Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020

Πέτρος Κόκκαλης, εθελοντής γιατρός στην πρώτη γραμμή του ελληνο - ιταλικού πολέμου

 
Έξω από το Νοσοκομείο Ιωαννίνων τον Απρίλιο του 1941. Από αριστερά: Οι καθηγητές της Ιατρικής Σχολής Κωνσταντίνος Αλιβιζάτος, Πέτρος Κόκκαλης, Ιωάννης Αναγνώστου, Αρκάγαθος Γούττας, Γεώργιος Βλαβιανός. ( Η φωτογραφία απ' το βιβλίο του Σ. Μαρκέτου Ιστορία της Ιατρικής του 2ου αιώνα.Ι. Οι Έλληνες πρωτοπόροι, τομ.6: Πέτρος Κόκκαλης, Αθήνα 2001)

...Στις 4 του Δεκέμβρη του 1940, το Υπουργείο Στρατιωτικών ( Δ/νση Υγειονομικής Υπηρεσίας) με διαταγή του καθορίζει σε ποια νοσοκομεία των Αθηνών θα κατευθύνονται τα διάφορα περιστατικά και παθήσεις. Με δεύτερη διαταγή του τοποθετεί εννέα πανεπιστημιακούς καθηγητές της ιατρικής σε οκτώ νοσοκομεία των Αθηνών, με την ιδιότητα των " Επιστημονικών Ιατρικών Συμβούλων".
Ο Κόκκαλης τοποθετείται στο 2ο Στρατιωτικό Νοσοκομείο μαζί με τον καθηγητή Γεώργιο Καραγιαννόπουλο και στο 9ο Στρατιωτικό Νοσοκομείο με τον Νικόλαο Λούρο. Υπό την ιδιότητα του προέδρου της ΕΧΕ κάλεσε έκτακτη συγκέντρωση στο αμφιθέατρο του Αρεταίειου, στην οποία συνέρρευσε ο επιστημονικός κόσμος με θέμα την αντιμετώπιση των επιθέσεων του εχθρού με χημικές ουσίες. Οι Γερμανοί είχαν χρησιμοποιήσει για πρώτη φορά χημικά αέρια τον Απρίλη του 1915. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι έχασν τη ζωή τους ή τη σωματική τους ακεραιότητα από τη χρήση αερίων στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στην εισήγησή του ο Κόκκαλης τόνισε πως όταν η ανθρωπότητα γίνεται θύμα μιας τέτοιας ομαδικής δυστυχίας, ο γιατρός, και ιδιαίτερα ο χειρουργός, έχει καθήκον να εγκαταλείψει  τους ιδεολογικούς του προσανατολισμούς και να προσπαθήσει να συλλάβει το μεγάλο κακό, το αποκαλούμενο "δηλητήριο του πρωτοπλάσματος"...
Κι ενώ προσφέρει νύχτα - μέρα τις υπηρεσίες του στα νοσοκομεία που έχει τοποθετηθεί, ο ίδιος δεν είναι ικανοποιημένος. Θεωρεί ότι δεν προσφέρει το μέγιστο, ότι αυτό που κάνει δεν είναι στο ύψος των πολεμικών αναγκών της πατρίδας. Καίει μέσα του ένα πατριωτικό πάθος που τον ανεβάζει πάνω απ' όλους και πάνω απ' όλα και αφήνοντας γυναίκα, μωρό παιδί και 85χρονο πατέρα, καθώς και τη σχεδόν ασφαλή πρωτεύουσα η οποία σπάνια βομβαρδίζεται, φεύγει εθελοντικά για τη γραμμή των πρόσω, για εκεί όπου μαίνονται οι σκληρές μάχες μέσα σε συνθήκες ενός πολύ άγριου χειμώνα. Κι επειδή σ' αυτήν την "ανταρσία" του συναντάει δυσκολίες διατυπώσεων, ζητάει τη μεσολάβηση  του στενού του φίλου Γεωργίου Α. Βλάχου, διευθυντή της εφημερίδας Καθημερινή.
Αρχίζει πια να αναδεικνύεται ο "εσωτερικός" Κόκκαλης, αυτός της μεγάλης αγάπης για την Ελλάδα που κινδυνεύει και των στρατευμένων παιδιών της που πολεμούν τον εχθρό, σκοτώνονται, τραυματίζονται και δεινοπαθούν απ' τη μεγάλη μάστιγα του ελληνο - ιταλικού πολέμου, τα κρυοπαγήματα...
Η εθελούσια εγκατάλειψη της Αθήνας και η μετάβασή του στην Υγειονομική Υπηρεσία Βάσεως Ηπείρου, στην εμπόλεμη δηλαδή περιοχή, είναι το πρώτο του άλμα, αποτελεί την αφετηρία της μετέπειτα ολόψυχης αγωνιστικής του πορείας για την πατρίδα και τον λαό της και επιβεβαιώνει αυτό το ξεχωριστό " κάτι", αυτήν τη σπάνια αρετή που συγκροτούσε το Είναι του Κόκκαλη...
Φεύγοντας από την Αθήνα, το Γενικό Στρατηγείο τού διαθέτει επιβατικό αυτοκίνητο. Με αυτό ο Κόκκαλης, που του είχε ήδη απονεμηθεί ο βαθμός του Εφέδρου Αρχιάτρου, επισκέπτεται τα νοσοκομεία ( στρατιωτικά και μη) Λάρισας, Βόλου, Κοζάνης, Τρικάλων, Φλώρινας, Βέροιας και Ιωαννίνων. Στις 15 Γενάρη 1941 υποβάλλει προς την Β' Ανώτερη Στρατιωτική Διοίκηση τις παρατηρήσεις του, ότι

εις ουδέν Νοσοκομείον εύρον συγχρονισμένα μέσα δια την απαιτούμενην θεραπείαν ( παντελής έλλειψις ειδικών ναρθήκων, ακτινολογικού μηχανήματος) ένθα νοσηλεύεται ικανός αριθμός επιπλεγμένων πυορροούντων καταγμάτων κατά τον πλέον αρχέγονον τρόπον...

Στις 10 Φεβρουαρίου 1941 ο Κόκκαλης παρουσιάζεται στα Γιάννενα στην Υγειονομική Υπηρεσία Βάσεως Ηπείρου, Αρχίατρος της οποίας είναι ο Επαμεινώνδας Γκινάκας. Αμέσως, την επομένη, ο Γκινάκας τον τοποθετεί Τεχνικό Σύμβουλό του " με δικαιώματα κατευθύνσεως και παρακολουθήσεως της όλης λειτουργίας των χειρουργικών τμημάτων των Νοσοκομείων Φρουράς Ιωαννίνων και δικαιώματα χειρουργικών επεμβάσεων"...

Σ' αυτόν τον πόλεμο ο ελληνικός στρατός δεν είχε μόνο να αντιμετωπίσει τον αντίπαλο εισβολέα, που υπερείχε σε δύναμη και ισχύ πυρός, αλλά και τα στοιχεία της φύσης. Οι επιχειρήσεις διεξάγονταν σε μεγάλα υψώματα που ήταν σκεπασμένα με χιόνι, και τα περάσματα ήταν δύσβατα και περιορισμένα, γεγονός που καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολο τον ανεφοδιασμό και τη διακομιδή των τραυματιών, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται κρυοπαγήματα και περιστατικά τετάνου, αλλά και πολλές αρρώστιες. Δεν υπήρχε προετοιμασία απ' τον καιρό της ειρήνης σε ιματισμό, υπόδηση, τροφοδοσία.
Οι εισερχόμενοι τραυματίες, παγόπληκτοι και ασθενείς, κυμαίνονταν από 150 - 1000 ημερησίως. Οι νοσηλευόμενοι στα Γιάννενα υπερέβαιναν τους 2500 ημερησίως, ενώ τα διαθέσιμα κρεβάτια ήταν 1800. Οι προθάλαμοι και οι διάδρομοι των νοσοκομείων και των παραπηγμάτων, ελλείψει κρεβατιών και στρωμάτων, ήταν κατάμεστοι από τραυματίες που, ανεξάρτητα από τη βαρύτητα της κατάστασής τους, ήταν ξαπλωμένοι στο δάπεδο βογκώντας και ριγώντας με μία μόνο κουβέρτα. Η μεταφορά από το πεδίο των μαχών προς το νοσηλευτικό κέντρο Ιωαννίνων, και από εκεί για αλλού, γινόταν χωρίς καμία ειδική επιμελημένη διαλογή. Οι τραυματίες μεταφέρονταν στα νοσηλευτικά κέντρα Άρτας, Αμφιλοχίας, Αγρινίου και Μεσολογγίου, όπου επιβιβάζονταν σε πλωτά νοσοκομεία και σε επιβατηγά ατμόπλοια για τη ζώνη του εσωτερικού. Απ' το λιμάνι της Πρέβεζας προωθούνταν με ατμόπλοια στο εσωτερικό και οι αιχμάλωτοι τραυματίες και οι ασθενείς.
Αναλαμβάνοντας ο Κόκκαλης τον τομέα αυτό, προκειμένου να περάσει σε ένα άλλο σύστημα περίθαλψης, επισκέφτηκε μέσα σ' αυτήν την παγωνιά όλα τα ορεινά και πεδινά χειρουργεία της πρώτης γραμμής των μαχών για να διαπιστώσει ο ίδιος τις ελλείψεις και τις απαιτούμενες αλλαγές. Οι προτάσεις του εγκρίθηκαν και τέθηκαν σε εφαρμογή...
Πάρθηκαν και πολλά άλλα μέτρα ( βελτίωση μέσων μεταφοράς, αύξηση της ημερήσιας δόσης κονιάκ, κ.α μέχρι και εξασφάλιση του εκκλησιασμού των τραυματιών), τα οποία βελτίωσαν κατά πολύ τη διακομιδή και τη θεραπεία των τραυματιών, τον παγόπληκτων και των ασθενών. Έτσι τα διαθέσιμα κρεβάτια στα νοσοκομεία και τα παραπήγματα στο Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου έφθασαν τον Μάρτιο του 1941 τα 5000 κρεβάτια.
Αυτή η κατεπείγουσα και πολύ μελετημένη αναδιοργάνωση  της Υγειονομικής Υπηρεσίας Βάσεως Ηπείρου, που βελτίωσε το όλο σύστημα διακομιδής και νοσηλείας των μαχητών του πολέμου, ανέδειξε το μεγάλο οργανωτικό ταλέντο του Πέτρου Κόκκαλη και αποτελεί τη σημαντικότερη πατριωτική του προσφορά του στον Ελληνοαλβανικό πόλεμο, σύμφωνα με τις αναφορές των επίσημων αρμοδίων φορέων...

Στα νοσοκομεία, οι γιατροί για να αντιμετωπίσουν τον μεγάλο αριθμό των χειρουργικών περιστατικών αναγκάζονταν να εργάζονται συνέχεια, με αποτέλεσμα την εξοντωτική κόπωσή τους. Ο Κόκκαλης εκτός από τη γενική ευθύνη και εποπτεία που είχε ως Εφ. Αρχίατρος χειρουργούσε και ο ίδιος νύχτα μέρα...

Τα κρυοπαγήματα είχαν πάρει διαστάσεις επιδημίας, οι απώλειες ήταν κατά πολύ μεγαλύτερες από τους τραυματισμούς. Στην V Μεραρχία π.χ. μόνο σε μια μέρα, στις 25 Φλεβάρη του 1941, είχαν 133 παγόπληκτους και 26 τραυματίες. Οι αιτίες ήταν πολλές. Κατ' αρχάς το δριμύ παρατεταμένο ψύχος ( έως και -37ο Κελσίου ) πάνω στα μεγάλα υψόμετρα όπου διεξάγονταν κυρίως οι επιχειρήσεις, η έλλειψη σε αρβύλες και η παντελής έλλειψη επενδυμένων με ύφασμα αρβυλών. Δεν υπήρχαν χοντρές μάλλινες κάλτσες, δεν υπήρχε εμπειρία των αξιωματικών και στρατιωτών αλλά ούτε και καμία πρόβλεψη και προετοιμασία. Πολύ κακό προξενούσαν και οι γκέτες, οι οποίες έσφιγγαν με το περιτύλιγμά τους το πόδι και δεν κυκλοφορούσε σωστά το αίμα.
Για την αντιμετώπιση αυτού του φοβερού φαινομένου το Υπουργείο Στρατιωτικών και το Υπουργείο Πρόνοιας εξέδωσαν την υπ' αριθμόν 214624/19-12- 40 διαταγή για τη σύγκληση του Ανώτατου Στρατιωτικού Υγειονομικού Συμβουλίου, το οποίο συνήλθε και αποφάσισε λήψη άμεσων μέτρων. Μεταξύ  αυτών ήταν και ο εμποτισμός του συμπαθητικού κοντά στην οσφυϊκή μοίρα με διάλυμα νοβοκαΐνης, σε συνδυασμό με εντομές στη ραχιαία επιφάνεια κατά το αρχικό στάδιο του οιδήματος, ενέργεια που μπορούσε να γίνει μόνο σε χειρουργείο και από έμπειρο χειρουργό.
Ο Κόκκαλης εφάρμοσε τον εμποτισμό, όντας ο πλέον έμπειρος και ικανός χειρουργός, γι' αυτό και το όνομά του στο Νοσοκομείο των Ιωαννίνων συνδέθηκε με τη χρήση της νοβοκαΐνης στη θεραπεία των κρυοπαγημάτων...
Η αναδιοργάνωση της Υγειονομικής Υπηρεσίας της Βάσεως Ηπείρου προέβλεπε και άλλα μέτρα, τα οποία όμως δεν πρόφτασαν να πραγματοποιηθούν εξ αιτίας της επίθεσης της Γερμανίας κατά της Ελλάδας και της κατάρρευσης του μετώπου...

Η εθελούσια κατάταξη του Πέτρου Κόκκαλη στην Υγειονομική Υπηρεσία Βάσεως Ηπείρου και η εμπεριστατωμένη αναδιοργάνωσή της κατά το πλείστον από τον ίδιο ήταν μια γενναία πατριωτική πράξη με θυσίες και κινδύνους, που τίμησε τον ίδιο και την οικογένειά του προσφέροντας στις επόμενες γενιές των νέων ανθρώπων το ύψιστο παράδειγμα της έμπρακτης αγάπης προς την πατρίδα.
Το Νοσηλευτικό Κέντρο εργαζόταν μερόνυχτα κάτω από την απειλή της Ιταλικής αεροπορίας. Στις 20 Απριλίου 1941 το βράδυ βομβαρδίστηκε το 2ο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, το κεντρικό οίκημα του οποίου αποτελούσε χειρουργικό κέντρο. Με τον βομβαρδισμό αχρηστεύτηκε τελείως. Οι απώλειες του προσωπικού και των νοσηλευομένων έφθασαν τους 50. Μεταξύ των νεκρών , ο διευθυντής του Νοσοκομείου, Γενικός Αρχίατρος Γεώργιος Μαρκάκης και ο καθηγητής της χειρουργικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ξενοφών Κοντιάδης...
Ο βομβαρδισμός συνέπεσε με την υπογραφή της συνθηκολόγησης με τους Γερμανούς.
Η χηρεύουσα έδρα του Κοντιάδη ανετέθη στον Κόκκαλη, ο οποίος ανέλαβε τη διεύθυνσή της.
Εφτά ημέρες αργότερα, στις 27 Απριλίου, το Σ3 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Διακομιδής, που είχε περιθάλψει μέσα στον Απρίλιο 11.275 τραυματίες, ασθενείς αλλά και παγόπληκτους, έπαψε να λειτουργεί. Εν τω μεταξύ οι Γερμανοί είχαν μπει στα Γιάννενα. Όλοι οι νοσηλευόμενοι προωθήθηκαν προς το Αγρίνιο. Το προσωπικό του απολύθηκε για να μεταβεί στα σπίτια τους χωρίς να του χορηγηθούν φύλλα πορείας ή απολυτήρια.
Το σκοτάδι της Κατοχής απλωνόταν πάνω από την Ελλάδα. Το μέτωπο του αγώνα μεταφερόταν τώρα στο εσωτερικό της.


Κατίνα Τέντα - Λατίφη, Πέτρος Σ. Κόκκαλης, Βιωματική βιογραφία, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2011


Κυριακή 16 Απριλίου 2017

Σαρλό, ο μικρός αλήτης

Δεν είναι γνωστό με ακρίβεια πού γεννήθηκε ο Σαρλό. Μερικοί ισχυρίζονται πως είδε το φως στο Λονδίνο μια μέρα με ομίχλη, ενώ άλλοι ισχυρίζονται πως αυτό έγινε την άνοιξη σ' ένα χτήμα στα περίχωρα της Βαρσοβίας. Πολλές άλλες πόλεις διεκδικούν την τιμή πως στάθηκαν γενέτειρές του. Μήπως κανένα βράδι, στο σούρουπο, κατέβηκε απ' τα σύννεφα;
Όταν ο Σαρλό ήτανε μικρός, τον στείλαν στο σκολιό. Μα ο δάσκαλος, ένας χοντρός άνθρωπος που κρατούσε μια τρομερή βέργα, δεν τον αγαπούσε. Τον θεωρούσε πάντα αφηρημένο. Ο Σαρλό αποφάσισε να φύγει. Περίμενε να νυχτώσει, κι άμα σκοτείνιασε για καλά, πέταξε τη σάκα του σ' ένα θάμνο, έκοψε ένα κλωνάρι από λεφτοκαριά και τράβηξε κατά το μεγάλο δρόμο. Γύρισε πίσω και είδε μακριά ένα παράθυρο φωτισμένο από μια λάμπα. Ήταν το σπίτι των γονιών του. Του είπε "έχε γεια" με μια μικρή χειρονομία, γαύγισε για τελευταία φορά θέλοντας ν' αποχαιρετίσει το σκυλί κι' έκλεισε τα μάτια του. Περπάτησε όλη τη νύχτα.
Δεν είχε τολμήσει ποτέ του ακόμα ν' αντιμετωπίσει τη σκοτεινιά, γιατί φοβόταν όλα τα φανταστικά όντα που ζουν μες στο σκοτάδι. Του είχαν μιλήσει πολλές φορές για λύκους που τρώνε τα παιδιά, για πουλιά του θανάτου και γι' αρκούδες σκληρές...Αφού βάδισε πολλά χιλιόμετρα, άνοιξε τα μάτια του διάπλατα. Γύρω του απλωνόταν μια μεγάλη πεδιάδα κι' αποπάνω του ο ουρανός. Σήκωσε το κεφάλι και είδε μιλιούνια αστέρια που έλαμπαν τόσο χαρούμενα, ώστε θα νόμιζε κανείς πως κελαϊδούσαν.
Ο Σαρλό δεν είχε ακόμα ποτέ του ιδεί ούτε ακούσει ούτε ανασάνει τη νύχτα. Δεν είχε ποτέ του, επιπλέον, υποφέρει από τη νύχτα κι' απ' το σύντροφό της το κρύο.
Μα ο Σαρλό ήταν μαγεμένος απ' την ανακάλυψή του. Η σιωπή τον τριγύριζε και τον τρόμαζε. Ο κόσμος που ήθελε να διατρέξει τού φάνηκε απέραντος και θαυμαστός. Ένοιωθε απέραντη χαρά βαδίζοντας πέρα, ολομόναχος, άφοβος και λεύτερος, και αυτήν την πρώτη νύχτα ήταν που ο Σαρλό ένιωσε να ξυπνάει η αληθινή ψυχή του.
Στη μέση του ουρανού κρεμόταν το αχνό φεγγάρι που πότε έμοιαζε με μια κεφάλα ολοστρόγγυλη και χαμογελαστή, πότε με γνώριμο ζώο, πότε με χοντρή στάλα νερό που γλίστραγε στον ουράνιο θόλο.
Ο Σαρλό τού υποσχέθηκε να γίνει φίλος του.
Το φεγγάρι, σιωπηλό όπως πάντα, αποκρινόταν ρίχνοντας στο δρόμο του την πιο ωραία και την πιο πιστή του αχτίδα. Προπορευόταν απ' το Σαρλό που φοβόταν, ακόμα, λίγο το σκοτάδι και που κινδύνευε να πέσει σκοντάφτοντας απάνω στα χαλίκια.
Τ' αστέρια τον συνόδευαν κι' αυτά. Φαίνονταν σα να του μισόκλειναν το μάτι και να του τραγουδούσαν: Είμαστε δω, όλα μας, αμέτρητα, φίλοι σου για πάντα. Ο Σαρλό, συντροφιά με όλες αυτές τις ελπίδες, βάδιζε, όλο βάδιζε, αποτραβώντας τις άκρες των ποδιών του για να μην πατήσει την καινούργια του φίλη, την αχτίδα του φεγγαριού.
Ο Σαρλό δε φοβόταν τίποτα πια. Η νύχτα ήταν στο εξής φιλική. Όλο το πλήθος των σκιών, που είναι υπήκοοί της, σιωπούσε. Τα δέντρα, που κάνουν τρομαχτικές χειρονομίες με τα κλαδιά τους και που μπορούν τη νύχτα να μεταβληθούν σε ληστές, σε ζώα ή σε διαβόλους, του έδειχναν ευγενικά τον καλό δρόμο και του άπλωναν μια σκέψη για το κεφάλι του.
Ο Σαρλό ξαπλώθηκε και κλείνοντας τα μάτια του αποκοιμήθηκε. Ο αέρας, που καπλάζει σφυρίζοντας κι' ουρλιάζοντας με το κρύο πισωκάπουλα, πρόσεχε να μην ταράξει τον ύπνο του. Η πιστή αχτίδα του φεγγαριού είχε ακουμπήσει στο προσκέφαλό του κι αποφάσισε να παίξει το ρόλο της καντήλας, αγαπημένης των παιδιών.
Γύρω απ' τον κοιμισμένο Σαρλό γαλήνευε η νύχτα. Ένα ένα τ' αστέρια έσβυναν και η αχτίδα του φεγγαριού γλίστρησε και χάθηκε.
Ο Σαρλό, που είχε περπατήσει πολλή ώρα, κοιμόταν βαθιά.
Άνοιξε τα μάτια νιώθοντας λίγη ζέστη στο χέρι του. Στην αρχή νόμισε πως τον είχε γλείψει το σκυλί του. Αλλά ήταν μια αχτίδα του ήλιου. Ο Σαρλό έτριψε τα μάτια και θυμήθηκε τη φυγή του. Κοίταξε  γύρω του και είδε το μεγάλο δρόμο που φιδοσερνόταν  μες στα χωράφια. Γύρισε πίσω κι' είδε ένα μεγάλο δάσος. Κοιμόταν στην άκρη των μεγάλων δασών.
Ο Σαρλό δεν είχε δει ακόμα ποτέ του τόσο ωραίο δάσος. Το στεφάνωσε ο ήλιος.
Ο μικρός αλήτης πλησίασε με σέβας κορμούς δέκα φορές χοντρότερους απ' αυτόν, που στη σκιά τους φύτρωναν μικρά φυτά πράσινα και γαλάζια. Το φως που χόρευε γύρω από τα δέντρα, που σκαρφάλωνε στα δέντρα, φώτιζε τα λουλούδια που ξεπρόβαλλαν απόνα θάμνο.
Ο Σαρλό πλησίαζε με μικρά βήματα το μεγάλο φωτεινό μυστήριο. Ανάσαινε τις μυρωδιές που ανέβαιναν από το χώμα και που ροβολούσαν απ' τα ψηλότερα λόγγα. Κόντηνε τα βήματά του για να μην ταράξει την άπειρη σιωπή του δάσους.
Πέρα μακριά, δεν ήξερε κανένας ποια παράξενη κίνηση σάλευε την κορφή των δέντρων. Σε κάθε βήμα του γινόταν ένα θάμα. Πότε ήταν ένα πουλί που πετούσε σιωπηλά, πότε ένα κράξιμο που ξέσκιζε τη γαλήνη, πότε ένα λουλούδι πιο κόκινο που σταματούσε το βλέμμα του μικρού.
Κουρασμένος, συντριμμένος απ' αυτή τη μεγαλοπρέπεια, ο Σαρλό, κάθισε χάμου. Διακριτικά έντομα έτρεχαν βιαστικά σε μια άγνωστη δουλιά. Ο Σαρλό έσκυψε και είδε πλήθος μερμήγκια γύρω από μια τρύπα. Άλλα κουβαλούσαν βάρη μεγαλύτερα απ' τα ίδια, άλλα τα έσπρωχναν και άλλα έτρεχαν σ' αντίθετη κατεύθυνση, προς ένα θησαυρό που δε φαινόταν.
Ο Σαρλό τα παρατήρησε πολλή ώρα.
Έπειτα έκοψε ένα φρούτο, γιατί πεινούσε. Ξανάρχισε να περπατεί, παραμερίζοντας τα κλαδιά. δεν ήξερε κατά πού να τραβήξει. Αλλά ένας μικρός ήχος, ίσως το λάλημα ενός ασημένιου κουδουνιού, έφτασε στ' αυτιά του. Ο ήχος μεγάλωνε και τον καλούσε.
Προχώρησε και του φάνηκε πως οι ήχοι έρχονταν να τον συναντήσουν. Το χορτάρι ήταν πιο πράσινο και τα δέντρα πιο ρωμαλέα. Σε λίγο είδε από μακριά να ξεπηδάει απόνα βράχο μια πηγή κελαρυστή. Κοντά της ήταν ματωμένα πουλιά.
Ο Σαρλό έσκυψε κι' ήπιε όπως πίνουν στις βρύσες. Δεν του έτυχε ποτέ του ως τότε να βρεθεί στο ανάβρυσμα μιας πηγής.
Άκουσε. Είδε. Θάματα γεννιόνταν από κει. Γινόταν η βροχή, ο αέρας, το φως, τα χαμόγελα, η νύχτα, το φεγγάρι, οι αχτίδες του ήλιου, τα τραγούδια των πουλιών, η ευθυμία, μια έκπληξη, πετάγματα, χαιρετισμοί, η ζέστη που διαδεχόταν τη δροσιά, όλες οι ανταύγειες του κόμσου.
Ο Σαρλό κοιτούσε αχόρταγα το θέαμα που έθρεφε την πηγή. Ήταν σκυμμένος απάνω της. Καμμιά φορά σήκωνε το κεφάλι του και κοίταζε το δάσος. Απλωνόταν ολόκληρο μπροστά στα μάτια, γυρμένο απαλά σ' ένα λόφο. Και πότε ήτανε σαν καταχνιά, πότε φούσκωνε από βαθύχρωμη πρασινάδα και κάποτε πάλι σκοτείνιαζε και γινόταν ανάμνηση.
Ο Σαρλό αναγνώρισε την άνοιξη και το καλοκαίρι, αναγνώρισε ακόμα το χινόπωρο και το χειμώνα.
Περίμενε. Δεν ερχόταν κανένας. Ήταν ολομόναχος στη μέση του δάσους και ο καιρός κυλούσε. Ο Σαρλό δεν κουραζόταν να κοιτάει το κύλημα του νερού.
Νόμιζε πως είχαν κυλήσει μερικά λεπτά και μερικές σταγόνες. Αλλά στην πραγματικότητα, είχε μείνει κοντά στην πηγή πολλά χρόνια. Δεν είχε μεγαλώσει και τόσο, μια το θέαμα στο οποίο είχε παρασταθεί τόσες φορές τον είχε διδάξει όλα όσα δε μαθαίνουν ποτέ στο σκολιό.
Έφυγε με θλίψη απ' την πηγή, αλλά η ίδια τον συμβούλευε να συνεχίσει το δρόμο του. Παραμέρισε τα κλαδιά των θάμνων και ανέβηκε το λόφο. Στο δρόμο του αντάμωσε θεόρατα δέντρα που η κορφή τους φαινόταν να χάνεται στα σύγνεφα. Είδε σε απόσταση  μεγάλα ελάφια που προγκούσαν στο ζύγωμά του. Δε φοβόταν πια, γιατ' ήξερε το δάσος και το αγαπούσε.
Όταν έφτασε στην κορφή του λόφου που δέσποζε σ' όλη τη γειτονική περιοχή, ο Σαρλό κάθισε και κοίταξε γύρω του.
Πέρα μακριά, είδε το χωριουδάκι απ' όπου είχε κινήσει, ξεχώρισε το σπιτάκι των γονιών του, αλλά γρήγορα γύρισε τα μάτια του αλλού.
Μια πεδιάδα απέραντη απλωνόταν μπροστά του. Φαινόταν μεγάλες κηλίδες κόκινες και μαύρες, που ήταν πολιτείες. Φαινόνταν μικροί ήσυχοι λόφοι κι' ένας μεγάλος ποταμός, ο γιος της πηγής, ένας γίγαντας που έτρεχε μες απ' τα χωράφια, και δίπλα του ένας άσπρος δρόμος που τον ακολουθούσε.
Μακριά, πολύ μακριά βρισκόταν μια άλλη πεδιάδα ασπροπράσινη, που έλαμπε κάτω απ' τον ήλιο. Φαινόταν ατέλιωτη. Εκεί σ' αυτήν την γαλαζωπή και κινούμενη χώρα θέλησε να πάει ο Σαρλό και σηκώθηκε για να εκπληρώσει το σκοπό του.
Βάδισε πολλές μέρες και πολλές νύχτες ακολουθώντας το ποτάμι. Άμα κουραζόταν  ή νύσταζε, ξαπλωνόταν στο χορτάρι της ακροποταμιάς.
Θυμόταν την πηγή, που αμέτρητα μηνύματά της τού διαβιβάζονταν με τις χίλιες ανταύγειες του ποταμού. Ήταν μια μουσική αναμνήσεων. Τα ψάρια γλιστρούσαν ανάμεσα στα καλάμια και οι αχτίδες του ήλιου έπαιζαν με τα υδρόβια έντομα.
Ο Σαρλό δεν έχανε το θάρρος του, με όλη την πείνα που τον θέριζε συχνά. Έμαθε να παλεύει μαζί της καθώς και με το σύντροφό της το κρύο.
Κι όλο σκαρφάλωνε λόφους.
Μέρες και μέρες πέρασαν. Ο Σαρλό βάδιζε πάντα. Μια βραδυά άκουσε ένα σφύριγμα διαρκείας κι ένας δυνατός αέρας τον χτύπησε στο λαιμό. Με το πέρασμα του αέρα τα χείλη του αρμυρίσαν.
Βάδισε ώσπου νύχτωσε, γιατί άκουγε όχι μακριά του ένα μεγάλο μονότονο θόρυβο. Είχε κουραστεί πια με το παραπάνω, γιατί έπρεπε να τραβάει ενάντια στον αέρα, που γινόταν όλο και πιο απότομος και δυνατός. Ο Σαρλό δεν έβλεπε τίποτε πια και ο κρότος μεγάλωνε. Ξαπλώθηκε στο έδαφος που ήταν μαλακό: άμμος ψιλός όπου ήταν καλά να κοιμηθεί κανείς παρ' όλο τον κρότο. Θάλεγε κανείς πως χαλούσε ο κόσμος και όμως αυτή η βουή θύμιζε στο Σαρλό το τραγούδι της πηγής. Λικνισμένος απ' αυτή την ανάμνηση κι απ' τον αέρα που είχε ησυχάσει, αποκοιμήθηκε.
Όταν ο ήλιος τού άνοιξε τα μάτια, ο Σαρλό νόμισε πως ονειρευόταν. Μπροστά του ένα τεράστιο υδάτινο στρώμα, που το σύγκρινε με λίμνη, απλωνόταν απεριόριστο. Στην αρχή φοβήθηκε, γιατί κύματα όμοια με άλογα παράφορα φαινόνταν σα νάθελαν να χιμήξουν απάνω τους. Συνήθισε σιγά σιγά μ' αυτά τα σύρε κι έλα του νερού κι' ύστερα μαγεύτηκε από τα παιχνίδια του ήλιου και των χρωμάτων.
Ο Σαρλό δεν είχε δει ποτέ του ακόμα θάλασσα.  Αφού έτριψε με περίσκεψη τα μάτια του, κάθισε στη χρυσή αμμουδιά και κοίταξε.

Παραστάθηκε στα θάματα της αυγής.
Έφυγε πάλι. Γιατί ο Σαρλό πρέπει πάντα να φεύγει. Είναι σ' αυτόν σα μια κλήση. Τίποτε δε μπορεί να τον συγκρατήσει, γιατί ξέρει πως πέρα, μακρύτερα, τον περιμένει κάτι καινούργιο.
Ανακαλύπτει τον κόσμο. Η νιότη του είναι η ανακάλυψη του κόσμου. Γνωρίζει τώρα τη νύχτα, το κρύο, τον ήλιο, το δάσος, τον ουρανό και τα σύγνεφα, τα έντομα, την πηγή, τα πουλιά, το ποτάμι, τον αέρα και τις εποχές, γνωρίζει τη θάλασσα.
Μονάχα τους ανθρώπους δε γνωρίζει. Είναι νέος ακόμα.
Φεύγει ο Σαρλό. Αφήνει την ακροθαλασσιά. Ακολουθάει τους δρόμους που γειτονεύουν με τις αμμουδιές. Προχωρεί στην εξοχή. Σκαρφαλώνει στα βουνά. Περιμένει να βραδιάσει. Νυχτώνει. Ξημερώνει. Κοιμάται έξω. Τρέχει, γιατί πεινά.
Ο Σαρλό δεν είναι παιδάκι πια, γιατί ξέρει πώς να πολεμάει τους εχθρούς που έρχονται απ' ολούθε.
Του αρέσει αυτός ο αγώνας. Είναι λεύτερος χωρίς να το ξέρει. Λεύτερος στις κινήσεις του και στα λόγια του. Μπορεί να τραγουδήσει άμα θέλει. Κάνει ό,τι γουστάρει.
Ο Σαρλό είναι πολύ νέος.


Από τη μυθιστορηματική βιογραφία του Φιλίπ Σουπώλ, Σαρλό, σε μετάφραση Γ. Κοτζιούλα και τις εκδόσεις  Λογοτεχνική Γωνιά , χωρίς χρονολογία

Ο Σαρλό, κατά κόσμον Τσάρλι Τσάπλιν, ήρθε στον κόσμο στις 16 Απριλίου 1889

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2017

Τα απόπαιδα

" Πέρασαν χρόνια. Και κάποτε - εντελώς τυχαία - έμαθα πως μου είχαν στερήσει την ελληνική ιθαγένεια από το 1954, όταν ακόμη βρισκόμουν στην Αθήνα. Με είχαν κάνει δηλαδή και "απόπαιδο", με είχαν ξεγράψει από "τέκνον της πατρίδας", όπως θα' λεγε και η μάνα μου. Έλεγαν πως απέβλεπα να κόψω κομμάτι από την ελληνική επικράτεια, δεν καθόριζαν πόσο, να το πάρω και να το δώσω στους ξένους  του Βορρά. Και με έβγαλαν "άπατρι", ότι δεν ήμουν πια Ελληνίδα, κι ας είχαν αρχίσει όλα από τη συμμετοχή μου στην Εθνική Αντίσταση κατά των κατακτητών για την απελευθέρωση της πατρίδας.
Όμως η Ιστορία είναι τσίφτισσα. Πρέπει να ξέρεις πως, όσο και να τη σκεπάσουν, όσο και να τη διαστρεβλώσουν ή να την αναποδογυρίσουν, αυτή θα βρει τον τρόπο να βγει και να φωτίσει με την αλήθεια της.
Άκου! Όταν βρισκόμουν στο Παρίσι, πήγα μια μέρα στη λαϊκή αγορά  για να αγοράσω αυγά. Ο αυγουλάς, ένας ψηλός και γεροδεμένος σαρανταπεντάρης, στεκόταν με το ένα πόδι στη σκάλα του τροχοκίνητου πάγκου του και, παρ' όλη τη βιασύνη που είχε να εξυπηρετήσει τους πελάτες, μόλις άκουσε την προφορά μου, γύρισε και με ρώτησε:
" Espagnole? "
" Non ".
" Portuguaise ?"
" Non ".
" Italienne?"
" Non".
" Mexicaine?"
"Non".
" Μα τι είστε τέλος πάντων;"
" Εφόσον θέλετε να μάθετε τι είμαι, συνεχίστε! Υπάρχουν κι άλλες χώρες στον κόσμο", του είπα εγώ.
Έβαλε το δάχτυλο στο μάγουλό του και, αφού σκέφτηκε, με ρώτησε:
" Τι έκανε ο λαός σας τον καιρό της Κατοχής;"
" Αντιστάθηκε!" απάντησα.
" Εεε! Mais alors, vous etes grecque!"

Εεε! Μα τότε είστε Ελληνίδα!



" ...Μαθαίναμε ότι όλες οι χώρες προσπαθούσαν ν' αναστηλώσουν τον τόπο τους απ' τις καταστροφές του πολέμου, ότι επιστράτευαν  όλες τις πνευματικές δυνάμεις, όπου κι αν ανήκαν αυτές, με προτίμηση στους αντιστασιακούς, για να χτίσουν την οικονομία τους, την παιδεία τους, την περίθαλψή τους. Την ίδια στιγμή στη δική μας χώρα αυτές οι δυνάμεις κυνηγιούνταν. Δεν υπάρχει συγχώριο γι' αυτούς που στέρησαν τον τόπο μας απ' ό,τι πιο ξύπνιο, πιο δυναμικό και δημιουργικό στοιχείο διέθετε τότε η πατρίδα μας. Δάσκαλοι, καθηγητές, οικονομολόγοι, γιατροί, μηχανικοί, συγγραφείς, ποιητές, διανοητές, εργατικό δυναμικό, σέρνονταν όλοι στις φυλακές και δολοφονούνταν αντί να τους έχουν μπροστάρηδες στην ανοικοδόμηση της χώρας μας απ' τον πόλεμο και στην οικοδόμηση μιας πολύπλευρα αναπτυγμένης Ελλάδας. Χάθηκε έτσι η εξαιρετικά σημαντική, η καθοριστική περίοδος για την προκοπή της..."


" ...Στο κάτω - κάτω, για ποιο πράγμα εμείς είχαμε μπει σ' αυτό τον απίστευτα δύσκολο χορό; Εμείς το άδικο παλεύαμε, ενάντια σ' αυτούς που τσαλαπάτησαν τη λεβέντικη ιστορία της Αντίστασης, που έφεραν το επάνω κάτω και το κάτω επάνω! Που με την προτροπή των Άγγλων και μετά των Αμερικάνων κινητοποίησαν και στηρίχτηκαν στον αφρό του κατοχικού βούρκου για να εξοντώσουν ό,τι πιο καθαρό και ακριβό διέθετε η πατρίδα μας στον αγώνα για τη λευτεριά και την πρόοδό της. Όταν τραγουδούσαμε ή διακηρύσσαμε "Λευτεριά, Ανεξαρτησία, Πρόοδο", εμείς πιστεύαμε βαθιά σ' αυτά, γι' αυτό και θυσιαζόμασταν! Όταν λέγαμε "ανεξάρτητη Ελλάδα ", το εννοούσαμε. Δεν θέλαμε τους Εγγλέζους, δεν θέλαμε τους Αμερικάνους, δεν θέλαμε κανέναν στον τόπο μας. Άλλωστε μόνοι μας ήμασταν μαχητές επάνω στα βουνά. Ούτε Ρώσους είχαμε, ούτε κανέναν άλλον, εκτός από τους ελάχιστους γιατρούς που είχαν έρθει εθελοντικά. Οραματιζόμασταν μια Ελλάδα όπου κυρίαρχος  θα ήταν ο λαός της κι ένα καθεστώς ανθρώπινης δικαιοσύνης και άνθησης..."


" Αλήθεια, πώς θα φτάσει στο σήμερα το μεγαλείο αυτών των ανθρώπων; Πώς θα μάθουν οι γενιές που' ρχονται ότι υπήρξαν τέτοιοι άνθρωποι, που - ανεξάρτητα απ' τη ροή της ιστορίας - βάδισαν στη ζωή τους με όραμα για έναν κόσμο που θα ανέβαζε  τον άνθρωπο στο ύψος του προορισμού του; Να ζήσει με δικαιοσύνη, με αδελφοσύνη, με ανθρωπιά μέσα σε μια πανανθρώπινη ειρήνη; Και αφιέρωσαν  τη ζωή τους στο όραμα αυτό; Αλήθεια, πώς;" 


Από το βιβλίο της Κατίνας Λατίφη , Τα απόπαιδα. Μια συγκλονιστική μαρτυρία για τα χρόνια του πολέμου, της Αντίστασης, της μεταβαρκιζιανής τρομοκρατίας, του κυνηγητού και των διώξεων, της εξορίας, του εμφυλίου και της πολιτικής προσφυγιάς. Η ιστορία της νεότερης Ελλάδας , τα χρόνια των αγώνων και της θύελλας μέσα από τη ρωμαλέα,ευαίσθητη, τρυφερή και σχεδόν μυθιστορηματική γραφή της Κατίνας που έζησε συνταρακτικές στιγμές μαχόμενη σε όλα τα μετερίζια  για μια πατρίδα δίκαιη, ελεύθερη και ανεξάρτητη.

" Ας πούμε πως αυτή ήταν η εποχή μου και πως δεν την διάβηκα απλώς, αλλά την έζησα στα γεμάτα!"

 Το βιβλίο δεν είναι μυθιστόρημα , είναι αυτοβιογραφία. Εξομολόγηση ζωής και κατάθεση ψυχής. Χωρίς μελοδραματισμούς  μεταδίδει έναν αέρα αγωνιστικότητας ,περηφάνιας και αξιοπρέπειας  προκαλώντας συγχρόνως  πολύ δυνατά συναισθήματα και συγκινήσεις. 

" Με ρωτάς, τώρα που με βλέπεις ν' ανακατεύομαι με επιχειρήσεις και εμπόρια, πώς έγινε και βρέθηκα στο βουνό. Σου είναι, μου λες, ακατανόητο εγώ, μια κυρία του σήμερα, να ήμουν αντάρτισσα ή - ας το πούμε - "συμμορίτισα", κατά την αγαπημένη έκφραση της τότε εξουσίας.
" Μα πώς; Πώς βρεθήκατε εκεί;; Πώς αντέξατε να κοιμάστε έξω στα χιόνια, τις βροχές και τις θύελλες;" μου λες.
Ξέρεις, κι εγώ απορώ, γιατί ζώντας το σήμερα και τείνοντας - όσο γίνεται - προς τα μπρος, μένει ολοένα και πιο πίσω το παρελθόν. Μόνον στον τόπο μου ζωντανεύει, τις νύχτες, αν τύχει να βαδίζω μόνη σε έρημο δρόμο. Τότε δεν νιώθω ξέγνοιαστα. Τα βήματά μου γίνονται από μόνα τους ανάλαφρα και βιαστικά και στο σκοτάδι οι σκιές του παρελθόντος μού τεντώνουν τις αισθήσεις. Κι όταν στρίψω στη γωνιά και μπω στο παλιό σοκάκι με τον ξύλινο φράχτη δεξιά, κι αντικρίσω πίσω του βουβό κι εγκαταλειμμένο το μικρό πλίθινο σπίτι με την κεραμιδένια στέγη γυρτή ως χαμηλά και την πετούγια στην γκρίζα πόρτα σκουριασμένη κι ακίνητη, λες και κρατάει κλειστή την ιστορία του, τότε...νιώθω πως αυτό κι εγώ είμαστε δυο εναπομείνατες μάρτυρες της εποχής μας που πέρασε.
Και οι άλλοι; Τι έγιναν οι άλλοι;
Με πνίγει ένα βούρκωμα και κάτι σαν βουητό ανεβαίνει μέσα μου, θαρρείς φωνή είναι του χρέους να πισωγυρίσω στο χρόνο, ένα χρέος απέναντι στο χτες και στο αύριο κι απέναντι σ' εσένα, νέο παιδί τού τώρα, που με ρωτάς."

Κατίνα Λατίφη, Τα απόπαιδα, Εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1999

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

Ερνέστο Τσε Γκεβάρα


" Ο Τσε υπήρξε ήδη από τον καιρό της πρώτης νιότης του ένας τυχοδιώκτης, περιπλανώμενος και ρομαντικός. Εισβολέας σε ξένη γη, αλεξιπτωτιστής σε άγνωστες περιοχές, πιστός μιας ηθικής των αισθημάτων που κυριαρχούσαν πάνω στα σκοτεινά όρια της λογικής. Αυτές οι τρεις μεγάλες αρετές, με διαφορετικές αποχρώσεις , ημερεμένες από την εμπειρία και τις ήττες, τον συνόδευσαν καθ 'όλη τη διάρκεια της ζωής του.

    Για την πρωτόγονη Αριστερά του ' 60 , με την οποία μεγάλωσα εγώ, αυτές οι λέξεις  ανήκαν στον κατάλογο των διαστροφών, περιέγραφαν κακίες και ασθένειες, " μικροαστικές παρεκκλίσεις". Παρεκκλίσεις από τι; Δρόμοι για πού; Το να ξαναβρείς τον Τσε σήμερα σημαίνει να ξαναβρείς λέξεις σαν κι αυτές, να τις αποκαταστήσεις στην αρχική τους σημασία. 

" Ρομαντικός": εκείνος που αγκαλιάζει με αγάπη τις ιδέες, τις ιδέες πέρα από τη βιωσιμότητά τους.

" Περιπλανώμενος": αυτός που αντιλαμβάνεται τον κόσμο ως ένα σκηνικό  μόνιμου ταξιδιού που κατά τη διάρκεια του δεν πρέπει να τεμπελιάζεις και να σταματάς. 

" Τυχοδιώκτης": εκείνος που αντιλαμβάνεται τη ζωή ως μια περιπέτεια της οποίας οι συνέπειες δεν μπορούν να υπολογιστούν.

Και, μαζί με  αυτές, λέξεις όπως "ουτοπιστής" ( αυτός που καλλιεργεί τον έρωτα για την ουτοπία),

" παράτυπος" (εκείνος που θεωρεί περιττούς τους τύπους και είναι αντίθετος με αυτούς)

" ασεβής"( εκείνος που δεν υποβάλλει τα σέβη του στην εξουσία)

" υπέρμαχος της κοινωνικής και πολιτικής εξίσωσης(εκείνος που εφαρμόζει την ισότητα στη μοιρασιά των αγαθών και των δεινών)

" απερίσκεπτος" ( εκείνος που οι λέξεις και οι πράξεις του δεν υπολογίζουν συνέπειες και που έχει χάσει το συντηρητικό αίσθημα της σύνεσης).

     Λέξεις που συσχετίζω έντονα με την εικόνα του Τσε, που, όσο γράφω γι' αυτόν, αποκτά ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις."

Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ
Πόλη του Μεξικού, 2003


Από τον πρόλογο της βιογραφίας που έγραψε ο Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ με τίτλο: Ερνέστο Γκεβάρα , γνωστός και ως Τσε, εκδόσεις Κέδρος, 2005 (τρίτη έκδοση).

Σαν σήμερα 14 Ιουνίου 1928 γεννήθηκε ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα.