Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Δάλλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Δάλλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2021

Καλή - Καλύτερη χρονιά...

 

Ήρθε κ' η κρίσιμη στιγμή να διαπλεύσεις
ό,τι παφλάζει ακόμη κι ό,τι πάγωσε
ο Χρόνος - ύφαλος κι ο Χρόνος - φάρος
ανοιγοκλείνοντας το στόμα σαν αυτόματα
κ' εσύ ανάμεσά τους μ' έναν οίακα
και τα εύθραυστα πανιά της Ποίησης

Μνήμη Συνήθεια  Οι δύο συμπληγάδες

Γιάννης Δάλλας

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2020

Εγώ αιθεροβατώ με τη σημαία μου...


Εγώ αιθεροβατώ με τη σημαία μου
κι αυτοί νυχτοπατούν κι ακροβολίζονται

Εγώ σκοινοβατώ κι αυτοί καραδοκούν

Εγώ υπνοβατώ μ' όλους τους άγνωστους
κι αυτοί κτηνοβατούν με τους ημετέρους

Εγώ πυροβατώ κι αυτοί πυροδοτούν
έμποροι πυρομαχικών και ονειροδίκες

Μετ' ανωνύμων τετελειωμένος

Γιάννης Δάλλας, Το τίμημα. Ποιήματα 1948-1988, Νεφέλη, Αθήνα 1990

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020

Κατάσταση πολιορκίας


Έξω γυναίκες μελαγχολικές σαν άλογα της κούρσας * Κλείσε τις γρίλιες γιατί πέφτει ομίχλη σιγανή σαν δίχτυ όταν σημαίνει έπαρση σημαίας* Περνάει φρουρά επιβητόρων ο γαλατάς που παίρνει τη στροφή σαν γάτα μια μπετονιέρα  εκσφενδονίζει λάσπη στη θολή μορφή της μέρας * Μονάχα εσύ κ' εγώ κυκλοφορούμε ελεύθεροι στα λίγα τετραγωνικά της κάμαρας * Έρχονται τα ημερήσια φύλλα αδιαπέραστα κ' εμείς τα ρίχνουμε αποπάνω σαν επιδέσμους λεκιάζοντας το πάτωμα * Κι όταν σφυρίξει ο επιστάτης για παράταξη κυκλοφορείς ανάμεσα από μένα και τη μισοφαγωμένη πόρτα * Τώρα στη θέση σου είναι μια θαλάσσια χελώνα που κολύμπησε στα δάκρυά της και με βλέπει με κεφάλι κρεμασμένου πίσω απ' τις χαραματιές της μέρας * Σφυρίζει και ξανασφυρίζει ο επιστάτης ο εισπράκτορας μοιράζει τούτα τα φτηνά εξιτήρια για λίγες ώρες πάλι αδέσποτοι μες στα προαύλια της πολιτείας * Θάμπωσε το γυαλί της μέρας απ' τα ανήσυχα  ρουθούνια πίσω λαχανιάζοντας των γυναικών μας * Κι απ' τις αναπνοές των καπνοδόχων ακροβολισμένες στις πλατείες και τις αγορές σαν λόγχες
Απ' όλα τα παράθυρα η πρωινή εκπομπή στεντόρεια και κάτω η λίμνη σαν προβιά παγιδευμένου ζώου μες στα βούρλα της * Έτσι προχώρησε μες στην παράταξη κι όταν ανέβηκε στην έδρα απόμεινε  με λέξεις στοιβαγμένες χειμαρρώδης κι άναρθρος

.................................................................................................

Φταίει η πολιορκία φταίει η καταχνιά;

Γιάννης Δάλλας ( Ανατομία, 1971)

Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2020

Αποχαιρετισμός στο Γιάννη Δάλλα

ΑΠΟΓΡΑΦΗ
ΑΦΗΓΗΣΗ
Σας βλέπω να φτάνετε πάλι και πάλι απ' την απέναντι όχτη. Μπορεί να μ' έχετε για τρελλή, μπορεί. Στέκομαι πάνω στην ξερολιθιά - τα μαλλιά μου ένα κουβάρι φίδια. Λέω δε θα περάσετε κι' αυτή τη φορά, δε θα περάσετε καμμιά φορά, τούτα τα καμμένα δοκάρια, σπιτοτόπια και φράχτες ανασκαμένοι, τάχω σαν ένα κουβάρι ασημικά, είναι από τον καιρό της μάννας μου, τώρα είναι δικά μου, καταλαβαίνετε, τ' ανασκαλεύω  μέσα στη νύχτα, λέω εδώ τα' ναι κι αποκοιμιέμαι σα μια γέρικη λύκαινα - εσάς δε σας πέφτει λόγος, ένα τσούρμο μάτια που με κοιτάτε πάνω, κάτω, παντού, από παντού. Είμαι ένα κόκκαλο που τόγλυψε η φωτιά του πολέμου και τ' άφησε ζωντανό, και τώρα με τούτα τα καμμένα δαυλιά τα χέρια μου, αν κάνετε πως σαλεύετε θα σας συντρίψω μ' όλα τα αγκωνάρια και τους δρυμούς. Είχα τις φαμίλιες μου και πια δεν τις έχω, είχα τα σπίτια και τα αραποσίτια μου και τώρα δεν τα'χω , έτσι σας λέει η μοίρα σας, φουκαράδες και σαλτιμπάγκοι μου, να ξέρατε σαν τι σάλεμα νου σάς ρημάζει, ο Θεός να βάλει το χέρι του. Πάτησα τα εκατό κι' όμως το δόντι του μυαλού μου πριονίζει κάστρα, αλέθει τα περασμένα σαν όπως ο νερόμυλος τη σοδειά, ξέρει τι έγινε και τι μέλλεται ακόμα να γίνει. Κάθομαι εδώ πα στο κατώφλι, χωρίς σκεπή, βλέπω πότε ανατέλλει ο αστέρας και πότε σπερίζει η αρκούδα, ο καιρός είναι κρυμμένος και μας ακούει. Είναι σταματημένος σε τούτα τα ρημάδια από τότε που τάγλυψε η φωτιά, τους άνοιξε λαβωματιές χοντρές η οβίδα και το πελέκυ. Λέω " κυρά Μελλιώ, εσύ απόμεινες τώρα με τα τρία σκυλιά σου, δεν ξέρεις από γράμματα όμως μπορείς να βουτήξεις το δάχτυλο μες στο αίμα. Μ' ετούτο το δάχτυλο έγραψα τους σταυρούς στα καλυβόσπιτα, σε κάθε εμπατή, τρεις πέντε, δέκα, δεν ξέρεις από μέτρημα, πέταξε τα σάνταλα, τα μάνταλα, τα τσουράπια σου έντεκα, δώδεκα, δεκαπέντε, δεκάξι". Είναι όλοι τους εδώ ο Βάγγος, ο Σταθής, η Μάγδα τ' Ανέστη, ο Παναγής ο Μπέκρος, ο Γκαβός ο Τσάταλος, οι Γιακουμπαίοι. Αυτόν τον βρήκα στη ρεματιά δίπλα στο διβόλι να κόβει το ψωμί του Θεού, τον άλλο να βλαστημά, ξεμπλέχοντας τα ρημάδια τα δίχτυα του, εκείνην πιο κάτω ανάμεσα στις παπαρούνες μ' ανασκωτά σκέλια και ματωμένη την πουκαμίσα της. Εσείς πού είσαστε τότε, σε τι βυζιά ρουφούσατε  χολή, κάτω από τις φωληές, τι γόνατα, προσπαθώντας να ξαναμπήτε στην κοιλιά της μάννας σας, ένα τσούρμο μάτια που με κοιτάτε πάνω, κάτω, παντού, από παντού. Επειδής εγώ είμαι εδώ, ένα ριζιμιό κουφάρι, σκιάχτρο των αμαρτωλών κι' αν δε γυρίσετε τις πλάτες έτσι να κάνω θ' αδράξω εκείνα τ' αγκωνάρια που σας έλεγα. Σας βλέπω κι' όλας να φεύγετε σκουντουρλώντας ο ένας τον άλλο, όμως εγώ μένω και θα μείνω για πάντα με τα τρία σκυλιά μου, τον Αράπη, τον Γκέκα, το Στρούφουλα. Πάνω απ' το κατώφλι μου ορίζω ένα στρέμμα γης, αυτό δεν είναι στρέμμα, είναι ο κόσμος μου, τον βιγλίζω καλά, ξέρω, εδώ τους έχω καταχωνιάσει δυό μπόγια κάτω και περιμένω νάναι με την καινούργια βλάστηση και το φύτρωμά τους, ανάμεσα στο ρύζι και το σουσάμι που έσπειρε το χέρι τους, θα τους δω να πετάνε το μπόι τους, σαν ένα δάσος ατάραγα δεντρικά. Δεν είναι δεκάξι, είναι δεκάξι χιλιάδες, οχτώ εκατομμύρια μπόγια είναι, ένας Θεός ξέρει πώς μοιάζει άνθρωπος μ' άνθρωπον, τους έχω γνωρίσει πολλές φορές νάρχονται, με φαριά και μονόξυλα, χιλιάδες αδερφοξάδερφα και σύντεκνοι να μου παρασταθούν σε χαρά ή σε λύπη μου. Έτσι να τους κράξω από τούτη την καπνισμένη βίγλα με την κορακοφωνή μου, πού' ναι όπως φυσά το ξεροβόρι στη λαγκαδιά, σηκώνονται όλοι, και τότε είναι που η ρόδα του καιρού  θα ξαναρχίσει ν' αλέθει. Τώρα η νύχτα πέφτει. " Μελλιώ, τώρα το κάθε τι με τη σειρά του", λέω. Επειδή η νύχτα γεννά εκδίκηση, γεννά και τη δικαιοσύνη που αναπαύει τις καρδιές των ανθρώπων. Πρώτα να κατέβω στη Βόσσα. Αφότου το χέρι των αντρών δεν είναι πάνω στο καμάκι, τα χέλια μπορώ να τα φουχτιάζω πλεξιές - πλεξιές. Είναι ξέχειλη ως απάνω. Κι' ακόμα το βλέπεις να σέρνονται με τις κρύες κοιλιές τους ως τα χωράφια. Τα ρίχνω, κι' άλλα κι' άλλα, κουβαριαστά, μες στην καλαθούνα μου. Χέλια για τους πεθαμένους. Φωνάζω, κι' ας μην ακούει, τη μικρή βαφτιστικιά " Τζέλκα". Κι η λαγκαδιά απαντάει " Τζέλκααα, μωρή Τζέλκα, να τους τα πας όλα, λέω,το νου σου να διαβαστούν με τη σειρά τα ονόματα". Μου φαίνεται να βαβίζει σα μικρή κουτάβα απ' το κακό της. " Σήμερα δεν είναι ψυχοσάββατο". Κάθομαι σταυροπόδι. Βλέπω τον αστέρα ν' ανατέλλει, κάτω τα κοιμισμένα νερά και πλέχω. Το μπολερό, ετούτο το γιλέκο με τις χάντρες. Σαν ένας αργαλιός που φαίνει ξεφαίνει τα εντόσθια της κοιλάδας. Ανοίγω τα κιτάπια του αντρός μου που έφυγε κι' εκείνος γκρινιάζοντας. " Σύχασε Ευθύμη, σύχασε πια, λέω και ξαναλέω, ας τα χρωστά, θα μας τα δώσει σαν σηκωθεί κι' αυτός μ' όλους τους σκοτωμένους. Τα χέλια ξανασφίγγουν τα μούσκουλα ανάμεσα στα σκόρπια κόκκαλα". Πριν κοιμηθώ απλώνω τα χέρια μου να τους σκεπάσω. Πόσοι είναι; τρεις, πέντε, δέκα, δεν ξέρω από γράμματα, πετώ τα σάνταλα, τα μάνταλα τα τσουράπια μου, έντεκα δώδεκα, δεκαπέντε, δεκάξι. Καληνύχτα σας καληνύχτα σπόροι μου, σπόροι της κοιλιάς μου, στοιχειά μου. Όπου νάναι θα ξημερώσει κι' έχω να φυλάξω γερά τη βάρδια μου. Ακόμα μια μέρα, χριστιανοί μου, κάνετε καρδιά, ακόμα μιαν άνοιξη, αδέρφια μου. Ποιος μούφερε τούτη την κούνια που μοσκοβολά σάπιο  κρέας, να την κουνώ πέρα δώθε ως την αυγή - αυγή χρόνος; Κ' η κούνια να τρίζει, τα θέμελα να τρίζουν, το σκυλί να ουρλιάζει. Παρασάνταλος κόσμος. Κι' εγώ πέρα δώθε την κούνια μου. " Σύχασε Ευθύμη, σύχασε πια, σύχασε".
 ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ
Δημοσιευμένο στο λογοτεχνικό περιοδικό Ηπειρωτικές Σελίδες, τεύχος 3 , Νοέμβριος 1952
                                                              

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Επεισόδια από τη διάλειψη του χρόνου


Αυτός ο άνθρωπος καταπλακώθηκε από τα βουνά. Στις πλάτες το Μιτσικέλι η Πίνδος η Μουργκάνα κι αυτός τρέχει τρέχει...Κ' είν' εκεί πάνω μια φωτιά που έχει φουντώσει από την εποχή των Γερμανών και της εθνοφρουράς του Γράμμου. Τρίζει το ελάτι στάζει το ρετσίνι κ' έχει παλαβώσει ο κυνηγός και το σκυλί του. Και μόνον ο νεκρός αντάρτης που μαρμάρωσε δεν κινδυνεύει.

Ένας αντάρτης περπατά στους δρόμους. Πέρασε διαγώνια την Ανεξαρτησίας κι απ΄την πύλη τ' Αρχιμαντρειού βρέθηκε να κοιτά την πόλη απ' τα υπερώα της Αγια - Τριάδας. Κ' η πόλη χύθηκε στους δρόμους να τον δει και δεν τον έβλεπε. Ψηλός κι αέτιος πετούσε απάνω απ' την ευθεία των ματιών. Ή διαλυμένος μες στο φως κόβοντας σαν λεπίδι την ανάσα των περαστικών αυτός κ' η γενειάδα του. Κ' ήταν στιγμές που σκύβαμε κεφάλι και κορμί να μη μάς πάρει η μπάλα. Έτσι ελικοδρομούσε αθέατος πιο χαμηλά και πιο ψηλά απ' τα όνειρα. Κ' ύστερα πάλι απ' τους σταυρούς της Περιβλέπτου κατηφόριζε αρχαγγελικός και μ' αλυσίδες αφανέρωτες απ' τη σπηλιά του Σκυλόσοφου γλίστρησε στη λίμνη για τ' αντικρυνά βουνά. Κ' εκεί ποια βάρκα τον περίμενε ποιας άγονης γραμμής το μονοπάτι πήρε κι αναλήφθηκε. Η ανάληψή του το πρωί συγκλόνισε και δίχασε την πόλη. Κι ο "  Παρατηρητής του Μέλλοντος" την άλλη μέρα έγραφε: Δίσκος ιπτάμενος διέσχισε τους ουρανούς της πόλης μας. Πέρασε διαγώνια και τα λοιπά και τα λοιπά...Να ξεχαστεί να φιμωθεί να γίνει παραμύθι για τους εξωγήινους το φάντασμα του προγραμμένου.

Ποτέ σαν να μην απελευθερώθηκε αυτή η πόλη. Κι αυτός ο δρόμος τι μυστηριώδης τι διπρόσωπος. Από τη μια μεριά τα εμπορικά μακρόστενα. Μέσα μορφές της δυναστείας και κυρίες μπαινοβγαίνοντας με κρινολίνα. Κ' έξω καρότσες του παλιού καιρού σταματημένες πριν απ' την κατάρρευση. Μορφές του απομεσήμερου έτοιμες για ανάληψη. Μα απέναντι βασανισμένα σώματα σε σιωπηλή ταλάντευση. Χρώμα γαλβανισμένου δίσκου και τροχού που στρέφει κατακόκκινος κι αόρατα σφυριά σ' όλες τις πόρτες. Κορμιά γυμνά των χαλκουργών σκυμμένα απάνω από την πίσσα. Κι ο γιος του Πελλερέν μ' ένα ζικ - ζακ πέρασε ανάμεσα και χάθηκε. Πίσω του ράγισε η εποχή και στ' άνοιγμα του δρόμου φάνηκε η πομπή. Και κορυφαία της πομπής η άναρχη τρεμάμενη μορφή της Ευτυχίας Πρίντζου.

Γιάννης Δάλλας , από τη συλλογή Το τίμημα, Κείμενα, Αθήνα 1981.


Το διάβασα στην επιλογή κειμένων  Μια πόλη  στη λογοτεχνία , Γιάννενα, σε επιμέλεια Χριστόφορου Μηλιώνη, που εξέδωσε το Μεταίχμιο το 2002.

Σάββατο 31 Αυγούστου 2013

Εδώ τελειώνει ο Αύγουστος



Εδώ τελειώνει ο Αύγουστος
Κι αρχίζει η πραγματικότητα, που δεν έχει έλεος

                                                                   Γιάννης Δάλλας ( Όραμα αιρετικού )

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012

Τα μάτια-μαστίγια



Ήρθα κοντά σας από υπόγειες σήραγγες
όχι από κει που μάταια περιμένατε
τηλεγραφόξυλα του νόστου δρόμοι του θηράματος
κι ύστερα από τα γνώριμα διόδια
στη σήμανση της πόλης
Δεν ήρθα απ’ τα παλιά ιδεοδρόμια
Μην τα γυρεύετε με προβολείς με λέιζερ
με ανιχνευτές και κυνηγόσκυλα τα μάτια μου
τα ‘στειλα με άλλη αποστολή και ταξιδεύουν
δεν είν’ αυτά τα δυό πουλιά μέσα στ’ αγιάζι
αυτοί οι φάροι στην ομίχλη δύο πλεύσεων
είναι μαστίγια και μέρα νύχτα σας γυμνώνουν
σας μαστιγώνουν ως τα μύχια του ονείρου σας
βουΐζουν πίσω απ’ τις δημόσιες συνελεύσεις
από την κλίνη ως τους τριγμούς της εξουσίας σας
σας μαστιγώνουν σας γυμνώνουν σας πληγώνουν
Δεν είναι φώτα και φτερά είναι μαστίγια
Κι εσείς παχύδερμα που δεν διαμαρτύρεσθε
μαζοχιστές και δεν τ’ ομολογείτε

Γιάννης Δάλλας