Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2020

Άχνη τ' αλατιού...


Άχνη τ' αλατιού στις τεφροδόχες κρύπτες των βράχων...
                                                                          ( Πάνος Θασίτης)

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2020

Δακρύσαν τα σεντόνια μου κι απόψε...

Ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια αγάπης σε στίχους Αγγελικής Ελευθερίου και μουσική Μίκη Θεοδωράκη με τη φωνή της Αλίκης Καγιαλόγλου.





Όταν από κοντά μου πια θα έχεις φύγει
κι όταν δε θα'χω από πού να κρατηθώ,
όταν κι οι φίλοι θα χαθούνε λίγοι λίγοι
κι αυτή η νύχτα που θαρρώ πως θα πνιγώ,
πόσες αγάπες μες στον κόσμο θα' χουν μείνει
και τη δικιά σου σε ποια μάτια θα την βρω.

Δακρύσαν τα σεντόνια μου κι απόψε
κι από τα τζάμια στάζει καταχνιά.
Παρ’ την κιθάρα σου και λίγο παίξε
για κείνο το πουλί στην ερημιά.

Μην κλαις μέσα στον ύπνο σου τα βράδια
και λες πως θες να μείνεις μοναχή.
Τα όνειρά σου τα' κανες κομμάτια,
χωρίς αυτά πού θα βρεις την αρχή;

Τρίτη, 28 Ιουλίου 2020

Εργάτες


Γιώργος Σικελιώτης, Εργάτες (1958)

Στου πλατάνου τον ήσκιο, το μεσημέρι, ακουμπισμένοι στο χώμα, ξεκουράζονται αυτοί που δεν έχουν ιστορία - οι εργάτες.


Μιλούνε κινώντας τη γροθιά των - σα να δουλέβουν. Συνοδεύει της αγαθές των κουβέντες η αιώνια χειρονομία που χτίζει, αυτή που ύψωσε καταπρόσωπα του θανάτου της Πυραμίδες, το δωρικό ναό, της πέτρινες γοτθικές προσευχές.

Κανένας δε θα τους μάθει! Ξέρουν τη δημιουργία χωρίς υπογραφή.

Μα ενώ βυθίζονται στη λήθη των ανθρώπων, η πλάση που έχει απάνω της τα σημάδια της δύναμής των και της τόλμης των τούς θυμάται - καθώς η γυναίκα το αντρίκιο σφίξιμο. Δίχως το λοστό στους γοφούς της, δίχως το φουρνέλο στην πέτρα της καρδιάς της, δίχως τον αθάνατον αχό τους, συλλογιέται πόσο θα ήταν στείρα, βαρειά απ' την άνεργην ενέργεια και την άκαρπην ωμμορφιά, ρωτώντας για το σκοπό της χωρίς να τον μάθη...

Και το στοχασμό της τον βλέπω αυτό το ανοιξιάτικο μεσημέρι στο ρυάκι του λαμπρού φωτός, που σμαραγδένιο και ρόδινο μαζί, σταλάζοντας μέσ' απ' τα φύλλα του πλατάνου, τρέχει απάνω στα πουκάμισά σας και στους λαιμούς σας, καθώς σαλεύετε μιλώντας, γιγάντιοι δουλευτάδες, ω σύντροφοί μου!

Ζ. Παπαντωνίου, Πεζοί Ρυθμοί, Βιβλιοπωλείον της " Εστίας", Αθήνα 1980

Διατηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2020

Αποχαιρετισμός στο Γιώργο Φαρσακίδη


Αποχαιρετούμε τον κομμουνιστή ζωγράφο, χαράκτη, λογοτέχνη και αγωνιστή Γιώργο Φαρσακίδη με το κείμενό του " Τ' άσπρα λουλούδια" από το βιβλίο του 
" Ποτέ τους δεν έγιναν είκοσι...", το αφιερωμένο
 " Στους φίλους και τα γειτονόπουλα του Ντεπώ, τους αξεδίψαστους της ζωής, που πέθαναν με το όραμα ενός κόσμου καλύτερου."
Ο Γιώργος Φαρσακίδης έφυγε σήμερα από τη ζωή γεμάτος όχι μόνο από χρόνια, αλλά από αγώνες και προσφορά στο κοινωνικό σύνολο και στην τέχνη.



Τ' ΑΣΠΡΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Καλοκαιριάτικος ζεστός ο καιρός. Ο ήλιος πάει να δύσει σ' έναν ασυνέφιαστο, ολοκόκκινο ουρανό.
Καλού κακού αλλάξαμε μάντρα, βγάλαμε σκοπιές και ξαπλώσαμε πλάι στον καπετάνιο.
- Έλα, καπετάνιε, πες μας σαν παλιότερος κάτι.
- Να μας πεις, να μας πεις. Από γέροντα πάντα κάτι μαθαίνεις, άρχισαν τα πειράγματα.
- Σκάσε, Στελλάρα, που θα μας πεις γέροντα το λεβέντη τον καπετάνιο μας. Βρε μπουνταλά, μάτια δεν είχες να δεις πώς τον κοίταγαν στο πανηγύρι οι κοπελιές;
- Γιατί ρε παιδιά, τριανταπέντε χρονών άνθρωπος είναι, πώς να τον πω;
- Έλα, ρε νιάναρο, αν σου βαστά να παλέψουμε, τ' απαντάει γελώντας ο καπετάνιος, να σου μάθω να σέβεσαι τέτοια γεράματα.
- Να μας πεις πώς κατεβήκατε στην Κασσάνδρα.
- Για τις εκκαθαριστικές του Χολομώντα ν' ακούσουμε, συνηγορούν οι περισσότεροι.
- Τότε που απ' τη φευγάλα είχαν ανάψει οι φτέρνες σας να χτυπάνε τους κώλους, δε κρατήθηκε πάλι ο Στελλάρας, το πειραχτήρι.
- Εντάξει, παιδιά, για τον Χολομώντα αφού θέλετε. Για να σας πω και κάτι που μας συγκλόνισε όλους και που λίγοι το ξέρουνε. Ανοιξιάτικα, το λοιπόν, άρχισαν τις εκκαθαρίσεις στο Χολομώντα οι Βούλγαροι. Κατέβασαν δέκα πέντε χιλιάδες στρατό και προεξοφλούσαν το τέλος μας. Σε λίγες μέρες στη Χαλκιδική, παινευόταν μεθυσμένος ο στρατηγός τους, δε θα μείνει ρουθούνι αντάρτικο. Χτύπησαν τα παλιά μας λημέρια κι άρχισαν να χτενίζουν σπιθαμή προς σπιθαμή τα βουνά. Εμείς το ρίξαμε στη φευγάλα, που λέει κι ο Στελλάρας και με δυό πορείες νυχτιάτικα πιάσαμε το Χολομώντα. Άρχισαν οι Βούλγαροι ν' ανεβαίνουν από Πολύγυρο κι Αρναία, όπου φύγει - φύγει εμείς, λουφάξαμε σε κάτι χαράδρες. Ξημέρωσε η μέρα και βλέπουμε μυρμηγκιά ο στρατός να μαυρίζει στις ράχες. Ε, είπαμε, ήρθε το τέλος, ρίξαμε μερικές τουφεκιές κι αντί για πίσω, βρήκαμε πέρασμα αφύλαχτο και χωθήκαμε στην εκκαθαρισθείσα περιοχή.
Την επομένη τ' απόγευμα μας πήραν χαμπάρι. Ανοίξαμε ντουφεκίδι, είχαμε ένα νεκρό κι άλλους δυο τραυματίες και...πού μας είδατε. Ραβνά, Ντουμπιά, Γεροπλάτανο. Πιάσαμε κάμπο, πιάσαμε θάλασσα, μέχρι και στ' Άγιον Όρος πέρασαν οι δικοί μας με βάρκα...
- Αμ πες μας καπετάνιο, πως σας χάρισαν οι καλόγεροι το Τιμιόξυλο  και γλιτώνατε!
- Εκεί να σ' είχα, Στελλάρα, πούχε κολλήσει τ' άντερο μας από την πείνα. Εκεί να σ' είχα να κελαηδάς κι όχι τώρα που καταβρόχθισες τον περίδρομο. Όσο για το πώς τη γλιτώναμε...Ας είναι καλά οι αντιφασίστες οι Βούλγαροι, που κάναν τα στραβά μάτια και ρίχναν στο βρόντο. Αν δεν ήταν αυτοί, δε θα καθόμουν τώρα να σας λέω ιστορίες.
- Εντάξει, καπετάνιο, συμπάθα με. Αλλά το' χω προσέξει, πως όταν σε τσιγκλάω λιγάκι, σπρεχάρεις πιο όμορφα.
- Που λέτε, την ένατη μέρα συνεχίζει χαμογελώντας ο καπετάνιος, μας είχαν στριμώξει στον Αρκουδόλακκο. Άγριο μέρος, το λέει και τ΄όνομα. Το καλό ήταν που πέσαμε σε μαντρί. Δικός μας, οργανωμένος ο τσέλιγκας. Έσφαξε κάτι τραγιά,ανάψαμε τις φωτιές και τα περάσαμε στη σούβλα να ψήνονται. Ε, ρε και να τρέχουν τα σάλια μας και να κόβουμε βόλτες γύρω γύρω σα λύκοι. Είχες και το Σερραίο, τον Κώτσο, να μας τσαμπουνά ότι σαν τα τινάξεις μ' αδειανό στομάχι κι είναι να πας στον παράδεισο, θα σου κλείσουν την πόρτα. Αν είναι έτσι, ρε Κώτσο, του λέμε, τότε ας ντερλικώσουμε. Τουλάχιστον να πάμε χορτάτοι!
- Από δω, μας λέει ο τσέλιγκας, έχουν περάσει οι Βούλγαροι. Ξέρουν πως ανάβω φωτιά να βράσω το γάλα, μονάχα που παραείναι το ντουμάνι μεγάλο και φοβάμαι μη μπούνε σε υποψίες.
- Κι εγώ το φοβάμαι, μας λέει ο Κίτσος, μη μας φέρει η τσίκνα απρόσκλητους μουσαφίρηδες. Άντε πάμε παιδιά να ρίξουμε μια ματιά, γιατί δε μας βλέπω καθόλου καλά σε τούτο το διαβολότοπο. Βγήκαμε εγώ κι άλλος ένας μαζί του, ελέγξαμε τις σκοπιές κι είπαμε να κοιτάξουμε κι απ' το ψήλωμα. Μόλις, το λοιπόν, ξεμυτίσαμε, πέσαμε σε περίπολο. Δυο φαντάροι με κατεβασμένα τα όπλα τους κι ένας αξιωματικός με κάτι άσπρα λουλούδια στο χέρι. Δε μας είχανε δει κι ήταν σαν να πηγαίναν σε γάμο. Τους ρίξαμε με τ' αυτόματο, κι ακούμε τον ένα να φωνάζει ελληνικά: Όχι, αδέρφια, μη μας σκοτώνετε, ήρθαμε να σώσουμε. Σταματήσαμε μα ήταν αργά. Ο αξιωματικός κι ο ένας φαντάρος ήταν νεκροί. Ο τρίτος που μίλησε, με θρυμματισμένο το γόνατο σύρθηκε κι είχε αγκαλιάσει το κορμί του νεκρού ανθυπολοχαγού. Μείναμε άφωνοι να τον κοιτάμε που σφάδαζε.
- Σκοτώσατε τους καλύτερους, έλεγε μέσα απ' τα αναφιλητά του. Ήταν αντιφασίστες, δικοί σας...
Δεν θέλαμε να πιστέψουμε το κακό που' χε γίνει. Ακόμα κι ο Κίτσος, που είναι πάντοτε ψύχραιμος, τα' χε χαμένα.
- Μας υποψιάζονταν, μας είχε βάλει στο μάτι ο φασίστας, ο ταγματάρχης, μας είπε ο φαντάρος. Βασίλη τον λέγανε. Άλλωστε, για να μας δοκιμάσει μας έστειλε και τους τρεις.
- Μα γιατί, βρε παιδί μου, δε βγάζατε ένα άσπρο μαντήλι, να καταλάβουμε;
- Θα το βγάζαμε, αλλά ξέραμε πως μας παρακολουθούν με τα κυάλια. Αντί για μαντήλι, ο υπολοχαγός μας είχε μαζέψει και κράταγε άσπρα λουλούδια.
Βούρκωσαν τα μάτια μου που τους έβλεπα έτσι θερισμένους σαν στάχια. Νέα παιδιά κι οι δυό τους, αμούστακα. Ο υπολοχαγός να κοιτάει τον ουρανό μ' ορθάνοιχτα μάτια και στα μισάνοιχτα δάκτυλα τ' απλωμένου χεριού του, πιτσιλισμένο με αίμα, το ματσάκι με τ' άσπρα λουλούδια. Έσκυψα, έτσι αυθόρμητα πάνω του, να' παιρνα ένα...
- Μη τα παίρνεις, με σταμάτησε ο Βασίλης. Θα τα βάλω μαζί του. Λέω πως ταιριάζουν άσπρα λουλούδια για το γάμο του με τη γη!...
Τον Βασίλη τον επιδέσαμε πρόχειρα.
- Θα' ρθεις μαζί μας; Τον ρώτησε ο Κίτσος.
- Όχι, μπρατίμια, αφήστε με εδώ. Σε λίγο θα ρθουν να με πάρουν. Μόνο βιαστείτε να φύγετε απ' το διάσελο που δεν έχει ενέδρα. Στα μαγέρικα που θα βρείτε στο πέρασμα είναι όλοι τους μιλημένοι.
Πραγματικά, περάσαμε τάγμα ολάκερο πλάι στις άμαξες. Κι οι φαντάροι τους, ξεμακρύναν επίτηδες, κάνοντας πως δεν μας είχανε δει.
Την επόμενη μέρα τα μάζεψαν. Έφυγε άπρακτος ο στρατός και τελειώσαν προς ώρας και τα δικά μας βάσανα.
Για λίγα λεπτά μείναμε όλοι αμίλητοι κι ύστερα:
- Καλά καπετάνιο, ήταν ανάγκη να ρίξετε;
- Δε μπορούσατε, δηλαδή, να τους πιάνατε ζωντανούς;
- Ο Βασίλης τι απόγινε, μάθατε;
- Και το κρέας; Τα τραγιά καπετάνιο, τ' αφήσατε;
- Ρωτάτε αν μπορούσαμε να μη ρίξουμε! Ίσως μπορούσε να ρισκάρει κανείς. Αλλά σκεφθείτε, οχτώ μερόνυχτα να σε κυνηγάει ο στρατός! Είμαστε σαν τ' αλαφιασμένα αγρίμια που αντικρύστηκαν με τους κυνηγούς. Κι είναι δύσκολο να μη ρίξεις πάνω στο ξάφνιασμα. Για τον Βασίλη δε ξέρω τι απόγινε. Όμως μάθαμε πως ο υπολοχαγός είχε σύνδεση με το τάγμα Ραφτούδη, όταν γίνονταν οι επιχειρήσεις στα Κρούσια κι είχε δώσει πληροφορίες πολύτιμες. Όσο για το κρέας, να σας πω. Μπας και δεν μπορέσει να κοιμηθεί με το να το σκέφτεται ο Στελλάρας. Τα τραγιά, όπως ήταν μισοψημένα τα πήραμε να τ' αποψήσουμε με την πρώτη ευκαιρία. Ε, δεν θα το πιστέψετε. Το ένα τραγί που ήταν ακάλυπτο, τσίμπα - τσίμπα το μισόφαγαν στο δρόμο.
Ο καπετάν Βαγγέλης σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε το ρολόι.
- Άντε παιδιά, λέω να ξαπλώσουμε, πέρασε η ώρα.

Γιώργος Φαρσακίδης, Ποτέ τους δεν έγιναν είκοσι..., Σκυτάλη, χ.χ. 2η έκδοση
Τα σχέδια είναι επίσης του Γιώργου Φαρσακίδη.

Και μια παλιότερη ανάρτηση για το Λεύκωμα του Γιώργου Φαρσακίδη , Μακρόνησος, εδώ

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2020

Ελληνικό καλοκαίρι

Γαλάζιο φως, πράσινο φως,
πού να πρωταρμενίσεις;
Ζαφείρια εκεί, σμαράγδια εδώ
και πίσω από τις φυλλωσιές,
- έλατα, πεύκα, κέδρα, οξυές, -
το πρόσωπο του πόντου, αστραφτερό!
Του δάσους ο λικνιστικός,
την έγνια σου κοιμίζει, ο ραψωδός!
Κι η ραθυμιά κι ο αναπαμός
παλμός σου γίνεται απαλός.

Έτσι, γερτός
στην πρωτομάνα γη, 
στήνεις αυτί στη μυστική φωνή, 
που ανιστορά το μύθο
της ύπαρξης σου,
κι όπως πέφτει η σιγαλιά,
νιώθεις να γίνεσαι ένα
με το δέντρο, με το λίθο.

Κι απ' την αυγή
ως το σύθαμπο,
με το τζιτζίκι, 
πίνεις δροσιά και τραγουδάς
κι είναι η ψυχή σου
μελίσσι, σ' ανθισμένο επάνω ρείκι.

Ένας μικρός θεός, που ξεκινάς
στη συντροφιά του Πάνα,
να γίνεις ένα με το δέντρο, 
με το λίθο,
να σμίξεις με τη γη,
την πρωτομάνα,
στης ύπαρξης σου
τον πανάρχαιο μύθο.

Σοφία Μαυροειδή - Παπαδάκη, Ελλάδα. Συλλογή ποιημάτων Λουλούδι της τέφρας, Μαυρίδης, Αθήνα 1966

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2020

Γιάννης Ρίτσος , Λογοτεχνική απόδοση της Αντιγόνης του Σοφοκλή

Ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 2020 από τις εκδόσεις Κέδρος. Πρόκειται για τη Λογοτεχνική απόδοση της Αντιγόνης του Σοφοκλή από τον Γιάννη Ρίτσο. Η λογοτεχνική απόδοση βασίστηκε στη φιλολογική μετάφραση του Τάσου Λιγνάδη. Την εισαγωγή, την επιμέλεια και τα σχόλια έχει κάνει η Μαρία Βαμβούρη. 
Το κείμενο του Γιάννη Ρίτσου εκδίδεται για πρώτη φορά και αποτέλεσε το κείμενο της παράστασης που δόθηκε στις 12 Ιουνίου 1965 στο Θέατρο του Λυκαβηττού, θέατρο που ιδρύθηκε με πρωτοβουλία της Άννας Συνοδινού. Η Αντιγόνη εγκαινίασε εκείνο το θέατρο.
Σκηνοθέτης ήταν ο Γιώργος Σεβαστίκογλου , ο οποίος μόλις είχε επαναπατριστεί. Ο χαράκτης Τάσσος σχεδίασε τα κοστούμια, ο Γιώργος Σισιλιάνος υπέγραψε τη μουσική και το χορό δίδαξε η Ελευθερία Μιλήση. 
Όπως γράφει στην Εισαγωγή η Μαρία Βαμβούρη :
" ο Γιάννης Ρίτσος επικαιροποίησε την τραγωδία του Σοφοκλή αποδίδοντας τους λόγους των προσώπων του δράματος άλλοτε στην καθαρεύουσα, άλλοτε στη δημοτική, άλλοτε πάλι σε μια προφορική δημοτική διανθισμένη με χωριολαλιές. Επίσης χρησιμοποίησε τόσο το λόγιο όσο και το προφορικό και οικείο ύφος. Με τη γλωσσική και υφολογική επικαιροποίηση της Αντιγόνης το δίπολο ατόμου και κράτους, εξουσίας και αμφισβήτησης των αρχών της, που αναδεικνύεται ήδη στην τραγωδία του Σοφοκλή , βρίσκει αντιστοιχίες στα ιστορικά δεδομένα της εποχής της παράστασης. Πράγματι, οι γλωσσικές ποικιλίες που χρησιμοποιούνται στην απόδοση χρωματίζουν ιδεολογικά τον λόγο των προσώπων και παραπέμπουν στις κοινωνικές αντιπαλότητες της περιόδου εκείνης. Αυτού του είδους η επικαιροποίηση δεν εκπλήσσει: στο έργο του ο Γιάννης Ρίτσος αποτύπωσε με τον δικό του ποιητικό τρόπο τις κοινωνικές εντάσεις, καθώς και την επιθυμία του κοινωνικού συνόλου και του ατόμου για ελευθερία, ειρήνη και δικαιοσύνη..."
Εκτός από το κείμενο της λογοτεχνικής απόδοσης της Αντιγόνης από το Γιάννη Ρίτσου, ο αναγνώστης θα βρει ενδιαφέροντα στοιχεία για τους συντελεστές και το ιστορικό πλαίσιο της παράστασης, τις μεταφραστικές επιλογές της Άννας Συνοδινού που είχαν ως στόχο τη " χάραξη ενός πρωτοποριακού δρόμου στην αναβίωση της αρχαίας τραγωδίας" και πλούσια σχόλια πάνω στις μεταφραστικές επιλογές του Γιάννη Ρίτσου. Αυτά τα τελευταία ίσως φανούν πολύ φιλολογικά, αλλά συμβάλλουν σημαντικά στην κατανόηση της  δουλειάς του Γιάννη Ρίτσου, η οποία δεν έγινε δεκτή με ευνοϊκά σχόλια από τους κριτικούς της εποχής. Το ίδιο αρνητική ήταν η κριτική και για τη σκηνοθετική γραμμή του Γιώργου Σεβαστίκογλου.
Στο βιβλίο παρατίθενται φωτογραφίες αποσπασμάτων των χειρογράφων του Τ.Λιγνάδη και του Γ.Ρίτσου, οι διαφορές ανάμεσα στο ιδιόχειρο και στο δακτυλογραφημένο χειρόγραφο του Γιάννη Ρίτσου και μια πλούσια βιβλιογραφία.

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2020

Ο Αιώνας των Φώτων

Η ΕΙΔΗΣΗ - σαν τρομερός καλοκαιριάτικος κεραυνός που προμηνύει κυκλώνες, μαυρίζοντας τον ουρανό και καταστρέφοντας πόλεις - αντήχησε σ' ολόκληρο τον κόλπο της Καραϊβικής, προκαλώντας κραυγές κι ανάβοντας φωτιές: δημοσιεύτηκε ο νόμος της 30ης του Φλορεάλ του Δέκατου Έτους, σύμφωνα με τον οποίο επανερχόταν το καθεστώς της δουλείας στις γαλλικές αποικίες της Αμερικής και μ' αυτόν τον τρόπο αναιρούσε το Διάταγμα της 16ης Πλιβιόζ του Δεύτερου Έτους. Μια ασύγκριτη ευφορία ξέσπασε ανάμεσα στους ιδιοκτήτες, τους φυτειοπαραγωγούς και τους γαιοκτήμονες, που πληροφορήθηκαν αυτό που τους ενδιέφερε τόσο γρήγορα, ώστε έλεγες πως τα μηνύματα είχαν πετάξει πάνω από τα καράβια, γιατί είχε μαθευτεί, εκτός των άλλων, ότι θα επανερχόταν το αποικιακό σύστημα πριν το 1789, πράγμα που θα επέτρεπε να τέλειωναν μια για πάντα με τα ουμανιστικά συγγράμματα αυτής της αισχρής Επανάστασης. Στη Γουαδελούπη, στην Ντομινίκ και στη Μαρί - Γκαλάντ τα νέα ανακοινώθηκαν με κανονιοβολισμούς και φωταψίες, ενώ χιλιάδες πρώην "ελεύθεροι πολίτες" οδηγήθηκαν και πάλι στα παλιά τους παραπήγματα, κάτω από καταιγισμούς χτυπημάτων και μαστιγώματα. Οι Μεγάλοι Λευκοί του χτες χύθηκαν στους κάμπους να βρουν με τη βοήθεια των σκυλιών, τους παλιούς τους σκλάβους και τους έφερναν πίσω στους αρχιεπιστάτες με αλυσίδες στο λαιμό.Τέτοιος ήταν ο φόβος για τις πιθανές ταραχές μπρος σε τούτο το ανοργάνωτο κυνηγητό, που πολλοί απελεύθεροι της μοναρχικής εποχής, ιδιοκτήτες μικρών καταστημάτων και εκτάσεων γης, μάζεψαν τα πράγματά τους με την πρόθεση να φύγουν για το Παρίσι. Αλλά εμποδίστηκαν έγκαιρα από ένα καινούριο διάταγμα, της 5ης του Μεσιδόρ, που απαγόρευε στη Γαλλία κάθε έγχρωμου ανθρώπου. Ο Βοναπάρτης θεωρούσε πως υπήρχαν πολλοί νέγροι  στη μητρόπολη και φοβόνταν μήπως ο μεγάλος τους αριθμός μολύνει το ευρωπαϊκό αίμα, όπως "είχε γίνει στην Ισπανία, με την εισβολή των Μαυριτανών..." Ο Βίκτορ Ουγκ έλαβε την είδηση κάποιο πρωινό στο γραφείο του Κυβερνητικού Μεγάρου, παρέα με τον Σίγκερ: " Θα' χουμε μεγάλη σύρραξη των μαύρων", είπε ο έμπορας. " Δε θα τους δώσουμε τον καιρό", απάντησε ο Βίκτορ. Κι αμέσως έστειλε επείγοντα μηνύματα στους ιδιοκτήτες των γειτονικών κτημάτων και στους στρατιωτικούς αρχηγούς για μια μυστική συνάντηση, που θα λάβαινε χώρα την επομένη. Θα έπρεπε να προπορευτούν, δημοσιεύοντας του νόμο του Φλορεάλ, αφού η δουλεία επανερχόταν στην πράξη...
Χάραξαν ένα πλάνο δράσης μέσα σ' ένα κλίμα χαράς, που παραλίγο να ξεχειλίσει από τις υπερβολές και περίμεναν να βραδιάσει. Οι πόρτες της πολιτείας έκλεισαν. Τα κοντινά κτήματα είχαν καταληφθεί από το στρατό. Με έναν κανονιοβολισμό στις οχτώ το βράδυ, όλοι οι νέγροι που είχαν απελευθερωθεί χάρη στο Διάταγμα της 16ης του Πλιβιόζ, βρέθηκαν περικυκλωμένοι από τα αφεντικά και τους στρατιώτες, που τους συνέλαβαν και τους οδήγησαν σ' ένα ξέφωτο στις όχθες του Μαουρί. Τα μεσάνυχτα πολλές εκατοντάδες μαύρων είχαν στοιβαχτεί εκεί, έκπληκτοι, τρέμοντας, ανίκανοι να εξηγήσουν το σκοπό εκείνης της αναγκαστικής συγκέντρωσης. Όποιος επιχειρούσε να ξεφύγει από την τρομαγμένη και καταϊδρωμένη ανθρώπινη μάζα, ξυλοφορτωνόταν. Τελικά εμφανίστηκε ο Βίκτορ Ουγκ. Στάθηκε πάνω σ' ένα βαρέλι, κάτω από το φως των δαυλών για να τον βλέπουν όλοι, ξετύλιξε αργά το χαρτί πάνω στο οποίο ήταν γραμμένο το κείμενο της νομοθεσίας και το διάβασε μ' ένα σοβαρό και ήρεμο τόνο. Οι λέξεις σύντομα μεταφράστηκαν στη διάλεκτο από εκείνους που είχαν ακούσει προσεχτικά κι έκαναν το γύρο από στόμα σε στόμα, ίσαμε την άκρη του κάμπου. Στη συνέχεια γνωστοποίησαν στους παραβρισκόμενους, ότι όποιοι αρνιόνταν να υποταχτούν στο παλιό τους αφεντικό, θα τιμωρούνταν πολύ αυστηρά. Την επομένη οι ιδιοκτήτες θα έρχονταν να τους πάρουν και πάλι και να τους οδηγήσουν στις ιδιοκτησίες, τις φυτείες και τις αντίστοιχες κατοικίες τους. Όσοι δε θα είχαν ζητηθεί, θα πουλιόντουσαν δημόσια. Ένα γοερό, απεγνωσμένο κλάμα - μαζικό κλάμα παρόμοιο με τεράστιο κρωγμό παγιδευμένων ζώων - υψώθηκε από το πλήθος των νέγρων, καθώς οι αρχές αποσύρονταν με τη συνοδεία ενός εκκωφαντικού αποσπάσματος κυμβάλων...
Στην Καγιένη, στο Σιναμαρί, στο Κουρού, στα ποτάμια του Ογιαπέκ και του Μαρουνί, ζούσαν μες στον τρόμο. Οι ανυπάκουοι ή εξεγερμένοι νέγροι μαστιγώνονταν μέχρι θανάτου, αποκεφαλίζονταν, διαμελίζονταν και βασανίζονταν άγρια. Πολλοί κρεμάστηκαν από τα πλευρά στους γάντζους των δημόσιων σφαγείων. Ένα δριμύ ανθρωποκυνηγητό είχε αρχίσει παντού, προς μεγάλη χαρά των σκοπευτών, μέσα από τους εμπρησμούς των σπιτιών και των αγρών. Σε τούτη τη χώρα με τους τόσους σταυρούς πάνω από τους τάφους που είχε αφήσει η Εκτόπιση, τώρα διαγράφονταν, μπρος στα κόκκινα από τις φλόγες ηλιοβασιλέματα ( φλόγες που από τα σπίτια είχαν ξεχυθεί στους κάμπους), τα τρομερά σχήματα της κρεμάλας ή πράγμα ακόμα φριχτότερο, έβλεπες να κρέμονται από τα φουντωτά κλαδιά των δέντρων σειρές τα πτώματα, με τους ώμους γεμάτους κοράκια. Η Καγιένη για μια ακόμα φορά επιβεβαίωνε τη μοίρα της αποκρουστικής γης.
Η Σοφία πληροφορήθηκε την Παρασκευή αυτό που είχε συμβεί την Τρίτη κι ένιωσε φρίκη. Ό,τι είχε ελπίσει πως θα έβρισκε εδώ, σε τούτο το προχωρημένο σε καινούριες ιδέες καταφύγιο, μετατρεπόταν σε αβάσταχτη απογοήτευση. Είχε ονειρευτεί να φανεί χρήσιμη ανάμεσα σε γενναίους άντρες, τίμιους και δυνατούς, ξεχασμένους από τους θεούς, γιατί δεν είχαν πια ανάγκη τις διάφορες συμμαχίες για να νιώσουν ικανοί να κατευθύνουν τον κόσμο που τους ανήκε. Νόμισε πως είχε πλησιάσει το έργο κάποιων Τιτάνων, χωρίς τη φρίκη του αίματος που συνήθως συνόδευε τέτοιες μεγάλες ανακατατάξεις και παραβρισκόταν μονάχα στη σταδιακή επαναφορά αυτού που έμοιαζε να' χει καταργηθεί, όλων εκείνων που θα' πρεπε να είχαν καταργηθεί σύμφωνα με τα πιο σημαντικά βιβλία της εποχής. Μετά την Παλινόρθωση των Ναών επανέρχονται στη φυλάκιση των Αλυσοδεμένων. Κι όσοι είχαν τη δύναμη να το εμποδίσουν, σε μια ήπειρο που ακόμα θα μπορούσε να σωθεί εκείνο που είχε χαθεί στην άλλη άκρη του ωκεανού, δεν έκαναν τίποτα για να νιώσουν αντάξιοι του ίδιου του πεπρωμένου. Ο άντρας που είχε νικήσει την Αγγλία στη Γουαδελούπη, ο Εντολοδόχος που δεν είχε  οπισθοχωρήσει μπροστά στον κίνδυνο του πολέμου ανάμεσα στη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, σκόνταφτε στο ποταπό Διάταγμα της 30ης του Φλορεάλ. Είχε επιδείξει μια επίμονη δράση, σχεδόν υπεράνθρωπη, για να καταργήσει τη δουλεία πριν από οχτώ χρόνια και τώρα έδειχνε την ίδια δραστηριοποίηση για να την επαναφέρει. Η Σοφία έμενε κατάπληκτη με τις αντιφατικές πράξεις του ανθρώπου που ήταν ικανός να κάνει το καλό, με την ίδια απάθεια που έκανε το κακό. Μπορούσε να είναι ο Ορμούζ, όπως μπορούσε να είναι κι ο Αριμάν. Να βασιλεύει στα σκοτάδια, όπως να βασιλεύει και στο φως. Ανάλογα με τις κατευθύνσεις της εποχής, μπορούσε ξαφνικά να στρέφεται ενάντια στις πεποιθήσεις του. " Θα' λεγε κανείς πως είμαι εγώ αυτός που έφτιαξε το Διάταγμα!", έλεγε ο Βίκτορ ακούγοντας για πρώτη φορά από το στόμα της Σοφίας τους σωρούς τις επιπλήξεις, αλλά συγχρόνως θυμόταν με κάποιες τύψεις τον εξευγενισμένο νόμο της Πλιβιόζ του Δεύτερου έτους , που τον είχε ανεβάσει εκεί ψηλά. " Έχει κανείς την εντύπωση πως όλοι σας εγκαταλείψατε την Επανάσταση", έλεγε η Σοφία: " Υπήρξε μια εποχή που θέλατε να τη φέρετε εδώ στην Αμερική". " Ήμουνα ίσως επηρεασμένος από τις ιδέες του Μπρισό, που ήθελε να σπείρει την Επανάσταση παντού. Αλλά αν εκείνος, με τα μέσα που διέθετε, δεν κατάφερε να πείσει καν τους Ισπανούς, δε θα είμαι εγώ αυτός που θα έχει την απαίτηση να μεταφέρει την Επανάσταση στη Λίμα ή στη Νέα Γρανάδα. Κάποιος που τώρα έχει το δικαίωμα να μιλά στο όνομα όλων, το είχε πει πολύ σωστά ( κι έδειχνε το πορτραίτο του Βοναπάρτη, που εδώ και λίγο καιρό είχε τοποθετηθεί στο γραφείο του): Έχουμε τελειώσει με το μύθο της Επανάστασης· τώρα θα πρέπει να αρχίσουμε την Ιστορία και να βλέπουμε μονάχα ό,τι είναι πραγματικό και πραγματοποιήσιμο στην εφαρμογή. " Είναι πολύ λυπηρό ν' αρχίζεις αυτήν την Ιστορία με την αποκατάσταση της δουλείας", είπε η Σοφία. " Λυπάμαι πολύ, αλλά εγώ είμαι ένας πολιτικός. Κι αν η αποκατάσταση της δουλείας είναι μια πολιτική σκοπιμότητα, θα πρέπει να σκύψω το κεφάλι μπρος σ' αυτήν την σκοπιμότητα..."( αποσπάσματα)

Alejio Carpentier, Ο Αιώνας των Φώτων, Εισαγωγή - Μετάφραση Ισμήνη Κανσή - Βικτωρία Τράπαλη, Εξάντας, Αθήνα 1986.

" Το μυθιστόρημα αποτελεί μια ανάπλαση των διωγμών που δέχτηκε η Γαλλική Επανάσταση στην Αμερική. Στον κόσμο της Καραϊβικής συγκρούεται ο Διαφωτισμός κι ο ευρωπαϊκός ορθολογισμός με το μαγικό περίγυρο της Αμερικής. Η Επανάσταση οξύνει τη σύγκρουση αυτήν και την οδηγεί στην τελευταία και πλέον τραγική της έκφραση. Η δράση λαβαίνει χώρα στην Αβάνα, στο Παρίσι, στην Μπαγιόν, στη Γουαδελούπη, στην Καγιένη, στο Παραμαρίμπο και στη Μαδρίτη. Οι τρεις κυριότεροι πρωταγωνιστές, ο Βίκτορ Ουγκ, ο Εστέμπαν κι η εξαδέλφη του Σοφία αποδέχονται τις επαναστατικές αρχές, που απορρέουν από τους εγκυκλοπαιδιστές και τον πόθο για ελευθερία, ισότητα και αδελφότητα, όμως οι εξωτερικές και ψυχολογικές πιέσεις μεταβάλλουν οριστικά την ιδεολογία τους...
Ο Αλέχο Καρπεντιέρ έλεγε ότι Ο Αιώνας των Φώτων μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα, μια βαθύτερη κι αναλυτικότερη σκέψη γύρω από την έννοια της ιστορίας: " Οι άνθρωποι μπορεί να λιποψυχήσουν, οι ιδέες όμως συνεχίζουν την πορεία τους για να βρουν τελικά την εφαρμογή τους. Η Γαλλική Επανάσταση πνίγηκε στο αίμα, συντρίφτηκε, απομυθοποιήθηκε κι οδήγησε στη βασιλεία μιας απάνθρωπης αστικής τάξης. Κι όμως η επαναστατική ιδέα - καινούρια το 1789 - εξακολούθησε την πορεία της μέσα στο χρόνο, για να καταλήξει στις σημερινές επαναστάσεις. Οι άνθρωποι μπορεί να προδώσουν ακόμα κι αυτό που κάποτε αγάπησαν, όμως οι ιδέες θα καρποφορήσουν"( από την εισαγωγή)



Κυριακή, 12 Ιουλίου 2020

Ταξιδεύοντας με τον... Κώστα Ουράνη


Ένα δαλματικό φιορδ: το στόμιο του Κατάρου*

Ηλιοβασίλεμα στην Αδριατική...Η θάλασα, γαλαζόχρυση, με κοράλλινες αποχρώσεις, απλώνεται γαλήνια σαν μια λίμνη. Στην απέραντη επιφάνεια γλιστράει ένα μικρό καΐκι, με φουσκωμένο κοκκινοκίτρινο λατινικό πανί. Και πάνω από το πλοίο μας δυό γλάροι - σχεδόν ρόδινοι από το αντιφέγγισμα του δειλινού.
Πλησιάζουμε στο στόμιο του Κατάρου.
Θυμάσθε το ρόλο του Κατάρου κατά τον Ευρωπαϊκό Πόλεμο του 1914 - 1918. Είταν η βάση των αυστριακών υποβρυχίων, και σ' αυτό γύριζαν  κ' έκαναν τον ανεφοδιασμό τους τα γερμανικά υποβρύχια που γυρνούσαν σαν λαγωνικά στη Μεσόγειο...Είταν, τότες, ένας από τους μεγάλους εφιάλτες των συμμάχων, ενώ το ίδιο κανείς στόλος δεν διανοήθηκε ποτέ να το προσβάλει. Η εσωτερική του θάλασσα, βάθους σαράντα οχτώ χιλιομέτρων, στενότερη κι από το Βόσπορο, με ψηλά βουνά δεξιά κι αριστερά, είταν κλειστή σαν μ' αλυσίδες από πολλές σειρές ναρκών. Τρομερά, τέλος, οχυρωματικά έργα εμπόδιζαν τα πολεμικά να πλησιάσουν καν το στόμιο...
Καθώς πλησιάζομε, αντικρύζομε, σαν δυό σκοπούς της εισόδου, αριστερά μας το μικρό νησί των Καρχαριών - dei Rondoni - που υψώνει στο θαλάσσιο ορίζοντα τη σιλουέτα ενός βενετσιάνικου κάστρου και δεξιά, στο ύψος μιας απότομης ακτής, τις επάλξεις ενός άλλου κάστρου: του Χέσεγκ Νόβε - αετοφωλιάς, άλλοτε, των Ουσκόκων, των τρομερών Δαλματών πειρατών.
Τα κάστρα αυτά δεν έχουν πια σήμερα παρά γραφική μόνο αξία. Τα μοντέρνα οχυρώματα του Κατάρου είναι όλα αόρατα. Η φαντασία μου τ' αναζητάει παντού και δεν τα βρίσκω πουθενά. Ό,τι έπαιρνα για συρματοπλέγματα, είταν φράχτες· ό,τι νόμιζα χαρακώματα, είταν μονοπάτια. Περάσαμε σαν από μια είσοδο αυλής, που οι μολοσσοί της κοιμούνται - δεμένοι στο καλάθι τους κι αόρατοι. Κ' ενώ το στόμιο κλεινόταν πίσω μας, ανεπαίσθητα κι αυτόματα σαν τα φύλλα μιας μυστηριώδους πόρτας, άρχισε να ξετυλίγεται σαν κορδέλα μπρος στα έκθαμβα μάτια μου η ονειρώδης ομορφιά ενός ατέλειωτου φιόρδ...
Το φιόρδ του Κατάρου...


Είναι, αλήθεια, από τα ωραιότερα πράματα που έχουν δημιουργήσει στον κόσμο οι πανάρχαιες σεισμικές διαρρήξεις του φλοιού της γης. Η θάλασσα μπαίνει μέσα σ' ένα άνοιγμα βουνών βάθους σαράντα οχτώ, όπως είπα, χιλιομέτρων σχηματίζοντας τρεις διαδοχικούς κόλπους, κλειστούς από παντού και γαλήνιους σαν λίμνες. Μπροστά από τον κάθε κόλπο είναι ένα πέρασμα τόσο στενό, που οι άνθρωποι του Μεσαίωνα το έφραζαν με αλυσίδες. Δεξιά κι αριστερά πέφτουν πάνω στα νερά οι βαρειοί ίσκιοι βουνών, που άλλα είναι γυμνά και κάθετα κι άλλα κυματιστά και δασωμένα. Εδώ κ' εκεί, στις ακτές, καθρεφτίζονταν πάνω στη γαλήνη των νερών μικρά γραφικά χωριά με παλαιϊκά καμπαναριά και μεσαιωνικούς πύργους, ενώ στην πρασινάδα των πλαγιών έκαναν πολύχρωμα στίγματα πλήθος εξοχικές βίλες.
Όλ' αυτά είταν ωραία, κι αν τα' βλεπα μ' έν' άλλο φως, ένα ιλαρό ανοιξιάτικο φως, ίσως να τα χαιρόμουν - και να τα μακάριζα - σαν γλυκά αραξοβόλια γαλήνιας κι αφρόντιδης ζωής. Τη δειλινή όμως εκείνη ώρα που εισπλέαμε, οι αγκαλιές των κόλπων και τα στενά, που τα εντείχιζαν ψηλά βουνά, είχαν κάτι το μελαγχολικό και το απόξενο που μου έσφιγγε την ψυχή.
Ακουμπισμένος στην κουπαστή, θαύμαζα, βέβαια - γιατί το θέαμα είταν μοναδικό -, ο θαυμασμός μου όμως έμοιαζε με των ανθρώπων που θα εξερευνούσαν ένα θαλάσσιο λαβύρινθο: είταν ανάμεικτος με κάποιο δέος. Το ίδιο το πλοίο προχωρούσε αργά, διστακτικά θαρρείς, σα ν' αναζητούσε το δρόμο του μέσα σ' αυτόν τον ατέλειωτο φιδωτό διάδρομο με τους πανύψηλους  τοίχους. Η βαθιά σιγή των ακτών, η απόλυτη ακινησία των νερών, το δειλινό φως, που οι παρυφές των απότομων βουνών το' καναν πιο φειδωλό, κ' η κλεισούρα που με περιέσφιγγε, είχαν κάτι το παγερό και μου έδιναν το ασφυκτικό αίσθημα φυλακής. Είχα την εντύπωση πως μου έλειπε η αναπνοή, πως είχα κλεισθεί " ανεπαισθήτως από τον κόσμο έξω". Αληθινά, τα βουνά του φιορδ είταν σαν τα τείχη  του Καβάφη - πανύψηλα, κάθετα, με γυαλιστερές αποχρώσεις ατσαλιού.
Ατσάλινο είταν και το χρώμα των νερών - ατσάλινο και κρύο. Οι ρυτίδες που σχημάτιζε πάνω στη λεία γυαλιστερή τους επιφάνεια ο δρόμος του πλοίου μας δεν είχαν καμιά ρευστότητα, Είταν πηχτές - κάτι περισσότερο: στερεοποιημένες, θα' λεγα, κ' έφερναν στο νου τους κυματισμούς που θα' κανε η ανακίνηση ενός τεράστιου φύλλου λαμαρίνας.
Πιο παράδοξο όμως ακόμα είταν το φως που έρριχναν οι δειλινοί ουρανοί μέσα σ' αυτό το στενόμακρο πηγάδι του φιόρδ. Δεν είταν μόνο φειδωλό. Είταν ένα φως γκρίζο, με κάτι το ανεπαίσθητα γαλάζιο κι ανησυχητικό σαν το φως που έχει ο ορίζοντας πριν από το ξέσπασμα της μπόρας. Είταν ένα φως που δεν το είχε ζεστάνει όλη την ημέρα ο ήλιος, γιατί μόνω τω καλοκαιρίω, όπως γράφει ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος, κατορθώνει να δει για λίγο ο ήλιος το φιόρδ του Κατάρου.
Στο τέρμα του φιόρδ υψώνεται σαν ένα τεράστιο παραπέτασμα και τον εμποδίζει να φανεί η τερατώδης κάθετη μάζα του Λόβσεν - του Μαύρου Βουνού -, που δίνει τ' όνομά του στο Μαυροβούνιο.
Μέσα στο φως αυτό, που η προσέγγιση της βραδυάς το' κανε όλο και πιο φιλάργυρο, οι ακτές, δεξιά κι αριστερά, είχαν κάτι το εξώκοσμο - σα να μη βρισκόμαστε στην Αδριατική, αλλά σε κάποιο φιόρδ υπερβόρειο. Τα χωριά που παραπλέαμε είταν σαν καταθλιμένα από τη μελαγχολία της ώρας. Τα παράθυρα των σπιτιών τους μας κοίταζαν σα θαμπά μάτια. Το πράσινο των βουνών σκοτίδιαζε, ενώ η γύμνια άλλων βουνών γινόταν πιο αγριωπή ακόμα μέσα στο σούρουπο.
Μια στιγμή, προσπεράσαμε ένα μικροσκοπικό νησάκι, πιστό αντίγραφο του Ποντικονησιού της Κέρκυρας: με την εκκλησίτσα του και με τα κυπαρίσσια του. Πόσο όμως πιο πένθιμο μού φάνηκε, συγκριτικά με τ' άλλο, που επέπλεε πάνω σ' ατλαζωτά νερά, φωτεινά κ' ευτυχισμένα! Απ' αυτό, δίχως άλλο, θα εμπνεύστηκε ο Μπαίκλιν τη " Νήσο των Νεκρών" του, κι όχι από το Κερκυραϊκό νησάκι, γιατί εκείνου η γαλήνη είναι τόσο ανάλαφρη, που μόνο για ξαπόσταμα ζωής το φαντάζεται κανείς και όχι θανάτου.

Η νύχτα έπεσε πάνω απ' τα κεφάλια μας σαν καταπακτή. Ο ορίζοντας στο βάθος, κλεισμένος από τη μαύρη πλάκα του Λόβσεν, έγινε ένας αδιαπέραστος τοίχος. Τ' αραιά φώτα που τρεμολαμπύριζαν δεξιά κι αριστερά μας είταν απλά ορόσημα, που έδειχναν τα σύνορα του σκοταδιού της ξηράς και του σκοταδιού των νερών. Η σιγή που έρριχναν τα γύρω βουνά είταν μια σιγή συντέλειας κόσμου: απόλυτη κι οριστική.
Ανυπομονούσα, τώρα, να φθάσομε στην πολιτεία του Κατάρου, για να νοιώσω τον παλμό και ν' ακούσω το θόρυβο της ζωής. Λίγο ακόμα και θ' άρχιζα να κτυπάω να πόδια μου στο κατάστρωμα - όπως κάνουν στις αίθουσες των κινηματογράφων όταν αργεί ν' αρχίσει η ταινία.
Επί τέλους τα φώτα του Κατάρου φάνηκαν.
Περίμενα πως θα' βλεπα τα φώτα μιας μεγάλης πολιτείας, και δεν έβλεπα παρά μερικά αραιά φώτα, που είταν σα να φώτιζαν από τα βάθη των αιώνων: όταν το Κάταρο είταν το Ascrinium του Πλίνιου ή τα " Δεκάτερα" του αυτοκρταορικού γεωγράφου Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου. Έλεγες πως είταν φώτα καντηλιών, που φώτιζαν αμυδρά μια πολιτεία από καιρούς κοιμισμένη, γιατί κανένας ήχος, κανείς θόρυβος δεν ερχόταν ίσαμε τ' αυτιά μου.
Όταν πλησιάσαμε μιαν αποβάθρα, είδα άντρες και γυναίκες - ζευγάρια και παρέες - που έβγαιναν αδιάκοπα από μια μεγάλη πύλη, όπως οι σφήκες από τη σχισμάδα της φωλιάς τους.
Ίχνος όμως πολιτείας δεν έβλεπα.
Τίποτα - εξόν από την πύλη εκείνη, που έμοιαζε σαν το άνοιγμα μιας σπηλιάς του Λόβσεν, κι από το πλήθος που έβγαινε απ' αυτήν κ' ερχόταν να δει την άφιξή μας, με την περιέργεια που οι κάτοικοι του Άρη θα μαζεύονταν να δουν την προσγείωση ενός γήινου αεροπλάνου στον πλανήτη τους...

- Πού είναι η πόλη; ρώτησα τον καπετάνιο που ετοιμαζόταν να κατεβεί.

Μου έγνεψε να τον ακολουθήσω. Κατεβήκαμε τη σκάλα του πλοίου, διασχίσαμε ένα μέρος της αποβάθρας και, από την πύλη απ' όπου έβγαινε ο κόσμος, μπήκαμε μέσα στην πολιτεία του Κατάρου, όπως θα μπαίναμε σ' ένα σπίτι - σ' ένα σιωπηλό σπίτι, γεμάτο έρημους και σκοτεινούς διαδρόμους...


Κώστα Ουράνη, Γλαυκοί δρόμοι - Βορινές θάλασσες, Βιβλιοπωλείον της " Εστίας", Αθήνα 1999

" Το ταξίδι για μένα είταν πάντα - και αποκλειστικά - ένα μέσο δ ι α φ υ γ ή ς  από τη σύγχρονη ακριβώς ζωή: τον πυρετό, τις ανησυχίες, τα προβλήματα - και τη ρουτίνα της. Από τους τόπους που επισκεπτόμουν δεν έβλεπα - και δεν ζητούσα να δω - παρά μόνο το ποιητικό και γραφικό στοιχείο τους. Γι' αυτό κ' οι εντυπώσεις μου απ' αυτούς  είναι συναισθηματικές εντυπώσεις από τα τοπία τους, τα μνημεία του παρελθόντος τους, τις παλιές τους πολιτείες που ζούνε στο περιθώριο του καιρού μας" ( Κώστας Ουράνης)

Έφυγε για το τελευταίο του ταξίδι στις 12 Ιουλίου 1953 


* Κότορ είναι η σημερινή ονομασία του Κάταρου, παραθαλάσσια πόλη του Μαυροβουνίου στις Δαλματικές ακτές.