Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021

Ενάντια σε φρούρια και τείχη. 1821

 
Ανάμεσα στα τόσα πολλά βιβλία που εκδόθηκαν για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821 ξεχωριστή θέση κατέχει το νέο βιβλίο του Γιώργου Μαργαρίτη " Ενάντια σε φρούρια και τείχη. 1821. Μια μικρή εισαγωγή για την Ελληνική Επανάσταση"
Στηριγμένο σε αυθεντικές πηγές και αντιπροσωπευτική βιβλιογραφία ο Γιώργος Μαργαρίτης παρουσιάζει τα πρόσωπα, τα γεγονότα, την εποχή από μια διαφορετική οπτική γωνία, όχι και τόσο συνηθισμένη.  Είναι σαν να ανοίγει μια πόρτα και να μας καλεί να δούμε έναν άλλο κόσμο, ρεαλιστικό , ίσως και αντιηρωικό, αλλά βαθιά ανθρώπινο. Έναν κόσμο όμως ταξικό . Δεν έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε για την θέση των φτωχών ραγιάδων, αλλά και των φτωχών Οθωμανών και το πώς είδαν όλα αυτά που συνέβαιναν αιώνες δίπλα τους. Πώς τα είχαν προσλάβει , πώς αντιδρούσαν, πώς συμμετείχαν; Ποια η σχέση Οθωμανών και Ελλήνων; Και για ποιους Έλληνες μιλάμε κάθε φορά που αναφερόμαστε σε ό,τι υπήρξε πριν , κατά τη διάρκεια και μετά την Επανάσταση. Τι ήταν πραγματικά η Φιλική Εταιρεία, πώς επέδρασε το μήνυμα του Διαφωτισμού, τι ακριβώς συνέβη με την Επανάσταση, τόσο στην προετοιμασία της όσο και στο ξέσπασμά της και στα όσα ακολούθησαν;
Γράφει ο ιστορικός στον πρόλογο:
" Όλα αυτά που γνωρίζουμε προέρχονται συνήθως από τον ακαδημαϊκό χώρο και προορίζονται γι' αυτόν. Δημιουργούν μια κατάσταση " εσωτερικής" επικοινωνίας, η οποία μερικές φορές γίνεται στη βάση κώδικα, με αποτέλεσμα να είναι απροσπέλαστη στον πολύ κόσμο, να διαβάζεται δύσκολα. Δεν είναι αυτό το σοβαρότερο μειονέκτημα του διαβήματος. Καθώς επικεντρώνεται στο επιμέρους και δεσμεύεται από το είδος της πληροφορίας, της πηγής από την οποία προήλθε το υλικό που την τροφοδοτεί, αδυνατεί να συσχετίσει και να εντάξει, να δημιουργήσει αφήγηση, πολύ δε περισσότερο ερμηνευτικό σχήμα. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται το παράδοξο. Όσο συσσωρεύονται γνώσεις και πληροφορίες για μια ιστορική περίοδο και ένα ιστορικό γεγονός - της διάστασης μάλιστα της Ελληνικής Επανάστασης -, τόσο περιορίζονται  οι αφηγήσεις, οι ιστορικές συνθέσεις, καθώς και η ανάπτυξη ερμηνευτικών σχημάτων. Τόσο αποξενώνεται το γεγονός  από τον πολύ κόσμο, απ' όλους εκείνους που ζουν στη σκιά - μακρινή ίσως αλλά και τόσο παρούσα - του θεμελιακού , για το κράτος μέσα στο οποίο ζούμε, την Ελλάδα γεγονότος. Δεν είναι μια κατάσταση που θα περιγράφαμε ως δημοκρατική - στον τομέα της γνώσης και δι' αυτού της πολιτικής..."

Για το βιβλίο αυτό μπορείτε να διαβάσετε την πολύ καλή παρουσίαση του Γιώργου Σιακαντάρη στη σελίδα Book Press

Γιώργος Μαργαρίτης, Ενάντια σε φρούρια και τείχη. 1821. Μια μικρή εισαγωγή για την Ελληνική Επανάσταση, Διόπτρα, Αθήνα 2021,  πρώτη ανατύπωση,6η χιλιάδα

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2020

Κόκκινη Αμερική και Έλληνες μετανάστες

 

Με τον τίτλο " Κόκκινη Αμερική. Έλληνες μετανάστες και το όραμα ενός Νέου Κόσμου, 1900 - 1950" κυκλοφόρησε το 2017 από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης το βιβλίο του ιστορικού Κωστή Καρπόζηλου, ως αποτέλεσμα δεκαετούς έρευνας πάνω στην οποία στηρίχτηκε η διδακτορική του διατριβή .
Όπως αναφέρει ο ίδιος :
" Όταν ξεκινούσα την έρευνα αυτή, πριν από δέκα περίπου χρόνια, βασική μου επιδίωξη ήταν να αναμετρηθώ με τις κυρίαρχες απεικονίσεις της ελληνικής μεταναστευτικής εμπειρίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες συνοψίζουν την εμπειρία αυτή σε μια γραμμική και ανεμπόδιστη πορεία κοινωνικής ανέλιξης, που εκτυλίσσεται μέσα σε ένα περίκλειστο πλαίσιο κοινωνικού και πολιτικού συντηρητισμού. Στόχος μου, τότε, ήταν η ανάδειξη μιας εναλλακτικής αφήγησης της ελληνοαμερικανικής ιστορίας και η ανασυγκρότηση ενός νήματος που είχε χαθεί μέσα στο χρόνο. Η επιδίωξη αυτή με οδήγησε σε μια εντατική προσπάθεια ανασύνθεσης σκόρπιων θραυσμάτων, προκειμένου να προχωρήσω  σε μια συνεκτική αφήγηση. Η αναζήτηση πληροφοριών, σε διάσπαρτες αρχειακές συλλογές στις ΗΠΑ, την Ελλάδα και αλλού, με υποχρέωσε να βασιστώ σε ετερογενείς πηγές και να εκπαιδευτώ στην τέχνη της ανακάλυψης αυτού που οι περισσότεροι υποστηρίζουν ότι ποτέ δεν υπήρξε. Η λογική της έρευνάς μου υπηρετούσε μια από τις βασικές αρχές της κοινωνικής ιστορίας: να προσπαθήσω  να δώσω φωνή σε εκείνους και εκείνες που είχαν αφήσει λίγα ίχνη παρουσίας τους στο χρόνο."
Το βιβλίο χωρίζεται σε έξι κεφάλαια. Αρχικά ξεκινάει με τις μεγάλες απεργίες λίγο πριν ξεσπάσει ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και διερευνά την ανάπτυξη του συνδικαλιστικού και εργατικού κινήματος ανάμεσα στους μετανάστες επικεντρώνοντας  στη μεγάλη  προσδοκία του ξεσπάσματος της επανάστασης στις ΗΠΑ ως επίδραση των γεγονότων που διαδραματίζονταν την εποχή εκείνη στην Ευρώπη. Στη συνέχεια μελετά την ταξισυνειδησία μέσα από την οποία προσπαθεί να ερμηνεύσει τη διάψευση της επαναστατικής προσδοκίας και τη διαμόρφωση της επαναστατικής σκέψης υπό την επίδραση του Αμερικανικού Ονείρου. Ο ιστορικός  αναφέρει ότι ο όρος ταξισυνειδησία " μαρτυρεί τον εξαμερικανισμό της ριζοσπαστικής εμπειρίας: πρόκειται για την ελληνοαμερικανική προσαρμογή του όρου " working - class consciousness" ." Η εποχή της χρηματιστηριακής κρίσης με το μεγάλο οικονομικό κραχ ξαναζωντανεύει την επαναστατική προσδοκία και αναδεικνύει νέες μορφές αλληλεγγύης . Σε αυτές τις νέες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές τοποθετούνται και οι δραστηριότητες της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς για την ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος. Την εποχή λίγο πριν την κήρυξη του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου όσα διαδραματίζονται στις ΗΠΑ δέχονται την επίδραση της ανάδειξης του φασισμού στην Ευρώπη και την γέννηση του αντιφασιστικού κινήματος. Η εξειδίκευση στην ελληνική μεταναστευτική κοινότητα έρχεται με την πολιτική της μεταξικής δικτατορίας στις ΗΠΑ και τον τρόπο με το οποίο η ελληνοαμερικανική Αριστερά διαμορφώνει το αντιφασιστικό και αντιμεταξικό της προφίλ μέσα από μια συνεχή αλληλεπίδραση της ελληνικής και της αμερικανικής ιστορίας. Κατά τη διάρκεια του πολέμου συγκροτούνται διάφορες ελληνοαμερικανικές επιτροπές οι οποίες φαίνονται να στηρίζουν τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στην Ευρώπη. Ο αναγνώστης θα διαβάσει πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για την παρουσία του ΕΑΜ στις ΗΠΑ και πώς αντιμετωπίστηκαν τα Δεκεμβριανά από τους αριστερούς Ελληνοαμερικανούς . Εντύπωση και προβληματισμό προκαλεί η ανάδειξη εκείνων των στοιχείων τα οποία προβάλλουν τα σχέδια της αμερικανικής πολιτικής για τον μεταπολεμικό κόσμο " μέσα από τη σύγκλιση του Νιου Ντιλ και της σοσιαλιστικής σχεδιασμένης οικονομίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι κοινότητες των μεταναστών λειτουργούν ως διπλοί πρεσβευτές του αμερικανισμού στην Ευρώπη  και των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων στην Αμερική." Όλα αυτά όμως άλλαξαν πολύ γρήγορα και ο Ψυχρός Πόλεμος ήλθε να βάλει τη σφραγίδα του στις εσωτερικές και διεθνείς εξελίξεις καθώς το πολιτικό πλαίσιο ορίστηκε από την πρακτική του αντικομμουνισμού που αποτέλεσε πλέον την κυρίαρχη ιδεολογία στις ΗΠΑ με την οποία ταυτίστηκε ο ελληνικός αντικομμουνισμός. Σύμφωνα με τον ιστορικό - ερευνητή η μελέτη αυτή επιχειρεί να δείξει επιπλέον ότι "ο ελληνοαμερικανικός αντικομμουνισμός διαμορφώθηκε μέσα από την αντιπαράθεση με έναν αρχικά ισχυρό ανταγωνιστικό πόλο, τον οποίο συνιστούσε το ελληνικό και το αμερικανικό κομμουνιστικό κίνημα"
Για το πώς εντάχθηκαν οι Έλληνες μετανάστες στο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα στις ΗΠΑ ή σε ποιο βαθμό επηρεάστηκαν  διαβάζουμε και τα παρακάτω στην εισαγωγή του βιβλίου:
" Οι σοσιαλιστικές και κομμουνιστικές εκδόσεις, οι εφημερίδες και τα περιοδικά, οι μεταναστευτικές οργανώσεις που συνδέονταν με πολιτικούς φορείς της Αμερικανικής Αριστεράς, τα μαχητικά και πολυεθνοτικά εργατικά συνδικάτα συγκροτούν το πλαίσιο του μεταναστευτικού εργατικού ριζοσπαστισμού στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Η χρονική αντοχή και η κοινωνική αναπαραγωγή του φαινομένου υπήρξε αξιοσημείωτη. Από το 1918 έως το 1956, για σχεδόν σαράντα χρόνια, διαδοχικές εφημερίδες ( Η Φωνή του Εργάτου, 1918 -1924· το Εμπρός, 1924 -1939· η Ελευθερία, 1939 -1941· το Ελληνοαμερικανικόν Βήμα 1941 - 1956) εξέφραζαν στα ελληνικά το διανοητικό, κοινωνικό και πολιτικό φορτίο της Αριστεράς. Προφανώς δεν πρόκειται για μια αποκλειστικά ελληνική ιστορία. Η αμερικανική Αριστερά του 19ου και του πρώτου μισού του 20ου αιώνα υπήρξε σε μεγάλο βαθμό μεταναστευτική, και μόνο μέσα από τις κοινές μεταναστευτικές εμπειρίες μπορούμε να κατανοήσουμε τη δυναμική των ριζοσπαστικών ιδεών στο εσωτερικό της κάθε κοινότητας.
Παρά ταύτα, η ελληνική περίπτωση έχει το δικό της ενδιαφέρον. Οι μετανάστες από την Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία έφταναν στις Ηνωμένες Πολιτείες δίχως, κατά κανόνα, να έχουν έρθει προηγουμένως σε επαφή με σοσιαλιστικές ή και συνδικαλιστικές δραστηριότητες. Υπό την οπτική αυτή διέφεραν, για παράδειγμα, από τους Εβραίους μετανάστες που συχνά προέρχονταν από τα επίκεντρα του σοσιαλισμού της Ανατολικής Ευρώπης ή τους Ιταλούς εργάτες από τον αναπτυγμένο βιομηχανικό Βορρά, οι οποίοι έφερναν μαζί τους την επιρροή των ιδεών της συλλογικής οργάνωσης και διεκδίκησης. Κατά συνέπεια, η μελέτη του ελληνικού μεταναστευτικού ριζοσπαστισμού αναδεικνύει την πολιτικοποίηση στην Αριστερά ως μια διακριτή εκδοχή εξαμερικανισμού, η οποία διαπλεκόταν με την προσπάθειά τους να ερμηνεύσουν τις νέες πραγματικότητες της βιομηχανικής εργασίας, της εκμετάλλευσης της εργατικής τους δύναμης και της κοινωνικής τους περιθωριοποίησης. Στη διαδικασία αυτή όμως υπήρχε μια ενδιαφέρουσα περιπλοκή. Ανεξάρτητα από τις διακηρύξεις των ίδιων των ριζοσπαστών, τα όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα εξακολουθούσαν να τους συγκινούν, να τους κινητοποιούν, να διαψεύδουν τη βεβαιότητά τους ότι όλα αυτά ανήκαν οριστικά στο παρελθόν. Κατά συνέπεια, η ελληνοαμερικανική Αριστερά μπορεί να λειτουργήσει ως μια παραδειγματική περίπτωση για τις ταλαντεύσεις και μετατοπίσεις της πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης. Οι άνθρωποι αυτοί στράφηκαν προς την Αριστερά στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά τούτη η επιλογή τους αφορούσε ταυτόχρονα τον τρόπο με τον οποίο ατένιζαν τον γεωγραφικό τόπο που είχαν αφήσει πίσω τους.
Πέρα όμως από αυτό, η εξέταση της διαδρομής του ελληνοαμερικανικού ριζοσπαστισμού μάς προσφέρει κάτι ακόμα πιο σημαντικό: αναδεικνύει την πολλαπλότητα της μεταναστευτικής εμπειρίας. Προφανώς δεν συνομίλησαν όλοι οι Έλληνες μετανάστες με το σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό κίνημα. Σίγουρα, πολλοί αναζήτησαν  την οργάνωση της καθημερινότητάς τους μέσα από διαφορετικούς δρόμους: τα εθνοτοπικά σωματεία, τις θεσμικές ελληνοαμερικανικές οργανώσεις, την ορθόδοξη εκκλησία, τις πατριωτικές ενώσεις που αναφέρονταν στα όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα. Ακόμα και έτσι όμως, η επιρροή της Αριστεράς, άλλοτε μεγαλύτερη και άλλοτε μικρότερη, μας βοηθάει να αντιληφθούμε τους τρόπους διαμόρφωσης των στάσεων αυτών..."
Η διαδρομή των μεταναστών , οι αγώνες τους , γνωστές και κυρίως άγνωστες λεπτομέρειες της ζωής τους και της δουλειάς τους σε συνδυασμό με όσα συνέβαιναν στις ΗΠΑ , στην Ευρώπη, στην Ελλάδα και στον κόσμο ολόκληρο ξετυλίγονται με λεπτομερή αφήγηση που συνοδεύεται από φωτογραφίες και πολύτιμο αρχειακό υλικό. Όλη αυτή η πορεία είναι δεμένη με την ιστορία του σοσιαλιστικού και κομμουνιστικού κινήματος των ΗΠΑ και ειδικότερα του ΚΚΗΠΑ. 
Θα πρέπει να διαβάσει κανείς όλο το βιβλίο για να μπορέσει να καταλάβει ότι " Για πολλούς μετανάστες, της πρώτης αλλά και της δεύτερης γενιάς, το να είσαι κομμουνιστής ήταν ένας τρόπος να είσαι Αμερικανός. Στις μεταπολεμικές συνθήκες η δυνατότητα  αυτή είχε ακυρωθεί. Για να είσαι Αμερικανός, έπρεπε, πλέον, να είσαι αντικομμουνιστής".
Και κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι η οπτικοποίηση όλου αυτού του υλικού στο ντοκιμαντέρ Ταξισυνειδησία: η άγνωστη ιστορία του ελληνοαμερικανικού ριζοσπαστισμού,  το οποίο προβλήθηκε στο 15ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης το 2013 σε σκηνοθεσία Κώστα Βάκκα.




Τρίτη 7 Απριλίου 2020

Οι Παρτιζάνοι των Αθηνών

Η Ομάδα «Συλλογική Μνήμη» διαθέτει πλέον ελεύθερα  το ντοκιμαντέρ «Παρτιζάνοι των Αθηνών», σε σκηνοθεσία Ξενοφώντα Βαρδαρού και Γιάννη Ξυδά. 
Ένα ντοκιμαντέρ για την ΕΑΜική Αντίσταση την περίοδο της Κατοχής στην Αθήνα (’41-’44). Δεκατέσσερις αφηγήσεις. Δεκατέσσερις ιστορίες. Ένας λαός ενάντια στους Ιταλούς και Γερμανούς κατακτητές και στους ντόπιους συνεργάτες τους. Ένα ντοκιμαντέρ για τη συλλογική μνήμη με πλούσιο αρχειακό υλικό, το οποίο δένει αρμονικά με τις αφηγήσεις.


Τρίτη 31 Μαρτίου 2020

Ο Μανώλης Γλέζος αφηγείται πώς ο αγκυλωτός σταυρός κατέβηκε από την Ακρόπολη

 Στις 31 Μαΐου 1941 οι Αθηναίοι κοιτάζοντας την Ακρόπολη είδαν έκπληκτοι ότι η γερμανική σημαία με τη σβάστικα δεν βρισκόταν στη θέση της. Οι Γερμανοί εξαπόλυσαν κυνηγητό για να βρουν τους δράστες, αλλά δεν κατόρθωσαν τίποτα. Κανείς δεν ήξερε ή δεν δήλωσε ότι ήξερε ποιοι ήταν αυτοί που τόλμησαν να κατεβάσουν το ναζιστικό σύμβολο από το κοντάρι.
 Για πρώτη φορά ο ελληνικός λαός έμαθε τα ονόματα των γενναίων μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς, στην εθνική γιορτή της 25ης Μαρτίου 1945.



 Δύο εφημερίδες αποκάλυψαν την ταυτότητα του Μανώλη Γλέζου και του Απόστολου Σάντα.


 Η μία ήταν  η Ελευθερία, ημερήσια  πολιτική εφημερίδα του Κέντρου, με τίτλο:


 Η πρώτη μάχη - 31 Μαΐου 1941
 και υπότιτλο:


Την επομένην της καταλήψεως της Κρήτης δυό παλληκάρια έδωσαν πρώτα το σύνθημα της αντιστάσεως κατεβάζοντας τη χιτλερική σημαία από την Ακρόπολη. Η ηρωική αυτή πράξη υπήρξε ο πρόλογος ενός τετράχρονου έπους: της μάχης ολοκλήρου του Ελληνικού λαού κατά του κατακτητού.
Ακολουθεί ένα μακροσκελές άρθρο από το οποίο και το παρακάτω απόσπασμα  όπου αποκαλύπτει:

"Ένα τυχαίο περιστατικό, μια ευτυχισμένη σύμπτωση, δίνει στην εφημερίδα τούτη τη δυνατότητα να αποκαλύψει στη σημερινή μεγάλη για το Έθνος μας ημέρα τους αφανείς ήρωες που άρχισαν τον αγώνα της Αντιστάσεως στην Ελλάδα, της Αντιστάσεως εκείνης που μας επιτρέπει να γιορτάζουμε ελεύθεροι πάλι σήμερα. Παραδίδει με την ιερώτερη συγκίνησιν τα ονόματά τους στο πανελλήνιο και στην αιώνια τιμή που τους ανήκει:


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΑΝΤΑΣ
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΓΛΕΖΟΣ

Δυό νέοι, δυό παλληκάρια να τα χαίρεσαι, ξεκίνησαν τη νύκτα εκείνη από μια λαϊκή συνοικία - απ' αυτές δεν ανατέλλουν τα λαμπρότερα αστέρια; -και έπαιξαν κορώνα - γράμματα τα 19 τους τότε χρόνια για χάρι της Ελευθερίας..."



 Η άλλη ήταν ο Ριζοσπάστης. Από το Ριζοσπάστη της 25ης Μαρτίου 1945 ολόκληρο το άρθρο με τη δήλωση του Μανώλη Γλέζου. Το 1941 ήταν και οι δύο 19 χρονών.



ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗς ΣΚΛΑΒΙΑΣ

Τα δύο παλληκάρια ΠΟΥ ΤΟ 1941 ΚΑΤΕΒΑΣΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ τη σημαία των τυράννων

ΑΦΗΓΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ "ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ" ΤΟ ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟ ΤΟΥΣ ΤΟΛΜΗΜΑ

31 του Μάη του 1941...ξυπνώντας εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό οι Αθηναίοι αντίκρυσαν πάνω στο Βράχο της Ακρόπολης κάτι που τους έκανε να ριγήσουν σύγκορμοι. Πάνω στο κοντάρι της μονάχη και ασυντρόφευτη κυμάτιζε περήφανα η Ελληνική Σημαία πάνω απ' τη φρεσκοσκλαβωμένη πολιτεία. Η γερμανική σημαία, το σύμβολο του πανίσχυρου τότε 3ου Ράιχ είχε εξαφανιστεί από τη θέση της. Η σημαία με τον αγκυλωτό που με τόσο κομπασμό ανύψωσαν στην Ακρόπολη οι Γερμανοί αξιωματικοί ίλαρχος Γιάκομπ και υπολοχαγός Έλανιτς το τρομερό εκείνο πρωί της 27/4/41.
Αυτή λοιπόν τη σημαία, το "ταμπού" της γονατισμένης Ευρώπης τόλμησαν τα "θρασύτατα" άγνωστα, ανώνυμα ελληνικά χέρια να την ρίξουν απ' το κοντάρι της. Τα φασιστικά τσακάλια φρίαξαν. Ο Τσολάκογλου τρέμοντας έδινε "ταπεινοφρόνως" εξηγήσεις προς τ' αφεντικά του. Η αστυνομία κινητοποιήθηκε. Οι Γερμανοί για αντίποινα περιόρισαν την κυκλοφορία του πληθυσμού από τις 11 στις 8. Την άλλη μέρα οι εφημερίδες δημοσίευσαν τελεσίγραφο των Γερμανών : " Καταδικάζονται σε θάνατο οι υπεξαιρέσαντες την γερμανική σημαίαν...".
Μα οι " βέβηλοι" δεν βρέθηκαν ποτέ. Η αγκαλιά του σκλαβωμένου μα αδούλωτου Ελληνικού λαού άνοιξε και τους έκρυψε καλά στον κόρφο της. Οι "άγνωστοι" παρέμειναν άγνωστοι. Μα σήμερα πρέπει να μάθει όλη η Ελλάδα τα ονόματα των παιδιών της που είχαν το κουράγιο, "την τρέλλα" - αν δεν υπήρχαν τέτοιες τρέλλεες στον κόσμο δεν θάξιζε τον κόπο η ζωή που ζούμε - να σκαρφαλώσουν νύχτα πάνω στην Ακρόπολη και να κομματιάσουν το σύμβολο της σκλαβιάς. Είναι οι Έλληνες: Γ λ έ ν τ ζ ο ς  Μ α ν ώ λ η ς, φοιτητής της Ανωτάτης Σχολής Εμπορικών Επιστημών, 25 χρονώ κι' ο Σ ά ν τ α ς  Α π ό σ τ ο λ ο ς , φοιτητής της Νομικής 25 χρονώ. Κι' οι δυό τους μ έ λ η  κ α ι  σ τ ε λ έ χ η  τ ο υ  Κ.Κ.Ε. Φίλοι και σύντροφοι.
Τώρα παραχωρούμε τη θέση μας στον ίδιο το σ. Γλέντζο να μας μιλήσει ο ίδιος για τη δραματική και υπέροχη αυτή πράξη του:
"...οι δυό μας τότε, Ελληνόπουλα πραγματικά, γυρίζαμε στους δρόμους ζαλισμένοι απ' τη μαύρη συμφορά. Χίλιες ιδέες περνούσαν απ' τα κεφάλια μας. Νάχαμε πιστόλια! Να κρυβόμασταν σε καμμιά γωνιά, να πυροβολούσαμε Γερμανούς!...Γύρω μας οι σακάτηδες της Αλβανίας έσερναν τα καροτσάκια τους. Χαμένα λοιπόν όλα; Η " ηγεσία" πρόδωσε κι' έφυγε. Τα ραδιόφωνα ούρλιαζαν. Οι εφημερίδες λιβάνιζαν , οι μανάδες έκλαιγαν και καρτερούσαν τους "αγύριστους". 30 του Μάη 1941. Γυρίζουμε άσκοπα στους στυγνούς δρόμους:
- Λάκη, το βλέπεις κείνο εκεί;
 Το φασιστικό σύμβολο, πελώριος, συμπυκνωμένος βραχνάς, πλάκωνε τον ουρανό της Αθήνας. Δε χρειαζόταν περισσότερα λόγια. Ο ένας κατάλαβε τον άλλον. Σε μας έλαχε ο κλήρος...απλοί, ανώνυμοι ερμηνευτές της φλόγας ενός ολόκληρου λαού, της θέλησής του, θα προβαίναμε στην υποστολή της Γερμανικής σημαίας! Δώσαμε τα χέρια και χωρίσαμε. Το βράδυ ραντεβού στις 8 στην πλατεία Κουμουνδούρου. Όταν ανταμώσαμε,, τα χέρια μας σφίχτηκαν νευριασμένα. Δεν ήταν από φόβο. Ήταν συγκίνηση για το μεγάλο σκοπό, για την επιτυχία. Είχε σκοτεινιάσει. Το φεγγάρι είχε βγει. Ήταν μια όμορφη Αττική βραδιά. Αμίλητοι προχωρήσαμε μέσα απ' την Πλάκα. Απ' το πρωί είχαμε κανονίσει τις τεχνικές λεπτομέρειες κι' είχαμε μαζί μας ένα κλεφτοφάναρο. Κάναμε μια βόλτα γύρω απ' την Ακρόπολη. Η γερμανική φρουρά φαινόταν. Τάχα στον κοντό να υπήρχε σκοπός; Ήταν δεν ήταν, εμείς θ' ανεβαίναμε. Σε μια στιγμή που δεν φαινόταν κανένας γύρω, πηδήξαμε το συρματόπλεγμα πούναι γύρω στο δασάκι των πεύκων της βόρειας πλευράς και σιγά σιγά, ο ένας πίσω απ' τον άλλον προχωρούσαμε σκαρφαλώνοντας στ' απόκρημνα βράχια. Φτάσαμε σε μια πορτίτσα ξύλινη, πούφραζε το άνοιγμα που υπάρχει εκεί που αρχίζουν τα τείχη. Στην είσοδο, που κατά τους αρχαίους Αθηναίους μπαινόβγαινε το ιερό φίδι του Παρθενώνα. Ευτυχώς το λουκέτο δεν ήταν κλειστό. Σμπρώξαμε και μπήκαμε. Είχαμε φτάσει...Με κομμένες τις αναπνοές ρίξαμε ένα βλέμμα γύρω μας: Δεξιά τα Προπύλαια, απέναντι ο Παρθενώνας, αριστερά το Ερεχθείο, ψηλά, μεγαλόπρεπα, φωτίζονταν υποβλητικά από το φεγγάρι. Τα σπασμένα μάρμαρα σκόρπια παντού, κάτω από το ιδιόχρωμο εκείνο φως, παρουσίαζαν περίεργα σχήματα. Προς το παρόν κανένας Γερμανός δε φαινότανε. Σκυφτοί, κρυβόμενοι πίσω απ' τα μάρμαρα, προχωρούσαμε. Κάπου - κάπου πετούσαμε μακριά κανένα πετραδάκι, ώστε να δημιουργείται θόρυβος έξω από κει που βρισκόμασταν εμείς, ώστε αν υπήρχε κανένας σκοπός να προσέξει προς τα εκεί και ν' αποφύγουμε μεις τον κίνδυνο. Ως την ώρα δεν είδαμε ούτε ίχνος σκοπού. Εδώ όμως ήταν τα σκούρα: Μήπως σε κείνο το κυκλικό τειχάκι να υπάρχει κανένας; Για πολλή ώρα πίσω απ' τη σκιά του βορείου τείχους αφουγκραζόμασταν. Έπειτα όμως θαρραλέα προχωρήσαμε προς τη βάση του κοντού. Δεν υπήρχε κανένας. Από πάνω μας κυμάτιζε το φασιστικό σύμβολο. Λύσαμε το συρματόσχοινο κι αρχίσαμε να τραβάμε για να την κατεβάσουμε. Μα τα σύρματα δεν άκουγαν. Είχαν μπλεχτεί. Η σημαία δεν κατέβαινε. Τι έπρεπε να γίνει; Να κατέβει η σημαία! απαντούσε η φωνή της συνειδήσεως, η φωνή του λαού. Το μυαλό δούλευε γρήγορα. Άρπαξα το σιδερένιο κοντό κι' άρχισα να ανεβαίνω. Έπιασα τη σημαία κι' άρχισα να την τραβάω. Τίποτα όμως. Δεν έπεφτε. Κουράστηκα και κατέβηκα. Δεύτερη απόπειρα έφερε τα ίδια αποτελέσματα.
- Λάκη η σειρά σου. Ούτε κείνος όμως μπόρεσε. Για τρίτη φορά αναρριχούμαι λυσσιασμένα - με δόντια και με χέρια κρεμάστηκα απ' τη σημαία. Ούτε τώρα όμως τίποτα. Η σημαία όμως έπρεπε να κατεβεί. Και κατέβηκε. Και να πώς. Το σιδερένιο κοντάρι υποβασταζότανε από τρία συρματόσχοινα. Τα λύσαμε από κει που ήταν δεμένα και δίνοντας παλμικές κινήσεις στο κοντάρι τα ξεμπλέξαμε και η σημαία έπεσε απάνω μας και μας κουκούλωσε. Ξεκουκουλωθήκαμε και βάζοντάς την κάτω αγκαλιαστήκαμε και χορεύαμε πατώντας τα φασιστικά σύμβολα. Κείνη την ώρα το φεγγάρι χανότανε πίσω απ' τον Αιγάλεω. Κόψαμε από ένα κομμάτι ο καθένας εκεί κοντά στον αγκυλωτό σταυρό. Τα κομμάτια αυτά τα πήραμε μαζύ μας, αλλά στις περίοδες της τρομοκρατίας οι μαννάδες μας τάκαψαν. Την υπόλοιπη τη μαζέψαμε γρήγορα γρήγορα και τη ρίξαμε στο ξεροπήγαδο που βρίσκεται ανάμεσα στα τείχη και το βράχο. Ίσως τώρα, ύστερα από 4 χρόνια νάχει πια λυώσει.
Γυρίζοντας αργά για τα σπίτια μας μάς έπιασε ο σκοπός χωροφύλακας έξω από το Κρατικό Ταμείο (Ερμού). Η ώρα ήταν 12.10', η κυκλοφορία είχε σταματήσει. Του δικαιολογηθήκαμε ότι είμαστε σε γλέντι και μας άφησε. Και πραγματικά σε γλέντι είμαστε. Κείνο που ποθούσαμε είχε γίνει. Η απαρχή του αγώνα έγινε. Το μάθημα στους Γερμανούς είχε δοθεί...

Ριζοσπάστης Κυριακή 25 Μάρτη 1945.



Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Τα δύο Εικοσιένα

ΤΟ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ, όπως το ξέρουμε μέσα από την επίσημη ιστορική παράδοση, μοιάζει με τ' αναστραμμένο είδωλο που βλέπουμε να καθρεφτίζεται στα θαμπά νερά μιας λίμνης. Είναι βέβαια η ίδια η εικόνα, μα δοσμένη από την ανάποδη. Για να γνωρίσει κανείς τ' αληθινό Εικοσιένα, πρέπει να σκύψει πάνω σ' άλλα κείμενα· σ' εκείνα που προετοίμασαν το σηκωμό, σ' αυτά που γράφτηκαν όσο βρόνταγε το καριοφίλι κι άστραφτε το γιαταγάνι και στ' απομνημονεύματα των αγωνιστών - του Μακρυγιάννη, του Κασομούλη, του Κολοκοτρώνη, του Φωτάκου, του Σπυρομήλιου, του Περραιβού, του Σπηλιάδη και τόσων άλλων.
Δύο ήταν τα Εικοσιένα· το ένα του λαού και των πιο προοδευτικών ανθρώπων εκείνου του καιρού, το άλλο των κοτζαμπάσησδων και των πολιτικάντηδων. Του πρώτου οι ρίζες αντλούνε τους χυμούς τους από τα "Δίκαια του ανθρώπου" του Ρήγα Βελεστινλή· πάνω στ' άλλο πέφτει βαρύς ο ίσκιος της "Πατρικής διδασκαλίας" του Μακαριωτάτου Πατριάρχη της Αγίας Πόλης Ιερουσαλήμ κυρ - Ανθίμου - ή πιο σωστά του Γρηγορίου.

Ο σκοπός όπου απ' αρχής κόσμου οι άνθρωποι εσυμαζώχθησαν από τα δάση την πρώτην φοράν δια να κατοικήσουν όλοι μαζύ, κτίζοντας χώρας και πόλεις, είναι δια να συμβοηθώνται και να ζώσιν ευτυχισμένοι και όχι να συναντιτρώγωνται ή να ρουφά το αίμα τους ένας(...) Αυτά τα φυσικά δίκαια είναι: πρώτον, το να είμεθα όλοι ίσοι και όχι ο ένας κατώτερος από τον άλλον· δεύτερον, να είμεθα σίγουροι εις την ζωήν μας και κανένας να μην ημπορεί να μας την πάρη αδίκως και κατά φαντασίαν.

Αυτή είναι η φωνή του Ρήγα στα " Δικαιώματα του ανθρώπου" κι αυτό είναι το πρώτο Εικοσιένα.

Κλείσατε τ' αυτία σας, και μην δώσετε καμμίαν ακρόασιν εις τοιαύτας τας νεοφανείς ελπίδας της ελευθερίας εναντίον εις τα ρητά της θείας γραφής και των Αγίων Αποστόλων, οπού μας προστάζουν να υποτασσώμεθα εις τας υπερεχούσας αρχάς, όχι μόνον τας επιεικείς, αλλά και σκολίας, δια να έχωμεν θλίψιν εις αυτόν τον κόσμον.

Αυτό είναι το φαρμάκι της " Πατρικής διδασκαλίας" κι αυτό στέκεται το αντι- Εικοσιένα...


Δημήτρης Φωτιάδης, Καραϊσκάκης, Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1995, 14η έκδοση ( ξανακοιταγμένη και συμπληρωμένη.

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2019

Μουσείο - Μνημείο του ΔΣΕ στη Θεοτόκο Ιωαννίνων


Λίγη ώρα μετά την Κόνιτσα , στο χωριό Θεοτόκος, πάνω στην παλιά Εθνική οδό Ιωαννίνων - Κοζάνης, ο διαβάτης, ο περαστικός, ο επισκέπτης θα συναντήσει το Μουσείο - Μνημείο για το Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας. 
Ο χώρος αποτελείται από ένα αρκετά μεγάλο κτήμα και ένα σπίτι. που δώρισαν στο ΚΚΕ τα παιδιά του  Χρήστου Ζούνη, μαχητή του ΔΣΕ, και της Ελένης Ζούνη. 
Πάρα πολλοί εθελοντές, μέλη και φίλοι του ΚΚΕ, μέλη σωματείων από όλη την Ελλάδα δούλεψαν σε αντίξοοες πολλές φορές συνθήκες για να διαμορφωθεί ο χώρος αυτός και να γίνει επισκέψιμος. Πολλοί πρόσφεραν και μεγάλο μέρος των οικοδομικών υλικών που απαιτήθηκε για την κατασκευή του μνημείου. 
Σε μεγάλες μαρμάρινες πλάκες αναγράφονται τα ονόματα των νεκρών μαχητών και μαχητριών ταξινομημένα κατά χωριό. 
Ένα μεγάλο τρισδιάστατο Δ κυριαρχεί στο μέσον του χώρου, που είναι καθαρός, περιποιημένος και γεμάτος λουλούδια.
Το σπίτι της οικογένειας Ζούνη μετατράπηκε σε μουσείο, όπου εκτίθενται αντικείμενα, έντυπο υλικό και φωτογραφίες. Το μουσείο συνεχώς εμπλουτίζεται με νέο υλικό.
Πολλές είναι οι φορές που έφεραν τα βήματα μας στο χώρο αυτό και κάθε φορά η συγκίνηση και το δέος κυριαρχούν ανάμεσα στα συναισθήματα.


























Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2019

Τα Δεκεμβριανά κατά Θόδωρο Αγγελόπουλο

Απόσπασμα από την αριστουργηματική και πολυβραβευμένη  ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου , Ο Θίασος (1975)




Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2019

Η κληρονομιά της Αλβανίας



Ο πόλεμος της Αλβανίας ήταν ο πρώτος σταθμός της θύελλας και το πρώτο εργαστήριο της μετάλλαξης του έθνους και της κοινωνίας. Ήταν ένας πόλεμος του εικοστού αιώνα, από εκείνους που καμιά πτυχή της κοινωνίας δεν αφήνουν αλώβητη. Γενική επιστράτευση ανθρώπων, οικονομίας, θεσμών και μηχανισμών. Και διάχυτη έντονη συλλογική εμπειρία. Ένα σχολείο καινοτομιών που από μόνο του ανέτρεπε τις προπολεμικές παγιωμένες καταστάσεις και συνήθειες. Μια ανατρεπτική διαδικασία. Και από αυτή την εμπειρία ξεκινά ουσιαστικά η ιστορία μας.
Οι αλλαγές που ο πόλεμος προκάλεσε άρχιζαν από την κορυφή. Η τότε πολιτική και στρατιωτική ηγεσία βρέθηκε στη θέση του συντονιστή μιας γιγαντιαίας προσπάθειας που αφορούσε το σύνολο των πόρων και των δυνάμεων του έθνους. Οι βιομηχανικές μονάδες της χώρας, από τα υφάσματα ως τα μηχανουργεία και από τις μονάδες τροφίμων ως τα είδη εμαγιέ, στρατεύθηκαν για την παραγωγή των ειδών που ο πόλεμος απαιτούσε. Ακόμα και το πιο απλό είδος, τα πέταλα των αλόγων για παράδειγμα, ήταν κρίσιμο στους καιρούς εκείνους και η επάρκειά του, η παραγωγή του απαιτούσε μια κεντρική πρόβλεψη έναν ακριβή σχεδιασμό, μια προσεκτική κατανομή των πρώτων υλών και των καθηκόντων. Η ιδέα του συγκεντρωτικού κράτους και της κεντρικά διευθυνόμενης οικονομίας είχε τονιστεί ιδιαίτερα στην περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά, που ήθελε τον εαυτό του πιστό αντίγραφο των κορπορατιστικών - φασιστικών καθεστώτων. Ο πόλεμος υλοποίησε αυτές τις προσδοκίες με τρόπο φυσικά απρόσμενο και ξένο προς τις καθεστωτικές προθέσεις. Εκείνο όμως που η κοινωνία διδάχθηκε μέσα στις συγκυρίες αυτές ήταν ο συντονισμός και η πειθαρχία σε σχέδια και αποφάσεις που οδηγούσαν από κάπου ψηλά την ενιαία, συλλογική προσπάθεια.
Αυτός ο συντονισμός ξεπερνούσε συχνά τις δυνατότητες και του πιο συγκεντρωτικού κρατικού μηχανισμού. Στην ύπαιθρο, για παράδειγμα, όπου η επίταξη περισσότερων από 200.000 κτηνών και η επιστράτευση των ανδρών έκανε προβληματική τη συνέχιση των αγροτικών παραγωγικών δραστηριοτήτων. Πολλές κοινότητες χρειάστηκε να ανακαλύψουν νέους τρόπους συνεργασίας ανάμεσα στα εναπομείναντα μέλη τους, νέους τρόπους αλληλοϋποστήριξης και καταμερισμού των εργασιών.Η ομαδική εργασία έγινε συχνά κανόνας και η επικοινωνία των ανθρώπων πήρε διαστάσεις που δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί  λίγους μήνες πριν. Και επιπλέον πολλαπλασιάστηκε ο αριθμός των δραστήριων μελών της κοινωνίας και διασπάρθηκαν οι αρμοδιότητες και οι επιδεξιότητες. Οι ηλικιωμένοι, τα παιδιά και οι γυναίκες μοιράστηκαν τις εργασίες που οι επιστρατευμένοι άνδρες άφησαν πίσω τους. Η εμπειρία αυτή μετέβαλε τους αγροτικούς μικρόκοσμους. Εισήγαγε μεγαλύτερα ποσοστά του πληθυσμού στην παραγωγική διαδικασία αλλά και στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Μπορούμε να μιλήσουμε για ενοποίηση των τοπικών αυτών κοινωνιών αλλά και για εκδημοκρατισμό τους. Για διεύρυνση δηλαδή του κάτω τμήματος της τοπικής ιεραρχίας και τη συμμετοχή περιθωριακών ως τότε ομάδων στα κοινά.
Στις πόλεις ακόμα, μέσα από την πρωτόγνωρη αυστηρή πειθάρχηση σε κανόνες πολέμου κοινούς σε όλους τους ανθρώπους, η αίσθηση συμμετοχής σε μια κοινή περιπέτεια, σε κοινούς κινδύνους, σ' έναν αναγκαίο συντονισμό έμαθε τους ανθρώπους να λειτουργούν σαν ομάδες, πέρα από οποιονδήποτε κρατικό καταναγκασμό. Η ώρα της συσκότισης ήταν απ' όλους σεβαστή, ειδικά όταν στον ουρανό ακουγόταν το απειλητικό βουητό των αεροπλάνων. Ο ήχος της σειρήνας ή της καμπάνας έφερνε μαζί του μηνύματα προφανή, που αφορούσαν το σύνολο των ανθρώπων. Η οργάνωση των ατομικών κινήσεων και επιλογών με άξονα γενικότερα ΄δεδομένα έγινε ισχυρή κοινή αντίληψη.
Η διάρθρωση του στρατού συγκροτούσε έναν επιπλέον χώρο ανάδειξης του συλλογικού. Η επιστράτευση γινόταν σε τοπική, γεωγραφική βάση και οι μονάδες που έφθαναν στο μέτωπο ήταν συγκροτημένες συνήθως από ανθρώπους που κατάγονταν από την ίδια περιοχή. Σε πολλές περιπτώσεις, στα συντάγματα ή στα τάγματα, γνωρίζονταν οι φαντάροι αναμεταξύ τους από τον καιρό της ειρήνης κιόλας. Αποτελούσαν ένα τμήμα, ένα απόσπασμα της τοπικής κοινωνίας και η εμβάπτισή τους στη σκληρή, συλλογική πολεμική περιπέτεια έφτιαχνε δεσμούς που είχαν άμεσο αντίκτυπο στις κοινότητες που άφησαν πίσω τους. Στο μέτωπο και στα μετόπισθεν η ελληνική κοινωνίας περνούσε μέσα από διεργασίες ενοποίησης.
Κοινοί κίνδυνοι, κοινή αντιμετώπιση τους, σπάσιμο του καθημερινού, των ασχολιών του καιρού της ειρήνης, έξοδος σε δραστηριότητες καινοφανείς, εμπειρίες στην επιβίωση, στον πόλεμο, στα όπλα. Ένα πολύμορφο εργαστήριο θα τολμούσαμε να πούμε, προπαρασκευαστικό για την πολυκύμαντη συνέχεια. Όλες αυτές οι εμπειρίες μάθαιναν στους ανθρώπους να υποδέχονται το καινούργιο, την αλλαγή, να την εφευρίσκουν όταν αυτό κρινόταν αναγκαίο. Πόσοι προπολεμικοί δεσμοί, ιεραρχίες, ανάγκες, προτεραιότητες δεν έσπασαν μέσα σ' αυτό το ολοένα και πιο επικίνδυνο περιβάλλον. Πολύμορφοι φόβοι, ανησυχίες, ενθουσιασμοί και ελπίδες συνέπαιρναν τους ανθρώπους δίνοντας διαστάσεις  ξένες ως τότε στη ζωή τους. Από τους έξι αυτούς πολεμικούς μήνες της Αλβανίας άρχισε να κτίζεται η διαθεσιμότητα των πολλών για συμμετοχή στο ιστορικό γίγνεσθαι. Στον γύρω τους κόσμο σε τελευταία ανάλυση, που, όμως, ήταν τόσο ενοποιητικά και ριζοσπαστικά ισχυρός. Αν θέλαμε να συνοψίσουμε, θα λέγαμε, χωρίς δισταγμό, ότι το πιο σημαντικό μάθημα αυτού του σχολείου των εμπειριών θα ονομαστεί ο θάνατος, το τέλος του καθημερινού, του προβλέψιμου, του επαναλαμβανόμενου στην κλίμακα της ανθρώπινης ζωής. Γι' αυτό και η μνήμη των παλαιών κυριαρχείται τόσο έντονα από αυτές τις εμπειρίες.
Στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας βάθαιναν αυτές οι διεργασίες. Ο χώρος είχε τον πρώτο λόγο εδώ. Οι λεκάνες, οι στενές κοιλάδες που σχηματίζονται ανάμεσα στους θεόρατους ορεινούς όγκους αποτελούσαν μικρογραφίες κόσμων ολόκληρων και η ανθρώπινη δραστηριότητα και παρουσία τις γέμιζε έντονα, συχνά ασφυκτικά. Ταυτόχρονα, οι κλίσεις του εδάφους έκαναν την κίνηση σύνθετη, γεμάτη μαιάνδρους και πισωγυρίσματα, και μάκραιναν τις αποστάσεις, κάνοντας την αίσθηση της απώλειας και της απομόνωσης ισχυρή. Οι γύρω ορίζοντες στενοί, κυριαρχούσαν από ψηλά στους χώρους και το μάτι μεγέθυνε τις προσιτές εμπειρίες , τα όσα συνέβαιναν στην οθόνη της απέναντι πλαγιάς. Τίποτα πιο πέρα. Οι λόχοι των 150 -200 ανθρώπων και των ανάλογων και απαραίτητων ζώων μπορούσαν στις συνθήκες αυτές να λειτουργήσουν όπως σε άλλες συνθήκες θα λειτουργούσαν συντάγματα, να απλωθούν σε κάθε πτυχή και γωνιά του ορατού περίγυρου και να γεμίσουν τον στενό μικρόκοσμο του κάθε περάσματος, κάθε κοιλάδας, κάθε χωριού. Εκεί που ολόκληρος στρατός πολεμούσε, τα δικαιώματα του στενού ανθρώπινου κύκλου, στα όρια της παρέας, της συντροφιάς, της παλιάς συμμορίας, αναδεικνύονταν με τον πιο ισχυρό τρόπο. Με άλλα λόγια, ο πόλεμος εκεί δεν έγινε ποτέ μια απρόσωπη, αποξενωτική δραστηριότητα.
Τις 
Τις μικρές αυτές ενότητες τις χώριζαν εκτεταμένοι ορεινοί όγκοι όπου δέσποζαν με το ύψος τους αναρίθμητες κορυφές. Για να τις διασχίσει κανείς στον καιρό της ειρήνης έπρεπε να ακολουθήσει τις στενωπούς, τον ρου των ποταμών ή να αναρριχηθεί στα μεταξύ τους διάσελα, σε εντυπωσιακό κι αυτά υψόμετρο. Στον καιρό του πολέμου δεν έφθανε αυτό. Η κίνηση γινόταν αδύνατη χωρίς τον έλεγχο των κορυφών, των πιο ψηλών σημείων. Ελάχιστοι αντίπαλοι, σκαρφαλωμένοι σ' αυτές με κάποιο αυτόματο όπλο, μπορούσαν  να ακινητοποιήσουν πολλαπλάσιους εχθρούς στις κάτω διαβάσεις. Αυτά τα υψόμετρα, αυτές οι κορυφές ήταν στον αλβανικό πόλεμο το μήλον της Έριδος ανάμεσα στους αντιπάλους. Οι αναμεταξύ τους μικρόκοσμοι, τα χωριά, τα περιβόλια τους, οι κοιλάδες και τα διάσελα ήταν τα μικρά, αλλά και τόσο αποφασιστικά έπαθλα της αναμέτρησης αυτής.
Μέσα σ' αυτές τις συνθήκες το "πολλοί" ή το "λίγοι" δεν είχε παρά σχετική σημασία. Οι μικρόκοσμοι των βουνών μπορούσαν να γίνουν επικίνδυνοι όταν ο μεγάλος αριθμός κυριαρχούσε σ' αυτούς. Ο εφοδιασμός δεν μπορούσε να ακολουθήσει αποτελεσματικά μέσα από τις δύσκολες υποχρεωτικές διαδρομές του, ενώ η υπερβολική πυκνότητα των στρατευμάτων αύξανε δυσανάλογα τις απώλειες στις εκτεθειμένες κοιλάδες ή στις στενές κορυφές. Η χρυσή τομή επιβλήθηκε από τα πράγματα. Ο πόλεμος της Αλβανίας ήταν πόλεμος των μικρών μονάδων, των διμοιριών, των λόχων, σπανιότερα των ταγμάτων. Το πυροβολικό σκαρφάλωνε  σε ουλαμούς των δύο πυροβόλων, πολύ σπάνια μια πυροβολαρχία  βρισκόταν συγκεντρωμένη. Σε ελάχιστες περιπτώσεις στις συνθήκες αυτές έγιναν μάχες από εκείνες που τα εγχειρίδια των στρατιωτικών προβλέπουν. Με πυρά φραγμού, με κυλιόμενη βολή που να οδηγεί τις εφόδους των συνταγμάτων. Η χειροβομβίδα και η λόγχη έδιναν τις λύσεις. Και φυσικά οι στρατιώτες μάθαιναν τον πόλεμο στη μικρή διάσταση, την περίπου προσωπική αναμέτρηση.
Μια από τις πλέον κρίσιμες αναμετρήσεις του πολέμου, η αντεπίθεση που οδήγησε στην ανακατάληψη της Γκραμπάλας και στο σταμάτημα της ιταλικής προέλασης  προς τα Ιωάννινα, ήταν υπόθεση ενός ενισχυμένου λόχου με μία διμοιρία πολυβόλων για υποστήριξη. Υπόθεση 250 ως 300 ανθρώπων δηλαδή. Στην άλλη μεριά των οροσειρών, στην περιοχή της Φούρκας, η πεισματική σύγκρουση της κορυφής Τσούκας ήταν υπόθεση δύο λόχων, ενός ελληνικού και ενός ιταλικού. Πολλούς μήνες αργότερα, τον Μάρτιο του 1941, όταν οι δυνάμεις των αντιπάλων στο αλβανικό μέτωπο έφθαναν πλέον τους εκατοντάδες χιλιάδες πολεμιστές, η έκβαση των συγκρούσεων παρέμενε ακόμα υπόθεση μικρών σχηματισμών. Στην εαρινή επίθεση των Ιταλών, στον πιο κρίσιμο τομέα, στα υψώματα 731 και 717, η έκβαση των είκοσι περίπου επιθέσεων και αντεπιθέσεων  κρίθηκε από αναμετρήσεις λόχων και ουλαμών, χωρίς ποτέ η συνολική δύναμη των εμπλεκομένων να υπερβαίνει τα δύο τάγματα την ημέρα. Σ' αυτόν τον πόλεμο ο πολλαπλασιασμός των μαχόμενων σήμαινε τον πολλαπλασιασμό των μικρών αναμετρήσεων, ακριβώς όπως η μορφολογία της περιοχής κατακερμάτιζε το χώρο σε πλήθος μικρές ενότητες. Σ' αυτές, το κάθε τάγμα, λόχος ή διμοιρία μπορούσαν να δώσουν τη δική τους αυτόνομη μάχη.
Για τη δύσκολη περίοδο που θα ακολουθούσε αυτή η εξάμηνη εμπειρία είχε τη δική της αξία. Από τη μια ήταν η πεποίθηση των ανθρώπων που την έζησαν ότι μπορούσαν να κινηθούν ανεξάρτητοι και αυτόνομοι και στις πλέον αντίξοοες συνθήκες. Να επιλύσουν, αυτοί και ο μικρός κύκλος των γνωστών τους, και πιο δύσκολα και περίπλοκα προβλήματα. Δεν έγιναν περισσότερο θαρραλέοι ή ανδρείοι, επειδή οι λέξεις αυτές ελάχιστα ως τίποτα σημαίνουν. Έμαθαν όμως να παίρνουν πρωτοβουλίες, να μετέχουν σε όσα άμεσα τους αφορούν, να αυτοσχεδιάζουν, να ενεργούν. Να κρίνουν, με άλλα λόγια. Ο μικρός τους πόλεμος, πέρα από πλούσιες αναμνήσεις, τους άφησε και ιδιόμορφα εφόδια για τη συνέχεια.


Από το βιβλίο του Γιώργου Μαργαρίτη Από την ήττα στην εξέγερση. Ελλάδα: Άνοιξη 1941 - Φθινόπωρο 1942. Εκδόσεις ο Πολίτης, Αθήνα 1993

Επειδή το βιβλίο αυτό είναι εξαντλημένο και δυσεύρετο , ο αναγνώστης που ενδιαφέρεται να μάθει σχετικά με αυτήν την περίοδο μπορεί να διαβάσει το άλλο  βιβλίο του Γιώργου Μαργαρίτη, Προαγγελία Θυελλωδών ανέμων… Ο πόλεμος στην Αλβανία και η πρώτη περίοδος της Κατοχής, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2009.

 Η σχέση ανάμεσα στα δύο βιβλία είναι ότι ο Γιώργος Μαργαρίτης δούλεψε σχεδόν από την αρχή το παλιό βιβλίο και δημιούργησε ένα νέο, με πολλές αλλαγές.
«Σε αυτή, τη νέα του μορφή, ίσως ετούτο το πόνημα μπορεί να εκληφθεί ως εισαγωγή σε μια ιστορία της Αντίστασης, ή μάλλον σε μια ιστορία της Ελλάδας στα δραματικά χρόνια της κατοχής και του πολέμου. Οι ιδέες που αναπτύσσονται σε αυτό, μπορεί να συμβάλουν στη διατύπωση ερμηνευτικών σχημάτων για τις εξελίξεις και τα γεγονότα της περιόδου. Για το λόγο αυτό, άλλαξε και ο τίτλος στο εξώφυλλο» αναφέρει ο συγγραφέας στο σημείωμα που προτάσσει και έχει τον τίτλο «Για τον Άγγελο». Πρόκειται για τον Άγγελο Ελεφάντη, εκδότη του περιοδικού Ο Πολίτης, με παραίνεση του οποίου δημιουργήθηκε το πρώτο βιβλίο. Το νέο αυτό βιβλίο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του.

Ο πίνακας του Αλέξανδρου Αλεξανδράκη

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2019

Ρεπορτάζ από...το πραξικόπημα Κονδύλη

Ο Αυστραλός δημοσιογράφος Μπερτ Μπερτλς επισκέφθηκε την Ελλάδα τον Σεπτέμβρη του 1935. Βρισκόταν στα Γιάννενα όταν πληροφορήθηκε το πραξικόπημα του Κονδύλη, το οποίο εκδηλώθηκε στις 10 Οκτωβρίου 1935. Επιστρέφοντας στην Αθήνα καταγράφει τα γεγονότα, τις εξελίξεις και την αντίδραση του λαού. Ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα :


Η Αθήνα είχε αλλάξει. Βρήκαμε την πόλη πολύ διαφορετική. Το " εργοτάξιο των συζητήσεων" είχε μετατραπεί σε μια πόλη ψιθύρων που ωστόσο ακούγονταν αρκετά δυνατά ώστε να καταλήγουν σε διαφωνίες , ταραχές και συλλήψεις. Εκεί πάντως που προηγουμένως κυριαρχούσαν οι δημόσιες συζητήσεις, τώρα επικρατούσαν οι ψίθυροι.
Ο λόγος ήταν απλός - το πραξικόπημα του Κονδύλη.
Ενώ εμείς διασχίζαμε τα βουνά, στην Αθήνα είχαν ξεσπάσει συλλαλητήρια. Η αστυνομία είχε απαντήσει με κλομπ, πυροβολισμούς, φυλακίσεις. Τώρα, κάθε κουβέντα μας γύρω από την πολιτική κατάσταση έπρεπε να βρίσκει διέξοδο μέσα από παραπετάσματα δυσπιστίας. Ο κόσμος κοιτούσε ενστικτωδώς πάνω από τους ώμους από φόβο μήπως τον παρακολουθούν.
Η επίσημη άποψη γινόταν εύκολα κατανοητή. Ο Κονδύλης είχε ισχυριστεί ότι θα έσωνε τη χώρα από την αναρχία, το χάος, την καταστροφή και από πλήθος άλλων συνώνυμων του ολέθρου. (...) 
 Σιγά σιγά μάθαμε τι είχε συμβεί.Παρά το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο είχε καταθέσει τα όπλα χωρίς αντίσταση, η αντίδραση του λαού απέναντι στη στρατιωτική δικτατορία υπήρξε διαφορετική. Η πρώτη κίνηση του Κονδύλη ήταν να καταστείλει κάθε άποψη αντίθετη προς τη δική του. Όλες οι δημόσιες συναθροίσεις, εκτός από τις φιλομοναρχικές συγκεντρώσεις, απαγορεύτηκαν και επιβλήθηκε αυστηρή λογοκρισία στον Τύπο. Εκείνη την εποχή, στην Αθήνα κυκλοφορούσαν πάνω από είκοσι καθημερινές εφημερίδες, στην πλειοψηφία τους δημοκρατικές και σχεδόν όλες αντίθετες προς τη δικτατορία. Εξ αιτίας του μεγάλου αριθμού των ανθρώπων που θα έπρεπε να απολυθούν, ο Κονδύλης δεν μπορούσε να επιβάλλει την απαγόρευση όλων αυτών των εφημερίδων, ωστόσο απαγόρευσε αμέσως όσες εξέφραζαν γνώμες ενάντια στη δικτατορία ή την επιστροφή του βασιλιά.
Παρ' όλα αυτά, σχεδόν αμέσως οργανώθηκαν φιλομοναρχικές συγκεντρώσεις σε ολόκληρη την περιφέρεια, ενώ εξακολούθησε η έκδοση απαγορευμένων εφημερίδων ( με διαφορετικό όνομα) που διανέμονταν κρυφά. Καθώς διένειμε εφημερίδες και φυλλάδια του κόμματός του, ένας φίλος μας, ενεργό μέλος του Εργατοαγροτικού Κόμματος, πάχυνε εντελώς ξαφνικά, όπως άλλωστε και πολλοί σαν κι αυτόν. Μετέφεραν τις εφημερίδες κάτω από τα παλτά τους, διπλωμένες με τέτοιο τρόπο ώστε να περνούν απαρατήρητοι όταν αντάλλασσαν χειραψίες με τους γνωστούς τους στο δρόμο. Μερικές μέρες  μετά το πραξικόπημα, ολόκληρο το προσωπικό του Ριζοσπάστη, της κομμουνιστικής καθημερινής εφημερίδας, συνελήφθη και στάλθηκε εξορία. Την επόμενη μέρα ωστόσο, η εφημερίδα έκανε ξανά την εμφάνισή της και εξακολούθησε την έκδοσή της. και στις 15 Οκτωβρίου, παρ' ότι είχαν ήδη συλληφθεί  μερικές εκατοντάδες άνθρωποι για τη συμμετοχή τους σε αντιμοναρχικές συγκεντρώσεις, στην πλατεία Συντάγματος, ακριβώς μπροστά από το Κοινοβούλιο, το Κομμουνιστικό Κόμμα οργάνωσε ένα μαζικό συλλαλητήριο στο οποίο συμμετείχαν αρκετές χιλιάδες δημοκρατικοί διαφόρων αριστερών και φιλελεύθερων κομμάτων. Το πλήθος κραύγαζε συνθήματα υπέρ της δημοκρατίας και εναντίον της δικτατορίας.
Για να τους  διαλύσουν, οι αστυνομικοί έσυραν τα κλομπ και τα περίστροφά τους. Ρίχτηκαν μερικοί πυροβολισμοί.
Πολλοί άνθρωποι ( ανάμεσά τους και μερικοί αστυνομικοί) τραυματίστηκαν, ένας διαδηλωτής σοβαρά. Δεκαπέντε συνελήφθησαν. Στο κρατητήριο τους ξυλοκόπησαν με κλομπ και με τους υποκόπανους των περιστρόφων. Μερικοί ( ανάμεσά τους κάποιοι με επιδέσμους γύρω από το τραυματισμένο κεφάλι τους) οδηγήθηκαν ενώπιον στρατοδικείου και καταδικάστηκαν από τρία μέχρι δεκαπέντε χρόνια καταναγκαστικά έργα. Δεκαπέντε χρόνια επειδή είχαν συμμετάσχει σε παράνομη συγκέντρωση, επειδή είχαν τολμήσει να εκφράσουν τη γνώμη τους! Η Αθήνα βρισκόταν κλεισμένη στη μέγκενη μιας τρομοκρατίας πολύ χειρότερης από εκείνη που είχαν βιώσει άλλες χώρες κατά το παρελθόν.
Στην Αθήνα επιστρέψαμε στις 24 Οκτωβρίου, τη μέρα κατά την οποία οι εφημερίδες δημοσίευσαν  ένα διάταγμα έκτακτης ανάγκης που εξουσιοδοτούσε τον υπουργό Δικαιοσύνης και τον υπουργό Εσωτερικών να διατάσσουν τον εκτοπισμό στα νησιά της εξορίας οποιουδήποτε ο οποίος ( δια γραπτού, προφορικού, ή άλλης μορφής λόγου) προσπαθούσε να διαταράξει τη δημόσια τάξη.
" Κατ' αυτό τον τρόπο, όλοι βρισκόμαστε στο έλεος κάθε αστυνομικού που θέλει να μας εκδικηθεί για προσωπικούς λόγους", είπε ένας δημοκρατικός φίλος μας. " Αρκεί να δηλώσει ότι είπαμε, ότι γράψαμε ή ότι πράξαμε κάτι  σε βάρος της δημόσιας τάξης για να σταλούμε εξορία ή φυλακή χωρίς δίκη."
Τη νύχτα της 28ης Οκτωβρίου συνελήφθη ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, ο πρώτος πρωθυπουργός της Δημοκρατίας και ιδρυτής της Εταιρείας Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών, ενός συλλόγου παρόμοιου με τη Φαβιανή Ένωση στην Αγγλία. Τη στιγμή της σύλληψης του ήταν επικεφαλής του Εργατοαγροτικού Κόμματος στο Κοινοβούλιο. Η πρόφαση για τη σύλληψή του ήταν η διανομή ενός μανιφέστου ανάμεσα στους αξιωματικούς, με το οποίο τους προέτρεπε να στασιάσουν κατά της δικτατορίας και στάλθηκε εξορία στη Μύκονο. Ανάμεσα στις γνωστές προσωπικότητες που εξορίστηκαν εκείνη την εποχή ήταν ένας άλλος δημοκρατικός βουλευτής, ο Παπανδρέου και πολλοί από εκείνους που ο Κονδύλης θεωρούσε " κομμουνιστές διανοούμενους", όπως ο πάλαι ποτέ διευθυντής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, Δημήτρης Γληνός και ο αριστερός ποιητής Κώστας Βάρναλης. Το γεγονός ότι στην πραγματικότητα ( και όχι απλώς εξαιτίας της ματαιόδοξης φαντασίας του) ο Κονδύλης είχε ως πρότυπο τον Χίτλερ ή τον Μουσολίνι γινόταν ολοένα και πιο ξεκάθαρο(...)
Οι υποστηρικτές του Κονδύλη ήταν οι πλέον αδιάλλακτοι βασιλόφρονες, μια ουσιαστικά φασιστική ομάδα.(...) 
Τώρα το 1935, οι ξένοι δημοσιογράφοι έγραφαν για τον "ισχυρό άνδρα" Κονδύλη, τον άνθρωπο "επιρροής", τα ίδια ακριβώς που έγραφαν το 1926 για τον άλλο "ισχυρό άνδρα", τον Πάγκαλο, αλλά ακόμα και όταν η τρομοκρατία του Κονδύλη βρισκόταν στο χειρότερό της στάδιο, πριν και, για λίγο καιρό μετά το δημοψήφισμα, οι Έλληνες δεν έχασαν στιγμή την αίσθηση του χιούμορ τους. Κάποια γελοιογραφία. Μια φάρσα που είχε συνθέσει κάποιος δημοκρατικός στιχοπλόκος και είχε δημοσιευθεί σε μια άκρως φιλομοναρχική εφημερίδα, φερέφωνο του Κονδύλη. Το ποίημα εξυμνούσε την ευτυχισμένη μέρα που είχε φτάσει επιτέλους για την Ελλάδα, ο ήλιος έλουζε με καινούργιο φως τους ορίζοντες , το σκοτάδι είχε διαλυθεί, το φως είχε ξανάρθει και οι δρόμοι του λαού ήταν στρωμένοι με άνθη. Το ποίημα έλεγε κι άλλα εξυμνώντας με στόμφο το καθεστώς του Κονδύλη, εκείνο όμως που είχε παραβλέψει ο συντάκτης της κονδυλικής εφημερίδας ήταν ότι το ποίημα σχημάτιζε ακροστιχίδα. Τα αρχικά κεφαλαία γράμματα, διαβασμένα κάθετα σχημάτιζαν!


" ΖΗΤΩ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΑΣ"

Οι δημοκρατικοί της Αθήνας γέλασαν με αυτό, αλλά υπήρξαν μερικοί ( κυρίως οι κομμουνιστές) που θυμήθηκαν με ανησυχία ότι το ίδιο είχαν γελάσει και με τον Χίτλερ και με τον Μουσολίνι.
Ο Κονδύλης έκλεισε περισσότερο κόσμο στη φυλακή, έστειλε περισσότερους στην εξορία.

Μπερτ Μπερτλς Εξόριστοι στο Αιγαίο. Αφήγημα Πολιτικού και ταξιδιωτικού ενδιαφέροντος. Μετφρ. Γιάννης Καστανάρας, Φιλίστωρ Αθήνα 2002



Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2017

...Για την Ελλάδα, για τη Λευτεριά την ύστερη τους δώσανε πνοή με χαρά...

Στις 23 Φλεβάρη του 1943 ιδρύθηκε η ΕΠΟΝ, η μεγαλύτερη αντιστασιακή οργάνωση της νεολαίας , η οποία πολέμησε τους κατακτητές και τους συνεργάτες τους γράφοντας σελίδες άφθαστου ηρωισμού. 450 χιλιάδες επονίτες και επονίτισσες και 150 χιλιάδες αετόπουλα πρωτοστάτησαν στον αγώνα του ελληνικού λαού για την απελευθέρωση από το ξένο καταχτητή αλλά και στον αγώνα για την ουσιαστική μόρφωση της νέας γενιάς, για την πολιτιστική αναβάθμισή , την κοινωνική πρόοδο και την πραγματική ανοικοδόμηση της Ελλάδας μετά τον πόλεμο.
Το ιστολόγιο αναδημοσιεύει το παρακάτω κείμενο από το περιοδικό Νέα Γενιά , όργανο του Κεντρικού Συμβουλίου της ΕΠΟΝ. Δημοσιεύτηκε στο αφιέρωμα για τη δεύτερη επέτειο της ΕΠΟΝ στις 23 Φλεβάρη 1945.




Αγαπημένοι μας νεκροί, επονίτες κι' επονίτισσες που πέσατε στον αγώνα για τη λευτεριά της Ελλάδας μας, για τα ιδανικά της νεολαίας, αιώνια θάναι η μνήμη σας και με κατάνυξη οι μελλούμενες γενιές θα διαλαλούν τα ονόματά σας. Σε σας που θυσιάσατε τα όμορφα νιάτα σας στο βωμό της πατρίδας και του πολιτισμού χρωστάμε  απέραντη ευγνωμοσύνη. Το Έθνος ολόκληρο γονατίζει στους φρέσκους τάφους σας και σας σκεπάζει με αμάραντη δόξα. Το αίμα σας δεν πήγε χαμένο. Το παράδειγμά σας μας δυναμώνει να συνεχίσουμε το δρόμο που χαράξατε σεις.
Στις διαδηλώσεις του 43 στην Αθήνα, δεκάδες επονίτες άοπλοι πέσαν νεκροί αντιμετωπίζοντας  τα γερμανικά τανκς.
Να μερικά ονόματα που θα μείνουν αξέχαστα στην ιστορία της Αθηναϊκής νεολαίας:
- Τορόν, σπουδαστής του Πολυτεχνείου, Σοφοκλής Βασιλάκης φυματικός της Σωτηρίας, Ωραιόπουλος και Δρακόπουλος μαθητές, Ελένη Παπαγεωργίου κ' ακολουθεί ατελείωτη σειρά ηρωικών νεκρών της ΕΠΟΝ.
- Μια νεαρή Επονίτισσα από την Ελασσώνα πιάστηκε από τους γερμανούς και την έγδαραν ζωντανή. Ενώ την έγδερναν φώναζε " Ζήτω η ΕΠΟΝ"
- Ο Ανδρέας Κατωχιανός, σερβιτόρος 23 ετών, οργανωτής της ΕΠΟΝ Αθήνας πιάστηκε από τη λαομίσητη ειδική ασφάλεια το καλοκαίρι του 1944 και υποβλήθηκε σε φριχτά βασανιστήρια στο "Κρυστάλ". Υπόκυψε στα βασανιστήρια και οι κακούργοι έριξαν το πτώμα του στους υπονόμους. Τον βασάνισαν για να μαρτυρήση. Σ' όλο το διάστημα των βασανιστηρίων του η μόνη κουβέντα που είπε ήταν " Βαράτε σκυλλιά. Οι Επονίτες πεθαίνουν και παίρνουν μαζί τους το μυστικό της οργάνωσής τους".
- Οι σερβιτόροι και η νεολαία του Κέντρου της Αθήνας προφέρουν με συγκίνηση το όνομα του αγνού αγωνιστή, του αγαπημένου τους Αντρέα.
- Ο Κώστας Αρώνης σπουδαστής της Ανωτάτης Εμπορικής , 23 χρονών, οργανωτής της ΕΠΟΝ Αθήνας πιάστηκε από την ειδική. Και ο Γιώργος Αλβέρτης , εργάτης 18 χρονών γραμματέας της ΕΠΟΝ Θυμαρακιών προδόθηκε από τον Πεανίτη Περλέγκα, πιάστηκε από την Ειδική. Παραδόθηκαν κι' οι δυο στους γερμανούς και τουφεκίστηκαν τον Απρίλη του 1944. Πέσαν τραγουδώντας τον Εθνικό μας Ύμνο.
- Ο Βαγγέλης Χατζηδάκης ,22 χρονών. Γραμματέας της ΕΠΟΝ Κατσιποδιού. Κυνηγημένος από τους γερμανούς κρυβόταν σ' ένα σπίτι. Τον ανακάλυψαν χωροφύλακες και τον σκότωσαν.
- Ο Επονίτης Κανάκης Σκορδίλης 17 χρονών από την Κυψέλη σκοτώθηκε από τους Γερμανούς ενώ έγραφε συνθήματα στους τοίχους. το σύνθημα έμεινε στα μισά. Οι συναγωνιστές του αποτέλιωσαν το σύνθημα με το αίμα του.
- Οι Επονίτες Κιοκμενίδης, Αυγέρης, Φωτόπουλος, ταμπουρωμένοι σ' ένα σπίτι στον Υμηττό πολέμησαν μια ολόκληρη μέρα με γερμανούς και τσολιάδες και γίνηκαν ολοκαύτωμα ( Αθήνα)
- Ο Ριρής Οικονομίδης γραμματέας της ΕΠΟΝ σπουδαστών πιάστηκε από τον ΕΣΑΣ στο Πολυτεχνείο και ξυλοκοπήθηκε. Ο ΕΣΑΣ τον παράδωσε στην ειδική και τον βασάνισε άγρια. Η ειδική τον παράδωσε στα Σ.Σ και τον αποτελείωσαν.
Λίγες μέρες μετά την ίδρυση της ΕΠΟΝ, στη Ν. Ιωνία, ο εδεσίτης Κ.Ρεμούνδος πρόδωσε στη γκεσταπό τον Γιώργο Παυλάντο και Ηλία Δουρμούσογλου, στελέχη της ΕΠΟΝ. Το γερμανικό στρατοδικείο τους καταδίκασε σε θάνατο. Λίγο πριν εχτελεσθούν η μάνα του Γιώργου πήγε να τον δη. " Μην κλαις Μάνα" της λέει. " Νάσαι περίφανη γιατί ο γυιός σου πέφτει για τη λευτεριά της Ελλάδας". Την άλλη μέρα δυο ηρωικά παληκάρια των Ποδαράδων ο Γιώργος κι' ο Ηλίας αντίκρυ στο εχτελεστικό απόσπασμα τραγουδούσαν τον Εθνικό Ύμνο ενώ πέφταν στο βωμό της Πατρίδας.
- Ο Κ. Μαντέλος από την περιοχή των Τρικκάλων, εχτελέστηκε από τους γερμανούς. Τα τελευταία του λόγια ήταν: " Χιλιάδες επονίτες θα εκδικηθούν το θάνατό μου".
- Οι αδελφοί Δανδολίνη από το Βόλο, στελέχη της ΕΠΟΝ δολοφονήθηκαν από Εσαάδιτες και τα πτώματά τους τα πέταξαν στο δρόμο.
- Ο Κώστας Σίρμπος, στέλεχος της ΕΠΟΝ Θεσσαλίας, όταν τον κρέμναγαν οι γερμανοί στα Τρίκκαλα, έσπασε δυο φορές το σχοινί. Και τις δυο φορές ζητωκραύγασε  την Ελλάδα και τη λευτεριά.
- Ο Παναγιώτης Δουλγεράκης, Γραμματέας της ΕΠΟΝ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ορέστης Ιωαννίδης, Γραμ. της ΕΠΟΝ ΣΕΚ και Χαρίλαος Τάλλαρος , Καπετάνιος του ΕΛΑΣ σπουδαστών Θεσ/νίκης, πέσαν πολεμώντας ηρωικά κατά των γερμανοτσολιάδων, το καλοκαίρι του 1944.
- Ο Γιώργος Γκυζώτης , 20 ετών, από το Κρημίνι της Κοζάνης . Ανήκε στις επονίτικες ομάδες της ΙΧ μεραρχίας. Σε μια μάχη τραυματίστηκε κι' αιχμαλωτίστηκε. Του βγάλαν τα καινούργια Εγγλέζικα ρούχα που φορούσε και του φόρεσαν κουρέλια. Του είπαν ότι θα του χαρίσουν τη ζωή και θα του δώσουν πολλά λεφτά αν μίλαγε σ' ένα χωριό κατά του ΕΛΑΣ. Τους είπε ναι. Μα όταν βγήκε να μιλήσει σε μια συγκέντρωση χωρικών, είπε τα θερμότερα λόγια για τον ΕΛΑΣ και τον αγώνα και πρόφτασε να τελειώση: " Ζήτω η Ελλάδα. Ζήτω η λευτεριά". Τον τράβηξαν κάτω και τον εχτέλεσαν.



Οι νεκροί της ΕΠΟΝ είναι χιλιάδες πολλές. Όπου κι' αν περπατήσης στα βουνά και στους κάμπους, στις πόλεις και στα χωριά και στα νησιά της Ελλάδας μας, θα συναντήσης τους τάφους των. Κάθε τάφος είνε και μαι ιστορία. Μια ιστορία ηρωισμού και μεγαλείου, μια ιστορία δόξας γραμμένη με αίμα.
Τα ονόματα των νεκρών μας, που πέσαν στον αγώνα για τη λευτεριά της Ελλάδας και τη συντριβή του φασισμού, θα χωρέσουν μόνον στο Λεύκωμα που θα αφιερώση στη μνήμη τους η ΕΠΟΝ.
Δόξα και Τιμή σ' αυτούς που με το θάνατό τους χαρίσανε σε μας τη λευτεριά.

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2016

Μουργκάνα: εκεί που είναι χαραγμένη ανεξίτηλα η ψυχή του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας


Κείμενο – φωτογραφίες: ofisofi // atexnos

«…Η Μουργκάνα είναι ένα πολύ θεαματικό βουνό. Από την άλλη μεριά, την ποταμιά του Καλαμά, δεν παρουσιάζει παρά ένα συνηθισμένο ορεινό θέαμα τελείως άμορφο, δεν έχει κάτι να το συσπειρώνει – στο περαστικό βλέμμα τουλάχιστον – σ’ ένα σύνολο με χαρακτήρα, να στεριώνει εντυπωσιακές βουνίσιες εικόνες. Από δω όμως , από τα καταπληκτικά μπελβεντέρε του Κασιαδιάρη, προσφέρεται αμέσως όλο το βουνό από κάτω ως απάνω, μοναδικό, ήμερο κι άγριο μαζί, χωρίς ξαφνικά τινάγματα, καθόλου γοτθικό το οικοδόμημα, όρθια όλη μαζί η Μουργκάνα, μια φοβερή αγιασοφιά χωρίς ένα μιναρέ, πελώριες συμπαγείς μάζες σε συμπλέγματα γυμνών συνεχόμενων τρούλων που ανέρχονται ομαλά ο ένας στον ώμο του άλλου και δεν ανακαλύπτεις αμέσως πού είναι ο μεγάλος σταυρός. Όλες είναι κορφές κι όλες ογκώδεις και θεόρατες. Το βουνό αυτό έχει σώμα και πρόσωπο, το βλέπεις και σου μένει.

Ανατολικά, εκεί που βλέπαμε εμείς, η βουνίσια ανάπτυξη με τις αλλεπάλληλες δρασκελιές σε κάποιο σημείο κόβεται και παίρνει απότομη κλίση, σχεδόν κάθετη, σχηματίζοντας σε αρκετή έκταση ένα στεφάνι, όπου ακουμπούν πιο πυκνοί και μεγάλοι οι κορυφαίοι τρούλοι. Τα παιδιά της ομάδας, ανύποπτοι πληροφοριοδότες, μου έλεγαν ότι εκεί κάτω χαμηλά στο βάθος, είναι η Κουσοβίτσα, τελευταίο αλβανικό χωριό προς τα σύνορα και η γραμμή των συνόρων περνά εκεί δίπλα.
Το κράτησα αυτό. Με τα κυάλια του επιλοχία έβλεπα να κολυμπά εκεί πέρα, όσο ακόμα ήταν φως, η άσπρη κουκκίδα του φυλακίου που το κρατούσαν οι αντάρτες…»(1)

Κυριακή πρωί, με έναν άστατο καιρό που θύμιζε φθινόπωρο μέσα στο καλοκαίρι, ξεκινήσαμε για τη Μουργκάνα από τον παλιό δρόμο Ιωαννίνων – Ηγουμενίτσας. Ακολουθώντας τη ροή του Καλαμά πήραμε το φιδογυριστό  και στενό δρόμο για τα χωριά της Μουργκάνας, με προορισμό τον Τσαμαντά.  Μια λεπτή γάζα ομίχλης κάλυπτε τις καταπράσινες όχθες του ποταμού και στις πλαγιές αναδύονταν μικρά χωριά και οικισμοί, έρημα τα περισσότερα.
Στο Κεφαλοχώρι (Γλούστα) της Θεσπρωτίας συναντήσαμε το μνημείο των αγωνιστών του αγροτικού κινήματος. Προσκύνημα στους αγρότες της περιοχής που αγωνίστηκαν διεκδικώντας ένα κομμάτι γης. Ο αγώνας των αγροτών ήταν μακροχρόνιος – κράτησε περισσότερο από 70 χρόνια – και αιματηρός. Στην ιστορία του αγροτικού κινήματος έμεινε γνωστός ως «το Κιλελέρ των 16 χωριών της Θεσπρωτίας». Από το 1858 έως το 1930 οι κολίγοι της περιοχής του Κεφαλοχωρίου και των υπόλοιπων χωριών έδωσαν σκληρούς  αγώνες, όταν οι αγάδες των Φιλιατών επιχείρησαν να μετατρέψουν αυτές τις περιοχές σε τσιφλίκια τους. Τα χωριά αυτά, κεφαλοχώρια, διοικητικά ανήκαν στον Σουλτάνο και σε αυτόν απέδιδαν το φόρο της δεκάτης. Η πρώτη μεγάλη και οργανωμένη αντίδραση των χωρικών ξέσπασε το 1866 στην υποδιοίκηση των Φιλιατών. Επειδή δεν υπήρξε ικανοποιητική απάντηση στα αιτήματά τους 1000 κάτοικοι των χωριών της Μουργκάνας συγκεντρώθηκαν στις 25 Απριλίου 1866 με γεωργικά εργαλεία και παρέμειναν για μέρες στη διοίκηση Ιωαννίνων. Η απάντηση των αγάδων ήταν σκληρή και προχώρησαν σε εκτελέσεις, απαγχονισμούς, φόνους, βιασμούς, εκτοπίσεις και εκφοβισμούς σε βάρος των αγροτών και των ηγετών του κινήματός τους. Ο αγώνας των αγροτών κατέληξε στα δικαστήρια και έληξε στις 14 Δεκεμβρίου 1930 με τη θετική απόφαση του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων για τα 16 χωριά της Μουργκάνας.
Ανηφορίζοντας για τον Τσαμαντά ο δρόμος είναι δύσκολος, γεμάτος κλειστές στροφές. Το τοπίο κατάφυτο γεμάτο μυρωδιές  και χρώματα. Αρκετά έξω από το χωριό κατεβαίνουμε από τα λεωφορεία. Ένα ζωηρό πλήθος από νέους και ηλικιωμένους κρατώντας κόκκινες σημαίες και πανώ κατηφορίζει τον σκιερό από την πλούσια βλάστηση δρόμο και φτάνει στην πλατεία του χωριού Τσαμαντάς. Μεγάλα πλαίσια με αφίσες και ενημερωτικό υλικό για τη δράση του ΔΣΕ στην περιοχή  είναι στημένα. Ένα μικρό βιβλιοπωλείο, μια μεγάλη εξέδρα και αντάρτικα τραγούδια μας υποδέχονται. Κάτω από τα βαθύσκιωτα πλατάνια τραπέζια, καρέκλες.

Έχει μεσημεριάσει, ο ήλιος είναι δυνατός και η πορεία για το ύψωμα Σταρόβα αρχίζει. Μια μεγάλη και μακριά γραμμή, από ανθρώπους που ανεβαίνουν,  σχηματίζεται. Το μονοπάτι κακοτράχαλο και δύσβατο. Παντού μυτερά βράχια, πέτρες και πλακαριές σχεδόν όρθιες. Η ανάβαση δύσκολη κάτω από τον ήλιο.
«…Είχα σταματήσει μπροστά σε μια ολόγυμνη κάθετη πέτρα. Έπειτα θα μάθω ότι εκεί δεν ήταν το τέλος της χαράδρας.

Η χαράδρα εδώ στενεύει σαν τη μύτη της σφήνας, σκίζει στα δύο τα βράχια της κορυφής και μπήγεται μέσα πολύ βαθιά, αλλά με μια κλίση που από βήμα σε βήμα γίνεται πιο κοφτή, πιο ακατόρθωτη.

Έπρεπε κάπου εδώ να σταματήσω. Καταλάβαινα πως οι δυνάμεις μου δεν έφταναν να συνεχίσω. Εδώ πάνω τα πράγματα αγρίεψαν πολύ, υπολόγιζα άλλωστε και σιγά σιγά, όπως φώτιζε, βεβαιωνόμουν, ότι ανέβηκα αρκετά ψηλά, πιο πάνω κι από κει που φανταζόμουν. Εππλέον, εκείνες ακριβώς τις στιγμές άρχιζε εκεί πάνω, κάπου πίσω από την κορφή, η μάχη με τα τμήματα των ορεινών καταδρομών στο Τσεροβέτσι…

Δεν κατάλαβαινα τι ακριβώς γινόταν. Ήταν όμως αληθινή μάχη – εκεί περίπου όπου θα έβγαινα κι εγώ, αν μπορούσα να σκαρφάλωνα τα βράχια που ακόμα δεν τα ΄βλεπα. Τα υποψιαζόμουν να ξεμυτίζουν εδώ κι εκεί, μέσα από τις πάχνες, και να κρέμονται πάνω μου. Ήταν εκείνες οι ώρες που δεν καταλαβαίνεις αν το σκοτάδι πήζει ή αραιώνει κι αν αυτά που βλέπεις κάπως να γράφονται, να ξεχωρίζουν, τα βλέπεις πράγματι, είναι στερεά, αληθινά και τι ακριβώς. Εγώ μια βεβαιότητα μόνο ένιωθα σχηματισμένη πια μέσα μου – πως οι αντάρτες τ’ άφησαν αυτά τα μέρη κι ανέβηκαν πιο ψηλά, εκεί που τώρα γινόταν η μάχη, από την οποία θα κρινόταν  ποιο θα’ ταν το τέλος και της δικής μου επιχείρησης…» (2)
Το θέαμα από ψηλά εντυπωσιακό. Κατακόρυφες γραμμές, ψηλές βουνοκορφές και βαθιές χαράδρες. Η σκέψη ταξιδεύει στους μαχητές και τις μαχήτριες του ΔΣΕ. Αυτή τη διαδρομή και άλλες ακόμα πιο δύσκολες τις έκαναν νύχτα και μέρα κουβαλώντας φορτία, πολεμοφόδια, πυρομαχικά. Νηστικοί, ξυπόλυτοι, με κρύο και με ζέστη, με ήλιο και βροχή, αέρα και χιόνι. Αυτά τα υψώματα φλέγονταν από τους συνεχείς βομβαρδισμούς και το συνεχές σφυροκόπημα του κυβερνητικού στρατού. Οι μάχες ήταν άνισες αλλά οι μαχητές του ΔΣΕ κράτησαν  γερή άμυνα και κατόρθωσαν το ακατόρθωτο, να μη κατακτηθεί η Μουργκάνα από το στρατό. Αμερικάνοι και Άγγλοι ήθελαν με κάθε τρόπο  και μέσο να πέσει το κάστρο της Μουργκάνας. Οι αντάρτες το κράτησαν με νύχια και με δόντια γράφοντας μια ξεχωριστή σελίδα, μια εποποιΐα.

Η ματιά κυκλώνει με δέος το άγριο τοπίο και τα  άλλα υψώματα. Δεν μπορείς να μην θαυμάσεις πόση πίστη και πόσο πείσμα είχαν αυτοί οι άνθρωποι που ρίχτηκαν  σε μια μάχη αδιανόητη για τα ανθρώπινα δεδομένα. 1.500 μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας αντιμετώπισαν 25.000 καλά εξοπλισμένους στρατιώτες υποβοηθούμενους από μηχανικά μέσα και αεροπλάνα. Εδώ σε αυτό το βουνό, στο ύψωμα Ταβέρα έριξαν τις πρώτες βόμβες Ναπάλμ και πυρπόλησαν τα πάντα. Και αυτοί εκεί ανυποχώρητοι!
Με το ένα χέρι πολεμούσαν και με το άλλο προσπαθούσαν να οργανώσουν τη ζωή  και την επιβίωσή τους μαζί και των κατοίκων  στα γύρω χωριά.

Στα 30 χωριά της Μουργκάνας αναπτύχθηκε η Λαϊκή Εξουσία. Δημιουργήθηκαν και σφυρηλατήθηκαν ισχυροί δεσμοί ανάμεσα στο ΔΣΕ και στους κατοίκους των χωριών, χωρίς τη βοήθεια των οποίων δεν θα μπορούσε να δράσει ο ΔΣΕ.

Σε όλα τα χωριά μοιράστηκαν σπόροι που συνέβαλαν στην πλούσια παραγωγή αγροτικών προϊόντων, αλευρόμυλοι άλεθαν το καλαμπόκι. Η καθημερινότητα στα μετόπισθεν οργανώθηκε επιμελώς. Συγκροτήθηκαν πολλά συνεργεία με οργανωμένες υπηρεσίες που φρόντιζαν για τον επισιτισμό, την εκπαίδευση και την ιατρική περίθαλψη. Το νοσοκομείο του ΔΣΕ βρισκόταν καλά κρυμμένο μέσα σε πυκνόφυτη λαγκαδιά.
Ζωντανή εικόνα των μαχών και της δραστηριότητας του ΔΣΕ στην πρώτη γραμμή αλλά και στα μετόπισθεν μάς έδωσε ο 87χρονος σήμερα Βαγγέλης Πλιάκος με την αφήγησή του. Εκεί ψηλά στη Σταρόβα πήρε το μικρόφωνο και με φωνή σπασμένη από τη συγκίνηση εξιστόρησε  ζωηρά και συναρπαστικά τη μάχη μέχρι τη στιγμή του τραυματισμού του.

Είναι γεγονός ότι η Μουργκάνα δεν κατακτήθηκε ποτέ από τον κυβερνητικό στρατό. Όμως ο ΔΣΕ έκανε ελιγμό οπισθοχωρώντας συγκροτημένα προς τα Ζαγόρια μεταφέροντας μαζί του σε μουλάρια της Επιμελητείας χιλιάδες οκάδες τρόφιμα, απαραίτητα στην πορεία που ετοίμαζαν.

Το μεγαλείο αυτής της τιτάνιας προσπάθειας των μαχητών και μαχητριών του ΔΣΕ χαράκτηκε ανεξίτηλα στους απότομους βράχους της Μουργκάνας.

Πολλοί αναρωτιούνται καλοπροαίρετα ή κακοπροαίρετα γιατί να θυμόμαστε αυτά που έγιναν χτες και γιατί να ξύνουμε  παλιές πληγές.
Πρώτα απ’ όλα είναι ανάγκη σήμερα περισσότερο από ποτέ να μάθουμε τα γεγονότα, τα αίτια, τις αφορμές και  τις συνέπειές τους στην νεώτερη ελληνική πραγματικότητα. Να ανιχνεύσουμε κάτω από την επιφάνειά τους. Τόσα χρόνια αποσιώπησης στο όνομα μιας υποτιθέμενης συμφιλίωσης δημιούργησαν ιστορικό ευνουχισμό και πολιτικό αφοπλισμό. Και το γεγονός ότι η πλευρά των ηττημένων δεν μιλούσε γιατί υπήρξε για πολλά χρόνια καταδιωκόμενη και εκτοπισμένη δεν σήμαινε ότι και η νικήτρια πλευρά σιωπούσε. Το αντίθετο. Επέβαλε με κάθε τρόπο την άποψή της από τη μια κατασυκοφαντώντας, χλευάζοντας και τιμωρώντας με κάθε τρόπο  μια ολόκληρη γενιά αγωνιστών και αγωνιστριών  που πολέμησαν, μάτωσαν και πέθαναν απελευθερώνοντας την Ελλάδα από τους ξένους κατακτητές και στη συνέχεια  διεκδικώντας μια άλλη κοινωνία, σοσιαλιστική,  και από την άλλη καλλιεργώντας  συστηματικά τη λήθη και την αμνησία μέσω της αμάθειας και της παραχάραξης.

Είναι ανάγκη να μάθουμε  όλη την αλήθεια, να διδαχθούμε από τα λάθη, να αγγίξουμε ακόμη και τις δικές μας πληγές όσο και αν πονάνε, να διαπαιδαγωγηθούμε και να τραβήξουμε μπροστά τιμώντας ενεργά  όλους εκείνους που με τη δράση τους, την αυταπάρνηση και την αυτοθυσία τους εξακολουθούν να δείχνουν το δρόμο της συνεχούς αντίστασης και της διαρκούς πάλης.
Tα χνάρια τους είναι ποτισμένα με αίμα και υπάρχουν παντού στα μονοπάτια, στις δύσβατες πλαγιές και στις σπηλιές των βουνών μας, στα ξερονήσια, στους τοίχους των φυλακών και των εκτελέσεων.

Σήκω  λοιπόν. Ο άνεμος σφυρίζει το τραγούδι του
ανάμεσα στα σκοινιά των κρεμασμένων και στα κατάρτια,
ανάμεσα  στα χαρακώματα και στα χρόνια.

Σήκω λοιπόν απάνου να δαγκώσεις το σταρένιο φως
ν’ ακούσεις του δοντιού τη δύναμη
όλη τη γη ν’ ακούσεις μες στη γεύση σου
ως να φαρδύνεις την περπατησιά και την ανάσα
ως να φαρδύνεις τα πλευρά σα σιδερένια στέφανα βαρελιού
που μέσα του κοχλάζει κόκκινο το κρασί του κόσμου.

Ο ήλιος εκλαϊκεύει τη χαρά του έξω απ’ τις πόρτες.
Δεν είναι θάνατος. Δεν είναι. Είναι δικό μας το τραγούδι.
Είναι δικό μας τούτο το σπαθί
που ξεφλουδίζει σαν καρπό τον ήλιο από τα σύγνεφα.

                                                   Γιάννης Ρίτσος                                                         
(1,2) Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο του  Μήτσου Αλεξανδρόπουλου Αυτά που μένουν Α. Η γραμμή της Ζωής. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000.