Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θάλασσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θάλασσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2021

Ο Βοριάς κ' η Νοτιά ( σ' ένα ρημονήσι)

 
Ο πίνακας  από εδώ

Φυσά ο κυρ Βοριάς, κι όλη η πλάση, που σώπαινε πριν, γίνεται βουερή. Βογγάνε τα δέντρα, σφυρίζουνε τα κλωνιά, σουσουρίζουνε τα ξάρτια και τάλμπουρα του καραβιού, μουγκρίζουνε τα κύματα. Για μια στιγμή λιγοστεύει η βουή, κ' ύστερα με μιας δυναμώνει και ρυάζεται ο άνεμος, σαν να πονά. Ο αγέρας μπαίνει σε κάθε κουφάλα της πέτρας, σε κάθε τρύπα του τοίχου και φωνάζει, κλαίγει, μουρμουρίζει. Θαρρείς πως όλα τα θουβά πήρανε φωνή. Κάθε δέντρο, αναλόγως τη σύσταση που έχουνε τα φύλλα του και τα κλωνάρια του, βγάζει το δικό του βόγγο. Αλλιώς κλαίνε οι πεύκες, αλλιώς βογγάνε οι εληές, αλλιώς φυσομανούνε οι πλάτανοι, αλλιώς  φωνάζουνε οι λεύκες, αλλιώς τα κυπαρίσσια, αλλιώς οι βαλανιδιές, αλλιώς τα καλάμια, αλλιώς τα πουρνάρια, αλλιώτικα οι οξυές, οι καρυδιές, οι καστανιές, οι μουριές, οι συκιές και τάλλα.
Απ' ολόκληρο το βουνό βγαίνει ένας αχός και σκορπά μακρυά, σαν να φωνάζουνε  κάποια πλάσματα πούναι κρυμμένα στα λαγκάδια του. Ο αγέρας είναι αναταραγμένος, ώρες - ώρες δροσερός, ώρες - ώρες ζεστός και βαρύς. Αποπάνω, ο ουρανός στέκεται θολός βαθυγάλαζος, που γίνεται πιο ανοιχτόχρωμος στα θεμέλια του, πάνω από τις κορφές των βουνών. Ο ήλιος λαμποκοπά, χωρίς να τον αποσκιάσει  κανένα σύννεφο. Ο αγέρας σκουπίζει ολοένα τον γυάλινο θόλο τουρανού, σαν το βλέφαρο που σκουπίζει ακατάπαυστα το κρύσταλλο του ματιού.
Τα ψηλά δέντρα γέρνουνε τις κορφές τους και πάλι τις ανασηκώνουνε βαριά. Τα μικρότερα παίζουνε τα κλαδιά τους σαν να χορεύουνε, μα ώρες - ώρες τα κακόμοιρα καμπουριάζουνε σαν να ζητάνε έλεος από τον άγριο άνεμο που τα δέρνει.
Το γυμνό πετρόβουνο ρουχαλίζει βουβά κ' εκείνο από τον βοριά. Οι πέτρες κ' οι βράχοι του βγάζουνε ένα μουγκό αχολόγημα, μαζί με τα ξεράγκαθα και τ' αγριοχόρταρα. Ο αγέρας μυρίζει τριμμένη στουρναρόπετρα. Ο μισογκρεμισμένος πύργος που στέκεται στηνκορφή του έρημος, γίνεται πιο άγριος με τη φουρτούνα. Οι παληές και σκουριασμένες πέτρες του σφυρίζουνε. Τα μπιντένια του, που τάχει καταφαγωμένα η πολυκαιρία, ο άνεμος, η βροχή κι ο ήλιος, ουρλιάζουνε άγρια. Ο βοριάς πέφτει μέσα στο χάλασμα και βροντά απάνω στους χαλασμένους τοίχους και μουγκρίζει μέσα στις τρύπες που απομείνανε από τα σαπισμένα δοκάρια σαν τις ματότρυπες στο νεκροκέφαλο. Κουνιούνται και βογγάνε τα ασπαλάθια που έχουνε φυτρώσει απάνω στο κάστρο, μαζί με καμμιά αγριοσυκιά ή κανένα πρίνο που είναι ριζωμένος στα γέρικα σπλάχνα του. Έρχεται ώρα που ο αγέρας γίνεται θηριό αβάσταχτο, και τόση βροντή και σαματά κάνει απάνω στο χάλασμα, που θαρρείς πως θα το γκρεμνίσει· σου φαίνεται πως λυγάνε οι γωνιές των τειχιών του. Μα αυτοί οι δυό αντίμαχοι είναι συνηθισμένοι σ' αυτόν τον πόλεμο, που βαστά χίλια χρόνια. Ο αγέρας κοσκινίζει το λίγο χώμα και τις μικρές πέτρες που πέφτουνε από τους τοίχους και τις σκορπά μαζί με τις μαύρες κοπριές των γιδιών, που ανεβαίνουνε να βοσκήσουνε καμμιά φορά ως εδώ απάνω. 
Πέρα, κάτω, κατά τον Βοριά, ξεχωρίζει ένα κομμάτι θάλασσα πίσω από τα ξερά χαμόβουνα. Το χρώμα της είναι σαν γαλαζόπετρα. Η αρμύρα της μυρίζει ως εδώ απάνω, μιαν ώρα μακρυά.
Σαν τα κλωσσόπουλα που βλέπουνε τον ίσκιο του αητού και τρέχουνε τρομαγμένα και τρυπώνουνε όπου βρούνε, έτσι και τα πλεούμενα τρυπώνουνε στα λιμάνια, σαν ακούσουνε τον βοριά να κατεβαίνει. Κατεβαίνει πολλές φορές, καλωσυνάτος και χαρούμενος. Μα είναι κι άλλες φορές που κατεβαίνει θυμωμένος και καραμουντζωμένος. Τότες η θάλασσα μελανιάζει από το φόβο της, και τα νερά της σπρώχνονται από τον άνεμο και κάνουνε βαθειά αυλάκια, που κυλιούνται παφλάζοντας κι αφρίζοντας κατά τη νοτιά. Από το ατελείωτο πέλαγο ακούγεται ένα αχολόγημα ακοίμητο. Οι κάβοι που κυττάζουνε κατά τον βοριά είναι απόγκρεμνοι και καταφαγωμένοι απ' αυτόν τον φοβερό στρατό των κυμάτων που χτυπάνε κι αναπηδάνε οι αφροί τους ως το φρύδι του μαύρου βράχου που είναι ριζωμένος στην άβυσσο.
Όλη τη μέρα ο ήλιος καίγει την έρημη θάλασσα και τις βουβές πέτρες, κι ο βοριάς σαλαγά τα αγριεμένα πρόβατά του που δεν σώνονται ποτέ, κι ακούγεται ο φοβερός ρούφουλας, σαν να μην έπαψε από τότε που έγινε ο κόσμος.
Την ώρα που βασιλεύει ο ήλιος, αγριεύει πιο πολύ η αναταραγμένη άβυσσος, και γίνεται σαν νάναι ατσάλι λυωμένο. Οι άσπροι αφροί που ημερεύανε λίγο τη θάλασσα, με το βασίλεμα γίνουνται κόκκινοι και βυσσινοί. Και σαν βουτήξει ο ήλιος μέσα στα νερά, σταχτώνουνε κι αυτοί απάνω στις μελανές και σκοτεινές σπηλιές των κυμάτων. Με το χάσιμο του ήλιου, μονομιάς η φουρτούνα δυναμώνει, ο βόγγος, τα ουρλιάσματα κ' η ταραχή γίνουνται φοβερά. Όσο σκοτεινιάζει, τόσο πιο άγρια μουγκρίζουνε τα πνεύματα της καταιγίδας. Η ψυχρή νύχτα σκεπάζει την ταραγμένη άβυσσο. Άραγε ο ήλιος θα ξαναβγεί να δώσει ελπίδα στον φοβισμένον  άνθρωπο;

* * *

Πόσα θυμάμαι σαν φυσά νοτιά, αυτός ο ογρός και χλιαρός καιρός που δίνει στην πλάση μιαν ιδιαίτερη όψη, ολότελα διαφορετική από το βοριά κι από τους άλλους καιρούς! Όλα τα τυλίγει μέσα σε μιαν αντάρα, βουνά και πολιτείες. Μια δυναμώνει, μια λασκάρει. Για μια στιγμή φουρτουνιάζει και φέρνει ένα σκοτάδι μελανό, που λες και νύχτωσε μέρα - μεσημέρι και σε λίγο ξανοίγει πάλι και βγάζει ήλιο χαρά Θεού. Και πάλι ξαναφρεσκάρει και ρίχνει καμμιά μπόρα και πάλι κόβει κι έτσι ολοένα φουρτουνιάζει και βάζει αγέρα, μέρες πολλές. Ενώ ο βοριάς είναι στρωτός και σίγουρος καιρός, κι όσο περνάνε οι μέρες, τόσο στρώνει. Η νοτιά φυσά μ' ένα δικό της φύσημα κ' έχει μια βουή δυνατή και ξεσυρμένη. Άξαφνα δεν ακούγεται ολότελα, και λες πως μπουνατσάρισε κ' έπεσε ο αγέρας, και γίνεται σιωπή ολότελη και σε μια στιγμή πιάνει άξαφνα και βογγά σαν να θέλει να πάρει τη σκεπή. Έτσι φυσά η νοτιά, μπουρίνια - μπουρίνια, για τούτο τη λένε και παλαβονοτιά. Κι όσο περνάνε οι μέρες τόσο σκυλιάζει, ενώ ο βοριάς τ' ανάποδο, όσο περνάνε οι μέρες τόσο στρώνει. Γι' αυτό λένε οι θαλασσινοί:

Γέρο βοριά αρμένιζε 
και νότο παλληκάρι

Και δεν είναι μονάχα αυτά τα συνήθεια της νοτιάς, αλλά κ' η όψη που δίνει στην πλάση είναι αλλιώτικη· την σκεπα΄ζει με μυστήριο. Το φως της μέρας πότε σταχτί, πότε κιτρινωπό, πότε χωματένιο, κατά την ώρα. Τα βουνά είναι ανταριασμένα, και μια φαίνουνται μια χάνουνται. Τα δέντρα ανεμαλλιάζουνται. Τα σύννεφα τρέχουνε γλήγορα και γέρνουνε τα κεφάλια τους κατά τον βοριά κι ολοένα βγαίνουνε καινούρια σύννεφα πίσω από τα βουνά και φουσκώνουνε σαν αφροί. Άλλα πάλι τυλίγουνται σαν το μαλλί της ρόκας, και κολλάνε απάνω στις πλαγιές των βουνών από τη νοτινή μεριά. Ο ουρανός αλλάζει όψη κάθε τόσο. Για μια στιγμή σκίζουνται τα σύννεφα και βγαίνει σαν δοξαριά η θολή αχτίδα του ήλιου, και πάλι σφαλάνε οι σκισμάδες κ' οι τρύπες που ανοίγουνε τα σύννεφα, κι ο ουρανός γίνεται μαλακός  σαν χάλκωμα. Η θάλασσα παίρνει όψη αλλιώτικη· τα νερά μελανιάζουνε, και πέρα το πέλαγο το σκεπάζει μια θολούρα που χάνεται. Απάνω από τη θολούρα στέκεται ολόγυρα ένα φως σαν το θαμπό γυαλί, σαν το συντέφι. Το πέλαγο βγάζει ένα βογγητό βραχνιασμένο σαν να ρουχαλίζει. Οι θάλασσες ανακαμαριάζουνε βαριά, και κει που χυπάνε στα βράχια τα νερά είναι θολά κ' οι βράχοι σταχτιοί. Από ψηλά ακούγεται το βογγητό του πελάγου, σαν νάναι κανένα κοπάδι από βουβάλια. Σαγανάκια χυμίζουνε κάθε τόσο και μελανιάζουνε τη θάλασσα. Ώρες - ώρες βγαίνει από μια θυρίδα τ' ουρανού ένας ήλιος σπανός κι ασπροκίτρινος και πέφτει απάνω σε μια μεριά της θάλασσας και σε κανένα κάβο που στέκεται έρημος πέρα μακρυά, ενώ από την άλλη μπάντα το πέλαγο είναι μαύρο και μπορινιασμένο. Σαν αρμενίζεις με τη νοτιά, πρέπει νάχεις το νου σου και τη σκότα στα χέρια, γιατί πέφτει άξαφνα μαζεμένος ο αγέρας σε μια στιγμή, και τα παίρνει κάτω όλα, πανιά κι αντένες. Ο αγέρας είναι ακατάστατος, πότε έρχεται από δω, πότε από κει. Στρώνει για μια στιγμή κ' ύστερα σκυλιάζει μονομιάς, που μπορεί ν' αναποδογυρίσει τη βάρκα, όσο να ορτσάρεις.
Αναλόγως τον καιρό, είναι και τα αισθήματα που έχει μέσα του ο άνθρωπος. Ο βοριάς είναι καθαρός και σαν φυσά, όλα μιλάνε καθαρά. Με τη νοτιά περισκεπάζεται ο κόσμος από μυστήριο. Το φως είναι καφεκίτρινο. Από τα παληά τα χτίρια πέφτουνε κομμάτια σουβάδες· όλες οι τρύπες σφυρίζουνε απάνω στα χτίρια.
Θυμάμαι στα μικρά μου χρόνια πόσες φορές βρέθηκα στη θάλασσα με νοτιά μπουρινιασμένη. Τη μια, είχα σκαρώσει μια βάρκα μαζί μ' έναν καραβομαραγκό. Την πολεμούσαμε από το καλοκαίρι. Κόψαμε όλα τα στραβόξυλα από τα δέντρα πούχε το βουνό μας, στήσαμε τις πόστες, τα ποδοστάματα, βάλαμε το σοτρόπι. Εγώ μάθαινα. Μάστορας ήτανε ο Στρατής ο Μπεκός, ένας καλός και πράος άνθρωπος. Σκαρώσαμε μια βάρκα έμορφη σαν την κοπέλλα και τη βάψαμε με μεράκι. Ζωγράφισα και δυό γοργόνες στα μάγουλα κ' έγραψα και τ' όνομά της " Αγία Παρασκευή". Πίσω, απάνω στον τάκο, έγραψα ένα τραγούδι:

Όποιος δεν είναι μερακλής
πρέπει για να πεθάνει,
γιατί σε τούτον τον ντουνιά
τον τόπο μόνο πιάνει.

Και μολαταύτα, εμείς οι δυό μερακλήδες κοντέψαμε να πνιγούμε κιόλας, με όλο το μεράκι μας. Τη βάρκα τη ρίξαμε στη θ΄άλασσα στις 27 Οκτωβρίου ανήμερα τ' αγίου Νέστορα. Φυσούσε νοτιά, και μ' όλο που ήτανε παλληκάρι, γιατί είχε πάρει μια μέρα πριν, τ' αγίου Δημητρίου, σαν πήγαμε ανοιχτά, κατέβασε ένα μπουρίνι που έλεγες πως είναι Δευτέρα Παρουσία. Η βάρκα μπατάρησε και γέμισε νερά η μισή. Καλά που προφτάξαμε και λασκάραμε τη σκότα. Εκεί που παλεύαμε να μαϊνάρουμε τα πανιά, έρχεται ένα ανεμοβρόχι με χαλάζι και μας σάστισε. Μετά πολλά, πήραμε κάτω την αντένα, κι αρμενίζαμε με το φλόκο. Οι θάλασσες μάς καβαλικεύανε από την πρύμη και βγάζανε φωτιές. Εγώ ήμουνα στο τιμόνι και γίνηκα πάπια. Ο Θεός βοήθησε και δεν εβγήκε το τιμόνι από τα βελόνια, έτσι που μας σφεντόνιζε στον αγέρα η θάλασσα, κ' έβγαινε η πλώρη, μαζί μ' έναν σκύλο που έτρεμε και χτυπούσανε τα κατασάγονά του. Η βάρκα δεν είχε κουβέρτα και γέμισε νερά. Φάγαμε θάλασσα, φάγαμε χαλάζι, μα φτάξαμε στην πολιτεία. Με το δρόμο που είχε η βάρκα, πετάχτηκε ολάκερη στη στερηά, μ' όλο που ήτανε βαρειά από το νερό, σαν νάτανε φορτωμένη. Ο Μπεκός κόντεψε να πεθάνει, γιατί πούντιασε από το μούσκεμα. Εγώ δεν έπαθα, που μπροστά του ήμουνα ωμός και καλομαθημένος. Αυτή η βάρκα ως το τέλος βγήκε γουρσούζικη· ύστερα από έναν χρόνο βούλιαξε, και πνίγηκε μια θειά μου, ένα μυστήριο, γιατί την κουμαντάριζε ένας γεροθαλασσινός εβδομήντα χρονών, ο καπετάν Νικολός ο Αρθούνας· πνίγηκε κι αυτός.
Άλλη φορά μάς έκλεισε η νοτιά σε κάποιο ρημονήσι. Είμαστε τρεις. Άμα είδαμε πως δε θα μπορούσαμε να πιάσουμε στη στερηά, πήγαμε κι αράξαμε σ' αυτό το ξερονήσι, ως να περάσει το μπουρίνι. Μα ο καιρός χειροτέρεψε και τόσο πολύ φουρτούνιασε, που τη νύχτα τη βάρκα μας την έκανε κομμάτια, μ' όλο που είχαμε φουντάρει δυό σίδερα. Είμαστε τρυπωμένοι σε μια σπηλιά και τρώγαμε ό,τι είχαμε παρμένο από τη βάρκα. Νερό πίναμε από τις κουφάλες που ήτανε μαζεμένο από τη βροχή. Πέρασε μια μέρα, περάσανε δυό: βροχή κι αγέρας. Αγριευτήκαμε τόσο πολύ, που σιγά - σιγά δε μιλούσαμε ολότελα, ενώ στην αρχή λέγαμε ιστορίες και παραμύθια να περάσουμε την ώρα μας. Το νησί είχε απάνω μονάχα σκοίνα και λίγα ψωρόπευκα. Στο τέλος τρώγαμε χοχλύδια της θάλασσας, σαλιγκάρια κι εληές που είχαμε ένα μεγάλο σακκούλι γεμάτο. Στις τέσσερις μέρες καλοσύνεψε. Από μακρυά είδαμε δυό - τρεις ψαρόβαρκες, μα δεν ήρθανε κοντά μας. Απάνω στο ξερονήσι δεν είχε τίποτα κανωμένο από άνθρωπο, εξόν από μια παληόβαρκα σαραβαλιασμένη, ξεροσκασμένη από λιοπύρια του καλοκαιριού. Οι αρμοί ήτανε ανοιχτοί και φεγγίζανε. Δεν είχε όχι κουπί, μα μήτε σκαρμό. Πιάσαμε και φράξαμε τους αρμούς με φούντες των πευκών και με φύκια, και κόψαμε και τρία - τέσσερα κλαδιά για να κάνουμε κουπιά, εξόν από τους μπάγκους της δικής μας βάρκας που βρεθήκανε, ενώ τα κουπιά της χαθήκανε. Η απελπισία κάνει τον άνθρωπο να αποφασίσει πράγματα απίστευτα. Μπήκαμε λοιπόν μέσα σε κείνη τη βάρκα, που μόλις τη ρίξαμε στη θάλασσα γέμισε νερά. Κατά καλή μας τύχη βρέθηκε ένας τενεκές από την άλλη βάρκα, κι ολοένα ξαγκουλούσαμε με τον τενεκέ. Και μολαταύτα δεν πνιγήκαμε. Ο καιρός γύρισε στο βοριά και πηγαίναμε πρύμα, βοηθούσαμε κ' εμείς, άλλος με τα κλαδιά, άλλος με τους μπάγκους. Εφτά ως οχτώ μίλια περάσαμε με κείνον τον σκυλοπνίχτη και βγήκαμε γεροί στη Μυτιλήνη, στα μέρη του Μανταμάδου, και γλυτώσαμε με τη βοήθεια του Θεού.
Η νότια έχει μεγαλοπρέπεια στ' Άγιον Όρος. Βρέθηκα μια φορά τέτοιον καιρό στα Καψοκαλύβια, που είναι μια σκήτη χτισμένη απάνω σ' ΄έναν από τους πολλούς κάβους που κυττάζουνε κατά τη νοτιά. Σαν πάρει λοιπόν νοτιά, οι θάλασσες ξεκινάνε από την Αλεξάντρεια και περνάνε χιλιάδες μίλια ως να φτάξουνε στο Όρος. Μπροστά στα Καψοκαλύβια είναι ένα μικρό ξερονήσι του Αγίου Χριστοφόρου κι από κάτω από τη σκήτη ο βράχος είναι γεμάτος σπηλιές. Σαν πάρει λοιπόν όστρια και φουρτουνιάσει, οι θάλασσες είναι σαν βουνά, και πάνε και σπάνε μέσα σ' αυτές τις σπηλιές, κι ολόγυρα η άγρια ακρογιαλιά ασπρίζει από τον αφρό. Με κείνο το μπουκάρισμα που κάνει η θάλασσα μέσα στις σπηλιές, τη νύχτα κοιμάσαι και νοιώθεις βουβά πως σειέται η στερηά, τόση δύναμη έχουνε τα νερά, που θέλουνε να κρεπάρουνε τα θεόχτιστα βράχια. Τη μέρα το θέαμα που παρουσιάζεται στα μάτια εκεινού που κυττάζει από πάνω, είναι άγριο και γεμάτο μεγαλοπρέπεια. Οι θάλασσες που έρχουνται από το πέλαγο, ανακαμαριάζουνε και χτυπιούνται με το αντιμάμαλο που σηκώνεται από τα κοφτά βράχια και που τις δίνει στήθος και πετιούνται τα νερά σ' ένα μεγάλο ύψος, βγάζοντας μια τέτοια βροντερή βουή που δεν μπορείς ν' ακούσεις τίποτα. Το μπάσο ξερονήσι τ' Αγίου Χριστοφόρου λούζεται μέσα στον αφρό· οι θάλασσες περνάνε αποπάνω του και το κανταποντίζουνε.


Φώτης Κόντογλου, Θάλασσες, καΐκια και καραβοκύρηδες. Πρόλογος - Εισαγωγή - Επιμέλεια: Ι.Μ. Χατζηφώτη, Βιβλιοπωλείον της "Εστίας", Αθήνα 1981, 2η έκδοση

 

Κυριακή 27 Ιουνίου 2021

Καλοκαιρινές ώρες

 

- Ανάβουν οι ώρες του Καλοκαιριού τα πρωινά·
Πόσα καινούργια πρόσωπα, καινούργια βήματα, νέες φωνές,
Από παντού καλέσματα, λάμψεις , μηνύματα
Έρχονται, φεύγουν με το μελτεμάκι
που ξετρελλαίνει των παιδιών τις λυτές κόμες
- καθώς τρέχουν με πέλματα γυμνά στην αμμουδιά -
Κι' ύστερα πάει να σπρώξει τα ιστιοφόρα μας
καταμεσίς του γαλανού πελάγου.
Με τόσα αποδημητικά πουλιά διασταυρωθήτε.
Με τόσα σημαιοστόλιστα  καράβια.
Έρχονται, φεύγουν φορτωμένα χαιρετίσματα
ποτισμένα αλάτι
και νοσταλγία θαλασσινή.
Με την αυγή σαλπάρουν, ξεκινούν
σαν τα πουλιά τα μεγάλα ιστιοφόρα
Παίρνοντας την αρμύρα από τα δάκρυά μας στ' ανοιχτά πανιά τους.
Πάνω στων γλάρων τις φτερούγες το χαιρετισμό μας.
Ανάβουν οι ώρες του Καλοκαιριού μες στο καταμεσήμερο.

Μελισσάνθη

Θαλασσινή Ποιητική Ανθολογία, επιμ. Πάνος Ν. Παναγιωτούνης, Εκδόσεις Δωδέκατη Ώρα, Αθήνα 1968

Κυριακή 23 Αυγούστου 2020

Πάμε να βρούμε λίγη θάλασσα


Πάμε να βρούμε λίγη θάλασσα 
Ταξίδια να ονειρευτούμε
Κι ίσως αλλάξουν και τα λόγια μας 
Μ’ αυτά που θέλαμε να πούμε
Πάμε να βρούμε λίγη θάλασσα 
Που κάτι υπάρχει και πιο πέρα 
Μήπως μας δείξει άλλα πράγματα 
Σ αυτό το φως κι αυτή τη μέρα

Πάμε να βρούμε άλλη θάλασσα 
Εκεί που δεν κρατάει θεμέλιο
Κι είναι αλλιώς όλα τα πράγματα
και ας μην ξέρουν κι από γέλιο
Πάμε να βρούμε άλλη θάλασσα 
Κι ας είναι πάντα θυμωμένη 
Σαν προσευχή για όσα χάθηκαν 

Να μην τα βρουν οι κολασμένοι

Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου

Ερμηνεία: Βερόνικα Δαβάκη

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2020

Άχνη τ' αλατιού...


Άχνη τ' αλατιού στις τεφροδόχες κρύπτες των βράχων...
                                                                          ( Πάνος Θασίτης)

Κυριακή 5 Απριλίου 2020

Μου ήρθε τη νύχτα η θάλασσα η παιδική μου...


Μου ήρθε τη νύχτα η θάλασσα η παιδική μου
ίδια όπως τότε μα πιο μακρινή
οίστρος μόνο για ποίηση, όχι πια για κολύμπια
και μου έφταναν κύματα οι λέξεις

Οι στίχοι έσκαζαν με αφρούς λίγο πριν αρθρωθούν
έρχονταν άλλοι ήχοι πιο καθαροί
μικρές φωνές από δελφίνια ή βρέφη
κι άλλοτε ακόμα πιο πρωτάκουστοι
όπως μιλάνε τα θαλάσσια φυτά, τα όστρακα

Χανόταν η θάλασσα, έσβηνε, έμενε μόνο μια εικόνα
πιο μπλε απ' αυτήν, πιο ακίνητη
σαν σε βυζαντινό ψηφιδωτό
ή από πολύ ψηλά, χωρίς κυματισμό
σώμα σχεδόν στερεό, όπως τη νύχτα
όπως τη βλέπουν τα αποδημητικά πουλιά
όπως την κολυμπούν τα ψάρια
με τ' ανοιχτά πτερύγια, με την ουρά τους


Αλόη Σιδέρη, Το όνειρο της γάτας, Άγρα, Αθήνα 1990

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2020

Της θάλασσας τα μάγια

Ώρες ατέλειωτες τη θάλασσα κοιτάζεις
και τ’ άγρια κύματα να σκάνε στην ακτή.
Σαν του χειμώνα τα πουλιά χρώματα αλλάζεις
κι εγώ στους κύκλους των ματιών σου έχω κλειστεί.

Άλλος γυρεύει άγκυρα κι άλλος πανί, 
ότι προσμέναμε δεν λέει να φανεί.
Η νύχτα μάγισσα γριά χαμογελάει, 
νησιά κοράλλια μας πουλάει.

Ποιος άλλαξε του χρόνου τη ροή, 
ποιος έλυσε της θάλασσας τα μάγια;
Μη μου αρνηθείς αυτή την εκδρομή, 
κι ας είναι να γυρίσουμε ναυάγια.

Άλλος γυρεύει βάλσαμο κι άλλος πληγή, 
ειν’ οι αλήθειες όσοι οι άνθρωποι στη γη.
Η νύχτα μάγισσα γριά χαμογελάει, 
νησιά κοράλλια μας πουλάει.

Στίχοι: Άλκης Αλκαίος
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Ερμηνεία: Μανώλης Μητσιάς

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2019

Μπαλάντα του νερού της θάλασσας


Η θάλασσα
χαμογελάει στα μάκρη.
Δόντια από αφρό
χείλη από ουράνια.

- Α, τι πουλάς, θολή κοπέλα,
μ' υψωμένα τα στήθια στον αγέρα;

- Πουλάω, αφέντη, το νερό
της θάλασσας-

- Α, τι έχεις μαύρο παληκάρι,
μες στο αίμα σου ανακατωμένο;

- Έχω αφέντη, το νερό
της θάλασσας-

- Αυτά τα δάκρυα τ' αρμυρά
πούθε αναβράνε, ω μάνα;

Δακρύζω, αφέντη, το νερό
της θάλασσας-

Καρδιά μου· ετούτη η πίκρα, 
τρανή, πούθε γεννιέται;

- Πικρό πολύ είναι το νερό
της θάλασσας-

Η θάλασσα 
χαμογελάει στα μάκρη.
Δόντια από αφρό
χείλη από ουράνια.

 Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Βιβλίο των ποιημάτων (1921) μεταφρ. Σημηριώτης Νίκος από τη Θαλασσινή Ποιητική Ανθολογία, Εκδόσεις Δωδέκατη Ώρα, Αθήνα 1968

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Πέμπτη 21 Μαΐου 2015

Της Αναλήψεως...



Η μάνα μου , την ημέρα της Αναλήψεως , μας έδινε την άδεια να κάνουμε το πρώτο μπάνιο στη θάλασσα. Τότε ζεσταίνονταν τα νερά, έλεγε. Πρωί – πρωί πήγαινε στη θάλασσα αμίλητη. Έπαιρνε νερό από τα σαράντα κύματα και έπιανε τη μαλλιαρή, μια πέτρα με  φύκια. Γύριζε στο σπίτι πάλι αμίλητη. Έβαζε το θαλασσινό νερό και τη μαλλιαρή στα εικονίσματα μέχρι την επόμενη χρονιά. Το καλοκαίρι άρχιζε!

Η θάλασσα ήταν πολύ κοντά. Παρέες – παρέες παιδιών, κατεβαίναμε με τα πόδια. Γέλια και χαρούμενες φωνές. Δεξιά και αριστερά του δρόμου  χωράφια. Αλλού ελιές, αλλού αμπέλια κατάφορτα σαββατιανό και αλλού φυστικιές με κρεμασμένα τα κλαδιά από το βάρος του μικρού τους καρπού. Πού και πού ξεχώριζες περιβόλια και μποστάνια γεμάτα ζαρζαβατικά. Μπροστά μας το παγοποιείο. Κάθε πρωί ο παγοπώλης πέταγε μια κολώνα πάγο σε κάθε αυλή, για το ψυγείο. Η μάνα μου αρωμάτιζε το νερό με δυο σταγόνες ούζο.

 Τα τζιτζίκια σκασμένα από τη ζέστη τραγουδούσαν εκκωφαντικά. Στις όχθες οι λυγαριές  λικνίζοντας τα κλαδιά τους μαρτυρούσαν το μυστικό της αγάπης

όποιος λυγαριά δεν πιάσει

την αγάπη του θα χάσει

και όποιος δεν τη μυριστεί

θα την αποχωριστεί!!!!!!

Λίγο πιο κάτω άσπρα βουνά με αλάτι. Εργάτες μέσα στον ήλιο και αλισάχνη στα αυλάκια, στις γούρνες , παντού.

Η θάλασσα , μεγάλη λαδένια πλάκα,  προβάλλει μπροστά μας. Ασημένια άμμος και καταγάλανο καθαρό νερό. Στραφταλισμοί στο πρωινό φως  και απαλοί κυματισμοί ρυτιδώνουν  ελαφρά την επιφάνειά της διαθλώμενοι σε χρυσαφιές λωρίδες στο βυθό.

Πετάμε τα καπέλα , τα μπλουζάκια και τις σαγιονάρες. Χοροπηδάμε πάνω στην καυτή άμμο που τσουρουφλίζει τα τρυφερά πέλματα μας και ορμάμε στο δροσερό νερό. Ο ένας πετάει νερό στον άλλο, παιγνίδια, βουτιές και απλωτές. Ποιος θα φτάσει μακρύτερα; 

Μάθαμε να κολυμπάμε τσαλαβουτώντας στο νερό . Ο ένας  μάθαινε τον άλλο να επιπλέει και να κολυμπάει.

- Κούνα τα χέρια σου, τα πόδια σου , άφησε το σώμα σου ελεύθερο! Πω πω πόσο γρήγορα μαθαίνεις! Κολύμπα μέχρι τα «μαύρα» και μετά μέχρι το φάρο. Εκεί κάτω τον βλέπεις;

Στο βάθος του ορίζοντα το πλοίο της γραμμής  νομίζεις ότι θα αγγίξει τα βουνά του νησιού που αχνοφαίνεται.

Στην αμμουδιά οι γιαγιάδες με κομπινεζόν, πάντα, μπαίνουν ολόκληρες μέσα στην άμμο . Αμμοθεραπεία.

Σε μια τσαντούλα μυρωδάτες κοντούλες και ροδάκινα  έτοιμα για κατανάλωση από την πιτσιρικαρία. Γλυκειά γεύση ανακατεμένη με αλμυρό νερό.

Με τα χρόνια μεγάλωσε η παρέα , μεγαλώσαμε και εμείς. Νέα πρόσωπα έρχονται να αλλάξουν την εικόνα, να φέρουν το διαφορετικό. Παραθεριστές από την πόλη. Νοικιάζουν δωμάτια σε αυλές και μένουν όλο το καλοκαίρι. Συνήθως γυναίκες και παιδιά . Οι άνδρες τους έρχονταν τα Σαββατοκύριακα.

 Καινούριοι φίλοι, καινούριες παρέες , οι πρώτοι έρωτες. Συναντήσεις στη θάλασσα και κρυφές συνεννοήσεις. Τα ήθη αυστηρά. Τι θα πουν στο χωριό αν σε δουν να μιλάς με τους καινούριους;

Η θάλασσα όμως ήταν ο σύνδεσμος και το μέσο. Όλοι μαζί  μέσα της κολυμπούσαμε και μέσα στο παιγνίδι και στις φωνές, ξεχώριζαν  οι ερωτευμένοι . Ένα άγγιγμα, μια κουβέντα , ένα βλέμμα αρκούσε για το επόμενο βήμα, το ραντεβού.

Ξαπλωμένοι με τις ώρες στον ήλιο άναβαν οι συζητήσεις, οι αναλύσεις και οι καβγάδες. Τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης συμπορεύτηκαν με την εφηβεία μας και την έντονη πολιτικοποίηση. Οι πρώτες αμφισβητήσεις όσων μέχρι τότε ξέραμε. Οι πολιτικές νεολαίες, το πάθος, τα όνειρα, το όραμα να είμαστε και εμείς ανάμεσα σε εκείνους που θα φτιάξουν τον κόσμο καλύτερο. Οι νέοι από την πόλη έφερναν καινούριες ιδέες και πρωτόγνωρα μουσικά ακούσματα και διαβάσματα. Οι αρχές του διαλεκτικού υλισμού  και του μαρξισμού ταρακουνούσαν  τα τελματώδη νερά των νεανικών μας συνειδήσεων. Οι επαναστατικές ιδέες ξεσήκωναν  θύελλες στο νου. Τι έχει ακούσει αυτή η θάλασσα.!

Σιγά σιγά οι ώρες της  θάλασσας  μειώθηκαν και αυξήθηκαν εκείνες της αμμουδιάς. Οι παρέες μεγάλωναν. Άλλοι μιλούσαν, άλλοι άκουγαν και άλλοι διαφωνούσαν έντονα. Όμως έτσι , εκεί δίπλα στο  κύμα, άρχισε η μεταμόρφωση, η διαμόρφωση της πολιτικής συνείδησης...



...Μετά από πολλά χρόνια ακολουθώ την ίδια διαδρομή. Κατεβαίνω στη θάλασσα περπατώντας. Τίποτε δεν είναι ίδιο. Όλα άλλαξαν. Δεν υπάρχουν κήποι, δέντρα, αμπέλια και ελιές. Οικοδομές διώροφες , τριώροφες  κυκλώνουν ασφυκτικά το τοπίο. Αυθαίρετα κτίσματα και τσιμέντο. Παρκαρισμένα αυτοκίνητα και δρόμοι επικίνδυνοι. Παντού σκουπίδια, μπουκάλια πλαστικά, γυάλινα, χαρτιά, σακούλες. Βρωμάει ο τόπος.

Το παγοποιείο ερείπιο , έτοιμο να καταρρεύσει. Στη θέση των αλυκών μια τεράστια έκταση χάσκει χρόνια τώρα σαν ένας μεγάλος ηφαιστειακός κρατήρας . Σύμβολο τυχοδιωκτικών πολιτικών  και κακοδιαχείρισης της δημόσιας περιουσίας.

Η παραλιακή γεμάτη πολυκατοικίες και μερικά ξενοδοχεία.

Η θάλασσα αντέχει ακόμα την επέλαση των ανθρώπων της πόλης που κουβαλούν μαζί τους  τη μιζέρια τους. Έρχονται  με λεωφορεία και Ι.Χ και αφού περάσουν αραχτοί τη μέρα σε μια ξαπλώστρα  με φραπέ, φρέντο και τσιγάρο ακούγοντας κάτι  εκκωφαντικό που μοιάζει με μουσική φεύγουν αφήνοντας πίσω τους  συντρίμμια, σακούλες, πλαστικά ποτήρια, αλουμινόχαρτα, πάνες και αποτσίγαρα .

Η θάλασσα των παιδικών μου χρόνων έγινε βορά στα στόματα αχόρταγων μικροαστών και νεόπλουτων. Τώρα πια δεν υπάρχουν παραθεριστές. Υπάρχουν δραπέτες από τις φυλακές των μεγάλων αστικών κέντρων  που  στερημένοι χρόνια την ελευθερία τους μέσα σε στενόχωρα διαμερίσματα και ανυπόφορες τσιμεντουπόλεις ξεσπούν με μανία στο υδάτινο κορμί της προσπαθώντας  να ξεπλύνουν  τα βρώμικα σημάδια ενός τρόπου ζωής που μαρτυράει την χρόνια  φθορά   και την  αλλοτρίωσή τους.

* Της Αναλήψεως σήμερα και η ανάρτηση  αφιερωμένη στη μνήμη της μάνας μου.

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Η θάλασσα


 

 Ὁ πατέρας μου - μύρο τὸ κύμα ποὺ τὸν τύλιξε - δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ μὲ κάμη ναυτικό.
- Μακριά, ἔλεγε, μακριά, παιδί μου, ἀπ τ’ ἄτιμο στοιχειό. Δὲν ἔχει πίστη, δὲν ἔχει ἔλεος. Λάτρεψέ την ὅσο θές˙ δόξασέ την˙ ἐκείνη τὸ σκοπό της. Μὴν κοιτᾶς, ποὺ χαμογελᾶ, ποὺ σοῦ τάζει θησαυρούς. Ἀργὰ γρήγορα θὰ σοῦ σκάψη τὸ λάκκο ἢ θὰ σὲ ρίξη πετσὶ καὶ κόκαλο, ἄχρηστο στὸν κόσμο.
Καὶ τὰ ἔλεγε αὐτὰ ἄνθρωπος, ποὺ ἔφαγε τὴ ζωή του στὸ καράβι, ποὺ ὁ πατέρας, ὁ πάππος, ὁ πρόπαππος, ὅλοι ὡς τὴ ρίζα τῆς γενιᾶς ξεψύχησαν στὸ παλαμάρι.
Μὰ δὲν τὰ ἔλεγε μόνον αὐτός, ἀλλὰ κι ἄλλοι γέροντες τοῦ νησιοῦ, οἱ ἀπόμαχοι τῶν ἀρμένων, τώρα κι οἱ νεώτεροι, ποὺ εἶχαν ἀκόμη τοὺς κάλους στὰ χέρια, ὅταν κάθιζαν στὸν καφενὲ νά ρουφήξουν τὸ ναργιλέ, κουνοῦσαν τὸ κεφάλι καὶ στενάζοντας ἔλεγαν:
- Ἡ θάλασσα δὲν ἔχει πιὰ ψωμί. - Ἄς εἶχα ἕνα κλῆμα στὴ στεριά, μαύρη πέτρα νὰ ρίξω πίσω μου.
῾Η ἀλήθεια εἶναι, πὼς πολλοί τους ὄχι κλῆμα, ἀλλὰ νησὶ ὁλάκερο μποροῦσαν ν’ ἀποχτήσουν μὲ τὰ χρήματά τους. Μὰ ὅλα τὰ ἔριχναν στὴ θάλασσα. Παράβγαιναν ποιός νὰ χτίση μεγαλύτερο καράβι˙ ποιός νὰ πρωτογίνη καπετάνιος. Καὶ ἐγώ, ποὺ ἄκουγα συχνὰ τὰ λόγια τους καὶ τά ἔβλεπα τὸσο ἀσύμφωνα μὲ τὰ ἔργα τους, δὲν μποροῦσα νὰ λύσω τὸ μυστήριο. Κάτι, ἔλεγα, θεϊκὸ ἐρχόταν κι ἔσερνε ὅλες ἐκεῖνες τὶς ψυχὲς καὶ τὶς γκρέμιζε ἄβουλες στὰ πέλαγα, ὅπως ὁ τρελοβοριὰς τὰ στειρολίθαρα.

Ἀλλὰ τὸ ἴδιο κάτι μ’ ἔσπρωχνε καὶ μένα ἐκεῖ. Ἀπὸ μικρὸς τὴν ἀγαποῦσα τὴ θάλασσα. Τὰ πρῶτα βήματά μου, νὰ εἰπῆς, στὸ νερὸ τὰ ἔκαμα. Τὸ πρὼτο μου παιχνίδι, ἥταν ἕνα κουτὶ ἀπὸ λουμίνια μ’ ἕνα ξυλάκι ὀρθὸ στὴ μέση γιὰ κατάρτι, μὲ δύο κλωστὲς γιὰ παλαμάρια, ἕνα φύλλο χαρτὶ γιὰ πανάκι καὶ μὲ τὴν πύρινη φαντασία μου, ποὺ τὸ ἔκανε μπάρκο τρικούβερτο. Πῆγα καὶ τὸ ἔριξα στὴ θάλασσα μὲ καρδιοχτύπι, Ἄν θέλης, ἤμουν καὶ γὼ κεῖ μέσα. Μόλις ὅμως τὸ ἀπίθωσα, καὶ βούλιαξε στὸν πάτο. Μὰ δὲν ἄργησα νὰ κάμω ἄλλο μεγαλύτερο, ἀπὸ σανίδια. Τὸ ἔριξα στὴ θάλασσα καὶ τὸ ἀκολούθησα κολυμπώντας ὡς τὴν ἐμπατὴ τοῦ λιμανιοῦ, ποὺ το πῆρε τὸ ρέμα μακριά. Ἀργότερα ἔγινα πρῶτος στὸ κουπί, στὸ κολύμπι πρῶτος· τὰ λέπια μοῦ ἔλειπαν.


- Μωρὲ γειά σου καὶ σὺ θὰ μᾶς ντροπιάσης ὅλους! ῎Ελεγαν οἱ γεροναῦτες, ὅταν μ’ ἔβλεπαν νὰ τσαλαβουτῶ σὰ δέλφινας.

῾Εγὼ καμάρωνα καὶ πίστευα νὰ δείξω προφητικὰ τὰ λόγια τους. Τὰ βιβλία, - πήγαινα στὸ σχολαρχεῖο θυμοῦμαι - τὰ ἔκλεισα γιὰ πάντα. Τίποτε δὲν εὕρισκα μέσα τους νὰ συμφωνῆ μὲ τὸν πόθο μου, ᾽Ενῶ ἐκεῖνα ποὺ εἶχα γύρω μου, ψυχωμένα καὶ ἄψυχα, μοῦ ἔλεγαν μύρια. Οἱ ναῦτες μὲ τὰ ἡλιοκαμένα τους πρόσωπα καὶ τὰ φανταχτερὰ ροῦχα· οἱ γέροντες μὲ τὰ διηγήματὰ τους˙ τὰ ξύλα μὲ τὴ χτυπητὴ κορμοστασιά.
Ναί˙ τὴν ἀγαποῦσα τὴ θάλασσα! Τὴν ἔβλεπα ν’ ἁπλώνεται ἀπ’ τὸ ἀκρωτήρι ὡς πέρα, πέρα μακριά, νὰ χάνεται στὰ οὐρανοθέμελα σὰ ζαφειρένια πλάκα στρωτή, βουβή, καὶ πάσχιζα νὰ μάθω τὸ μυστικό της. Τὴν ἔβλεπα ὀργισμένη ἄλλοτε, νὰ δέρνη μὲ ἀφροὺς τ’ ἀκρογιάλι, νὰ καβαλικεύη τὰ χάλαρα, νὰ σκαλώνη στὶς σπηλιές, νὰ βροντᾶ καὶ νὰ ἠχάη, λὲς καὶ ζητοῦσε νὰ φτάση στὴν καρδιὰ τῆς γῆς, νὰ σβήση τὶς φωτιές της. Κι ἔτρεχα μεθυσμένος νὰ παίξω μαζί της, νὰ τὴ θυμώσω, νὰ τὴν ἀναγκάσω νὰ μὲ κυνηγήση, νὰ νιώσω τὸν ἀφρό της ἀπάνω μου, ὅπως πειράζομε ἀλυσοδεμένα τ’ ἀγρίμια. Καὶ ὅταν ἔβλεπα καράβι νὰ σηκώνη τὴν ἄγκυρα, νὰ βγαίνη ἀπὸ τὸ λιμάνι καὶ ν’ ἀρμενίζη στ’ ἀνοιχτά, ὅταν ἄκουγα τὶς φωνὲς τῶν ναυτῶν, ποὺ γύριζαν τὸν ἀργάτη καὶ τὰ κατευοδώματα τῶν γυναικῶν, ἡ ψυχή μου πετοῦσε θλιβερὸ πουλάκι ἀπάνω του. Τὰ σταχτόμαυρα πανιά, τὰ ὁλοφούσκωτα σχοινιά, τὰ κοντυλογραμμένα, τὰ πόμολα, ποὺ ἄφηναν φωτεινὴ γραμμὴ ψηλά, μ’ ἔκραζαν νά πάω μαζί τους, μοῦ ἔταζαν ἄλλους τόπους, ἀνθρώπους ἄλλους, πλούτη, χαρές. Καὶ νυχτόημερα ἡ ψυχή μου κατάντησε ἄλλον πόθο νὰ μὴν ἔχη παρὰ τὸ ταξίδι. Ἀκόμα καὶ τὴν ὥρα, ποὺ ἐρχόταν πικρὸ χαμπέρι στὸ νησὶ καὶ ὁ πνιγμὸς πλάκωνε τὶς ψυχὲς ὅλων καὶ χυνόταν βουβὴ ἡ θλίψη ἀπὸ τὰ ζαρωμένα μέτωπα ὡς τ’ ἄψυχα λιθάρια τῆς ἀκρογιαλιᾶς˙ ὅταν ἔβλεπα τὰ ὀρφανόπαιδα στοὺς δρόμους καὶ τὶς γυναῖκες μαυροφόρες, ἀπαρηγόρητες τὶς ἀρραβωνιαστικὲς˙ ὅταν ἄκουγα νὰ διηγοῦνται οἱ ναυαγοὶ τὸ μαρτύριό τους, πεῖσμα μ’ ἔπιανε, ποὺ δὲν ἤμουν καὶ γώ μέσα, πεῖσμα καὶ σύγκρυο μαζί.

Δέν κρατήθηκα περισσότερο˙ ἔλειπε ὁ πατέρας μου μὲ τὴ σκούνα στὸ ταξίδι. Μίσευε κι ὁ καπετὰν Καλιγέρης, ὁ θεῖος μου, γιὰ τὴ Μαύρη θάλασσα. Τοῦ ἔπεσα στὸ λαιμό, τόν παρακάλεσε καὶ ἡ μάνα μου ἀπὸ φόβο, μὴν ἀρρωστήσω˙ μὲ πῆρε μαζί του.

- Θὰ σὲ πάρω, μοῦ λέει, μὰ θὰ δουλέψης˙ τὸ καράβι θέλει δουλειά. Δὲν εἶναι ψαρότρατα νάχης φαΐ καὶ ὕπνο.
Τὸν φοβόμουν πάντα τὸ θεῖο. Ἦταν ἄγριος καὶ κακὸς σὲ μένα, ὅπως καὶ στοὺς ναῦτες του: -Κάλλιο σκλάβος στ’ Ἀλιτζέρι παρὰ μὲ τὸν Καλιγέρη, ἔλεγαν, γιὰ νὰ δείξουν τὴν ἀπονιά του. ῞Ο,τι παστὸ παλιοκρέατο, μουχλιασμένος μπακαλάος, ἀλεύρι πικρό, σκουληκιασμένη γαλέτα, τυρί τεμπεσίρι, στὴν ἀποθήκη τοῦ Καλιγέρη βρισκόταν. Καὶ ὁ λόγος του πάντα προσταγὴ καὶ βρισίδι. Μόνο ἀπελπισμένοι πήγαιναν στὴ δούλεψή του. Μὰ ὁ μαγνήτης, ποὺ ἔσερνε τὴν ψυχή μου, ἔκανε νὰ τὰ λησμονήσω ὅλα. Νὰ πατήσω μιὰ στὴν κουβέρτα ἔλεγα καὶ δουλειὰ ὅση θὲς.
Ἀληθινὰ ρίχτηκα στὴ δουλειὰ μὲ τὰ μοῦτρα. Ἔκανα παιχνίδι τὶς ἀνεμόσκαλες. ῞Οσο ψηλότερα ἡ δουλειά, τόσο πρόθυμος ἐγώ. Μπορεῖ ὁ θεῖος μου νὰ ἤθελε νὰ παιδευτῶ ἀπὸ τὴν ἀρχή, γιὰ νὰ μετανιώσω. Ἀπὸ τὴν πλύση τῆς κουβέρτας, στὸ ξύσιμο· ἀπὸ τὸ ράψιμο τῶν πανιῶν, στῶν σχοινιῶν τὸ πλέξιμο, ἀπὸ τὸ λύσιμο τῶν ἀρμένων, στὸ δέσιμο. Τώρα στὴν τρόμπα· τώρα στὸν ἀργάτη˙ φόρτωμα , ξεφόρτωμα, καλαφάτισμα, χρωμάτισμα, πρῶτος ἐγώ. Πρῶτος; πρῶτος˙ τί μ’ ἔμελε; Μοῦ ἔφτανε, πὼς ἀνέβαινα ψηλὰ στὴ σταύρωση κι ἔβλεπα κάτω τὴ θάλασσα νὰ σχίζεται καὶ νὰ πισωδρομῆ ὑποταχτική μου. Τὸν ἄλλο κόσμο, τοὺς στεριανούς, μὲ θλίψη τοὺς ἔβλεπα. Ψέ!... ἔλεγα μὲ περιφρόνηση. Ζοῦνε τάχα κι ἑκεῖνοι!

Τρεῖς βδομάδες ἀργότερα κατεβήκαμε στὴν Πόλη φορτωμένοι. ᾽Εκεῖ ἔλαβα τὸ πρῶτο γράμμα τῆς μάνας μου. Πρῶτο γράμμα, πρῶτο μαχαίρι στὴν καρδιά μου.
-Παιδί μου, Γιάννη μου! ἔλεγε ἡ γριά. ῞Οταν γυρίσης πάλι στὸ νησὶ μὲ τὴ βοήθεια τ’ Ἀι-Νικόλα καὶ τὴν εὐκή μου δὲ θὰ εἶσαι πιὰ καπετάνιου παιδί. Πάει ὁ πατέρας σου˙ ἡ ὄμορφη σκούνα πάει· πᾶνε οἱ δόξες μας. Τὰ ρούφηξε ὅλα ἡ μαύρη θάλασσα. Τώρα δὲν ἔχεις τίποτα παρὰ τὸ χαμόσπιτο, ἐμένα τὴν ἄφτουρη καὶ τὸ Θεό. Γειὰ στὰ χέρια σου! Δούλεψε, παιδί μου, καὶ τίμα τὸ θεῖο σου. Ἂν σοῦ μένη κάποτε ξεδούλειο, στέλνε το ν’ ἀνάβω τὸ καντήλι τοῦ Ἅγιου γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ πατέρα σου.
Σταύρωσα τὰ χέρια μου, κοίταξα μὲ βουρκωμένα μάτια τὴ θάλασσα. Τὰ λόγια τῆς γραφῆς μοῦ φάνηκαν ἀπόφωνο στὰ λόγια τοῦ πατέρα μου. Τόσα χρόνια καραβοκύρης, ἡ χήρα του πρόσμενε τὸ δικό μου ξεδούλειο, γιὰ νά κάμη τά κόλυβά του. Κι ἐκείνου τὸ κορμί, τὰ σιδερένια μπράτσα, ποιός ξέρει τάχα σὲ τί χάλαρα δέρνονται, ποιός γλάρος τὰ πετσοκὸβει, ποιό κύμα νὰ λευκαίνη τὰ ψιλόλιγνα κόκαλα!
- Ὁϊμέ! Ἡ θάλασσα στὸ πρῶτο μου ταξίδι πλήρωσε τὴν ἀγάπη μου.

Ἔμεινα πιὰ ἀναγκαστικὸς δουλευτὴς τοῦ καπετὰν Καλιγέρη. Δουλευτὴς γιὰ κομμάτι ψωμάκι.

Ψωμάκι, τὸ δικό μου καὶ τῆς καπετάνισσας.
Ἀλλὰ μὲ ὅλη τὴ συμβουλή της οὔτε νὰ τιμήσω, οὔτε νὰ δουλέψω μπόρεσα περισσότερο τὸ θεῖο μου. Ἂν εἶναι νὰ δουλέψω ναύτης, σκέφτηκα, δὸξα σοι ὁ Θεός, βρίσκονται κι ἄλλα καράβια.
Ἀπὸ τὸ νὰ δέχωμαι τὶς βρισιὲς τοῦ συγγενῆ μου, καλύτερα ἐνὸς ξένου. Ἀποφάσισα στὸ πρῶτο λιμάνι νὰ ξεμπαρκάρω μὲ τὸ καλό.
- Μὲ τὸ καλό; ἄσε καὶ νὰ ἰδῆς, λέει ὁ καπετὰν Καλιγέρης, ὅταν μάντεψε τὸ σκοπὸ μου.
Πάω μιὰ μέρα νὰ τοῦ ζητήσω λάδι γιὰ τὸ φαγί.
- Δὲν ἔχει, μοῦ λέγει τὸ τρώει κεῖνος ποὺ κάθεται στὸ τιμόνι. Πάω δεύτερη, τὸ ἴδιο. Πάω τρίτη· πάλι τὸ ἴδιο. Φυλάω καὶ γὼ μιὰ μέρα, ποὺ ἤμουν στὸ τιμόνι, παίρνω τὸν Ἁι-Νικόλα, τὸν δένω στὸ δοιάκι καὶ τὸ ἀφήνω μάρμαρο. Τὸ καράβι ἄρχισε νὰ γυρίζη, σὰν ἄμυαλο, στὴ θάλασσα.
- Μπρὲ Γιάννη! φωνάζει ὁ καπετάνιος. Ποιόν ἄφησες στὸ τιμόνι!
- ῎Εκεῖνον, ποὺ τρώει τὸ λάδι.
Οἱ ναῦτες σκᾶνε στὰ γέλια. Θυμώνει.
- Νὰ φύγης! μοῦ λέει˙ γρήγορα τὰ ροῦχα σου κι ἔξω.
Νὰ φύγω˙ τὸ λογαριασμό.
Μὲ παίρνει οτὴν κάμαρα κι ἀρχίζει νὰ στρώνη τὸ λογαριασμὸ κατὰ τὴν συνήθειά του.
- Τὴν τάδε μέρα συμφωνήσαμε τὴν τάδε μπῆκες μέσα˙ τὴν ἄλλη ἔφερες τὰ ροῦχα σου˙ τὴν ἄλλη φύγαμε, τὴν ἄλλη ἔπιασες δουλειά. Δὲν εἶναι ἔτσι;
Οὔτε πολλὲς οὔτε λίγες. Πέντε ἡμερῶν μισθὸ μοῦ ἔτρωγε. Πάλι καλά.
- Ἔτσι, τοῦ ἀπήντησα.
Καὶ βγῆκα μὲ δύο σφάντσικες στὴ Μεσσήνα.

- Ἄρχισε τώρα ἡ ζωὴ τοῦ ναύτη μὲ τὰ ὅλα της. Ζωὴ καὶ τήξη. Μερμήγκι σωστό. Μερμήγκι στὴ δουλειά, ποτὲ ὅμως καὶ στὸ σύναγμα. Τί νὰ εὕρης, τί νὰ συνάξης! Μεροδούλι, μεροφάι. ῞Ενα ζευγάρι ποδήματα, ἕνας μισθός. ῞Ενας μουσαμάς, ἄλλος μισθός. ῞Ενα γλέντι, ἄλλος. ῞Ενας μήνας ἄδουλος, ἕξι χρέος. Σύρε νὰ κάμης κομπόδεμα, γιὰ νὰ κυβερνήσης σπίτι!

Μὰ ὁ χάρος, μοῦ τόκλεισε γρήγορα· στὸ χρόνο ἀπάνω πέθανε ἡ καπετάνισσα. Ἀπὸ καράβι σὲ καράβι, ἀπὸ καπετάνιο σὲ καπετάνιο, ἀπὸ ταξίδι σὲ ταξίδι, δέκα χρόνια τὰ ἔκλεισα στὴ θάλασσα. Τὰ λόγια τοῦ πατέρα μου νυχτοήμερα στ’ αὐτιά μου... Μὰ τί τ’ ὄφελος! - Ἂν εἶχα καὶ γὼ ἕνα κλῆμα στὴ στεριά, πέτρα μαύρη θὰ ἔριχνα. Μὰ ποῦ τὸ κλῆμα; Ἀπόφαση τὸ πῆρα. Ἢ τὸ κύμα θὰ μὲ φάη ἢ θὰ μὲ δώση πετσὶ καὶ κόκαλο στὸν κόσμο. Καλὰ λοιπόν, ζωὴ χαρισάμενη! Δουλειὰ καὶ γλέντι. Μὴν ἤμουν μοναχός; Ὅλος ὁ ναυτόκοσμος ἔτσι δέρνεται. Παντοῦ ἡ ἴδια ζωὴ τοῦ ναύτη. Βρισιὲς ἀπὸ τὸν καπετάνιο, ἀπὸ τὸ φορτωτὴ καταφρόνια, φοβέρες ἀπὸ τὴ θάλασσα, σπρωξίματα ἀπὸ τὴ στεριά· ὅπου καὶ νὰ γυρίσης, στὰ κόντρα βρίσκεσαι.(απόσπασμα)

Ανδρέας Καρκαβίτσας, Λόγια της πλώρης

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

Ξύπνημα γαλανό μες στην πηγή της μέρας...

Στη θάλασσα
Κύμα στο φως
Ξαναγεννάει τα μάτια
Όπου η Ζωή αρμενίζει προς
Τ' αγνάντεμα
Ζωή


Ο μπάτης με το διάφανό του φύσημα
Γέρνει πανί του ονείρου
Μακριά
Έρωτας την υπόσχεσή του μουρμουρίζει
 Φλοίσβος.

Ο έρωτας
Το καράβι του
Κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του
Κι ο φλόκος της ελπίδας του
Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει
Τον ερχομό.




Παιχνίδια τα νερά
Στα σκιερά περάσματα
Λένε με τα φιλιά τους την αυγή
Που αρχίζει
Ορίζοντας 


Ο τίτλος και οι στίχοι που συνοδεύουν τις φωτογραφίες είναι διάσπαρτες επιλογές από το έργο του Οδυσσέα Ελύτη , Προσανατολισμοί