Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μελισσάνθη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μελισσάνθη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Ιουνίου 2021

Καλοκαιρινές ώρες

 

- Ανάβουν οι ώρες του Καλοκαιριού τα πρωινά·
Πόσα καινούργια πρόσωπα, καινούργια βήματα, νέες φωνές,
Από παντού καλέσματα, λάμψεις , μηνύματα
Έρχονται, φεύγουν με το μελτεμάκι
που ξετρελλαίνει των παιδιών τις λυτές κόμες
- καθώς τρέχουν με πέλματα γυμνά στην αμμουδιά -
Κι' ύστερα πάει να σπρώξει τα ιστιοφόρα μας
καταμεσίς του γαλανού πελάγου.
Με τόσα αποδημητικά πουλιά διασταυρωθήτε.
Με τόσα σημαιοστόλιστα  καράβια.
Έρχονται, φεύγουν φορτωμένα χαιρετίσματα
ποτισμένα αλάτι
και νοσταλγία θαλασσινή.
Με την αυγή σαλπάρουν, ξεκινούν
σαν τα πουλιά τα μεγάλα ιστιοφόρα
Παίρνοντας την αρμύρα από τα δάκρυά μας στ' ανοιχτά πανιά τους.
Πάνω στων γλάρων τις φτερούγες το χαιρετισμό μας.
Ανάβουν οι ώρες του Καλοκαιριού μες στο καταμεσήμερο.

Μελισσάνθη

Θαλασσινή Ποιητική Ανθολογία, επιμ. Πάνος Ν. Παναγιωτούνης, Εκδόσεις Δωδέκατη Ώρα, Αθήνα 1968

Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Ω, ταπεινοί, κι ω, καταφρονεμένοι


 Pablo Picasso, Poverty, 1903

" Τούτο μου εστί το αίμα"
Ω, ταπεινοί, κι ω, καταφρονεμένοι
του κόσμου αυτού, να είστε ευλογημένοι
Στο άθλιο σας καλύβι θα χτυπήσω
ελεημοσύνη αγάπης να ζητήσω
κι άσυλο λίγης ζεστασιάς να βρω
μες στη γυμνή μακρόθυμη αγκαλιά σας
κι εγώ , μαζί με τα φτωχά σκυλιά σας

Ω, πώς με βασανίζει τώρα η τύψη
Πως τίποτα δε μού' χεν απολείψει
πως σε συμπόσια πλούσια είχα ευφρανθεί
κι έφαγα κι ήπια κι είχα κοιμηθεί
στης ξενοιασιάς την πουπουλένια κλίνη

Τα δάκρυα μ' έχουν, τώρα πια, αποπλύνει
ω, απόκληροι αδερφοί μου, αποδιωγμένοι
ξυπόλυτοι κι αν είστε ή πεινασμένοι
κι εγώ, μαζί σας κλαίω, πεινώ, γυμνή
ζητιάνα στο πλευρό σας ταπεινή
Της καταφρόνιας δέχομαι τα φτύσματα
μοιράζομαι μαζί σας τα ραπίσματα
τους εξευτελισμούς και τη ντροπή
Τώρα, γνωρίζω ορφάνια τι θα πει
Της μοίρας αποπαίδι σε μιαν άκρη
μουσκεύω το ψωμί μου μες στο δάκρυ

Φτωχοί, βασανισμένοι μου αδερφοί
τα μάτια, τώρα πια, δε χαμηλώνω
στο βλέμμα σας, που αγιάζεται απ' τον πόνο
Δε νοιώθω στα δεινά σας μια μομφή
Τώρα, που με σημάδεψε και μένα
με σίδερο, η δοκιμασία, καυτό
και τις βαθειές ουλές της χαραγμένα
μες στην πολύπαθη καρδιά κρατώ
Τώρα, μπορώ να περηφανευτώ
που απ' της χολής και του όξους την πικρία
τη σταυρωμένη πότισαν ζωή μου
Ό, τι, άξια κρίθηκα κι εγώ να μπω
στου πόνου την επίγεια βασιλεία
μαζί σας, ω φτωχοί μου, ω αδελφοί μου.

Μελισσάνθη, Οδοιπορικό ( ποιήματα 1930 - 1984 ) Καστανιώτης 2000


Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

Φθινοπωρινή ραψωδία



Ήρθε ο καιρός να θυμηθούμε
Ήρθε η ώρα να ξεκουραστούμε
από τη λάμψη των καλοκαιριών
Πίσω να στρέψουμε το βλέμμα
τον ίσκιο να γνωρίσουμε που μάς ακολουθεί
με καλυμμένο πρόσωπο

Να περπατήσουμε μαζί του σε δενδροστοιχίες
σε μονοπάτια που τα κρύβει η ομίχλη
στρωμένα φύλλα που σαπίζουν
στου φθινοπώρου τις μεταμορφώσεις
Σε πάρκα και κοιμητήρια που οι νεκροί κοιμούνται
στης επιτύμβιας πέτρας τη σκιά
τέλεια ξεδιψασμένοι
πλάι στις υπόγειες φλέβες του νερού
Οι δαίμονες που στο αίμα μας φωλιάζουν
ανίσχυροι είναι τώρα να πλανέσουν
εκείνους που επιστρέφουν από τη μεριά της νύχτας
στο βάθος της μυστικής αρχής
στο κέντρο της σκοτεινής φωτιάς
αφίνοντας εμάς τους ζωντανούς
έξω στην παγερή επιφάνεια
στο φόβο και στο κρύο της μοναξιάς
Όλα τα δάκρυα κι οι φροντίδες μας
γι' αυτούς που τίποτα δεν τους χρειάζεται
είναι γιατί φοβόμαστε να μείνουμε μονάχοι
κι ελπίζουμε, πασκίζουμε για να μάς θυμηθούν εκείνοι
Δεν μάς αναγνωρίζουν
σαν να μη μάς γνωρίσανε ποτέ
Τόσο εύκολα ξεχνούν, τόσο εύκολα ξεκόβουν
το θήλασμα από το μαστό της μέρας
Τόσο εύκολα εγκαταλείπουν
κάθε συνήθεια αποκτημένη

Μάς απορρίπτουν με τη μάσκα του προσώπου τους
μ' όλες τις πλάνες τους, τις πλάνες μας
σαν κάτι ξένο, άχρηστο ή περιττό
και παραδίνονται υποταγμένοι
στων νέων μεταμορφώσεων τη φωτιά

Ήρθε ο καιρός να θυμηθούμε
Ήρθε ο καιρός να πισωστρέψουμε το βήμα
Το δάκρυ μας να πήξει σε σκληρή αλατόπετρα
Να λάβουμε το δίδαγμα της στέρησης και της αδιαφορίας
που μάς διδάσκουν οι νεκροί
με τη γυμνότητά τους, με την τέλεια εγκατάλειψη
στον καθαρό θάνατο

Ήρθε ο καιρός να περπατήσουμε σε δρόμους
στρωμένους φύλλα που σαπίζουν στην υγρασία και τη βροχή
υπάκουα στις μεταμορφώσεις του θανάτου
Ήρθε ο καιρός να λάβουμε το δίδαγμα 
της πέτρας που ονειρεύεται ακίνητη μες στο νερό
κάτω από την ατελείωτη ροή του χρόνου
Να λογαριάσουμε την άμμο των χαμένων ημερών μας
που γλίστρισε απ' την άφρονη καρδιά μας
χωρίς να δυνηθούμε να τη σταματήσουμε
είτε να χτίσουμε μ' αυτή ένα καταφύγιο
για τη γυμνή ψυχή μας
Θάψαμε την καρδιά μας κάτω από τη σκόνη
τόσων μάταιων πραγμάτων που συνάξαμε
Κι αν μάς εδόθηκε η ζωή Αγία Δωρεά
εμείς γνωρίσαμε τον Κόσμο όπως θηρία τη λεία τους
γιατί αναμέσο μας είχαμε ανοίξει πόλεμο ανελέητο

Ήρθε ο καιρός να στοχαστούμε
να περπατήσουμε σ' ερημωμένους δρόμους
γεμάτους απ' τα φύλλα που μαδούνε
στον άνεμο και στη βροχή
σε πάρκα και σε κοιμητήρια, που αναπαύονται οι νεκροί
στην καθαρότητα μέσα του θανάτου
απαλλαγμένοι από της δίψας την οδύνη
- και μάς διδάσκουν την αγνότητα της στέρησης
της γυμνότητας την αρετή
της αυτάρκειας τη σοφία -
στο βάθος της σιωπής που η άμπωτη τούς έσυρε
σ' αντίθετη με μας φορά
στον τελευταίο κύκλο των μεταμορφώσεων
κάτω από το κάλυμμα της γης

Με υπομονή το βάρος της σηκώνουν
με τους γυμνούς των ώμων
κι εγκαταλείπονται δίχως αντίσταση
στις αφανέρωτες δυνάμεις
στη σκοτεινή μεταμορφωτική φωτιά
Το χθόνιο πυρ που κατατρώει τις σάρκες τους
σε τέφρα αλλάζει τα γυμνά τους σώματα 
αποσυνθέτει την ξεχωριστή μορφή τους
Μαζί της καταλυούνται κι οι φραγμοί
η χωριστή τους καταλύεται μοίρα
Μες στο παγκόσμιο όνειρο ξαναγυρνούν
μες στην παγκόσμια ξαναμπαίνουν μοίρα

Τώρα στης γης τη νύχτα ανήκουν δίχως όρια
οι αγαπημένοι μας νεκροί
Στο βασίλειο της πέτρας και της βλάστησης
Από άλλους δρόμους τώρα αμάντευτους γ ν ω ρ ί ζ ο υ ν
Όπως γ ν ω ρ ί ζ ε ι η πέτρα που υπομένει
στη φλόγα της υπομονής
Ο βράχος που απ' το κύμα καταλύεται
 αλυσωμένος στην ακινησία
Το δέντρο που φυλλοροεί
Όπως γ ν ω ρ ί ζ ε ι το φυτό
που δίψα ασίγαστη το δένει με το χώμα
Όπως γ ν ω ρ ί ζ ο υ ν στο σκοτάδι οι τυφλές ρίζες 
που σιγοβόσκουν την ιερή κρυμμένη φλόγα
τ η  μ υ σ τ ι κ ή  τ ή ς  ύ π α ρ ξ η ς  φ ω τ ι ά
Αυτήν που ανάβει στου άστρου και του ανθού τη σπίθα
που κουφοκαίει στης νέας βλάστησης το κύμα
κάτω απ' το χιόνι

Αυτήν που στο αίμα γίνεται ορμή ακατάλυτη
Σκοτεινή πείνα στου αγριμιού τα σπλάχνα
Φωτιά στο μάτι του όρνιου που κλωσσά
Μνήμη μακραίωνη μέσα στο σπόρο
Και φτάνοντας στον Άνθρωπο φωτίζει
το μυστικό της στην ενάργεια του Λόγου
Άγιο Πάθος λαμπαδιάζει στην καρδιά του
Σταυρός και Μαρτυρία της Αγάπης

Μα οι νεκροί μ' άλογη γνώση πια γνωρίζουν
το μέγα μυστικό
Και με την παλίρροια της καινούργιας βλάστησης
με της αύρας τους ανασασμούς στη νέα χλόη
το μήνυμά τους απ' τη μια στην άλλη άνοιξη
σε κύματα χλωρά μάς στέλνουν
Ή με τα φύλλα μάς μηνούν που σέρνουν οι βροχές
στην άμπωτη του φθινοπώρου
τ ο μ υ σ τ ι κ ό  τ ο υ ς  Κ ά λ ε σ μ α
Γιατί, όλοι οι ψίθυροι των φυλλωμάτων
κι όλα τα χρώματα των εποχών 
Γιατί, όλα τα λουλούδια κι οι καρποί
είναι των αναρίθμητων νεκρών η ομιλία.

Εδώ στην ερημία ο πόνος ο ανθρώπινος
έγινε μύθος σιωπής
Βράχος που αναβλύζει δάκρυ
μέσα στην κρύπτη του καιρού
Με χείλη πέτρινα διηγάται
κάτω απ' τον ουρανό που σιγοβρέχει
τις μέρες και τα χρόνια πάνω στην καρδιά μας
- μέσα στο γύρισμα της αλλαγής 
στου αιώνιου ρου την ακινησία -
τη Μαρτυρία της Ανθρώπινης Παρουσίας
της Αγάπης την αιώνια Κατάφαση.



Μελισσάνθη, Η εποχή του Ύπνου και της Αγρυπνίας/1950. Περιέχεται στο Οδοιπορικό με ποιήματα από το 1930 έως το 1984, που εκδόθηκε από τον Καστανιώτη το 2000, 2η έκδοση


Τα διαχωρισμένα γράμματα σε ορισμένες λέξεις είναι της ποιήτριας


Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

Πιστεύω

         Η Αγάπη μόνο βαστάζει όλα τα φορτία
         Μπορώ να βαστάζω όλα τα φορτία
Γιατί η Αγάπη είναι το μέγα Φορτίο
         Η Αγάπη σηκώνει το βάρος τ' ουρανού
         Μπορώ να σηκώνω το βάρος τ' ουρανού
         Η Αγάπη υπομένει τα μαρτύρια της πυράς
         Μπορώ να υπομένω τα μαρτύρια της πυράς
Γιατί η Αγάπη είναι ο Ουρανός και η Πυρά
         Η Αγάπη πιστεύει στη Ζωή και στο Θάνατο
         Η Αγάπη πιστεύει στο Θαύμα
         Μπορώ να πιστεύω στη Ζωή και στο Θάνατο
         Μπορώ να πιστεύω στο Θαύμα
Γιατί η Αγάπη είναι η Ζωή και ο Θάνατος
Γιατί η Αγάπη είναι το Θαύμα
         Η Αγάπη προσεύχεται και ενεργεί
         Η Αγάπη αγρυπνεί
         Μπορώ να προσεύχομαι και να ενεργώ
         Μπορώ να αγρυπνώ
Γιατί η Αγάπη είναι Προσευχή και Πράξη
Γιατί η Αγάπη είναι η μυστική Αγρυπνία
         Η Αγάπη κρατάει όλα τα χαμόγελα κι όλα τα δάκρυα
         Μπορώ να χαμογελώ και να κλαίω όλα τα δάκρυα
Γιατί η Αγάπη είναι η Χαρούμενη - Θλίψη
         Η Αγάπη δίνει τον Άρτο και τον Οίνο
         Μπορώ να μεταλάβω τον Άρτο και τον Οίνο
Γιατί η Αγάπη είναι ο Μυστικός Δείπνος
         κι η Μεγάλη Υπόσχεση
         Η Αγάπη έπλασε τον Άνθρωπο
         Η Αγάπη εδώρησε το Φως
         Πιστεύω στον Άνθρωπο
         Πιστεύω στην Αγάπη
Γιατί η Αγάπη είναι το Φως και η Δωρεά
Γιατί η Αγάπη είναι ο Άνθρωπος.




Μελισσάνθη, Η εποχή του ύπνου και της αγρυπνίας/1950 που εμπεριέχεται στο Οδοιπορικό: Ποιήματα 1930 -1984, Καστανιώτης, 2000 , 2η έκδοση


Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Στὴ νύχτα ποὺ ἔρχεται...



Ξεκινᾶμε ἀνάλαφροι καθὼς ἡ γύρη
ποὺ ταξιδεύει στὸν ἄνεμο
Γρήγορα πέφτουμε στὸ χῶμα
ρίχνουμε ρίζες, ρίχνουμε κλαδιὰ
γινόμαστε δέντρα ποὺ διψοῦν οὐρανὸ
κι ὅλο ἁρπαζόμαστε μὲ δύναμη ἀπ᾿ τὴ γῆ
Μᾶς βρίσκουν τ᾿ ἀτέλειωτα καλοκαίρια
τὰ μεγάλα κάματα.
Οἱ ἄνεμοι, τὰ νερὰ
παίρνουν τὰ φύλλα μας.

Ἀργότερα
πλακώνουν οἱ βαριὲς συννεφιὲς
μᾶς τυραννοῦν οἱ χειμῶνες κι οἱ καταιγίδες
Μὰ πάντα ἀντιστεκόμαστε,
ὀρθωνόμαστε
πάντα ντυνόμαστε μὲ νέο φύλλωμα
Ὡσότου, φτάνει ἕνας ἄνεμος παράξενος
-κανεὶς δὲ ξέρει πότε κι ἀπὸ ποὺ ξεκινᾶ-
μᾶς ρίχνει κάτω
μ᾿ ὅλες μας τὶς ρίζες στὸν ἀέρα.
Γιὰ λίγο ἀκόμα μὲς στὴ φυλλωσιά μας
κάθεται κρυμμένο
-νὰ πεῖ μία τρίλια του στὴ νύχτα ποὺ ἔρχεται-
ἕνα πουλί.


Μελισσάνθη 


Η Μελισσάνθη υπήρξε μια ποιήτρια ευαίσθητη . Την απασχολούσε η ανθρώπινη ύπαρξη και ο θάνατος. Τα ποιήματά της χαρακτηρίζονται από υπαρξιακή και μεταφυσική αγωνία. Γεννήθηκε στις 7 Απριλίου του 1910.