Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Σκαρίμπας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Σκαρίμπας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

"...οι αγράμματοι και τρεις εκείνοι πολεμιστές, όχι με τη γραμματική και τις "Ελληνικούρες" κέρδισαν τη λευτεριά τους, αλλά με τα καριοφίλια και τις πάλες..."


" Κάποιος ιστορικός ( ιστορικός κατά τον τρόπο που θα εννοούσαμε τα ακρωτήρια ως...άκρες των τυρίων!) μου γράφει ότι τα ιστορικά βιβλία μου συκοφαντούν την επανάσταση του 21, ως όχι εθνικήν, αλλά ως κοινωνικήν.
Αν και ο ταπεινά υποφαινόμενος, δεν αλληλογραφώ με "αμαθόπουλους", εν τούτοις σκέφτηκα ότι επειδή αυτό λέγεται και στα σαλονιακά κουκουβαγία της Αθήνας, μπορεί δε και στα λαϊκά καφενεία προς...διαφώτιση, σας στέλνω τούτο το γραφτό μου, που "άμα τη δημοσιεύσει " του, θα του το ταχυδρομήσω στην σταλείσα μου διεύθυνσή του.
Πράγματι, " υπάρχει ένα πολύ τρομερότερο όπλο από την συκοφαντία - η αλήθεια!" (Ταλλεϋρανδος).
Και η αλήθεια είναι τούτη: Στην Εθνική, λεγόμενη, επανάσταση, τα πράγματα συμβαίνουν ως εξής: Αυτήν, δε την κάνει ο λαός. Εξ εναντίας είναι επανάσταση εναντίον του λαού, προς περισσότερη δούλωσή του και ξεπούλησή του, στα ντόπια και τα ξένα συμφέροντα. Την οργανώνει σοφά, η ιθύνουσα τάξη ( οι γαιοκτήμονες, οι χρηματιστές, το ανώτερο ιερατείο, οι στρατιωτικοί, οι - επιμέρους - πολιτικοί, η βασιλική αυλή - όπου υπάρχει - οι αετονύχηδες του χρήματος και γενικώς, η στο σώμα των λαών επικαθισμένη κρούστα των βδελλών του.)
Και την παρασκευάζουν εν παραβύστω επιτελικά, με επικλήσεις...των ιερών και οσίων του Έθνους! Με πλούσιες χρηματοδοτήσεις της από τις τράπεζες και τους οικονομικά κρατούντας, με κωδικούς αριθμούς και καβαλλιστικά "ιδεογράμματα" της ακριβούς ημέρας και ώρας της εκρήξεώς της, με μυημένους στρατιωτικούς και τινας ιεράρχας και με την φαρισαϊκήν ουδετερότητα των προφεσόρων, των ακαδημαϊκών (όπου υπάρχουν και τέτοιοι) των ακουστών διανοουμένων και των πατρών ασκημομούρων θυγατέρων μετά κλειδοκυμβάλου της ουράς και αυγοτάραχων Κασπίας! Χαβιαροπέψιοι της χώρας ενωθείτε!
Επιτυγχάνουσα ( και σχεδόν επιτυγχάνει, η τέτοια επανάσταση, τον αποσπέρνει με μπαρούτι το λαό και ξεπουλάει με τα τσαρούχια της τη χώρα. Ο τυχόν έχων αντίρρηση στέλνεται στα ερημόνησα προς επιμόρφωση, ή γίνεται αναθεωρός του αυτοεξορίστου τύπου της Τσεχίας, ή μουσικοσυνθέτης, γράφων...και μανιφέστα μπρος στο πιάνο του.
Τέτοιες επαναστάσεις στάθηκαν η βορειοαμερικανική του - ποτε - Ουάσιγκτον που έδιωξε τους Άγγλους και...κάθισε αυτός. Τη συνέχεια τη βλέπουμε στην κατοπινή και σημερινή ιμπεριαλιστική κατάντια της Αμέρικας. Του Κρόμβελ, του Κεμάλ Αττατούρκ και σύξυλες όλες τις αφρικανικές και της Ευρώπης.
Όπου του κόσμου έσκασε κοινωνική επανάσταση, καταπνίγηκε στο αίμα της, όπως των Σπάρτακων της πάλαι Ρώμης, των είλωτων και πληβείων της αρχαίας Σπάρτης και των Αθηνών, όπως στις σύγχρονες των δύο ακραίων μαύρων λαών της Αφρικής και της σοσιαλδημοκρατίας στην Ισπανία του Φράνκο. Και γιατί όχι και της Αστικής επανάστασης των μπουρζουάδων ( μη και του Ροβεσπιέρου εξαιρουμένου), που κυοφόρησαν την αστική αυτοκρατορία του μεγαλύτερου μαχαιροβγάλτη των αιώνων Μεγάλου Ναπολέοντα και ξανάφεραν τη δυναστεία των Βουρβόνων και τις χοροεσπερίδες της ...Παναγίας( = της κας Ταλλιέν) και των μιξοπαρθένων εκείνων εγκυκλοπαιδιστών τα μανιφέστα προς την Αικατερίνη τη Μεγάλη.
Όσο αν ήταν κοινωνική ή όχι η Ελληνική Επανάσταση του 21 θα τα πούμε παρακάτω!


Προηγουμένως είχα πει πώς γράφεται η Ιστορία στην Ελλάδα - μα και σχεδόν και παντού του κόσμου, δεν γράφεται καλύτερα.
Απ' τα μικρά μου νειάτα, τους βλέπω και τους...λιμπίζουμαι στις χαλκομανίες των σχολείων και στις λιθογραφίες των Ημερολογίων Τραπεζών, ή στα πολυτελή περιοδικά τρανών επιχειρήσεων, ως καμάρια και καυχήματα του λαού μας τους "εθνικούς άνδρας" που τα πάντα δώσανε λόγω και πνεύματι στον ...κατά των Τούρκων αγώνα των Ελλήνων του ΄21: Τον Κοραή, τον Καποδίστρια (του πρώην γιατρού του Οθωμανικού Νοσοκομείου και δήμιου των στασιαστών της Κεφαλλονιάς - κατά διαταγή των Άγγλων), τους επτανήσιους λογάδες, τον Διονύσιο Ρώμα, τον Ουγγαρίας και Βλαχίας Ιγνάτιο (τον σφαγέα των 400 Πρεβεζάνων), τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, τον Αντρέα Ζαΐμη ( "Τι Μπραΐμης - τι Ζαΐμης!") τους  Κουντουριώτηδες της Ύδρας, τους " διδαχούς της διασποράς" και όλους τους βαρδαλαμπούμπηδες των μύθων.
Και είναι αυτοί, οι μυχτηρίσαντες τον αγώνα, διότι και διότι αλλά και μη εννοούντες ότι οι αγράμματοι και τρεις εκείνοι πολεμιστές, όχι με τη γραμματική και τις "Ελληνικούρες" κέρδισαν τη λευτεριά τους, αλλά με τα καριοφίλια και τις πάλες.
Αυτά ήσαν τότε για τους Τούρκους "αι πόρπαι της Αλεξοτίσσης", δηλαδή τα κουμπιά της κυρ - Αλέξαινας, όπως μας τα δίδασκε ποτέ γραμματοδιδάσκαλος αρχαιόπληχτος.
Τώρα, κανείς, θα μούλεγε: Να που μαίτρ - ιώτατε κι ελόγου σου, αναγνωρίζεις ότι η επανάσταση δεν ήταν κοινωνική αλλά Εθνική. Θα του απάνταγα: κύριε αμάθιε, αν δεν σ' έδερνε η οκνηρία της σκέψεως θα εννοούσε ότι: αν πρώτα δεν εξοντονώντουσαν οι Τούρκοι, δεν θα πετύχαινε ο αγώνας. Διότι οι Τούρκοι είχαν στρατούς στις πιο επίκαιρες πόλεις και τα κέντρα: στην Τριπολιτσά, στην Κόρινθο, στην Πάτρα και στην Κάρυστο. Στη Χαλκίδα, στη Λαμία και στη Λάρισα. Οι κοντζαμπάσηδες βέβαια δεν είχαν, αλλά ήσαν σύμμαχοι των Τούρκων. Μ' ένα τους κάλεσμα, θα κατάφταναν σύννεφα κονιάρων. Χώρια που και ο Σουλτάν - Χαμήτ, θάστελνε τον ένα μετά τον άλλον τους πασσάδες.
Έτσι, οι πριν ραγιάδες ρίχτηκαν κατά των Τούρκων πρώτα, κι άφησαν για παραπέρα το ακέφαλο και άοπλο κοντζαμπασάδικο κοπάδι: Πουλιά δεν ήταν να πετάξουνε - θα τους περνούσαν όλους εν στόματι μαχαίρας.
Αυτό μως τους στάθηκε μοιραίο. Γιατί τα χρόνια πέρναγαν, και τα λεφούσια της Τουρκιάς δεν πέρναν τέλος. Το ένα μετά το άλλο καταστρέφονταν, μα τα όξω πράγματα σκούρευαν. Η Αγγλία, η Αυστρία κι αυτή η Γαλλία του Ναπολέοντα, κηρύχτηκαν αναφανδόν με το σαρίκι... Έτσι, κατέφτασε στη Πελοπόννησο ο Μπραΐμης, με στόλους και στρατούς υπό αξιωματικούς Εγγλέζους. Και άρχισε το κλάδεμα ανθρώπων τε και δέντρων. Ούτε πουλί πετάμενο δεν φτούρισε στους τόπους. Λιγάκι ακόμα και οι αγωνιστές θα υποκύπτανε. Οι κοντζαμπάσηδες σωνόσαν! Τέλος, μάλλον από εγωστιλίκι αγγλικό κι από τουρκική ηλιθιότητα το Ναυαρίνο επήλθε. Οι Τόρρυδες στο Λονδίνο, μάλωσαν το ναύαρχό τους Κορδιγκτώνα. Αλλά ο πανευρωπαϊκός ενθουσιασμός τον έσωσε απ' τη δίκη.
Έτσι, η χώρα παραδόθηκε στους κοντζαμπάσηδες και πάλι. " Κατήλθε" ο Καποδίστριας - εγκάθετος του Τσάρου. Οι λιγοστοί απομείναντες πολεμιστές, πήραν ξανά τα όρη. Κι οι τσούμπρες κι οι γυναίκες τους, ξανά γινήκαν γκόμενες των πρώτων τους αφεντάδων = των κοντζαμπάσηδων. Μια ακόμα κοινωνική επανάσταση πνίγηκε στο αίμα της, από τον καιρό των Σπαρτιατών και δώθε καμιά δεν πέτυχε. Μόνο η Οκτωβριανή των εργατών των μουζίκων και των φαντάρων στη Ρουσία περισώθηκε. Αλλά κι αυτήν, την έχουν με τους πυραύλους οι Αγγλοαμερικάνοι στο σημάδι...
Σχεδόν σύξυλες και ομοθυμαδές όλες οι προσωπικότητες( διανοούμενοι, πολιτικοί, τσάροι, βασιλείες, κυβερνήτες και ντοκτόροι) όλες συγκροτιτί, έβαλαν κατά του επαναστατημένου '21, ως αναρχικού και καρμπονάρικου ( ο όρος κομμουνισμός δεν είχε ακόμα όνομα) ενώ κι ο Πατριάρχης το αφόρισε για τέτοιο κι αποτέτοιο και μόνο η κοντζαμπάσικη πονηρία το διαβόηζε ως τάχα εθνικό που το προπαρασκεύασαν αυτούνοι.
Ότι η Επανάσταση του '21, μόνον υπό την έννοιαν αυτήν (= την και ενάντια στους Τούρκους όρμησή της), ήταν και εθνική, ήταν κοινή συνείδηση και διαπίστωση πολλών επιτοπίων αυτοπτών ξένων και δικών μας:
" Αλλά πλανάται οικτρά εκείνος που νομίζει ότι ο πόλεμος αυτών των Ελλήνων εναντίον των Τούρκων είναι πόλεμος εθνικός. Τέτοιο πράγμα δεν συμβαίνει, γιατί προς το παρόν λείπουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις. Οι ανώτερες τάξεις δεν έλαβαν καθόλου μέρος μέχρι τώρα, εξαιρέσει κάνα - δυό πριγκίπων, οι οποίοι ίσως ελπίζουν να πάρουν κανένα θρόνο. Οι πιο ευκατάστατοι και οι πιο πλούσιοι Έλληνες δεν υπεστήριξαν τον πόλεμο αυτόν ούτε άμεσα ούτε έμμεσα, υπάρχουν μάλιστα πολλοί απ' αυτούς, οι οποίοι τον αποδοκιμάζουν. Με μελαγχολικό μειδίαμα εδιάβασαν μερικοί στις εφημερίδες για τις πατριωτικές θυσίες, για τις γενναίες συνεισφορές κλπ. Αυτό που πριν από λίγα χρόνια είδαμε εμείς στη Ρωσία και εδώ σ' εμάς στη Γερμανία, δεν το βλέπει κανείς πουθενά στην Ελλάδα. Εκτός απ' αυτή την αναξιόπρεπη αποχή από τον Αγώνα υπάρχει ακόμα και το μεγάλο μειονέκτημα, ότι σ' αυτά τα ασύντακτα πλήθη λείπουν εντελώς τα χρηματικά μέσα. Γι' αυτό τους λείπουν προμήθειες, πολμοφόδια, κανόνια κλπ., αν και τους εφοδίασαν με μερικά Γάλλοι, Ισπανοί, Βορειοαμερικανοί και άλλοι. Είναι γνωστό ότι ο πόλεμος αυτός εξέσπασε στις παραδουνάβιες χώρες πολύ ενωρίς και ελάχιστα προετοιμασμένος. Μερικοί λέγουν ότι έπρεπε να αρχίσει το φθινόπωρο του 1822. Τίποτα δεν είχαν προνοήσει. Έτσι εξηγείται η σύγχυση στη διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεων . Αλλ' απ' αυτήν την καλή και ωραία υπόθεση  λείπει - και αυτό είναι πολύ πιο απαραίτητο από το χρήμα, το μπαρούτι, το μολύβι και τα κανόνια - ένα κεφάλι, ένα από τα πνεύματα εκείνα που αυτά μόνο μπορούν να πρωτοπορήσουν με επιτυχία σε κοσμοϊστορικά γεγονότα, που με τη μεγάλη τους καρδιά και με το μεγάλο τους πνεύμα συλλαμβάνουν το μεγάλο, όπως και αυτοί οι ίδιοι ανήκουν στους μεγάλους. Ένας τέτοιος λείπει προς το παρόν πέρα για πέρα ( δόκτωρ Κρίσιαν Μύλλερ απεσταλμένος της μεγάλης γερμανικής εφημερίδας Αλλεμάινε Τσάιτουνγκ - σε ανατπόκρισή του στις 17 Αυγούστου 1821). ( Βλ. Τάσου Βουρνά, " Εντυπώσεις Γερμανού δημοσιογράφου από τον επαναστατημένο Μοριά - 1821" στην "Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά", τ.Ε΄, σελ.260 κ.ε, Δ/τής Μίμης Παπαχριστοφίλου Αθήνα 1961)".
(...):" "...εις τα ταραχάς της Πελοποννήσου διαφαίνεται το εναντίον της κοινωνικής τάξεως ανατρεπτικόν στοιχείον". ( Λόγια του Αλεξάνδρου Α' στον αντιπρόσωπο της Γαλλίας Μονμαρανσύ - Δ.Κόκκινος, τομ. 6, σελ.39, "Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως")".
(...): " " Δεν συμφέρει η εγκατάστασις μιας λαϊκής Κυβερνήσεως εις τα ανατολικά της Ευρώπης" Σατωβριάνδος: "Υπόμνημα δια την Ελλάδα", Παρίσι 1825, σελ.9)".
(...): " Ευθύς εξ αρχής, από δυναστικής ή πολιτικής, η Ελληνική Επανάσταση έγινε κοινωνική"(Ιω. Α.Σπηλιωτάκης: " Η κρίσις", Αθήνα 1874)".
Θεέ μου τι δίπορτο!

Γιάννη Σκαρίμπα, Το '21 και η αριστοκρατία του, Κάκτος 1978

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

Ο καπετάν Σουρμελής ο Στουραΐτης

Κρυφή χαρά, κρυφό καμάρι τόχε μες στην καρδιά του και το χαιρόταν τον ξαναπαγεμό του στο λιμάνι της Κάτω Μπάσιας ο Καπτα - Σουρμελής ο Στουραΐτης. Πότε να φτάσει!
Εκεί σιμά στα χαμηλά παρεθυράκια των Σουρούτηδων θ' άραζε, καρσί στα μαύρα μάτια της Αννίκας.
Έλα Χριστέ και Παναγιά πόσ' όμορφος πούταν ο κόσμος! Μια φουσκοθαλασσιά καλωσύνης, μια μοσκοβολιά τρυφεράδας, έτσι έν' αγεράκι ερωτικό γλυκοφυσάμενο φούσκωνε την καρδιά του και τις σκέψεις του.
Θάφτανε.
Θα φουντάριζε στην ίδια θέση, γερά θα ρεμεντζάριζε την "Τρισεύγενη" το τρεχαντήρι του` σβέλτος και λυγερός κι αυτός θα ορθώνονταν στο κάσαρο.
Κι από κοντά;
Ω από κοντά όλα θαρχόταν μοναχά τους με τη σειρά και με την τάξη.
Αχ! ναι, σαν τότες!
Να, θ' άνοιγαν τα παρεθύρια των Σουρούτηδων, θ' άστραφταν και τα μάτια της Αννίκας.
Κι όταν τη νύχτα, όλα γλυκά θα σώπαιναν, τότες αυτός ήξερε.
Αχ! πόσο γλυκιές ήσαν οι γνώμες του, πόσ' όμορφή ΄ταν η ζωή του.
Εκεί αντίκρυα του θ' άνοιγ' αθόρυβα, σα μάτι, το χαμηλό παρεθυράκι των Σουρούτηδων κ' ένα χρυσό αυλάκι από φως θα σέρνονταν πα στα κατάμαυρα νερά, μες στο λιμάνι.
Σαν μια κολώνα ολοχρυσή , ολόρθα βυθισμένη, θάμοιαζε η αναβρική φεγγοβολιά του μες στη θάλασσα.
Κι ανάμεσά του - φάντασμα λευκό νυχτερινό - η Αννίκα η ορθοβύζα.
Θεέ μου!
Άμπουλας σκοτεινός, στιλπνός, τα μαλλιά της, θα χύνονταν - μαύρη νεροσυρμή και κύμα - πα στη μαρμάρινη ασπράδα των δυο ώμων της και γυμνά όπως στ' αγάλματα θα της κρεμόντουσαν τα χέρια. Θ' ασπρολογούσαν οι παχουλές φούσκες των δυό μπράτσω της.
Κάτω απ' το νυχτικό μπουστάκι της - έτοιμο να σπάσει και να πετάξει τα κουμπιά του - μόλις θα συγκρατιούτανε το δίδυμο κύμα των βυζώ της.
Αγάλι τότες κι αυτός θα κατέβαινε στη βάρκα.
Θ' αφρουγκάζοταν τους υγρούς  κλουμπακισμούς των κουπιών του πα στη θάλασσα και τους βαριούς χτύπους τση καρδιά του μρς στη νύχτα.
Κι όταν σε λίγο αγάλι θ' άραζε εκεί στην αμμουδιά - ζερβά στο σπίτι της - πατώντας λαφριά στα νύχια του, θάφτανε στο παρέθυρο και θάδινε τα χέρια.
Τότες το φως θάσβηνε άξαφνα - σαν κάτι που πέταξε κ' εχάθη. Πυκνό τότε σκοτάδι γλυκά θα τους συνέπαιρνε.
Έλα Χριστέ και Παναγιά! πόσ' όμορφος πούταν ο κόσμος. Απαλά τα δάκτυλά του θα βούλιαζαν - σαν σε ζυμάρι - στις φούσκες των δυό μπράτσω της, κ' οι δυό μαζί οι παλάμες του θα γλύστραγαν ως την πυκνή βλάστηση ( αψηλά) των μασχαλώ της.
Ο φλογερός ανασασμός του θα συγκερνιότανε με τη μοσκοβολάδα απ' τα χνώτα τση και το στόμα του λαίμαργα θ' ασήκωνεν εκείνη τη στιλπνή υγρασία των χελιών τση.
Ψυχή του!
Θάνιωθε στα μπράτσα του την ελαστική εσχάρα των λιανών παϊδιών της, κι όταν απ' την φουσκοθαλασσιά των καϋμών, θάσπαζαν τα φιλντισένια κουμπάκια και του μπούστου της, ο κρουστός κόρφος της θα χύνονταν και στων δυό τις αγκαλιές - αφρός και κύμα.
Έτσι κατά πώς έγιναν και τότες.
Αγέρας ερωτικός οι καϋμοί του φούσκωναν τα πανιά του και τους φλόκους, ερωτικό πουλάκι κ' η ψυχούλα του φλετούραε αμπροστά, το δρόμο δείχνοντας στο ερωτικό καράβι.
Πότε να φτάσει.


***
Κ' έφτασε.
Αδεκεί καταμεσίς στο λιμανάκι της Κάτω Μπάσιας, φουντάρισε, αντίκρυα στα χαμηλά παρεθυράκια των Σουρούτηδων, εκεί καρσί στα μαύρα μάτια της Αννίκας. Εκεί ' ταν το σπιτάκι της` εκεί οι λεύκες που το σκέπαζαν, ομπρός του εκεί, σιμά στα βότσαλα, στο περιγιάλι.
Γοργά πετάχτηκε στην πιάτσα. Και βράδυαζε. Σε λίγο, θάφτανε κ' η νύχτα.
Στην ίδια θέση εκάθισε, αντίκρυα, στου Ζέρβα την ταβέρνα.
Δούλευε ο νους του ανήσυχα, δούλευε η καρδιά του, δούλευε και η μοίρα του η μαύρη.
Ανήσυχο πουλάκι η ψυχούλα του, πετούσε δω, πετούσε κει, γυρόφερνε το σπίτι.
Να ιδεί, να μάθει δίψαε η καρδούλα του.
Κ' έμαθε και είδε.
Είδε την αυλόπορτα ν' ανοίγει κ' ένας άντρας ξεραγκιανός, κοκκινοτρίχης, πρόβαλε στην πόρτα.
Και πνιγμένος ο Καπτα - Σουρμελής θα τον θυμόνταν.
Ήταν εκείνος.
Αυτός ο ίδιος πούχε από τότες στο μάτι την Αννίκα.
Είδε και την Αννίκα. Την είδε να  χάνει το χρώμα της, να πιάνεται στην πόρτα. Κατόπι να κλείνει πίσω της , να φεύγει.
Κατάλαβε ο Καπτα - Σουρμελής ο Στουραΐτης.
Δε μίλησε, δεν εκουνήθη, δεν ανάσανε.
Δεν αισθάνθηκε καθόλου μίσος, διόλου θυμό.
Δεν ήταν ανάγκη, δεν επείραζε, δεν ήταν λόγος.
Όμως σιγανά, αγάλι, σαν από θερμή πηγή ανάβλυσε μέσα του η πίκρα.
Είπε και τούφεραν κρασί κι άρχισε να πίνει.
Αχ πόσο έπιεν, Θεέ μου!
Έπινε αγάλι, έπινε ντροπαλά, τόνα ποτήρι πάνω στ΄ άλλο.
Έτσι αγάλι, έτσι ντροπαλά κι αυτά, τα χαμηλά παρεθυράκια των Σουρούτηδων μπροστά του, σφάλισαν φύλλο προς φύλλο, ένα - ένα, τόνα κατόπι στ' άλλο, σαν ματάκια.
Κ' η νύχτα ήρτε, ήρτε δειλή, δισταχτική, κρυφοκλαμένη.
Κοντά μεσάνυχτα ασηκώθη κ' έφυγε.
Πατώντας δω, πατώντας κει, έφτασε στο μώλο.
Δεν ήταν μεθυσμένος - σκεφτόταν μέσα του - παρά έτσι κομμάτι κουρασμένος, λυπημένος...
Τώρα ήσαν όλα καλά, κατακαλά, ωραία, αχ τι ωραία!
Ο Θεός ξέρει πώς ήβρε τη βάρκα του, πώς ήμπε μέσα.
Έπιασε τα κουπιά και τράβηξε για το καΐκι, για της ψυχής του τράβηξε το άσυλο , για την καταφυγή του σώματός του.
Αχ! πόσο μακριά πούταν φουνταρισμένη η " Τρισέγευνη ", πόσο αλαργινό το τρεχαντήρι του, του εφάνη...
Άαα...θάχε " σύρει " διαλογίστηκε...το ρέμα το μετατόπισεν εσκέφθη` τέλος, έφτασε` προσπάθησε ν' ανέβει, να σκαλώσει...Μα πράμα περίεργο - αργούσε...δε δύνονταν....- σε καλό του!
Έκαμε να φωνάξει το μούτσο του το Γιώργη, προσπάθησε πολύ...εφώναξε δυνατά όσο κι αν εδυνάστη...μα παράξενο πράμα " τ' είχε πάθει; " ο μούτσος δε φαινόταν, κι αυτός ο ίδιος δεν άκουγε σκεδόν διόλου τη φωνή του!
Μόνο ένας σαλιαρός ρογχασμός έβγαιν' από το στόμα του...
Καλά, μα εκεί αντίκρυα του - ζερβά του - κάτι άστραψε, κάτι εχύθη.
Μια νεροφίδα χρυσή, λιανή, μακρουλή, αγωνίζονταν - σα νάταν δεμένη, απ' την ουρά της - λες να ξεφύγει απ΄τη στεριά, να γλυστρήσει πα στο γιαλό, μες στο λιμάνι.
Μια σκέψη γοργή - σαν αστραπή - διάβη γλυκά το λοϊσμό του .
Έστριψ' ευτύς προς την αχτή κ' είδε αντίκρυα .
Είδε το παρεθύρι ανοιχτό και την Αννίκα ανάμεσά του, όραμα λευκό μέσα στη νύχτα!
Αχ! ναι σαν τότες!
Ήταν κι απόψε με το νυχτικό μπουστάκι της κ' είχε τα μπράτσα γυμνά όπως στ' αγάλματα!
Σαν μια χιονοκολώνα λυγερή ήταν το μπόι της όπου αψηλά της κάθονταν ' νας κόρακας με τα φτερά ανοιγμένα - τα μαλλιά της.
Κ' ενόησε.
Έπιασε τα κουπιά και τράβηξε ίσα - καταΐσα.
Μια καινούργια δύναμη έδωσ' αντρειά στα μπράτσα του, έκαμε τους σκαρμούς της βάρκας του να τρίζουν.
Δεν τούκανε εντύπωση ο σκοπός του.
Ήξερε καλά, κατακαλά, ήταν βέβαιος.
Εκεί΄ταν η Αννίκα του - τον καρτέραε...
Κι αυτός;
Ω, αυτός όπως τότε:
Θα κάθιζε αγάλι τη βάρκα του στην αμμουδιά και θα σαλτάριζε στα όξω.
Κατόπι πατώντας ανάλαφρα στα νύχια του, θάφτανε και θάδινε τα χέρια.
Κι όταν το φως της λάμπας θάσβηνε και θα γίνονταν κ' οι δυό των ένα με τη νύχτα, τότε...ω τότε!
Να λιγάκι ακόμα και ζύγωνε να φτάσει.
Το χρυσό ρυάκι πλάι του όλο και κόνταινε στη θάλασσα, όλο κ' έφευγε ξοπίσω του - σα φίδι. Μα, για στάσου...
Το φως, καρσί, έσβησεν άξαφνα σαν κάτι που πέταξε κ' εχάθη! Το ίδιο και το χρυσό αυλάκι πα στη θάλασσα!
Ο Καπτα - Σουρμελής ο Στουραΐτης πάλι ενόησε...
Σίαρε αγάλι και κάθισε στον πάγκο.
Δεν ήταν μεθυσμένος - σκεφτόταν μέσα του - παρά έτσι κουρασμένος, μάλλον λυπημένος...
Τώρα όμως πολύ αποθυμούσε να ξαπλώσει...να, όσο πατάει η γάτα, μια στιγμή...Όχι αδελφέ να κοιμηθεί, μόν' να τον κλέψει μόνε μόνε...έτσι ένα μινούτο, μια σταλιά...
Κι από κοντά - μα το Θεό - θα τράβαγε ίσια για το καΐκι.
Κ' έγειρε.
Πολύ ανήσυχα στην αρχή, άσκημα, παράξενα, αποκοιμήθη τέλος βαριά, συγκρατητά, δίχως άκρη...
Προς τις αυγές, τα νερά τραβήχτηκαν και το κεφάλι του πρόβαλ' αγάλι πα απ' τη θάλασσα, με το πρόσωπο αποτρόπαιο και πρισμένο, μαλέο, απαίσιο!
Τα μάτια του ολανοιχτά, γυαλένια και κατάπληχτα, θωρούσαν χαύνα καταμπροστά όλα μαζί και τα κλειστά παρεθυράκια των Σουρούτηδων!
Κάτω απ' τα φουσκοπρησμένα του ματόφυλλα, οι κόρες (πηγμένες) των ματιών του εφαίνοσαν σαν κάτι να διηγόντουσαν φριχτό, σαν κάτι να ( της Αννίκας του ) το ελέγαν...

Γιάννης Σκαρίμπας , Καϋμοί στο γριπονήσι, Κάκτος 1975 


" Το πρώτο βραβείο δόθηκε στον κ. Γιάννη Σκαρίμπα ( Χαλκίδα) για το διήγημά  του " Ο Καπτάν Σουμερλής ο Στουραΐτης ". Το διήγημα αυτό κάμνει αμέσως ζωηρή εντύπωση για το δυνατό χρώμα του και την έντονη προσωπικότητα του ύφους του, πράγμα που λείπει σχετικά από τα άλλα. Μέσα από την αφήγησή του ξεπετιέται ατόφια, καθαρή, τελείως ξεχωριστή η ιδιοσυγκρασία του ανθρώπου που τώχει γράψει. Ο κ. Σκαρίμπας έχει ήδη ύφος δικό του , και αυτό είναι το πιο σπουδαίο προσόν που μπορεί να ζητήση κανείς από έναν συγγραφέα. Και το επέτυχε γιατί στηρίχθηκε αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις, περιορίσθηκε στα δικά του όρια, στο δικό του, στο γνώριμό του κόσμο. Ο αναγνώστης αισθάνεται ότι ασφαλώς ο συγγραφεύς και ο άνθρωπος είναι ένα, ταυτίζονται, πράγμα σπάνιο` συχνά ο πόθος μας είναι να φαινόμαστε σ' ένα έργο που γράφουμε, όχι όπως πράγματι είμαστε, αλλά όπως θα μας άρεσε να είμαστε, και γι' αυτό ακριβώς η ασυνέπεια μεταξύ του ανθρώπου και του συγγραφέως είναι συνηθέστατη. Προκειμένου για τον Σκαρίμπα δεν μένει καμμιά υποψία για ένα παρόμοιο πράγμα. Ο παλμός του ύφους του, η λέξη , η φρασεολογία , ο τρόπος με τον οποίον συγκινείται, όλα μαρτυρούν για την απόλυτη, τη βαθύτατη ειλικρίνειά του. Σε ένα μεγάλο μέτρο μπορεί κανείς να πη γι' αυτόν, τα λόγια κάποιου γάλλου κριτικού: " Περίμενε κανείς να βρη ( μέσα στα γραφόμενά του) έναν συγγραφέα και βρίσκει έναν άνθρωπο".
Όλοι οι άλλοι όροι, που είναι απαραίτητοι για να είναι ένα έργο καλά γραμμέναο, κατόπι από την παραπάνω προϋπόθεση, πληρούνται μόνοι τους: Το θέμα παίρνει ενδιαφέρον, οι τύποι είναι ολοζώντανοι , η διατύπωση καθαρή, η συγκίνηση γνήσια, η οικονομία ζυγισμένη, όλα καλοβαλμένα. Καμμία επιτήδευση, καμμία επιδίωξη βαθυστοχασιάς, μ' έναν λόγο καθόλου φιλολογία.
Επαναλαμβάνομε πως εκείνο που κάμνει εξαιρετική εντύπωση, είναι η γλώσσα του, θρεμμένη από την πιο δροσερή πηγή, από τον λαό. Πλούσια, θερμή, συχνά υπερβολικά έντονη, σπάταλη, μα πάντα, και στα πληθωρικά της ακόμα σημεία, κυβερνημένη από τεχνίτη που ξαίρει καλά τι τέλειο όργανο κρατά στα χέρια του, χρωματίζεται ανάλογα με τα πράγματα.
Ο συγγραφέας, φαίνεται μεν  ότι έχει αρκετή συνείδηση  του τι φτιάνει, αλλά κυρίως η δύναμή του είναι το ένστικτο` σ' αυτό αφίνεται με εμπιστοσύνη, σαν ένας καλός ιππεύς στ' άλογο του` μέσα του μιλά η ράτσα. Ο κόσμος του είναι λιτός στη σύνθεσή του, κι' όμως ξαίρει τον τρόπο να τον στολίση με το αίσθημά του, συχνά μάλιστα να τον παραστολίση , το μόνο ψεγάδι ίσως που έχει ακόμα, μα που ασφαλώς θα το βγάλη από πάνω του. Δε μένει μέσα στα σύνορα της συνηθισμένης ηθογραφίας, ένα είδος που κατήντησε συμβατικό και ανιαρό, αλλά κατορθώνει να βασίζει ένα έργο που έχει ανθρώπινο ενδιαφέρον και αξία στο φτιάξιμο, στη μορφή. Η διακοσμητική του ιδιοφυΐα κεντά απάνω στο συχνά μονότονο υφάδι της πραγματικότητας πλήθος πολύχρωμα ξόμπλια και κοσμήματα , με μια αγάπη, με μια αφοσίωση όμοια με εκείνη που είχανε οι χειροτέχνες του καλού καιρού, οι χρυσοκοδυλιστές της Ανατολής.
Έως τώρα, αρκετοί συγγραφείς μας πήρανε ως βάση την ηθογραφία και δώσανε διαφορετικά την όψη της φυλετικής μας ζωής` άλλο έδωσε ο Παπαδιαμάντης, άλλο ο Κρυστάλλης, άλλο ο Καρκαβίτσας, άλλο ο Βλαχογιάννης. Ο κ. Σκαρίμπας δεν μιμήθηκε από αυτά τα πρότυπα` έδωσε δικό του χρώμα στο διήγημά του, έκαμε ένα είδος "α λά Σκαρίμπα". Αυτό δεν είναι υπερβολή, και πιστεύουμε βαθειά πως θα τραβήξη το δρόμο του, θα απλοποιηθή, θα πλατύνη, και θα γίνει συγγραφεύς άξιος γι' αυτό το όνομα.
(Απρίλης 1929)                                                               Κ.ΚΑΡΘΑΙΟΣ
                                                                  Εισηγητής    Φ. ΚΟΝΤΟΓΛΟΥΣ
                                                                                       Λ. ΚΟΥΚΟΥΛΑΣ
                                                                                       Κ. ΜΠΑΣΤΙΑΣ
( Απόσπασμα από την Έκθεση της Εισηγητικής Επιτροπής του διαγωνισμού διηγήματος των "Ελληνικών Γραμμάτων")


Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013

Γιάννης Σκαρίμπας

   Τ' απογιοματάκι μπαίνει ένας ζήτουλας: μπρε τού λέω, πώς σε λένε, πούθ' έρχεσαι; Από πάνω μου κάνει και μού δείχνει αόριστα` διακονεύω ψωμάκι` έτσι ο θεός να σχωράει τους θαμμένους σου, δεν κάνεις αφεντικό μ' ένα έλεος;
   Τον λυπήθηκα` αχ πώς πόνεσε η καρδιά μου του δόλιου` σκέφτηκα πως η ίδια μοίρα μάς ένωνε` περιπλανώμενες είμαστε δυό ψυχούλες κ' οι δυό μας` σπουργιτάκια των δρόμων` να, δυό κακόμοιρα πλάσματα. Όλοι οι άνθρωποι είναι καταγραμμένοι και ήσυχοι` βρίσκονται καταχωρημένοι κανονικά στα βιβλία, με ημερομηνίες και ονόματα. Έχουνε κ' ένα αμετάβλητο νούμερο: τον αριθμό του μητρώου τους` είναι τα ονόματά τους μακρότατα: Γεώργιος Καντακουζηνός, του Ιωάννου και Ελένης` μην ψάχνει άδικα και τους βρίσκει η αιωνιότη, φτάνουν απ' το χωριό ως το έθνος` νομός, επαρχία, δήμος, κοινότης` κ' έπειτα οι θρησκείες και τ' άλλα` σίγουρα πράματα` η αλήθεια ολόσωμη με υπογραφή και σφραγίδα` όχι τρίχες.
Ενώ εμείς όλο από πάνω ερχόμαστε και δείχνουμ' αόριστα. Είναι τα πιστοποιητικά μας αμφίβολα, είναι οι δρόμοι μας γρίφοι` άγραφη είναι η ληξιαρχική μας σελίδα` άγραφη αφού δε μάς γνώρισε και μήτε την ξέρουμε. Την αξιοπρέπεια, την τιμή, το δικαίωμα, τα κάνουμε μεις λαθρεμπόριο γιατ' είναι μονοπωλημένα τα είδη τους` κυκλοφορούν, χωρίς τα ένσημά τους στα χέρια μας τ' απαγορευμένα αυτά πράγματα. Τάχουν αυτοί κάμει φίρμα τους` τα βάζουν και στα εμπορικά τους ταμπέλα. Ο Θεός! είδος οικόσημο` η αρετή` σπεσιαλιτέ - ειδικότης... Μα ποιος θα μπόραε να ψήσει αντάμα τους κάστανα. Σας λέω μητ' ο διάολος. Τουλάιστο ο διάολος - ο αγαθός αυτός άφρονας - σου ζητάει μοναχά την ψυχή σου και σ' αφήνει όλα τ' άλλα: Το δικαίωμα της ζωής, την απόλαυση, τον έρωτα της γυναίκας, το γέλιο. Σε συντρέχει μάλιστα να τ' αποχτήσεις μπρε μάτια μ'. Πού τέτοιος φίλος! μια ψυχούλα στην έχω χαλάλι του. Ενώ αυτοί - άβυσσος αυτουνών το ιμάτιο - αυτοί όλα τα θέλουν, θέλουν και την ψυχή και το σώμα. Σου υπόσχονται και τη βασιλεία των ουρανών, μα σου χτυπάνε μαέστρικα τη βασιλεία της Γης μας. Ο "περί δικαίου των κώδικας " μόνο για δικαιοσύνη δε γράφει. Ο " Οίκος" των προμηθεύει μόνο άστεγους, και η φιλανθρωπία τους " Αμαρτωλών Σωτηρίες"...Αμαρτιών μας τα πλήθη...εμείς...ενώ αυτοί συγγράφουν Βοκκάκιο στα γόνατα των κοριτσιών των δικών μας!...Σας λέω είν' εξαίσιοι!
    Να, για δαύτο γυρίζουμε. Είμαστε της ζωής μεις οι μούργοι κ' είν' οι άλλοι κορόιδα μας. Εμείς καλλιεργούμε μόνο από έρωτα προς την ελευθερία το ψέμα - ένα ψέμα όλο ποίηση, μιαν αναποδιά όλην οίστρο - ενώ αυτοί είναι αυτόδουλοί του και σκλάβοι του. Η συμφωνία τους είναι ν' αλληλοκλέβουνται έντιμα, ενώ η κλεψιά είναι άτιμη. Είν' η συνθήκη τους τίμια με σήμα κατατεθέν της το ψέμα. Τι μπρίο! Τι μπρίο! Πώς διάολο συσχετίζουν τα άσχετα; Πώς μπρε μάτια μ' συμβιβάζουν τα άκρα; Είναι όλοι τους "τίμιοι" κατά τον πιο άτιμο τρόπο!...Πού να τους παραβγούμε εμείς οι κακόμοιροι σ' αυτή τους την ανομία τη νόμιμη, σ' αυτή την πεπειραμένη αρετή τους. Είναι πολύ πεζεβέντηδες...
   Να, γι΄αυτό γκιζιρνάμε. Μήτε σπείρουμε, μήτε θερίζουμε γιατί για μάς είναι τα χούματα μπρούτζινα και  νικέλινη η γη μας. Τα Έθνη, οι πολιτείες, οι τόποι, δεν έχουνε σύνορα στον δικό μας το χάρτη και τα δυό ημισφαίρια μάς πέφτουνε λίγα. Η ζωή μας δεν ανέχεται όρια. Εμείς ένα σύνορο ξέρουμε: της ζωής και του θανάτου` μια πατρίδα γνωρίζουμε: των σολών μας το πάτι. Είμαστε μεις οι πολίτες του άπειρου, κ' έχουμε κ' εμείς μια σφραγίδα: τον πάτο μας. Μ' αυτήν σφραγίζουμε μεις τα πιστοποιητικά της τιμής των...

Απόσπασμα από  Το Θείο Τραγί ,που  έγραψε ο Γιάννης Σκαρίμπας το 1931 και δημοσίευσε το 1933. Το έργο αυτό χαρακτηρίζει η νεωτερική γραφή  που επικεντρώνεται κυρίως στην αφηγηματική τεχνική, στην αναρχική γραφή και στον ιδιάζοντα χαρακτήρα του πρωταγωνιστή- ήρωα .
Πολλοί κριτικοί θεωρούν ότι στο Το Θείο Τραγί  μπορεί κάποιος να αναγνωρίσει τα ιδιαίτερα στοιχεία της γραφής του Σκαρίμπα, όπως θα εξελιχθεί στα μετέπειτα έργα του.

Ο Γιάννης Σκαρίμπας ήρθε στη ζωή στις 28 Σεπτεμβρίου του 1893 και τοποθετείται στην πρωτοπορία της ελληνικής λογοτεχνίας εξ αιτίας του μεγάλου και πολυποίκιλου έργου του

Γιάννης Σκαρίμπας , Το Θείο Τραγί, Νεφέλη 1993