Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2020

Ο Άγιος Βασίλης των βοσκών

 

Βασίλης βόσκει πρόβατα, Βασίλης βόσκει γίδγκια.
Στο' να μαντρί τυροκομά, σε άλλο στερφοχωρίτζει,
στ' άλλο χύνει τον τσίρο του, να μην πνιγούν τ' αρνιά του.
Κλέφτες τον απαντήσανε σαράντα Σαϊμιζήδες.
- Βασίλη δέσε τα σκυλιά να μη μας χαραμίσουν.
- Πώς να τα δέσω τα σκυλιά που είστε χαραμιτζήδες,
και μένα θα σκοτώσετε να πάρετε τα γίδγκια.
- Στην πίστη , στο λόγο μας, Βασίλη στ' άρματα μας.
Πιάνει και δένει τα σκυλιά με δεκαοχτ' αλυσίδες.
Δένει την σκύλα την κακιά, και την ανθρωποφάγα,
και το τρεμολοκούλουκο με δεκαοχτώ αλυσίδες.
Παίρνει και πα και δένει τα σ' ένα ξερό πηγάδι.
Οι κλέφτες τον συλλάβανε πισθάγκωνα τον δένουν.
- Βασίλη που ' τα χρουσά και που' ναι τα φλουργκιά σου;
- Τα πρόβατα τα χρήματα, τα γίδκια τα φλουργκιά μου.
Περικαλώ σας βρε παιδγκιά περικαλιά μεγάλη.

Κάλαντα από το Μελί Ερυθραίας Μικράς Ασίας




Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2020

Δε διδασκόμαστε με το σκολειό για το σκολειό μα με τη ζωή για τη ζωή


 Στις  26 Δεκεμβρίου 1943 έφυγε από της ζωή ο Δημήτρης Γληνός.
Στο περιοδικό της ΕΠΟΝ " Νέα Γενιά" του Δεκεμβρίου του 1945 δημοσιεύονται δύο γράμματα του Δημήτρη Γληνού , γραμμένα από την Ακροναυπλία όπου τον είχε φυλακίσει η δικτατορία του Μεταξά. Ο Δημήτρης Γληνός έστειλε τα γράμματα σε δικούς του ανθρώπους, αλλά ο αναγνώστης διαπιστώνει την επικαιρότητά τους και κάθε γραμμή τους αναδεικνύει τον Γληνό ως Δάσκαλο και ως Αγωνιστή, εμπνευστή  και καθοδηγητή της νεολαίας.
Μεταφέρω το ένα από τα δύο γράμματα γιατί αναφέρεται  στο ζήτημα της  αληθινής και ουσιαστικής μόρφωσης  και γιατί σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά διατηρεί την αξία του:

" Ακροναυπλία 19 Σεπτέμβρη 1937
Εκείνο που με χαροποιεί ιδιαίτερα είνε ο πόθος σου για πνευματική μόρφωση , για αληθινή πνευματική καλλιέργεια. Αυτό είνε μια δουλιά σοβαρή, πολύ σημαντική, μακριάς πνοής. Θέλει υπομονή, καρτερία, πίστη. Είνε η μεγαλύτερη υπηρεσία, που μπορεί να προσφέρει ο άνθρωπος στον εαυτό του. Μα είνε σήμερα το πρόβλημα της μόρφωσης τόσο δύσκολο, γιατί ίσα - ίσα στο σημερινό άνθρωπο προσφέρονται απ' όλες τις μεριές, με την αξίωση της μόρφωσης, τα πιο αταίριαστα και παρδαλά και άνισης αξίας μορφωτικά μέσα, αν ξεκινήσει κανείς από την εφημερίδα και φτάσει ως το πιο βαθύ και δυσκολονόητο βιβλίο, σαν κι' αυτό του Άιντεγκερ που μου μου έφερες την άλλη φορά  και που είνε ζήτημα αν υπάρχουν στην Ελλάδα πέντε άνθρωποι, που μπορούνε να το διαβάσουνε και να το καταλάβουνε. Οι περισσότεροι άνθρωποι βρίσκονται σήμερα στο ζήτημα της μόρφωσης των στη θέση ενός μικρού παιδιού, που θα το έβαζες μέσα σ' ένα πρωτόγονο δάσος απέραντο και θα το άφηνες μόνο του να βρει ένα και μοναδικό δέντρο, που θα του έδινε τον αληθινό ζωοδότη καρπό. Στο μεταξύ ώσπου να βρει το δέντρο τρώγει λογής λογής άχρηστα και βλαβερά χορτάρια. Οι περισσότεροι δε φτάνουνε ποτέ στο δέντρο και περνάν όλη τους τη ζωή τρώγοντας άχρηστα ξηρόχορτα ή ψευτοκαρπούς. Κι' άλλοι παραστρατίζουν σε φαρμακερά χορτάρια, σε υπνωτικά, σε ναρκωτικά, σε ερεθιστικά δηλητήρια ή μασάνε όλη τους τη ζωή άχυρα...Εκείνο που έχει την πιο βαθειά σημασία, είνε να βρει κανείς ένα σταθερό κριτήριο να σχηματίσει ένα σύστημα σκέψης, να κατορθώσει να βλέπει εκεί που οι άλλοι είνε τυφλοί. Αυτός είνε ο κεντρικός σκοπός της μόρφωσης...Η μόρφωση δεν είναι ζήτημα γνώσης, είνε ζήτημα ζωής. Ένα λατινικό ρητό λέει: " Νον σκόλαι σεντ βίτα ντίστιμους". ( Δεν διδασκόμαστε για τη σχολή παρά για τη ζωή). Αυτό είνε σωστό, μα πρέπει να το συμπληρώσουμε λέγοντας: " Νον σκόλαι αντ σκόλαι, σεντ βίτα ντίστιμους". ( Δεν διδασκόμαστε με το σκολειό για το σκολειό, παρά με τη ζωή για τη ζωή).
 Δ. Γληνός"

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2020

Το γράμμα από τον Καναδά


Gabriele  Münter, Πρωινό με τα πουλιά, 1934. Εθνικό Μουσείο των Γυναικών στις Τέχνες. Ουάσινγκτον. 
( ο πίνακας δανεισμένος από το εξαιρετικό ιστολόγιο Άννα Αγγελοπούλου )
 Η κ. Μαρία αισθανόταν πολύ μόνη εκείνο το πρωινό. Ήταν τόσο ήσυχα όλα! Τα παιδιά στις δουλειές τους, τα εγγόνια της στο σχολείο, η κοπέλα που βοηθούσε στο σπίτι χαμένη στην κουζίνα. Ένοιωθε τη μοναξιά σαν τον κρύο αέρα να την ακουμπά και να την πονάει. Ήταν βλέπεις και οι μέρες, τα Χριστούγεννα που πλησίαζαν, άλλη μια χρονιά χωρίς εκείνον! Ένα δάκρυ στάθηκε στην άκρη του ματιού.
" Συχώρα με Θεέ μου", σκέφτηκε, " στάθηκα ευλογημένη σ' αυτόν τον κόσμο! Ένα σπίτι γεμάτο αγάπη. Με αυτή ξεπεράσαμε κάθε δυσκολία, κάθε μπόρα. Με την αγάπη, με τη συνεννόηση, με το νοικοκυριό". Στάθηκε κοντά στο παράθυρο. Ένας μικρός κοκκινολαίμης, κρυωμένος, είχε καθίσει στη σιδεριά της βεράντας. Γλύκανε η καρδιά. Περιδιάβηκε με τη ματιά τον κήπο τους και χάρηκε την αστραφτερή του λευκότητα! Ο καιρός τούς είχε κάνει τη χάρη. Ένα απαλό, αφράτο χριστουγεννιάτικο χιόνι σκέπαζε τις πρασινάδες και τις βραγιές. Κι εκείνο το έλατο στη γωνιά, πανέμορφο, έγερνε τα βαρυφορτωμένα του κλαδιά κι έμοιαζε ευτυχισμένο. Σαν τα έλατα εκεί πάνω στην Πίνδο!
Δεν ήθελε πολύ ο νους και ξέφυγε, ταξίδεψε και πήγε εκεί ψηλά, στο πανέμορφο βλαχοχώρι της Πίνδου, το γεμάτο έλατα, οξιές και φλαμούρια. Θα' ναι γεμάτο χιόνια τώρα, σκέφτηκε, και το ποτάμι θα βογκά απ' τα πολλά νερά, και τα μπουχαριά όλα θα καπνίζουν!
" Κυρία, έχετε ένα γράμμα". Ούτε που είχε ακούσει την πόρτα που άνοιξε, ήταν τόσο όμορφο το ταξίδι εκεί ψηλά, εκεί βαθιά στην ψυχή της!
" Ευχαριστώ παιδί μου, άφησέ το εκεί".
Από κάποια εταιρεία θα είναι, σκέφτηκε, οι τυπικές ευχές των ημερών. Στάθηκε για λίγο ακόμη και χάρηκε τον κοκκινολαίμη που άφηνε τα ντελικάτα του πατήματα πάνω στο χιόνι , μέχρι που, μ' ένα ξαφνιασμένο φρουου, χάθηκε στον αέρα.
Γύρισε κοντά στο τζάκι και με την τσιμπίδα συνδαύλισε τα ξύλα που έκαιγαν εκεί. Πάνω στο τραπεζάκι είδε τον φάκελο. Της φάνηκε παράξενο, δεν έμοιαζε με τις συνηθισμένες ευχετήριες κάρτες. Κάθισε στην πολυθρόνα, φόρεσε τα γυαλιά της και τον πήρε στα χέρια. Κυρία Μαρία...Οδός...Εκάλη Αττικής Greece. Τον γύρισε από την άλλη μεριά και το ξενικό όνομα που διάβασε καθόλου δεν την βοήθησε. Από τον Καναδά; Αναρωτήθηκε. Κάτι, σαν ένα ελάχιστο φως, ακούμπησε τη σκέψη. Άνοιξε το φάκελο, μια μικρή φωτογραφία γλίστρησε από το διπλωμένο και καλογραμμένο επιστολόχαρτο. Ήταν εκεί, στο μεγάλο τοξωτό γεφύρι που αντάμωνε τους δυο μαχαλάδες του χωριού. Πέντε κορίτσια, πέντε ανοιξιάτικα χαμόγελα, με καρό φουστίτσες και τα άσπρα σοσονάκια, ν' αφήνουν τις μακριές τους κοτσίδες, που παίζανε με το αγέρι, να τις φιλά ο ήλιος. Η Αλεξάνδρα, η Μέλπω, η Μοσχούλα, η Λένη η αδερφή της κι εκείνη. Ένοιωσε στο πρόσωπό της το υγρό αεράκι από το ποτάμι να την ακουμπά, να τη γλυκαίνει. Θυμόταν, ναι θυμόταν! Ήταν Πάσχα, έτσι όπως είναι το Πάσχα εκεί ψηλά στην Πίνδο. Ίσα - ίσα που χλόιζαν τα φύλλα στα δέντρα, στα μουσκεμένα χασήλια τα πρώιμα λουλουδάκια, αυτά που αντέχουν τον κρύο καιρό, σκορπούσαν χρώματα, και τα γκουγκούτσια γέμιζαν τον κρυαδερό αέρα μυρωδιές. Το ποτάμι φουσκωμένο, με νερό από τα χιόνια που ακόμα έλιωναν, βογκούσε κι εκείνες έστελναν χαμόγελα στον ήλιο που λαμποκοπούσε και στον ξανθό νεαρό που τις φωτογράφιζε.
Ήταν κάποιες μέρες που είχε φτάσει στο χωριό τους. Γεννημένος στον Καναδά από μητέρα Ελληνίδα και πατέρα Καναδό, ήθελε, λέει, να φωτογραφίσει τη ζωή σ' αυτό το ορεινό βλαχοχώρι, τους ανθρώπους του, τις συνήθεις τους. Τον θυμόταν που τριγυρνούσε όλη μέρα και φωτογράφιζε, "έκλεβε" στιγμές των ανθρώπων και του τόπου και τις έκλεινε στη μηχανή του. Ώσπου, κάποια στιγμή, " έκλεψαν" και τη δική του καρδιά, και την κράτησαν εκεί στο βλαχοχώρι τα γαλάζια μάτια και οι ολόξανθες κοτσίδες της Αλεξάνδρας.
" Θέλω να σε πάρω μαζί μου στον Καναδά, της είπε, να σε παντρευτώ!"
" Στείλε το άλογό σου να με πάρει", του είπε εκείνη. Δεν έφτασε το άλογο, μα σε λίγο καιρό, αφότου έφυγε, έφτασε η πρόσκληση και τα εισιτήρια. Έτσι, η Αλεξάνδρα έφυγε για τον Καναδά. Από τότε είχαν συναντηθεί κάποια Καλοκαίρια στο χωριό και όλοι μιλούσαν για την τύχη της. Σώθηκε, λέγανε οι χωριανοί, και μαζί έσωσε και την οικογένειά της που ήταν από τις φτωχότερες στο χωριό.
Άνοιξε το καλογραμμένο γράμμα.

" Σεβαστή μας κ. Μαρία, η γιαγιά μας, η Αλεξάνδρα, μας μιλούσε πολύ για τη ζωή της στο χωριό, για το σπίτι τς, τις φιλενάδες της, τον τόπο που τόσο αγαπούσε και ποτέ δεν ξέχασε. Και κάθε χρόνο, σαν πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, μας έλεγε πάντα την ίδια ιστορία.
Μας έλεγε για κάποια Χριστούγεννα που τίποτε δεν είχαν στο σπίτι τους για να γιορτάσουν, ούτε καν λίγο ψωμί. Και τότε, φτάσατε εσείς μες τη νύχτα με τα χέρια γεμάτα και φέρατε τη χαρά και τη γιορτή στο φτωχό σπιτάκι τους. Φέτος, η γιαγιά μας δεν είναι στη ζωή για να μας πει την ίδια ιστορία, μα εμείς, που κρατάμε ζωντανή την παρουσία της μέσα στην καρδιά μας, την ξαναθυμηθήκαμε και θελήσαμε να τη μοιραστούμε μαζί σας. Έχουμε ακούσει τόσα πολλά, για τα παιχνίδια σας στα δάση και στα χειμαδιά, για τους χιονοσκέπαστους Χειμώνες και τα δροσερά Καλοκαίρια! Έχουμε δει τόσες φωτογραφίες, τόσες στιγμές, τόσες εικόνες, τόσα χαμόγελα. Είναι σαν να σας γνωρίζουμε! Είναι σαν να μιλάμε μαζί της. Σας ευχόμαστε..."

Άφησε τα τρεμάμενα χέρια της να ακουμπήσουν στα γόνατα μαζί και το γράμμα. Έκλεισε τα μάτια και ακούμπησε το κεφάλι της πίσω. Γέμισε το σπίτι με εκείνη την κρυαδερή ανάλαφρη καταχνιά, που σηκωνόταν από το ποτάμι και γέμιζε τον τόπο! Την πήρε μαζί του! Την πήρε εκεί ψηλά που κούρνιαζε το μικρό χωριό, σαν αετοφωλιά, στης Πίνδου τις απότομες κορφές. Τις έπιασε όλες από το χέρι και τρέξανε πέρα από το γεφύρι, ως κάτω στις ιτιές που ακουμπούσαν στα παγωμένα νερά. Άκουσαν το δυνατό τραγούδι των νερών που χόρευε πάνω στις μεγάλες πέτρες! Μάζεψαν γκουγκούτσια και χόρτασαν μοσχοβολιά, πήραν στην αγκαλιά τους μικρά αρνάκια κι άκουσαν κυπριά και κουδούνια να γεμίζουν τα βοσκοτόπια. Η σκέψη αγκάλιασε ξεχωριστά την Αλεξάντρα! Εκείνο το καθάριο πρόσωπο, το στεφανωμένο με τις χοντρές κοτσίδες, έτσι όπως τις δίπλωνε πάνω στο κεφάλι, ένα γέλιο ολόκληρη και μια χαρά που ξεχυνόταν στον δρόμο της νιότης. Με τον βουνήσιο αέρα στην περπατησιά της και την περηφάνια της ζωής που παλεύει ορθόκορμη, με το βλέμμα στης μέρας το ξημέρωμα.
Θυμάται. Ήταν παραμονή Χριστουγέννων, από το πρωί είχαν κάνει ένα σωρό δουλειές με την αδερφή της τη Λένη. Κουβάλησαν ξύλα, για να βάλει η μάνα τους τις γάστρες, έφεραν από τη βρύση νερό για τη λάτρα του σπιτιού και τα μαγειρέματα, βοήθησαν τη μάνα τους να φτιάξει τις τηγανίτες, πήγαν στους πιστικούς την πίτα, το ψωμί και τα άλλα καλούδια για τα Χριστούγεννα. Είχε θολώσει πια η μέρα κι εκείνες κοντά στο μπουχαρί ξεμπέρδευαν τα φρεσκολουσμένα ξανθοκόκκινα μαλλιά τους.
" Άντε κορίτσια, μαζέψτε γρήγορα τα μαλλιά σας κι ελάτε στο μαγειρειό".
" Πάλι μάνα;"
" Ακούστε να σας πω. Σήμερα δεν έμεινε μπουχαρί σ' όλο το χωριό να μην καπνίσει. Όλοι καλομαγείρευαν για την αυριανή. Μόνο στης καημένης της Στάθως στιγμή δεν κάπνισε. Τίποτε δεν θα έχουν για αύριο. Άντε Λένη, φέρε από το κατώγι ένα κομμάτι κρέας κι εσύ άναψε τη γάστρα. Θα φτιάξουμε πίτα, να τους την πάτε σαν περάσει η ώρα, μάτι να μην σας δει".
Άνοιξε τα πέτρα με σβελτάδα, μαγείρεψε το κρέας με μπόλικα κρεμμύδια και ρύζι και έφταιξε την πίτα παχιά, αφράτη και μοσχοβολιστή. Την έβαλε στη φωτιά και τη σκέπασε με την καυτή γάστρα.
Μέχρι να γίνει η πίτα, γέμισε ένα νταβά με τηγανίτες, ξεχώρισε δυο καρβέλια ψωμί, ένα πρόσφορο κι απ' την τσαντίλα, που κρεμόταν στη γωνιά, πήρε κι έβαλε φρσκοπηγμένο τυρί στο κλειδοπίνακο.
Σαν πέρασε η ώρα κι οι δρόμοι ερήμωσαν, τα δυο κορίτσια, κρατώντας το σινί με την πίτα και όλα τα φιλέματα, χτύπησαν την πόρτα της Στάθως. Δεν ήταν πρώτη φορά που το έκαναν αυτό. Τους άνοιξαν διστακτικά, το μισοσκόταδο  έκρυψε της στιγμής τα συναισθήματα! Κι όταν αυτά είναι ζυμωμένα με τον βουνίσιο τον αέρα, ξέρουν να φυλάγονται καλά και ν' ανθίζουν μόνο στης μοναξιάς τις λέξεις.
Κοίταξε ξανά το γράμμα που τώρα το έβλεπε θολά.

" Σας ευχόμαστε καλά Χριστούγεννα και πάντα το σπίτι σας να είναι γεμάτο αγάπη και χαρά. Τα παιδιά και τα εγγόνια της Αλεξάνδρας".

Έκλεισε το γράμμα στα δυο της χέρια και δεν ήξερε αν αυτό που είχε γλιστρήσει μέσα της ήταν χαρά ή λύπη. Δεν ήξερε πώς να τα διαφεντέψει όλα τούτα που χίμηξαν κι έκαναν το νου και την καρδιά της άνω κάτω. Ένοιωθε την ίδια γλυκόπικρη γεύση, όπως κάθε φορά που έκανε το ταξίδι στους δρόμους του νου. Πήγε κοντά στο παράθυρο, ο κοκκινολαίμης ήταν ξανά εκεί. Άνοιξε το τζάμι και έτριψε ένα μπισκότο πάνω στο χιόνι, την κοίταξε με εμπιστοσύνη και χάρηκε τη λιχουδιά μαζί με πέντε -έξι σπουργιτάκια που έτρεξαν κοντά. Το φως της μέρας, που χόρευε στον χειμωνιάτικο κήπο, ξεδίψασε και γλύκανε τον κόμπο που είχε κάτσει στην καρδιά!


Βούλα Λεοντίδη - Πλάτωνα, Η κόκκινη δαχτυλήθρα, Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2018.
" Γλυκό ταξίδι στην ψυχή και στους καιρούς που βασίλεψαν, κρατώντας απ' το χέρι τις μικρές χαρές και μ' ένα δάκρυ αργυρό, σαν αστεράκι, να φωτάει το δρόμο".

Η Βούλα Λεοντίδη-Πλάτωνα γεννήθηκε στην Ζίτσα Ιωαννίνων και κατοικεί στα Ιωάννινα. Σπούδασε λογιστικά και για αρκετά χρόνια εργάστηκε στην Ε Λ ΕΠ Α Π Ιωαννίνων. Το πρωτόλειο βιβλίο της ήταν "Τα μικρά γιορτάζουν", μια συλλογή από ποιήματα για παιδιά Νηπιαγωγείου και Δημοτικού. Ακολούθησε το βιβλίο "Γεύσεις καρδιάς" με παραδοσιακές συνταγές, διατροφικά και λαογραφικά στοιχεία από την Ζίτσα Ιωαννίνων. Στην συνέχεια εξέδωσε σε βιβλίο με τον τίτλο "...και ζήσανε αυτοί καλά..." μερικά από τα λαϊκά παραμύθια που κατέγραψε στην περιοχή της ιδιαίτερης πατρίδας της. Το 2015 το διήγημά της "Ο κυρ-Γιώργης από το Αϊδίνι" βραβεύτηκε με το πρώτο βραβείο από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών. Κατά καιρούς έχει κάνει πολλές δημοσιεύσεις σε εφημερίδες και περιοδικά.

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2020

Η ερμηνεία των Μάγων

Οι Τρεις Μάγοι σε βυζαντινό ψηφιδωτό στη νέα βασιλική του Αγίου Απολλιναρίου, στη Ραβέννα (περ. 565, αποκαταστάθηκε τον 18ο αιώνα).

 Ι

Δουλεύει κάθε νύχτα ευλαβικά
τα ηδονικά σκηνώματα
απάνω στο αμόνι των σωμάτων,
με αγυρτίες και γητέματα
τινάζοντας εδώ κι εκεί τη μαύρη χαίτη
και με το βλέμμα να σου συννεφιάζει το μυαλό
όπως διπλώνει ωραία το ρούχο
πάνω στο καπνισμένο ασήμι
και χωρίζει λιγάκι τα γόνατα
για ν' ακουμπήσει το μηνίσκο δεξιά.
Την κοιτάς που κουρνιάζει περήφανα
στο Κριάρι ανάμεσα και στο κέρας του Ταύρου
ποντάροντας στα κρυπτικά αρώματα
που αναδεύει στην πυρακτωμένη σάρκα

καθώς ένας σκοπός
που ξέμεινε αργά έξω απ' το τείχος
στο στρώμα μιας αιγύπτιας
γύρισε μεθυσμένος τα χαράματα
κι άνοιξε τις ανατολικές πύλες
να περάσει ο θεός.

ΙΙ

Μύθοι των μάγων και των μυστικών.
Κατασκευές των αριθμών και της αστρολογίας
για να σκορπά το αίμα του αλέκτορα
στα βυσσινιά θεμέλια της αυτοκρατορίας:
χρυσάφι,
             να πλημμυρίζει αργά αργά το σώμα
             και ν' ανταλλάσσει τα επιτόκια της ζωής
              με τη δικαιοσύνη που το ξεπληρώνει
λιβάνι,
              για να φωλιάζει σαν τη γλώσσα στη φωτιά
               και να μεταμορφώνει το κενό
               σε ζωογόνο αιτία
και σμύρνα,
               μέσα στα έγκατα της ηδονής
               ένα πικρό βοτάνι
               για να δαγκώνεται το στήθος του θανάτου
                            πιο βαθειά
                με τον σπασμό της ξαφνικής ελευθερίας.

ΙΙΙ

Κι άστην να ζει σ' ένα σοκάκι και να ονειρεύεται
ένα πλεχτό που το Σαββατοκύριακο θα τελειώσει
ένα λουσάτο νυφικό, πολύχρωμα λαμπιόνια,
τη βέρα, αιωνίως να της εξαργυρώνει το δάχτυλο
το καντιλάκι να διανυκτερεύει στα εικονίσματα
για τον νυμφίο του αντίπερα κόσμου
ένα ακριβό μυρωδικό
για να εξουδετερώνει τον ιδρώτα της
στις γόνιμες ολονυχτίες του Απριλίου
και την απέραντη και τρυφερή της ερημιά
που θα ποτίζει στο ζυμάρι,
το κονιάκ και τα μπαχαρικά

τη μαύρη κότα των Χριστουγέννων.

1979

Δημήτρης Καλοκύρης, Η προκυμαία. Ποιήματα 1978 - 1983. Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1984
             



Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2020

"Από τα ποιήματα κρατιέμαι και τα δάκρυά τους..."


Στην Αγγλία, στην πόλη Shropshire, άνοιξε το πρώτο φαρμακείο ποίησης που «συνταγογραφεί» στίχους αντί για φάρμακα και  η πλειοψηφία των ανθρώπων που επισκέπτονται το κατάστημα αναζητούν βοήθεια για να αντιμετωπίσουν τα άγχη και την πίεση της σύγχρονης ζωής. 

Μπορεί να γιατρέψει η ποίηση έναν κόσμο που
"... μετακόμισε στο απάνθρωπο
βολεύτηκε σ' αυτή την προσφυγιά
πήρε μαζί του για εικονίσματα φωτογραφίες δημίων
όργανα βασανιστηρίων για φυλαχτά
μιλάει μόνο με σήματα
μέσ' στην οχλαγωγία της ερημιάς
στις φαντασμαγορίες του τίποτε

Έτσι κι εμείς αδειάσαμε
και μας ψέκασαν με αναισθητικό
έτσι που αποξενωθήκαμε απ' τον πόνο
- αυτό δα είναι κι αν είναι αποξένωση ...-
κι η ποίηση έγινε κραυγή έξω απ' τον πόνο..." ( Βύρων Λεοντάρης , Έτσι που τραύλισα...Ι)

και καθώς 
"... μπροστά μας έχουμε θανάτους
πέσαμε σε κακούς καιρούς και μέρες οργισμένες
χάνουμε τους δικούς μας και μας χάνουν
τρικυμισμένο μας αρπάει το χωματένιο πέλαγος..." ( Βύρων Λεοντάρης, Έτσι που τραύλισα...V)

Ίσως  να μπορεί η ποίηση να γίνει στήριγμα 

"Από τα ποιήματα κρατιέμαι και τα δάκρυά τους" ( Τάσος Πορφύρης , Βουστροφηδόν ΙΙ )

και να γιατρέψει 

" ...Αχ λίγο μέλι Θε μου
Για τις μέσα μας πληγές που περισσεύουν" ( Τάσος Πορφύρης , Οι μέσα μας πληγές)

Αρκεί μια μικρή δόση την ημέρα και 

"Υπομονή. Δεν τελείωσαν όλα.
Σ’ αυτή τη ζωή δεν τελειώνουν όλα.
Ούτε σε μια μέρα. Ούτε σε μια ζωή.
Στην άκρη της νύχτας – για σε το λέω, απελπισμένε –
στην άκρη της νύχτας, πάνω σε κάποιο κλαρί
κρέμεται μια ελπίδα…" ( Μενέλαος Λουντέμης , « Καθαρό πρόσωπο»)

  και ένα Χάρτη για συνταγολόγιο

" Θα' θελα να' χα έναν γεωφυσικό χάρτη της πατρίδας μου
Μ  Ε  Γ  Α  Λ  Ο  Ν
Να την αγκαλιάζει απ' άκρη σ' άκρη στηριγμένον γερά
Στους γρανίτες των βουνών της με καρφιά καταιγίδων
Ώστε τα ποτάμια και τα πελαγίσια νερά να μου
Εξασφαλίζουν πολύχρωμες ανοίξεις και πλωτά καλοκαίρια
Κι όπου ποιητής και μια αναπεπταμένη σημαία
Να χειροκροτεί τον άνεμο καθώς κρατάει άγρυπνα
Τ   Α     Π   Ο   Ι   Η    Μ   Α    Τ    Α
Στα προκεχωρημένα της καρδιάς μας φυλάκια. ( Τάσος Πορφύρης , Χάρτης)

Προσοχή όμως 

" Δύσκολο το εγχείρημα δεν μπορείς να
Περιορίσεις τα ποιήματα σε θεματικές
Ενότητες κάποιοι στίχοι θα περισσεύουν
Γιατί δεν το μπορούν το στρίμωγμα
- Και εν τοιαύτη περιπτώσει βρε αδερφέ
- Διατείνονται - άλλα εννοούμε εμείς
Κι άλλα εισπράττει ο ανθολόγος" ( Τάσος Πορφύρης, Απόπειρα Θεματικού Ανθολογίου)

Τάσος Πορφύρης, Οι μέσα μας πληγές, Ύψιλον / Βιβλία, Αθήνα 2015
Τάσος Πορφύρης, Ισόβια θλίψη, Ύψιλον/ Βιβλία, Αθήνα 2019
Βύρων Λεοντάρης, Εν γη αλμυρά, Έρασμος, Αθήνα 1996
Μενέλαος Λουντέμης, Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς" Άπαντα τα Ποιητικά, Πατάκης, Αθήνα 2010

Η ανάρτηση αφιερωμένη στην καλή μου φίλη Rosa Mund







Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2020

Το σπίτι με τη μουσμουλιά

 

...Ο παππούς με τη Μαρούτσα παρηγοριόταν χτίζοντας παλάτια στην άμμο για το καλοκαίρι που θα πουλούσαν παστές σαρδέλες και φραγκόσυκα κι έκαναν σχέδια να πάνε στο θυννείο για τόνους ή για ξιφιούς, που έδιναν καλό μεροκάματο, και στο μεταξύ ο μαστρο - Τούρι θα διόρθωνε την Προβιντέντσα τους. Τα παιδιά κάθονταν κι άκουγαν προσεχτικά, με το σαγόνι στο χέρι, τις κουβέντες που γίνονταν στο χαγιάτι ή μετά το δείπνο. Ο 'Ντόνι όμως, που είχε ταξιδέψει και γνώριζε τον κόσμο καλύτερα απ' τους άλλους, βαριόταν με τις φλυαρίες τους και προτιμούσε να σεργιανάει στο καπηλειό, όπου σύχναζαν ένα σωρό άνθρωποι που δεν έκαναν τίποτε, όπως ο θείος Σαντόρο, που, ενώ βρισκόταν στη χειρότερη μοίρα απ' όλους, έκανε αυτή την εύκολη δουλειά, ν' απλώνει το χέρι στους περαστικούς και να ψελλίζει το " Άβε Μαρία". Άλλοτε πάλι πήγαινε στον κουμπάρο Τσουπίντου με την πρόφαση να δει σε ποιο στάδιο βρισκόταν η Προβιντέντσα, για να τα πει λίγο με τη Μπάρμπαρα που όταν ήταν εκεί ο κουμπάρος ' Ντόνι πήγαινε κι έβαζε ξερόκλαδα κάτω από το καζάνι με την πίσσα.
"Στιγμή δεν κάθεστε, κουμπάρα Μπάρμπαρα", της έλεγε ο Ντόνι, " είστε το δεξί χέρι του σπιτιού· γι' αυτό δε θέλει να σας παντρέψει ο πατέρας σας".
" Δε θέλει να με παντρέψει μ' αυτούς που δεν είναι για μένα", απαντούσε η Μπάρμπαρα. " όμοιος στον όμοιο..."
" Θα ήμουν κι εγώ ένας απ' τους όμοιούς σας αν το θέλατε σεις, κουμπάρα Μπάρμπαρα..."
" Τι λόγια είναι αυτά, κουμπάρε ' Ντόνι; Η μαμά γνέθει στην αυλή κι ακούει τι λέμε".
"Έλεγα για τα κλαδιά που είναι χλωρά και δε λένε ν' ανάψουν. Αφήστε με να σας βοηθήσω".
" Είναι αλήθεια πως έρχεστε εδώ για να βλέπετε τη Μαντζιακαρούμπε που βγαίνει στο παράθυρο;"
" Γι' άλλο λόγο έρχομαι εγώ εδώ, κουμπάρα Μπάρμπαρα. Έρχομαι για να βλέπω πώς πάει η Προβιντέντσα".
" Μια χαρά πάει κι ο μπαμπάς λέει ότι παραμονή Χριστουγέννων θα τη ρίξετε στη θάλασσα".
Όσο πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, οι Μαλαβόλια δεν έκαναν άλλο από το να πηγαινοέρχονται στην αυλή του μαστρο - Τούρι Τσουπίντου. Στο μεταξύ όλο το χωριό είχε σηκωθεί στο πόδι. Οι εικόνες των αγίων σ' όλα τα σπίτια στολίζονταν με κλαδιά και πορτοκάλια και τα παιδιά έτρεχαν πίσω από την γκάιντα που πήγαινε  κι έπαιζε μπροστά από τα φωτισμένα παρεκκλήσια, δίπλα στις εισόδους. Μόνο στο σπίτι των Μαλαβόλια το άγαλμα του Ιησού Χριστού ήταν παραμελημένο, ενώ ο 'Ντόνι του αφέντη 'Ντόνι έκανε τον κόκορα από δω κι από εκεί και η Μπάρμπαρα Τσουπίντα τού έλεγε: " Θα σκεφτόσαστε καμιά φορά τουλάχιστον ότι εγώ έλιωνα την πίσσα για την Προβιντέντσια όταν θα βρίσκεστε στη θάλασσα;"
Ο Πιεντιπάπερα όπου καθόταν κι όπου στεκόταν έλεγε ότι αυτόν θα τον έτρωγαν τα κορίτσια.
" Εμένα τρώνε όλοι και κανέναν άλλο", γκρίνιαζε ο θείος Κροτσιφίσο. " Θέλω να δω πού θα βρουν τα λεφτά για τα λούπινα άμα παντρευτεί και ο 'Ντόνι και δώσουν και προίκα στη Μένα, χώρια το φόρο που έχουν να δίνουν για το σπίτι κι όλα εκείνα τα μπλεξίματα με την υποθήκη που βγήκαν στη φόρα. Τα Χριστούγεννα έφτασαν, αλλά οι Μαλαβόλια ούτε φωνή ούτε ακρόαση".
Ο αφέντης 'Ντόνι πήγαινε και τον έβρισκε στην πλατεία ή κάτω από το υπόστεγο και του έλεγε: " Τι θέλετε να κάνω αφού δεν έχω χρήματα; Εσείς στίβετε την πέτρα για να βγάλει αίμα! Περιμένετε ως τον Ιούνιο, κάντε μου αυτή τη χάρη, αλλιώς πάρτε την Προβιντέντσα και στο σπίτι με τη μουσμουλιά! Δεν έχω τίποτε άλλο".
" Εγώ θέλω τα λεφτά μου", επέμενε ο Καμπάνα ντι λένιο ακουμπισμένος με την πλάτη στον τοίχο. " Εσείς είπατε ότι είστε τίμιοι και δεν ξοφλάτε τα χρέη σας με λόγια του αέρα για την Προβιντέντσα και για το σπίτι με τη μουσμουλιά".
Είχε μαραζώσει. Δεν έτρωγε, δεν κοιμόταν κι ούτε μπορούσε να ξεθυμάνει απειλώντας με τον κλητήρα, γιατί αμέσως, ο αφέντης 'Ντόνι τού έστελνε τον Τζιαμαρία ή το γραμματέα να ζητήσουν έλεος. Δε μπορούσε ούτε στην πλατεία να πάει πια για τις δουλειές του χωρίς να μπλεχτούν στα πόδια του, κι όλοι έλεγαν πως εκείνα τα λεφτά ήταν λεφτά του διαβόλου. Με τον Πιεντιπάπερα δε μπορούσε να ξεθυμάνει, γιατί αμέσως του έλεγε ότι τα λούπινα ήταν χαλασμένα κι ότι εκείνος ήταν απλός μεσίτης. " Αυτή την εξυπηρέτηση όμως μπορεί να μου την κάνει", μουρμούρισε μόνος του κάποια στιγμή κι αναστατώθηκε τόσο πολύ με την ιδέα του, που δε μπόρεσε να ξανακλείσει μάτι εκείνη τη νύχτα. Μόλις ξημέρωσε, πήγε να βρει τον Πιεντιπάπερα, που ακόμη τεντωνόταν και χασμουριόταν στην πόρτα του σπιτιού του. " Θα πούμε ότι σας πούλησα την πίστωση", του είπε αμέσως, " έτσι θα στείλουμε κλητήρα στους Μαλαβόλια χωρίς να μπορούν να πουν ότι είστε τοκογλύφος όταν ζητήσετε τα λεφτά σας κι ούτε ότι είναι λεφτά του διαβόλου".
" Χθες βράδυ σάς ήρθε αυτή η φαεινή ιδέα;" ειρωνεύτηκε ο Πιεντιπάπερα. " Αυτό θέλατε να μου πείτε και με ξυπνήσατε απ' τ' άγρια χαράματα;"
" Ήρθα να σας πω και για τις κληματσίδες. Αν τις θέλετε, πάτε να τις πάρετε".
" Στείλτε τότε τον κλητήρα", απάντησε ο Πιεντιπάπερα, "αλλά τα έξοδα δικά σας".
Εκείνη η αγαθή γυναίκα η κουμπάρα Γκράτσια βγήκε επί τούτου με το νυχτικό για να πει στον άντρα της: " Τι μαγειρεύει πάλι ο θείος Κροτσιφίσο; Αφήστε τους πια ήσυχους τους φουκαράδες τους Μαλαβόλια, αρκετά βάσανα έχουν στο κεφάλι τους".
" Άντε να γνέσεις εσύ", απάντησε ο κουμπάρος Τίνο.
" Οι γυναίκες έχουν μακριά μαλλιά και κοντή γνώση", κι έφυγε κουτσαίνοντας να πάει να πιεί το αψέντι του στον κουμπάρο Πιστούτο.
" Μαύρα Χριστούγεννα θα περάσουν οι κακομοίρηδες", μουρμούριζε η κουμπάρα Γκράτσια με τα χέρια στην κοιλιά.
Μπροστά σε κάθε σπίτι υπήρχε κι ένα παρεκκλήσι στολισμένο με κλαδιά και πορτοκάλια και το βράδυ, όταν ερχόταν η γκάιντα, άναβαν τα καντήλια κι έψελναν, γιατί αυτή η γιορτή ήταν για όλον τον κόσμο. Τα παιδιά έπαιζαν  στο δρόμο με φουντούκια κι άμα ο Αλέσι σταματούσε λίγο να κοιτάξει με τα ποδαράκια ανοιχτά τού έλεγαν:
" Να φύγεις άμα δεν έχεις φουντούκια να παίξεις. Τώρα θα σας πάρουν και το σπίτι".
Πραγματικά, παραμονή Χριστουγέννων κατέφθασε ο κλητήρας με το αμάξι του ειδικά για τους Μαλαβόλια κι αναστατώθηκε όλο το χωριό. Άφησε ένα φύλλο χαρτί με σφραγίδες πάνω στο κομοδίνο, δίπλα στο άγαλμα του Ιησού Χριστού. 
" Είδατε τον κλητήρα που ήρθε στους Μαλαβόλια;" έλεγε η κουμπάρα Βένερα. " Τώρα την έχουν άσχημα".
Ο άντρας της δε μπορούσε να το πιστέψει ότι εκείνη είχε δίκιο, άρχισε να φωνάζει και να χαλάει τον κόσμο.
" Το είχα πει εγώ, Άγιοι Απόστολοι, ότι δε μου άρεσε εκείνος ο 'Ντόνι που τριγύριζε στο σπίτι μας".
" Εσείς να μη μιλάτε γιατί δεν ξέρετε τίποτε", τον απόπαιρνε η Τσουπίντα. " Αυτές είναι δικές μας δουλειές. Έτσι παντρεύονται τα κορίτσια, αλλιώς μένουν στο ράφι σαν παλιές κατσαρόλες".
" Τι γάμους ονειρεύεσαι, δεν είδες που ήρθε ο κλητήρας;"
Η Τσουπίντα τον φασκέλωσε. " Γιατί, εσείς ξέρατε ότι θα ερχόταν ο κλητήρας; Μια ζωή γαβγίζετε, αλλά πάντα κατόπιν εορτής κι ούτε το δαχτυλάκι δεν κουνάτε για κάνετε κάτι. Στο τέλος - τέλος ο κλητήρας δεν τρώει πια ανθρώπους!"
Ο κλητήρας δεν τρώει βέβαια ανθρώπους, αλλά οι Μαλαβόλια απόμειναν ξεροί, λες και τους ήρθε αποπληξία, και καθισμένοι ένα γύρο στην αυλή κοιτάζονταν αμίλητοι· εκείνη τη μέρα, που ήρθε ο κλητήρας, δε στρώθηκε τραπέζι στο σπίτι των Μαλαβόλια...


Giovanni Verga, Το σπίτι με τη μουσμουλιά ( Οι Μαλαβόλια ), μετφρ.Κούλα Κυριακίδου - Καφετζή, Εξάντας, Αθήνα 1991
" Τούτη η ιστορία είναι μια αληθινή και αντικειμενική μελέτη όσων γεννήθηκαν και μεγάλωσαν μέσα στις ταπεινές τάξεις, των πρώτων ανησυχιών τους για καλύτερη ζωή και της αναστάτωσης που φέρνει μέσα σε μια σχετικά ευτυχισμένη ως τώρα οικογένεια η ακαθόριστη λαχτάρα για το άγνωστο, η συνειδητοποίηση ότι δεν ζει καλά ή ότι πάντως θα μπορούσε να ζει καλύτερα...
...Στο Σπίτι με τη μουσμουλιά, βρισκόμαστε ακόμη μπροστά στον αγώνα για την απόκτηση βασικών υλικών αγαθών...
...Οι Μαλαβόλια είναι οι ηττημένοι. Αυτοί που το ρεύμα ξέβρασε στην ακτή αφού πρώτα τους παρέσυρε, τους καταπόντισε, τον καθένα με τη σφραγίδα των αμαρτιών του που θα' πρεπε να' ναι η ακτινοβολία της αρετής του..." ( Giovanni Verga, 1881)