Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντίσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντίσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2021

Η ζωή και ο θάνατος του Τριατατικού Άγγελου Θοδωρίκου

 
Η φωτογραφία από εδώ
****
1309 - Τους χρειάζομαι ζωντανούς για να μπορώ να τους σκοτώσω.
1388 - μου τάξανε γήπεδο...
1447 - σιγά μη φοβηθώ...
1478 - μη φωνάζετε, το μέλλον σας θα μαντρώσουμε, όχι εσάς.
1514 - σιγά μην κλάψω...
1543 - κάποτε είχε ρείκια, είχε κουμαριές εδώ.
1677 - σε παράταξη μάχης.

Είχε νεύρωση με την ταξινόμηση. Στο σπίτι που είχε κληρονομήσει από τη μάνα του, έριξε τους ενδιάμεσους τοίχους και το γέμισε με σειρές ράφια για να αρχειοθετεί φράσεις από συνθήματα, από λογύδρια, από ανεπίδοτα γράμματα, από εφημερίδες. Είχε ταξινομήσει και αρχειοθετήσει υλικό από τις αρχές του περασμένου αιώνα. Ο ίδιος ήθελε ακόμη δέκα χρόνια για να κλείσει έναν αιώνα ζωής. Ταξινομούσε φράσεις από τα είκοσί του.

Α001 - Ο γκαζιέρης που μας άναβε το φως.
Α0024 - γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά , πατέρα.
Α180 - ΑΕΤΟ, εδώ ή υπογράφετε ή πεθαίνετε.
0182 - υγιαίνετε, το αυτό επιθυμώ και δι' εσάς.
ΒΟ123 - νυχτερίδες κι αράχνες, γλυκιά μου...

Ήταν Τριατατικός, έτσι το' λεγε, δηλαδή Ταχυδρομικός. Για πολλά χρόνια διανομέας, μετά κενό, μετά επαναπρόσληψη  και για πολλά χρόνια πίσω από το γκισέ να ταξινομεί τα γράμματα. Μια φορά τον βάλαν και υποψήφιο βουλευτή με την ΕΔΑ. Δεν παντρεύτηκε, ο μοναδικός του συγγενής ήταν μια ανιψιά, κόρη του συγχωρεμένου του αδελφού, η Λέλα.
Όταν μπήκαν σπίτι του, κάτι απελπισμένοι ήταν, για να τον κλέψουν, τον δέσαν, τον κάψαν με το σίδερο να τους πει πού κρύβει τα λεφτά. Δεν άντεξε η καρδιά του, έσβησε. Τα κλεφτρόνια, θόλωσε ο νους τους - όχι που πέθανε στα χέρια τους, ο θάνατος ήταν συνήθειο πια γι' αυτούς με τη σαπισμένη ψυχή -, θύμωσαν που δεν του πήραν λέξη για ό,τι ζητούσαν. Δεν ξέραν πως ποτέ κανείς δεν του' χε πάρει λέξη. Ρίξαν τα ράφια κάτω, σκορπίσαν τα ντοσιέ, βάλαν φωτιά και φύγαν.
Η Λέλα έπειτα από δυο μήνες παρέλαβε το σπίτι. Πριν, είχε κηδέψει τον νεκρό κι είχε ταχτοποιήσει όλη τη χαρτούρα και τα χαράτσια που της είχαν ζητήσει. Μπήκε σπίτι και περπάτησε πάνω στα αποκαΐδια λέξεων, φράσεων, πηχυαίων τίτλων, ανεπίδοτων επιστολών. Από τις σκόρπιες λέξεις, τις μισοκαμένες φράσεις και τα σπαράγματα των ανεπίδοτων επιστολών άρχισε να ανασυνθέτει την άγνωστη ζωή του θείου της, του ταχυδρομικού διανομέα Άγγελου Θοδωρίκου, ή αρχειοθέτη, ή αριθμητή, ή παρηγορητή, ή Τριατατικού όπως έλεγε και ο ίδιος.
Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, μαζί με την αντοχή που έπρεπε να διαθέτει τότε ένας ταχυδρομικός διανομέας για να σκαρφαλώνει στα βουνά, να διασχίζει ρεματιές, να ακροβατεί σε μαλεστράδες, γκρεμομονοπάτια, για να παραδίδει επιστολές, η δύναμη του Άγγελου Θοδωρίκου ήταν οι αριθμοί. Και να πώς φανερώθηκε και στη Λέλα αυτό.
...Κείνο τον Δεκέμβρη το χιόνι έκανε τη δουλειά του Αρχάγγελου...Ήταν η πρώτη μισοκαμένη φράση που διάβασε η Λέλα. Βγήκ' ο Χάρος να ψαρέψει με τα δίχτυα του ψυχές / ασθενείς και πεινασμένους μες στις φτωχογειτονιές...ψάρεψε το δεύτερο χαρτάκι με τους στίχους κάτω από ένα μισοκαμένο ντοσιέ και πίσω του βρήκε μια σημείωση: Πανυπαλληλική Επιτροπή: ο Χ. με πρότεινε να εκπροσωπήσω τους Τριατατικούς στη συνεδρίαση  για την απεργία. Δεν πάει άλλο με σαράντα δράμια ψωμί την ημέρα που επιτρέπουν στον καθένα μας, κι όποιος έχει να τα αγοράσει, ο θάνατος μας χτυπάει την πόρτα, ας πολεμήσουμε για τη ζωή. Από την οργάνωση έμαθα πως εισηγητής στη συνεδρίαση θα είναι ο Κ. Νικ., ο παλιός καθηγητής μου των μαθηματικών στο γυμνάσιο στην Πάνιτσα. Ίσως γι' αυτό να με πρότεινε ο Χ.
Τώρα η τύχη ή μοίρα ρίξαν αυτά τα χαρτιά να διαβαστούν πρώτα και με αυτήν τη σειρά από τη Λέλα; Αυτό είναι ερώτημα που ποτέ δε θ' απαντηθεί. Κι έτσι, όπως ο σκηνοθέτης σηκώνει με τους ηθοποιούς, φράση φράση, ατάκα ατάκα, το έργο στη σκηνή, η Λέλα άρχισε να στήνει την πρώτη πράξη.
...Βρήκαν κι όνομα οι γιατροί, " οίδημα εκ πείνης", για τους τουμπανιασμένους νεκρούς...
"Άραγε πόσοι να πεθαίνουν την ημέρα;"

Η συνεδρίαση έγινε σε ένα σπίτι στον Κολωνό που ο κήπος του συνόρευε με τον κήπο του Ορφανοτροφείου. Ένας ένας οι σύνεδροι φτάναν με ένα πακέτο στα χέρια, πως τάχα μου ήταν για τα ορφανά, και μπαίναν στον κήπο του Ορφανοτροφείου. Μόλις είχε δημοσιευθεί η έκκληση του Δαμασκηνού "...προτεραιότητα στα παιδιά, να μην πεθάνει το μέλλον, ψωμί, λάδι, γάλα, κρέας για τα παιδιά..." κι έτσι τα μέτρα ασφαλείας είχαν χαλαρώσει και κανείς απ' τους φύλακες δεν τους σταμάτησε να τους ψάξει ή να τους πει να ανοίξουν τα πακέτα που κρατούσαν. Ο ένας από τους φύλακες ήταν μιλημένος. Στα δυο από τα πακέτα είχαν τις προκηρύξεις για τις αυξήσεις στους μισθούς και τη μικρή μπροσούρα " για το Ψωμί και την Ελευθερία". Μόλις βράδιασε, άνοιξαν το πλαϊνό πορτάκι που συνέδεε τους δυο κήπους και μπήκαν στο σπίτι. Μαζεύτηκαν εκπρόσωποι των δημοσίων υπαλλήλων ακόμη κι από το Υπουργείο Ασφαλείας. Κατέβηκαν στο υπόγειο να συνεδριάσουν, ντύσαν με παλιές εφημερίδες τα τζάμια για να μη φαίνεται το φως απ' τα κεριά, τα σπαρματσέτα, κι αρχίσαν να τα λένε. Τα τρία Τ [ Ταχυδρομεία - Τηλεγραφεία - Τηλέφωνα ]  εκπροσώπησε ο Άγγελος Θοδωρίκος. Αγκαλιαστήκαν με τον παλιό του δάσκαλο, τον Κ. Νικ., κι είπαν για τα παλιά και για κοινούς γνωστούς στην Πάνιτσα και στο Γύθειο. Ένα δυο τούς είχαν εκτελέσει. Κι ένας υπηρετούσε στο Σώμα Εθελοντών που βοηθούσαν την Γκεστάπο. Ομόφωνα πέρασε η απόφαση για την απεργία. Έτσι κι αλλιώς ο θάνατος όχι μόνο χτυπούσε την πόρτα, είχε μπει και στο χολ των σπιτιών. Μοιράσαν και καθήκοντα για να εξασφαλιστεί η επιτυχία και περιμέναν το ξημέρωμα, τη λήξη της απαγόρευσης της κυκλοφορίας, για να βγουν να γυρίσουν στις δουλειές τους. Όμως στον Άγγελο Θοδωρίκο δεν ανέθεσαν τίποτα, δεν του' παν τι να κάνει κι ούτε προκηρύξεις του δώσαν, κι αυτός μέσα του δαγκώθηκε, ένιωσε πως τον μειώναν και πως δεν του 'χαν εμπιστοσύνη. Φύγαν όλοι κι έμεινε αυτός καθισμένος στην καρέκλα να τον τρώει η πίκρα. Σηκώθηκε να φύγει και αυτός, και τον σταμάτησε ο δάσκαλος.
" Φύγαν όλοι; 'ντάξει! Τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους, θα κατεβάσουν το μήνυμα της απεργίας εκεί όπου δουλεύουν, θα μοιραστούν οι προκηρύξεις, θα φωνάξουν την απόφαση με τα χωνιά στις γειτονιές το βράδυ, και παρέες με το ακορντεόν θα γράψουν το σύνθημα στους τοίχους, αλλά δε φτάνουν αυτά. Έχεις ένα δυνατό όπλο, Άγγελε, θα το χρειαστούμε, ή μάλλον δύο όπλα".
Στον Άγγελο Θοδωρίκο αμέσως έσβησε η πίκρα μέσα του. Αποκαταστάθηκε η θιγμένη του αξιοπρέπεια, σήκωσε ανάστημα και κοίταξε τον δάσκαλο με απορία.
" Οι αριθμοί, Άγγελε, και η δουλειά σου είν' τα όπλα σου. Γνωρίζω την τρέλα σου με τους αριθμούς και τα παιχνίδια της αριθμητικής  που γεννούσε η γκλάβα σου, όταν σε είχα μαθητή. Αυτή είναι η μία ικανότητά σου που θα μας χρειαστεί. Η άλλη είναι η δουλειά σου. Τριατατικός. Τι θέλω από σένα; Πόρτα πόρτα που μοιράζεις τα γράμματα, θα μοιράζεις και στα σπίτια που δεν έχουν. Φτιάξε δικές σου επιστολές προς παράδοση για να σου ανοίγουν οι πόρτες. Δε φτάνει μόνο η απεργία. Πρέπει να μετρήσουμε θανάτους, Άγγελε, τους βλέπουμε εμείς που πεθαίνουν και τρομάζουμε, πόσοι όμως; Πρέπει να ξέρουμε. Το μέγεθος, Άγγελε. Οι αριθμοί δε λένε ψέματα κι αυτοί κατηγορούν ο ένας τον άλλον για τον αποκλεισμό κι εμάς για υπερβολή που τους λέμε πως πεθαίνουν διακόσιοι άνθρωποι την ημέρα και κανείς δεν κάνει τίποτα, κι ο Θάνατος συνεχίζει ανενόχλητος τη μαύρη του δουλειά. Θέλω πόρτα πόρτα, που θα μοιράζετε τα γράμματα, να πεις και σε συναδέλφους σου που τους έχεις εμπιστοσύνη να σε βοηθήσουν, να μην αφήσετε σπίτι σε ολόκληρη την Αθήνα που να μην έχετε ρωτήσει πόσους νεκρούς έχουν απ' την πείνα κι απ' το κρύο, και να τους καταγράψετε, έναν προς έναν κατά ηλικίες, και κατά εργασία, και κατά φύλο, όπως ξέρεις κι όπως σε έμαθα. Θα τρομάξουμε κι εμείς οι ίδιοι από το μέγεθος. Και μετά θα τους τρίψουμε στη μούρη το έγκλημα, τις διαστάσεις του. Θα στείλουμε παντού τους αριθμούς, σε όλες τις ουδέτερες χώρες, σε όλους τους οργανισμούς, ακόμη και στους ίδιους τους υπαίτιους. Η ακρίβεια των αριθμών θα τους τρομάξει. Κοντά στο νου κι η γνώση, Άγγελε, για να πειστούν και συνάδελφοι που φοβούνται πιο πολύ εμάς παρά τον θάνατο που μπήκε στην αυλή τους, γιατί νομίζουν πως μόνο τους άλλους θα αγγίξουν κι ΄όχι αυτούς. Πρέπει να πετύχει η απεργία μας και να σπάσει ο αποκλεισμός. Οι δημόσιοι υπάλληλοι σε αυτές  τις συνθήκες είμαστε προνομιούχοι. Έχουμε δουλειά και σταθερό τόπο εργασίας. Είναι ένα προνόμιο αυτό που άλλοι δεν το' χουν, Άγγελε. Σαν αντίδωρο σε εμάς πέφτει ο κλήρος να αγωνιστούμε για όλους".
Τα' πε μονορούφι και πάθος ο δάσκαλος, κι είχε βαρύνει ακόμη και το υπόγειο από τη σοβαρότητα και, σπίρτο καθώς ήταν, το κατάλαβε κι έκλεισε με το γνωστό αστείο που κάναν στις συνεδριάσεις με τους νεοπροσήλυτους Τριατατικούς: " Τι είν' τα τρία Τ, συναγωνιστή;" " Τόλμη, Ταχύτης, Τακτική", του φώναξε σε στάση προσοχής ο Άγγελος γελώντας, και αγκαλιαστήκαν και δώσαν τα χέρια, και συμφωνήσαν αμέσως τα πώς και το πότε της δουλειάς ο μαθητής με τον δάσκαλο.

...έπειτα από ακριβείς έρευνες της Κεντρικής Πανυπαλληλικής Επιτροπής ο αριθμός των νεκρών από την πείνα και το βαρύ κρύο στο τετράμηνο Νοέμβρης - Φλεβάρης ξεπέρασε τις τριακόσιες είκοσι πέντε χιλιάδες στο σύνολό τους και τους τετρακόσιους νεκρούς την ημέρα...Χτυπήθηκαν περισσότερο οι ηλικιωμένοι άντρες άνω των πενήντα ετών και τα νεογέννητα...Τεράστιο το έγκλημα...

[ ΚΟΜΕΠ, αρ. φύλλου 4-5 / Αυγ. 1942]...η μεγαλειώδικη πανελλαδική κινητοποίηση στις 25 του Μάρτη και η ηρωική πανυπαλληλική απεργία του Απρίλη των δημοσίων υπαλλήλων με μπροστάρηδες τους Τριατατικούς έκαναν τον κατακτητή να σκεφθεί πως πρέπει ν' αφήσει και κάτι για τους Έλληνες...

...ήρθη ο από θαλάσσης αποκλεισμός...προσωρμίσθη η πρώτη φορτηγίς εκ Καναδά πλήρης σίτου και εριφίων...δυστυχώς  το εκ Τουρκίας προερχόμενον " Κουρτουλούς " νεναυάγηκεν ανοιχτά του Μαρμαρά κατά το πέμπτον του ταξίδιον...

Αγρονομική διάταξις υπ' αριθμ. 103/942 " δεσμεύεται παν εμπόρευαμ προερχόμενον εξ αλλοδαπής προελεύσεως και ευρισκόμενον εις τας τελωνειακάς αποθήκας από τούδε και εις το εξής..."

Τι είχε, Γιάννη; Τ' είχα πάντα!

Η απεργία πέτυχε, η συμμετοχή ήταν καθολική. Η πρώτη γκρούπα των απεργών ξεκίνησε στις δέκα το πρωί από το Μέγαρο Μελά, στην Πλατεία Κοτζιά, όπου στεγαζόταν το κεντρικό κατάστημα των ΤΤΤ. Μέσα στο κτίριο είχε ασανσέρ σαν μεγάλα κουτιά, που ανεβοκατεβαίναν χωρίς στάση στους ορόφους. Κινούνταν αργά κι έτσι μπορούσες να πηδήσεις χωρίς κίνδυνο στον όροφο που ήθελες. Κι έβλεπες από κάθε όροφο να αδειάζουν τα γραφεία κι ο ένας με τον άλλον να πηδούν στο κινούμενο κουτί για να βγουν κάτω, στη μεγάλη σάλα πριν από την έξοδο· ένας μόνο καθώς πηδούσε στραμπούλησε  το πόδι του κι έπεσε κάτω. Στη σάλα πριν από την έξοδο ο Άγγελος Θοδωρίκος τούς εφοδίαζε με το περιβραχιόνιο της διαμαρτυρίας και μετά κατά τριάδες βγαίναν έξω στην πλατεία. Γέμισε Τριατατικούς η πλατεία, με την ελληνική σημαία μπροστά και ήπια συνθήματα, περιορισμένα στον πόλεμο κατά της πείνας και την αύξηση των μισθών, όπως τα' χαν συμφωνήσει. Μετά ήρθαν κι άλλοι από τα γύρω υπουργεία και τις υπηρεσίες , κι από το Ταμείο Νομικών που ήταν δίπλα στην οδό Σωκράτους, κι η πορεία ξεκίνησε. Μεγαλειώδης. Κι ο κόσμος στη Σταδίου έκλαιγε που' βλεπε την αξιοπρέπεια, την αντίσταση, το θάρρος. Του' χαν λείψει· η πείνα είχε γίνει ταπείνωση, απανθρωπιά, φόβος και θάνατος. Οι διανομείς από τους Τριατατικούς είχαν πάρει μαζί τους και τις παλιές μικρές χάλκινες τρομπέτες που παλιά σαλπίζαν την άφιξή τους, να μαζευτεί ο κόσμος στην πλατεία να μοιραστούν τα γράμματα, και τώρα αυτές καθώς τις φυσούσαν λάμπαν στον ανοιξιάτικο ήλιο και ηχούσαν  μαζί με τα συνθήματα, κι ήταν σαν λειτουργία δοξαστική, που' χε βγει στους δρόμους. "...Κι ο θάνατος δε θά' χει πια εξουσία..." Κι αναθάρρησε ο κόσμος, και τον θάνατο δεν τον φοβούνταν πια και μπήκαν κι αυτοί, που πριν ήσαν θεατές, μες στην πορεία.
Απρίλιος του 1942 ήταν αυτό. Μάιο ήραν τον αποκλεισμό και τα δύο μέρη και φτάσαν τα πρώτα καράβια από τον Καναδά και τις Ηνωμένες Πολιτείες με στάρι, κρέατα κατεψυγμένα , γάλα σκόνη και ρουχισμό. Και Ιούνιο δόθηκαν οι πρώτες αυξήσεις στους μισθούς. Όμως τους μισθούς τούς έφαγε ο πληθωρισμός που' τρεχε  με σπασμένα φτερά, το ψωμί από εβδομήντα δραχμές η οκά ανέβηκε στις χίλιες πεντακόσιες και τη βοήθεια, που' ρχόταν με τα καράβια, πονηροί ντογάνοι και ουαί υμίν τελώνηδες και φρούραρχοι Φαρισαίοι την πουλούσαν στους μαυραγορίτες. Αλλά κάτι έμενε και για τις γειτονιές και τις ενορίες. Έμπαινε  και καλοκαίρι κι ανοίξαν οι δρόμοι με την επαρχία, κι άρχισε να τσουλάει κάπως η χαμοζωή. Βγήκαν και τα χωνιά στους δρόμους και διαλαλούσαν " αντισταθείτε" [ "...σε μένα ακόμα που σας ιστορώ. Αντισταθείτε..." - στίχος που διασώθηκε απ' τη φωτιά από ποίημα του Μιχάλη Κατσαρού], και στο βουνό αντάρτες και μετά ήρθαν και τα καλά τα νέα πως τσακίζουν τη μούρη τους οι Γερμανοί στο Ρωσικό Μέτωπο κι άρχισε πλέον να σεργιανά στους δρόμους ξανά η ελπίδα.

" Κι ο Άγγελος Θοδωρίκος, ο θείος σου;" ρώτησε ο Ξένος τη Λέλα.
Τους είχε μαζέψει, φίλους, στο σπίτι της να τους διαβάσει αυτά που' χε γράψει, τα βασισμένα σε αποκαΐδια φράσεων, λέξεων και ανεπίδοτων  επιστολών, για τον θείο της.
" Θα σας διαβάσω πρώτα άλλα δυο απ' τα μισοκαμένα χαρτιά και μετά θα σας πω τι έγινε ο Τριατατικός Άγγελος Θοδωρίκος. Το πρώτο είναι στίχοι, όσοι σώθηκαν από ένα σκωπτικό τραγούδι "...γεια σου, ρε Παπα...ν..., χαιρετισμούς στον Φύρερ και πες του πως η κούτρα σου είναι γεμάτη ψείρες, κι από της τσέπης σου τα άκρα ένα πακέτο μάρκα...". Δυστυχώς το όνομα το' χει καταστρέψει η φωτιά, μα το δεύτερο αποκαΐδι που ήταν μαζί με τους στίχους κλασαρισμένο φωτίζει το πρώτο. Ήταν τραγούδι για αρχηγό από τα Τάγματα Εθελοντών, που μαζί με τους άντρες του και τους αξιωματικούς του είχαν στείλει τηλεγράφημα συμπαράστασης στον Χίτλερ, μετά την απόπειρα δολοφονίας του".
" Άσύλληπτο...τρομακτικό...στον Χίτλερ τηλεγράφημα από Έλληνες στη διάρκεια της Κατοχής;" είπε η Μαρία, η πιο μικρή της παρέας.
" Πιο ασύλληπτο είναι το δεύτερο ντοκουμέντο που θα σας διαβάσω τώρα", τους είπε η Λέλα κι έπιασε το μισοκαμένο από τη φωτιά κομμάτι εφημερίδας: "...επ' ευκαιρία της διασώσεώς του ο Φύρερ διαβιβάζει τας ευχαριστίας του προς τον Συνταγματάρχην Π...προσωπικώς και τους μαχομένους τον μ...βικι...μό εθελοντές του των Ταγμάτων Ασφαλείας...Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα του Πύργου Πρωΐα στις 13 Αυγούστου του 1944".
" Ο Π. ποιος να ήταν;..." ρώτησε η Μαρία.
"...αυτούς τους τύπους πρέπει να τους παραδίδουμε στην Ιστορία...το τηλεγράφημά τους ήταν σαν να φτύναν στον τάφο τόσων νεκρών...πρέπει να μάθουμε ποιος ήταν αυτό ο Π.", συμπλήρωσε ο Ξένος.
" Δεν ξέρω, η φωτιά έκαψε το όνομα κι ούτε μπορώ να υποθέσω ποιος ήταν", του απάντησε η Λέλα. " Ξέρω μόνο - στις σημειώσεις του θείου μου το διάβασα αυτό, στο προσωπικό του ημερολόγιο που και αυτό μισοκάηκε - πως η πείνα και ο φόβος καμιά φορά την ψυχή τη μεταστρέφουν, και το έγκλημα κι ο φόνος τότε μοιάζουν στο μυαλό αυτών των ανθρώπων δρόμος προς τη Σωτηρία. Ο φονιάς εκείνη τη στιγμή πείθει τον εαυτό του πως το θύμα είναι πράγμα, εμπόδιο για τη Θέωση, απειλή, μίασμα κι όχι άνθρωπος, κι ο ίδιος νομίζει πως είναι το τιμωρό χέρι του Θεού ή του αρχηγού του...ο αρχηγός σε τέτοιες ομάδες παίρνει τη θέση του Θεού, της ύψιστης Αρχής...γράφει ο Άγγελος Θοδωρίκος. Όμως γιατί σας τα διάβασα αυτά τα δύο αποκαΐδια;'
"  ' ντάξει, για να μην ξεχνάμε...το καταλάβαμε", είπε η Μαρία. " Όποιος ξεχνά αυτά που έπαθαν οι πριν από αυτόν είναι καταδικασμένος να τα ξαναζήσει".
" Όχι, σας τα διάβασα γιατί αυτά τα δύο ντοκουμέντα ήταν η αιτία που συλλάβαν τον θείο μου και τον κλείσαν στο Στρατόπεδο, στο Χαϊδάρι. Εκεί πηγαίναν όσοι ήταν προγραμμένοι να εκτελεσθούν..."
" Και πώς συνδέεται η σύλληψή του με αυτά τα δύο απίθανα τηλεγραφήματα;" ρώτησε ο Ξένος.
" 1944 ήταν", του απάντησε αμέσως η Λέλα. " Όλοι βλέπαν πως από μέρα σε μέρα πλησίαζε η ήττα για τους Γερμανούς και θα ξεκουμπίζονταν  από δω. Έτσι, πολλοί από αυτούς που' χαν συνεργαστεί μαζί τους θέλαν να σβήσουν τα ίχνη αυτής της συνεργασίας".
" Όταν βουλιάζει το καράβι, οι πρώτοι που τρέχουν να σωθούν είναι οι αρουραίοι", γέλασε ο Ξένος.
" Πολλοί οι θάνατοι, πολλές οι προδοσίες που τους βαραίναν και μύριζε η ατμόσφαιρα μπαρούτι και έκτακτα δικαστήρια. Ο Άγγελος Θοδωρίκος ήταν αυτός που' χε παραλάβει το συγχαρητήριο τηλεγράφημα του Χίτλερ, είχε βάρδια εκείνο το βράδυ στον τηλέγραφο. Ρώτησαν αυτοί, έμαθαν ποιος είχε βάρδια. Κι ο Άγγελος όμως αμέσως κατάλαβε τη σημασία του τηλεγραφήματος. Ντοκουμέντο, τρανταχτή απόδειξη για όσους είχαν " προσκυνήσει " , όπως έλεγε. Έτσι το' ψαξε παραπάνω για να το τεκμηριώσει και με άλλα στοιχεία. Κι από συναδέλφους του βρήκε και το αντίγραφο του τηλεγραφήματος του συνταγματάρχη Π. και των αντρών του, προς τον Χίτλερ. Και αυτό το τηλεγράφημα περιείχε και τα ονόματα όλων όσοι το είχαν υπογράψει".
" Κι απ' ό,τι κατάλαβα, το μάθαν κι αυτοί κι έπρεπε να εξαφανίσουν μαζί τα τηλεγραφήματα και τον μάρτυρα".
" Πριν τον συλλάβουν, όμως, ο θείος μου πρόλαβε και τα ' στειλε στις εφημερίδες. Οι εφημερίδες όμως δημοσίευσαν μόνο το ευχαριστήριο τηλεγράφημα του Χίτλερ, όχι το άλλο με όλα τα ονόματα. Δύσκολη εποχή, ίσως δε θέλαν να διχάσουν".
" Και τα ανεπίδοτα γράμματα;" ρώτησε η Μαρία.
" Στο Χαϊδάρι ως κρατούμενος Τριατατικός ο Άγγελος Θοδωρίκος ανέλαβε αυτός, από την ομάδα συμβίωσης, την επίδοση των επιστολών στους συγκρατούμενούς του. Σε πολλούς απ' αυτούς είχαν ξεκληριστεί οι οικογένειες τους και δεν είχαν κανέναν να τους φροντίσει ή αγνοούσαν πως δε ζούσαν πια οι δικοί τους, κι ο Άγγελος άρχισε να γράφει ο ίδιος επιστολές και να τις επιδίδει σε αυτούς που δεν περιμέναν κανένα γράμμα. Συγκρατούμενοι ήταν, τα λέγαν για τη ζωή τους ο ένας στον άλλον, κι έτσι ήξερε ποιο όνομα φίλου ή συγγενή να αναγράφει στη θέση του αποστολέα. Όμως, οι επιστολές που πήγαινε να επιδώσει συχνά μέναν στα χέρια του, γιατί ο παραλήπτης έλειπε. Ήταν άδειο το κρεβάτι του. Βαθιά μεσάνυχτα τον είχαν πάρει για εκτέλεση", απάντησε η Λέλα και σιωπή έπεσε ανάμεσά τους.
Η Μαρία σηκώθηκε. Πήγε στο παράθυρο και κοιτούσε έξω την πόλη, την Αθήνα. Πάνω από τον Υμηττό ξημέρωνε. Ούτε που το κατάλαβε πώς πέρασε η ώρα. Σαν μια ανάσα, τόσο της φάνηκε.
" Και στο Χαϊδάρι;" γύρισε και ρώτησε τη Λέλα.
" Είχε πάρει πια το πάνω χέρι η Αντίσταση, κι ένα βράδυ, ο παλιός του δάσκαλος το οργάνωσε, σε συνεννόηση με την ομάδα συμβίωσης, μπήκαν κρυφά απ' το σύρμα και τους βγάλαν, είκοσι θανατοποινίτες προλάβαν και σώσαν, ανάμεσά τους και τον Άγγελο. Δέκα μέρες μετά εκτελεστήκαν οι πενήντα οχτώ, ανάμεσά τους και δώδεκα γυναίκες. Μέχρι τελευταία μέρα εκτελούσαν οι Γερμανοί. Μια μηχανή που σκότωνε τους είχε κάνει ο Φύρερ κι ο φόβος. Ο φόνος είναι φόβος, η τελευταία σημείωση του θείου μου στο ημερολόγιο".
Τους έδειξε την καμένη σελίδα η Λέλα.
Η Μαρία προσπάθησε να ανασυνθέσει εντός της την εικόνα του Τριατατικού Άγγελου Θοδωρίκου. Όμως, έξω απ' το παράθυρο ο ήλιος άνοιγε μάτι πάνω από τον Τρελλό.
"Καινούργια μέρα ξημέρωσε. Να σας φτιάξω έναν καφέ;" τους ρώτησε.
" Ναι, και συνεχίζουμε αύριο", είπε και η Λέλα, κι έκλεισε το ντοσιέ με τις καμένες φράσεις, τους τίτλους, τις σκόρπιες λέξεις.

...πέρασε λίμνες, πέρασε βουνά, τα' βαλε με τον δράκο του νερού...μετά γύρισε σπίτι να ξαποστάσει, και τον τσίμπησε μια σφήκα και πέθανε...




Από την εξαιρετική συλλογή διηγημάτων " Ιστορίες Ταχυδρομείου", που εξέδωσαν τα Ελληνικά Ταχυδρομεία τον Δεκέμβριο του 2014

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2020

Η Ασημόπετρα



Ένα μυθιστόρημα για τη Σάμο που "σαν την "ασημόπετρα" πάνω της δοκιμάζουν οι σαράφηδες το χρυσάφι και το ασήμι"  την περίοδο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, την Ιταλική Κατοχή, την πρώτη απελευθέρωσή της, την ΕΑΜική αντίσταση, τα σχέδια των Βρεττανών, την ανάμειξη των Αμερικάνων και τελικά τη Γερμανική Κατοχή.
Όλα αυτά μέσα από την αφήγηση του Στηβ Άνταμς , ο οποίος από σκιτσογράφος - ρεπόρτερ στην "Κλήβελαντ Σταρ" , δουλεύει στο μέτωπο της Αφρικής ως πολεμικός ρεπόρτερ και στη συνέχεια υπολοχαγός του Αμερικανικού Στρατού και πράκτορας του O.S.S., την προγενέστερη του F.B.I. μυστική υπηρεσία.
Παιδί μεταναστών από τη Σάμο, γεννημένος και μεγαλωμένος στο Ουώρρεν του Οχάιο , επιλέγεται ακριβώς για την σαμιακή του καταγωγή να εξυπηρετήσει τα αμερικάνικα σχέδια, τα οποία αρχικά τα αντιμετωπίζει με πολύ ρομαντισμό και καλοπροαίρετη διάθεση καθώς είναι πεισμένος ότι η Αμερική μάχεται για το καλό της ανθρωπότητας. Τα σχόλια που παραθέτει σε σημειώσεις μαρτυρούν την μετέπειτα αλλαγή αυτής της οπτικής.
" Είμαι Αμερικανός πολίτης και Έλληνας άνθρωπος. Σαμιώτης. Πιστεύω στη Δημοκρατία και στην Ελευθερία , σ' ό,τι πιο πολύτιμο εκφράζουν αυτές οι λέξεις στον Άνθρωπο" δηλώνει κάπου στην αφήγηση του.
 Από τη μια μεριά η φρίκη του πολέμου , είτε αυτός γίνεται στην Αφρική είτε εκφράζεται μέσα από την σκληρή Ιταλική Κατοχή και τους Γερμανικούς βομβαρδισμούς, και από την άλλη η  ομορφιά της  ζωής και της φύσης ,η  περιγραφή των ανθρώπων, οι  παιδικές αναμνήσεις, οι εφηβικοί έρωτες. Και μέσα σε όλα αυτά αναδεικνύεται περίφημα η αντίσταση του σαμιακού λαού και η οργάνωση του στο ΕΑΜ αλλά και τα παιγνίδια των συμμάχων για το μέλλον της Σάμου. Πτυχές της ιστορίας , πρόσωπα και γεγονότα άγνωστα στους περισσότερους . 
Ο αφηγητής προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες ανάμεσα στην αμερικανική του ιδιότητα και αποστολή και στην ελληνική - σαμιακή καταγωγή του και ό,τι τον δένει με αυτή.  Πρόσωπο τραγικό, πληρώνει  βαρύ τίμημα για αυτή του τη δραστηριότητα.
Στο πρόσωπό του μπλέκονται πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία από τη ζωή του ίδιου του συγγραφέα, του Κώστα Καλατζή. Τα ιστορικά γεγονότα εναλλάσσονται με εκείνα της καθημερινότητας των ανθρώπων στη Σάμο. Το μυθιστόρημα είναι ένας πίνακας , μια τοιχογραφία της σαμιώτικης ανθρωπογεωγραφίας πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ο νεαρός  Στηβ ξανασυναντά  τον εφηβικό του έρωτα, τη Μαρία και η ερωτική τους σχέση κυριαρχεί στην ιστορία. Κάθε αναφορά σε αυτήν από μόνη της είναι ένα μικρό ποίημα με χρώματα, κίνηση, αίσθημα και πλημμυρισμένο από την ομορφιά της νεότητας. 
Ο παρών χρόνος της ιστορίας είναι ο Σεπτέμβριος του 1943 με την απελευθέρωση της Σάμου από τους Ιταλούς και εκτείνεται μέχρι και το Νοέμβριο του 1943 οπότε το νησί κατακτιέται από τους Γερμανούς. Σε αυτό το διάστημα ο αφηγητής και με ανάδρομες αφηγήσεις ξεδιπλώνει μπροστά μας τη Σάμο, τους Σαμιώτες, τους Ιταλούς, τους Βρεττανούς, τους Αμερικάνους και βέβαια τους Έλληνες μέσα από την πολιτική της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης και την πολιτική των ανταρτών του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ καθώς και του Ιερού Λόχου. 
Η αφήγηση είναι αριστοτεχνική , εμπλουτισμένη με ζωντανούς διαλόγους  και εξαιρετική απόδοση της σαμιακής γλώσσας. Κάποια πρόσωπα είναι αληθινά όπως ο  Μητροπολίτης Ειρηναίος και κάποια άλλα δημιούργημα της φαντασίας του συγγραφέα. Από τις πολύτιμες σημειώσεις αφήνεται να εννοηθεί ότι και ορισμένοι από τους ΕΑΜίτες καπετάνιους ήταν αληθινά πρόσωπα. Η μαεστρία του Καλατζή βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το γεγονός, ότι κατορθώνει να αναμειγνύει το αληθινό με το αληθοφανές και να πλάθει μια συναρπαστική ιστορία μέσα σε μια εκπληκτική  λογοτεχνική ατμόσφαιρα.
Η γραφή του Κώστα Καλατζή διακρίνεται για το δυναμισμό,  το ρεαλισμό και τον έντονα αντιπολεμικό χαρακτήρα της. Γιατρός ο ίδιος  κεντάει πάνω στον καμβά του ανθρώπινου σώματος με λεπτομερείς και ακριβείς περιγραφές  των πληγών του και των βασάνων του. Εξαιρετικές και οι ναυτικές του γνώσεις οι οποίες αφήνουν άρτιο περιγραφικό αποτέλεσμα. Πλούσιο και συνταρακτικό μυθιστόρημα από κάθε άποψη αξίζει να το αναζητήσετε και να το διαβάσετε. 
Το μυθιστόρημα τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το "Βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη"
Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι μέρος της περιγραφής από το βομβαρδισμό των Γερμανών στο Βαθύ της Σάμου στις 17 Νοεμβρίου 1943.



...Οι εκρήξεις μας προλάβανε στη συνοικία με τις καρουπιές ψηλά στην παρυφή της πολιτείας.
Αναταράχτηκε ο κόσμος, σκίστηκε κι ένα πηχτό χωματένιο κύμασηκώθηκε βίαιο και μας κάλυψε.
Βρεθήκαμε ζουλιγμένοι σ' ένα ρηχό αντιαεροπορικό χαντάκι, λίγο πιο πάνω απ' τα τελευταία σπίτια. Η αριστερή μου πάντα στουμπίχτηκε όλη, πόνος τη μούδιασε μουγγός. Ψαχούλεψα τρομαγμένα τη Μαρία. Δεν είχε χτυπήσει. Κρατιόνταν γερά απ' τη ζώνη μου και δάγκωνε τα χείλια της για να μην ξεφωνίσει. Τα χαρακτηριστικά της πανιασμένα είχαν τραβηχτεί κι ο τρόμος πρασινωπός γυάλιζε στα μάτια της.
...Κι οι μπόμπες σκάζαν ολόγυρα. Στρούφιζε η γης, κλώτσαγε ίδιο μυγιασμένο πουλάρι, άνοιγε στόματα πυρωμένα, κρατήρες πελώριους να μας χάψει. Ο αέρας ξεσκίζονταν από μυριάδες σφυριχτές βιτσιές, άναβε. Ένοιωθες σπαρταριστή την καρδιά να φλετουράει, ίδιο κοτσύφι πιασμένο στην ξόβεργα και φίδια χοντρά τις καρωτίδες να γοργοχτυπιούνται τεζαρισμένες. Καρφωτά στο σβέρκο μας δάγκωνε ο πανικός.
Ερχόνταν χουγιαστά η μπόμπα κι η ζωή μας όλη αναρουφιόνταν με μιας από τις φλέβες της κι έφραζε, κόμπος σφιχτός, το λαρύγγι. Τα δάχτυλά μας γαντζώνονταν ξυλιασμένα πάνω στο αγαπημένο στέρνο της γης κι η ανασεμιά ακίνητη στα χείλη αφουγκράζονταν και καρτέραγε. Έτοιμη να μας αφήσει και χελιδόνι άπιαστο να φτερουγίσει στο γαλάζιο στερέωμα.
Κιοτήδες ανήμποροι, με λειωμένη τη θέληση και την αξιοπρέπειά μας, ξαπλωμένοι έτσι θεόγυμνοι κάτω απ' την καφτερή ανάσα του θανάτου, δαγκώναμε το χώμα και περιμέναμε. Δε μας περνούσε άλλο, μόνο να περιμένουμε.
Και με το ξετάπωμα της βροντής κάτι σαν τούμπανο ανατολίτικο, σα βούκινο, κάτι σαν πεταλόκρουσμα κεραυνωτό κάλπαζε στ' αφτιά μας. Και μας κουκούλωναν η καφτή σκόνη, οι πέτρες. Μέναμε ασάλευτοι σαν κάτι μαμούνια, που, άμα πας να τ' αγγίξεις, κουλουριάζονται και γίνονται ένα τόσο δα, σβωλαράκι χώμα. Έτσι, ώσπου να κατακάτσει ο φοβερός απόηχος. Κι ύστερα μόλις - μόλις σηκώναμε το κεφάλι. Σαλεύαμε ερωτηματικά, ψάχναμε τα πλευρά μας κι άξαφνο κλώτσημα της καρδιάς μάς συντάραζε ολόκορμους. Νοιώθαμε πάλι την ύπαρξή μας. Άγρια και πυρωμένη χαρά, μυρίζοντας σκασμένη τροτύλη μας πλάνταζε.
Ζούσαμε.

Κι οι κινητήρες πάντα βουίζανε στον ουρανό. Σφύριζαν ασταμάτητα οι μπόμπες.
Θάθελες να σκάψεις ένα λαγούμι με τα δόντια και κουρνιάσεις μέσα, σκουλήκι αόματο δίχως αισθήσεις, να γίνεις ένα με τη γη, χώμα κι εσύ. Χώμα ζεστό, ήσυχο, αδιατάραχτο.
Μέσ' στο χαντάκι, στα φευγαλέα ανασηκώματα του κεφαλιού μου ξέκοβα μορφές πελιδνές, ξεματωμένες. Βούρκος από κορμιά πατηκωμένα σε σωρό αξεδιάλυτο. Ένας παπάς, ίδιος μαύρος μπόγος, είχε χώσει το κεφάλι του μέσα στα ράσα του. Δεν κουνιόνταν καθόλου. Μια τσιριχτή γυναικεία φωνή, έσκουζε μονότονα. Κάθε που έσκαζε η μπόμπα, ζουλιόνταν ο σωρός, γινόνταν μάζα πηχτή, λάσπη, κι ύστερα αναφουφούλιαζε πάλι, ζωντάνευε κι αναλυότανε σε σαγώνια που τρέμανε, μάτια θολά και χέρια, που άλλα σταυροκοπιόντανε, άλλα σηκώνονταν σε βουβό παρακάλιο κι άλλα μουτζώνανε τον ουρανό.
Ο Αλέξης βλαστήμαγε.
- Του σταυρό τ'ς ...
Δίπλα του ο Αρίστος τον κράταγε γερά απ' τον ώμο κι όλο τούλεγε.
- Φρόνιμα, Αλέξη, φρόνιμα. Στο φούρνο το κεφάλι...
Μα ο Αλέξης δεν άκουε. Βούιζε το άγουρο αίμα μέσα του. Στριφογύρναγε πεισματωμένο και τον παίδευε, τούδινε σπρωξιές απανωτές.
- Τ' Παναγία τ'ς...βλαστήμησε πάλι, και μ' ένα παλμικό τεζάρισμα του κορμιού του ξέφυγε του Αρίστου και βρέθηκε όρθιος στα χείλια του χαντακιού.
Ο ίσκιος του μας σκέπασε. Ρίζωσε διχαλωτά πάνω στα πόδια του και τίναξε πίσω το κεφάλι. Το μαύρο του κεφαλομάντηλο τούπεσε και τ' ακούρευτα μαλλιά του στρουφουλιχτά σπαρτάρισαν στον αέρα κορακάτα.
Ο ήλιος τσάχτισε σπαθάτος πάνω στις χιαστές σφαίρες του στήθους του. Είχε ένα φοβερό μεγαλείο κείνη η στιγμή!
Σήκωσε ψηλά το Σμάισερ ο Αλέξης και πάτησε τη σκανδάλη. Το αυτόματο κλωτσοκόπησε στα ξεμανίκωτα μελαχροινά του χέρια. Έσφιγγε τα χείλια του και με ματιά μεταλλική σημάδευε αταλάντευτος.
Έριχνε.
Πιδάκιζαν γυαλιστεροί οι κάλυκες.
Μα τα γινατωμένα νιάτα του Αλέξη δε γινόταν να σταματήσουν τ' αστροπελέκι, που σαν μοίρα αναπότρεπτη κατρακύλαγε ατράνταχο απ' τον ουρανό.
Βρουχήθηκε φλογερό το Στούκας, κατέβηκε χαμηλότερ' απ' όλες τις φορές, ίσα που σφύριξ' η μπόμπα κι όλα τα σκέπασε η βροντή και ο καπνός.
Ακούστηκε κραυγή μεγάλη. Σπαραχτική κραυγή, που σφεντονίστηκε πάν' από ανθρώπους και χαλάσματα και βούλιαξε γοερά στις μασχάλες των λόφων.
- Μάνα μου...

Ο Αλέξης...Πάει ο Αλέξης...

Η Μαρία μ' ένα άξαφνο τίναγμα πήγε να πεταχτεί όξω απ' το χαντάκι. Πρόλαβε ο Τζερόνυμο, την άρπαξε απ' τη μέση, την τράβηξε πίσω και με μια ιαπωνική λαβή την ακινητοποίησε στο βάθος του χαντακιού.
Πήγα να τιναχτώ εγώ απάνω. Μ' άρπαξε απ' το γιακά ο Αρίστος, με κράτησε.
- Κάτω και συ, μούγκρισε.
Το άλλο Στούκας έπεφτε κιόλας, με τη σειρήνα του να ουρλιάζει.
Η Μαρία χτυπούσε χέρια, πόδια, πολέμαγε να δαγκώσει τον Τζερόνυμο να ξεφύγει. Ούρλιαζε. Είχε πέσει σε υστερία.
Κι ο Αλέξης σφάδαζε. Η έκρηξη τον είχε πετάξει δέκα μέτρα μακριά. Κουλουριαζόνταν κι αναπήδαγε πλατσουριστά μέσα στο γλίτσικο βούρκο του αίματός του. Είχανε σύρριζα κοπεί και τα δυο του πόδια. Ορθώθηκε για μια στιγμή πάνω στα καπούλια του, τραμπαλίστηκε, άνοιξε αγκαλιά πελώρια τα χέρια του και κεραυνοχτυπημένος μπατάρισε μονοκόμματος.
Φώναξε πάλι δυνατά. Ύστερα ένα γουργουρητό σκέπασε τη φωνή του, κάτι σαν παράπονο, κάτι σαν κλάμα. Σώπασε.
Το πανωκόρμι του τράνταξε σπασμός ύστατος κι απόμεινε ακίνητος. Όρθια τσαταλώθηκαν τα κολωβά ριζομέρια του, με το κρέας τους αχνιστό να ξεχειλάει κατακόκκινο.
Άκουσα δίπλα μου τον Αρίστο να βογγάει. Η χούφτα του πελώρια αρπάχτηκε φοβερή πάνω σε μια πέτρα. Σφίχτηκε άγρια, ώσπου οι κλειδώσεις της πανιάσανε κι οι φλέβες της φούσκωσαν, γίνανε σκοινιά μπερδεμένα σε κόμπους χοντρούς.
Το Στούκας αποπάνω μας έγραψε την ουρλιαχτή του καμπύλη και πήρε διαγώνια ύψος. Έσκασε καμιά τριανταριά μέτρα παρακάτω η μπόμπα. Ένα σπιτόπουλο τινάχτηκε στα υψοούρανα. Σκεπάσαμε με τα χέρια τα κεφάλια, βροχή τα κάθε λογής κομμάτια, που κάποτε ήτανε το σπιτόπουλο. Ύστερα ανασηκωθήκαμε πάλι.
Δυο οργιές μπροστά μας κοίτονταν λυγισμένο, σα δάχτυλο γιγάντιο, το ένα πόδι του Αλέξη. Φαινόνταν ασπρουλιάρικη η γάμπα. Η αρβύλα ακέραιη. Το τακούνι της ήτανε φαγωμένο και το κορδόνι λυτό. Σουρχόντανε μια πιεστική διάθεση να πας κοντά και να το δέσεις. μα έβλεπες πως ήταν μάταιο πια. Και τα χέρια του Αλέξη ήταν πολύ μακριά τώρα για να το δέσουνε τα ίδια.
Το γόνατο θρύψαλα. Βαθιές κοψιές χωρίζανε λουρίδες το μερί και στην άκρη, απ' την τεράστια λαβωματιά, κομματιασμένες οι σάρκες ξερνούσανε αίμα πηχτό. Λεύκαζε το κόκκαλο τσακισμένο σε σουβλερά ξεσκλίδια και το μεδούλι κρεμόνταν σαν ψόφια σκουληκαντέρα και αργοστάλαζε κοκκινωπό.

Έδωσα μια και πετάχτηκα έξω. Έτρεξα σκυφτός, γονάτισα δίπλα στον Αλέξη. Ήτανε ακόμα ζεστός. Τα μάτια του ολάνοιχτα, γυαλωμένα και το πρόσωπό του συσπασμένο σε μια ύστατη έκφραση αβάσταχτου πόνου. Τα μάγουλά του ήτανε άσπρα, τέλεια άσπρα σαν το χαρτί. Όλο του το αίμα είχε αδειάσει απ' το κορμί του. Κουρελιασμένο το πουκάμισό του. Βαθιές χαραξιές σκίζανε τα μεγάλα του στήθια. Απ' την αριστερή μεριά είχε διπλωθεί το δέρμα και το κρέας και φαινόνταν γυμνά τα παΐδια.
Έκλεισα μαλακά τα βλέφαρά του κι άφησα την παλάμη μου εκεί. Κοίταζα το αρυτίδωτό του κούτελο, τις σφιχτές μπούκλες των μαύρων μαλλιών του.
Κρατιόμουνα με δύναμη. Ο πόνος ήταν ακόμα ζεστός μέσα μου, σαν το κορμί του Αλέξη. Δεν τον ένοιωθα. Ήξερα όμως πως δε θ' αργούσε να κρυώσει. Κι ήξερα πως η ζωή μου σημαδεύτηκε πια για πάντα από τουτηδά την ώρα από το σκοτωμό του Αλέξη.
Η πέτσινη εξάρτυση με τις σφαίρες του Λούγκερ ήτανε κει χιαστή στη θέση της, βουτηγμένη στο αίμα. Και η καινούργια ζωστήρα από βακέττα, κι αυτή στη θέση της. Κι οι γεμιστήρες του Σμάισερ. Τράβηξα την παλάμη μου απ' τα μάτια του Αλέξη.
- Συχώραμε, Αλέξη...άκουσα μια μακρινή φωνή μέσα μου να λέει...και να κλαίει.
Ξεκούμπωσα τη θήκη του Λούγκερ, έβγαλα το μεγάλο μαύρο πιστόλι. Το σήκωσα ψηλά κι έτσι γονατιστός τράβηξα απανωτά τη σκανδάλη. Φύγανε όλες οι σφαίρες στον ουρανό.
- Αντίο, Αλέξη...
Κι έβαλα το Λούγκερ του Ρίττερ Χάιντς φον Στοκχάουζεν στη ζώνη μου. Ήταν κειμήλιο της οικογένειας. Δεν έπρεπε να πέσει σε ξένα χέρια...
Σηκώθηκα όρθιος με ένα αίσθημα απόλυτου κενού.
Ο Αρίστος ήρθε κοντά σκυφτός και γρήγορος. Οι κινήσεις του ήτανε σταθερές και μετρημένες. Ίσιωσε το κορμί του Αλέξη, μάζωξε τα κομμένα πόδια του, τάβαλε πάνω - κάτω στη θέση τους, του σταύρωσε τα χέρια. Έτρεξε χαμηλά, τράβηξε μια κλωτσιά στην πόρτα του σπιτιού, δίπλα στο σπιτόπουλο που ανατινάχτηκε, μπουκάρισε μέσα, βγήκε κρατώντας κάτι στρωσίδια στα χέρια κι ένα σταμνί νερό. Ήρθε απάνω, σκέπασε με δυο χράμια το πτώμα, έπλυνε το πρόσωπο του Αλέξη, τα μαλλιά του. Εκείνη η σύσπαση του μεγάλου πόνου έφυγε. Κι ήταν ο Αλέξης τώρα ένα όμορφο παιδάριο που το πήρε γλυκά ο ύπνος. Μόνο που ήταν άσπρο, πολύ άσπρο...

Κι οι εκρήξεις ανασκάβανε ακόμα τα χαλάσματα χαμηλά στην πολιτεία. Τ' αεροπλάνα πετούσανε τώρα σε μικρούς τριγωνικούς σχηματισμούς, από τρία. Χαράζανε τον ουρανό, μια οριζόντια, μια κάθετα και γκρεμίζανε με μέθοδο.
Κάποτε φάνηκαν να ψηλώνουν. Υπακούοντας, ποιος ξέρει σε ποιο γνέμα, συγκλίνανε όλα και χωρίς κανένα μπέρδεμα πήρανε ένα - ένα την προκαθορισμένη θέση τους. Πουθενά τρεμούλιασμα φτερών, στραβοτιμονιά καμιά. Ο μέγας σχηματισμός των JU - 88, χωρίς νευρικότητες και κινήσεις περιττές ζυγήθηκε, στοιχήθηκε πάλι, τακτοποιήθηκε γοργά και με την άψογη μύτη του σημάδεψε τη Δύση και πήρε να ξεμακραίνει σταθερά. Σβέλτος και ξαλαφρωμένος.
Τα Στούκας φέραν κι αυτά μια τελευταία βόλτα, καβάλησαν τους ανεμόμυλους και χάθηκαν αφήνοντας για ώρα στ' αφτιά μας τη βουερή εντύπωση των δυνατών κινητήρων τους.

Ο ουρανός αποκαλύφτηκε πάλι γαλάζιος και πεντακάθαρος. Μας κάλυψε η σιωπή. Μια σιωπή βαθιά, παράξενη, η σιωπή του απείρου. Οι άνθρωποι πήραν να βγαίνουν απ' το χαντάκι μουδιασμένοι και βρώμικοι. Κοιταζόντουσαν ξέπνοοι ακόμα, σαστισμένοι. Ο παπάς έψαχνε για το καλυμμαύκι του. Η γυναίκα κουλουριασμένη στο χώμα έκλαιγε πάντα δυνατά. Ως φαίνεται ήταν χτυπημένη. Κάποιος έσκυψε απάνω της αμήχανα.
Γύρω απ' τον Αλέξη σχηματίστηκε αργά - αργά ένας συλλογισμένος κύκλος, αμίλητος.
Βγήκε και η Μαρία.
Πήγε να την κρατήσει ο Τζερόνυμο, έκανε μια έτσι εκείνη με το χέρι της, τον έσπρωξε αδύναμα. Είχε ησυχάσει. Το κορμί της ήταν αλύγιστο σαν ξυλιασμένο. Περπάτησε μ' έναν αφύσικο, σπαστικό τρόπο. Τα μάτια της είχανε κείνο το στύλωμα στο κενό, που έχουν τα μάτια των τυφλών. Λες και ερχόντανε από κάπου αλλού. Και πήγαινε κάπου αλλού.
Ζύγωσε. Ο κύκλος των αμίλητων ανθρώπων άνοιξε, πέρασε η Μαρία. Γονάτισε δίπλα στο κεφάλι του Αλέξη. Έπιασε το χράμι, το τέντωσε, έκανε στην άκρη του ένα ίσιο δίπλωμα και με τρυφερή κίνηση μάνας τον σκέπασε ταχτικά ως το λαιμό, θαρρείς για να μην κρυώσει. Με την παλάμη της σιδέρωσε το χράμι στο στήθος και στους ώμους. Ύστερα γύρισε, του χάιδεψε μαλακά, όλο τρυφεράδα το κούτελο κι έσκυψε τον φίλησε στο κάτασπρο μάγουλο. Ούτε ένα δάκρυ δεν ξεφλέβισε από κείνα τα παγωμένα μάτια της. Μόνο έμεινε να κοιτάει ακίνητα το πρόσωπο του παιδάριου, που έμοιαζε να το πήρε καταμεσήμερο στην εξοχή ο ύπνος. Τα χείλια της σαλέψανε.
- Ανάθεμα στον αίτιο...μουρμούρισε.
Έσκυψα, με κείνο το αίσθημα του απόλυτου κενού πάντα μέσα μου, την έπιασα απ' τους ώμους. Σηκώθηκα υπάκουα και άβουλα. Την πήγα λίγο πιο κάτω, την έβαλα να κάτσει σ' ένα κοτρώνι. Δεν αντιδρούσε.
Ένας Εγγλέζος στρατιώτης δίπλα, έδωσε μια στο χακί κράνος του και τόριξε πίσω, στο σβέρκο του. Φάνηκαν λιγδιάρικα τα αχυρένια μαλλιά του να κολλάνε στους ιδρωμένους κροτάφους του. Άναψε τσιγάρο. Στα γαλάζια νοτισμένα μάτια του κατρεφτιζόντανε η φλεγόμενη πολιτεία.

Πέρα στη Δύση, σύννεφα αφράτα στοιβάζονταν μαλακά, φράζαν το φαρδύ άνοιγμα του κόλπου.
Ο σχηματισμός των JU-88, μόλις φαίνονταν. Μίκραινε γοργά. Γίνηκε τριγωνική κουκίδα ασήμαντη, χάθηκε.
Και τα σύννεφα αδιατάραχτα, απόμειναν να ροδίζουν και να περιμένουν τον ήλιο να βασιλέψει.
Σε λίγο τ' αεροπλάνα θα τροχοδρομούσαν ζεσταμένα στους διαδρόμους. Θα στρίγγλιζαν τα φρένα και τα πληρώματα κουρασμένα θα σαλτάριζαν στη γη. Οι πιλότοι θα υπόγραφαν με χέρι σταθερό την αναφορά τους, θα λέγανε κανένα αστείο και λεύτεροι όλοι τους, χωρίς υπηρεσία, θα σκόρπαγαν μελισσολόι στ' αεροδρόμιο του Χασανιού. Πάει κι αυτή η μέρα...
Στην καντίνα τρανταγμός. Φωνές νεανικές, κεφάτες, γέλια. Οι μπύρες θ' άφριζαν στα ποτήρια.
- Prozit Paul...
- Prozit...
Κάποιοι θα παίζανε ντόμινο σοβαροί. Και κάποιοι άλλοι ακουμπισμένοι στα παραθύρια, θ' ανάσαιναν τη γλύκα του φθινοπωριάτικου απόβραδου και θ' αφήνανε το κουρασμένο απ' την ένταση της μέρας βλέμμα τους να γαληνέψει πάνω στη γαλάζια άπλα του Σαρωνικού.
Από κάπου θα τους κοίταζε συνοφρυωμένο το κάντρο του Χίτλερ. Μα ποιος θα το πρόσεχε τούτη τη θερμή ώρα!
Μια παρέα ζωηρή, με τα μαύρα χιτώνια ξεκούμπωτα, θα στοιβάζονταν ολοτρίγυρα στο απαραίτητο ξεκούρντιστο πιάνο. Τα ποτήρια θα ξανέμιζαν μισόγιομα και νοσταλγικό το τραγούδι θα θύμιζε πατρίδα.

- Die ein Lili Marlen...

Κι ένας μικρούλης σμηνίας - ας πούμε πιλότος σε Στούκας - παιδάριο ακόμα αμάλλιαστο από το Ντύσσελντορφ, στην ηλικία πάνω κάτω του Αλέξη καθισμένο ήσυχο στη γωνιά θα πιπίλιζε σκεφτικό την άκρη του κοντυλοφόρου του και θάγραφε αργά,

" Μάνα μου
Οι κάλτσες που μούστειλες ήταν ζεστές. Τις ήθελα. Όπου νάναι θα μπει ο χειμώνας και δω πέρα δε βρίσκεις τίποτα ν' αγοράσεις. Τα κράπφεν είχαν μπαγιατέψει. Μα δεν πειράζει, φτάνει που τάφτιασες εσύ. Τάτρωγα και σε θυμόμουνα.
Πάντα σε θυμάμαι, μάνα.
Ακόμα και τη στιγμή που τα σπλάχνα μου τα οργώνει η πίεση, όταν τ' αεροπλάνο σηκώνεται απ' τη βύθιση, ακόμα και τη δύσκολη κείνη στιγμή πριν λιγοθυμήσω, εσένα θυμάμαι, μάνα.
Θαρρώ πως γίνεται σκοτάδι ξαφνικά κι έρχεσαι νυχοπατώντας, όπως όταν είμουνα παιδί, να με σκεπάσεις και να μου χαϊδέψεις το μάγουλο..."

Παπαρούνες θα λουλούδιαζαν κείνην την ώρα στα χνουδάτα μάγουλα του παιδάριου. Τα χείλια του θα τρέμιζαν κι αχνός καφτός, δάκρυ που δε θέλει - που δεν πρέπει - να τρέξει, θα γανάδιαζε την ξαστεριά των γαλάζιων ματιών του.

Άραγε θα τόπαιρνε το γράμμα η μάνα;...
Εξακόσια αεροπλάνα - έλεγε αποβραδίς το B.B.C. - βομβάρδισαν το Ντύσσελντορφ. ( απόσπασμα).

Κώστα Ι.Καλατζή, Η Ασημόπετρα, μυθιστόρημα, εκδόσεις Πιτσιλός, χ.χ.3η έκδοση


Τετάρτη 22 Ιουλίου 2020

Αποχαιρετισμός στο Γιώργο Φαρσακίδη


Αποχαιρετούμε τον κομμουνιστή ζωγράφο, χαράκτη, λογοτέχνη και αγωνιστή Γιώργο Φαρσακίδη με το κείμενό του " Τ' άσπρα λουλούδια" από το βιβλίο του 
" Ποτέ τους δεν έγιναν είκοσι...", το αφιερωμένο
 " Στους φίλους και τα γειτονόπουλα του Ντεπώ, τους αξεδίψαστους της ζωής, που πέθαναν με το όραμα ενός κόσμου καλύτερου."
Ο Γιώργος Φαρσακίδης έφυγε σήμερα από τη ζωή γεμάτος όχι μόνο από χρόνια, αλλά από αγώνες και προσφορά στο κοινωνικό σύνολο και στην τέχνη.



Τ' ΑΣΠΡΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Καλοκαιριάτικος ζεστός ο καιρός. Ο ήλιος πάει να δύσει σ' έναν ασυνέφιαστο, ολοκόκκινο ουρανό.
Καλού κακού αλλάξαμε μάντρα, βγάλαμε σκοπιές και ξαπλώσαμε πλάι στον καπετάνιο.
- Έλα, καπετάνιε, πες μας σαν παλιότερος κάτι.
- Να μας πεις, να μας πεις. Από γέροντα πάντα κάτι μαθαίνεις, άρχισαν τα πειράγματα.
- Σκάσε, Στελλάρα, που θα μας πεις γέροντα το λεβέντη τον καπετάνιο μας. Βρε μπουνταλά, μάτια δεν είχες να δεις πώς τον κοίταγαν στο πανηγύρι οι κοπελιές;
- Γιατί ρε παιδιά, τριανταπέντε χρονών άνθρωπος είναι, πώς να τον πω;
- Έλα, ρε νιάναρο, αν σου βαστά να παλέψουμε, τ' απαντάει γελώντας ο καπετάνιος, να σου μάθω να σέβεσαι τέτοια γεράματα.
- Να μας πεις πώς κατεβήκατε στην Κασσάνδρα.
- Για τις εκκαθαριστικές του Χολομώντα ν' ακούσουμε, συνηγορούν οι περισσότεροι.
- Τότε που απ' τη φευγάλα είχαν ανάψει οι φτέρνες σας να χτυπάνε τους κώλους, δε κρατήθηκε πάλι ο Στελλάρας, το πειραχτήρι.
- Εντάξει, παιδιά, για τον Χολομώντα αφού θέλετε. Για να σας πω και κάτι που μας συγκλόνισε όλους και που λίγοι το ξέρουνε. Ανοιξιάτικα, το λοιπόν, άρχισαν τις εκκαθαρίσεις στο Χολομώντα οι Βούλγαροι. Κατέβασαν δέκα πέντε χιλιάδες στρατό και προεξοφλούσαν το τέλος μας. Σε λίγες μέρες στη Χαλκιδική, παινευόταν μεθυσμένος ο στρατηγός τους, δε θα μείνει ρουθούνι αντάρτικο. Χτύπησαν τα παλιά μας λημέρια κι άρχισαν να χτενίζουν σπιθαμή προς σπιθαμή τα βουνά. Εμείς το ρίξαμε στη φευγάλα, που λέει κι ο Στελλάρας και με δυό πορείες νυχτιάτικα πιάσαμε το Χολομώντα. Άρχισαν οι Βούλγαροι ν' ανεβαίνουν από Πολύγυρο κι Αρναία, όπου φύγει - φύγει εμείς, λουφάξαμε σε κάτι χαράδρες. Ξημέρωσε η μέρα και βλέπουμε μυρμηγκιά ο στρατός να μαυρίζει στις ράχες. Ε, είπαμε, ήρθε το τέλος, ρίξαμε μερικές τουφεκιές κι αντί για πίσω, βρήκαμε πέρασμα αφύλαχτο και χωθήκαμε στην εκκαθαρισθείσα περιοχή.
Την επομένη τ' απόγευμα μας πήραν χαμπάρι. Ανοίξαμε ντουφεκίδι, είχαμε ένα νεκρό κι άλλους δυο τραυματίες και...πού μας είδατε. Ραβνά, Ντουμπιά, Γεροπλάτανο. Πιάσαμε κάμπο, πιάσαμε θάλασσα, μέχρι και στ' Άγιον Όρος πέρασαν οι δικοί μας με βάρκα...
- Αμ πες μας καπετάνιο, πως σας χάρισαν οι καλόγεροι το Τιμιόξυλο  και γλιτώνατε!
- Εκεί να σ' είχα, Στελλάρα, πούχε κολλήσει τ' άντερο μας από την πείνα. Εκεί να σ' είχα να κελαηδάς κι όχι τώρα που καταβρόχθισες τον περίδρομο. Όσο για το πώς τη γλιτώναμε...Ας είναι καλά οι αντιφασίστες οι Βούλγαροι, που κάναν τα στραβά μάτια και ρίχναν στο βρόντο. Αν δεν ήταν αυτοί, δε θα καθόμουν τώρα να σας λέω ιστορίες.
- Εντάξει, καπετάνιο, συμπάθα με. Αλλά το' χω προσέξει, πως όταν σε τσιγκλάω λιγάκι, σπρεχάρεις πιο όμορφα.
- Που λέτε, την ένατη μέρα συνεχίζει χαμογελώντας ο καπετάνιος, μας είχαν στριμώξει στον Αρκουδόλακκο. Άγριο μέρος, το λέει και τ΄όνομα. Το καλό ήταν που πέσαμε σε μαντρί. Δικός μας, οργανωμένος ο τσέλιγκας. Έσφαξε κάτι τραγιά,ανάψαμε τις φωτιές και τα περάσαμε στη σούβλα να ψήνονται. Ε, ρε και να τρέχουν τα σάλια μας και να κόβουμε βόλτες γύρω γύρω σα λύκοι. Είχες και το Σερραίο, τον Κώτσο, να μας τσαμπουνά ότι σαν τα τινάξεις μ' αδειανό στομάχι κι είναι να πας στον παράδεισο, θα σου κλείσουν την πόρτα. Αν είναι έτσι, ρε Κώτσο, του λέμε, τότε ας ντερλικώσουμε. Τουλάχιστον να πάμε χορτάτοι!
- Από δω, μας λέει ο τσέλιγκας, έχουν περάσει οι Βούλγαροι. Ξέρουν πως ανάβω φωτιά να βράσω το γάλα, μονάχα που παραείναι το ντουμάνι μεγάλο και φοβάμαι μη μπούνε σε υποψίες.
- Κι εγώ το φοβάμαι, μας λέει ο Κίτσος, μη μας φέρει η τσίκνα απρόσκλητους μουσαφίρηδες. Άντε πάμε παιδιά να ρίξουμε μια ματιά, γιατί δε μας βλέπω καθόλου καλά σε τούτο το διαβολότοπο. Βγήκαμε εγώ κι άλλος ένας μαζί του, ελέγξαμε τις σκοπιές κι είπαμε να κοιτάξουμε κι απ' το ψήλωμα. Μόλις, το λοιπόν, ξεμυτίσαμε, πέσαμε σε περίπολο. Δυο φαντάροι με κατεβασμένα τα όπλα τους κι ένας αξιωματικός με κάτι άσπρα λουλούδια στο χέρι. Δε μας είχανε δει κι ήταν σαν να πηγαίναν σε γάμο. Τους ρίξαμε με τ' αυτόματο, κι ακούμε τον ένα να φωνάζει ελληνικά: Όχι, αδέρφια, μη μας σκοτώνετε, ήρθαμε να σώσουμε. Σταματήσαμε μα ήταν αργά. Ο αξιωματικός κι ο ένας φαντάρος ήταν νεκροί. Ο τρίτος που μίλησε, με θρυμματισμένο το γόνατο σύρθηκε κι είχε αγκαλιάσει το κορμί του νεκρού ανθυπολοχαγού. Μείναμε άφωνοι να τον κοιτάμε που σφάδαζε.
- Σκοτώσατε τους καλύτερους, έλεγε μέσα απ' τα αναφιλητά του. Ήταν αντιφασίστες, δικοί σας...
Δεν θέλαμε να πιστέψουμε το κακό που' χε γίνει. Ακόμα κι ο Κίτσος, που είναι πάντοτε ψύχραιμος, τα' χε χαμένα.
- Μας υποψιάζονταν, μας είχε βάλει στο μάτι ο φασίστας, ο ταγματάρχης, μας είπε ο φαντάρος. Βασίλη τον λέγανε. Άλλωστε, για να μας δοκιμάσει μας έστειλε και τους τρεις.
- Μα γιατί, βρε παιδί μου, δε βγάζατε ένα άσπρο μαντήλι, να καταλάβουμε;
- Θα το βγάζαμε, αλλά ξέραμε πως μας παρακολουθούν με τα κυάλια. Αντί για μαντήλι, ο υπολοχαγός μας είχε μαζέψει και κράταγε άσπρα λουλούδια.
Βούρκωσαν τα μάτια μου που τους έβλεπα έτσι θερισμένους σαν στάχια. Νέα παιδιά κι οι δυό τους, αμούστακα. Ο υπολοχαγός να κοιτάει τον ουρανό μ' ορθάνοιχτα μάτια και στα μισάνοιχτα δάκτυλα τ' απλωμένου χεριού του, πιτσιλισμένο με αίμα, το ματσάκι με τ' άσπρα λουλούδια. Έσκυψα, έτσι αυθόρμητα πάνω του, να' παιρνα ένα...
- Μη τα παίρνεις, με σταμάτησε ο Βασίλης. Θα τα βάλω μαζί του. Λέω πως ταιριάζουν άσπρα λουλούδια για το γάμο του με τη γη!...
Τον Βασίλη τον επιδέσαμε πρόχειρα.
- Θα' ρθεις μαζί μας; Τον ρώτησε ο Κίτσος.
- Όχι, μπρατίμια, αφήστε με εδώ. Σε λίγο θα ρθουν να με πάρουν. Μόνο βιαστείτε να φύγετε απ' το διάσελο που δεν έχει ενέδρα. Στα μαγέρικα που θα βρείτε στο πέρασμα είναι όλοι τους μιλημένοι.
Πραγματικά, περάσαμε τάγμα ολάκερο πλάι στις άμαξες. Κι οι φαντάροι τους, ξεμακρύναν επίτηδες, κάνοντας πως δεν μας είχανε δει.
Την επόμενη μέρα τα μάζεψαν. Έφυγε άπρακτος ο στρατός και τελειώσαν προς ώρας και τα δικά μας βάσανα.
Για λίγα λεπτά μείναμε όλοι αμίλητοι κι ύστερα:
- Καλά καπετάνιο, ήταν ανάγκη να ρίξετε;
- Δε μπορούσατε, δηλαδή, να τους πιάνατε ζωντανούς;
- Ο Βασίλης τι απόγινε, μάθατε;
- Και το κρέας; Τα τραγιά καπετάνιο, τ' αφήσατε;
- Ρωτάτε αν μπορούσαμε να μη ρίξουμε! Ίσως μπορούσε να ρισκάρει κανείς. Αλλά σκεφθείτε, οχτώ μερόνυχτα να σε κυνηγάει ο στρατός! Είμαστε σαν τ' αλαφιασμένα αγρίμια που αντικρύστηκαν με τους κυνηγούς. Κι είναι δύσκολο να μη ρίξεις πάνω στο ξάφνιασμα. Για τον Βασίλη δε ξέρω τι απόγινε. Όμως μάθαμε πως ο υπολοχαγός είχε σύνδεση με το τάγμα Ραφτούδη, όταν γίνονταν οι επιχειρήσεις στα Κρούσια κι είχε δώσει πληροφορίες πολύτιμες. Όσο για το κρέας, να σας πω. Μπας και δεν μπορέσει να κοιμηθεί με το να το σκέφτεται ο Στελλάρας. Τα τραγιά, όπως ήταν μισοψημένα τα πήραμε να τ' αποψήσουμε με την πρώτη ευκαιρία. Ε, δεν θα το πιστέψετε. Το ένα τραγί που ήταν ακάλυπτο, τσίμπα - τσίμπα το μισόφαγαν στο δρόμο.
Ο καπετάν Βαγγέλης σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε το ρολόι.
- Άντε παιδιά, λέω να ξαπλώσουμε, πέρασε η ώρα.

Γιώργος Φαρσακίδης, Ποτέ τους δεν έγιναν είκοσι..., Σκυτάλη, χ.χ. 2η έκδοση
Τα σχέδια είναι επίσης του Γιώργου Φαρσακίδη.

Και μια παλιότερη ανάρτηση για το Λεύκωμα του Γιώργου Φαρσακίδη , Μακρόνησος, εδώ

Παρασκευή 1 Μαΐου 2020

Γιάννης Ρίτσος, Σκοπευτήριο Καισαριανής


ΣΚΟΠΕΥΤΗΡΙΟ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ
( Μιλούν οι πεσόντες αγωνιστές της Αντίστασης)

Εδώ πέσαμε, Παιδιά του λαού. Γνωρίζετε γιατί.
Γυμνοί· κατάσαρκα φορώντας τις σημαίες-
η Ελλάδα τις έραψε με ουρανό και άσπρο κάμποτο.
Ακούσατε τις ομοβροντίες στα μυστικόφωτα αττικά χαράματα.
Είδατε τα πουλιά που πέταξαν αντίθετα στις σφαίρες
αγγίζοντας με τα φτερά τους τον ανατέλλοντα πυρφόρον. Είδατε
τα παράθυρα της γειτονιάς ν' ανοίγουν στο μέλλον. Εμείς
μερτικό δεν ζητήσαμε. Τίποτα. Μόνον
θυμηθείτε το: αν η ελευθερία
δε βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας,
εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Γεια σας.

                                       ΑΘΗΝΑ, 20.V.64
Γιάννης Ρίτσος, Συντροφικά Τραγούδια, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2009, 4η έκδοση


Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2019

Το αντιφασιστικό συλλαλητήριο της 28ης Οκτωβρίου 1942

Βάλιας Σεμερτζίδης , Διαδήλωση

Μάχεται η Αθήνα.
Το πρώτο απίστευτο συλλαλητήριο που είδε ο καταχτητής κι' απόρησε ήταν το αντιφασιστικό της 28 Οκτωβρίου 1942. Πλημμύρισαν οι δρόμοι από λαό τρελλό. Η πρώτη μάχη της Αθήνας. Άντρες, γυναίκες, κορίτσια, παιδιά, εργάτες, υπάλληλοι, μαθητές και μαθήτριες ξεκίνησαν απ' τα διάφορα σημεία που είχαν οριστή. Φάλαγγες απ' την πλατεία Κλαυθμώνος, απ' την πλατεία Κάνιγγος, από το Κολωνάκι, από τον Ξυλοθραύστη, απ' την Χρυσοσπηλιώτισσα, απ' τον Άγιο Κωνσταντίνο. Τόπος της γενικής συγκέντρωσης  είχε οριστή ο Άγνωστος Στρατιώτης. Αναταράχτηκε στα συθεμελά της η Αθήνα.
- Ζήτω η Λευτεριά!
- Κάτω ο φασισμός!
- ΕΑΜ - ΕΑΜ.
Για πρώτη φορά ακούστηκε τότε στα φανερά η λέξη τούτη, που έγινε αργότερα η λύσσα και ο φόβος του καταχτητή. Κύματα λαού τραβούσαν προς τον Άγνωστο. Εδώ οι μαχητικές ομάδες. Εκεί οι σύνδεσμοι. Εδώ οι υπεύθυνοι. Οι αρχηγοί στις θέσεις τους. Οι ομιλητές ωρισμένοι κι' έτοιμοι. Όλα καταστρωμένα με ακρίβεια σε σχέδιο μαχητικό, στην πρώτη τούτη εξόρμηση, που έβγαλε στους δρόμους απάνω από εκατό χιλιάδες πλήθος. Μιλάνε οι ομιλητές. Φωνάζουνε τα πλήθη:
- Λευτεριά! Λευτεριά!
- Κάτω ο φασισμός!
- Ζήτω το ΕΑΜ.
Και πέφτουν απάνω στα πλήθη οι Γερμανοί. Πέφτουν οι Ιταλοί. Πέφτουν οι χωροφύλακες. Σκίζουν τους δρόμους τα μηχανοκίνητα, το ιππικό, η καραμπινερία, οι μοτοσυκλέττες. Κι' ο κόσμος ανοίγει και μαζεύεται. Σκορπίζει και ξανασμίγει. Σωριάζονται νεκροί. Πέφτουν τραυματίες. Αρπάζουν στους ώμους τους νεκρούς, παίρνουν τους τραυματίες για τα σπίτια που έχουν οριστεί κι' οργανωθεί για πρόχειρα νοσοκομεία. Και ο λαός, εκεί! Χτυπάνε, κυνηγάνε, ντουφεκάνε κι' απλώνεται η διαδήλωση κομματιαστά σ' όλο το κέντρο. Κάνουν εξόρμηση, σπάνε τις ζώνες. Υποχωρούν, μαζεύονται. Τραβάνε δρόμο - δρόμο, στενό - στενό, μαζεύεται θάλασσα ο λαός στο Κολωνάκι και στεφανώνει την προτομή του Ξάνθου. Στην πλατεία της Μητρόπολης, μαθήτριες με τις δασκάλες. Στριμώχνονται και κυκλώνονται απ' τους Ιταλούς. Γονατίζουν και ψάλλουν τον Εθνικό μας Ύμνο. Κι' οι Ιταλοί κυττάν με δέος. Οι Γερμανοί τα χάνουν
Νίκη! Η πρώτη νίκη της Αθήνας...

Δημήτρη Ψαθά, Αντίσταση,  Εικονογράφηση Φωκ. Δημητριάδη, Έκδοση ΜΑΡΗ, Αθήνα 1976

Δευτέρα 10 Απριλίου 2017

Οι άλλοι άγιοι

                   
                  Εικονογράφηση Δημ. Σακελλαρίδη
Γύριζε απ’ τα χωράφια βράδυ – νύχτα, πάχνιζε τη γρηά μας φοράδα, έπειτα ανέβαινε κουρασμένα τα σκαλοπάτια. Εκείνος μούγκριζε από τους πόνους, είχανε σαπίσει πια οι πληγές του. Τον έπλυνε με νερό της βρύσης και τον άλειβε λάδι μαλακά – απαλά. Τότε γλύκαινε το λιγνό του πρόσωπο, μέρωνε. Δεν της μιλούσε, μονάχα έπλεκε τα χέρια στο στήθος κ’ ήθελε να του δυναμώσει το φως
Εμείς περιμέναμε νυσταγμένοι, ο μικρός κουτούλαγε κ’ έκλαιγε μες στο μισοΰπνι του. Μας μοίραζε το ψωμί σιωπηλά με κείνες τις τρυφερές της κινήσεις, ο παππούς πάντα του άπλωνε τη φούχτα κάτω απ’ τα γένεια του μην πέσουν τα ψίχουλα κι αμαρτήσει.
Από δίπλα εκείνος αναστέναξε άγρια, οι πόνοι τον λιάνιζαν, κάθε τόσο κι’ έβγαζε φωνή:
- Εχ Γεωργίααα! Καίγουμαι ! Νερό!
Η μάνα έμενε στο κρεβάτι του ως αργά, κάθουνταν άκρη – άκρη και τούβρεχε τις πληγές, ούτε μίλαγε.
Ακούγαμε τον πατέρα που θύμωνε, άρχιζε πάλι να βλαστημάει με λύσσα και να καταριέται Αλβανία, πολέμους, στρατηγούς, προδότες, νοσοκομεία.
- Αχ Γεωργία! Έτσι, έτσι σας λέω μάς πέταξαν.
Έγραφε με το μπράτσο του μιαν εκφραστική χειρονομία, ανασηκωνόταν ερεθισμένος, ο ιδρώτας πετάγουνταν χοντρά σπυριά.
- Έτσι σας λέω. Πάτε από εδώ, τα νοσοκομεία χρειάζουνται για μας!
Έλεγε που γέμισεν η Αθήνα λαβωμένους, άλλος διακόνευε, άλλος έτσι, άλλος έφευγε και χάνουνταν.
Πώς κατάφερε κ’ ήρθε! Τρίκλιζε, τα μπαστούνια βρόνταγαν στις πέτρες του δρόμου, στάθηκε στην αυλή, έκλαιγε, έκλαιγε σαν χελιδόνι. Η Μάνα τον πήρε απ’ το χέρι κι αργά – αργά τον έφερε στο κρεβάτι. Τον κράταγε σφιχτά πάνω της, σιωπηλή, σοβαρή, ο κόσμος ένοιωθε σαν επίσημη ώρα, κανένας δεν σάλευε.
Μονάχα ο παππούς έκανε το σταυρό του.
- Μέγας είσαι Κύριε…
Τώρα ο παππούς είναι Μάνα μας. Εκείνη απ’ το βαθύ χάραμα σέρνει τη γρηά μας φοράδα και φεύγει στα χωράφια, σκάβει, σπέρνει, θερίζει, το βράδυ γυρίζει σιωπηλή, καρτερούμε νάρθει η γλύκα της κ’ η παρηγοριά της.
Ο παππούς κάνει την αναφορά του, φάγαμε δε φάγαμε, παίξαμε δεν παίξαμε, ποιος έσπασε κεφάλι, ποιος έδεσε τενεκεδάκια στα σκυλιά, όμως εκείνη μας κοιτάζει τρυφερά και μοιράζει το ψωμί ίσα σ’ όλους μας, δίκαιους και αμαρτωλούς.
- Αύριο τα λέμε!
Μας φοβερίζει ο γέρος πεισμωμένος.
Εμείς δεν τον πιστεύουμε. Μονάχα που ο πατέρας φωνάζει και κλαίει, εκείνη πηγαινοέρχεται κουρασμένη, τα χέρια της τα τραχειά τρέμουν. Μένει στην κάμαρα του πατέρα πάντα ως τα μεσάνυχτα κι ακόμα.
Η θεία μας η χήρα κατάφερε τον Ιταλό γιατρό και της έδωσε αλοιφές. Δηλαδή όχι το γιατρό μα ένα παλληκαράκι Σικελό νοσοκόμο, ετούτος πάγαινε στης θείας τα βράδυα και τον έλουζε και τούπλεκε μάλλινα.
Η Μάνα κοίταζε μια τη θεία, μια τις αλοιφές. Και απέ τον παππού.
Ο παππούς έσκυβε στη φωτιά, ούτε γύριζε.
Τις άλλες μέρες ο πατέρας ησύχασε, έπεφτε σε βύθος, άφηνε απείραχτες τις βρασμένες πατάτες του μεσημεριού, ούτε ήθελε φως.
Όταν πέθανε, το λιγνό του πρόσωπο έφεγγε μέσα στα μαύρα – γκρίζα γένεια στο νεκροταφείο η Μάνα μας ξέσκιζε τα ρούχα της και ξερρίζωνε τα μαλλιά της.
Έπειτα το σπίτι μας σφραγίστηκε – σιωπή και κλάμα.
Την άνοιξη ακολουθούσαμε και μεις στα χωράφια, ήτανε σκάλος και βοτάνισμα, ως τη νύχτα ζυμώναμε τη γης, η Μάνα μας είχε λιγνέψει κ’ έπλεε μες στο μακρύ μαύρο της φουστάνι.
Εκεί που δούλευε άρχιζε το μοιρολόι, ήτανε ένα λυπητερό, αργό, κυματιστό τραγούδι, στιχάκια – στιχάκια. Μας έπιανε η αγκούσα, πνιγόμασταν. Έρχουνταν μπροστά μας ο πατέρας, εικόνες – εικόνες, πότε με τα χοντρά του μπαστούνια που βρόνταγαν, πότε γερός κ’ ίσος και χαμογελούσε.
Τότε ο μεγάλος αδερφός έσκουζε άγρια.
- Μάνα!
Ήθελε να χυμήξει σα γεράκια να της σφίξει το λαιμό.
Μας έπιανε φόβος και κρύο…
Το βράδυ ο δρόμος ήταν ατέλειωτος. Στο χωριό οι άνθρωποι ησύχαζαν κλεισμένοι από νωρίς στα σπίτια, πάνω στο δάσος του λόφου έφεγγαν τα μικρά φώτα του στρατιωτικού καταυλισμού, ακούγονταν εκείνη η χαρούμενη φυσαρμόνικα με τις ατέλειωτες ναπολιτάνικες μελωδίες. Ο παππούς γέμιζε λάδι το μεγάλο λυχνάρι, μας χάιδευε τα μαλλιά όλο γλύκα.
- Παλληκαράκια μου, παλληκαράκια.
Και μας τάιζε πατάτες και χόρτα.
Θάταν πια φθινόπωρο που πήρανε το δάσκαλο στρατοδικείο κι από κει χάθηκε. Τούτο τον καιρό έφυγε στα βουνά ο Γιωργής του θείου Κυριάκου, ακούγαμε που χάλασε τόνομά του κ’ έγινε καπετάν – Γιώργακας.
Ο παππούς θύμωνε που στάθηκε ο θείος μαλακός και δεν πελέκησε στο ξύλο το γιο του. Χτύπαγε τις γροθιές του στο τραπέζι, οι σακκούλες των ματιών του φούσκωναν. Κι όταν ήρθε ο θείος να μας ιδεί ο παππούς φρούμαζε, δεν τον χωρούσαν τα ρούχα.
- Τ’ είν’ αυτά Κυριακούλη; Εχ μωρέ δεν αποκρίνεσαι;
Ο θείος έσκυβε, γινόταν μια στάλα.
Από κάμποσο είπε:
- Ποιος τον έκανε ζάφτι πατέρα;
Η Μάνα έσφιγγε το μαύρο μαντήλι και σώπαινε. Είμασταν σίγουροι πως συμφωνούσε με τον παππού, μας έπιανε λύπη.
Τις νύχτες σκεφτόμασταν τον Γιωργή, έτσι να κατεβαίνει απ’ τα βουνά, αψηλός, φαρδύς, άγριος, καπετάν Γιώργακας σωστός. Και να ντουφεκάει. Εκειδά πάνω στις ντουφεκιές μάς έπαιρνε ο γλυκός ύπνος.
Όμως γρήγορα μας ήρθαν άλλα βάσανα. Η θεία η χήρα ήθελε να παντρεφτεί το Σικελό της! Αυτή τη φορά ο παππούς λίγο έλειψε να πεθάνει. Την έκλεισε στην κάμαρα του πατέρα μας, ακούγαμε το ραβδί που κατέβαινε στη ράχη της και κείνη ούρλιαζε και χύμαε να τον φάει. Η Μάνα μας τράβηξε τον γέρο, το κορμί του έτρεμε, έκλαιγε. Τον κάθιζε στη γωνιά μα τούτος έκανε να σηκωθεί, πάλευε. Φώναζε, τα μουστάκια του στάζαν.
- Αλλόφυλη! Αμαρτωλή! Φράγκισσα! Αχ, δεν είσαι κόρη δική μου! Πώς θα παντρεφτείς αμαρτωλή;
Η θεία η χήρα είχε φύγει απ’ την πίσω πόρτα, το αίμα πιτσίλισε την αυλή ως κάτου στο δρόμο.
Τις άλλες μέρες ο γέρος έμενε συλλογισμένος, κάθε λίγο και ρούφαγε πρέζα ταμπάκο κι αναστέναζε.
Έλεγε της Μάνας μας:
- Εχ, πούναι τος ο καπετάν – Γιώργακας να της πάρει το κεφάλι της λεβαντίνας!
Η Μάνα τούφερνε πιο κοντά το παλιό κανάτι του κρασιού. Έπινε, η καρδιά του μέρωνε, γέμιζε τρυφερότη και καλωσύνη για τη Μάνα μας. Την κρατούσε απ’ τα χέρια και τάσφιγγε μ’ όλη τη δύναμη των γηρατειών του.
- Εσύ Γεωργία είσαι παιδί μου. Εσύ, αδικημένη και βασανισμένη Γεωργία.
Θέλαμε να πέσουμε πάνω του, να τον αγκαλιάσουμε και να τον φιλούμε ως το θάνατο!
Ο μεγάλος μας αδερφός του διάβαζε ιστορίες για σημεία και τέρατα αγίων. Γαλήνευε, τα μάτια του είχανε μια απαλή ανταύγεια απ’ το φως της ψυχής του.
- Μέγας είσαι Κύριε…
Έλεγε σιγανά κ’ εκεί που πάγαινε να τον πάρει ο ύπνος ρώταγε:
- Έμαθες Γεωργία, πού βόσκει ο χαΐνης, ταγγόνι μου;
Εμείς πεταγόμασταν αράθυμα.
- Ποιος παππού; Ο καπετάν – Γιώργακας;
- Ναι.
- Στα βουνά, στα βουνά, απόσωνε η Μάνα μας και φύσαγε βιαστικά το λυχνάρι να γίνει σκοτάδι.
Μη κι’ έχουν τελειωμό οι βασανισμοί του ανθρώπου;
τον ίδιο καιρό, περασμένες του Σταυρού, μας πήραν στάρια και γεννήματα. Έζωσαν διπλά – τριπλά το χωριό, γέμισαν οι δρόμοι στρατό, πολυβόλα, αυτοκίνητα. Ο Ιταλός κομαντάτης κάθουνταν στην πλατεία, από κει έστελνε ταποσπάσματα στα σπίτια με τη σειρά, έμπαιναν βλαστημώντας κ’ έψαχναν, έξω στις αυλές γίνουνταν σωροί οι καρποί για μπάρκο!
Μήτε παπάς μήτε Πρόεδρος σκάρισε, οι άνθρωποι έμεναν κλεισμένοι κ’ έτρεμαν, πού και πού οι γυναίκες άφηναν σπαραγμούς πνιχτούς. Ώσπου να πεις, είδαμε πούφευγαν τα φορτηγά φορτωμένα ως πάνου κατά την Πολιτεία, ο στρατός τράβηξε απ’ τα καμποχώρια τραγουδώντας, στο δάσος του λόφου πλήθυναν τα φώτα, τα γέλια κ’ οι φωνές. Η Μάνα μας μόλις έγινε ησυχία σηκώθηκε, έσφιξε το μαύρο της μαντίλι, σκούπισε τα μάτια καιμας πήρε στην πίσω αυλή. Ήτανε ο παππούς γερμένος στον φράχτη αμίλητος, αδύνατος, κίτρινος.
Χτύπησε στην πλάτη τη Μάνα μας και χαμογέλασε:
- Βάστα Γεωργία!
Αυτό μονάχα.
Κι από κάμποσο:
- Βαστάτε μωρέ και σεις!
Ο μεγάλος αδερφός τούφερε κρασί και ταμπάκο. Έφερε και της Μάνας σκαμνί να καθήσει που λύγαε να σωριαστεί.
Εκείνη δάγκωνε το μαντήλι κ’ έκλαιγε. Έκλαιγε μ’ αναφυλλητά βαθειά, ματωμένα. Σαν τότε στο νεκροταφείο.
Συλλογιόταν τον χειμώνα που έφτανε χωρίς ψωμί και γεννήματα, εμάς που τρέμαμε όπως τα καλάμια του ποταμού, τον άμοιρο το γέρο, συλλογιόταν μαζί με τα τωρινά βάσανα της κατοχής τα βάσανα όλα της ζωής της – γέννες, θανάτους, φτώχεια, φαρμάκια – συλλογιόταν η Μάνα μας η δούλα κ’ η αγράμματη, αυτή η τσακισμένη και ταπεινωμένη, συλλογιόταν εκείνον που πέθανε απ’ τις πληγές του πολέμου. Εκεί μπροστά της άπλωνε η μοίρα το δίχτυ της, όλους θα μας τύλιγε, θα μας έσφιγγε ως το θάνατο άσπλαχνα.
Ο παππούς έφυγε σέρνοντας τα πόδια.
Τη νύχτα ώρες καθάριζε το παλιό πιστόλι του πατέρα μας ας ήταν και χωρίς σφαίρες.
Κ’ έπινε. Τα μάτια του άστραφταν.
- Απ’ τον παππού σου χαΐνη καπετάν – Γιώργακα! Αμ’ τι!
Έλεγε κι έπινε.
Η Μάνα κρατούσε το πρόσωπό της. Ήτανε δυο λεπτές, πετσαμένες, σκούρες, όλο νεύρα φούχτες. Ήτανε και το πρόσωπό της άσπρο – κίτρινο, έφεγγε μες στο μαύρο μαντήλι της κεφαλής.
Κοίταζε τον παππού, τα μάτια της στάζανε πίκρα κ’ έγνοια.
Ο λύχνος τσίριζε να σβήσει. Τι σκιές που σάλευαν!

Ύστερα απ’ τον Οχτώβρη οι βροχές πνίξανε τον τόπο. Ο μικρός μας αρρώστησε, μήτε φάρμακο είχαμε μήτε ψωμί. Εκείνη γύριζε ολημερίς κ’ έσκαβε στις λάσπες για ρίζες, χόρτα και τέτοια. Μας έφερνε προκηρύξεις, μαζευόμασταν γύρω στη φωτιά, ήτανε ησυχία, ο μεγάλος μας αδερφός τις διάβαζε φωναχτά λέξη – λέξη, βλέπαμε τον παππού που έσκυβε με προσοχή, η Μάνα στέκουνταν από πάνου κι αφουγκράζουνταν. Όταν εμείς φεύγαμε για ύπνο, ο παππούς κάθιζε αντίκρα του τον μεγάλο αδερφό, τον έβανε πάλι και πάλι να του διαβάζει τα χαρτιά, πάσκιζε να τα ξηγάει κατά πού ένοιωθε, έπινε αγάλια – αγάλια, ρώταγε πότε τούτο πότε κείνο.
Τούτα τα φύλλα δεν ήσαντε σαν τα γράμματα της εκκλησίας.
- Αχ, άλλο, άλλο είναι!
Κι αναστέναζε.
- Τι λες Γεωργία; Ε;
Εκείνη τούλεγε για οργάνωση, τέτοια.
- Όχι, όχι. Άλλο είναι Γεωργία!
Τράβαγε τα μουστάκια του με πείσμα.
Από μέρες, φώναζε της Μάνας πως το βρήκε. Έκανε σα μωρό.
- Ξέρεις Γεωργία τείναι; Να δώσουμε ό,τι έχουμε. Πώς θα γίνει ελευθερία και δίκιο; Πώς;
Η Μάνα μας χαμογελούσε, ούτε τούλεγε πως από μέρες είχε στείλει στα βουνά κουβέρτες και ρούχα, ακόμα και τασπρικά της.
Η Μάνα ποτέ δεν έλεγε στον παππού πως εδώ στο χωριό ήτανε επιμελητεία, πως ο θείος Κυριάκος είχε πεθάνει κρεμασμένος απ’ το κεφάλι στη γης, πως είχαν χωθεί απ’ τους ραβδισμούς λουρίδες πουκάμισο στις πλάτες του. Ήξερε πως ο γέρος μπορεί να μη τάντεχε, νάσπαζε η καρδιά του. Κ’ ήθελε πολύ να τον έχει, ήθελε και για τον εαυτό της και για κείνον και για μας.
- Αυτό είναι! Να δώσουμε!
Τον αγκάλιαζε και του χάιδευε τάσπρα γένεια.
Εκείνος ζούσε τον θρίαμβο, άστραφτε.
Δεν αποζήταγε πια σημεία και τέρατα αγίων. Τι νάβρισκε στα χαρτιά; Εδώ ήτανε, σε τούτο τον κόσμο τα μεγάλα σημεία. Σαν εκείνα των Φώτων!
Παραμονή νύχτα, έτσι ξαφνικά άρχισε ντουφέκι στον καταυλισμό του λόφου. Ο παππούς μάς σώριασε στο ντάμι χαμηλά, το στενό παράθυρο το φώτιζαν αστραψές, σειόταν το σπιτάκι μας απ’ τις ρίζες. Εμείς κλαίγαμε και χώναμε το κεφάλι βαθειά στις κοπριές. Η Μάνα μας αγρίευε, όλο κι άνοιγε χαράκι την πόρτα κι αφουγκραζόταν κατά το δρόμο. Σαν νακούγονταν τρεχάλες, πνιχτές βιαστικές φωνές.
Στο λόφο τα πολυβόλα γάζωναν νευρικά, έσκαγαν χειροβομβίδες δαιμόνοι, στα πλάγια του λόφου ήτανε φώτα άσπρα, κόκκινα, κίτρινα. Ο παππούς προσκύναε τον αη – Γιώργη, έλεγε προσευχές, βλαστήμαγε, κάθονταν δίπλα στο παχνί της φοράδας και μας κράταγε απ’ τις πλάτες.
- Βάστα καπετάν – Γιώργακα!
Κ’ έσφιγγε τις γροθιές του φοβεριστικά.
Την άλλη μέρα δε λειτούργησε ο παπάς.
Μας μάζεψαν στο χωράφι του σχολειού, είμαστε σύψυχο το χωριό, άντρες, γυναίκες, εμάς τα παιδιά μας στρίμωξαν στις κάμαρες του σχολειού.
Ακούγαμε φωνές, κλάματα, βρισές, ντουφεκιές.
Ως το μεσημέρι που έπιασε δυνατή, δαρτή βροχή.
Μάθαμε ύστερα πως η Μάνα μας στέκουνταν σφιγμένη στο μακρύ της μαύρο φουστάνι, μονάχα τα μάτια της φαίνουνταν απ’ το κεφαλοδέσιμο. Πως είχε μια περηφάνεια πάνω της καθώς βάδιζε μες στις λάσπες προς τον αυλόγυρο της εκκλησιάς. Μάθαμε πως γύρισε κ’ είδε τους άλλους, τους κοίταξε όλους αργά – σιγά, τους χαμογέλασε κ’ έκαμε να τους χαιρετίσει με τα χέρια μα ήταν δεμένα σφιχτά και σείστηκε αλαφρά το κορμί της.
Μάθαμε πως φώναξε:
- Χωριανοί, τα παιδιά μου!
Και δεν πήρε απόκριση.
Ύστερα την κλώτσησαν ως τον τοίχο της εκκλησίας…
Τώρα ο παππούς μας συχωρέθηκε, τον έφαγαν οι καημοί και το δίκιο. Μείναμε τα παιδιά, ο μεγάλος αδελφός είναι ο στύλος μας. Μας παίρνει των Φώτων κάθε χρόνο και πάμε λουλούδια σε κείνον τον τοίχο της εκκλησίας.
Πάντα μεσημέρι.
Και πάντα βρίσκουμε νάναι κι άλλα λουλούδια.
Περνάνε απ’ το πρωί οι άνθρωποι και προσκυνάνε τη Μάνα μας.
                                                              Αλέξης Σεβαστάκης
                                                              
Το διήγημα " Οι άλλοι άγιοι"δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης το Μάρτιο του 1963, στο τεύχος 99.Ο Αλέξης Σεβαστάκης με αυτό το διήγημα συμμετείχε  στο διαγωνισμό αντιστασιακού διηγήματος "Κορυσχάδες" και πήρε το τρίτο βραβείο " παρά την κάποια φιλολογική του υπερφόρτωση, περιγράφει με δύναμη την ψυχολογία των ανθρώπων που η νομοτέλεια της αντιστασιακής δράσης τούς φέρνει αντιμέτωπους προς τον κατακτητή ενώ παράλληλα ανασυνθέτει το κλίμα της βίας, της πείνας και της απανθρωπίας κάτω από το ζυγό των ναζί".