Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020

Πέτρος Κόκκαλης, εθελοντής γιατρός στην πρώτη γραμμή του ελληνο - ιταλικού πολέμου

 
Έξω από το Νοσοκομείο Ιωαννίνων τον Απρίλιο του 1941. Από αριστερά: Οι καθηγητές της Ιατρικής Σχολής Κωνσταντίνος Αλιβιζάτος, Πέτρος Κόκκαλης, Ιωάννης Αναγνώστου, Αρκάγαθος Γούττας, Γεώργιος Βλαβιανός. ( Η φωτογραφία απ' το βιβλίο του Σ. Μαρκέτου Ιστορία της Ιατρικής του 2ου αιώνα.Ι. Οι Έλληνες πρωτοπόροι, τομ.6: Πέτρος Κόκκαλης, Αθήνα 2001)

...Στις 4 του Δεκέμβρη του 1940, το Υπουργείο Στρατιωτικών ( Δ/νση Υγειονομικής Υπηρεσίας) με διαταγή του καθορίζει σε ποια νοσοκομεία των Αθηνών θα κατευθύνονται τα διάφορα περιστατικά και παθήσεις. Με δεύτερη διαταγή του τοποθετεί εννέα πανεπιστημιακούς καθηγητές της ιατρικής σε οκτώ νοσοκομεία των Αθηνών, με την ιδιότητα των " Επιστημονικών Ιατρικών Συμβούλων".
Ο Κόκκαλης τοποθετείται στο 2ο Στρατιωτικό Νοσοκομείο μαζί με τον καθηγητή Γεώργιο Καραγιαννόπουλο και στο 9ο Στρατιωτικό Νοσοκομείο με τον Νικόλαο Λούρο. Υπό την ιδιότητα του προέδρου της ΕΧΕ κάλεσε έκτακτη συγκέντρωση στο αμφιθέατρο του Αρεταίειου, στην οποία συνέρρευσε ο επιστημονικός κόσμος με θέμα την αντιμετώπιση των επιθέσεων του εχθρού με χημικές ουσίες. Οι Γερμανοί είχαν χρησιμοποιήσει για πρώτη φορά χημικά αέρια τον Απρίλη του 1915. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι έχασν τη ζωή τους ή τη σωματική τους ακεραιότητα από τη χρήση αερίων στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στην εισήγησή του ο Κόκκαλης τόνισε πως όταν η ανθρωπότητα γίνεται θύμα μιας τέτοιας ομαδικής δυστυχίας, ο γιατρός, και ιδιαίτερα ο χειρουργός, έχει καθήκον να εγκαταλείψει  τους ιδεολογικούς του προσανατολισμούς και να προσπαθήσει να συλλάβει το μεγάλο κακό, το αποκαλούμενο "δηλητήριο του πρωτοπλάσματος"...
Κι ενώ προσφέρει νύχτα - μέρα τις υπηρεσίες του στα νοσοκομεία που έχει τοποθετηθεί, ο ίδιος δεν είναι ικανοποιημένος. Θεωρεί ότι δεν προσφέρει το μέγιστο, ότι αυτό που κάνει δεν είναι στο ύψος των πολεμικών αναγκών της πατρίδας. Καίει μέσα του ένα πατριωτικό πάθος που τον ανεβάζει πάνω απ' όλους και πάνω απ' όλα και αφήνοντας γυναίκα, μωρό παιδί και 85χρονο πατέρα, καθώς και τη σχεδόν ασφαλή πρωτεύουσα η οποία σπάνια βομβαρδίζεται, φεύγει εθελοντικά για τη γραμμή των πρόσω, για εκεί όπου μαίνονται οι σκληρές μάχες μέσα σε συνθήκες ενός πολύ άγριου χειμώνα. Κι επειδή σ' αυτήν την "ανταρσία" του συναντάει δυσκολίες διατυπώσεων, ζητάει τη μεσολάβηση  του στενού του φίλου Γεωργίου Α. Βλάχου, διευθυντή της εφημερίδας Καθημερινή.
Αρχίζει πια να αναδεικνύεται ο "εσωτερικός" Κόκκαλης, αυτός της μεγάλης αγάπης για την Ελλάδα που κινδυνεύει και των στρατευμένων παιδιών της που πολεμούν τον εχθρό, σκοτώνονται, τραυματίζονται και δεινοπαθούν απ' τη μεγάλη μάστιγα του ελληνο - ιταλικού πολέμου, τα κρυοπαγήματα...
Η εθελούσια εγκατάλειψη της Αθήνας και η μετάβασή του στην Υγειονομική Υπηρεσία Βάσεως Ηπείρου, στην εμπόλεμη δηλαδή περιοχή, είναι το πρώτο του άλμα, αποτελεί την αφετηρία της μετέπειτα ολόψυχης αγωνιστικής του πορείας για την πατρίδα και τον λαό της και επιβεβαιώνει αυτό το ξεχωριστό " κάτι", αυτήν τη σπάνια αρετή που συγκροτούσε το Είναι του Κόκκαλη...
Φεύγοντας από την Αθήνα, το Γενικό Στρατηγείο τού διαθέτει επιβατικό αυτοκίνητο. Με αυτό ο Κόκκαλης, που του είχε ήδη απονεμηθεί ο βαθμός του Εφέδρου Αρχιάτρου, επισκέπτεται τα νοσοκομεία ( στρατιωτικά και μη) Λάρισας, Βόλου, Κοζάνης, Τρικάλων, Φλώρινας, Βέροιας και Ιωαννίνων. Στις 15 Γενάρη 1941 υποβάλλει προς την Β' Ανώτερη Στρατιωτική Διοίκηση τις παρατηρήσεις του, ότι

εις ουδέν Νοσοκομείον εύρον συγχρονισμένα μέσα δια την απαιτούμενην θεραπείαν ( παντελής έλλειψις ειδικών ναρθήκων, ακτινολογικού μηχανήματος) ένθα νοσηλεύεται ικανός αριθμός επιπλεγμένων πυορροούντων καταγμάτων κατά τον πλέον αρχέγονον τρόπον...

Στις 10 Φεβρουαρίου 1941 ο Κόκκαλης παρουσιάζεται στα Γιάννενα στην Υγειονομική Υπηρεσία Βάσεως Ηπείρου, Αρχίατρος της οποίας είναι ο Επαμεινώνδας Γκινάκας. Αμέσως, την επομένη, ο Γκινάκας τον τοποθετεί Τεχνικό Σύμβουλό του " με δικαιώματα κατευθύνσεως και παρακολουθήσεως της όλης λειτουργίας των χειρουργικών τμημάτων των Νοσοκομείων Φρουράς Ιωαννίνων και δικαιώματα χειρουργικών επεμβάσεων"...

Σ' αυτόν τον πόλεμο ο ελληνικός στρατός δεν είχε μόνο να αντιμετωπίσει τον αντίπαλο εισβολέα, που υπερείχε σε δύναμη και ισχύ πυρός, αλλά και τα στοιχεία της φύσης. Οι επιχειρήσεις διεξάγονταν σε μεγάλα υψώματα που ήταν σκεπασμένα με χιόνι, και τα περάσματα ήταν δύσβατα και περιορισμένα, γεγονός που καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολο τον ανεφοδιασμό και τη διακομιδή των τραυματιών, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται κρυοπαγήματα και περιστατικά τετάνου, αλλά και πολλές αρρώστιες. Δεν υπήρχε προετοιμασία απ' τον καιρό της ειρήνης σε ιματισμό, υπόδηση, τροφοδοσία.
Οι εισερχόμενοι τραυματίες, παγόπληκτοι και ασθενείς, κυμαίνονταν από 150 - 1000 ημερησίως. Οι νοσηλευόμενοι στα Γιάννενα υπερέβαιναν τους 2500 ημερησίως, ενώ τα διαθέσιμα κρεβάτια ήταν 1800. Οι προθάλαμοι και οι διάδρομοι των νοσοκομείων και των παραπηγμάτων, ελλείψει κρεβατιών και στρωμάτων, ήταν κατάμεστοι από τραυματίες που, ανεξάρτητα από τη βαρύτητα της κατάστασής τους, ήταν ξαπλωμένοι στο δάπεδο βογκώντας και ριγώντας με μία μόνο κουβέρτα. Η μεταφορά από το πεδίο των μαχών προς το νοσηλευτικό κέντρο Ιωαννίνων, και από εκεί για αλλού, γινόταν χωρίς καμία ειδική επιμελημένη διαλογή. Οι τραυματίες μεταφέρονταν στα νοσηλευτικά κέντρα Άρτας, Αμφιλοχίας, Αγρινίου και Μεσολογγίου, όπου επιβιβάζονταν σε πλωτά νοσοκομεία και σε επιβατηγά ατμόπλοια για τη ζώνη του εσωτερικού. Απ' το λιμάνι της Πρέβεζας προωθούνταν με ατμόπλοια στο εσωτερικό και οι αιχμάλωτοι τραυματίες και οι ασθενείς.
Αναλαμβάνοντας ο Κόκκαλης τον τομέα αυτό, προκειμένου να περάσει σε ένα άλλο σύστημα περίθαλψης, επισκέφτηκε μέσα σ' αυτήν την παγωνιά όλα τα ορεινά και πεδινά χειρουργεία της πρώτης γραμμής των μαχών για να διαπιστώσει ο ίδιος τις ελλείψεις και τις απαιτούμενες αλλαγές. Οι προτάσεις του εγκρίθηκαν και τέθηκαν σε εφαρμογή...
Πάρθηκαν και πολλά άλλα μέτρα ( βελτίωση μέσων μεταφοράς, αύξηση της ημερήσιας δόσης κονιάκ, κ.α μέχρι και εξασφάλιση του εκκλησιασμού των τραυματιών), τα οποία βελτίωσαν κατά πολύ τη διακομιδή και τη θεραπεία των τραυματιών, τον παγόπληκτων και των ασθενών. Έτσι τα διαθέσιμα κρεβάτια στα νοσοκομεία και τα παραπήγματα στο Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου έφθασαν τον Μάρτιο του 1941 τα 5000 κρεβάτια.
Αυτή η κατεπείγουσα και πολύ μελετημένη αναδιοργάνωση  της Υγειονομικής Υπηρεσίας Βάσεως Ηπείρου, που βελτίωσε το όλο σύστημα διακομιδής και νοσηλείας των μαχητών του πολέμου, ανέδειξε το μεγάλο οργανωτικό ταλέντο του Πέτρου Κόκκαλη και αποτελεί τη σημαντικότερη πατριωτική του προσφορά του στον Ελληνοαλβανικό πόλεμο, σύμφωνα με τις αναφορές των επίσημων αρμοδίων φορέων...

Στα νοσοκομεία, οι γιατροί για να αντιμετωπίσουν τον μεγάλο αριθμό των χειρουργικών περιστατικών αναγκάζονταν να εργάζονται συνέχεια, με αποτέλεσμα την εξοντωτική κόπωσή τους. Ο Κόκκαλης εκτός από τη γενική ευθύνη και εποπτεία που είχε ως Εφ. Αρχίατρος χειρουργούσε και ο ίδιος νύχτα μέρα...

Τα κρυοπαγήματα είχαν πάρει διαστάσεις επιδημίας, οι απώλειες ήταν κατά πολύ μεγαλύτερες από τους τραυματισμούς. Στην V Μεραρχία π.χ. μόνο σε μια μέρα, στις 25 Φλεβάρη του 1941, είχαν 133 παγόπληκτους και 26 τραυματίες. Οι αιτίες ήταν πολλές. Κατ' αρχάς το δριμύ παρατεταμένο ψύχος ( έως και -37ο Κελσίου ) πάνω στα μεγάλα υψόμετρα όπου διεξάγονταν κυρίως οι επιχειρήσεις, η έλλειψη σε αρβύλες και η παντελής έλλειψη επενδυμένων με ύφασμα αρβυλών. Δεν υπήρχαν χοντρές μάλλινες κάλτσες, δεν υπήρχε εμπειρία των αξιωματικών και στρατιωτών αλλά ούτε και καμία πρόβλεψη και προετοιμασία. Πολύ κακό προξενούσαν και οι γκέτες, οι οποίες έσφιγγαν με το περιτύλιγμά τους το πόδι και δεν κυκλοφορούσε σωστά το αίμα.
Για την αντιμετώπιση αυτού του φοβερού φαινομένου το Υπουργείο Στρατιωτικών και το Υπουργείο Πρόνοιας εξέδωσαν την υπ' αριθμόν 214624/19-12- 40 διαταγή για τη σύγκληση του Ανώτατου Στρατιωτικού Υγειονομικού Συμβουλίου, το οποίο συνήλθε και αποφάσισε λήψη άμεσων μέτρων. Μεταξύ  αυτών ήταν και ο εμποτισμός του συμπαθητικού κοντά στην οσφυϊκή μοίρα με διάλυμα νοβοκαΐνης, σε συνδυασμό με εντομές στη ραχιαία επιφάνεια κατά το αρχικό στάδιο του οιδήματος, ενέργεια που μπορούσε να γίνει μόνο σε χειρουργείο και από έμπειρο χειρουργό.
Ο Κόκκαλης εφάρμοσε τον εμποτισμό, όντας ο πλέον έμπειρος και ικανός χειρουργός, γι' αυτό και το όνομά του στο Νοσοκομείο των Ιωαννίνων συνδέθηκε με τη χρήση της νοβοκαΐνης στη θεραπεία των κρυοπαγημάτων...
Η αναδιοργάνωση της Υγειονομικής Υπηρεσίας της Βάσεως Ηπείρου προέβλεπε και άλλα μέτρα, τα οποία όμως δεν πρόφτασαν να πραγματοποιηθούν εξ αιτίας της επίθεσης της Γερμανίας κατά της Ελλάδας και της κατάρρευσης του μετώπου...

Η εθελούσια κατάταξη του Πέτρου Κόκκαλη στην Υγειονομική Υπηρεσία Βάσεως Ηπείρου και η εμπεριστατωμένη αναδιοργάνωσή της κατά το πλείστον από τον ίδιο ήταν μια γενναία πατριωτική πράξη με θυσίες και κινδύνους, που τίμησε τον ίδιο και την οικογένειά του προσφέροντας στις επόμενες γενιές των νέων ανθρώπων το ύψιστο παράδειγμα της έμπρακτης αγάπης προς την πατρίδα.
Το Νοσηλευτικό Κέντρο εργαζόταν μερόνυχτα κάτω από την απειλή της Ιταλικής αεροπορίας. Στις 20 Απριλίου 1941 το βράδυ βομβαρδίστηκε το 2ο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, το κεντρικό οίκημα του οποίου αποτελούσε χειρουργικό κέντρο. Με τον βομβαρδισμό αχρηστεύτηκε τελείως. Οι απώλειες του προσωπικού και των νοσηλευομένων έφθασαν τους 50. Μεταξύ των νεκρών , ο διευθυντής του Νοσοκομείου, Γενικός Αρχίατρος Γεώργιος Μαρκάκης και ο καθηγητής της χειρουργικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ξενοφών Κοντιάδης...
Ο βομβαρδισμός συνέπεσε με την υπογραφή της συνθηκολόγησης με τους Γερμανούς.
Η χηρεύουσα έδρα του Κοντιάδη ανετέθη στον Κόκκαλη, ο οποίος ανέλαβε τη διεύθυνσή της.
Εφτά ημέρες αργότερα, στις 27 Απριλίου, το Σ3 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Διακομιδής, που είχε περιθάλψει μέσα στον Απρίλιο 11.275 τραυματίες, ασθενείς αλλά και παγόπληκτους, έπαψε να λειτουργεί. Εν τω μεταξύ οι Γερμανοί είχαν μπει στα Γιάννενα. Όλοι οι νοσηλευόμενοι προωθήθηκαν προς το Αγρίνιο. Το προσωπικό του απολύθηκε για να μεταβεί στα σπίτια τους χωρίς να του χορηγηθούν φύλλα πορείας ή απολυτήρια.
Το σκοτάδι της Κατοχής απλωνόταν πάνω από την Ελλάδα. Το μέτωπο του αγώνα μεταφερόταν τώρα στο εσωτερικό της.


Κατίνα Τέντα - Λατίφη, Πέτρος Σ. Κόκκαλης, Βιωματική βιογραφία, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2011


Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2020

Η Ασημόπετρα



Ένα μυθιστόρημα για τη Σάμο που "σαν την "ασημόπετρα" πάνω της δοκιμάζουν οι σαράφηδες το χρυσάφι και το ασήμι"  την περίοδο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, την Ιταλική Κατοχή, την πρώτη απελευθέρωσή της, την ΕΑΜική αντίσταση, τα σχέδια των Βρεττανών, την ανάμειξη των Αμερικάνων και τελικά τη Γερμανική Κατοχή.
Όλα αυτά μέσα από την αφήγηση του Στηβ Άνταμς , ο οποίος από σκιτσογράφος - ρεπόρτερ στην "Κλήβελαντ Σταρ" , δουλεύει στο μέτωπο της Αφρικής ως πολεμικός ρεπόρτερ και στη συνέχεια υπολοχαγός του Αμερικανικού Στρατού και πράκτορας του O.S.S., την προγενέστερη του F.B.I. μυστική υπηρεσία.
Παιδί μεταναστών από τη Σάμο, γεννημένος και μεγαλωμένος στο Ουώρρεν του Οχάιο , επιλέγεται ακριβώς για την σαμιακή του καταγωγή να εξυπηρετήσει τα αμερικάνικα σχέδια, τα οποία αρχικά τα αντιμετωπίζει με πολύ ρομαντισμό και καλοπροαίρετη διάθεση καθώς είναι πεισμένος ότι η Αμερική μάχεται για το καλό της ανθρωπότητας. Τα σχόλια που παραθέτει σε σημειώσεις μαρτυρούν την μετέπειτα αλλαγή αυτής της οπτικής.
" Είμαι Αμερικανός πολίτης και Έλληνας άνθρωπος. Σαμιώτης. Πιστεύω στη Δημοκρατία και στην Ελευθερία , σ' ό,τι πιο πολύτιμο εκφράζουν αυτές οι λέξεις στον Άνθρωπο" δηλώνει κάπου στην αφήγηση του.
 Από τη μια μεριά η φρίκη του πολέμου , είτε αυτός γίνεται στην Αφρική είτε εκφράζεται μέσα από την σκληρή Ιταλική Κατοχή και τους Γερμανικούς βομβαρδισμούς, και από την άλλη η  ομορφιά της  ζωής και της φύσης ,η  περιγραφή των ανθρώπων, οι  παιδικές αναμνήσεις, οι εφηβικοί έρωτες. Και μέσα σε όλα αυτά αναδεικνύεται περίφημα η αντίσταση του σαμιακού λαού και η οργάνωση του στο ΕΑΜ αλλά και τα παιγνίδια των συμμάχων για το μέλλον της Σάμου. Πτυχές της ιστορίας , πρόσωπα και γεγονότα άγνωστα στους περισσότερους . 
Ο αφηγητής προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες ανάμεσα στην αμερικανική του ιδιότητα και αποστολή και στην ελληνική - σαμιακή καταγωγή του και ό,τι τον δένει με αυτή.  Πρόσωπο τραγικό, πληρώνει  βαρύ τίμημα για αυτή του τη δραστηριότητα.
Στο πρόσωπό του μπλέκονται πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία από τη ζωή του ίδιου του συγγραφέα, του Κώστα Καλατζή. Τα ιστορικά γεγονότα εναλλάσσονται με εκείνα της καθημερινότητας των ανθρώπων στη Σάμο. Το μυθιστόρημα είναι ένας πίνακας , μια τοιχογραφία της σαμιώτικης ανθρωπογεωγραφίας πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ο νεαρός  Στηβ ξανασυναντά  τον εφηβικό του έρωτα, τη Μαρία και η ερωτική τους σχέση κυριαρχεί στην ιστορία. Κάθε αναφορά σε αυτήν από μόνη της είναι ένα μικρό ποίημα με χρώματα, κίνηση, αίσθημα και πλημμυρισμένο από την ομορφιά της νεότητας. 
Ο παρών χρόνος της ιστορίας είναι ο Σεπτέμβριος του 1943 με την απελευθέρωση της Σάμου από τους Ιταλούς και εκτείνεται μέχρι και το Νοέμβριο του 1943 οπότε το νησί κατακτιέται από τους Γερμανούς. Σε αυτό το διάστημα ο αφηγητής και με ανάδρομες αφηγήσεις ξεδιπλώνει μπροστά μας τη Σάμο, τους Σαμιώτες, τους Ιταλούς, τους Βρεττανούς, τους Αμερικάνους και βέβαια τους Έλληνες μέσα από την πολιτική της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης και την πολιτική των ανταρτών του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ καθώς και του Ιερού Λόχου. 
Η αφήγηση είναι αριστοτεχνική , εμπλουτισμένη με ζωντανούς διαλόγους  και εξαιρετική απόδοση της σαμιακής γλώσσας. Κάποια πρόσωπα είναι αληθινά όπως ο  Μητροπολίτης Ειρηναίος και κάποια άλλα δημιούργημα της φαντασίας του συγγραφέα. Από τις πολύτιμες σημειώσεις αφήνεται να εννοηθεί ότι και ορισμένοι από τους ΕΑΜίτες καπετάνιους ήταν αληθινά πρόσωπα. Η μαεστρία του Καλατζή βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το γεγονός, ότι κατορθώνει να αναμειγνύει το αληθινό με το αληθοφανές και να πλάθει μια συναρπαστική ιστορία μέσα σε μια εκπληκτική  λογοτεχνική ατμόσφαιρα.
Η γραφή του Κώστα Καλατζή διακρίνεται για το δυναμισμό,  το ρεαλισμό και τον έντονα αντιπολεμικό χαρακτήρα της. Γιατρός ο ίδιος  κεντάει πάνω στον καμβά του ανθρώπινου σώματος με λεπτομερείς και ακριβείς περιγραφές  των πληγών του και των βασάνων του. Εξαιρετικές και οι ναυτικές του γνώσεις οι οποίες αφήνουν άρτιο περιγραφικό αποτέλεσμα. Πλούσιο και συνταρακτικό μυθιστόρημα από κάθε άποψη αξίζει να το αναζητήσετε και να το διαβάσετε. 
Το μυθιστόρημα τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το "Βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη"
Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι μέρος της περιγραφής από το βομβαρδισμό των Γερμανών στο Βαθύ της Σάμου στις 17 Νοεμβρίου 1943.



...Οι εκρήξεις μας προλάβανε στη συνοικία με τις καρουπιές ψηλά στην παρυφή της πολιτείας.
Αναταράχτηκε ο κόσμος, σκίστηκε κι ένα πηχτό χωματένιο κύμασηκώθηκε βίαιο και μας κάλυψε.
Βρεθήκαμε ζουλιγμένοι σ' ένα ρηχό αντιαεροπορικό χαντάκι, λίγο πιο πάνω απ' τα τελευταία σπίτια. Η αριστερή μου πάντα στουμπίχτηκε όλη, πόνος τη μούδιασε μουγγός. Ψαχούλεψα τρομαγμένα τη Μαρία. Δεν είχε χτυπήσει. Κρατιόνταν γερά απ' τη ζώνη μου και δάγκωνε τα χείλια της για να μην ξεφωνίσει. Τα χαρακτηριστικά της πανιασμένα είχαν τραβηχτεί κι ο τρόμος πρασινωπός γυάλιζε στα μάτια της.
...Κι οι μπόμπες σκάζαν ολόγυρα. Στρούφιζε η γης, κλώτσαγε ίδιο μυγιασμένο πουλάρι, άνοιγε στόματα πυρωμένα, κρατήρες πελώριους να μας χάψει. Ο αέρας ξεσκίζονταν από μυριάδες σφυριχτές βιτσιές, άναβε. Ένοιωθες σπαρταριστή την καρδιά να φλετουράει, ίδιο κοτσύφι πιασμένο στην ξόβεργα και φίδια χοντρά τις καρωτίδες να γοργοχτυπιούνται τεζαρισμένες. Καρφωτά στο σβέρκο μας δάγκωνε ο πανικός.
Ερχόνταν χουγιαστά η μπόμπα κι η ζωή μας όλη αναρουφιόνταν με μιας από τις φλέβες της κι έφραζε, κόμπος σφιχτός, το λαρύγγι. Τα δάχτυλά μας γαντζώνονταν ξυλιασμένα πάνω στο αγαπημένο στέρνο της γης κι η ανασεμιά ακίνητη στα χείλη αφουγκράζονταν και καρτέραγε. Έτοιμη να μας αφήσει και χελιδόνι άπιαστο να φτερουγίσει στο γαλάζιο στερέωμα.
Κιοτήδες ανήμποροι, με λειωμένη τη θέληση και την αξιοπρέπειά μας, ξαπλωμένοι έτσι θεόγυμνοι κάτω απ' την καφτερή ανάσα του θανάτου, δαγκώναμε το χώμα και περιμέναμε. Δε μας περνούσε άλλο, μόνο να περιμένουμε.
Και με το ξετάπωμα της βροντής κάτι σαν τούμπανο ανατολίτικο, σα βούκινο, κάτι σαν πεταλόκρουσμα κεραυνωτό κάλπαζε στ' αφτιά μας. Και μας κουκούλωναν η καφτή σκόνη, οι πέτρες. Μέναμε ασάλευτοι σαν κάτι μαμούνια, που, άμα πας να τ' αγγίξεις, κουλουριάζονται και γίνονται ένα τόσο δα, σβωλαράκι χώμα. Έτσι, ώσπου να κατακάτσει ο φοβερός απόηχος. Κι ύστερα μόλις - μόλις σηκώναμε το κεφάλι. Σαλεύαμε ερωτηματικά, ψάχναμε τα πλευρά μας κι άξαφνο κλώτσημα της καρδιάς μάς συντάραζε ολόκορμους. Νοιώθαμε πάλι την ύπαρξή μας. Άγρια και πυρωμένη χαρά, μυρίζοντας σκασμένη τροτύλη μας πλάνταζε.
Ζούσαμε.

Κι οι κινητήρες πάντα βουίζανε στον ουρανό. Σφύριζαν ασταμάτητα οι μπόμπες.
Θάθελες να σκάψεις ένα λαγούμι με τα δόντια και κουρνιάσεις μέσα, σκουλήκι αόματο δίχως αισθήσεις, να γίνεις ένα με τη γη, χώμα κι εσύ. Χώμα ζεστό, ήσυχο, αδιατάραχτο.
Μέσ' στο χαντάκι, στα φευγαλέα ανασηκώματα του κεφαλιού μου ξέκοβα μορφές πελιδνές, ξεματωμένες. Βούρκος από κορμιά πατηκωμένα σε σωρό αξεδιάλυτο. Ένας παπάς, ίδιος μαύρος μπόγος, είχε χώσει το κεφάλι του μέσα στα ράσα του. Δεν κουνιόνταν καθόλου. Μια τσιριχτή γυναικεία φωνή, έσκουζε μονότονα. Κάθε που έσκαζε η μπόμπα, ζουλιόνταν ο σωρός, γινόνταν μάζα πηχτή, λάσπη, κι ύστερα αναφουφούλιαζε πάλι, ζωντάνευε κι αναλυότανε σε σαγώνια που τρέμανε, μάτια θολά και χέρια, που άλλα σταυροκοπιόντανε, άλλα σηκώνονταν σε βουβό παρακάλιο κι άλλα μουτζώνανε τον ουρανό.
Ο Αλέξης βλαστήμαγε.
- Του σταυρό τ'ς ...
Δίπλα του ο Αρίστος τον κράταγε γερά απ' τον ώμο κι όλο τούλεγε.
- Φρόνιμα, Αλέξη, φρόνιμα. Στο φούρνο το κεφάλι...
Μα ο Αλέξης δεν άκουε. Βούιζε το άγουρο αίμα μέσα του. Στριφογύρναγε πεισματωμένο και τον παίδευε, τούδινε σπρωξιές απανωτές.
- Τ' Παναγία τ'ς...βλαστήμησε πάλι, και μ' ένα παλμικό τεζάρισμα του κορμιού του ξέφυγε του Αρίστου και βρέθηκε όρθιος στα χείλια του χαντακιού.
Ο ίσκιος του μας σκέπασε. Ρίζωσε διχαλωτά πάνω στα πόδια του και τίναξε πίσω το κεφάλι. Το μαύρο του κεφαλομάντηλο τούπεσε και τ' ακούρευτα μαλλιά του στρουφουλιχτά σπαρτάρισαν στον αέρα κορακάτα.
Ο ήλιος τσάχτισε σπαθάτος πάνω στις χιαστές σφαίρες του στήθους του. Είχε ένα φοβερό μεγαλείο κείνη η στιγμή!
Σήκωσε ψηλά το Σμάισερ ο Αλέξης και πάτησε τη σκανδάλη. Το αυτόματο κλωτσοκόπησε στα ξεμανίκωτα μελαχροινά του χέρια. Έσφιγγε τα χείλια του και με ματιά μεταλλική σημάδευε αταλάντευτος.
Έριχνε.
Πιδάκιζαν γυαλιστεροί οι κάλυκες.
Μα τα γινατωμένα νιάτα του Αλέξη δε γινόταν να σταματήσουν τ' αστροπελέκι, που σαν μοίρα αναπότρεπτη κατρακύλαγε ατράνταχο απ' τον ουρανό.
Βρουχήθηκε φλογερό το Στούκας, κατέβηκε χαμηλότερ' απ' όλες τις φορές, ίσα που σφύριξ' η μπόμπα κι όλα τα σκέπασε η βροντή και ο καπνός.
Ακούστηκε κραυγή μεγάλη. Σπαραχτική κραυγή, που σφεντονίστηκε πάν' από ανθρώπους και χαλάσματα και βούλιαξε γοερά στις μασχάλες των λόφων.
- Μάνα μου...

Ο Αλέξης...Πάει ο Αλέξης...

Η Μαρία μ' ένα άξαφνο τίναγμα πήγε να πεταχτεί όξω απ' το χαντάκι. Πρόλαβε ο Τζερόνυμο, την άρπαξε απ' τη μέση, την τράβηξε πίσω και με μια ιαπωνική λαβή την ακινητοποίησε στο βάθος του χαντακιού.
Πήγα να τιναχτώ εγώ απάνω. Μ' άρπαξε απ' το γιακά ο Αρίστος, με κράτησε.
- Κάτω και συ, μούγκρισε.
Το άλλο Στούκας έπεφτε κιόλας, με τη σειρήνα του να ουρλιάζει.
Η Μαρία χτυπούσε χέρια, πόδια, πολέμαγε να δαγκώσει τον Τζερόνυμο να ξεφύγει. Ούρλιαζε. Είχε πέσει σε υστερία.
Κι ο Αλέξης σφάδαζε. Η έκρηξη τον είχε πετάξει δέκα μέτρα μακριά. Κουλουριαζόνταν κι αναπήδαγε πλατσουριστά μέσα στο γλίτσικο βούρκο του αίματός του. Είχανε σύρριζα κοπεί και τα δυο του πόδια. Ορθώθηκε για μια στιγμή πάνω στα καπούλια του, τραμπαλίστηκε, άνοιξε αγκαλιά πελώρια τα χέρια του και κεραυνοχτυπημένος μπατάρισε μονοκόμματος.
Φώναξε πάλι δυνατά. Ύστερα ένα γουργουρητό σκέπασε τη φωνή του, κάτι σαν παράπονο, κάτι σαν κλάμα. Σώπασε.
Το πανωκόρμι του τράνταξε σπασμός ύστατος κι απόμεινε ακίνητος. Όρθια τσαταλώθηκαν τα κολωβά ριζομέρια του, με το κρέας τους αχνιστό να ξεχειλάει κατακόκκινο.
Άκουσα δίπλα μου τον Αρίστο να βογγάει. Η χούφτα του πελώρια αρπάχτηκε φοβερή πάνω σε μια πέτρα. Σφίχτηκε άγρια, ώσπου οι κλειδώσεις της πανιάσανε κι οι φλέβες της φούσκωσαν, γίνανε σκοινιά μπερδεμένα σε κόμπους χοντρούς.
Το Στούκας αποπάνω μας έγραψε την ουρλιαχτή του καμπύλη και πήρε διαγώνια ύψος. Έσκασε καμιά τριανταριά μέτρα παρακάτω η μπόμπα. Ένα σπιτόπουλο τινάχτηκε στα υψοούρανα. Σκεπάσαμε με τα χέρια τα κεφάλια, βροχή τα κάθε λογής κομμάτια, που κάποτε ήτανε το σπιτόπουλο. Ύστερα ανασηκωθήκαμε πάλι.
Δυο οργιές μπροστά μας κοίτονταν λυγισμένο, σα δάχτυλο γιγάντιο, το ένα πόδι του Αλέξη. Φαινόνταν ασπρουλιάρικη η γάμπα. Η αρβύλα ακέραιη. Το τακούνι της ήτανε φαγωμένο και το κορδόνι λυτό. Σουρχόντανε μια πιεστική διάθεση να πας κοντά και να το δέσεις. μα έβλεπες πως ήταν μάταιο πια. Και τα χέρια του Αλέξη ήταν πολύ μακριά τώρα για να το δέσουνε τα ίδια.
Το γόνατο θρύψαλα. Βαθιές κοψιές χωρίζανε λουρίδες το μερί και στην άκρη, απ' την τεράστια λαβωματιά, κομματιασμένες οι σάρκες ξερνούσανε αίμα πηχτό. Λεύκαζε το κόκκαλο τσακισμένο σε σουβλερά ξεσκλίδια και το μεδούλι κρεμόνταν σαν ψόφια σκουληκαντέρα και αργοστάλαζε κοκκινωπό.

Έδωσα μια και πετάχτηκα έξω. Έτρεξα σκυφτός, γονάτισα δίπλα στον Αλέξη. Ήτανε ακόμα ζεστός. Τα μάτια του ολάνοιχτα, γυαλωμένα και το πρόσωπό του συσπασμένο σε μια ύστατη έκφραση αβάσταχτου πόνου. Τα μάγουλά του ήτανε άσπρα, τέλεια άσπρα σαν το χαρτί. Όλο του το αίμα είχε αδειάσει απ' το κορμί του. Κουρελιασμένο το πουκάμισό του. Βαθιές χαραξιές σκίζανε τα μεγάλα του στήθια. Απ' την αριστερή μεριά είχε διπλωθεί το δέρμα και το κρέας και φαινόνταν γυμνά τα παΐδια.
Έκλεισα μαλακά τα βλέφαρά του κι άφησα την παλάμη μου εκεί. Κοίταζα το αρυτίδωτό του κούτελο, τις σφιχτές μπούκλες των μαύρων μαλλιών του.
Κρατιόμουνα με δύναμη. Ο πόνος ήταν ακόμα ζεστός μέσα μου, σαν το κορμί του Αλέξη. Δεν τον ένοιωθα. Ήξερα όμως πως δε θ' αργούσε να κρυώσει. Κι ήξερα πως η ζωή μου σημαδεύτηκε πια για πάντα από τουτηδά την ώρα από το σκοτωμό του Αλέξη.
Η πέτσινη εξάρτυση με τις σφαίρες του Λούγκερ ήτανε κει χιαστή στη θέση της, βουτηγμένη στο αίμα. Και η καινούργια ζωστήρα από βακέττα, κι αυτή στη θέση της. Κι οι γεμιστήρες του Σμάισερ. Τράβηξα την παλάμη μου απ' τα μάτια του Αλέξη.
- Συχώραμε, Αλέξη...άκουσα μια μακρινή φωνή μέσα μου να λέει...και να κλαίει.
Ξεκούμπωσα τη θήκη του Λούγκερ, έβγαλα το μεγάλο μαύρο πιστόλι. Το σήκωσα ψηλά κι έτσι γονατιστός τράβηξα απανωτά τη σκανδάλη. Φύγανε όλες οι σφαίρες στον ουρανό.
- Αντίο, Αλέξη...
Κι έβαλα το Λούγκερ του Ρίττερ Χάιντς φον Στοκχάουζεν στη ζώνη μου. Ήταν κειμήλιο της οικογένειας. Δεν έπρεπε να πέσει σε ξένα χέρια...
Σηκώθηκα όρθιος με ένα αίσθημα απόλυτου κενού.
Ο Αρίστος ήρθε κοντά σκυφτός και γρήγορος. Οι κινήσεις του ήτανε σταθερές και μετρημένες. Ίσιωσε το κορμί του Αλέξη, μάζωξε τα κομμένα πόδια του, τάβαλε πάνω - κάτω στη θέση τους, του σταύρωσε τα χέρια. Έτρεξε χαμηλά, τράβηξε μια κλωτσιά στην πόρτα του σπιτιού, δίπλα στο σπιτόπουλο που ανατινάχτηκε, μπουκάρισε μέσα, βγήκε κρατώντας κάτι στρωσίδια στα χέρια κι ένα σταμνί νερό. Ήρθε απάνω, σκέπασε με δυο χράμια το πτώμα, έπλυνε το πρόσωπο του Αλέξη, τα μαλλιά του. Εκείνη η σύσπαση του μεγάλου πόνου έφυγε. Κι ήταν ο Αλέξης τώρα ένα όμορφο παιδάριο που το πήρε γλυκά ο ύπνος. Μόνο που ήταν άσπρο, πολύ άσπρο...

Κι οι εκρήξεις ανασκάβανε ακόμα τα χαλάσματα χαμηλά στην πολιτεία. Τ' αεροπλάνα πετούσανε τώρα σε μικρούς τριγωνικούς σχηματισμούς, από τρία. Χαράζανε τον ουρανό, μια οριζόντια, μια κάθετα και γκρεμίζανε με μέθοδο.
Κάποτε φάνηκαν να ψηλώνουν. Υπακούοντας, ποιος ξέρει σε ποιο γνέμα, συγκλίνανε όλα και χωρίς κανένα μπέρδεμα πήρανε ένα - ένα την προκαθορισμένη θέση τους. Πουθενά τρεμούλιασμα φτερών, στραβοτιμονιά καμιά. Ο μέγας σχηματισμός των JU - 88, χωρίς νευρικότητες και κινήσεις περιττές ζυγήθηκε, στοιχήθηκε πάλι, τακτοποιήθηκε γοργά και με την άψογη μύτη του σημάδεψε τη Δύση και πήρε να ξεμακραίνει σταθερά. Σβέλτος και ξαλαφρωμένος.
Τα Στούκας φέραν κι αυτά μια τελευταία βόλτα, καβάλησαν τους ανεμόμυλους και χάθηκαν αφήνοντας για ώρα στ' αφτιά μας τη βουερή εντύπωση των δυνατών κινητήρων τους.

Ο ουρανός αποκαλύφτηκε πάλι γαλάζιος και πεντακάθαρος. Μας κάλυψε η σιωπή. Μια σιωπή βαθιά, παράξενη, η σιωπή του απείρου. Οι άνθρωποι πήραν να βγαίνουν απ' το χαντάκι μουδιασμένοι και βρώμικοι. Κοιταζόντουσαν ξέπνοοι ακόμα, σαστισμένοι. Ο παπάς έψαχνε για το καλυμμαύκι του. Η γυναίκα κουλουριασμένη στο χώμα έκλαιγε πάντα δυνατά. Ως φαίνεται ήταν χτυπημένη. Κάποιος έσκυψε απάνω της αμήχανα.
Γύρω απ' τον Αλέξη σχηματίστηκε αργά - αργά ένας συλλογισμένος κύκλος, αμίλητος.
Βγήκε και η Μαρία.
Πήγε να την κρατήσει ο Τζερόνυμο, έκανε μια έτσι εκείνη με το χέρι της, τον έσπρωξε αδύναμα. Είχε ησυχάσει. Το κορμί της ήταν αλύγιστο σαν ξυλιασμένο. Περπάτησε μ' έναν αφύσικο, σπαστικό τρόπο. Τα μάτια της είχανε κείνο το στύλωμα στο κενό, που έχουν τα μάτια των τυφλών. Λες και ερχόντανε από κάπου αλλού. Και πήγαινε κάπου αλλού.
Ζύγωσε. Ο κύκλος των αμίλητων ανθρώπων άνοιξε, πέρασε η Μαρία. Γονάτισε δίπλα στο κεφάλι του Αλέξη. Έπιασε το χράμι, το τέντωσε, έκανε στην άκρη του ένα ίσιο δίπλωμα και με τρυφερή κίνηση μάνας τον σκέπασε ταχτικά ως το λαιμό, θαρρείς για να μην κρυώσει. Με την παλάμη της σιδέρωσε το χράμι στο στήθος και στους ώμους. Ύστερα γύρισε, του χάιδεψε μαλακά, όλο τρυφεράδα το κούτελο κι έσκυψε τον φίλησε στο κάτασπρο μάγουλο. Ούτε ένα δάκρυ δεν ξεφλέβισε από κείνα τα παγωμένα μάτια της. Μόνο έμεινε να κοιτάει ακίνητα το πρόσωπο του παιδάριου, που έμοιαζε να το πήρε καταμεσήμερο στην εξοχή ο ύπνος. Τα χείλια της σαλέψανε.
- Ανάθεμα στον αίτιο...μουρμούρισε.
Έσκυψα, με κείνο το αίσθημα του απόλυτου κενού πάντα μέσα μου, την έπιασα απ' τους ώμους. Σηκώθηκα υπάκουα και άβουλα. Την πήγα λίγο πιο κάτω, την έβαλα να κάτσει σ' ένα κοτρώνι. Δεν αντιδρούσε.
Ένας Εγγλέζος στρατιώτης δίπλα, έδωσε μια στο χακί κράνος του και τόριξε πίσω, στο σβέρκο του. Φάνηκαν λιγδιάρικα τα αχυρένια μαλλιά του να κολλάνε στους ιδρωμένους κροτάφους του. Άναψε τσιγάρο. Στα γαλάζια νοτισμένα μάτια του κατρεφτιζόντανε η φλεγόμενη πολιτεία.

Πέρα στη Δύση, σύννεφα αφράτα στοιβάζονταν μαλακά, φράζαν το φαρδύ άνοιγμα του κόλπου.
Ο σχηματισμός των JU-88, μόλις φαίνονταν. Μίκραινε γοργά. Γίνηκε τριγωνική κουκίδα ασήμαντη, χάθηκε.
Και τα σύννεφα αδιατάραχτα, απόμειναν να ροδίζουν και να περιμένουν τον ήλιο να βασιλέψει.
Σε λίγο τ' αεροπλάνα θα τροχοδρομούσαν ζεσταμένα στους διαδρόμους. Θα στρίγγλιζαν τα φρένα και τα πληρώματα κουρασμένα θα σαλτάριζαν στη γη. Οι πιλότοι θα υπόγραφαν με χέρι σταθερό την αναφορά τους, θα λέγανε κανένα αστείο και λεύτεροι όλοι τους, χωρίς υπηρεσία, θα σκόρπαγαν μελισσολόι στ' αεροδρόμιο του Χασανιού. Πάει κι αυτή η μέρα...
Στην καντίνα τρανταγμός. Φωνές νεανικές, κεφάτες, γέλια. Οι μπύρες θ' άφριζαν στα ποτήρια.
- Prozit Paul...
- Prozit...
Κάποιοι θα παίζανε ντόμινο σοβαροί. Και κάποιοι άλλοι ακουμπισμένοι στα παραθύρια, θ' ανάσαιναν τη γλύκα του φθινοπωριάτικου απόβραδου και θ' αφήνανε το κουρασμένο απ' την ένταση της μέρας βλέμμα τους να γαληνέψει πάνω στη γαλάζια άπλα του Σαρωνικού.
Από κάπου θα τους κοίταζε συνοφρυωμένο το κάντρο του Χίτλερ. Μα ποιος θα το πρόσεχε τούτη τη θερμή ώρα!
Μια παρέα ζωηρή, με τα μαύρα χιτώνια ξεκούμπωτα, θα στοιβάζονταν ολοτρίγυρα στο απαραίτητο ξεκούρντιστο πιάνο. Τα ποτήρια θα ξανέμιζαν μισόγιομα και νοσταλγικό το τραγούδι θα θύμιζε πατρίδα.

- Die ein Lili Marlen...

Κι ένας μικρούλης σμηνίας - ας πούμε πιλότος σε Στούκας - παιδάριο ακόμα αμάλλιαστο από το Ντύσσελντορφ, στην ηλικία πάνω κάτω του Αλέξη καθισμένο ήσυχο στη γωνιά θα πιπίλιζε σκεφτικό την άκρη του κοντυλοφόρου του και θάγραφε αργά,

" Μάνα μου
Οι κάλτσες που μούστειλες ήταν ζεστές. Τις ήθελα. Όπου νάναι θα μπει ο χειμώνας και δω πέρα δε βρίσκεις τίποτα ν' αγοράσεις. Τα κράπφεν είχαν μπαγιατέψει. Μα δεν πειράζει, φτάνει που τάφτιασες εσύ. Τάτρωγα και σε θυμόμουνα.
Πάντα σε θυμάμαι, μάνα.
Ακόμα και τη στιγμή που τα σπλάχνα μου τα οργώνει η πίεση, όταν τ' αεροπλάνο σηκώνεται απ' τη βύθιση, ακόμα και τη δύσκολη κείνη στιγμή πριν λιγοθυμήσω, εσένα θυμάμαι, μάνα.
Θαρρώ πως γίνεται σκοτάδι ξαφνικά κι έρχεσαι νυχοπατώντας, όπως όταν είμουνα παιδί, να με σκεπάσεις και να μου χαϊδέψεις το μάγουλο..."

Παπαρούνες θα λουλούδιαζαν κείνην την ώρα στα χνουδάτα μάγουλα του παιδάριου. Τα χείλια του θα τρέμιζαν κι αχνός καφτός, δάκρυ που δε θέλει - που δεν πρέπει - να τρέξει, θα γανάδιαζε την ξαστεριά των γαλάζιων ματιών του.

Άραγε θα τόπαιρνε το γράμμα η μάνα;...
Εξακόσια αεροπλάνα - έλεγε αποβραδίς το B.B.C. - βομβάρδισαν το Ντύσσελντορφ. ( απόσπασμα).

Κώστα Ι.Καλατζή, Η Ασημόπετρα, μυθιστόρημα, εκδόσεις Πιτσιλός, χ.χ.3η έκδοση


Δευτέρα 11 Μαΐου 2020

Γερμανικό φθινόπωρο


Το Μάρτιο του 2019 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη το βιβλίο του Σουηδού συγγραφέα και δημοσιογράφου  Στιγκ Ντάγκερμαν, Γερμανικό φθινόπωρο. Πρόκειται για άρθρα που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Expressεn το διάστημα 1946 - 1947. Ο Ντάγκερμαν βρέθηκε ως ανταποκριτής της σουηδικής εφημερίδας στην Γερμανία , στις βρετανικές και αμερικανικές ζώνες κατοχής και στο Βερολίνο. Το υλικό των ανταποκρίσεων συγκεντρώθηκε σε αυτό το βιβλίο. Μέσα από αυτά τα αφηγήματα σχηματίζουμε μια εικόνα από τις κατεστραμμένες γερμανικές πόλεις και τα χωριά. Επιπλέον ο συγγραφέας δίνει  την καθημερινότητα και τον τρόπο σκέψης  των Γερμανών με τη λήξη του πολέμου. 


Από το πολύ ενδιαφέρον Επίμετρο της μεταφράστριας Αγγελικής Νάτση ένα μικρό και κατατοπιστικό απόσπασμα:
" Την 1η Σεπτεμβρίου 1939 το Τρίτο Ράιχ ξεκίνησε τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και συντάραξε όλη την ανθρωπότητα. Ο γερμανικός κεραυνός έπεσε οικειοποιούμενος παλιούς θρύλους και συμβολισμούς από την παγανιστική λατρεία, τις Βαλκυρίες και τους Νιμπελούγκεν, το σύμβολο της " σβάστικας" και το αρχαιοελληνικό κάλλος, και φυσικά φιλοσοφίες όπως αυτή του " υπεράνθρωπου", ο εμπνευστής της οποίας Φρίντριχ Νίτσε είχε τη διορατικότητα να γράψει: " Γνωρίζω τη μοίρα μου. Μια μέρα το όνομά μου θα συνδεθεί με την ανάμνηση κάτι τρομακτικού - μιας κρίσης που όμοια της δεν έχει ξαναδεί η Γη". Οι περισσότεροι ιστορικοί πιστεύουν ότι ο Χίτλερ ουδέποτε διάβασε Νίτσε, όμως το κακό έγινε: Το 1945 ο Χίτλερ ήταν νεκρός, αλλά το " θαύμα" του γερμανικού πολιτισμού δεν είχε απλώς εξαφανιστεί από προσώπου γης - όλος ο κόσμος θεωρούσε τους Γερμανούς εχθρούς του ανθρώπινου είδους και ανάξιους για την παραμικρή βοήθεια. Η γερμανική γλώσσα και κουλτούρα αμαυρώθηκαν επίσης, όπως επισημαίνει το 1946 ο συγγραφέας Τόμας Μαν, ο οποίος αναρωτιόταν πώς ο γερμανικός λαός θα μπορέσει να σηκώσει ξανά ψηλά το κεφάλι. Η Γερμανία ήθελε και διεξήγαγε αυτόν τον πόλεμο, αυτή τη μαύρη σελίδα στην ιστορία: Πάνω από εβδομήντα εκατομμύρια άνθρωποι σκοτώθηκαν παγκοσμίως. Το αποτύπωμα των ναζιστικών κτηνωδιών έμεινε χαραγμένο  στους τάφους των θυμάτων και στα πρόωρα γερασμένα πρόσωπα των επιζησάντων. Το Ολοκαύτωμα και η ρίψη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι αποτέλεσαν δύο από τα μεγαλύτερα και πλέον ειδεχθή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Υπό το βάρος της παγκόσμιας κατακραυγής, η ηττημένη και απεχθής Γερμανία μετρούσε με τη σειρά της τα υλικά, ηθικά, ψυχικά και πνευματικά ερείπιά της: Πάνω από εννέα εκατομμύρια Γερμανοί, εκ των οποίων τα τρία άμαχοι πολίτες, έχασαν τη ζωή τους. Οι γερμανικές πόλεις μετατράπηκαν σε ερείπια από τους βομβαρδισμούς των Συμμάχων. Δώδεκα εκατομμύρια Γερμανοί εκτοπίστηκαν. Η πείνα θέριζε τους πληθυσμούς των πόλεων. Κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου καταστράφηκε το ένα τρίτο του συνόλου των γερμανικών βιβλίων. Τίποτε πλέον δεν ήταν το ίδιο στον γερμανόφωνο κόσμο.
Σε αυτό το καζάνι που βράζει πηγαίνει το φθινόπωρο του 1946 το παιδί θαύμα των σουηδικών γραμμάτων, ο εικοσιτριάχρονος συγγραφέας και αναρχοσυνδικαλιστής Στιγκ Ντάγκερμαν, ως ανταποκριτής της εφημερίδας Expressen, προκειμένου να συντάξει μια σειρά δημοσιογραφικών άρθρων στα οποία θα περιέγραφε ρεαλιστικά την κατάσταση που επικρατούσε στην αποσαθρωμένη απ' όλες τις απόψεις χώρα...
...Οι πληροφορίες που έφταναν στην πατρίδα για το τι συνέβαινε στον κόσμο ήταν πολύ περιορισμένες και ο διψασμένος για αλήθεια λογοτέχνης δεν θα άφηνε να πάει χαμένη η ευκαιρία ενός - έστω και ελεγχόμενου - ταξιδιού στην ηττημένη χώρα. Σίγουρα ήξερε τι τον περίμενε: ερείπια και πεινασμένοι άνθρωποι. Ίσως να ένιωθε και κάποιο φόβο για αυτό το ταξίδι στην άγονη, στεγνή " Έρημη χώρα", το πρώτο του ταξίδι στο εξωτερικό, και μάλιστα με τη δημοσιογραφική ιδιότητα. Ασφαλώς υπάρχουν πολλοί τρόποι να προσεγγίσει ο δημοσιογράφος τα γεγονότα, τον πόνο και τη δυστυχία που συναντά γύρω του. Περιφρονώντας το είδος του δημοσιογράφου που, για λόγους ασφάλειας, καθόταν στο ξενοδοχείο του και διάβαζε τις τοπικές εφημερίδες προκειμένου να συντάξει την αναφορά του, ο Ντάγκερμαν ήρθε σε επαφή με όσο περισσότερους ανθρώπους μπορούσε, ανθρώπους που ανήκαν σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και ζούσαν υπό διαφορετικές συνθήκες. Σίγουρα δεν μπορούσε να ζήσει ακριβώς όπως οι Γερμανοί, μπορούσε όμως να προσπαθήσει να μπει στη θέση τους.
Επίσης υπάρχουν πολλοί τρόποι για να συνδεθεί ψυχολογικά ο δημοσιογράφος με τα γεγονότα τα οποία καλείται να περιγράψει. Ο Στιγκ Ντάγκερμαν αντιμετωπίζει ανθρωπιστικά τον φταίχτη της αιματοβαμμένης τραγωδίας, δεν ψάχνει να βρει έναν αποδιοπομπαίο τράγο για να του φορτώσει τη ναζιστική κτηνωδία. Πολλοί Γερμανοί αντιστάθηκαν ή προσπάθησαν να αντισταθούν στη φασιστική λαίλαπα, λέει. Και ποιος μπορεί να κατηγορήσει τον λαό που δηλώνει ότι περνούσε καλύτερα επί Χίτλερ; Δεν μιλούν οι άνθρωποι, μιλάει το πρώτο ανθρώπινο ένστικτο, η αρχέγονη ανάγκη του ζωντανού οργανισμού, η πείνα. Ο Ντάγκερμαν μπαίνει στα πλημμυρισμένα υπόγεια με τα φυματικά παιδιά, κοιτάζει τις κατσαρόλες στις οποίες βράζουν δυσεύρετες σάπιες πατάτες. Ο λαός δε φταίει σε τίποτα, φωνάζει. Κοιτάζει τα μικρομέγαλα και κακομακιγιαρισμένα " ανήθικα" κορίτσια και μπαίνει σε σπίτια διανοούμενων τα οποία του προσφέρουν ρεαλιστικούς λογοτεχνικούς συμβολισμούς, όπως η μίζερη τούρτα από άθλιο γερμανικό ψωμί που προσφέρει ο φιλελεύθερος δικηγόρος και η γραφομηχανή που πουλήθηκε για να θρέψει την οικογένεια του αριστοκράτη, αφιερωμένου στο " τραγικό" γερμανικό ιδεώδες, συγγραφέα. Ασκεί δριμεία κριτική σε όλα τα σύγχρονα πολιτικά κόμματα της Γερμανίας, με μοναδική εξαίρεση τις μικρές αντιφασιστικές ομάδες που σχηματίστηκαν στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόμσιου Πολέμου. Ειρωνεύεται την κυνική " φάρσα" της αποναζιστικοποίησης και τον πρώην ναζί εισαγγελέα που έχει τη δυνατότητα να ταΐζει το παιδί του αληθινό βούτυρο αυτές τις δύσκολες εποχές της μεγάλης ανέχειας, αλλά παράλληλα δεν κρύβει τη συμπάθεια του για τη "χαμένη γενιά" της Γερμανίας: Τα νιάτα που" κυρίευσαν τον κόσμο στα δεκαοκτώ για να χάσουν τα πάντα στα εικοσιδύο". Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι τα άρθρα - με εξαίρεση το πρώτο - δημοσιεύτηκαν στην πολιτιστική στήλη της Expressen, που αποτελούσε τη "χαραμάδα" της εφημερίδας η οποία στέγαζε πολυποίκιλες απόψεις...
Ο αναρχικός υπαρξιστής και ενεργός συνδικαλιστής Ντάγκερμαν βρίσκει στη μεταπολεμική, πεινασμένη Γερμανία την ενσάρκωση τόσο της πολιτικής αβεβαιότητας όσο και του δικού υπαρξιακού φόβου. Είναι ο "ξένος" που διανύει μια κατασπαραγμένη χώρα, μια χώρα γεμάτη ερείπια, υλικά και ψυχικά. Μια χώρα στην οποία μια φραντζόλα ψωμί και ένα σακί πατάτες είναι πιο σημαντικά από την ίδια την ύπαρξη και το δάγκωμα ενός μήλου επισύρει ζηλόφθονα βλέμματα. Ο Ντάγκερμαν περιγράφει με Δύναμη κι ενάργεια ό,τι βλέπει και ό,τι δεν βλέπει, ό,τι είναι σημαντικό και ό,τι είναι ασήμαντο, γιατί το ασήμαντο καταδυναστεύει το σημαντικό και αποφασίζει για τη φύση του. Η γραφή του είναι επιτηδευμένη - άλλοτε χάρη στην καταιγιστική παράθεση ακραίων μεταφορών, παρομοιώσεων και επαναλήψεων, άλλοτε με κατακερματισμένες, " βομβαρδισμένες" προτάσεις-, όχι όμως για να προκαλέσει εντυπώσεις, αλλά για να κατακάψει τα πάντα στο διάβα της.Το δεύτερο ανθρώπινο ένστικτο, ο αρχέγονος τρόμος, είναι εδώ και θα παραμείνει. Το μόνο μέσο που διαθέτει ο ποιητής για να πολεμήσει και να ξορκίσει τον παγωμένο αέρα που φυσάει μέσα στις δικαστικές αίθουσες από την εποχή του μεγάλου τρόμου είναι ένα δαιμονικό χιούμορ και μια ειρωνεία που τσακίζει κόκαλα στην παγωνιά των εκθεμελιωμένων γερμανικών πόλεων...
Το Γερμανικό φθινόπωρο ακροβατεί λοιπόν μεταξύ δημοσιογραφικής, ρεαλιστικής γραφής και ενός καυστικού λογοτεχνικού λυρισμού..."

Στιγκ Ντάγκερμαν, Γερμανικό φθινόπωρο. Αφηγήματα. Μετφρ. Αγγελική Νάτση, Καστανιώτης, Αθήνα 2019.

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2019

Του πολέμου

Συγκρότημα Encardia και Ναταλία Κωτσάνη από τον δίσκο EMIGRANTI (2018)