Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρωτοχρονιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρωτοχρονιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2021

Καλή - Καλύτερη χρονιά...

 

Ήρθε κ' η κρίσιμη στιγμή να διαπλεύσεις
ό,τι παφλάζει ακόμη κι ό,τι πάγωσε
ο Χρόνος - ύφαλος κι ο Χρόνος - φάρος
ανοιγοκλείνοντας το στόμα σαν αυτόματα
κ' εσύ ανάμεσά τους μ' έναν οίακα
και τα εύθραυστα πανιά της Ποίησης

Μνήμη Συνήθεια  Οι δύο συμπληγάδες

Γιάννης Δάλλας

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2020

Ο Άγιος Βασίλης των βοσκών

 

Βασίλης βόσκει πρόβατα, Βασίλης βόσκει γίδγκια.
Στο' να μαντρί τυροκομά, σε άλλο στερφοχωρίτζει,
στ' άλλο χύνει τον τσίρο του, να μην πνιγούν τ' αρνιά του.
Κλέφτες τον απαντήσανε σαράντα Σαϊμιζήδες.
- Βασίλη δέσε τα σκυλιά να μη μας χαραμίσουν.
- Πώς να τα δέσω τα σκυλιά που είστε χαραμιτζήδες,
και μένα θα σκοτώσετε να πάρετε τα γίδγκια.
- Στην πίστη , στο λόγο μας, Βασίλη στ' άρματα μας.
Πιάνει και δένει τα σκυλιά με δεκαοχτ' αλυσίδες.
Δένει την σκύλα την κακιά, και την ανθρωποφάγα,
και το τρεμολοκούλουκο με δεκαοχτώ αλυσίδες.
Παίρνει και πα και δένει τα σ' ένα ξερό πηγάδι.
Οι κλέφτες τον συλλάβανε πισθάγκωνα τον δένουν.
- Βασίλη που ' τα χρουσά και που' ναι τα φλουργκιά σου;
- Τα πρόβατα τα χρήματα, τα γίδκια τα φλουργκιά μου.
Περικαλώ σας βρε παιδγκιά περικαλιά μεγάλη.

Κάλαντα από το Μελί Ερυθραίας Μικράς Ασίας




Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2020

Ο χρόνος είναι ένα παιδί...

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!

Ξύπνησα ένα πρωί
κι ήταν δίπλα μου μικρό παιδί
το ‘βλεπα πρώτη φορά
μα αυτό με γνώριζε καλά.

Έπαιζε ώρα πολλή
με δυο ζάρια που ‘χε κάπου βρει.
κι έριχνε κάθε φορά 
μια στην πίκρα μου, μια στη χαρά.

Χρόνε μικρέ μου, μείνε κοντά μου
να μεγαλώσεις μη μου βιαστείς
κι εγώ το χρέος θα στο πληρώσω
μα κάνε δόσεις αν το μπορείς.

Έπαιζε ώρα πολλή
με δυο ζάρια που ‘χε κάπου βρει
κι έριχνε κάθε φορά 
μια στην πίκρα μου, μια στη χαρά.

Ήταν δικό μου παιδί
που δεν είχε ακόμα γεννηθεί
κι ήτανε όλα αυτά
που η ζωή, το ξέρω, μου χρωστά.

Μουσική: Γιώργος Σταυριανός
Στίχοι: Μάκης Τσίτας
Ερμηνεία: Σοφία Παπάζογλου
Δίσκος: Η πηγή των θαυμάτων (Μετρονόμος 2017)


Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2019

Στρα­τῆς Τσίρ­κας: Τὰ κάλαντα


[Ἕ­να πρω­το­χρο­νι­ά­τι­κο δι­ή­γη­μα τοῦ Στρα­τῆ Τσίρ­κα.
Τό­πος: στὸ Κά­ϊ­ρο τοῦ πα­λιοῦ και­ροῦ, τρί­α παι­διὰ ποὺ μό­λις ἔ­χουν πεῖ τὰ κά­λαν­τα, πέ­φτουν θύ­μα­τα λη­στεί­ας ἀ­πὸ μιὰ συμ­μο­ρί­α ντα­ή­δων. ΣτΕ]

Ο ΜΕΓΑΛΟ τὸ ζή­τη­μα, κα­τα­λα­βαί­νεις, ἦ­ταν τὸ ταμ­ποῦρ­λο: Ἂν εἶ­χες ταμ­ποῦρ­λο, ἡ δου­λειὰ ἦ­ταν τε­λει­ω­μέ­νη. Σύν­τρο­φο ἔ­βρι­σκες ἀ­μέ­σως καὶ τὸ φα­νά­ρι δὲν κό­στι­ζε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ ἕ­να γρό­σι. Ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ ὁ πα­τέ­ρας ἔ­κα­νε ἕ­να με­γά­λο ἔ­ξο­δο. Τὸ με­ση­μέ­ρι τῆς πα­ρα­μο­νῆς τῆς Πρω­το­χρο­νιᾶς μοῦ ἔ­φε­ρε ἕ­να ταμ­ποῦρ­λο! Μι­κρού­τσι­κο, βέ­βαι­α, καὶ τε­νε­κε­δέ­νιο. — Ἔ­τσι δὲν θὰ τὸ σπά­σεις εὔ­κο­λα, μοῦ εἶ­πε. Μὰ ἐ­γὼ κα­τά­λα­βα πὼς ἦ­ταν ἀ­πὸ οἰ­κο­νο­μί­α. Τὰ πέ­τσι­να ταμ­ποῦρ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ πρῶ­τα χρό­νια με­τὰ τὸν πό­λε­μο κό­στι­ζαν ἕ­ναν κό­σμο λε­φτά.

       Πῆ­γα καὶ βρῆ­κα ἀ­μέ­σως τὸ φί­λο μου τὸ Μι­χά­λη. Ἦ­ταν τὸ πα­λι­κά­ρι τῆς γει­το­νιᾶς κι ὁ κα­λύ­τε­ρος σύν­τρο­φος γιὰ τὰ κά­λαν­τα. Συ­χνὰ τύ­χαι­νε νὰ μᾶς ρι­χτοῦν τὰ ἀ­ρα­πά­κια στὶς γει­το­νι­ὲς καὶ νὰ μᾶς σκί­σουν τὸ φα­νά­ρι ἢ νὰ σπά­σουν τὸ ταμ­ποῦρ­λο. Ὁ Μι­χά­λης ἦ­ταν πο­λύ­τι­μος.

       — Τὸ ταμ­ποῦρ­λο τὸ ἔ­χου­με, τοῦ φώ­να­ξα. Βγαί­νου­με ἀ­πό­ψε;

       Ὁ Μι­χά­λης δέ­χτη­κε ἀ­μέ­σως. Εἶ­πε, ὅ­μως, πὼς ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρου­με μα­ζί μας καὶ τὸν ἀ­δερ­φό του, τὸν Δη­μή­τρη. Ἦ­ταν καλ­λί­φω­νος, λέ­ει, καὶ θὰ βο­η­θοῦ­σε πο­λὺ στὴ δου­λειά. H ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς ὁ Δη­μή­τρης τρα­γου­δοῦ­σε σὰν ἄγ­γε­λος. Σοῦ ‘φτα­νε νὰ τὸν ἀ­κού­σεις νὰ ψάλ­λει μιὰ φο­ρὰ «Τῇ Ὑ­περ­μά­χῳ» ἢ νὰ δι­α­βά­ζει τὸν «Ἀ­πό­στο­λο» γιὰ νὰ προ­τι­μή­σεις ἀ­μέ­σως τὸν Ἅ­γιο Κων­σταν­τῖ­νο ὅ­που ἐ­κεῖ­νος ἔ­ψαλ­λε ἀ­πὸ τὸν Ἅ­ϊ Νι­κό­λα. Μὰ ἡ πρό­τα­ση τοῦ Μι­χά­λη εἶ­χε κά­ποι­α ὑ­στε­ρο­βου­λί­α: Τὰ λε­φτὰ ποὺ θὰ κερ­δί­ζα­με θὰ μοι­ρά­ζον­ταν στὰ τρί­α. Ἐ­κεῖ­να θὰ ἔ­παιρ­ναν τὰ πιὸ πολ­λὰ κι ἐ­γώ, μ΄ ὅ­λο το ταμ­ποῦρ­λο μου, τὰ πιὸ λί­γα.

       Κι ὅ­μως, χω­ρὶς κα­νέ­να δι­σταγ­μό, δέ­χτη­κα. Τό­ση ἦ­ταν ἡ ἀ­γά­πη ποὺ τοῦ εἶ­χα κι ὁ θαυ­μα­σμός μου!

       Ξε­κι­νή­σα­με βρα­δά­κι. Ὁ Μι­χά­λης φο­ροῦ­σε ἕ­να μαῦ­ρο μα­κρὺ παλ­τό, ποὺ φού­σκω­νε κω­μι­κὰ στὴν κοι­λιά του, σκε­πά­ζον­τας τὸ ταμ­ποῦρ­λο. Σ’ ἐ­μέ­να ξέ­πε­σε τὸ χάρ­τι­νο φα­να­ρά­κι κι ἡ φρον­τί­δα νὰ τὸ ἀ­να­βο­σβή­νω κά­θε τό­σο. Ὁ Δη­μή­τρης, σὰν πρίγ­κι­πας, μὲ τὰ ὄ­μορ­φα μά­τια του καὶ τὴ γλυ­κιὰ φω­νή του, εἶ­χε τὰ χέ­ρια του στὶς τσέ­πες καὶ πή­γαι­νε στὸ δρό­μο πό­τε πιὸ μπρο­στά, πό­τε πιὸ πί­σω μας, σάμ­πως νὰ μὴν μᾶς ἤ­ξε­ρε. Ὁ Μι­χά­λης τὸν πεί­ρα­ζε λέ­γον­τάς του πὼς ἔ­κα­νε τὸν κόν­τε γιὰ χα­τί­ρι τῆς Ρη­νού­λας. Μὰ πέ­ρα­σαν πολ­λὰ χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε γιὰ νὰ κα­τα­λά­βω τὴ ση­μα­σί­α αὐ­τοῦ τοῦ πει­ράγ­μα­τος. Ἡ «πε­λα­τεί­α» τοῦ Μι­χά­λη καὶ τοῦ Δη­μή­τρη ἦ­ταν ἡ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­πὸ τὶς φτω­χο­γει­το­νι­ές. Ἀμπ­ντίν, Σού­μπρα, Κό­φτι­κο Πα­ζά­ρι. Οἱ εἰ­σπρά­ξεις μέ­τρι­ες. Λέ­γα­με κι «εὐ­χα­ρι­στῶ» ἂν τύ­χαι­νε νὰ μᾶς δώ­σουν κα­νέ­να γρο­σά­κι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ φουν­τού­κια καὶ τὰ ἀ­μύ­γδα­λα. Τό­τες ἐ­γὼ τοὺς τρά­βη­ξα στὶς ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὲς γει­το­νι­ές. Αὐ­τὸ ἦ­ταν ἕ­να μυ­στι­κὸ δι­κό μου. Μέ­ρες τώ­ρα τὸ φύ­λα­γα. Στὸ κου­ρεῖ­ο τοῦ πα­τέ­ρα μου ἔρ­χον­ταν ὅ­λο για­τροὶ καὶ δι­κη­γό­ροι.

       Ἀ­πὸ μέ­ρες τώ­ρα μὲ ρω­τοῦ­σαν:

       — Ἔ, πι­τσι­ρί­κο, δὲ θὰ ‘ρθεῖς νὰ μᾶς τὰ πεῖς;

       Ἐ­γὼ ἀ­παν­τοῦ­σα ἀ­ό­ρι­στα. Ση­μεί­ω­να, ὅ­μως, τὸ ὄ­νο­μα καὶ φρόν­τι­ζα νὰ μά­θω τὴ δι­εύ­θυν­ση. Ἔ­τσι, στὴν πιὸ ἀ­πελ­πι­στι­κὴ στιγ­μὴ τῆς «ἐ­πι­χεί­ρη­σης» ξε­φούρ­νι­σα στοὺς φί­λους μου μιὰ λί­στα μὲ ἕ­ξι-ἑ­φτὰ ὀ­νό­μα­τα γεν­ναῖα.

       — Πᾶ­με, τοὺς εἶ­πα, παίρ­νον­τας ὕ­φος προ­στα­τευ­τι­κό.

       — Τί λές, μω­ρέ!

       Φώ­να­ξαν κι οἱ δυ­ό τους. Θὰ μᾶς δι­ώ­ξουν μὲ τὶς κλο­τσι­ές.

       — Ἔ­γνοι­α σας, εἶ­πα ἐ­γώ. Ξέ­ρω τὴ δου­λειά μου.

       Ἡ δου­λειά μου ἦ­ταν, μό­λις ἄ­νοι­γε ἡ πόρ­τα, νὰ εἰ­δο­ποι­ῶ πὼς ὁ Τά­κης ὁ γιὸς τοῦ Κὺρ Στέ­φα­νου, τοῦ μπαρ­μπέ­ρη, ἦρ­θε νὰ πεῖ τὰ κά­λαν­τα. Ἔ­τσι τὰ πή­γα­με θαυ­μά­σια. Τὰ σε­λι­νά­κια ἦρ­θαν νὰ σκε­πά­σουν τὰ γρο­σά­κια τῶν φτω­χο­γει­το­νι­ῶν.

       Μά, ἕ­να πράγ­μα δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε: Στὰ σπί­τια αὐ­τὰ ποὺ πη­γαί­να­με, σὰν ἄ­κου­γαν ποι­ός εἶ­ναι ἔ­ξω, μὲ φώ­να­ζαν νὰ μπῶ μέ­σα, ἐ­νῶ τοὺς φί­λους μου τοὺς ἄ­φη­ναν στὴν πόρ­τα. Μὲ φί­λευ­αν ἰ­δι­αί­τε­ρα καὶ μοῦ ἔ­δι­ναν στὸ χέ­ρι, κρυ­φά, κα­νέ­να σε­λί­νι, λέ­γον­τάς μου πὼς αὐ­τὸ εἶ­ναι «δι­κό μου, μό­νο δι­κό μου».

       Θυ­μή­θη­κα τὸ κόλ­πο τοῦ Μι­χά­λη ποὺ μοῦ ἐ­πέ­βα­λε τὸ Δη­μή­τρη. Ὅ­μως, ἡ καρ­διά μου δὲν βά­στα­ξε καὶ τοὺς τὰ ὁ­μο­λό­γη­σα ὅ­λα ἀ­μέ­σως. Κι ἔ­τσι τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρά μου μπῆ­καν στὸν κοι­νὸ κουμ­πα­ρά. Ὅ­λα θὰ τε­λεί­ω­ναν μιὰ χα­ρά, θὰ περ­νού­σα­με φί­να τὴν ἐ­παύ­ριο, μὲ κι­νη­μα­το­γρά­φο κ.λπ. κ.λπ., ἂν στὸ γυ­ρι­σμό, ἐ­κεῖ στὰ  μπα­ξε­δά­κια τοῦ Μα­ρου­φιοῦ, δὲ συ­ναν­τού­σα­με τὸ Στρα­βο­σπύ­ρο μὲ τὴν πα­ρέ­α του.

       Ὁ Στρα­βο­σπῦ­ρος ἦ­ταν ἕ­νας ἴ­σα­με κεῖ πά­νω, μόρ­της καὶ βλά­σφη­μος. Τὶς Κυ­ρια­κὲς στὸν Ἅ­γιο Κων­σταν­τῖ­νο που­λοῦ­σε κου­λού­ρια τῆς κα­νέ­λας. Μα­ζί του καὶ δυ­ὸ ἄλ­λοι —Πα­να­γιά μου φύ­λα­γε!— ποὺ κου­βα­λοῦ­σαν μιὰ λα­τέρ­να κι ἕ­να φα­νά­ρι τζά­μι­νο, στο­λι­σμέ­νο μὲ λο­γῆς-λο­γῆς κορ­δέ­λες καὶ χαρ­τιά. Τί ἤ­θε­λε ὁ Δη­μή­τρης σ’ ἐ­κεί­νη τὴ σκο­τει­νὴ γω­νιὰ νὰ πά­ει νὰ τοὺς παι­νευ­τεῖ γιὰ τὶς εἰ­σπρά­ξεις μας; Ὥ­σπου νὰ τὸ πά­ρου­με χαμ­πά­ρι, μᾶς εἶ­χαν βά­λει κά­τω, μᾶς πῆ­ραν τὰ λε­φτὰ καὶ μᾶς σπά­σαν καὶ τὸ ταμ­ποῦρ­λο. Τί μπο­ροῦ­σε νὰ τοῦ κά­νει κι ὁ Μι­χά­λης τὸ παι­δὶ μ’ αὐ­τοὺς τοὺς ντα­γλα­ρά­δες.

       Ἐ­γώ, κλαί­γον­τας καὶ βα­στών­τας πάν­τα τὸ χάρ­τι­νο σβη­σμέ­νο φα­να­ρά­κι μου, τρά­βη­ξα γιὰ τὸ σπί­τι. Ὁ Μι­χά­λης κι ὁ Δη­μή­τρης, ὅ­μως, πῆ­ραν στὸ κα­τό­πι τοὺς μόρ­τες, κα­λών­τας, ἄ­δι­κα, τοὺς τσα­ού­ση­δες νὰ τοὺς πιά­σουν. Δὲν ξέ­ρω πῶς τέ­λει­ω­σαν οἱ φί­λοι μου. Δὲ ρώ­τη­σα ἢ δὲ θυ­μᾶ­μαι πιά. Ἐ­κεῖ­νο ποὺ θυ­μᾶ­μαι πο­λὺ κα­λὰ εἶ­ναι πὼς πέ­ρα­σα τὶς γι­ορ­τὲς γε­μά­τες πί­κρα καὶ θλί­ψη ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τη. Τὸ παι­δι­κὸ μυα­λό μου δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ τό­τε πὼς ὑ­πῆρ­χαν κι ἄλ­λοι πιὸ δυ­στυ­χι­σμέ­νοι ἀ­πὸ μέ­να καὶ πὼς τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ μὲ τὸ Στρα­βο­σπῦ­ρο ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στο πα­ρά­δειγ­μα τῆς ἀ­δι­κί­ας καὶ τῆς βί­ας ποὺ βα­σί­λευ­ε καὶ  βα­σι­λεύ­ει ἀ­κό­μα στὸν κό­σμο.

Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κες Ἱ­στο­ρί­ες (ἐ­πι­λο­γὴ-ἐ­πι­μέ­λεια: Δη­μή­τρης Πο­σάν­τζης, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2009).

Το δανειστήκαμε από τις Ιστορίες Μπονζάι

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2016

Το μέλλον σε τολμηρές εικόνες

Φαντάζομαι μετά 5 ή 50 χρόνια
σπίτια και μαγαζιά ανθισμένα
σίγουρα φώτα και πολύχρωμες σημαίες
πλυμένα μ' άρωμα  σαν αυτό που μεταφέρουν άνοιξη καλοκαίρι
τα λεωφορεία του μπάτη στις παράλιες πόλεις.
Διαβάσεις δίχως τις παγίδες που ρημάζουν
και τις καταπακτές που εξαφανίζουν τις ελπίδες
πλατείες  και πάρκα χωρίς αχρείαστες προτομές
πλατείες και πάρκα ρεκλάμες του έρωτα και της ανυποψίας.
Ανάμεσα σε δύο  νέους καθισμένους σε παγκάκι
φρεσκοκομμένους γυάκινθους
δυο κιθάρες και δυο βιολιά.
Ανάμεσα σε δαχτυλογράφα κι ασπριτζή 
καθισμένους σ' ένα κάθισμα διπλό
λεωφορείου που πάει στο Κατσιπόδι ή στο Βραχώρι
σιγουριά
του τύπου που παράγει στους αγρότες
το ουράνιο τόξο πάνω από χωράφι
με χαλασμένα σπαρτά.
Ανάμεσα σε δυο πεύκα στην αυλή του σχολείου
πίδακα με το πρόσωπο πιτσιρίκου
ξεκαρδισμένου στα πιο γλυκά στα πιο ασημένια γέλια
κι απέναντι ομάδα μαθητών κι ο δάσκαλος
να παραδίνει ωδική και ιστορία.
Ανάμεσα στις άγνωστες παρέες
συνομιλίες τρυφερές κι ανοιχτές αγκαλιές.
Στα δωμάτια των Ποιητών τον αυγουστιάτικο ήλιο
να παίζει το "σκοινάκι" βγάζοντας τη γλώσσα του
σε αποτσίγαρα βιβλία χαρτιά περιοδικά μολύβια εφημερίδες
φλιτζάνια του καφέ κ' υπόλοιπα της νύχτας
και στους απέραντους βηματισμούς των Ποιητών
που προσπαθούν ν' ανατινάξουν τα δωμάτια.
Φαντάζομαι μετά 5 ή 50 χρόνια
τα πράγματα τη γη και τα κορμιά
βαμμένα με το νέο χρώμα
φαντάζομαι μετά 5 ή 50 χρόνια
για να σας προξενήσω διάθεση για τραγούδι
για να σας προξενήσω φωτιά στην καρδιά
για να σας σπρώξω αντίπερα να φορέσετε τη λευτεριά.

                                                          Θωμάς Γκόρπας

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

Χρίστος Χριστοβασίλης, Η καλύτερη μου αρχιχρονιά

Φωτογραφία: Κώστας Μπαλάφας

Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΜΟΥ ΑΡΧΙΧΡΟΝΙΑ(1)

Είχα τελειώσει τα μαθήματά μου κι έμεινα στο σπίτι μου, που είναι σ’ ένα χωριουδάκι έξ ακέριες ώρες μακριά από τα Γιάννινα. Μην έχοντας πλιο καμιά φροντίδα, ούτε τι να μελετήσω για να παρουσιαστώ ευπρόσωπος στους δασκάλους μου και στους συμμαθητάδες μου, ούτε τι δουλειά να επιχειριστώ για να βγάζω το ψωμί μου, γιατί μπορούσε τότε το σπίτι μου να θρέψει όχι μονάχα τους ανθρώπους του, αλλ’ έθρεφε καθημερινώς και πολλούς ξένους ακόμα, κατά τη συνήθεια που είχε μείνει από τους πρώτους χτίτορές του. Σκότωνα λοιπόν τον καιρό μου στα κοπάδια μου, σε περίπατους μέσα στα χωράφια, στ’ αμπέλια και στα περίχωρα, στο ψάρεμα μέσα στον μεγάλο μας ποταμό, τον Καλαμά, και στο κυνήγι μες στα λόγγα του χωριού μου, ή στ’ αντικρινά βουνά.
 Μ’ είχε πιάσει μια τέτοια αποστροφή προς τα γράμματα, που δεν ήθελα να ξέρω καθόλου από χαρτί, πέννα, μελάνη και βιβλία. Τα είχα αποστραφεί τόσο πολύ, αφόντας βγήκα από το σκολειό, που μ’ έπιανε φρίκη στα σωστά, άμα έβλεπα, πράγματα, που μου θύμιζαν το διάβασμα ή το γράψιμο, κι απορούσα, όταν σκέφτομουν σε τι θα μου χρησίμευαν τα γράμματα, που είχα μάθει, αν δεν θα μπορούσα να πιάσω πέννα, χαρτί και βιβλία στη ζωή μου. Δεν ήθελα να γνωρίζω από ανάγνωση, δεν ήθελα ν’ ακούω από γράψιμο! Πολύ λίγο έμενα στο σπίτι μου, γιατί με στενοχωρούσαν οι άγριοι και χοντροί τοίχοι του και βρίσκομουν, πες, πάντα έξω.
 Κι όμως, τι δεν θα ’δινα σήμερα, κατάδικος κι αυτοεξόριστος από την αγαπημένη μου Πατρίδα, ξένος κι άγνωστος σε ξένα μέρη, βιοπαλαιστής και στενοχωρημένος, να βρεθώ μέσα στους άκομψους κι ακαλαίστητους τοίχους σου, ω πολυαγαπημένο μου Σπίτι μου, που τους είχαν χτίσει οι παππούδες μου σε πολύ πονηρές μέρες, για να φυλάγωνται όχι μοναχά από το κρύο του χειμώνα κι από τη ζέστη του καλοκαιριού, αλλά και να υπερασπίζουν τη ζωή τους και την τιμή τους από τες επιδρομές των εχτρών της Πίστης μας και της Πατρίδας μας!
 Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1878 βρέθηκα στο χειμάδι μου, γιατί είχε αρχίσει ο γέννος των προβάτων μας, δεκαριές την ημέρα. Νόμισα αναγκαίο να μείνω όλην την ημέρα στο χειμάδι, με έναν σκοπό: να τηράω τες γεννημένες προβατίνες, πώβοσκαν μέσα σ’ ένα κριθάρι και μ’ έναν άλλον ακόμα: να μπορέσω να σκοτώσω κανέναν αητό, γιατί εκεί κοντά ήταν ένα χοντρό ψοφίμι κι η μυρουδιά του τραβούσε πολλά όρνια. 
Κατά το δειλινό έπιασε μια φοβερή βροχή. Νόμιζε κανείς ότι ο ουρανός είχε γίνει ένας απέραντος καταρράχτης κι ήθελε να πνίξει τη Γη. Τα όρνια και τ’ άλλα πετούμενα πιάστηκαν ανεπάντεχα από τ’ αγριοκαίρι εκεί που κυνηγούσαν ή εκεί που βοσκούσαν, κι έτρεχαν αγέλες  - αγέλες στ’ αντικρυνά βουνά, όπου είχαν τες φωλιές τους, αλλά τα βαρειά κοράκια, επειδή δεν βαστούσαν, φαίνεται, να εξακολουθήσουν τον δρόμο τους για τες φωλιές τους, μαζεύτηκαν στα πυκνά κλωνάρια των αιωνόβιων πουρναριών, που ήταν γύρα - γύρα στο χειμάδι μου, και κρακράκιζαν με μεγάλον αλαλαγμό, σαν να ’βλεπαν κανέναν τρομερό κίντυνο για τη ζωή τους. 
Θα είχαμε ακόμα δυο ώρες μέρα, αλλ’ ήταν τόσο πυκνό το σκότος, που νόμιζε κανείς ότι είχε βασιλέψει ο ήλιος! Κι αυτό ακόμα το κοπάδι γελάστηκε από το πρώιμο σκοτάδι, και μ’ όλες τες προσπάθειες των πιστικών για να το μποδίσουν, πήγαινε τρέχοντας στο χειμάδι, βελάζοντας «μπααα! μπααα! μπααα!» κι ακολουθώντας τον Σιούτο, το περιφημότερο γκεσέμι όλων των κοπαδιών, που βρίσκονταν γύρα - γύρα στα περίχωρά μας και τον ζήλευαν όλα τα τσιελεγκάτα, ενώ έρχονταν πολύ μακριά πίσω από το κοπάδι οι τρεις πιστικοί λαχανιασμένοι, μαζί με τα τέσσαρα μαντρόσκυλα: τον Μούργκα, τον Γκεσούλη, τον Λιάρο και τον Κοράκη.
* * *
Ήταν χαλασμός κόσμου, ήταν οργή Κυρίου εκείνη η ώρα! Κάθε στιγμή χύνονταν στη γη μια φοβερή και απαίσια λάμψη, ακολουθουμένη από τρομερή ξεκουφαντική βροντή, που τράνταζε τα βουνά και τα θεμέλια της γης. Νόμιζε κανείς ότι έτρεμε όλη η Γη κι ότι κλονίζονταν και κυμαίνονταν σαν βάρκα απάνω στα κύματα. Σταυροκοπιώταν οι πιστικοί από τον φόβο τους, και παρακαλούσαν τον Θεό με τα «Γλύσε μας, Θεέ μου!» να τους σώση από κείνο το διοσημειό, προντίζονταν τα πρόβατα σε κάθε βροντή, σαν να είχαν μπει στο χειμάδι δέκα λύκοι, κι ούρλιαζαν τα σκυλιά σαν να προαιστάνονταν κάποιο μεγάλο κακό• αλλά κι εγώ, αν κι ήμουν σε θέση να μην παρεξηγήσω καθόλου εκείνη τη θύελλα, που μας παρουσιάζονταν με θεϊκή αγριότητα, άρχισα να στενοχωριούμαι και να φοβούμαι κανένα αναποδογύρισμα των φυσικών νόμων, κανέναν δεύτερον κατακλυσμό, και να σκέφτωμαι πώς να πιάσω τον συντομώτερον  δρόμο για τ’ αντικρυνό βουνό. 
Ο ποταμός, αν και δεν ήταν μακρύτερα από τριακόσια - τετρακόσια μέτρα από μας, δεν φαίνονταν καθόλου από το σκότος, αλλ’ ακούγονταν να βουΐζη άγρια σαν μυριόφωνο θεριό. Διώχνοντας με τη λογική τον φόβον, αιστάνομουν μια όρεξη μέσα μου να καταίβω στον όχτο του ποταμού, για να θαμάξω τη φοβερή μεγαλοπρέπεια της κατεβασιάς,  αλλά μ’ εμπόδιζε η βροχή. Δεν έβρεχε ούτε με τη σήττα ούτεμε την αργιόσηττα, ούτε με την ποκνάδα, ούτε με τον κόσκινο, ούτε με το ντρυμόνι, αλλά με το καρδάρι. Έβρεχε, έβρεχε, έβρεχε κι όλο έβρεχε! Δυο πατημασιές αν επιχειρούσα να κάνω έξω από το χειμάδι, θα χώνομουν στες λάσπες και θα γένομουν παππί από την βροχή. Σ’ αυτήν απάνω τη σκέψη μου, άκουσα τον τσιέλεγκα να διατάζη  το πιστικούδι.
 — Να πας στο χωριό ως που ’ναι γλήγορα, και να πάρης ψωμί! Ακούς; 
— Πού να πάω μ’ αυτόν τον κατακλυσμό; θα πνιγώ! 
Απολογήθηκε το πιστικούδι. 
— Να πας γάλι -  γάλι, του απολογήθηκε ο τσιέλιγκας, κι όσο πολύ κι αν βραχής, σε κουλλουριάζω με την κάππα μου τη νύχτα  και κοιμάσαι. Μια χαψιά άνθρωπος είσαι εσύ... Τι να κάνω εγώ, αν βραχώ, που είμαι μεγάλος και δεν με χωράει η κάππα σου, κι’ απέ συ!... 
Κίνησε το καημένο το παιδί να πάηι, αλλά γλυστρούσε σε κάθε του πατημασιά κι έπεφτε καταγής. Το λυπήθηκα το καημένο και το γύρισα πίσω, και διάταξα τον δεύτερο πιστικό να πάη  για ψωμί, να πη και στο σπίτι ότι θα κοιμώμουν στο χειμάδι, για να μη με καρτερούν, κι ότι θαβγαινα το πρωί ολόϊσια στην εκκλησιά με το πρώτο σήμαντρο.
 Θεωρείται ως θεάρεστο πράγμα να κοιμάται κανείς στα πρόβατα και να πηγαίνη  στην εκκλησιά, χωρίς να μπη πρώτα σε σπίτι. Ο άνθρωπος που κοιμάται στα πρόβατα –όχι όμως και στα γίδια, γιατί έχει να κάνη ο Εξαπέδως στα γίδια, επειδή γένεται κι αυτός συχνά γίδι και πειράζει τον κόσμο –  είναι μακρυά από την εξουσία του Διαβόλου. Κοιμάται σαν ναναι στον Παράδεισο, μακρυά από διαβολική πείραξη. Αυτό θα ευχαριστούσε πολύ τη μάννα μου, που ήταν πάρα -  πολύ θρήσκα, και μπορούσε να θυσιάση όλον τον κόσμο, κι εμένα ακόμα, για να πάη  στον Παράδεισο, χωρίς να λογαριάζη γι’ αυτό κανέναν κόπο, κανέναν μόχτο, και καμμιά θυσία. Ένας λόγος ακόμα πλειότερος, που αποφάσισα να μείνω εκείνη τη βραδιά στο χειμάδι, είναι και το ότι δεν έχει καμμιά επισημότητα ιδιαίτερη η παραμονή της Πρωτοχρονιάς στην Πατρίδα μου, αλλ’ είναι σαν όλες τες κοινές βραδυές.
 Δεν πέρασε πολλή ώρα και νά σου γυρίζει με τα χέρια αδειανά και σαν φάντασμα ο πιστικός που είχε πάει για ψωμί.
 — Πού ’ναι το ψωμί; 
Τον ρώτησα.
 — Δεν μπόρεσα να περάσω στο χωριό... 
Μου απάντησε ξέκαρδα, ενώ η βροχή έτρεχε πουρνάρα από πάνω του.
 — Και γιατί δεν μπόρεσες; 
Τον ξαναρώτησα.
 — Πάει η λειάσα!... Την πήρε! 
Και λέγοντας αυτά, έκανε μια χειρονομία που μώδωκε να καταλάβω την τύχη της λειάσας. 
Λειάσα λέγεται το φτωχό γεφύρι, που ένωνε το λειβάδι που βρισκόμαστε με το χωριό. Το ποτάμι, που περνάει κάτω από τη λειάσα, δεν έχει το καλοκαίρι πλειότερο από πεντέξη μυλαύλακα νερό, ενώ τον χειμώνα γίνεται θεριό, κάθε φορά που βρέχει πολύ. Κι η φράση: «Πάει η λειάσα» δηλούσε ότι είχε πλημμυρίσει το ποτάμι και παρέσυρε το πλεχτό γεφύρι, κι ένεκα απ’ αυτό, θα είμαστε, για δυο τρεις ημέρες το λιγώτερο, αποκλεισμένοι από το χωριό. 
* * *
Το πνίξιμο του πλεχτού γεφυριού, της λειάσας, δεν στοίχιζε τίποτε άλλο από κόπο, γιατί οι χωριανοί, δουλεύοντας όλοι μαζί κοινοτικώς, θαπλεχαν σε μια μέρα καινούργιο γεφύρι, χωρίς κανένα έξοδο, επειδή κι όλη η απαιτούμενη ξυλική έβγαινε από τον χωριάνικον λόγγο, και το μόνο πράγμα που μου σκότιζε τον νου ήταν πώς θα περνούσαμε εκείνη τη βραδυά χωρίς ψωμί. Είχαμε γάλα ανθό, τυρί ασκίσιο νοστιμότατο, και γκουλιάστρα αφράτη, αλλά χωρίς ψωμί όλα αυτά ήταν λειψά. Το ψωμί είναι η ψυχή του φαγιού και του τραπεζιού. Τη στιγμή όμως, πώκανα εκείνη τη σκέψη, πέρασε από τη φαντασία μου η εικόνα της μάννας μου, φορτωμένης ένα μεγάλο σακκούλι γεμάτο ζωοτροφίες, κι αμέσως μουρθε η ιδέα ότι θα σκέφτονταν η μάννα μου, αμέσως ύστερα από το πνίξιμο της λειάσας, τον αποκλεισμό μας και τα λοιπά, και θακανε κάθε τρόπο να μας στείλη ψωμί από το χωριό, σφεντονίζοντάς το από τη μιαν άκρα του ποταμού ώς την άλλη με κανέναν δυνατόν χωριανό μας. Εν τω άμα, λοιπόν, διατάζω πάλι τον δεύτερο πιστικό να ξαναπάει στο λειασοπόρι, και να περιμένη εκεί να του ρίξουν ψωμί απότο χωριό.(2)
 Στην διαταγή μου ξεκίνησε πάλι ο πιστικός ξέκαρδα και  πριν περάση  πολλή ώρα, νά σου και γύρισε φορτωμένος ζωοτροφίες, που του είχε πετάξει από την πέρα οχτιά του ποταμού μέσα στο σακκούλι ο ζευγίτης του σπιτιού μας. 
Ευχαριστήθηκα πολύ, που είχε νυχτώσει στα καλά, μπήκα στην ανθρωποκαλύβα και κάθησα σταυροπόδι κοντά στην φωτιά, που είχε ετοιμασμένη ο γεροπιστικός, ο τσιέλεγκας. 
Η ανθρωποκαλύβα, ξέρετε, είναι εκείνη η καλύβα του χειμαδιού, όπου κάθονται και κοιμούνται οι πιστικοί. Έχει σχήμα τριγωνικής σκηνής, σκεπασμένη με σάλιμα.
 Η κακοκαιρία μολαταύτα εξακολουθούσε άγρια και τρομαχτική. Νόμιζες ότι θαλυονε η καημένη η Γη από την πολλή νεροποντιά, σαν βώλος ζάχαρης, που πέφτει απάνω του μια βαριά σταλαμματιά νερού. Οι αστραπές κι οι βροντές πήγαιναν η μια κοντά στην άλλη σε κάθε στιγμή, σαν να είταν χυνόπωρος ή άνοιξη, κι’ η γη κλονίζονταν συθέμελη, σαν να την αναμόχλευαν χίλιοι Θεοί. Έρχονταν καμιά φορά τέτοιες φοβερές πνοές του Νότου, που νομίζαμε ότι θα σήκωναν στον αέρα χειμάδι, κοπάδι κι ανθρώπους. Μαίνονταν σαν λυσσιασμένα τα Στοιχειά. Γη κι Ουρανός είχαν πιαστή μαλλιά  - μαλλιά και γροθοκοπιώνταν αλύπητα, και κάθε φορά που θέριευε πολύ ο σάλος, σταυροκοπιώνταν περίλυπος ο γεροπιστικός κι έλεγε:
 — Γλύσε μας, Θεέ μου, τους αμαρτωλούς! 
Βλέποντας στα υστερνά ο γεροπιστικός ότι δεν έπαυε το αγριοκαίρι, πήρε τον βοηθό του –αυτόν, που μας είχε φέρει το ψωμί – και το πιστικούδι, και πήγαν να κόψουν καμπόσο κισσόκλαρο για τα πρόβατα, κι ανέθεσε σ’ εμένα να επιθεωρήσω με το φαναράκι τ’ αυλάκια, που ήταν γύρα στο μαντρί από την απάνω τη μεριά, μην είναι κανένα χαλασμένο ή αδύνατο, και μπη  μέσα το νερό και μας πνίξη κι εμάς και τα πρόβατα.
 Άμα τράβηξαν και βγήκαν ο γεροπιστικός κι οι άλλοι δυο πιστικοί, βγήκα κι εγώ να παρακυττάξω τ’ αυλάκια, κι όταν μπόρεσα να ιδώ και να βεβαιωθώ ότι ήταν καλά τ’ αυλάκια και δεν είχαμε κανέναν φόβο, γύρισα γλήγορα στην ανθρωποκαλύβα, σταυροποδιάστηκα δίπλα στη φωτιά, κι ‘ακούμπησα σ’ ένα είδος σκαμνί, που χρησίμευε ως τραπέζι στους πιστικούς. Εκεί που διαλογίζομουν μόνος μου, ήρθε και κάθισε στον νου μου ολάκερο το Έτος, που τέλειονε εκείνη την ημέρα και δεν άφινε πίσω του ακόμα παρά λίγες μαύρες ώρες χωρίς ήλιο, σαν άκρη μαύρης ουράς. Είχε ένα πένθιμο ήθος απάνω του και το λυπήθηκα από την καρδιά μου, που πήγαινε να πνιγεί στον απέραντον ωκεανό των Περασμένων. Το λυπήθηκα προπάντων, γιατί αυτό το έτος με γλίτωσε από τα νύχια του Σκολειού, της Σκλαβιάς του Σκολειού και πλάκωσε την καρδιά μου μια μεγάλη μελαγχολία. Μου φάνηκε ότι βρίσκομουν μπροστά σ’ έναν ευεργέτη μου, που ψυχομαχούσε.
 — Τι καλό που στάθηκε αυτό το έτος για μένα! ψιθύρισα. Με παρέδωκε στην Κοινωνία φωτισμένον, ανεξάρτητον κι ευτυχισμένον. Άμποτε να μου είναι ευεργετικό και το νέο Έτος. Άμποτε να φέρη τον αιώνιον πόθο του Γένους μας, που τον καρτερούμε τετρακόσια είκοσι πέντε χρόνια.(3) 
Τότε άφησα το πλοιαράκι μου στο πέλαγο της χρυσόφτερης φαντασίας μου... Χίλιες εικόνες, χρυσόντυτες, χαρωπές, γελαστές, διάφανες, αλαφρές σαν αγεράκι μαγιάτικο, που φυσάει πριν ανατείλη  ακόμα ο ήλιος, περνούσαν από μπροστά μου• κι ενώ έτρεχα με τον νου μου καταπόδι της μιανής και της αλληνής, σαν σκιά, κυνηγώντας σκιές, ψηλά στον κατάχρυσον αιθέρα, μπήκαν βαρυοί οι πιστικοί με τα κοφτερά τους και μ’ έκαναν να βγω από εκείνη την  μαγική φαντασμαγορία και κυττάζοντας τον γεροπιστικό ,τού είπα: 
— Ε! γεροτσιέλεγκα! Τι λες; Καθόμεστε απόψε ως τα μεσάνυχτα για να ιδούμε πώς θα φύγη ο παλιός ο Χρόνος και πώς θαρθη ο καινούργιος;
 — Εγώ, παιδί μου, μου απολογήθηκε μελαγχολικά ο γεροπιστικός, είμαι ογδοήντα χρονών, απάνω κάτω, άνθρωπος, πε και τα εβδομήντα χρόνια, ως τα τώρα, τα πέρασα πιστικός. Έχω περίττο από πενήντα χρόνια, ως τώρα, που είμαι συγκρατούμενα τσιέλεγκας. Ξέρεις τι θα ειπή  πενήντα χρόνια όλο τσιέλεγκας; Μια ζωή ακέρια! Ε! πώς φορτώνονται απάνω μας τα έρημα τα χρόνια, χωρίς να το καταλαβαίνομε! Μας κλέφτουν τρίχα -  τρίχα τα νειάτα μας, τη λεβεντιά μας, την  ζωή μας, μας ζαρόνουν το πετσί, που γυαλοκοπούσε πριν, μας ασπρίζουν τα μαύρα ή τα ξανθά μαλλιά, και μας τα μαδούν, μας βγάζουν τα δόντια, μας θαμπόνουν τα μάτια, μας κουφαίνουν τ’ αυτιά, μας αδυνατίζουν τα χέρια και τα ποδάρια, μας σκρυμπόνουν το κορμί, και –ας το ειπώ κι αυτό!– μας κάνουν μισά ζώα! Τα ζώα έχουν τέσσερα ποδάρια κι εμείς οι γερόντοι τρία. Εσύ, καλότυχος, είσαι παιδί ακόμα! Αλλά... εγώ γέρασα, ακκούμπησα, πάει, βασίλεψα! Εγώ, παιδί μου, αφόντας κάνω αυτό το έργος της κλύτσας, δεν βρέθηκα ποτέ με τα μάτια κοιμώμενα τη στιγμή που φεύγει ο ένας χρόνος και δίνει τα κλειδιά του Κόσμου στον άλλο, πώ’ρχεται να κάτση στον τόπο του. Εγώ, το λοιπόν, θα κάτσω, που θα κάτσω... Εσύ κύτταξε να μην κοιμηθής. 
— Θα καθίσω, γέρο, θα καθίσω! 
Του είπα αποφασιστικά.
 — Αα! είν’ ώμορφο πράγμα, παιδί μου! Γίνεται ένας κλονισμός στην Πλάση, ένα βαθυυυυύ... βαθύ βουητό, που πρέπει ναχεις πολυυυύ... πολύ αλαφρό αυτί για να το καταλάβης. Γίνεται ένα τρομερό απόκοσμο κλάμα... Δεν είναι μικρό πράγμα ναρχεται ένας άλλος και να σου παίρνη  από τα χέρια σου τα κλειδιά του Κόσμου! σαν καληώρα ναρθη απόψε ένας άλλος και να μας πη: – «Φευγάτε από το χειμάδι! θα καθίσω εγώ!» Είδες τι πόλεμος γένηκε έξω; Τι ήταν, παντεχαίνεις, αυτή η τρομερή νεροποντή; αυτό το στοιχειοπάλεμα; αυτά τ’ αστροπελέκια; αυτά τα τραντάγματα της γης μας; Τι άλλο ήταν, παρά πόλεμος ανάμεσα του ενός χρόνου και τ’ αλλουνού; Ήθελε ακόμα να κυριέψει ο Αντίχριστος! Ήθελε να χύση  ακόμα ανθρώπινο αίμα, χριστιανικό αίμα(4)! Αλλ’ όσο κι αν έκανε, όσο κι αν κάνει ακόμα ώς τα μεσάνυχτα... δεν θα του περάση! θα κόψη  το  λαιμό του, και θα γκρεμοτσακιστή  να φύγη!... 
* * *
 Έτσι, λοιπόν, αφού είπαμε και κάμποσα άλλα με τον γέροντα, παράθηκε ο δεύτερος πιστικός το φαγητό ψηλά στο σκαμνί, κι αρχίσαμε να τρώμε με τα ξύλινα χουλιάρια αφράτη πηχτή γκουλιάστρα.
 Γκουλιάστρα λέγεται το πρώτο γάλα, ευτύς ύστερα από τον γέννο της προβατίνας ή της γίδας, κι ‘ είναι το νοστιμότερο απ’ όλα τα φαγητά, που γένονται από το ευλογημένο και τρισευλογημένο γάλα. 
Στα υστερνά, τελειώσαμε το φαγί κι αρχίσαμε τες ομιλίες, για να βαστάξωμε άγρυπνοι ως τα μεσάνυχτα, αλλά βλέποντας ο γεροπιστικός ότι με τες κουβέντες του θ’ αποκοιμώμουν, πήρε τον γλυκόφωνό του τον ταμπουρά κι άρχισε «ντιγγ -  ντιγγ!» να τον κουρτίζη•  κι αφού τον καλοκούρτισε, άρχισε να τραγουδάη  και συνάμα να βαρή  τον ταμπουρά με δύναμη και με γλύκα άρρητη.
« Τ’ ακούσαταν τι γένηκε στου Φώτου τα χειμάδια, 
Μπήκανε Τούρκοι στα μαντριά και πήραν τα κοπάδια,
Πήραν πρατίνες με τ’ αρνιά, γίδες με τα κατσίκια,
Πήραν τον Νιάγγρο τον τρανό, τον Μπέλο, το γκεσέμι 
Πήραν τη Στρεφοκάλεσα με το λαμπρό κουδούνι,
Τέσσερους χρόνους το λαλεί κι αρνί δεν έχει κάνει
Και σκότωσαν τους πιστικούς με την αράδαν όλους
Δώδεκα αδερφοξάδερφα, καθάρια παλικάρια, 
Και ρήμαξαν τα μαντριά και ρήμαξαν οι στρούγκες• 
Κλαιν οι μαννάδες τα παιδιά και οι αδερφές τ’ αδέρφια 
Κλαίει κι’ η  γυναίκα του Γιωβά, παρηγοριά δεν έχει
 Που της σκοτώσαν τον Γιωβά, τον δόλιο της τον άντρα,
Και δεν τον χάρηκε γαμπρόν ούτε καν μια βδομάδα.»
 Αυτό το τραγούδι με συγκίνησε και γιατί το τραγουδούσε ώμορφα ο γεροπιστικός, και γιατί το πήγαινε καλά με τον ταμπουρά, αλλά το πλειότερο γιατί αναφέρονταν στην καταστροφή των κοπαδιών του προπροπάππου μου, που, χώρια από τα γιδοπρόβατα, που μας πήραν οι Τουρκοτσάμηδες ξημερώνοντας του Βαγγελισμού, εκατό χρόνια πριν, σκότωσαν και καμμιά δεκοχτώ πιστικούς, όλους αδερφοξάδερφα, παιδιά του σπιτιού μου, αλλ’ ο Φώτος τούς πρόφτασε με τους Ραβενιώτες απάνω στη Βίγλα της Κεραμίτσας, σκότωσε καμιά τριανταριά απ’ αυτούς και γλίτωσε και τα γιδοπρόβατα από τα χέρια τους. 
* * *
 Αυτό το τραγούδι μνημονεύει το τέλος της μεγάλης ποιμενικής δόξας του Σπιτιού μου, που βόσκανε ως δυόμιση χιλιάδες γιδοπρόβατα.
 Ήταν η ώρα 11½ κι η φωνή του γέροντα, σιγαλή και γλυκειά, σμίγονταν αδερφικά με τη λυγερή φωνή του ωριόηχου ταμπουρά, σαν δυο πολυαγαπημένα στόματα, που σμίγονται με πόνο στο χαρμόσυνο φιλί της αγάπης. Έξω άρχισαν να κοπάζουν και ν’ ανακωχεύουν τα στοιχεία και να συφιλιώνονται ο Ουρανός κι η Γη.
 Τέλειωσε το τραγούδι κι απόθεκε τον ταμπουρά ο γέρος λέγοντάς μου:
 — Πόση ώρα θέλομε ώς το ζύγιασμα της Νύχτας; 
— Μισή ώρα! 
Του απολογήθηκα.
 - Ααα! Τότε ας καθήσωμε καραούλι! Σιωπηηή ως που να περάση αυτή η μισή ώρα. Σιωπηηηηηηηή!
Κ’ έβαλε ορθό το δάκτυλό του κάτω από την μύτη του, απάνω στην χωρίστρα των άσπρων μουστακιών του.
Ως που να περάση αυτή η μισή ώρα, μου φάνηκε πως πέρασε ένας χρόνος, και την στιγμή που πάτησε ο λεφτοδείχτης του ωρολογιού μου απάνω στον ωροδείχτη, κι έκαναν οι δύο δείχτες μαζί μια μοναχή γραμμή απάνω στον αριθμό ΧΙΙ, μου φάνηκε ότι είδα μπροστά μου τους δύο χρόνους σαν δυο εκατόχρονους γερόντους, με μακρυά άσπρα γένεια και μαλλιά, που κρατούσαν ο καθένας στο χέρι του από ένα χοντρό ραβδί και στήριζαν απάνω το σκρυμπό κορμί τους. Τη στιγμή , που ανταμώθηκαν οι δυο Γέροι μέσα σε ένα θεώρατο  κι απέραντο παλάτι, άφηκε ο ένας τον θρόνο, που κάθονταν, και τον έπιασε ο άλλος. Κατέβαινε ο ένας τα σκαλοπάτια  του θρόνου ζερβιά και τ’ ανέβαινε ο άλλος δεξιά. Σωστή ζωντανή εικόνα, ζωγραφισμένη με τα ζωηρότερα χρώματα του καλύτερου ζωγράφου του κόσμου.
- Καλή χρονιά, γέρο.
Του φώναξα και χωρίς να γνωρίζω γιατί, χτυπούσε «τικ – τακ» η καρδιά μου.
- Ζύγιασε η Νύχτα;
Με ρώτησε.
- Ζύγιασε . Του απήντησα. Αυτήν την στιγμή βρίσκεται απανωθιό στη ράχη...
- Ε! Καλή χρονιά το λοιπόν! Είπε και ο γέρος. Να χιλιάση το κοπάδι μας και να μυριάση! Σερκά παιδιά και θηλυκά αρνιά και κατσίκια! Χαβωμένος ο τρισκατάρατος λύκος. Μακρυά από μας κι από τα σύνορά μας παρμάρα, αβδέλλα, ψώρα, βλογιά, αυγολήτα και κάθε άλλο κακό. Χρόνια πολλά Αμήν.
Και παίρνοντας από πλάγι του ένα πουρναρήσιο κλαδί, έκανε τρεις φορές τον σταυρό του και τ’ απόθεκε ψηλά στην φωτιά. έφεξε πλειότερο η ανθρωποκαλύβα, και βάλαμε κι εμείς οι άλλοι από ένα πουρναρήσιο κλαδί στην φωτιά, επαναλαμβάνοντας τες ίδιες ευκές του γεροπιστικού.
Σαν νάχε λησμονήσει να ειπή κάτι ακόμα ο γεροπιστικός, ξανάκανε τον σταυρί του και ξαναείπε!
- Να ζήσετε παιδιά μου! Ο Θεός να μας αξιώση να διώξουμε τον εχτρό, τον Αγαρηνό, από τον τόπο μας, που μας τρώει τα σπλάχνα.
Και λέγοντας αυτά, αναστέναξε βαθειά ο καημένος ο γέρος, σαν να μην το πίστευε ότι θάβλεπε με τα μάτια του εκείνη την ονειροφάνταχτη μέρα.
***
Σωπάσαμε όλοι για τέσσερα πέντε λεφτά, κι είμαστε σαν βουβοί. Μας είχε πιάσει μια μεγάλη μελαγχολία και θλίψη.  Εκείνην την στιγμήν είχαμε γηράσει όλοι κατά έναν χρόνο κι είχαμε προχωρήσει ο καθένας κατά ένα σταθμό προς τον τάφο του!
Εκείνη η σιωπή με βοήθησε ν’ ακούσω μια δυνατή φωνή πώρχονταν πέρα από το χωριό, απάνω από τη ράχη των Αγναντιών...
Βγήκα από την ανθρωποκαλύβα κι αφηκράστηκα.
Είταν η μάννα μου, που βγήκε μεσάνυχτα στην ράχη και φώναζε να μάθη αν ήμουν καλά κι εγώ και τα πρόβατα, κι αφού της απάντησε ότι είμαστε όλοι καλά, ξαναμπήκα στην ανθρωποκαλύβα και ξαπλώθηκα παρεστιάς και αποκοιμήθηκα.
Πες όμως και δεν κοιμήθηκα καλά – καλά, όπως κοιμώμουν αλλά λαγοκοιμήθηκα μόνον κι όταν ξημέρωσε ο Θεός την ημέρα του, χαιρέτισα την πρώτη μέρα του καινούργιου χρόνου ανάμεσα στα συμπαθητικά βελάσματα των προβατιών, και στ’ αλυχτήματα των σκυλιών. Κι αφού ξαναείπαμε τες πρωτοχρονιάτικες ευκές, περάσαμε αμέσως τ’ αϊβασιλιάτικα κουλούρια στα κέρατα των κριαριών, ξαναβάλαμε πάλι κι από ένα πουρνάρι ακόμα στη φωτιά και ξαναείπαμε τα ίδια.
-« Καλή χρονιά μας.. Να χιλιάση και να μυριάση το κοπάδι μας.  Σερκά παιδιά και θηλυκά αρνιά και κατσίκια! Χαβωμένος ο τρισκατάρατος λύκος. Μακρυά από μας κι από τα σύνορά μας παρμάρα, αβδέλλα, ψώρα, βλογιά, αυγολήτα και κάθε άλλο κακό. Χρόνια πολλά Αμήν!»
Σε λίγο άνοιξαν οι πορειές του χειμαδιού. Όλο το κοπάδι πήρε τα πλάγια του λιβαδιού κι έμειναν μοναχά οι γεννημένες οι προβατίνες για να τες βάλη το πιστικόπουλο στο χωράφι, που ήταν επίτηδες σπαρμένο κριθάρι γι’ αυτές.
Κι έτσι τελείωσε εκείνη την χρονιά η τελετή της πρωτοχρονιάς και ήταν η καλύτερη πρωτοχρονιά, πόχω περάσει στη ζωή μου.

Χ. Χριστοβασίλη Διηγήματα της στάνης, Βιβλιοπωλείον Γεωργίου Ι. Βασιλείου, Αθήναι  1923
( Διατηρήθηκε η ορθογραφία του κειμένου)

(1) Έγραφα αυτό το διήγημα στα 1889, όταν βρίσκομουν στη Θεσσαλία και στην Αθήνα, καταδικασμένος εις θάνατον από τους Τούρκους στα Γιάννινα και δραπέτης από τις τούρκικες φυλακές των Ιωαννίνων από το 1882
(2)Αυτήν τη λeιάσα, από τα συχνά πνιξίματά της, αναγκάστηκε ο πατέρας μου και την έκανε πέτρινο γεφύρι.
(3) Από τα 1453 που έπεσε η Πόλη ώς τότε (1878), είχαν περάσει 425 χρόνια
(4) Τότες γένονταν ακόμα ο ρωσοτουρκικός πόλεμος κι όλοι οι Ηπειρώτες συμπαθούσαν τη Ρωσία

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015

Να τα πούμε;

Συνηθίζουμε να λέμε ότι η τάδε χρονιά που πέρασε ήταν μια  «καλή» ή «κακή χρονιά» (εξιδανικεύοντας ―κατά κανόνα― ο καθένας τα χρόνια της παιδικής (του) αθωότητας), συνδέοντας την καθεμιά με το κατά πόσο και πώς τα γεγονότα καθορίζουν τη ζωή μας. Αν το καλοσκεφτούμε θα δούμε ότι οι χρονιές είναι ίδιες. Ο χρόνος κυλά (και οι εποχές-χρονιές αλλάζουν) με την κάθε κίνηση να είναι αυστηρά προδιαγεγραμμένη. Πάντα ο ήλιος θα διώξει τα σύννεφα μετά τη βροχή, πάντα το φως της μέρας θα διαδεχτεί το σκοτάδι της νύχτας, πάντα ένα ζεστό καλοκαίρι θα γιάνει τις πληγές που άνοιξε η βαρυχειμωνιά.
Μόνο ο άνθρωπος μπορεί και «διαταράσσει» αυτή τη συναρπαστική και υπέροχη μονοτονία. Προσθέτοντας στο κάδρο της αέναης αυτής κίνησης  πινελιές αντάξιες ―ή μη― των ικανοτήτων του που τον κάνουν να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα είδη και να ορίζει ο ίδιος τη μοίρα του με νου και λογισμό. Από την πορεία του, που ξεκίνησε στα βάθη των αιώνων, ώσπου να σταθεί όρθιος στα πόδια του, μέχρι τη στάση που αποφασίζει να κρατήσει το σώμα του σήμερα: σκυφτός ή με το κεφάλι ψηλά;
Σε λίγες ώρες μια νέα χρονιά έρχεται να πάρει στα χέρια της τη σκυτάλη από τη χρονιά που φεύγει. Τα κάλαντα που θα «σας πούμε» δημοσιεύτηκαν στο παράνομο στρατοπεδικό περιοδικό της Ομάδας Συμβίωσης Πολιτικών Εξορίστων του Άη Στράτη και περιέχονται στο βιβλίο του Γιώργου Φαρσακίδη “Πολιτιστικά και ευτράπελα από τα στρατόπεδα εξορίστων”:
Πρωτοχρονιά 1949

Άγιος Βασίλης έφθασε από την Καισαρεία
να φέρει την πρωτοχρονιά κι εδώ στην εξορία.
Ο Άη Βασίλης έφτασε σαν πάντοτε στην ώρα του
και σ’ όλους τους εξόριστους εμοίρασε τα δώρα του.
Στους υπεραισιόδοξους για την χρονιά ετούτη
έφερε μπρίκια του καφέ κι απ’ ένα καφεκούτι
να ψήνουνε συχνά καφέ να ρίχνουν στο φλιτζάνι
και πλήθος αρματαγωγών να βλέπουν στο λιμάνι.
Και στους απαισιόδοξους που εδήλωσαν σαφώς:
Πως ίσως το '62 θα δούμε κάποιο φως!
Τους έφερε καραμπογιά και μπλακ ένα βαρέλι
Ν’ αλείψουνε τα μούτρα και τ’ άλλα τους τα μέρη.

Σ’ αυτούς που 'χουν συνήθεια πάντα πρωί και βράδυ
μέσα στους δρόμους του χωριού κι ιδίως στο πηγάδι,
να ενεργούν ανίχνευση ως και κατασκοπεία
στων γυναικών τα θελκτικά τουριστικά τοπία
απ’ ένα τηλεσκόπιο τους έφερε εφέτος
για να μπορούν το έργο τους να εκτελούν ανέτως!
Έτσι σε όλους μοίρασε ο Άγιος τα δώρα του
και πριν να φύγει απ’ το νησί, πίσω ξανά στη χώρα του.
μας είπε συνωμοτικά, μήπως τον δει κανένας,
«Παιδιά του χρόνου λεύτεροι, στα σπίτια του ο καθένας».
Ο χειμώνας του 1948-49 έβρισκε χιλιάδες κομμουνιστές εξόριστους στον Αη Στράτη και άλλα ξερονήσια της Ελλάδας. Οι μπροστάρηδες της Εθνικής Αντίστασης του λαού μας, που πολέμησαν και έδιωξαν το φασίστα καταχτητή από τα χώματά μας χωρίς να λογαριάσουν προσωπικές θυσίες και το αίμα τους,  τιμωρούνταν από τις ξενόδουλες ελληνικές κυβερνήσεις για το «έγκλημά» τους να θέλουν την πατρίδα τους λεύτερη από κάθε είδους δεσμά και αφέντες.
Εξήντα πέντε πρωτοχρονιές αργότερα οι ίδιες προσδοκίες παραμένουν αδικαίωτες, ενώ πληθαίνουν αυτοί που νιώθουν «εξόριστοι» στον τόπο τους. Όμως, η ελπίδα δεν φυλακίζεται, ούτε μπορεί να εξοριστεί. Αντιστέκεται απέναντι στα κανόνια της συνθηκολόγησης και της υποταγής, κλείνει τα αυτιά της στις Σειρήνες της αυταπάτης και των ψευδαισθήσεων, μετουσιώνεται σε αγώνα ταξικό, ανταποκρινόμενη στις προκλήσεις των σύγχρονων δύσκολων καιρών. Μέχρι οι άνθρωποι του μόχθου να γευτούν τα αγαθά του ιδρώτα τους και ο λαός να γίνει κυρίαρχος στον τόπο του.
(Οικοδόμος στο «ΑΤΕΧΝΩΣ» - 31 Δεκέμβρη 2014).
…Εκτός από τα κάλαντα έχουμε και νέα να σας πούμε:
Το 2015 φέρνει στο διαδίκτυο το «ΑΤΕΧΝΩΣ», ένα νέο  ηλεκτρονικό περιοδικό για την πολιτική, τις τέχνες και τα γράμματα. Μια προσπάθεια που άρχισε να χτίζεται με ενθουσιασμό και μεράκι  από δουλευτάρηδες της πένας ―με «ερυθρά αιμοσφαίρια»― που μέλημά τους δεν είναι να «ξεχωρίσουν απ’ τον κόσμο», αλλά να υπηρετήσουν, με συνέπεια, την «Τέχνη» που γεννούν οι  αγώνες της εργατικής τάξης και του λαού μας. Ο “Οικοδόμος” συμμετέχει σε αυτή την προσπάθεια.
Το “Να τα πούμε;” δημοσιεύτηκε λίγο νωρίτερα στο «ΑΤΕΧΝΩΣ». Δεν μπορείτε ―ακόμα― να το δείτε εκεί, διότι η σελίδα ―όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις― βρίσκεται σε δοκιμαστική λειτουργία. Αυτό δεν την εμποδίζει να εμπλουτίζεται με νέα-πρωτότυπα κείμενα  των συνεργατών της και να προετοιμάζεται ώστε να κάνει… δυναμική την εμφάνισή της στις οθόνες των υπολογιστών σας, την Πέμπτη 15 Γενάρη του 2015.
Εν αναμονή λοιπόν…
Σας ευχόμαστε ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ και με δύναμη μπροστά!
Και… μην ξεχνάτε:
«ΑΤΕΧΝΩΣ», γιατί…
“Τέχνη είναι οι αγώνες του λαού”
(Στις οθόνες σας, από 15 Γενάρη)
Αναδημοσίευση από το φιλικό ιστολόγιο Οικοδόμος

Η ofisofi συμμετέχει στο " ΑΤΕΧΝΩΣ ", γιατί..." Τέχνη είναι οι αγώνες του λαού"

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2014

"Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν Κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες Φίλε μου όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι Σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά Χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδούμε!"


Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο
Και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι
Ενώ φαινόμαστε από σκέτο σύννεφο
Και μας λιθοβολούν και μας φωνάζουν 
Αεροβάτες
Το πώς περνούμε τις μέρες και τις νύχτες μας
Ένας Θεός το ξέρει

Φίλε μου όταν ανάβ' η νύχτα την ηλεχτρική σου οδύνη
Βλέπω το δέντρο της καρδιάς που απλώνεται
Τα χέρια σου ανοιχτά κάτω από μιαν Ιδέα ολόλευκη
Που όλο παρακαλείς 
Κι όλο δεν κατεβαίνει

Χρόνια και χρόνια
Εκείνη εκεί ψηλά εσύ εδώ πέρα.
Κι όμως του πόθου τ' όραμα ξυπνάει μια μέρα σάρκα
Κι εκεί όπου πριν δεν άστραφτε παρά γυμνή ερημιά
Τώρα γελάει μια πολιτεία ωραία καθώς τη θέλησες
Κοντεύεις να τη δεις σε περιμένει
Δώσε το χέρι σου να πάμε πριν η Αυγή
Την περιλούσει με ιαχές θριάμβου.

Δώσε το χέρι σου - πριν συναχτούν πουλιά
Στους ώμους των ανθρώπων και το κελαηδήσουνε
Πως επιτέλους φάνηκε να' ρχεται από μακριά
Η ποντοθώρητη παρθένα Ελπίδα!
Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν
Κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες
Φίλε μου όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι
Σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά
Χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδούμε!
                                            Οδυσσέας Ελύτης

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!
Με δύναμη, αγάπη , ελπίδα, αισιοδοξία και χαμόγελο.

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Πρωτοχρονιάτικο




Η μεγάλη πράσινη πήλινη σόμπα φλοκάριζε με δύναμη σαν μπήκαν στην
τραπεζαρία. Μοσχοβολούσε η κάμαρα πεύκο και πρινάρι.
Το τραπέζι ήταν  στρωμένο φαρδύ-πλατύ σ’ όλο το μάκρος της κάμαρας και το κάτασπρο λινό  τραπεζομάντηλο δε φαίνουνταν απ’ τους πολλούς μεζέδες.
Το καρυδένιο μπουφεδάκι, που σαν λεπτοκόκαλη γυναίκα δεν έδειχνε τον όγκο του, ήταν φορτωμένο με τ’ αγιοβασιλιάτικα τα φρούτα: μήλα, αχλάδια, ρόδια, πορτοκάλια, καρύδια, φουντούκια, μύγδαλα, κάστανα, φιστίκια, σταφίδες, σύκα, χαρούπια και γλυκοσούτζουκο από χυμό σταφυλιών. Σωστό κέρας της Αμαλθείας.
-Ευλόγησον την βρώσιν και την πόσιν των δούλων σου ...
Με κατάνυξη κάθισαν όλοι γύρω στο τραπέζι και άρχισαν να δένουν στο
λαιμό τους τις πετσέτες τους. Το φαγητό άρχισε αργά, ιεροτελεστικά και
βαθυστόχαστα, με τις στερεότυπες ευχές και τα «γεια στα χέρια σου, Λωξάντρα  μου».
Την Καμίλλη την είχε καθίσει δίπλα της η Λωξάντρα για να τη νιάζεται.
Μπροστά της είχε βάλει μπόλικο μαύρο χαβιάρι, από κείνο που τους είχε φέρει ο καπετάν Γκίκας, τότες που ναυλώθηκε του Θεόδωρου βαπόρι για την Οδησσό.
Η Λωξάντρα έτρωγε και ο νους της ήταν στην Καμίλλη. Με την άκρη του ματιού παρακολουθούσε να δει αν τρώει η νύφη της. Πού και πού κοίταζε και στην άκρη του τραπεζιού το Ντίμη και έκανε νοήματα στην Ελεγκάκη να τον ταΐζει.
«∆εν τρώει η αδικιωρισμένη , και το παιδί της δεν ταΐζει», συλλογιζόταν η Λωξάντρα.
Οι άντρες άνοιξαν συζήτηση.
- Αυτές τις μέρες οι Ευρωπαίοι τα σπίτια τους τα στολίζουνε με γκυ, είπε ο Θεόδωρος, και το μετάφρασε γαλλικά στην Καμίλλη.
Εκείνη κάτι του απάντησε γαλλικά.
- Περίεργο πράμα, είπε ο ∆ημητρός. Το γκυ είναι γουρσούζικο φυτό
σύμφωνα με τη σαξονική μυθολογία. ∆εν είναι έτσι, Αγησίλαε;
- Βεβαίως, είπε ο Λογιότατος, με κλώνο από γκυ σκότωσε ο Λόκυ τον ωραίο θεό του φωτός - τον Βαλδούρ.
- Μα, είπε ο Θεόδωρος, μήπως και στην Ελλάδα δε συμβαίνει το ίδιο; Στην Ελλάδα την Πρωτοχρονιά ο λαός κρεμά πάνω απ’ την πόρτα του σπιτιού  κρεμμύδα. Τι είναι η κρεμμύδα; νεκρολούλουδο. Νεκρολούλουδο δεν είναι ο  ασφόδελος;
Ο Κοτκοτίνος σήκωσε το χέρι του:
- Παρακαλώ. Τας λαογραφικά αυτάς επιβιώσεις Μιχαήλ ο Ψελλός τας ...
Επωφελήθηκε η Λωξάντρα που κανένας δεν την κοίταζε κι έχωσε στο στόμα της Καμίλλης ένα κομμάτι παστουρμά.
- Φάτο, φάτο, κακόν-καιρό-να-μην-έχεις, ψιθύρισε σφυριχτά, λες και η λαλιά της έβγαινε απ’ τη μύτη της.
 Η Καμίλλη έγινε κατακόκκινη και έκανε προσπάθεια να χαμογελάσει. Είπε και «μερσί».
- Η μύτη σου τουρσί, είπε η Ευτέρπη πολύ σιγά, όμως όλοι την άκουσαν, και η Κλειώ την κλώτσησε κάτω απ’ το τραπέζι.
Ο Θεόδωρος άρχισε να βήχει. Τ’ αυτιά του γίναν κατακόκκινα.
Για να μπαλώσει τα πράματα η Ελεγκάκη άρχισε να λέει τα γαλλικά της για να τους κάνει να γελάσουνε. Από την άλλη άκρη του τραπεζιού φωνάζει μ’ όλη της τη δύναμη:
- Καμίλλη, Καμίλλη, Καμίλλη, εκουτέ: Σορτιρέ κι βουρβουλέ, κι όποιον
θέλεις φίλησε. Εκουτέ, μπρε, ιπουπιέ α λα διαμά ...
Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο Ταρνανάς βαστώντας όσο μπορούσε πιο αψηλά τη μεγάλη πιατέλα με τη γαλοπούλα. Ακούστηκε μουγκρητό. Ήταν η Λουγγρού που προσπαθούσε να ξεκουμπώσει τη ζώνη της.
Έγινε σιωπή. Στο τραπέζι είχε μπει το καινούργιο σερβίτσιο που έφερε ο
Θεόδωρος απ’ την Αγγλία, χοντρή πορσελάνη και απάνω ζωγραφισμένα δάση, λιβάδια, σπιτάκια εξοχικά, βουνοπλαγιές και πύργοι παραμυθένιοι.
Κόπηκε η γαλοπούλα και μοιράστηκε. Ο καθένας συγκεντρώθηκε στο πιάτο του. Ο Ταρνανάς ξετάπωσε ένα μπουκάλι γαλλικό κρασί και άρχισε να γεμίζει τα ποτήρια. Ο Κοτκοτίνος σηκώθηκε απάνω να κάνει πρόποση. Η Λουγγρού ξεκούμπωσε και το γιακά της. Το ρολόι του τοίχου χτύπησε τέσσερις.
Τρεις ώρες καθόνταν στο τραπέζι. Και βέβαια τρεις ώρες, ποιο ήταν το
βιαστικό τους; Όλοι εκεί θα μνήσκαν. ∆όξα τω Θεώ στρώματα δεν είχε το σπίτι; Για παπλώματα; Και εξακολουθούσε το φαγοπότι ως το τέλος. Και όταν πια τελείωσαν, πήρε η Λωξάντρα μια βούκα ψωμί, το έκοψε με το χέρι της στα τρία,  και τίναξε τα κομμάτια πάνω στο τραπέζι.
- Αβράμ, Ισάκ και Ιακώβ, είπε, καλά τρία.
Και ύστερα ήρθε ένας-ένας να φιλήσει το χέρι της.

 Μαρία Ιορδανίδου, Λωξάνδρα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1988, 28η έκδοση