών φυλακίων και την σύλληψιν των φρουρών των. Τα διάφορα στοιχεία δέον να εκλεγώσι μεταξύ των ικανωτέρων ανδρών δι' εκάστην αποστολήν. Εν συνόψει, η δράσις εις εκάστην των διεξόδων δέον να διεξαχθή δι' ολίγων δυνάμεων και μετά της μεγίστης ταχύτητος. Ουσιώδης συντελεστής ο αιφνιδιασμός".

Η εισβολή είχε αρχίσει, όπως και στο μέτωπο της VIII Μεραρχίας, προτού φέξει, πριν τελειώσει δηλαδή η διορία που όριζε το τελεσίγραφο. Αν, κατά μέσον όρο, οι ιταλικές φάλαγγες είχαν παραβιάσει τη μεθόριο στις πέντε η ώρα, σε κάποια φυλάκια της Πίνδου οι αιφνιδιασμοί εκδηλώθηκαν πολύ πριν.Το φυλάκιο 22 λόγου χάρη, πάνω από το Ασημοχώρι, χτυπήθηκε γύρω στη μία μετά τα μεσάνυχτα. Οι ακρίτες αυτοί της ελληνικής γης, δεν είχαν προλάβει ακόμα να μάθουν πως αρχίζει πόλεμος, να καταλάβουν τι συμβαίνει. Σημειώνεται εδώ μια αντίφαση που και μόνη της χαρακτηρίζει το ήθος του αντιπάλου. Ενώ η ηγεσία του είχε διακηρύξει πως δεν περίμενε σοβαρή αντίσταση, ενώ μ' αυτήν ακριβώς την πεποίθηση είχε κατηχήσει τα στρατεύματά της, στην πράξη ακολουθούσε μια τακτική, που απέναντι σ' αντίπαλο ανύποπτο δείχνει ψυχολογία δολοφονική.
Άνοιξαν καταπάνω στα φυλάκια φωτιά με πολυβόλα και χειροβομβίδες. Οι φρουρές, ξαφνιασμένες, αμυνόμενες όπως όπως, άρχισαν να συμπτύσσονται προς τη γραμμή αντιστάσεως. Για να κλονίσουν το ηθικό των λιγοστών αυτών ανθρώπων, οι Ιταλοί τους φώναζαν ελληνικά πως τάχα στην Αθήνα έγινε επανάσταση, πως ο Μεταξάς έπεσε, πως η νέα κυβέρνηση συμμάχησε με τον άξονα και να παραδοθούν. Τα καλώδια των τηλεφώνων είχαν φροντίσει να τα κόψουν αποβραδίς κι έτσι οι επικεφαλής των ελληνικών τμημάτων δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τη διοίκησή τους. Ωστόσο, σε πολλά σημεία, η αντίσταση κατόρθωσε ν' αναχαιτίζει  τον εχθρό. Το φυλάκιο 25, στα δεξιά του Γράμμου, αμύνεται ως το μεσημέρι και ύστερα αποσύρεται να πάρει θέση στην κύρια γραμμή αντιστάσεως. Στ' αριστερά του κεντρικού υποτομέως, το εκεί ελληνικό  τμήμα αγωνίζεται στα υψώματα Καρδάρι και Στενό, ώσπου δίχως πυρομαχικά πια μπροστά στον κίνδυνο να κυκλωθεί, αναγκάζεται να συμπτυχθεί στην Πυρσόγιαννη. Στο κέντρο, όπου εκδηλώνεται η κύρια προσπάθεια των Ιταλών, τα ελληνικά τμήματα συμπτύσσονται προς τη Βούρμπιανη, ενώ άλλα υποχωρούν ανατολικότερα, ως το χωριό Θεοτόκος. Στα υψώματα Σταυρός και Κιάφα, ισχυρές ιταλικές δυνάμεις με πυροβολικό και όλμους πιέζουν τον εκεί ελληνικό λόχο, που αγωνίζεται ως τις δύο μετά το μεσημέρι, ύστερα υποχωρεί στην Αετομηλίτσα κι από εκεί στο ύψωμα Πέτρα Μούκα. Εδώ, η κάμψη ήταν επικίνδυνη. Στην Κιάφα όμως η εκεί διμοιρία δεν λυγίζει, μάχεται ως τη νύχτα, και τότε ανεβαίνει να πιάσει την κορυφή του υψώματος, 2.398 μέτρα. Στον αριστερό υποτομές, όπου οι Ιταλοί εκδηλώθηκαν μόλις στις πέντε τ' απόγευμα, οι δύο ελληνικοί λόχοι της Καστάνιανης και της Μόλιστας κρατάνε τις θέσεις τους ως τη νύχτα.

Στον κεντρικό υποτομέα, ωστόσο, η κατάσταση έπαιρνε μορφή πολύ σοβαρή. Η κατάληψη από τους Ιταλούς του Σταυρού τους άνοιγε τον δρόμο προς την Αετομηλίτσα και τη Λυκόρραχη, ενώ απειλούσε με αποκοπή, στ' αριστερά, τους λόχους της Βούρμπιανης και της Πυρσόγιαννης. Ο Δαβάκης αναγκάστηκε να διατάξει σύμπτυξη σε νέα γραμμή. Ο καιρός ήταν άσχημος πολύ. έπεφτε βροχή βαριά· στην κατασκότεινη μέσα νύχτα οι άντρες των ελληνικών τμημάτων, που είχανε πολεμήσει ολημερίς νηστικοί, βάδιζαν τώρα μουσκεμένοι, ξεθεωμένοι. Στο ποτάμι, τον Σαραντάπορο, το παγωμένο νερό τούς ανέβαινε ως τη μέση. Τα βαρυφορτωμένα με πολυβόλα και πυρομαχικά μουλάρια έχαναν πόδι στις κακοτοπιές, στο σκοτάδι, γλίστραγαν και γκρεμίζονταν κάτω σε βαθιές χαράδρες. Ο Δαβάκης, για να τονώσει το ηθικό των βασανισμένων τμημάτων του, σκέφτηκε να στείλει στους διοικητές τους, νύχτα στις εννιά η ώρα, μια διαταγή που έλεγε πως έρχονται τέσσερα τάγματα αύριο να τους ενισχύσουν κι αυτός θα κάνει αντεπίθεση με τις εφεδρείες. Ούτε τάγματα βρίσκονταν πουθενά ούτε εφεδρείες. Απεναντίας, τα μέσα διαβιβάσεων δεν λειτουργούσαν καλά, πληροφορίες σωστές για τα τμήματα που πολεμούσαν ο Δαβάκης δεν μπορούσε να έχει, με το τμήμα της Αετομηλίτσας κάθε επικοινωνία είχε κιόλας κοπεί, τα πυρομαχικά είχαν τελειώσει. Αναγκάστηκε ο Δαβάκης να μαζέψει όσα βρίσκονταν στους ημιονηγούς, στους μαγείρους και στους γραφείς και τα έστειλε στους λόχους της Πυρσόγιαννης και της Αετομηλίτσας. Ζήτησε κι από τους χωριάτες της Πίνδου να φέρουν τα ζώα τους, για να κουβαλάνε τρόφιμα και πολεμοφόδια στον στρατό.
Τα έφεραν. Ύστερα έπιασαν μόνοι τους, γέροι, γριές, κορίτσια, γυναίκες, παιδιά, να ζαλώνονται τα πολεμοφόδια, όπως σε λίγο θα ζαλωθούν και τους τραυματίες, να σκαρφαλώνουν άκρη άκρη σε γκρεμούς, κάτω από τη βροχή, μέσα στο σκοτάδι.Έτσι θα χαραχτούν στη μνήμη του έθνους, στο θρύλο, θα γίνουν όραμα συμβολικό, λιτανεία που πάει να καταθέσει το βαρύ τάξιμο στο θυσιαστήριο της λευτεριάς....(απόσπασμα)



Άγγελος Τερζάκης, Ελληνική εποποιΐα 1940-1941,Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2002, 4η έκδοση
Ο Άγγελος Τερζάκης από το 1940 και ως τη λήξη του πολέμου υπηρέτησε στο Αλβανικό Μέτωπο.
Έγραψε το βιβλίο αυτό είκοσι χρόνια μετά και σε αυτό εξιστορεί προσωπικές εμπειρίες και συναισθηματικές αντιδράσεις.

" Το βιβλίο αυτό εδώ προβάλλει αξιώσεις στην αυστηρότερη ιστορική αλήθεια όχι όμως και στην ιστορική πληρότητα. Δεν είναι σύνθεση επιστημονική. Γραμμένο εξάλλου από άνθρωπο που είχε την τύχη ν' αναπνεύσει τον τραγικό αέρα του μετώπου, αποκρούει με περιφρόνηση κάθε βέβηλη φαντασία, κάθε αδιάκριτη ανάμειξη του μυθιστορηματικού. Η εκστρατεία του 1940 - 41 είναι από μόνη της πολύ πλούσια σε περιεχόμενο για να χρειάζεται τη συμπλήρωση της σκηνοθεσίας.
Ωστόσο, αυτή η εκστρατεία, που όλη τη λένε " το Έπος", έχει τούτο το παράδοξο: πως είναι ένα έπος άγνωστο· Θέλω να πω άγνωστο στις ζεστές του πτυχές, στην ανθρώπινη ουσία του. Φαινόμενο ψυχολογικό και ιστορικό απροσδόκητο, δημιούργημα μιας στιγμής ανεπανάληπτης, αδικήθηκε από τα μετέπειτα γεγονότα, την πλησμονή των βιωμάτων: Η Κατοχή, η Αντίσταση, το Κίνημα του Δεκέμβρη, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, το ξύπνημα ενός νέου κόσμου, του κόσμου της πυρηνικής εποχής, ήρθανε να κατακαλύψουν τη στιγμή της Αλβανίας. Το κεφάλαιο τούτο της ελληνικής Ιστορίας, ένα από τα πιο σημαντικά, κλείστηκε, σφραγίστηκε και τοποθετήθηκε στο αρχείο προτού μνημειωθεί.
Όχι πως δεν υπάρχουν ιστορίες του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Υπάρχουν, και αξιόλογες. Αλλά εκείνο που λείπει είναι ένα βιβλίο δίχως αξιώσεις, προσιτό στον μέσο αναγνώστη, τον ανειδίκευτο στα στρατιωτικά, στα διπλωματικά, και που να διαβάζεται άνετα.
Δεν ξέρω αν μπόρεσα να το δώσω. Πρέπει να πω ότι θέλησα να προλάβω προτού αποχωρήσει από τη ζωή η γενιά των μαχητών και χαθεί έτσι ανεπανόρθωτα η άχνα των ανθρώπων που έκαμαν την Ιστορία. Γιατί την Ιστορία την συνθέτουν πάντοτε δύο στοιχεία, που ο χρόνος τ' αποχωρίζει: μια σειρά γεγονότα κι ένα άρωμα εποχής. Το πρώτο, τα γεγονότα, μπορείς να τ' αποκαταστήσεις κι ύστερα από αιώνες. Το δεύτερο όχι· χάνεται, πετάει μαζί με τη στιγμή. Ακόμα κι εκείνοι που το ένιωσαν - όπως και όσο νιώθει κανένας το παρόν - ακόμα κι αυτοί χάνουν την αίσθησή του όταν το πάρει ο άνεμος του Χρόνου.
Δεν ισχυρίζομαι πως μπόρεσα να αιχμαλωτίσω ή ν' ανακαλέσω το άρωμα της μεγάλης για την πατρίδα μας στιγμής που σημειώθηκε ξαφνικά στο φθινόπωρο του 1940. Έκαμα μόνον ό,τι μπορούσα για να μάθουν τα παιδιά των Ελλήνων, οι ερχόμενες γενιές, πως η ελευθερία είναι πάθος ιερό και πως γι' άλλη μια φορά, καταμεσής στον εικοστό αιώνα, έδωσε τη μάχη της σ' αυτό εδώ το χώμα, που μας έχει θρέψει." ( Άγγελος Τερζάκης)






Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2019

Η κληρονομιά της Αλβανίας



Ο πόλεμος της Αλβανίας ήταν ο πρώτος σταθμός της θύελλας και το πρώτο εργαστήριο της μετάλλαξης του έθνους και της κοινωνίας. Ήταν ένας πόλεμος του εικοστού αιώνα, από εκείνους που καμιά πτυχή της κοινωνίας δεν αφήνουν αλώβητη. Γενική επιστράτευση ανθρώπων, οικονομίας, θεσμών και μηχανισμών. Και διάχυτη έντονη συλλογική εμπειρία. Ένα σχολείο καινοτομιών που από μόνο του ανέτρεπε τις προπολεμικές παγιωμένες καταστάσεις και συνήθειες. Μια ανατρεπτική διαδικασία. Και από αυτή την εμπειρία ξεκινά ουσιαστικά η ιστορία μας.
Οι αλλαγές που ο πόλεμος προκάλεσε άρχιζαν από την κορυφή. Η τότε πολιτική και στρατιωτική ηγεσία βρέθηκε στη θέση του συντονιστή μιας γιγαντιαίας προσπάθειας που αφορούσε το σύνολο των πόρων και των δυνάμεων του έθνους. Οι βιομηχανικές μονάδες της χώρας, από τα υφάσματα ως τα μηχανουργεία και από τις μονάδες τροφίμων ως τα είδη εμαγιέ, στρατεύθηκαν για την παραγωγή των ειδών που ο πόλεμος απαιτούσε. Ακόμα και το πιο απλό είδος, τα πέταλα των αλόγων για παράδειγμα, ήταν κρίσιμο στους καιρούς εκείνους και η επάρκειά του, η παραγωγή του απαιτούσε μια κεντρική πρόβλεψη έναν ακριβή σχεδιασμό, μια προσεκτική κατανομή των πρώτων υλών και των καθηκόντων. Η ιδέα του συγκεντρωτικού κράτους και της κεντρικά διευθυνόμενης οικονομίας είχε τονιστεί ιδιαίτερα στην περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά, που ήθελε τον εαυτό του πιστό αντίγραφο των κορπορατιστικών - φασιστικών καθεστώτων. Ο πόλεμος υλοποίησε αυτές τις προσδοκίες με τρόπο φυσικά απρόσμενο και ξένο προς τις καθεστωτικές προθέσεις. Εκείνο όμως που η κοινωνία διδάχθηκε μέσα στις συγκυρίες αυτές ήταν ο συντονισμός και η πειθαρχία σε σχέδια και αποφάσεις που οδηγούσαν από κάπου ψηλά την ενιαία, συλλογική προσπάθεια.
Αυτός ο συντονισμός ξεπερνούσε συχνά τις δυνατότητες και του πιο συγκεντρωτικού κρατικού μηχανισμού. Στην ύπαιθρο, για παράδειγμα, όπου η επίταξη περισσότερων από 200.000 κτηνών και η επιστράτευση των ανδρών έκανε προβληματική τη συνέχιση των αγροτικών παραγωγικών δραστηριοτήτων. Πολλές κοινότητες χρειάστηκε να ανακαλύψουν νέους τρόπους συνεργασίας ανάμεσα στα εναπομείναντα μέλη τους, νέους τρόπους αλληλοϋποστήριξης και καταμερισμού των εργασιών.Η ομαδική εργασία έγινε συχνά κανόνας και η επικοινωνία των ανθρώπων πήρε διαστάσεις που δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί  λίγους μήνες πριν. Και επιπλέον πολλαπλασιάστηκε ο αριθμός των δραστήριων μελών της κοινωνίας και διασπάρθηκαν οι αρμοδιότητες και οι επιδεξιότητες. Οι ηλικιωμένοι, τα παιδιά και οι γυναίκες μοιράστηκαν τις εργασίες που οι επιστρατευμένοι άνδρες άφησαν πίσω τους. Η εμπειρία αυτή μετέβαλε τους αγροτικούς μικρόκοσμους. Εισήγαγε μεγαλύτερα ποσοστά του πληθυσμού στην παραγωγική διαδικασία αλλά και στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Μπορούμε να μιλήσουμε για ενοποίηση των τοπικών αυτών κοινωνιών αλλά και για εκδημοκρατισμό τους. Για διεύρυνση δηλαδή του κάτω τμήματος της τοπικής ιεραρχίας και τη συμμετοχή περιθωριακών ως τότε ομάδων στα κοινά.
Στις πόλεις ακόμα, μέσα από την πρωτόγνωρη αυστηρή πειθάρχηση σε κανόνες πολέμου κοινούς σε όλους τους ανθρώπους, η αίσθηση συμμετοχής σε μια κοινή περιπέτεια, σε κοινούς κινδύνους, σ' έναν αναγκαίο συντονισμό έμαθε τους ανθρώπους να λειτουργούν σαν ομάδες, πέρα από οποιονδήποτε κρατικό καταναγκασμό. Η ώρα της συσκότισης ήταν απ' όλους σεβαστή, ειδικά όταν στον ουρανό ακουγόταν το απειλητικό βουητό των αεροπλάνων. Ο ήχος της σειρήνας ή της καμπάνας έφερνε μαζί του μηνύματα προφανή, που αφορούσαν το σύνολο των ανθρώπων. Η οργάνωση των ατομικών κινήσεων και επιλογών με άξονα γενικότερα ΄δεδομένα έγινε ισχυρή κοινή αντίληψη.
Η διάρθρωση του στρατού συγκροτούσε έναν επιπλέον χώρο ανάδειξης του συλλογικού. Η επιστράτευση γινόταν σε τοπική, γεωγραφική βάση και οι μονάδες που έφθαναν στο μέτωπο ήταν συγκροτημένες συνήθως από ανθρώπους που κατάγονταν από την ίδια περιοχή. Σε πολλές περιπτώσεις, στα συντάγματα ή στα τάγματα, γνωρίζονταν οι φαντάροι αναμεταξύ τους από τον καιρό της ειρήνης κιόλας. Αποτελούσαν ένα τμήμα, ένα απόσπασμα της τοπικής κοινωνίας και η εμβάπτισή τους στη σκληρή, συλλογική πολεμική περιπέτεια έφτιαχνε δεσμούς που είχαν άμεσο αντίκτυπο στις κοινότητες που άφησαν πίσω τους. Στο μέτωπο και στα μετόπισθεν η ελληνική κοινωνίας περνούσε μέσα από διεργασίες ενοποίησης.
Κοινοί κίνδυνοι, κοινή αντιμετώπιση τους, σπάσιμο του καθημερινού, των ασχολιών του καιρού της ειρήνης, έξοδος σε δραστηριότητες καινοφανείς, εμπειρίες στην επιβίωση, στον πόλεμο, στα όπλα. Ένα πολύμορφο εργαστήριο θα τολμούσαμε να πούμε, προπαρασκευαστικό για την πολυκύμαντη συνέχεια. Όλες αυτές οι εμπειρίες μάθαιναν στους ανθρώπους να υποδέχονται το καινούργιο, την αλλαγή, να την εφευρίσκουν όταν αυτό κρινόταν αναγκαίο. Πόσοι προπολεμικοί δεσμοί, ιεραρχίες, ανάγκες, προτεραιότητες δεν έσπασαν μέσα σ' αυτό το ολοένα και πιο επικίνδυνο περιβάλλον. Πολύμορφοι φόβοι, ανησυχίες, ενθουσιασμοί και ελπίδες συνέπαιρναν τους ανθρώπους δίνοντας διαστάσεις  ξένες ως τότε στη ζωή τους. Από τους έξι αυτούς πολεμικούς μήνες της Αλβανίας άρχισε να κτίζεται η διαθεσιμότητα των πολλών για συμμετοχή στο ιστορικό γίγνεσθαι. Στον γύρω τους κόσμο σε τελευταία ανάλυση, που, όμως, ήταν τόσο ενοποιητικά και ριζοσπαστικά ισχυρός. Αν θέλαμε να συνοψίσουμε, θα λέγαμε, χωρίς δισταγμό, ότι το πιο σημαντικό μάθημα αυτού του σχολείου των εμπειριών θα ονομαστεί ο θάνατος, το τέλος του καθημερινού, του προβλέψιμου, του επαναλαμβανόμενου στην κλίμακα της ανθρώπινης ζωής. Γι' αυτό και η μνήμη των παλαιών κυριαρχείται τόσο έντονα από αυτές τις εμπειρίες.
Στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας βάθαιναν αυτές οι διεργασίες. Ο χώρος είχε τον πρώτο λόγο εδώ. Οι λεκάνες, οι στενές κοιλάδες που σχηματίζονται ανάμεσα στους θεόρατους ορεινούς όγκους αποτελούσαν μικρογραφίες κόσμων ολόκληρων και η ανθρώπινη δραστηριότητα και παρουσία τις γέμιζε έντονα, συχνά ασφυκτικά. Ταυτόχρονα, οι κλίσεις του εδάφους έκαναν την κίνηση σύνθετη, γεμάτη μαιάνδρους και πισωγυρίσματα, και μάκραιναν τις αποστάσεις, κάνοντας την αίσθηση της απώλειας και της απομόνωσης ισχυρή. Οι γύρω ορίζοντες στενοί, κυριαρχούσαν από ψηλά στους χώρους και το μάτι μεγέθυνε τις προσιτές εμπειρίες , τα όσα συνέβαιναν στην οθόνη της απέναντι πλαγιάς. Τίποτα πιο πέρα. Οι λόχοι των 150 -200 ανθρώπων και των ανάλογων και απαραίτητων ζώων μπορούσαν στις συνθήκες αυτές να λειτουργήσουν όπως σε άλλες συνθήκες θα λειτουργούσαν συντάγματα, να απλωθούν σε κάθε πτυχή και γωνιά του ορατού περίγυρου και να γεμίσουν τον στενό μικρόκοσμο του κάθε περάσματος, κάθε κοιλάδας, κάθε χωριού. Εκεί που ολόκληρος στρατός πολεμούσε, τα δικαιώματα του στενού ανθρώπινου κύκλου, στα όρια της παρέας, της συντροφιάς, της παλιάς συμμορίας, αναδεικνύονταν με τον πιο ισχυρό τρόπο. Με άλλα λόγια, ο πόλεμος εκεί δεν έγινε ποτέ μια απρόσωπη, αποξενωτική δραστηριότητα.
Τις 
Τις μικρές αυτές ενότητες τις χώριζαν εκτεταμένοι ορεινοί όγκοι όπου δέσποζαν με το ύψος τους αναρίθμητες κορυφές. Για να τις διασχίσει κανείς στον καιρό της ειρήνης έπρεπε να ακολουθήσει τις στενωπούς, τον ρου των ποταμών ή να αναρριχηθεί στα μεταξύ τους διάσελα, σε εντυπωσιακό κι αυτά υψόμετρο. Στον καιρό του πολέμου δεν έφθανε αυτό. Η κίνηση γινόταν αδύνατη χωρίς τον έλεγχο των κορυφών, των πιο ψηλών σημείων. Ελάχιστοι αντίπαλοι, σκαρφαλωμένοι σ' αυτές με κάποιο αυτόματο όπλο, μπορούσαν  να ακινητοποιήσουν πολλαπλάσιους εχθρούς στις κάτω διαβάσεις. Αυτά τα υψόμετρα, αυτές οι κορυφές ήταν στον αλβανικό πόλεμο το μήλον της Έριδος ανάμεσα στους αντιπάλους. Οι αναμεταξύ τους μικρόκοσμοι, τα χωριά, τα περιβόλια τους, οι κοιλάδες και τα διάσελα ήταν τα μικρά, αλλά και τόσο αποφασιστικά έπαθλα της αναμέτρησης αυτής.
Μέσα σ' αυτές τις συνθήκες το "πολλοί" ή το "λίγοι" δεν είχε παρά σχετική σημασία. Οι μικρόκοσμοι των βουνών μπορούσαν να γίνουν επικίνδυνοι όταν ο μεγάλος αριθμός κυριαρχούσε σ' αυτούς. Ο εφοδιασμός δεν μπορούσε να ακολουθήσει αποτελεσματικά μέσα από τις δύσκολες υποχρεωτικές διαδρομές του, ενώ η υπερβολική πυκνότητα των στρατευμάτων αύξανε δυσανάλογα τις απώλειες στις εκτεθειμένες κοιλάδες ή στις στενές κορυφές. Η χρυσή τομή επιβλήθηκε από τα πράγματα. Ο πόλεμος της Αλβανίας ήταν πόλεμος των μικρών μονάδων, των διμοιριών, των λόχων, σπανιότερα των ταγμάτων. Το πυροβολικό σκαρφάλωνε  σε ουλαμούς των δύο πυροβόλων, πολύ σπάνια μια πυροβολαρχία  βρισκόταν συγκεντρωμένη. Σε ελάχιστες περιπτώσεις στις συνθήκες αυτές έγιναν μάχες από εκείνες που τα εγχειρίδια των στρατιωτικών προβλέπουν. Με πυρά φραγμού, με κυλιόμενη βολή που να οδηγεί τις εφόδους των συνταγμάτων. Η χειροβομβίδα και η λόγχη έδιναν τις λύσεις. Και φυσικά οι στρατιώτες μάθαιναν τον πόλεμο στη μικρή διάσταση, την περίπου προσωπική αναμέτρηση.
Μια από τις πλέον κρίσιμες αναμετρήσεις του πολέμου, η αντεπίθεση που οδήγησε στην ανακατάληψη της Γκραμπάλας και στο σταμάτημα της ιταλικής προέλασης  προς τα Ιωάννινα, ήταν υπόθεση ενός ενισχυμένου λόχου με μία διμοιρία πολυβόλων για υποστήριξη. Υπόθεση 250 ως 300 ανθρώπων δηλαδή. Στην άλλη μεριά των οροσειρών, στην περιοχή της Φούρκας, η πεισματική σύγκρουση της κορυφής Τσούκας ήταν υπόθεση δύο λόχων, ενός ελληνικού και ενός ιταλικού. Πολλούς μήνες αργότερα, τον Μάρτιο του 1941, όταν οι δυνάμεις των αντιπάλων στο αλβανικό μέτωπο έφθαναν πλέον τους εκατοντάδες χιλιάδες πολεμιστές, η έκβαση των συγκρούσεων παρέμενε ακόμα υπόθεση μικρών σχηματισμών. Στην εαρινή επίθεση των Ιταλών, στον πιο κρίσιμο τομέα, στα υψώματα 731 και 717, η έκβαση των είκοσι περίπου επιθέσεων και αντεπιθέσεων  κρίθηκε από αναμετρήσεις λόχων και ουλαμών, χωρίς ποτέ η συνολική δύναμη των εμπλεκομένων να υπερβαίνει τα δύο τάγματα την ημέρα. Σ' αυτόν τον πόλεμο ο πολλαπλασιασμός των μαχόμενων σήμαινε τον πολλαπλασιασμό των μικρών αναμετρήσεων, ακριβώς όπως η μορφολογία της περιοχής κατακερμάτιζε το χώρο σε πλήθος μικρές ενότητες. Σ' αυτές, το κάθε τάγμα, λόχος ή διμοιρία μπορούσαν να δώσουν τη δική τους αυτόνομη μάχη.
Για τη δύσκολη περίοδο που θα ακολουθούσε αυτή η εξάμηνη εμπειρία είχε τη δική της αξία. Από τη μια ήταν η πεποίθηση των ανθρώπων που την έζησαν ότι μπορούσαν να κινηθούν ανεξάρτητοι και αυτόνομοι και στις πλέον αντίξοοες συνθήκες. Να επιλύσουν, αυτοί και ο μικρός κύκλος των γνωστών τους, και πιο δύσκολα και περίπλοκα προβλήματα. Δεν έγιναν περισσότερο θαρραλέοι ή ανδρείοι, επειδή οι λέξεις αυτές ελάχιστα ως τίποτα σημαίνουν. Έμαθαν όμως να παίρνουν πρωτοβουλίες, να μετέχουν σε όσα άμεσα τους αφορούν, να αυτοσχεδιάζουν, να ενεργούν. Να κρίνουν, με άλλα λόγια. Ο μικρός τους πόλεμος, πέρα από πλούσιες αναμνήσεις, τους άφησε και ιδιόμορφα εφόδια για τη συνέχεια.


Από το βιβλίο του Γιώργου Μαργαρίτη Από την ήττα στην εξέγερση. Ελλάδα: Άνοιξη 1941 - Φθινόπωρο 1942. Εκδόσεις ο Πολίτης, Αθήνα 1993

Επειδή το βιβλίο αυτό είναι εξαντλημένο και δυσεύρετο , ο αναγνώστης που ενδιαφέρεται να μάθει σχετικά με αυτήν την περίοδο μπορεί να διαβάσει το άλλο  βιβλίο του Γιώργου Μαργαρίτη, Προαγγελία Θυελλωδών ανέμων… Ο πόλεμος στην Αλβανία και η πρώτη περίοδος της Κατοχής, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2009.

 Η σχέση ανάμεσα στα δύο βιβλία είναι ότι ο Γιώργος Μαργαρίτης δούλεψε σχεδόν από την αρχή το παλιό βιβλίο και δημιούργησε ένα νέο, με πολλές αλλαγές.
«Σε αυτή, τη νέα του μορφή, ίσως ετούτο το πόνημα μπορεί να εκληφθεί ως εισαγωγή σε μια ιστορία της Αντίστασης, ή μάλλον σε μια ιστορία της Ελλάδας στα δραματικά χρόνια της κατοχής και του πολέμου. Οι ιδέες που αναπτύσσονται σε αυτό, μπορεί να συμβάλουν στη διατύπωση ερμηνευτικών σχημάτων για τις εξελίξεις και τα γεγονότα της περιόδου. Για το λόγο αυτό, άλλαξε και ο τίτλος στο εξώφυλλο» αναφέρει ο συγγραφέας στο σημείωμα που προτάσσει και έχει τον τίτλο «Για τον Άγγελο». Πρόκειται για τον Άγγελο Ελεφάντη, εκδότη του περιοδικού Ο Πολίτης, με παραίνεση του οποίου δημιουργήθηκε το πρώτο βιβλίο. Το νέο αυτό βιβλίο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του.

Ο πίνακας του Αλέξανδρου Αλεξανδράκη

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

"...οι αγράμματοι και τρεις εκείνοι πολεμιστές, όχι με τη γραμματική και τις "Ελληνικούρες" κέρδισαν τη λευτεριά τους, αλλά με τα καριοφίλια και τις πάλες..."


" Κάποιος ιστορικός ( ιστορικός κατά τον τρόπο που θα εννοούσαμε τα ακρωτήρια ως...άκρες των τυρίων!) μου γράφει ότι τα ιστορικά βιβλία μου συκοφαντούν την επανάσταση του 21, ως όχι εθνικήν, αλλά ως κοινωνικήν.
Αν και ο ταπεινά υποφαινόμενος, δεν αλληλογραφώ με "αμαθόπουλους", εν τούτοις σκέφτηκα ότι επειδή αυτό λέγεται και στα σαλονιακά κουκουβαγία της Αθήνας, μπορεί δε και στα λαϊκά καφενεία προς...διαφώτιση, σας στέλνω τούτο το γραφτό μου, που "άμα τη δημοσιεύσει " του, θα του το ταχυδρομήσω στην σταλείσα μου διεύθυνσή του.
Πράγματι, " υπάρχει ένα πολύ τρομερότερο όπλο από την συκοφαντία - η αλήθεια!" (Ταλλεϋρανδος).
Και η αλήθεια είναι τούτη: Στην Εθνική, λεγόμενη, επανάσταση, τα πράγματα συμβαίνουν ως εξής: Αυτήν, δε την κάνει ο λαός. Εξ εναντίας είναι επανάσταση εναντίον του λαού, προς περισσότερη δούλωσή του και ξεπούλησή του, στα ντόπια και τα ξένα συμφέροντα. Την οργανώνει σοφά, η ιθύνουσα τάξη ( οι γαιοκτήμονες, οι χρηματιστές, το ανώτερο ιερατείο, οι στρατιωτικοί, οι - επιμέρους - πολιτικοί, η βασιλική αυλή - όπου υπάρχει - οι αετονύχηδες του χρήματος και γενικώς, η στο σώμα των λαών επικαθισμένη κρούστα των βδελλών του.)
Και την παρασκευάζουν εν παραβύστω επιτελικά, με επικλήσεις...των ιερών και οσίων του Έθνους! Με πλούσιες χρηματοδοτήσεις της από τις τράπεζες και τους οικονομικά κρατούντας, με κωδικούς αριθμούς και καβαλλιστικά "ιδεογράμματα" της ακριβούς ημέρας και ώρας της εκρήξεώς της, με μυημένους στρατιωτικούς και τινας ιεράρχας και με την φαρισαϊκήν ουδετερότητα των προφεσόρων, των ακαδημαϊκών (όπου υπάρχουν και τέτοιοι) των ακουστών διανοουμένων και των πατρών ασκημομούρων θυγατέρων μετά κλειδοκυμβάλου της ουράς και αυγοτάραχων Κασπίας! Χαβιαροπέψιοι της χώρας ενωθείτε!
Επιτυγχάνουσα ( και σχεδόν επιτυγχάνει, η τέτοια επανάσταση, τον αποσπέρνει με μπαρούτι το λαό και ξεπουλάει με τα τσαρούχια της τη χώρα. Ο τυχόν έχων αντίρρηση στέλνεται στα ερημόνησα προς επιμόρφωση, ή γίνεται αναθεωρός του αυτοεξορίστου τύπου της Τσεχίας, ή μουσικοσυνθέτης, γράφων...και μανιφέστα μπρος στο πιάνο του.
Τέτοιες επαναστάσεις στάθηκαν η βορειοαμερικανική του - ποτε - Ουάσιγκτον που έδιωξε τους Άγγλους και...κάθισε αυτός. Τη συνέχεια τη βλέπουμε στην κατοπινή και σημερινή ιμπεριαλιστική κατάντια της Αμέρικας. Του Κρόμβελ, του Κεμάλ Αττατούρκ και σύξυλες όλες τις αφρικανικές και της Ευρώπης.
Όπου του κόσμου έσκασε κοινωνική επανάσταση, καταπνίγηκε στο αίμα της, όπως των Σπάρτακων της πάλαι Ρώμης, των είλωτων και πληβείων της αρχαίας Σπάρτης και των Αθηνών, όπως στις σύγχρονες των δύο ακραίων μαύρων λαών της Αφρικής και της σοσιαλδημοκρατίας στην Ισπανία του Φράνκο. Και γιατί όχι και της Αστικής επανάστασης των μπουρζουάδων ( μη και του Ροβεσπιέρου εξαιρουμένου), που κυοφόρησαν την αστική αυτοκρατορία του μεγαλύτερου μαχαιροβγάλτη των αιώνων Μεγάλου Ναπολέοντα και ξανάφεραν τη δυναστεία των Βουρβόνων και τις χοροεσπερίδες της ...Παναγίας( = της κας Ταλλιέν) και των μιξοπαρθένων εκείνων εγκυκλοπαιδιστών τα μανιφέστα προς την Αικατερίνη τη Μεγάλη.
Όσο αν ήταν κοινωνική ή όχι η Ελληνική Επανάσταση του 21 θα τα πούμε παρακάτω!


Προηγουμένως είχα πει πώς γράφεται η Ιστορία στην Ελλάδα - μα και σχεδόν και παντού του κόσμου, δεν γράφεται καλύτερα.
Απ' τα μικρά μου νειάτα, τους βλέπω και τους...λιμπίζουμαι στις χαλκομανίες των σχολείων και στις λιθογραφίες των Ημερολογίων Τραπεζών, ή στα πολυτελή περιοδικά τρανών επιχειρήσεων, ως καμάρια και καυχήματα του λαού μας τους "εθνικούς άνδρας" που τα πάντα δώσανε λόγω και πνεύματι στον ...κατά των Τούρκων αγώνα των Ελλήνων του ΄21: Τον Κοραή, τον Καποδίστρια (του πρώην γιατρού του Οθωμανικού Νοσοκομείου και δήμιου των στασιαστών της Κεφαλλονιάς - κατά διαταγή των Άγγλων), τους επτανήσιους λογάδες, τον Διονύσιο Ρώμα, τον Ουγγαρίας και Βλαχίας Ιγνάτιο (τον σφαγέα των 400 Πρεβεζάνων), τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, τον Αντρέα Ζαΐμη ( "Τι Μπραΐμης - τι Ζαΐμης!") τους  Κουντουριώτηδες της Ύδρας, τους " διδαχούς της διασποράς" και όλους τους βαρδαλαμπούμπηδες των μύθων.
Και είναι αυτοί, οι μυχτηρίσαντες τον αγώνα, διότι και διότι αλλά και μη εννοούντες ότι οι αγράμματοι και τρεις εκείνοι πολεμιστές, όχι με τη γραμματική και τις "Ελληνικούρες" κέρδισαν τη λευτεριά τους, αλλά με τα καριοφίλια και τις πάλες.
Αυτά ήσαν τότε για τους Τούρκους "αι πόρπαι της Αλεξοτίσσης", δηλαδή τα κουμπιά της κυρ - Αλέξαινας, όπως μας τα δίδασκε ποτέ γραμματοδιδάσκαλος αρχαιόπληχτος.
Τώρα, κανείς, θα μούλεγε: Να που μαίτρ - ιώτατε κι ελόγου σου, αναγνωρίζεις ότι η επανάσταση δεν ήταν κοινωνική αλλά Εθνική. Θα του απάνταγα: κύριε αμάθιε, αν δεν σ' έδερνε η οκνηρία της σκέψεως θα εννοούσε ότι: αν πρώτα δεν εξοντονώντουσαν οι Τούρκοι, δεν θα πετύχαινε ο αγώνας. Διότι οι Τούρκοι είχαν στρατούς στις πιο επίκαιρες πόλεις και τα κέντρα: στην Τριπολιτσά, στην Κόρινθο, στην Πάτρα και στην Κάρυστο. Στη Χαλκίδα, στη Λαμία και στη Λάρισα. Οι κοντζαμπάσηδες βέβαια δεν είχαν, αλλά ήσαν σύμμαχοι των Τούρκων. Μ' ένα τους κάλεσμα, θα κατάφταναν σύννεφα κονιάρων. Χώρια που και ο Σουλτάν - Χαμήτ, θάστελνε τον ένα μετά τον άλλον τους πασσάδες.
Έτσι, οι πριν ραγιάδες ρίχτηκαν κατά των Τούρκων πρώτα, κι άφησαν για παραπέρα το ακέφαλο και άοπλο κοντζαμπασάδικο κοπάδι: Πουλιά δεν ήταν να πετάξουνε - θα τους περνούσαν όλους εν στόματι μαχαίρας.
Αυτό μως τους στάθηκε μοιραίο. Γιατί τα χρόνια πέρναγαν, και τα λεφούσια της Τουρκιάς δεν πέρναν τέλος. Το ένα μετά το άλλο καταστρέφονταν, μα τα όξω πράγματα σκούρευαν. Η Αγγλία, η Αυστρία κι αυτή η Γαλλία του Ναπολέοντα, κηρύχτηκαν αναφανδόν με το σαρίκι... Έτσι, κατέφτασε στη Πελοπόννησο ο Μπραΐμης, με στόλους και στρατούς υπό αξιωματικούς Εγγλέζους. Και άρχισε το κλάδεμα ανθρώπων τε και δέντρων. Ούτε πουλί πετάμενο δεν φτούρισε στους τόπους. Λιγάκι ακόμα και οι αγωνιστές θα υποκύπτανε. Οι κοντζαμπάσηδες σωνόσαν! Τέλος, μάλλον από εγωστιλίκι αγγλικό κι από τουρκική ηλιθιότητα το Ναυαρίνο επήλθε. Οι Τόρρυδες στο Λονδίνο, μάλωσαν το ναύαρχό τους Κορδιγκτώνα. Αλλά ο πανευρωπαϊκός ενθουσιασμός τον έσωσε απ' τη δίκη.
Έτσι, η χώρα παραδόθηκε στους κοντζαμπάσηδες και πάλι. " Κατήλθε" ο Καποδίστριας - εγκάθετος του Τσάρου. Οι λιγοστοί απομείναντες πολεμιστές, πήραν ξανά τα όρη. Κι οι τσούμπρες κι οι γυναίκες τους, ξανά γινήκαν γκόμενες των πρώτων τους αφεντάδων = των κοντζαμπάσηδων. Μια ακόμα κοινωνική επανάσταση πνίγηκε στο αίμα της, από τον καιρό των Σπαρτιατών και δώθε καμιά δεν πέτυχε. Μόνο η Οκτωβριανή των εργατών των μουζίκων και των φαντάρων στη Ρουσία περισώθηκε. Αλλά κι αυτήν, την έχουν με τους πυραύλους οι Αγγλοαμερικάνοι στο σημάδι...
Σχεδόν σύξυλες και ομοθυμαδές όλες οι προσωπικότητες( διανοούμενοι, πολιτικοί, τσάροι, βασιλείες, κυβερνήτες και ντοκτόροι) όλες συγκροτιτί, έβαλαν κατά του επαναστατημένου '21, ως αναρχικού και καρμπονάρικου ( ο όρος κομμουνισμός δεν είχε ακόμα όνομα) ενώ κι ο Πατριάρχης το αφόρισε για τέτοιο κι αποτέτοιο και μόνο η κοντζαμπάσικη πονηρία το διαβόηζε ως τάχα εθνικό που το προπαρασκεύασαν αυτούνοι.
Ότι η Επανάσταση του '21, μόνον υπό την έννοιαν αυτήν (= την και ενάντια στους Τούρκους όρμησή της), ήταν και εθνική, ήταν κοινή συνείδηση και διαπίστωση πολλών επιτοπίων αυτοπτών ξένων και δικών μας:
" Αλλά πλανάται οικτρά εκείνος που νομίζει ότι ο πόλεμος αυτών των Ελλήνων εναντίον των Τούρκων είναι πόλεμος εθνικός. Τέτοιο πράγμα δεν συμβαίνει, γιατί προς το παρόν λείπουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις. Οι ανώτερες τάξεις δεν έλαβαν καθόλου μέρος μέχρι τώρα, εξαιρέσει κάνα - δυό πριγκίπων, οι οποίοι ίσως ελπίζουν να πάρουν κανένα θρόνο. Οι πιο ευκατάστατοι και οι πιο πλούσιοι Έλληνες δεν υπεστήριξαν τον πόλεμο αυτόν ούτε άμεσα ούτε έμμεσα, υπάρχουν μάλιστα πολλοί απ' αυτούς, οι οποίοι τον αποδοκιμάζουν. Με μελαγχολικό μειδίαμα εδιάβασαν μερικοί στις εφημερίδες για τις πατριωτικές θυσίες, για τις γενναίες συνεισφορές κλπ. Αυτό που πριν από λίγα χρόνια είδαμε εμείς στη Ρωσία και εδώ σ' εμάς στη Γερμανία, δεν το βλέπει κανείς πουθενά στην Ελλάδα. Εκτός απ' αυτή την αναξιόπρεπη αποχή από τον Αγώνα υπάρχει ακόμα και το μεγάλο μειονέκτημα, ότι σ' αυτά τα ασύντακτα πλήθη λείπουν εντελώς τα χρηματικά μέσα. Γι' αυτό τους λείπουν προμήθειες, πολμοφόδια, κανόνια κλπ., αν και τους εφοδίασαν με μερικά Γάλλοι, Ισπανοί, Βορειοαμερικανοί και άλλοι. Είναι γνωστό ότι ο πόλεμος αυτός εξέσπασε στις παραδουνάβιες χώρες πολύ ενωρίς και ελάχιστα προετοιμασμένος. Μερικοί λέγουν ότι έπρεπε να αρχίσει το φθινόπωρο του 1822. Τίποτα δεν είχαν προνοήσει. Έτσι εξηγείται η σύγχυση στη διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεων . Αλλ' απ' αυτήν την καλή και ωραία υπόθεση  λείπει - και αυτό είναι πολύ πιο απαραίτητο από το χρήμα, το μπαρούτι, το μολύβι και τα κανόνια - ένα κεφάλι, ένα από τα πνεύματα εκείνα που αυτά μόνο μπορούν να πρωτοπορήσουν με επιτυχία σε κοσμοϊστορικά γεγονότα, που με τη μεγάλη τους καρδιά και με το μεγάλο τους πνεύμα συλλαμβάνουν το μεγάλο, όπως και αυτοί οι ίδιοι ανήκουν στους μεγάλους. Ένας τέτοιος λείπει προς το παρόν πέρα για πέρα ( δόκτωρ Κρίσιαν Μύλλερ απεσταλμένος της μεγάλης γερμανικής εφημερίδας Αλλεμάινε Τσάιτουνγκ - σε ανατπόκρισή του στις 17 Αυγούστου 1821). ( Βλ. Τάσου Βουρνά, " Εντυπώσεις Γερμανού δημοσιογράφου από τον επαναστατημένο Μοριά - 1821" στην "Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά", τ.Ε΄, σελ.260 κ.ε, Δ/τής Μίμης Παπαχριστοφίλου Αθήνα 1961)".
(...):" "...εις τα ταραχάς της Πελοποννήσου διαφαίνεται το εναντίον της κοινωνικής τάξεως ανατρεπτικόν στοιχείον". ( Λόγια του Αλεξάνδρου Α' στον αντιπρόσωπο της Γαλλίας Μονμαρανσύ - Δ.Κόκκινος, τομ. 6, σελ.39, "Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως")".
(...): " " Δεν συμφέρει η εγκατάστασις μιας λαϊκής Κυβερνήσεως εις τα ανατολικά της Ευρώπης" Σατωβριάνδος: "Υπόμνημα δια την Ελλάδα", Παρίσι 1825, σελ.9)".
(...): " Ευθύς εξ αρχής, από δυναστικής ή πολιτικής, η Ελληνική Επανάσταση έγινε κοινωνική"(Ιω. Α.Σπηλιωτάκης: " Η κρίσις", Αθήνα 1874)".
Θεέ μου τι δίπορτο!

Γιάννη Σκαρίμπα, Το '21 και η αριστοκρατία του, Κάκτος 1978

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

Το 1821 στην ελληνική ποίηση

Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Το 1821 συνήθως το θυμόμαστε όταν πλησιάζει η εθνική επέτειος και το έχουμε συνδυασμένο με δημοτικά τραγούδια, παραδοσιακούς χορούς και ρητορικούς λόγους άδειους από ουσία γεμάτους στόμφο και πομπώδεις λέξεις. Ποιήματα βγαλμένα από τη ναφθαλίνη, διαιώνιση μύθων και κατασκευασμένων ιστοριών, αποσιώπηση γεγονότων και παραχάραξη πολλών άλλων.
Όλοι θυμόμαστε το πνεύμα και το κλίμα των σχολικών γιορτών ειδικά στα παλιότερα χρόνια.
Ευχάριστη ήταν η έκπληξη όταν είδα στα ράφια των βιβλιοπωλείων ένα βιβλίο με τον τίτλο Το 1821 στην ελληνική ποίηση. Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου αναφέρεται ότι η ανθολογία αυτή είναι ένα «ποιητικό μυθιστόρημα» με πρωταγωνιστές θρυλικά πρόσωπα και τόπους σύμβολα της Επανάστασης του Εικοσιένα. Περιλαμβάνει 140 ποιήματα, που έγραψαν σε διάστημα εκατόν ενενήντα χρόνων 109 Έλληνες ποιητές, με προεξάρχοντες τους Διονύσιο Σολωμό και Ανδρέα Κάλβο. Μια συναρπαστική ποιητική διαδρομή μέχρι και τις αρχές του 21ου αιώνα.
Την ανθολόγηση έκανε ο Ηλίας Γκρης και είναι αφιερωμένη στους σκλάβους που ονειρεύτηκαν πως είναι απελεύθεροι.
Λόγος για την Επανάσταση και την Ποίηση εξηγητικός βρίσκεται στο επίμετρο. Ο Ηλίας Γκρης αφού προτάσσει  τη φράση του Ανωνύμου Έλληνος από την Ελληνική Νομαρχία «Ε! Πόσον γλυκύ πράγμα είναι να ομιλή τινάς την αλήθειαν!» εξηγεί τους λόγους που τον ώθησαν να κάνει μια ανθολογία για το 1821, τη μοναδική ως σήμερα.
Ως αιτία αναφέρει το γεγονός ότι περίπου έξι γενιές βαπτίστηκαν μέσα στην νόθευση του αυθεντικού νοήματος της επανάστασης του 1821 και εμποτίστηκαν με ψέματα και ψευδολογήματα που στόχευαν στη διαιώνιση φαιδρών ιδεολογημάτων, παραχαράσσοντας και προσβάλλοντας τα ιστορικά γεγονότα. Οι αληθινοί ήρωες παραμερίστηκαν και τη θέση τους πήραν λογής λογής τυχοδιώκτες, δολοπλόκοι, και καιροσκόποι.
«Γιατί η Επανάσταση του ΄21  που ΄μεινε η κορυφαία επανάσταση της εποχής μας, με διακόσιες χιλιάδες σκοτωμένους αγωνιστές και τριακόσιες πενήντα χιλιάδες άμαχους νεκρούς, απέδειξε κι έγραψε με αίμα ότι η τραγωδία είναι ένα ελληνικό συνεχές. Αλλά δεν άξιζε να’ χει την τύχη που είχε. Να κάνει τους προύχοντες και κοτζαμπάσηδες με τους τουρκοχειροκροτημένους  ψευδάρχοντες γερά κατέχοντες, θεμελιωτές ενός σαθρού οικοδομήματος που επιβιεί ως σήμερα. Και τους αγωνιστές, που μετάγγισαν αίμα και ψυχή στη λευτεριά, να τους καταντήσει υπόδικους, απόβλητους και χλεύη των άκαπνων αρχόντων.»
Ως αφορμή αναφέρει τη συντονισμένη απόπειρα «αποκαθαρμού» του  ’21 από τα εγγενή του στοιχεία (μάχες, φονικά, αλώσεις). Υποστηρίζει ότι η ιστορία είναι πλήρες βίωμα ζωής και θανάτου των ανθρώπων στον επάλληλο βίο τους. Γι’ αυτό δεν μπορεί να είναι ουδέτερη.
Και ο ποιητής τι σχέση έχει με την ιστορία; Ο ποιητής πάντα γράφει ιστορία, δηλαδή την μεταπλάθει σε ποίηση της ιστορίας.
Ανθολογούνται  αναγνωρισμένοι και καταξιωμένοι ποιητές, που εμπνεύστηκαν διαχρονικά από την Επανάσταση και τους πρωταγωνιστές της. Στο επίμετρο όμως γίνεται μια περιληπτική αναφορά και σε πολλούς άλλους ποιητές, κυρίως των πρώτων επαναστατικών και μετεπαναστατικών χρόνων, που δεν ανθολογούνται αν και γράφουν για το 1821.
Η επιλογή είναι ενδεικτική του περιεχομένου της ανθολογίας.


Τάσος Γαλάτης, Το χάνι της Γραβιάς

Όταν ο Ομέρ Βρυώνης
έβγαινε κατησχυμμένος στην οθόνη
κι έσκουζε τα μακρόσυρτα εκείνα βάι – βάι κι αμάν
με τη φωνή του Μίμαρου
– Τριακόσια μελεούνια μ’ έφαγε , τρακόσια μελεούνια»
κι εννοούσε ως γνωστόν τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στο χάνι της Γραβιάς
δεν ήταν ασφαλώς τόσο αναρίθμητες οι απώλειες
τόσα κορμιά ούτε ο ευαγγελιστής στην Αποκάλυψη
δεν θα’ φτανε να υπολογίσει.

Όμως η παιδική ψυχή μας
τρακόσια κι άλλα τόσα μελεούνια μπορούσε να χωρέσει
και να ξαναστήσει άπαρτο
χάρη στο μεράκι του φημισμένου καραγκιοζοπαίκτη μας
το αθάνατο εκείνο χάνι.

Και τώρα συλλογίζομαι
με ποιο τρόπο η ποίηση θα μπορούσε
όχι βέβαια να αναστήσει
απλώς να ζωντανέψει λίγο στη μνήμη τα βράδια εκείνα
όταν η ρωμιοσύνη φάνταζε ακόμη απέθαντη
κι έδινε το παρόν χαρμόσυνη παρά τη φτώχεια και την καταφρόνια
σαν τον Κοπρίτη και το Κολλητήρι
έξω από την ετοιμόρροπη παράγκα του Καραγκιόζη.



Θωμάς Γκόρπας, Τα ίδια και τα ίδια
[…]
Πάμε ρε παιδιά σινεμά να περάσ’ η ώρα
κ’ ελλείψει ελληνικού βλέπουμε τούρκικο
– δε βλάπτει…Μάθατε…μάθατε;
Το παλιό ηλιοβασίλεμα επιστρέφει
ανατολή ηλίου και όλοι κλαίνε από χαρά
τρώνε και πίνουνε χορεύουνε και δε μιλάνε…
Πάλι
το μαγαζάκι το παλιό ανοίγει για καινούργιο…
Κλείνομαι μέσα κλείνομαι μέσα κλείνομαι μέσα
κι ακούω ρεμπέτικα χαζεύω ζωγραφιές
κοιτάω παλιά κιτάπια κ’ έξω απ’ το παράθυρο…
Αυτή είναι σκλαβιά! Αυτή είναι σκλαβιά μουρμουράω.
Περασμένα μεσάνυχτα με παίρνει ο ύπνος
ονειρεύομαι τον Αρχιστράτηγο Καραϊσκάκη
βήχει βρίζει λάμπει και τους δείχνει
τον πούτζο του.

Πάλι. Αμάν τι τραβάς κ’ εσύ
καημένη Ελευθερία!…
Ούτε εχθρός τους να’ σουνα…



Οδυσσέας Ελύτης, Μικρός ναυτίλος
[Προβολέας δ’]
Σκηνή πρώτη: Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος δίνει τη διαταγή να συλλάβουν και να εκτελέσουν τους απεσταλμένους του Αρείου Πάγου, Νούτσο και Πανουργιά.
Σκηνή δεύτερη: Μια ειδική επιτροπή που επέχει θέση Στρατοδικείου καταδικάζει τον Γεώργιο Καραϊσκάκη ως « επίβουλον και προδότην της πατρίδος».
Σκηνή Τρίτη: Με καταδίκη σε θάνατο  ρίχνεται στις φυλακές ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Σκηνή τέταρτη: Κυριακή πρωί, στο Ναύπλιο, έξω απ’ την εκκλησία, ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας πέφτει κάτω από τις σφαίρες των Μαυρομιχαλαίων.
[…]


Βικτωρία Θεοδώρου, Μη τη ζωή!
Των μαρτύρων το παράπονο πνέει ο αγέρας
που τους θερίσανε τα νιάτα τους μες στον Απρίλη.
Του Διάκου, ακούγεται το δίστιχο στη χλόη,
της Βάσως τ’ άθαφτο κορμί φωνάζει
για λίγο χώμα, αχ τι ντροπή, να φανερώνουν τώρα
λερά κόκαλα την περηφάνια και την ομορφιά της.
Βοά το αίμα τους και παραγγέλλει:
Μη τη Ζωή! Και Μη τα Νιάτα!

Μη, για τίποτα στον κόσμο!
« Για ιδές καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει…»
« Δέστε την ομορφιά μου αραχνιασμένα κόκαλα…»
« Κλαίνε τα δέντρα, κλαίν και τα κλαδιά
κλαίνε και τα λημέρια που λημέριαζα…»



Θανάσης Κωσταβάρας, Θάνατος και αποθέωσις του καπετάν Θύμιου Βλαχάβα και του ιερομόναχου Δημητρίου στα Γιάννινα
Σαν πήρε να βραδιάζει τη δεύτερη μέρα του μαρτυρίου
– με τον αγέρωχο καπετάνιο δεμένον στο στύλο
καταξεσχισμένον κι αιμόφυρτο –
σαν πήρε λοιπόν να βραδιάζει
κι ο αποσπερίτης είχε αρχίσει να χτυπάει ρυθμικά
ψηλά στο στερέωμα,
σήκωσε, έτσι όπως ήταν πρησμένος, το βαρύ του κεφάλι ο
αιχμάλωτος
κι είπε μέσα από τα σπασμένα του δόντια
τόσο δυνατά πάντως που να τον ακούσουν, όχι μόνο εκείνοι
που κρατούσαν τα σύνεργα
μα και οι άλλοι, ένα γύρω, που κοίταζαν.

( Ήξερε ποιο θα’ ταν το τέλος.
Ήξερε πως δεν θα ξαναδιάβαζε τα σημάδια των άστρων
και πώς δεν θα ξανάκουγε το τραγούδι των γρύλων
– που τόσο πολύ αγαπούσε –
και πως αύριο τα χαράματα θα’ ταν η τελευταία φορά
που θα’ βλεπε να ξεπροβάλει κατακόκκινος
πάνω απ’ το Μιτσικέλι ο ήλιος).

«Ορέ μουρτάτες, είπε, εμένα καλά με παιδεύετε.
Και καλά μου μπήγετε τα καλάμια στα νύχια.
Και κρεμάστε με ακόμα τ’ ανάποδα πάνω από τη φωτιά
και τσακίστε μου ένα – ένα τα κόκαλα.

Κι ύστερα γδάρτε μου το τομάρι, εμένα τον αντάρτη και
τον αρχικαπετάνιο
και χτίστε με.
Όχι γιατί μου αξίζει, μα γιατί έτσι είναι ο νόμος:
Ο νικημένος να πληρώνει τη λεβαντιά του με τον πιο άγριο
θάνατο.
Όμως αυτόν τον δυστυχισμένο καλόγερο
τι τον τυραννάει και δεν τον τελειώνει ο σκύλος;
Αυτός, έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν δικός μας.
Αυτός δεν είχε σηκώσει ντουφέκι, μήτε και τραγουδούσε τα
τραγούδια τ’ αντάρτικα.
Αυτός το σταυρό μόνο κρατούσε
παρακινώντας τους σηκωμένους να προσκυνήσουν
να γονατίσουν ακόμα μπροστά στον αφέντη
άλλη Δικαιοσύνη ζητώντας κι άλλη Ελευθερία, μέσα απ’ την
πίστη του, τάζοντας.»

Έτσι τους μίλησε ο ανδρείος.
Όμως εκείνοι καμιά σημασία δεν του’ δωσαν.
Παρά συνέχισαν να βασανίζουν και να χτίζουν τον δύστυχο.

Ο κόσμος των άστρων πλήθαινε λίγο – λίγο
και τα τριζόνια είχαν αρχίσει το γαλήνιο τραγούδι τους
και η αρμονία του σύμπαντος κρατούσε όπως πάντα την
τάξη της.

Και κει, στην αυλή του Αλή, οι δυο άνθρωποι βασανίζονταν.
Με καρτερία πάντως αξιοθαύμαστη υπομένοντας τα μαρτύρια
και με αξιοπρέπεια αδιάπτωτη προχωρώντας – και οι δυο –
προς τον θάνατο.

Έτσι γίνονταν στα 1808 κι έτσι θα γινόταν και 140 χρόνια
αργότερα.

Κι έτσι γίνεται πάντα όταν πέφτουν δίσεχτα χρόνια.
Γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος.
Γιατί σ’ έναν κόσμο μαγαρισμένο
πού να βαδίσει ο άγιος
και πού ο απροσκύνητος να σταθεί;

Και πώς να σωθεί ο αμόλυντος;
Όμως με τη ζωή του πάντα ο γενναίος
ζεσταίνει τους σκλαβωμένους.
Και με το θάνατό του τους οδηγεί
απ’ την υποταγή
στην ανάσταση.



Γιάννης Σκαρίμπας, «Εκατονταπενηντάχρονος»
Μια εθνική μόνον επανάσταση,
χωρίς την κοινωνική καταξίωσή της,
είναι μια «φαινομενοφάνεια»
που τα «κατεστητά» την επιτρέπουν.
Τι θάχαναν; Και η ανεξαρτησία δική τους θάταν…

Οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου
συνήθιζαν μόνο αναμετάξυ τους την τύφλωση.
Οι λόγιοι της Διασποράς,
αυτοί τύφλωναν ολόκληρο το έθνος.

Ο μη έχων – αυτός – αποστολήν
είναι ένας συνάνθρωπος χρήσιμος.
Ο νομίζων (εαυτόν) ότι έχει –
απ’ αυτόν να φυλάγεστε…

Μια ακόμα σοφία στις υπάρχουσες
είναι ένα ακόμα απομυζητήριο του αίματος.
Η λίμη τους
θα  μας μεταβάλει σε αντικείμενα – (res).

Περισσότερο από τη βία το ψέμα
είναι εκείνο που σηκώνει σαν Άτλας τα συμφέροντα.
Γιατί ενώ στη βία του άλλου
μπορείς ίσως ν’ αντιτάξεις τη βία τη δική σου,
στο ψέμα μνέσκεις καταευχαριστημένος
και μάπας « εκατονταπενηντάχρονος».*


*= συμπανηγυριστής των εκατονταπενηντάχρονων του ‘21

1821A 
ΤΟ 1821 ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, Ανθολόγηση – Επίμετρο: Ηλίας Γκρης, Κέδρος 2011

Τέσσερα επαναστατικά τραγούδια του Ρήγα Φεραίου

Η πρώτη δισκογραφική εμφάνιση του Δημήτρη Λάγιου,
σε ηλικία 23 ετών, στον δίσκο
«Τέσσερα επαναστατικά τραγούδια του Ρήγα Φεραίου» (1975)
Περισσότερα εδώ:http://www.musicpaper.gr/documents/it...
https://www.facebook.com/pages/Musicp...

1.Θούριος 0:00
2.Ύμνος Πατριωτικός 3:00
3.Επαναστατικό Τραγούδι 5:25
4.Ω Παιδιά μου Ορφανά μου 6:28

Ερμηνεία/ενορχήστρωση/διεύθυνση ορχήστρας: Δημήτρης Λάγιος

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014

ΠΟΛΕΜΟΣ - ΚΑΤΟΧΗ - ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, με τον φακό των Σπύρου Μελετζή και Λάζαρου Ακκερμανίδη (Φωτογραφικό αφιέρωμα)


Ένα φωτογραφικό αφιέρωμα στον Πόλεμο του 1940
με το φακό του  Λάζαρου Ακκερμανίδη (οι 3 πρώτες
φωτογραφίες) καθώς και  στην Κατοχή και στην
Αντίσταση ενάντια στους Γερμανούς κατακτητές,
με το φακό του Σπύρου Μελετζή.


Ελληνοϊταλικός Πόλεμος

Ιταλοί αιχμάλωτοι


Ιταλικά λάφυρα. Οι Έλληνες στρατιώτες πανηγυρίζουν


Κατοχή 


Κατοχή Πείνα

Πείνα Στο Δρόμο

Στα καροτσάκια οι πεθαμένοι

..  Στο νεκροταφείο

Από το νεκροτομείο ...

Αντίσταση


Κλαρίτης στον Όλυμπο

Ο καπετάνιος Μακεδόνας (πρώτος δεξιά) με τους συναγωνιστές

Κλαρίτες στη Ρούμελη


Αετός στη Ρούμελη

Κλαρίτης στα Άγραφα

Ο Μπάρμπας Τσεκούρας

Αντάρτες στο Ψάρι Πελοποννήσου

Τριφυλία. Ο διοικητής Παπαδόπουλος με το επιτελείο του

Αρκαδία. Η αντάρτισσα Αννέτα

Στο Ξάγναντο. Μάνα και γιος

Πρώτο σαμποτάζ στο Μοριά. Ανατίναξη γέφυρας στο Ίσαρι.
Οι Γερμανοί ποζάρουν

Η καταστροφή του Δίστομου

Εκτέλεση πατριωτών στη γκρεμισμένη γέφυρα του Γοργοπόταμου

Κατοχή. Γυναίκες στις κρεμάλες

Οι κρεμασμένοι της Φλώρινας

Το καμένο Καρπενήσι

Ευρυτανία. Στην κορυφογραμμή του βουνού Ζαχαράκι

Βίνιανη. πρώτη πρωτεύουσα της ελεύθερης Ελλάδας

Εξάωρη πορεία για να τραφούν οι αντάρτες

Αντάρτικη μπουγάδα

Στην έδρα της Π.Ε.Ε.Α. Μετά από μια συγκέντρωση στελεχών

Μιλάει ο Μιλτιάδης Πορφυρογένης

Επιμελητεία του Αντάρτη (Ε.Τ.Α)


Τυπογραφείο στην Ελεύθερη Ελλάδα

Αναδημοσίευση από τον Οικοδόμο