Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρτυρίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρτυρίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2022

Από τις αναμνήσεις του ανθυπίατρου Πέτρου Αποστολίδη στη Μικρά Ασία

 

Ο Πέτρος Αποστολίδης συμμετείχε ως ανθυπίατρος στη μικρασιατική εκστρατεία και αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους. Το 1981 κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Κέδρος σε ένα δίτομο έργο τα απομνημονεύματά του με τίτλο: «Όσα θυμά­μαι» (Α' τόμος: Γκαρνιζόν Ουσιάκ - 1922/23 και Β' τόμος: Η συνέχεια - 1990/1922 και 1923/1969). Το βιβλίο έλαβε το «Α' Βραβείο Φιλίας και Ειρήνης Αμπντί Ιπεχτσί».
Στην εισαγωγή του Α' τόμου γράφει ανάμεσα στα άλλα:

"  Εγώ χωριατόπαιδο από την Καλουτά του Ζαγοριού, μαθητούδι και γυμνασιόπαιδας συνέχεια στα Γιάννενα, έζησα μέχρι την απελευθέρωση του 12 - 13 υπό τουρκική κατοχή.
Στον ύπνο και στον ξύπνιο μας, όνειρο κι απαντοχή μας ήταν το πότε θα λευτερωθούμε. Καθημερινές σχεδόν κουβέντες μας μέσα κι έξω από το σχολειό ήταν οι δόξες των προγόνων κι η λευτεριά.
Δεν ήταν ανυπόφερτη σε μας τους αστούς η στυγνή τουρκική καταπίεση και εκμετάλλευση, πάντα με το μπαχτσίσι γίνονταν αρκετά ανεκτή η ζωή, όλο το βάρος έπεφτε στην πλάτη του δύσμοιρου αγρότη, αλλά αισθανόμασταν αφόρητη την αυθαιρεσία και τη βαναυσότητα του Τούρκου υπάλληλου και ζαπτιέ. Περιμέναμε την ώρα και τη στιγμή να ξεκουμπιστούν από πάνω μας. Μισούσαμε και περιφρονούσαμε κάθε τι το τούρκικο.
Έφτασε καμιά φορά η ευλογημένη ώρα, η Λευτεριά.
Πήγα φοιτητής της ιατρικής στην Αθήνα. Δεν ονειρευόμουν πλούτη κι αρχοντιές, όνειρο μου ήταν να σπουδάσω καλά και να μπορέσω να προσφέρω κάποια βοήθεια στους πατριώτες μου.
Κηρύχτηκε ο Α' Παγκόσμιος και μπήκα στο στρατό, πέντε χρόνια συνέχεια υπηρεσία και το τελευταίο αιχμάλωτος στους Τούρκους.
Λίγος καιρός ας πούμε ειρήνης και ξεσπάει ο Β' Παγκόσμιος, Αλβανία, Κατοχή, Εθνική Αντίσταση, ο Εμφύλιος και η γενική αναστάτωση. Από ιδιοσυγκρασία και εκλογή μου δεν ήμουνα μόνο θεατής, όλον αυτόν τον καιρό, αλλά μπλέχτηκα με τα γεγονότα και πήρα κι εγώ μέρος.
Είδα πολλά και διδάχτηκα περισσότερα. Βγήκα στο τέλος ζωντανός ευτυχώς χωρίς απώλειες δικών μου ανθρώπων και όχι ταπεινωμένος. Κάθησα κι έγραψα  ό,τι θυμόμουν από την πολυτάραχη αυτή ζωή(...)
Άρχισα από την αιχμαλωσία. Η περιπέτεια αυτή σημάδεψε βαθειά τη ζωή μου, είδα κι έπαθα πολλά - και πολλά Ταμπού που είχα σωριάστηκαν ερείπια. Τίποτε πια δεν ήταν το ίδιο: εγώ, οι άλλοι, οι Τούρκοι, όλα(...)"

Από  τις αναμνήσεις από την Μικρά Ασία και την περίοδο της αιχμαλωσίας το απόσπασμα που ακολουθεί:

Το στρατόπεδο Ουσιάκ
Οι πρώτοι αιχμάλωτοι στο Ουσιάκ ήταν 5 -5.500 χιλιάδες, έφερναν δε κατά διαστήματα και άλλους. Το μεγαλύτερο μέρος το έβαλαν στα συρματοπλέγματα και τους υπόλοιπους σε εγκαταλειμένα  σπίτια χριστιανών στα δύο άκρα της πόλης, το βορειοανατολικό και το νοτιοδυτικό. Ο Μπόσιακας κι ο Παπαδόπουλος ανάλαβαν τα σύρματα κι εγώ τις δυό συνοικίες.
Στα σύρματα δεν υπήρχε κανένα κτίριο, ευτυχώς όμως οι δικοί μας φεύγοντας εγκατέλειψαν εκεί σε μιαν άκρη έναν μεγάλο σωρό θολωτούς τσίγγους, απ' αυτούς που φτιάχνουν τα τολ. Αυτοί οι τσίγγοι κυριολεκτικά έσωσαν τους αιχμαλώτους μας.
Εδώ φάνηκε η μεγάλη αξία που έχει το να δίνεται στα παιδιά από το σπίτι τους η πρωτοβουλία και η συνήθεια στη δουλειά. Από την πρώτη στιγμή που τους κλείσαν στα σύρματα, οι πιο εργατικοί και με πρωτοβουλία, άρπαξαν από ένα τσίγγο και έφκιαξαν κάποιο στέγαστρο και έχωσαν το κεφάλι τους, εκείνοι δε που ήταν παιδιά πλούσιων οικογενειών, μαθημένα να τους τα ετοιμάζουν άλλοι, αυτοί έχασαν κυριολεκτικά τα νερά τους. Γι' αυτό τις πρώτες μέρες τους περισσότερους θανάτους τούς είχαμε από τα πλουσιόπαιδα και από κείνους που προέρχονταν από θερμότερες περιοχές, Κρήτη, νησιά και αλλού. 
Στη συνέχεια συνεννοήθηκαν μεταξύ τους, ένωσαν δυό δυό τσίγγους, τους τοποθέτησαν στη γραμμή και έφκιασαν μακριά τούνελ και μπήκαν όλοι μέσα.
Τρυπωμένοι στα τούνελ αυτά, κουβαριασμένοι πάνω στα τσιουβάλια τους, πέρασαν όλο το χειμώνα, χειμώνα σκληρόν, σε υψόμετρο 800 μέτρα, όπως το Ουσιάκ. Για να μπεις στο τούνελ αυτό έπρεπε να μπεις μπουσιουλώντας, κι αν κανένας γυρίζοντας από την αγγαρία κουβαλούσε μερικά σανιδάκια που έβρισκε στο δρόμο και τα άναβε και για να ζεσταθούν, το τούνελ γέμιζε καπνό και όλοι έκλαιγαν ομαδικά. Τις δυό εισόδους τις έκλειναν με κουρέλια για να μη σχηματίζεται ρεύμα.
Εδώ σαν τρωγλοδύτες έβγαλαν το χειμώνα, οι πολλοί λίγοι που τον έβγαλαν.



Ξεκινούσα πρωί πρωί. Τα σπίτια που τους είχαν βάλει, εγκαταλειμένα σπίτια Ελλήνων και Αρμένηδων, ήταν όλα λεηλατημένα, μόνον οι τέσσερες τοίχοι, με σπασμένα τζάμια στα παράθυρα, πολλά δωμάτια χωρίς πόρτες. Τους αρρώστους τούς είχαν συγκεντρώσει οι νοσοκόμοι σε ένα δυό δωμάτια, όλοι κουβαριασμένοι, ξαπλωμένοι στο πάτωμα και κουκουλωμένοι με τα τσιουβάλια τους, γδυτοί από χιτώνια και περισκελίδες και μισοκοιμόντουσαν.
" Ένας έχει πολύν πυρετό εδώ...", μια φωνή. Βρίσκονταν στην άλλη άκρη του δωματίου και δρασκελίζω τους κουβαριασμένους στο πάτωμα για να τον πλησιάσω. Άκουγες τότε: " Το Χριστό σου, μου πάτησες τη μύτη μου" από δω, " ωχ, το χέρι μου, Την Παναγία σου", από κει.
Παίρνω κατόπιν θέση σε μια γωνιά και περνούν ένας ένας να τους εξετάσω - και ήταν πολλοί, 600 - 700 την ημέρα. Στο πλευρό μου έχω το νοσοκόμο μου να κρατάει στο χέρι του ένα μπουκάλι. Όλους σχεδόν τους θερίζει η διάρροια και τα μόνα φάρμακα που μου διέθεταν ήταν λίγα σκονάκια υπονιτρικό βισμούθιο και λίγο λαύδανο, κι αυτά ήταν λάφυρα από τα δικά μας. Καθώς δεν μ' έπαιρνε ο χρόνος να μετρώ για τον καθένα 14 - 15 σταγόνες λαύδανο, διέλυσα λαύδανο στο κονιάκ - βρέθηκε ευτυχώς κάμποσο στις δικές μας καντίνες -, ώστε να αναλογούν 15 -16 σταγόνες λαύδανο σε κάθε κουταλιά της σούπας και έδινα από μια κουταλιά της σούπας στον καθένα.
Οι τελευταίοι που έρχονταν, για να προκάνουν μη φύγω, ούτε καν μου' λεγαν τι έχουν, στέκονταν μπροστά μου, τέντωναν το σκελετωμένο λαιμό τους, άνοιγαν το στόμα τους κι ο νοσοκόμος μου έρριχνε μια κουταλιά της σούπας κονιάκ με λαύδανο στο στόμα σαν παπάς τη μετάληψη. Είχα μπροστά μου την εικόνα της οσίας Μαρίας της Αυγυπτίας με το σκελετωμένο λαιμό της να μεταλαβαίνει, από μια παλιά βυζαντινή εικόνα στο μοναστήρι μας στο χωριό μου.
Οι ψείρες δισεκατομμύρια. Σήκωνα το πάνω τσιουβάλι για να ακροασθώ την πλάτη του άρρωστου και στο από κάτω τσιουβάλι αυτές μετακινούνταν σαν τα πρόβατα στην πλαγιά του λόφου. Μετά την επίσκεψη, το βράδι που γύριζα στο δωμάτιό μου, τίναζα τα ρούχα μου να διώξω τις ψείρες. Το πρωί που πήγαινα για την επίσκεψη, η κυλόττα μου δεν είχε ψείρες και όταν γύριζα το βράδι ήταν άσπρη. Οι ψείρες είχαν ανεβεί από τις αρβύλες και τις πέτσινες μπότες μου και είχαν καταλάβει την κυλόττα μου.
Γύριζα στο κατάλυμμά μας σωματικά, αλλά περισσότερο ψυχικά εξουθενωμένος. Και αναρωτιόμουν! Μα τι κάνω εγώ εδώ; Γιατρική είναι αυτό που κάνω, ή κοροϊδεύω τους δυστυχισμένους αυτούς;
Και όμως ήταν γιατρική. Και γρήγορα το αντιλήφτηκα. Από τη γενική συμπεριφορά τους απέναντί μου ένιωθα ότι τους ήμουν απαραίτητος. και μόνο που μ' έβλεπαν μπροστά τους σαν γιατρό τους, έπαιρναν κουράγιο και ελπίδα ότι θα γίνουν καλά και θα γυρίσουν μια μέρα στο σπίτι τους. Η παρουσία μου σαν γιατρού τους, μια συμβουλή, μια καλή κουβέντα, ένα χάδι, ένα " κάντε κουράγιο παιδιά και όπου να' ναι και υπογράφεται ανακωχή και φεύγουμε", ενεργούσε απάνω τους σαν το ισχυρότερο τονωτικό.
Ο μακαρίτης ο Μπόσιακας και μεγαλύτερος στα χρόνια από μένα και τον Παπαδόπουλο ήταν, αλλά και σωματώδης. Τον είχαμε σαν ένα είδος συντονιστή προϊστάμενο και αναλάβαμε, κυρίως εμείς οι δυό, την ιατρική δουλειά του στρατοπέδου. Και κάπως κουρασμένος φαίνονταν, αλλά και σαν μόνιμος αξιωματικός που ήταν, είχε ένα είδος στρατοκρατική νοοτροπία, εφάρμοζε στην αντιμετώπιση των προσερχόμενων αρρώστων μια μέθοδο, πώς να την εκφράσω; στρατοκρατική. Τους μιλούσε σαν διοικητής λόχου, με αυστηρότητα και επιταγή. Μερικούς που εξέτασε μια μέρα, είχαν διάρροια, τους έβαλε, πολύ σωστά, σε δίαιτα μια δυό μέρες και αυτοί δεν ήθελαν να την κρατήσουν - συνηθισμένα αυτά στο στρατό. Και τους λέει: " Μη την κρατάτε, αλλά εσείς θα πεθάνατε, δεν θα πεθάνω εγώ". Λοιπόν, τόσο άσχημα τούς χτύπησαν αυτά τα χωρίς κακία λόγια - συμβολή, που τους διέθεσαν εχθρικά απέναντί του. Μετά το θάνατό του άκουσα να μιλούν μερικοί μεταξύ τους και να λεν, με ένα είδος ειρωνείας: " σε μας έλεγε θα πεθάνουμε, κι αυτός πέθανε πριν από μας."
Στην κατάσταση που βρισκόμαστε τότε εκεί, ούτε φάρμακα - δεν υπήρχαν άλλωστε - ούτε καμιά άλλη ιατρική φροντίδα έπαιζαν κανένα σπουδαίο ρόλο. Εκείνο που ζύγιζε πιο πολύ ήταν η ψυχοθεραπεία, ο καλός ο λόγος, ένα χάδι και η ενίσχυση της ελπίδας ότι όπου να' ναι και φεύγουμε. Το είχα νιώσει βαθιά αυτό...


Πέτρος Αποστολίδης, Όσα θυμάμαι. 1900 -1969. Α' Γκαρνιζόν Ουσιάκ 1922 -1923, Κέδρος , Αθήνα 1981

Οι φωτογραφίες από το βιβλίο

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2022

Τρεις μεγάλες σφυριξιές και μια κοντή. Το στερνό αντίο στον Καββαδία από τη σειρήνα του πλοίου "Ποσειδωνία"


Αφηγείται ο Γιώργος Γερίμογλου, απόμαχος πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού, στον Μήτσο Κασόλα:

-Το θάνατο του Κόλια πού τον πληροφορήθηκες, στη στεριά ή στη θάλασσα;

-Στη θάλασσα, στην Πάτρα, αναχωρώντας για το Πρίντεζι. Την επόμενη μέρα, φτάνοντας στην Κέρκυρα, τηλεφώνησα στο Προξενείο του Πρίντεζι, στο οποίο ένας παπάς, ο παπα - Γιώργης, εκτελούσε χρέη γραμματέα του Ιταλού επίτιμου προξένου και χρέη ιερέα στην εκεί ελληνορθόδοξη εκκλησία. Ο παπα - Γιώργης, με το αζημίωτο από μένα, ήταν εκ των απορρήτων μου. Σε πολλούς αντιστασιακούς - στη διάρκεια της δικτατορίας - η Ελληνική Πρεσβεία στη Ρώμη δεν ανανέωνε τα διαβατήριά τους. Ο παπα - Γιώργης το ...ρύθμιζε. Όπως ρύθμιζε να παίρνουν βίζα εισόδου στην Ελλάδα και πολλοί ξένοι που δεν την έπαιρναν για πολιτικούς λόγους. Είπα λοιπόν στον παπα - Γιώργη, που γνώριζε πολύ καλά τον Καββαδία, ότι ο Κόλιας έφυγε...Ο παπα - Γιώργης λυπήθηκε και μου είπε να του κάνουμε μνημόσυνο, εννιάμερα. " Όχι, παπα - Γιώργη, δεν θα του κάνουμε εννιάμερα αλλά ξόδι. Όχι στην εκκλησία σου αλλά στο καράβι". Φτάνοντας στο Πρίντεζι, κι αφού βγήκαν οι επιβάτες, κάναμε το ξόδι. Είχα ειδοποιήσει να παρευρεθεί και ο Σπύρος, ένας νεαρός φοιτητής της Ιατρικής που σπούδαζε στο Μπάρι. Το πλήρωμα, ντυμένο με τις επίσημες στολές του, ανέβηκε στο κατάστρωμα για να πούμε όλοι μαζί το στερνό μας αντίο στον Κόλια και το "αιωνία η μνήμη". Ήταν την ίδια ημέρα και ώρα που το άψυχο κορμί του κατέβαινε στο χώμα της αττικής γης. Συγκεντρωμένοι λοιπόν όλοι στο κατάστρωμα, μαζί και μ' ένα άγημα του λιμεναρχείου από έναν αξιωματικό, έναν υπαξιωματικό και τρεις ναύτες, που είχε κανονίσει ο πράκτοράς μας να παρευρεθούν, ψάλαμε στο τέλος της νεκρωσίμου όλοι δώδεκα φορές το "αιωνία η μνήμη". Έχοντας μπροστά μας ένα στεφάνι με κόκκινα γαρίφαλα και μέσα σε μια κορνίζα μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του Κόλια από κάποια εφημερίδα, με ανοικτή την πόρτα του ασύρματου, για να ακούγεται το τιτίβισμά του. Τελειώνοντας, ο παπα - Γιώργης είπε για το πόσο καλός άνθρωπος ήταν ο Κόλιας και ζήτησε κι από μένα να πω δυο λόγια. Κοιτάζοντας προς τον ασύρματο και προς τα θολά νερά του λιμανιού, διάβασα το Mal du depart.

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Στο τέλος βάλαμε να χτυπήσει η σειρήνα του βαποριού τρεις μεγάλες σφυριξιές και μια κοντή. Κι αυτό ήταν το ηχηρό μας καλό ταξίδι στον Κόλια. Ο τελευταίος αποχαιρετισμός μας στο φίλο που χάσαμε.
Στο σαλόνι είχε σερβιριστεί καφές με κονιάκ και κουλουράκια. Και μιας και δεν είχαμε συγγενείς του Κόλια να τους συλλυπηθούμε, έλεγε ο ένας στον άλλον συλλυπητήρια και να ζήσουμε να τον θυμόμαστε.
Την άλλη μέρα, περνώντας το πλοίο μας έξω απ' την Κεφαλλονιά, έριξα στη θάλασσα το στεφάνι με τα γαρίφαλα, με την ελπίδα το βοριαδάκι που φυσούσε να το βγάλει στο νησί του.


Από το βιβλίο του Μήτσου Κασόλα, Νίκος Καββαδίας. Ο Δαίμονας χόρευε μέσα του. Καστανιώτης, Αθήνα 2010, 4η έκδοση.
Η φωτογραφία από το βιβλίο.

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2020

Ο πόλεμος του 40

Ο γιατρός Πέτρος Αποστολίδης από την Καλουτά Ζαγορίου, γνωστός και ως ο πρώτος "κόκκινος" Δήμαρχος των Ιωαννίνων το 1944, θυμάται μερικές στιγμές από την κήρυξη του πολέμου και την υπηρεσία του στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων στο Κάστρο.
Το Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων στο Κάστρο 
 1940
Δεν πέρασε πολύς καιρός και νέα επιστράτευση. Εγώ πάλι ανθυπίατρος στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο στο Φρούριο.
Εκείνο που σου' κανε εντύπωση ήταν η ψυχολογία του κόσμου. Ούτε φόβος, ούτε η αγωνία του 39 με την επιστράτευση. Ήταν σαν όλοι να σκέφτονταν, "παλιάνθρωποι Ιταλοί, μας κάνατε και περάσαμε πέρυσι μαύρο Πάσχα, φέτος πάλι τα ίδια. Πόλεμο θέλετε; θα τον έχετε, ας γίνει επιτέλους ό,τι έχει να γίνει". Ήταν περίεργη η αποφασιστικότητα, το θάρρος και η αισιοδοξία του κόσμου. Σαν να' ξεραν, σαν να προφήτευαν την ήττα των Ιταλών.
Τη νύχτα της 27ης προς την 28η Οκτώβρη, ήμουν εφημερεύων και διανυκτέρευα στο Νοσοκομείο. Γύρω στα μεσάνυχτα ακούω θόρυβο μοτοσικλέτας και ο υπασπιστής του Φρουραρχείου Ράμφος με δυό τρεις άντρες του Φρουραρχείου, μου φέρνουν ένα μισοζαλισμένο από χασίς στρατιώτη. Τον είχαν κλείσει στο πειθαρχείο, αλλά ο Ράμφος παριστάνοντας τον νταή τον αγρίεψε κι εκείνος για να γλυτώσει το ξύλο χτυπούσε το κεφάλι του στον τοίχο. Φοβήθηκαν και τον έφεραν στο Νοσοκομείο.
Οι νοσοκόμοι μου ήταν όλοι σχεδόν βοηθητικοί και θα ζητούσα να μείνουν οι άντρες της φρουράς, αλλά παρατήρησα ότι ο άνθρωπος μάλλον ήθελε να ησυχάσει. Του φόρεσα πιτζάμες και τα ρούχα του πήγαν στην αποθήκη. Κατά τις δύο με ξυπνάει ο νοσοκόμος μου: " Κύριε ανθυπίατρε, εκείνος που' φεραν τη νύχτα έφυγε με τα βρακιά του από το θάλαμο, έφτασε στην πύλη". Ο σκοπός της πύλης κατάφερε και τον σταμάτησε με την απειλή του όπλου του, που ήταν βέβαια άδειο - δεν τους έδιναν ούτε φυσίγγιο πριν φτάσουν στο μέτωπο. Κατέβηκα κι εγώ. Τους ήξερα καλά αυτούς τους τύπους από το Νοσοκομείο Συγγρού. Βάζω το χέρι μου στον ώμο του.
- Βρε συνάδελφε, εδώ πάμε για πόλεμο και συ θέλεις να σκοτωθούμε μεταξύ μας;
- Θέλω να πάω να εξηγηθώ μ' αυτούς τους κερατάδες του Φρουραρχείου.
- Δίκιο έχεις, αλλά μέρα ξημερώνει.
Τον κατάφερα τελικά και γύρισε στο κρεβάτι του.
Ξύπνησα μόλις είχε χαράξει κι έριξα λίγο νερό στο πρόσωπό μου. Ακούω πάλι μοτοσικλέτα και βγαίνω στο πλατύσκαλο. Στο μισοσκόταδο διακρίνω τον Πρίντζο.
- Σεις, κύριε Διευθυντά, τέτοια ώρα!
- Γρήγορα, ξύπνα το λοχία της υπηρεσίας, να συγκεντρώσει το προσωπικό. Οι Ιταλοί μάς κήρυξαν τον πόλεμο.
Αφουγκράζομαι...Στην ησυχία της νύχτας, άκουγες πολύ βαθιά προς Δολιανά - Καλπάκι βολές πυροβολικού.
Το φως της μέρας σιγά σιγά δυνάμωνε, ξύπνησε το προσωπικό και οι νοσοκόμοι πήγαν στους θαλάμους τους και ετοίμαζαν τους αρρώστους. Θάλαμοι, διάδρομοι κι οι σκηνές ακόμα που είχαμε στήσει, ήταν όλα γεμάτα, καθώς γινόταν εκκαθάριση ανάπηρων, χρόνια πασχόντων, βοηθητικών,... είχαμε χρόνια ειρηνικής ζωής. Δεν έλειπαν φυσικά και οι προσποιούμενοι τον άρρωστο.

Ο Πρίντζος πέρασε απ' όλους τους θαλάμους και τις σκηνές και τους μίλησε.
- Ακούστε, παιδιά. Όλοι εσείς που βρίσκεστε εδώ, δεν είστε σοβαρά άρρωστοι. Για να ξεκαθαριστεί ποιοι είναι ικανοί, και ποιοι ανίκανοι θα χρειαστούν αρκετές μέρες. Οι Ιταλοί όμως μας κήρυξαν πόλεμο και η κυβέρνηση πήρε την απόφαση να τους χτυπήσουμε. Το μέτωπο χρειάζεται ντουφέκια. Εγώ δεν μπορώ να σας βγάλω χωρίς να κρίνουν οι επιτροπές. Γι' αυτό σας λέω, όσοι καταλαβαίνετε ότι μπορείτε να κρατήσετε ντουφέκι, ζητήστε μόνοι σας εξιτήριο για τη μονάδα σας. Το αφήνω στον πατριωτισμό σας.
Και τότε έγινε το απρόσμενο. Οι περισσότεροι ζήτησαν εξιτήριο και από χίλιους με χίλιους πεντακόσιους  έμειναν εξακόσιοι με εφτακόσιοι.
Τρίβαμε τα μάτια μας, δεν αναγνωρίζαμε το λαό μας, που μέχρι τώρα δεν είχαμε αφήσει ελάττωμα που να μην του φορτώσουμε.
Αλλά και η αντίδραση του πληθυσμού της πόλης και των χωριών ήταν πρωτοφανέρωτη. Πού είχε πάει η σύγχυση, η αγωνία και ο φόβος του 39; Τώρα σαν να σκέφτονταν όλοι: " Δε θα σκύψουμε το κεφάλι, πολεμήσουμε". Όχι μόνο αυτό, αλλά επικρατούσε και μια περίεργη αισιοδοξία. Πού στηρίζονταν; Πουθενά. Μια διαίσθηση.
Στις δέκα το πρωί με καλεί ο Πρίντζος στο γραφείο του.
- Θέλεις να πάει η οικογένειά σου στην Αθήνα;
" Γιατί το λέει; σκέφτομαι. Σίγουρα αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τα Γιάννενα και να μετακινήσουν τις οικογένειες, για να είναι οι αξιωματικοί απερίσπαστοι". 
- Ναι, αλλά πώς θα πάει στην Αθήνα;
- Με αυτοκίνητα της Μεραρχίας μέχρι την Άρτα.
- Κι από κει και πέρα;
- Ε, κάποιον φίλο θα' χεις στην Άρτα και θα φροντίσει να προωθηθούν παρακάτω.
- Α, έτσι αποκλείεται, κ. Διευθυντά. Να στείλω γυναίκες και μικρό παιδί μονάχους τους στο άγνωστο, να γυρίζουν στους δρόμους, αυτό δε γίνεται. Καλύτερα να μείνουν εδώ που βρίσκονται κι ας γίνει ό,τι γίνει.
- Καλά, έχεις την ευθύνη.

Έμαθα τι έγινε αργότερα στην κεντρική πλατεία. Είχαν συγκεντρωθεί με τα μπαγάζια τους οικογένειες αξιωματικών περιμένοντας τα στρατιωτικά αυτοκίνητα. Το πήραν μυρωδιά οι γυναίκες από τις συνοικίες της Λούτσας και της Καλούτσιανης, μαζεύτηκαν γύρω κι άρχισαν τις αποδοκιμασίες: " Ώστε, η αφεντιά σας, φεύγετε...κι εμάς πού μας αφήνετε; Ντροπή σας". Το "μεγαλεπήβολο" σχέδιο του " μεγάλου δημιουργού του Όχι" και του άλλου " μεγάλου Στρατάρχη", ήταν να εγκαταλειφθούν τα Γιάννενα και το μέτωπο να μεταφερθεί στο Μακρυνόρος, δηλαδή, μερικές ντουφεκιές για την τιμή των όπλων κι αυτό θα ήταν όλο το όχι.
Ο λαός μας όμως εννοούσε πραγματική αντίσταση· κράτησαν το μέτωπο μη υπακούοντας στις διαταγές ο Διοικητής της Μεραρχίας Ηπείρου Κατσιμήτρος κι ο Αρχηγός του Πυροβολικού Μαυρογένης.
Από την άλλη μέρα κιόλας μας έρχονταν ευχάριστα νέα. Όχι μόνο δεν έσπασε το μέτωπο - μια μικρή σύγχυση διαταγών στο μέτωπο των Φιλιατών αποκατάσταθηκε αμέσως - αλλά οι Ιταλιάνοι το' βαλαν στα πόδια, τους θέρισε το βαρύ πυροβολικό του Μαυρογένη και η εύστοχη βολή του ορειβατικού πυροβολικού, ιδίως της πυροβολαρχίας Κωστάκη, τόσο που νόμισαν πως ήταν ειδικό πυροβόλο " τύπου Κωστάκη"

Σε τρεις τέσσερις μέρες μας έρχονται στο Νοσοκομείο οι πρώτοι αιχμάλωτοι Ιταλοί τραυματίες της Μεραρχίας Τζούλια από τον τομέα της Πίνδου, τρία παλικάρια ως εκεί πάνω με τραύματα στις κνήμες.
Ήμουν εφημερεύων τη μέρα εκείνη και τους παράλαβα. Δεν είχα χωριστό θάλαμο να τους βάλω και τους έβαλα μαζί με τους δικούς μου. Φοβήθηκα μη βρεθεί κανένας ανόητος από τους νοσηλευόμενους και τους φερθεί άσχημα κι έδωσα αυστηρές διαταγές στους νοσοκόμους να προσέχουν μη συμβεί το παραμικρό. Άδικοι οι φόβοι μου. Ξελάσκαρε η δουλειά μου και πήγα κατά τα μεσάνυχτα να τους δω· βρίσκω γύρω τους κύκλο φαντάρους μας. Βάζω τις φωνές: " Τι γίνεται εδώ;" " Δεν τους πειράζουμε, γιατρέ, κουβεντιάζουμε". Και πραγματικά, άλλος τους είχε προσφέρει καραμέλες, άλλος κουλουράκι, άλλος τσιγάρα.
Παιγνίδια της μοίρας! Πάλι να είμαι γιατρός αιχμαλώτων, ξένων αυτή τη φορά. Ήμουν υπεύθυνος για την αποφθειρίαση στο στρατόπεδο και οι αιχμάλωτοι περνούσαν πρώτα από τον κλίβανο.
Μου φέρνουν την πρώτη φουρνιά, τους έστελνε η Όγδοη Μεραρχία της Ηπείρου. Όλοι με τη στολή τους, χιτώνιο, κιλότα, μανδύα, άρβυλα και με την κουβερτούλα τους μερικοί, με όλα τα μικροπράγματά τους, ρολόγια στα χέρια, στιλό στη τσέπη και παράσημα στο στήθος.
Χωρίς να το θέλω πέρασε από μπροστά μου η εικόνα των Ελλήνων αιχμαλώτων του Ουσιάκ, Αφιόν, Ελβανλάρ, με τα τσουβάλια τους για ρούχα, με τα γυμνά τους πόδια πάνω στον πάγο και την κακομοιριά τους.
Ενθουσιάστηκα  και μου ' ρχόταν να φωνάξω δυνατά: " Μπράβο σου Ρωμιέ,...είσαι άνθρωπος, άντεξες".
Με πλησιάζει ένας Ιταλός και μου ζητάει μια ασπιρίνη, έχει, λέει, κεφαλόπονο. Του δίνω. Σε λίγο δεύτερος, κι αυτός με με πονοκέφαλο. Σε λίγο και τρίτος. Τι έπαθαν αναρωτιέμαι. Βλέπω πιο πέρα το στρατιώτη μου να γελάει.
- Τι γελάς; του κάνω αυστηρά.
- Εσείς δεν ξέρετε, γι' αυτό παραξενεύεστε, κ. ανθυπίατρε. Αυτοί είναι μεθυσμένοι, γι' αυτό έχουν πονοκέφαλο.
Να τι είχε συμβεί. Οι χωροφύλακες, που τους έφεραν από το μέτωπο, σε κάποιο χωριό έκαναν στάση, κατέβασαν τους Ιταλούς να ξεμουδιάσουν κι αυτοί και τους κέρασαν στο μαγαζί από ένα ουζάκι. Άρχισαν τα κεράσματα, " γεια σου και γεια μου", κι όταν έφτασαν στα Γιάννενα ήταν μισομεθυσμένοι Ιταλοί και χωροφύλακες.
Την όμορφη αυτή ατμόσφαιρα της ανθρωπιάς ήρθε να χαλάσει μια άλλη μέρα κάποιος ανθυπολοχαγός. Τον είδα να περιφέρεται γύρω στον κλίβανο και στους αιχμαλώτους και νόμισα ότι κοίταζε από περιέργεια. Είχα δουλειά κι έφυγα για το Νοσοκομείο. Όταν γύρισα βλέπω έναν Ιταλό να κλαίει.
- Τι έγινε; λέω.
- Ο ανθυπολοχαγός τού πήρε το ρολόι του, μου λέει στενοχωρημένος ο φρουρός.
Έτρεξα να τον προλάβω, αλλά είχε φύγει, ήθελα να τον πάω ίσια στον Στρατηγό...

Με την πρώτη φουρνιά αρρώστων και τραυματιών από το μέτωπο φάνηκαν οι τεράστιες ελλείψεις και προπαντός η ανικανότητα των ανθρώπων που είχαν μπει να διοικήσουν.
Οι μάχες λυσσομανούσαν στο μέτωπο, και το Στρατιωτικό Νοσοκομείο Γιαννίνων, που θα δεχόταν όλους τους τραυματίες και τους αρρώστους, είχε μόνο πέντε γιατρούς, ενώ το αναρρωτήριο της Λάρισας, δεκάδες χιλιόμετρα πίσω, υπηρετούσαν εκατόν είκοσι γιατροί,  με μηδαμινό αριθμό νοσηλευόμενων. Τα ρουσφέτια βλέπεις!
Ο Πρίντζος, και νέα υπηρεσία να του φόρτωναν, δεν έλεγε όχι, αδιαφορώντας αν μπορεί να εκτελεστεί. Σε λίγες μέρες όμως στείλαν τον Αρχίατρο Μαρκάκη να οργανώνουν Β' Νοσοκομείο. Τούτος ήξερε να διοικεί, έβαλε τις φωνές στο Υπουργείο και σε λίγες μέρες άρχισαν να στέλνουν γιατρούς και κάπως διορθώθηκαν τα πράγματα.
Τ' αυτοκίνητα με τραυματίες από το μέτωπο έρχονταν με το σούρουπο για ν' αποφεύγουν τ' αεροπλάνα. Ήμουν εφημερεύων και μου γέμισαν εκείνο το βράδυ οι σκηνές από αρρώστους, πολλούς με ψηλό πυρετό, ελονοσία. Με το φοβερό συνωστισμό και την έλλειψη προσωπικού ούτε σκέψη για ένεση κινίνης, τους έδινα από ένα γραμμάριο - πέντε κουφέτα. Αλλά πού να βρεις κύπελλα να δώσεις στον καθένα για να καταπιεί τα χάπια του, δεν είχαμε.
Το μεγάλο δράμα όμως ήταν με την ψώρα, ήταν πολλοί και δεν είχαμε κρεβάτια στο Νοσοκομείο. Κλιβανίζαμε λοιπόν τις κουβέρτες και τα εξωτερικά τους ρούχα, έκαναν το λουτρό τους, τους επαλείφαμε με την ειδική αλοιφή και πήγαιναν να κοιμηθούν στο θάλαμό τους. Αλοιφές και λουτρό ζεστό και κλιβανισμούς ρούχων απαραίτητα δυό μέρες συνέχεια, έπρεπε φυσικά να αλλάξουν και εσώρουχα. Πού να τα βρούμε; Η " σοφή μας επιμελητεία" δεν ήξερε σε ποια αποθήκη είχε τα σώβρακα! Τι να κάνω; Κατ' ανάγκην φορούσαν τα ίδια, υγρά καθώς έβγαιναν από τον κλίβανο μαζί με τις κουβέρτες τους.
Συγκέντρωνα κάθε φορά όσους είχαν ψώρα και τους εξηγούσα πώς θα κάνουν το μπάνιο τους, την επάλειψη κ.λ.π. " Μόνο, παιδιά, που δεν έχουμε να σας δώσουμε καθαρά εσώρουχα, θα φορέσετε τα ίδια όταν θα βγουν από τον κλίβανο. Σε λίγες μέρες θα΄χουμε κι απ' αυτά".
Ένα βράδυ, κάποιος νεαρός φαντάρος με ρωτάει.
- Δηλαδή τα ίδια εσώρουχα λερωμένα και υγρά από τον κλίβανο θα φορέσουμε, γιατρέ;
- Θα τ' αερίσετε λίγο, τι να γίνει;
- Αυτό είναι μαρτύριο, γιατρέ μου, δε μας μένει παρά να λιποτακτήσουμε κι εμείς.
- Στάσου, φίλε, τον πόλεμο αυτό αν τον έκανε ο Μεταξάς, θα μπορούσαμε να του πούμε: " Πόλεμος ήθελες, κύριε, έπρεπε να είχες την ετοιμασία σου όλη. Όμως τον πόλεμο μάς τον επέβαλαν οι Ιταλοί κι εμείς με τα φτωχά μας μέσα τούς απαντήσαμε: " Όχι, δε θα περάσετε" και τους πολεμάμε όπως μπορούμε". Τώρα αν το θεωρείς τιμή σου να λιποτακτήσεις, γιατί δεν έχουμε καθαρό βρακί να σου δώσουμε, μπορείς να το κάνεις.
Άρχισαν να τον βρίζουν και να τον αποπαίρνουν οι άλλοι φαντάροι.
- Όχι, παιδιά, ακούσατε τι είπα, όμως κι ο νέος έχει δίκιο, εξέφρασε την αγανάκτησή του. Μήπως νομίζετε ότι κι εγώ σαν γιατρός σας δεν αγανακτώ; Είναι μια προσωρινή έλλειψη. Κι είμαι βέβαιος ότι ο συνάδελφός σας ποτέ δε σκέφτηκε όπως μίλησε.
Ήμουν υπεύθυνος για την αποφθειρίαση και κάθε βράδυ περνούσα από το γραφείο του Γενικού Αρχίατρου Γκινάκα να τον ενημερώσω. Του διηγήθηκα λοιπόν το περιστατικό.
- Μπράβο, μου λέει, μίλησες πολύ καλά στο στρατιώτη.
- Ναι, κ. Γενικέ, αλλά είναι ανάγκη να βρεθούν εσώρουχα το γρηγότερο, δεν είναι δυνατό να ψέλνω κάθε μέρα το ίδιο τροπάρι (αποσπάσματα)


Πέτρος Αποστολίδης, Όσα Θυμάμαι, 1900 -1969, Β΄Η συνέχεια, Κέδρος , Αθήνα 1983


Παρασκευή 24 Απριλίου 2020

Ο ουρανός ήταν μαύρος πάνω απ'τον Ευφράτη


Αρμένιοι πρόσφυγες
...Μπήκε η άνοιξη κι όλη η φύση βρισκόταν σ' έξαρση, όμως κανείς πια δεν είχε διάθεση ν' ασχοληθεί με την εναλλαγή των εποχών. Ο φόβος είχε πάλι κάνει την εμφάνισή του· τα χωράφια ήταν έρημα.
Διάφορες επίμονες φήμες, που διαδίδονταν στα κρυφά, σχολιάζονταν απ' όλους με μεγάλη ανησυχία. Όλοι μας θέλαμε να πιστέψουμε πως όλα όσα ακούγονταν δεν θ' αργούσαν ν' αποδειχτούν ψέματα, η ανάμνηση όμως όσων είχαν συμβεί στο παρελθόν ήταν αρκετά  ζωντανή στη μνήμη μας ώστε να φοβόμαστε νέες συμφορές. Δεν μας ανησυχούσε πια μόνο ο πόλεμος, που μαινόταν εκατόν πενήντα χιλιόμετρα μόνο από κει που ζούσαμε. Όχι· αυτό που οι Αρμένιοι άκουγαν και πάλι ήταν η υπόκωφη, απρόβλεπτη, αναίτια βοή του μίσους. Σύντομα, αυτά που στην αρχή ήταν μόνο σημεία και υποψίες, έγιναν πράξεις, γεγονότα που δεν θα μπορούσαμε ούτε καν να διανοηθούμε προηγουμένως.
Να πώς είχε η κατάσταση: δύο με τρεις χιλιάδες νέοι Αρμένιοι της περιοχής, στρατολογημένοι και συγκεντρωμένοι χωριστά, δούλευαν εδώ και μερικές βδομάδες στα έργα κατασκευής ενός δρόμου ανάμεσα στο Περσένς και το Χαμπουσί. Προς το τέλος του Μάη, μεταφέρθηκαν όλοι στη Μεζιρέ όπου τους έκλεισαν  σ' ένα κτίριο που ονομαζόταν Γκαρμίρ Ρονάρ. Λίγο αργότερα διατάχθηκαν να ξεκινήσουν για το Τιγκράναγκερντ. Κάπου στη διαδρομή, είχαν χαθεί όλων τα ίχνη και ποτέ δεν μαθεύτηκε τι απέγιναν.
Αρμένιοι άμαχοι, οδηγούμενοι από ένοπλους Οθωμανούς στρατιώτες, περνώντας μέσα από το Χαρπούτ (Kharpert), σε μια φυλακή στην κοντινή Μεζιρέχ (Mezireh) σημερινή Ελαζίκ (Elazig), Απρίλιος 1915

Στο Μορενίγκ, τα πράγματα ήταν τώρα εντελώς διαφορετικά. Καθώς οι περισσότεροι άντρες - ακόμα κι οι νέοι κι οι έφηβοι - είχαν επιστρατευθεί, το χωριό έμοιαζε να έχει αδειάσει από ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού του. Απ' την άλλη, είχε εγκατασταθεί ένα στρατιωτικό απόσπασμα και μαζί του ένα σωρό Τούρκοι - κάθε μέρα και περισσότεροι - που έρχονταν από την πόλη για να μείνουν στο χωριό, λες και είχαν σκοπό να καταλάβουν, όσο πιο γρήγορα γινόταν, τις κενές θέσεις...Τώρα ο Μαχμούτ αγά μπορούσε μπορούσε πια άφοβα να φέρεται αλαζονικά και να φανερώνει τα αληθινά του αισθήματα. Πραγματικά, δεν είχανε καμιά ευκαιρία, γι' αυτό. Οι χωριανοί, που ήταν τώρα κυρίως γέροι, γυναίκες και παιδιά, βρίσκονταν πια στο έλεος του, κάτι που άλλωστε ο Τούρκος αυτός πάντα επεδίωκε.
Μια μέρα, οι άπειρες μηχανορραφίες του προκάλεσαν την έρευνα της χωροφυλακής με κάποιο πρόσχημα, που τώρα πια δεν το θυμάμαι. Ήρθαν, λοιπόν,μια μέρα κάμποσοι χωροφύλακες με τέσσερις υπαξιωματικούς κι ένα αξιωματικό επικεφαλής. Η γειτονιά που τους είχαν υποδείξει ψάχτηκε πέρα ως πέρα, απ' άκρη σ' άκρη, από σπίτι σε σπίτι, και οι κάτοικοι ανακρίθηκαν μ' επιμονή. Οι Αρμένιοι όμως κατάφεραν, έξυπνοι και σεμνοί καθώς ήταν, να αντικρούσουν με τον καλύτερο τρόπο τις συκοφαντικές κατηγορίες εναντίον τους. Απέδειξαν στους χωροφύλακες ότι, νομοταγείς καθώς ήταν, δεν θα μπορούσε κανείς να τους προσάψει κάποια επιλήψιμη πράξη, και πως ό,τι έκανε ο Μαχμούντ αγά, το έκανε από προσωπική εμπάθεια. Τελικά οι χωροφύλακες έφυγαν όπως είχαν έρθει.
Δεν ήταν όμως το συμβάν αυτό ένα πρόσχημα για να επαναληφθούν παρόμοια επεισόδια στο μέλλον; Και πράγματι, πριν ακόμα περάσουν λίγες μέρες, οι χωροφύλακες ξαναγύρισαν, περισσότεροι αυτή τη φορά, και περικύκλωσαν όλο το χωριό. Αυτή τη φορά είχαν αυστηρή διαταγή να κατάσχουν όλα τα όπλα που τυχόν θα είχαν στην κατοχή τους οι κάτοικοι, χωρίς καμία εξαίρεση. Μας κατέστησαν σαφές ότι επρόκειτο για διαταγή που είχε δοθεί από πολύ ψηλά, από την κυβέρνηση, και τόνισαν ότι οι τυχόν παραβάτες θα τιμωρούνται αυστηρά.(...)

Κι όμως, οι χωροφύλακες δεν είχαν μείνει ικανοποιημένοι από τον αριθμό των όπλων που τους είχαν παραδοθεί. Με την πρόφαση πως ήταν σίγουροι ότι υπήρχαν κι άλλα κρυμμένα, άρχισαν να ψάχνουν συστηματικά σε σπίτια και κήπους. Πολύ γρήγορα, οι έρευνες ξεπέρασαν τα συνηθισμένα πλαίσια παρόμοιων μέτρων, και μεταβλήθηκαν σε ευκαιρία για ανοιχτή εκδήλωση μίσους , έκφρασης, περιφρόνησης και βιαιοπραγιών. Αν ένας χωροφύλακας αναγνώριζε κάποιον  που στο παρελθόν είχε διαφορές είτε με αυτόν είτε και με οποιονδήποτε άλλο Τούρκο, αυτός ο δύστυχος δεχόταν ξυλοδαρμούς, έχανε την περιουσία του και το σπίτι του ρήμαζε.
Ήρθε κάποτε κι η στιγμή όπου δεν είχε μείνει πια ούτε γωνιά που να μην έχει ερευνηθεί πέρα ως πέρα. Ήταν φανερό πως δεν μπορούσε να υπάρχει άλλο όπλο κρυμμένο σ' ολόκληρο το χωριό. Κι όμως, οι χωροφύλακες συνέχιζαν με λύσσα· δεν έλεγαν να φύγουν. Η ανακάλυψη κάποιου όπλου που υποτίθεται ότι βρέθηκε κρυμμένο σε κάποιο απίθανο σημείο, δεν ήταν παρά το πρόσχημα για νέες ζημιές, πλιάτσικο και βιαιότητες. Κι ύστερα, μια και γι' αυτούς αυτό δεν ήταν παρά ένα απατηλό παιχνίδι που έπρεπε να τραβήξει όσο το δυνατό περισσότερο, οι χωροφύλακες επινόησαν απάνθρωπες κτηνωδίες. Κάνανε τάχα πως τάχα βρίσκανε μια σφαίρα που οι ίδιοι είχαν προηγουμένως αφήσει να πέσει, κι άρχιζαν να ψάχνουν μ' επιμονή και να ζητούν να τους παραδοθεί το αντίστοιχο όπλο. Έφτασαν μέχρι και να θάβουν όπλα και μετά να τα ξεθάβουν λίγο αργότερα, μπροστά έντρομα μάτια των ιδιοκτητών των χωραφιών όπου γίνονταν οι... αποκαλύψεις.
Το χειρότερο ήταν πως οι βαθμοφόροι άλλοτε ανέχονταν κι άλλοτε ακόμα συμμετείχαν σ' αυτές τις βρωμερές πράξεις που συχνά ξεπερνούσαν κάθε όριο. Για παράδειγμα, με πρόφαση ότι είχε βρεθεί κάποιο όπλο...μάζευαν την "υπεύθυνη" οικογένεια και βασάνιζαν τον πατέρα πρώτα κι ύστερα τη μάνα, μπροστά στα μάτια των παιδιών τους. Καψίματα σ' ολόκληρο το σώμα με πυρακτωμένο σίδερο, ξερίζωμα δοντιών, νυχιών...Δεν υπήρχε όριο στην απανθρωπιά και τη βαρβαρότητά τους. Ανείπωτη, απερίγραπτη ήταν η φρίκη των απαίσιων πράξεων τους(...)

Όταν οι χωροφύλακες όρμησαν στο σπίτι μας, ήμουν μόνος μου. Καθόμουν στη μέση του δωματίου. Αφού πρώτα έσπασαν ό,τι βρήκαν όρθιο, με πήραν και μ' έδεσαν, όπως κάνουν στα ζώα με το περιλαίμιο· από εκείνη τη στιγμή, κατάλαβα πως για τους ανθρώπους αυτούς η ζωή μου είχε λιγότερη αξία από εκείνη ενός ζώου. Κι όσο γι' αυτούς, μου έδωσαν την εντύπωση ότι ανήκαν σ' ένα είδος με το οποίο σίγουρα δεν είχα τίποτε το κοινό.
Όλοι οι όμηροι, νέοι, γέροι, ακόμα και άρρωστοι συγκεντρώθηκαν στην πλατεία της βρύσης, για να τους γίνει έλεγχος ταυτότητας. Την επιχείρηση διεύθυνε ένας έφεδρος αξιωματικός, υπό το βλέμμα κάμποσων Τούρκων. Πρώτα μπήκαν σε μια ομάδα τα αγόρια που ήταν μικρότερα από έντεκα χρονών. Μετά από κάποια σκέψη, αποφασίστηκε να τα στείλουν στα σπίτια τους, πίσω στις μητέρες τους. Οι υπόλοιποι, αφού τους έγινε ο σχετικός έλεγχος, παραδόθηκαν στους χωροφύλακες, που αμέσως τους έδεσαν. Ήταν σαν να σφράγιζε αυτή η πράξη οριστικά το πεπρωμένο τους...


Jacques der Alexanian, Ο ουρανός ήταν μαύρος πάνω απ' τον Ευφράτη. Η Τραγική Ιστορία των Αρμενίων, μετφρ. Γιώργος Φασουλάκης, " Νέα Σύνορα" - Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1990

" Ξεριζωμένος από την πατρίδα του, ο Γκαζαρός βρήκε καταφύγιο στη Γαλλία, όπου κατάφερε σιγά σιγά να ξαναχτίσει τη ζωή του και να βρει την ευτυχία...
Αυτό που δεν μπόρεσε όμως ποτέ, ήταν να ξεχάσει πως το μεγαλύτερο μέρος της οικογένειάς του, όπως άλλωστε και τα τρία τέταρτα των συμπατριωτών του έχασαν τη ζωή τους από τούρκικο μαχαίρι στη φοβερή σφαγή του 1915, στο ολοκαύτωμα των Αρμενίων.
Όλ' αυτά λοιπόν αποφάσισε να τα περιγράψει με τη μεγαλύτερη λεπτομέρεια - και μαζί τους όλα τα γεγονότα που γνώρισε από κοντά ή από διηγήσεις άλλων - στις σελίδες ενός τετραδίου που για κάμποσα χρόνια κράτησε κρυμμένο από τα μάτια των ανθρώπων, ακόμα και των συγγενών του...
Μέσα από την αφήγηση της περιπλάνησης του, ο Γκαζαρός  μάς δίνει την απίστευτη, κι όμως τραγικά αληθινή, ιστορία μιας χώρας κι ενός λαού λησμονημένου" ( από το οπισθόφυλλο)

24 Απριλίου 1915 η έναρξη της Γενοκτονίας των Αρμενίων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2017

Τα απόπαιδα

" Πέρασαν χρόνια. Και κάποτε - εντελώς τυχαία - έμαθα πως μου είχαν στερήσει την ελληνική ιθαγένεια από το 1954, όταν ακόμη βρισκόμουν στην Αθήνα. Με είχαν κάνει δηλαδή και "απόπαιδο", με είχαν ξεγράψει από "τέκνον της πατρίδας", όπως θα' λεγε και η μάνα μου. Έλεγαν πως απέβλεπα να κόψω κομμάτι από την ελληνική επικράτεια, δεν καθόριζαν πόσο, να το πάρω και να το δώσω στους ξένους  του Βορρά. Και με έβγαλαν "άπατρι", ότι δεν ήμουν πια Ελληνίδα, κι ας είχαν αρχίσει όλα από τη συμμετοχή μου στην Εθνική Αντίσταση κατά των κατακτητών για την απελευθέρωση της πατρίδας.
Όμως η Ιστορία είναι τσίφτισσα. Πρέπει να ξέρεις πως, όσο και να τη σκεπάσουν, όσο και να τη διαστρεβλώσουν ή να την αναποδογυρίσουν, αυτή θα βρει τον τρόπο να βγει και να φωτίσει με την αλήθεια της.
Άκου! Όταν βρισκόμουν στο Παρίσι, πήγα μια μέρα στη λαϊκή αγορά  για να αγοράσω αυγά. Ο αυγουλάς, ένας ψηλός και γεροδεμένος σαρανταπεντάρης, στεκόταν με το ένα πόδι στη σκάλα του τροχοκίνητου πάγκου του και, παρ' όλη τη βιασύνη που είχε να εξυπηρετήσει τους πελάτες, μόλις άκουσε την προφορά μου, γύρισε και με ρώτησε:
" Espagnole? "
" Non ".
" Portuguaise ?"
" Non ".
" Italienne?"
" Non".
" Mexicaine?"
"Non".
" Μα τι είστε τέλος πάντων;"
" Εφόσον θέλετε να μάθετε τι είμαι, συνεχίστε! Υπάρχουν κι άλλες χώρες στον κόσμο", του είπα εγώ.
Έβαλε το δάχτυλο στο μάγουλό του και, αφού σκέφτηκε, με ρώτησε:
" Τι έκανε ο λαός σας τον καιρό της Κατοχής;"
" Αντιστάθηκε!" απάντησα.
" Εεε! Mais alors, vous etes grecque!"

Εεε! Μα τότε είστε Ελληνίδα!



" ...Μαθαίναμε ότι όλες οι χώρες προσπαθούσαν ν' αναστηλώσουν τον τόπο τους απ' τις καταστροφές του πολέμου, ότι επιστράτευαν  όλες τις πνευματικές δυνάμεις, όπου κι αν ανήκαν αυτές, με προτίμηση στους αντιστασιακούς, για να χτίσουν την οικονομία τους, την παιδεία τους, την περίθαλψή τους. Την ίδια στιγμή στη δική μας χώρα αυτές οι δυνάμεις κυνηγιούνταν. Δεν υπάρχει συγχώριο γι' αυτούς που στέρησαν τον τόπο μας απ' ό,τι πιο ξύπνιο, πιο δυναμικό και δημιουργικό στοιχείο διέθετε τότε η πατρίδα μας. Δάσκαλοι, καθηγητές, οικονομολόγοι, γιατροί, μηχανικοί, συγγραφείς, ποιητές, διανοητές, εργατικό δυναμικό, σέρνονταν όλοι στις φυλακές και δολοφονούνταν αντί να τους έχουν μπροστάρηδες στην ανοικοδόμηση της χώρας μας απ' τον πόλεμο και στην οικοδόμηση μιας πολύπλευρα αναπτυγμένης Ελλάδας. Χάθηκε έτσι η εξαιρετικά σημαντική, η καθοριστική περίοδος για την προκοπή της..."


" ...Στο κάτω - κάτω, για ποιο πράγμα εμείς είχαμε μπει σ' αυτό τον απίστευτα δύσκολο χορό; Εμείς το άδικο παλεύαμε, ενάντια σ' αυτούς που τσαλαπάτησαν τη λεβέντικη ιστορία της Αντίστασης, που έφεραν το επάνω κάτω και το κάτω επάνω! Που με την προτροπή των Άγγλων και μετά των Αμερικάνων κινητοποίησαν και στηρίχτηκαν στον αφρό του κατοχικού βούρκου για να εξοντώσουν ό,τι πιο καθαρό και ακριβό διέθετε η πατρίδα μας στον αγώνα για τη λευτεριά και την πρόοδό της. Όταν τραγουδούσαμε ή διακηρύσσαμε "Λευτεριά, Ανεξαρτησία, Πρόοδο", εμείς πιστεύαμε βαθιά σ' αυτά, γι' αυτό και θυσιαζόμασταν! Όταν λέγαμε "ανεξάρτητη Ελλάδα ", το εννοούσαμε. Δεν θέλαμε τους Εγγλέζους, δεν θέλαμε τους Αμερικάνους, δεν θέλαμε κανέναν στον τόπο μας. Άλλωστε μόνοι μας ήμασταν μαχητές επάνω στα βουνά. Ούτε Ρώσους είχαμε, ούτε κανέναν άλλον, εκτός από τους ελάχιστους γιατρούς που είχαν έρθει εθελοντικά. Οραματιζόμασταν μια Ελλάδα όπου κυρίαρχος  θα ήταν ο λαός της κι ένα καθεστώς ανθρώπινης δικαιοσύνης και άνθησης..."


" Αλήθεια, πώς θα φτάσει στο σήμερα το μεγαλείο αυτών των ανθρώπων; Πώς θα μάθουν οι γενιές που' ρχονται ότι υπήρξαν τέτοιοι άνθρωποι, που - ανεξάρτητα απ' τη ροή της ιστορίας - βάδισαν στη ζωή τους με όραμα για έναν κόσμο που θα ανέβαζε  τον άνθρωπο στο ύψος του προορισμού του; Να ζήσει με δικαιοσύνη, με αδελφοσύνη, με ανθρωπιά μέσα σε μια πανανθρώπινη ειρήνη; Και αφιέρωσαν  τη ζωή τους στο όραμα αυτό; Αλήθεια, πώς;" 


Από το βιβλίο της Κατίνας Λατίφη , Τα απόπαιδα. Μια συγκλονιστική μαρτυρία για τα χρόνια του πολέμου, της Αντίστασης, της μεταβαρκιζιανής τρομοκρατίας, του κυνηγητού και των διώξεων, της εξορίας, του εμφυλίου και της πολιτικής προσφυγιάς. Η ιστορία της νεότερης Ελλάδας , τα χρόνια των αγώνων και της θύελλας μέσα από τη ρωμαλέα,ευαίσθητη, τρυφερή και σχεδόν μυθιστορηματική γραφή της Κατίνας που έζησε συνταρακτικές στιγμές μαχόμενη σε όλα τα μετερίζια  για μια πατρίδα δίκαιη, ελεύθερη και ανεξάρτητη.

" Ας πούμε πως αυτή ήταν η εποχή μου και πως δεν την διάβηκα απλώς, αλλά την έζησα στα γεμάτα!"

 Το βιβλίο δεν είναι μυθιστόρημα , είναι αυτοβιογραφία. Εξομολόγηση ζωής και κατάθεση ψυχής. Χωρίς μελοδραματισμούς  μεταδίδει έναν αέρα αγωνιστικότητας ,περηφάνιας και αξιοπρέπειας  προκαλώντας συγχρόνως  πολύ δυνατά συναισθήματα και συγκινήσεις. 

" Με ρωτάς, τώρα που με βλέπεις ν' ανακατεύομαι με επιχειρήσεις και εμπόρια, πώς έγινε και βρέθηκα στο βουνό. Σου είναι, μου λες, ακατανόητο εγώ, μια κυρία του σήμερα, να ήμουν αντάρτισσα ή - ας το πούμε - "συμμορίτισα", κατά την αγαπημένη έκφραση της τότε εξουσίας.
" Μα πώς; Πώς βρεθήκατε εκεί;; Πώς αντέξατε να κοιμάστε έξω στα χιόνια, τις βροχές και τις θύελλες;" μου λες.
Ξέρεις, κι εγώ απορώ, γιατί ζώντας το σήμερα και τείνοντας - όσο γίνεται - προς τα μπρος, μένει ολοένα και πιο πίσω το παρελθόν. Μόνον στον τόπο μου ζωντανεύει, τις νύχτες, αν τύχει να βαδίζω μόνη σε έρημο δρόμο. Τότε δεν νιώθω ξέγνοιαστα. Τα βήματά μου γίνονται από μόνα τους ανάλαφρα και βιαστικά και στο σκοτάδι οι σκιές του παρελθόντος μού τεντώνουν τις αισθήσεις. Κι όταν στρίψω στη γωνιά και μπω στο παλιό σοκάκι με τον ξύλινο φράχτη δεξιά, κι αντικρίσω πίσω του βουβό κι εγκαταλειμμένο το μικρό πλίθινο σπίτι με την κεραμιδένια στέγη γυρτή ως χαμηλά και την πετούγια στην γκρίζα πόρτα σκουριασμένη κι ακίνητη, λες και κρατάει κλειστή την ιστορία του, τότε...νιώθω πως αυτό κι εγώ είμαστε δυο εναπομείνατες μάρτυρες της εποχής μας που πέρασε.
Και οι άλλοι; Τι έγιναν οι άλλοι;
Με πνίγει ένα βούρκωμα και κάτι σαν βουητό ανεβαίνει μέσα μου, θαρρείς φωνή είναι του χρέους να πισωγυρίσω στο χρόνο, ένα χρέος απέναντι στο χτες και στο αύριο κι απέναντι σ' εσένα, νέο παιδί τού τώρα, που με ρωτάς."

Κατίνα Λατίφη, Τα απόπαιδα, Εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1999

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Τα παιδιά - βαλίτσες

    Μερικά χρόνια πριν , τότε που οι υπολογιστές δεν είχαν εισβάλει στη ζωή μας τόσο έντονα , αποθήκευα σε κλασικούς φακέλους ή σε κουτιά άρθρα και διάφορα άλλα κείμενα που έκοβα από εφημερίδες και περιοδικά. Συχνά αναγκάζομαι να καθαρίσω συρτάρια και ντουλάπια επιλέγοντας τι θα κρατήσω και τι θα πετάξω. Επειδή δεν είναι εύκολη δουλειά γιατί όλα έχουν την αξία τους , τα κοιτώ ένα ένα. 




Ανάμεσα τους βρήκα ένα  δημοσίευμα - μαρτυρία για τα παιδιά των Ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία. Είναι από το περιοδικό" Ταχυδρόμος" , το έχει γράψει η Ελένη Τορόση και έχει τον τίτλο
 " Μετανάστες στη Γερμανία. Τα παιδιά - βαλίτσες" . Δεν είχα σημειώσει την χρονολογία , ούτε το τεύχος. 

    Αναφέρεται στα μικρά παιδιά που οι γονείς τους τα άφησαν πίσω σε παππούδες και γιαγιάδες μέχρι να τα πάρουν κάποια στιγμή μαζί τους, αν τους δινόταν βεβαίως  αυτή η ευκαιρία και πιο πολύ η δυνατότητα. Από τη μαρτυρία ενός κοριτσιού, της Χρυσούλας, το παρακάτω απόσπασμα:


  " Νοέμβρης του 1965 στο Χέρσο Σερρών. Η στάση του λεωφορείου είναι στην άκρη του χωριού. Στο χώμα είναι ριγμένες βαλίτσες, χαρτοκιβώτια δεμένα σταυρωτά με σπάγκο, σακούλια, καλάθια με πάνινο σκέπασμα ραμμένο πάνω στο καλάμι. Άνθρωποι αγκαλιάζονται , φιλιούνται ," καλό ταξίδι" , " γράψε μας μόλις φτάσεις"...Το λεωφορείο ξεκινάει αγκομαχώντας κι εξαφανίζεται μέσα σ' ένα σύννεφο σκόνης. Κατεύθυνση Θεσσαλονίκη, σιδηροδρομικός σταθμός κι απο εκεί αμαξοστοιχία  " Ελλάς Εξπρές" για Γερμανία. Στη στάση φυσάει κρύος αέρας. Οι συγγενείς τραβούν βιαστικά για το σπίτι , η θεία πιάνει το μεγάλο κορίτσι από το μανίκι. Το μεγάλο κορίτσι διστάζει, από το χέρι του κρέμεται η μικρή αδερφή του που δεν θέλει ακόμη να ξεκολλήσει, κοιτάζει προς τη σκονισμένη στροφή όπου χάθηκε το λεωφορείο. Το μικρό κορίτσι, η Χρυσούλα, σπρώχνει πέρα -δώθε με τη μύτη του παπουτσιού ένα σπασμένο γυαλί στο χώμα. Η θεία είναι ανυπόμονη. " Ελάτε, κουνηθείτε επιτέλους!"


    
       Η Χρυσούλα είναι σήμερα μεγάλη γυναίκα . Ζει από δώδεκα χρονών στο Μόναχο, όπου σπούδασε, παντρεύτηκε, έκανε δυο παιδιά. Τον πατέρα της, που εγκατέλειψε τότε την οικογένειά του, τον συνάντησε κάποιες λιγοστές φορές. Τη μια φορά, όμως, δεν μπορεί να τη σβήσει από το μυαλό της:  " Χρυσούλα , ήρθε ο πατέρας σου από τη Γερμανία", μου φώναξε ξαφνικά μια γειτόνισσα, " κοίτα , έχει παρκάρει απέναντι το αυτοκίνητό του". Αισθάνθηκα παράξενα , ο πατέρας μου; Παρ΄όλ΄αυτά έτρεξα , δυστυχώς με καθυστέρηση , γιατί ο πατέρας μου είχε ανοίξει ήδη τις βαλίτσες και είχε μοιράσει όλα τα δώρα στα ξαδέλφια μου. Πήγα κοντά του, ήθελα να προλάβω τουλάχιστον μια γερμανική σοκολάτα , και ξαφνικά αυτός μου ρίχνει μια ματιά και λέει: " Α, είσαι και εσύ εδώ; Δεν έχω πια σοκολάτα, τη μοίρασα στις ξαδέλφες σου. Πήγαινε να αγοράσεις σοκολάτα", είπε και μου έδωσε ένα τάλιρο. Πήρα το νόμισμα και το' βαλα στα πόδια κι έτρεχα και σκεφτόμουν " μα γιατί δεν μπορούσε να κρατήσει μια γερμανική σοκολάτα για μένα; " Αυτή τη σκηνή την κουβαλούσα χρόνια. Δεν θυμάμαι τίποτε άλλο. Ούτε καν αν τον ξαναείδα εκεί και πότε.".

    Την παιδική της ηλικία η Χρυσούλα Αμπατζίδη την έχει σβήσει από τη μνήμη της." Η παιδική μας ηλικία είναι η πατρίδα μας" , λέει ένα ποίημα του ξενιτεμένου Πέρση ποιητή Σαΐντ. Η Χρυσούλα, που τα΄χει ξεχάσει όλα αγωνίζεται ακόμη να βρει πατρίδα. Χρειάστηκαν πολλές συζητήσεις μαζί της για να θυμηθεί λιγοστές λεπτομέρειες από τη ζωή της στην Ελλάδα. Με ποιον μεγάλωσε, πού ήταν τον περισσότερο καιρό. Η μητέρα της δούλευε στα καπνά. Όταν την εγκατέλειψε ο άντρας της , κατάλαβε πολύ γρήγορα ότι δεν θα τα βγάλει πέρα με δυο κορίτσια. Σύντομα αποφάσισε να ξενιτευτεί κι αυτή.

     " Αρχικά η μάνα μου μας άφησε στον παππού μου, τον πατέρα της", λέει η Χρυσούλα. " Αυτός ο παππούς είχε ξαναβρεί μια γυναίκα αρκετά νεότερη του και συζούσε μαζί της. Αυτή ήταν καλή με μας τα παιδιά, αλλά οι συγγενείς και οι γείτονες ήταν ανένδοτοι: μια ανύπαντρη γυναίκα που συζεί με έναν γέρο δεν γίνεται να μεγαλώνει παιδιά. Ρεζιλεύει την οικογένεια! Ειδοποίησαν τη μάνα μου και ήρθε και μας πήρε από εκεί. Μας έδωσε στην οικογένεια μιας θείας. Ήταν όλα μελαγχολικά και σκοτεινά σ' εκείνο το σπίτι, δεν ξέρω γιατί. Απέναντι ήταν ένα νεκροταφείο και φοβόμουν όταν περνούσα. Ήμουν διαρκώς λυπημένη , ήθελα τη μητέρα μου. Μαζί μου ήταν η αδελφή μου, επτά χρόνια μεγαλύτερη αλλά δεν τη θυμάμαι καθόλου. 

    Ξαφνικά μας πήγαν στη γιαγιά μου, τη μητέρα του πατέρα μου. Μέσα σε δυο - τρία χρόνια η τρίτη αλλαγή. Η αδελφή μου λέει ότι η γιαγιά μας ήταν πολύ καλή γυναίκα και ότι μας φρόντισε, αλλά εγώ ήμουν πια πεισματάρα, ανυπάκουη και δύστροπη. Αισθανόμουν πολύ μόνη. Το χωριό μας ήταν γεμάτο  μικρά παιδιά , όλα με την ίδια μοίρα. Και ξέραμε ότι υπήρχαν παιδιά που ήταν σε χειρότερη θέση , εκείνα τα είχαν αφήσει τελείως μόνα, ούτε καν σε συγγενείς , αλλά σε γείτονες. Ένα ολόκληρο χωριό με γέρους και παιδιά. Κι ευτυχώς τα παιδιά παίζαμε με τις ώρες στους δρόμους. Πιστεύω ότι αυτό το παιχνίδι μας έσωσε. Ξεχνιόμασταν".

    Πολλά από τα παιδιά αυτά τα καλούσαν οι γονείς στη Γερμανία για επίσκεψη, γιατί εκείνοι τα πρώτα χρόνια δεν ήθελαν να πάνε στις πατρίδες τους. Πώς να πάνε; Έπρεπε να έχουν να επιδείξουν αυτοκίνητο, να φέρουν δώρα για τους συγγενείς. Όμως στη Γερμανία  η ζωή ήταν ακριβή, οι μισθοί χαμηλοί, τα λεφτά δεν έτρεχαν στους δρόμους. Λοιπόν , όχι, αποφάσισε η μητέρα της Χρυσούλας, καλύτερα να έρθει το παιδί εδώ. Το ταξί στα χωριά της Βόρειας Ελλάδας ήταν μια πρακτική λύση, πιο γρήγορη και πιο φτηνή από το τρένο. Πέντε μοιράζονταν τα χρήματα της κούρσας.

   " Ήταν ένα τρομερό ταξίδι" λέει η Χρυσούλα. " Ήταν αποπνικτικά και σκοτεινά γιατί ταξιδεύαμε ολόκληρη τη νύχτα. Ο δρόμος μού φαινόταν ατελείωτος. Ήμασταν όλοι σφιγμένοι κι αμίλητοι".

    Μια ολόκληρη νύχτα και μια ημέρα. Επιτέλους το παιδί έφτανε στο Μόναχο - μια μεγάλη πόλη , μακριά από τη σκόνη του χωριού, γεμάτη μαγαζιά, βιτρίνες, κόσμο. Αλλά κυρίως ήταν η μητέρα του εκεί.



   " Η μητέρα μου ήταν απούσα, δεν υπήρχε μητέρα" ανακαλεί τη μνήμη της σήμερα η Χρυσούλα. " Η μητέρα μου δούλευε στη Μέτζελερ, εργοστάσιο ελαστικών. Η φίρμα είχε  εργατικές κατοικίες για τους εργαζόμενους. Σε ένα δωμάτιο κοιμόντουσαν τρεις- τρεις οι γυναίκες και μπορούσαν να φέρουν  κατ΄εξαίρεση  το παιδί τους να κοιμηθεί εκεί για λίγες εβδομάδες. Η μητέρα μου όμως δεν ήταν ποτέ εκεί. Εργαζόταν όλη την ημέρα. Ερχόταν από τη νυχτερινή βάρδια το πρωί, ξεκουραζόταν λιγάκι και μετά πήγαινε σε κάτι γραφεία  γαι καθάρισμα. Είχε δυο δουλειές. Είχε στο μυαλό της να μαζέψει γρήγορα λεφτά για να αγοράσει κάτι στην Ελλάδα. Όλοι δούλευαν τότε σε δυο δουλειές. Θυμάμαι πως εμένα με άφηναν να βλέπω τηλεόραση. Δεν επιτρεπόταν όμως να ανεβάσω τον ήχο γιατί στο δωμάτιο κοιμόταν πάντα κάποια γυναίκα μετά τη νυχτερινή βάρδια. Από τις επισκέψεις μου στο Μόναχο θυμάμαι σκόρπιες εικόνες. Ήταν πάλι εικόνες από παιχνίδι με άλλα παιδιά στο δρόμο, μπροστά στο χάιμ αυτή τη φορά, έτσι έλεγαν τα εργατικά καταλύματα για τους εργάτες με σύμβαση". 


       Οι  Έλληνες γκασταρμπάιτερ που ζούσαν στη Γερμανία από το 1960 ως το 1976 έφτασαν τις 623.000. Τα παιδιά - βαλίτσες προσπαθούσαν απεγνωσμένα να βρουν τη  θέση τους, να καταλάβουν πού ανήκουν." Δεν θυμάμαι τίποτα, μου λείπει η μισή μου ζωή", λέει η Χρυσούλα. Στην πορεία, προσπάθησε συνειδητά να τα ξεχάσει όλα: " Όταν έφυγα από το χωριό μου, ήθελα να τα αφήσω όλα πίσω μου. Αποχαιρέτησα φίλους και συγγενείς και είπα, πάω για πάντα στη Γερμανία. Αργότερα προσπαθούσα να θυμηθώ και ξαφνικά έφτασα στα 40 μου και τρόμαξα. Τι έγινε; Πού πήγαν τα πρώτα είκοσι χρόνια; Θυμάμαι μόνο τα τελευταία είκοσι. Δεν δέχομαι να έχω ζήσει μια τόσο σύντομη ζωή. Άρχισα να παλεύω για να θυμηθώ, να ξανακερδίσω πίσω τα χρόνια που έχασα..."