Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2019

Σαν αεράκι

Τρυφερός  Ναπολέων Λαπαθιώτης όμορφα μελοποιημένος από τον Μανώλη Πάππο και μοναδικά ερμηνευμένος από την Ελευθερία Αρβανιτάκη.

Χρυσή μου αγάπη, αν ήξερες
τι μέλι είσαι για μένα...
Τα μπουμπουκάκια τα όμορφα,
τα μοσχομυρισμένα.
Και τα αγεράκια που φυσούν
Σα λιποθυμισμένα,
δεν έχουνε το βάλσαμο
που 'χεις εσύ για μένα...

Της λίμνης τ' αφρολούλουδο
και του γιαλού η γαλήνη.
Η σμύρνα, το ροδόσταμο
που αργοσταλάει και σβήνει.
Κι οι ροδωνιές, κι η ολόδροση
του κήπου ανθοπλημμύρα,
των δυο χειλιών σου των γλυκών
δεν στάζουνε τα μύρα...!!!

Πάω στην τρισέρημη αμμουδιά
και - μόνη τι να κάμω;
Χαράζω κύκλους απαλούς
Στη μουσκεμένη άμμο...
Σαν αγεράκι χάνονται στο κύμα
Απάνω - απάνω
Και απόμεινα στην ερημιά
Μονάχη... Τί να κάμω!!!

Τώρα το ετοιμοθάνατο
βαλσαμωμένο αγέρι,
γλυκά τραγούδια θλιβερά
ν' αναστενάξει ξέρει...
Αλήθεια! Ξέρει πιο γλυκά
να τραγουδάει από μένα!
Εγώ δεν ξέρω πιο γλυκά
μα ξέρω πιο θλιμμένα...

Ποίηση Ναπολέων Λαπαθιώτης
Μουσική: Μανώλης Πάππος
Ερμηνεία:: Ελευθερία Αρβανιτάκη

Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2019

Το άστρο του ταξιδιώτη

Από ένα χαμένο όνειρο εμείς έπρεπε να φτιάξουμε έναν δρόμο για να συναντηθούμε
κι όταν μας τέλειωσαν τα δάκρυα στείλαμε τα πουλιά στους πεθαμένους φίλους μας
χιόνιζε, φυσούσε αγέρας και χτίσαμε το σπίτι μας με λίγη λησμονιά
κι απ' όλες τις τύχες προτιμήσαμε εκείνη του ταξιδιώτη που δεν ξέρει το άστρο του πού τον οδηγεί
ώσπου εξαγνιστήκαμε όπως αυτοί που έχουν πεθάνει εδώ και χρόνια.

Ω ελπίδες της νιότης μας μείνατε στη μέση του δρόμου. Εμείς συνεχίσαμε
και να που φτάσαμε  απόψε εδώ, σ' αυτόν τον άγνωστο τόπο, χωρίς αποσκευές,
μα μ' ένα τόσο  ωραίο φεγγάρι.

Τάσος Λειβαδίτης, Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου Β. Ποιήματα( 1979 -1990) τομ. 3,  Κέδρος , Αθήνα 2003.
Έφυγε ξαφνικά σαν σήμερα το 1988


Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2019

Μίμης Φωτόπουλος , όμηρος των Εγγλέζων

Ο Μίμης Φωτόπουλος έφυγε από τη ζωή στις 29 Οκτωβρίου 1986. Πήρε μέρος στην Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ και στην περίοδο των Δεκεμβριανών συνελήφθη και εξορίστηκε στην Ελ Νταμπα. Σε αυτό το στρατόπεδο που βρισκόταν 180 χιλιόμετρα δυτικά της Αλεξάνδρειας εξορίστηκαν περίπου 10.000 χιλιάδες Έλληνες , φίλοι ή μέλη του ΕΑΜ. 
Ο Μίμης Φωτόπουλος καταγράφει τις προσωπικές του εμπειρίες  στο χρονικό Ελ Ντάμπα. Σύμφωνα με την Έλλη Αλεξίου " Ο Φωτόπουλος με την  " Ελ Ντάμπα" αναδείχνεται σε συγγραφέα καλό. Κάθε λεπτομέρεια του ζυγιασμένη.Κάθε επεισόδιο  δίνεται με αξιοζήλευτο μέτρο. Λες και δε γράφεται το βιβλίο αυτό από άνθρωπο με νεύρα, μα από μια δύναμη υπεράνθρωπη, που μπορεί να συγκρατεί και να υποτάσσει τα πιο φυσικά και επιτρεπτά ξεσπάσματα. Και η γλώσσα του, ο διάλογος του έχει φυσικότητα. Είναι λιτός και συμπυκωμένος.
...Όσοι ζήσανε την περιπέτεια της " Ελ Ντάμπα", ίσως πούνε: " γνωστά πράματα, ας διαβάσω τίποτε άλλο". Θα σε συμβούλευα και σένα, συνάνθρωπε, να μη διαβάσεις τίποτε άλλο. Η " Ελ Ντάμπα" και σένα ακόμα που την έζησες θα σε αιφνιδιάσει. Για την καθαρότητα, την αληθινότητα, την αγνότητα και την ανθρωπιά της".
Από αυτό το χρονικό παραθέτουνε ένα μικρό απόσπασμα:
" Έχει νυχτώσει για καλά και από το πρωί μας "περιποιείται"  δεόντως ένα ...δειγματάκι Σιμούν.
Το στρατόπεδο έχει ερημωθεί σαν να πέρασαν οι Γερμανοί. Είμαστε όλοι κλεισμένοι στις σκηνές μας. Τις έχουμε διπλομανταλώσει , αν μπορούμε να μεταχειριστούμε αυτή την έκφραση.
Όμως μια ψιλή άμμος, σαν να την έχουνε περάσει από κρησάρα, εισχωρεί και στην πιο μικρή άκρη της σκηνής και μπαίνει στα ρουθούνια μας και στο στόμα μας. Μασάμε ένα παγωμένο κομμάτι "κατεψυγμένο κρέας" και τα δόντια μας τραγανίζουνε άμμο.
Καθόμαστε όλοι θλιμμένοι.
Ο Κώστας, ο πουλοπιάστης, αφού τελείωσε τα λίγα τσιγάρα του, βγάζει ένα μεγάλο τσιμπούκι που το' χει κατασκευάσει μόνος του, το γεμίζει...τσάι και - τι να κάνει - το καπνίζει.
Ο βοηθός συμβολαιογράφου, ο Μήτσος βγαίνει πότε πότε, τυλιγμένος από το κεφάλι με μια κουβέρτα, και μέσα σε αυτή την αμμοθύελλα, κρατάει μια φέτα ψωμί και ψάχνει να την ανταλλάξει με τσιγάρα.
Κανένας δε μιλάει. Έχουμε ξαπλώσει όλοι στις κουβέρτες μας και σκεφτόμαστε...
Η σκέψη μας έχει γίνει...ακροβάτης. Πότε ταξιδεύει στο σπίτι μας, πότε στη γαλάζια μας θάλασσα, και πότε στα βουνά και στους κάμπους μας, που όπου να' ναι θα κεντηθούνε με πολύχρωμα αγριολούλουδα.
Μπήκαμε στον Φεβρουάριο.
Οι πρώτες άσπρες δαντέλες θ' αρχίζουν να στολίζουν τις μυγδαλιές. Εκεί στην Αθήνα, στ' αντικρινό μου σπίτι, θ' αρχίσουνε να μοσχοβολάνε οι φρέζες, και να σου λιγώνουνε την καρδιά...
Σιγομουρμουρίζω τους στίχους του Παλαμά:

" Ω λεϊμονιές με τους καρπούς τους ξανθοπράσινους 
Και μικροκάμωτες  κιτριές και καρυδιές μεγάλες.
Ω δέντρα πυκνοφύτευτα, γλυτώστε, ανοίχτε, κλείστε με
Στους πέπλους σας, και στις φωλιές, στις αγκαλιές.
Από ουρανούς και πέλαγα και ολόβαθα και ολόψυχα,
Αμάντευτα , άπιαστα, τα γύρω και τ' απανω,
Από της σκέψης τις γοργόνες και τις μέδουσες
Κρύφτε με, πάρτε με, να ξανασάνω".

Όμως καθώς είμαστε πολιορκημένοι από τον Σιμούν μέσα στα τσαντίρια μας, δεν μπορούμε να γλιτώσουμε από τις σκέψεις - Μέδουσες. Ίσως και δε θέλουμε να γλιτώσουμε. Άμα δε σκεφτείς μέσα στη φυλακή σου, που είναι στενή όσο μια κουβέρτα, τι θα κάνεις.
Κι αυτή η πορεία της σκέψης ανάμεσα από τα περασμένα, τα τωρινά και τα μελλούμενα, δίχως να το θες, σε ωριμάζει. Βγαίνεις άλλος άνθρωπος από τη φυλακή αναμφισβήτητα.
Σκέφτεσαι και δεν μπορεί να το χωρέσει το μυαλό σου, πώς είναι δυνατόν να βρεθούνε οκτώ χιλιάδες  άνθρωποι στην Αφρική, στα καλά καθούμενα.
Πώς είναι δυνατόν, Έλληνες να παραδώσουνε οκτώ χιλιάδες ανθρώπους, ταλιαπωρημένους από τη Γερμανική πείνα και το θάνατο, ομήρους σε ....ξένους. Γιατί οι Εγγλέζοι ξένοι είναι. Σήμερα είναι σύμμαχοι, αύριο θα είναι εχθροί.
Το ίδιο και οι Ιταλοί. Σήμερα εχθροί, αύριο θα' ναι φίλοι. Και οι Γάλλοι και οι Γερμανοί και όσοι κόβονται για τις... ελευθερίες των ανθρώπων. Η ελευθερία είναι η κουρελιασμένη σημαία των εμπόρων.
Δεν υπάρχει ελευθερία σε καμιά γωνιά της γης. Ίσως να υπάρχει μόνο στη σκέψη μας, αν και γι' αυτό υπάρχουνε μεγάλες αμφιβολίες.
Γιατί για μια στιγμή καθώς θα θελήσεις να προχωρήσει πιο πολύ η σκέψη σου, θα υψωθεί ο εαυτός σου, σαν δήμιος - γιατί έτσι μεγάλωσε ως τώρα, σαν δήμιος της σκέψης του - και θα της πει: " Φτάνει. Ως εδώ. Μην προχωρείς άλλο. Απαγορεύεται..."
Απαγορεύεται να σκεφτείς αν υπάρχει Θεός. ΥΠΑΡΧΕΙ. Έτσι δε σου είπε ο πατέρας σου, ο δάσκαλός σου, η μάνα σου, κι η εφημερίδα σου;
Κι έχουμε μπροστά μας κάτι ελληνικές εφημερίδες της Αιγύπτου, ταλαίπωρες και σε περιεχόμενο και σε εμφάνιση. Μοιάζουνε με τις πρώτες εφημερίδες που κυκλοφόρησαν στον κόσμο. Είναι απ' αυτές που....δεν βλάπτει να διαβάζουνε οι όμηροι. Λένε, λόγου χάρη, πως υπάρχει Θεός και ελευθερία. Τις παίρνουμε για...σατυρικά φύλλα και τις διαβάζουμε. Μήπως έχουμε και τίποτ' άλλο να διαβάσουμε;
Τα ερωτικά γράμματα που έχω στην τσέπη μου κοντεύω να τα μάθω απέξω και τ' αηδιάζω. Μιλάνε για μεγάλη αγάπη. Τρίχες...
( Ωραία αυτή η λαϊκή λέξη. Τρίχες...Λέει πολλά).
Με συνεπήραν τόσο πολύ τα γεγονότα της ομηρίας που δεν είχα σκεφτεί καθόλου το Θέατρο, το επάγγελμά μου, τους συναδέλφους μου, τους μεγάλους συγγραφείς, τους κριτικούς, τις πρεμιέρες...
Τρίχες...
Λίγες βδομάδες πριν με στείλουν εδώ κάτω, έπαιζα σε δυο θιάσους συγχρόνως. Στους "Ενωμένους Καλλιτέχνες" και στο " Θέατρο Τέχνης".
Τρίχες.
Το τι λέγανε και το τι κάνανε εν ονόματιτης Τέχνης δεν περιγράφεται.
Για να φανταστείτε...
- " Στοπ..."
Ο δήμιος εαυτός μου φώναξε.
" Τι θες τώρα εσύ ν' ανακατωθείς σε ...καλλιτεχνικούς καβγάδες. Απαγορεύεται. Εσύ θα φτιάξεις το Θέατρο;
- Στοπ λοιπόν, κυρία...ελεύθερη σκέψη μου. Ας γαληνέψουμε, ας γυρίσουμε πάλι στη θάλασσα.

" Κοντά στ' ακρογιάλι,
στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και
την ήρεμη,
στη θάλασσα εκεί, την πλατειά,
τη μεγάλη...."

Ας σκίσει η φαντασία μας τα τσαντίρια του κλουβιού μας ας φτάσει πέρα ως τον Κορινθιακό, να χαρεί το φεγγάρι που σκορπάει ασημένιους δρόμους πάνω στη γαληνεμένη θάλασσα.
Ίσως μόνον αυτή μπορεί να παινευτεί πως είναι ελεύθερη πάνω στον πλανήτη μας

Μίμης Φωτόπουλος  Όμηρος των Εγγλέζων Ελ Ντάμπα. Χρονικό, Σύγχρονη Εποχή , Αθήνα 1980

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2019

Το αντιφασιστικό συλλαλητήριο της 28ης Οκτωβρίου 1942

Βάλιας Σεμερτζίδης , Διαδήλωση

Μάχεται η Αθήνα.
Το πρώτο απίστευτο συλλαλητήριο που είδε ο καταχτητής κι' απόρησε ήταν το αντιφασιστικό της 28 Οκτωβρίου 1942. Πλημμύρισαν οι δρόμοι από λαό τρελλό. Η πρώτη μάχη της Αθήνας. Άντρες, γυναίκες, κορίτσια, παιδιά, εργάτες, υπάλληλοι, μαθητές και μαθήτριες ξεκίνησαν απ' τα διάφορα σημεία που είχαν οριστή. Φάλαγγες απ' την πλατεία Κλαυθμώνος, απ' την πλατεία Κάνιγγος, από το Κολωνάκι, από τον Ξυλοθραύστη, απ' την Χρυσοσπηλιώτισσα, απ' τον Άγιο Κωνσταντίνο. Τόπος της γενικής συγκέντρωσης  είχε οριστή ο Άγνωστος Στρατιώτης. Αναταράχτηκε στα συθεμελά της η Αθήνα.
- Ζήτω η Λευτεριά!
- Κάτω ο φασισμός!
- ΕΑΜ - ΕΑΜ.
Για πρώτη φορά ακούστηκε τότε στα φανερά η λέξη τούτη, που έγινε αργότερα η λύσσα και ο φόβος του καταχτητή. Κύματα λαού τραβούσαν προς τον Άγνωστο. Εδώ οι μαχητικές ομάδες. Εκεί οι σύνδεσμοι. Εδώ οι υπεύθυνοι. Οι αρχηγοί στις θέσεις τους. Οι ομιλητές ωρισμένοι κι' έτοιμοι. Όλα καταστρωμένα με ακρίβεια σε σχέδιο μαχητικό, στην πρώτη τούτη εξόρμηση, που έβγαλε στους δρόμους απάνω από εκατό χιλιάδες πλήθος. Μιλάνε οι ομιλητές. Φωνάζουνε τα πλήθη:
- Λευτεριά! Λευτεριά!
- Κάτω ο φασισμός!
- Ζήτω το ΕΑΜ.
Και πέφτουν απάνω στα πλήθη οι Γερμανοί. Πέφτουν οι Ιταλοί. Πέφτουν οι χωροφύλακες. Σκίζουν τους δρόμους τα μηχανοκίνητα, το ιππικό, η καραμπινερία, οι μοτοσυκλέττες. Κι' ο κόσμος ανοίγει και μαζεύεται. Σκορπίζει και ξανασμίγει. Σωριάζονται νεκροί. Πέφτουν τραυματίες. Αρπάζουν στους ώμους τους νεκρούς, παίρνουν τους τραυματίες για τα σπίτια που έχουν οριστεί κι' οργανωθεί για πρόχειρα νοσοκομεία. Και ο λαός, εκεί! Χτυπάνε, κυνηγάνε, ντουφεκάνε κι' απλώνεται η διαδήλωση κομματιαστά σ' όλο το κέντρο. Κάνουν εξόρμηση, σπάνε τις ζώνες. Υποχωρούν, μαζεύονται. Τραβάνε δρόμο - δρόμο, στενό - στενό, μαζεύεται θάλασσα ο λαός στο Κολωνάκι και στεφανώνει την προτομή του Ξάνθου. Στην πλατεία της Μητρόπολης, μαθήτριες με τις δασκάλες. Στριμώχνονται και κυκλώνονται απ' τους Ιταλούς. Γονατίζουν και ψάλλουν τον Εθνικό μας Ύμνο. Κι' οι Ιταλοί κυττάν με δέος. Οι Γερμανοί τα χάνουν
Νίκη! Η πρώτη νίκη της Αθήνας...

Δημήτρη Ψαθά, Αντίσταση,  Εικονογράφηση Φωκ. Δημητριάδη, Έκδοση ΜΑΡΗ, Αθήνα 1976

Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2019

Το έπος του 1940 στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη




« Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει , να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί από Χειμάρρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σχεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.
Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε με στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.
Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδιοι τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία – μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε  δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το’ χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως….» [1]


Η 28η Οκτωβρίου 1940 υπήρξε ένα γεγονός καθοριστικό για την ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη. Ο ίδιος κατατάχθηκε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου Α΄ Σώματος Στρατού. Λίγους μήνες αργότερα , στις 13 Φεβρουαρίου 1941,τον μετέθεσαν στην πρώτη γραμμή .

« Η Αλβανία για τη σωματική μου υπόσταση ήταν μια περιπέτεια αβάσταχτη. Για την ψυχική μου όμως ιστορία είναι μια βαθιά τομή. Λίγοι ξέρουν ότι το κύριο βάρος του πολέμου το σήκωσαν οι ανθυπολοχαγοί και συμβολικά αυτό θέλησα να δείξω, ηρωοποιώντας έναν από αυτούς με το « Άσμα» που έγραψα. Από το άλλο μέρος ο πόλεμος έγινε η αιτία να συνειδητοποιήσω τι είναι ο αγώνας. Ομαδικός πλέον και όχι προσωπικός. Κατάλαβα τι σημαίνει να μάχεσαι ενταγμένος σε μια ομάδα που έχει ορισμένα ιδανικά και μάχεσαι και συ γι’ αυτό» [2]

« Γι’ αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν...

***
Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή
Λιώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης
Ο Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο

Κάθε βροντή ένας θάνατος καβάλα στον αέρα
Κάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
Στο θάνατο – κι η μοίρα ό,τι θέλει ας πει.

Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κι ήβρε το θάρρος
Καταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μέσ’ στον ήλιο
Κιάλια, τηλέμετρα, όλμοι, κέρωσαν!

Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!
Το κράτος κύλησε από την αριστερή μέρια…

Στο χώμα μόνο μια στιγμή ταράχτηκαν οι ρίζες
Ύστερα σκόρπισε ο καπνός κι η μέρα πήε δειλά
Να ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια

Μα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη oχιά
Μόλις σταμάτησε για λίγο μέσ’ στα δόντια ο θάνατος –
Κι ύστερα χύθηκε μεμιάς ως τα χλωμά του νύχια!

***
Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη
Μ’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
Μ’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί
Μοιάζει μπαξές που του ‘ φυγαν άξαφνα τα πουλιά
Μοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά
Μοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
Μόλις είπανε «γεια παιδιά» τα ματοτσίνορα
Κι η απορία μαρμάρωσε…

Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Αιώνες μαύροι γύρω του
Αλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
Κι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
Ακούν με προσοχή`
Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε,
Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή…

***

Έτσι καθώς τινάζεται μέσ’ στη βροχή το δέντρο
Και το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
Κι ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
Και τα δυό μάτια πάνε να δακρύσουν –
Γιατί, ρωτάει ο αιτός, πού’ ναι το παλληκάρι;
Κι όλα τ’ αιτόπουλ’ απορούν πού’ ναι το παλληκάρι!
Γιατί, ρωτάει στενάζοντας η μάνα, πού’ ναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν πού να’ ναι το παιδί!
Γιατί, ρωτάει ο σύντροφος, πού να ‘ ναι ο αδερφός μου;
Κι όλοι οι σύντροφοι απορούν πού να’ ναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός
Πιάνουν το χέρι και παγώνει
Παν να δαγκάσουνε ψωμί κι εκείνο στάζει από αίμα
Κοιτούν μακριά τον ουρανό κι εκείνος μελανιάζει
Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος
Γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί
Γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!

***

Ήταν γενναίο παιδί `
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
Με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
Και με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
( Φτάσανε τόσο εύκολα μέσ’ στο μυαλό 
Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)
Με τους στρατιώτες του ζερβά – δεξιά
Και την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
- Φωτιά στην άνομη φωτιά! –
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια 
Τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λυώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Και το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
Και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν
Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί!

***

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος…

Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος
Τόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του
Φαίνεται μέσ’ στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός
Και στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων…
Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο από το αίμα
Στους όχτους του μονοπατιού συνάζονται τα ζώα
Γρυλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούν
Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
Γίγας που κανακεύει τα παιδιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο λένε: το Πάσχα τ’ ουρανού!

***

Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μέσ’ στη ζωή

Λένε γι’ αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει 
Για τον βαθύ καημό του Έρωτα της ζωής

Λένε για το ζεστό κι αχάιδευτο κεφάλι του
Για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
Τόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!» [3]

Στις 26 Φεβρουαρίου 1941 ο Οδυσσέας Ελύτης προσβλήθηκε από κοιλιακό τύφο και μεταφέρθηκε σε πολύ άσχημη κατάσταση στο Νοσοκομείο των Ιωαννίνων. « Ο Ελύτης είναι ένας διασωθείς της ασθένειας του πολέμου και της ασθένειας λόγω πολέμου…» [4]

Καταθέτει ο ποιητής σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Πανσπουδαστική» τον Οκτώβριο του 1962 γι’ αυτήν την περιπέτεια που σημάδεψε το κατοπινό του έργο και τον ώθησε να δει διαφορετικά τη σχέση ανάμεσα στην ποίηση , τον ποιητή και την κοινωνία.

« Τι να έκανα εγώ, ένα χαλασμένο παιδί της Αθήνας. Με κόπο, κόπο ανυπολόγιστο, κατάφερα να είμαι απλώς συνεπής προς την αποστολή μου. Αλλά είδα στα πρόσωπα των στρατιωτών μου τη λάμψη που είναι ικανός ο ελληνισμός ν’ αναδώσει όταν πιστεύει στο δίκιο του. Και γνώρισα από κοντά την αψηφισιά του θανάτου, την ακατάβλητη θέληση της ζωής που έγινε τελικά και δική μου. Στο μέτωπο, αρρώστησα από βαρύτατο τύφο. Τα νερά που πίναμε όπου βρίσκαμε , ανάμεσα στα πτώματα των μουλαριών, ήτανε μολυσμένα. Χωρίς να γνωρίζω τι έχω, χρειάστηκε να κάνω τρία μερόνυχτα με τα πόδια και με ζώο για να βρεθώ σε βατό δρόμο και να διακομισθώ στο Νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Έμεινα εκεί σαράντα μέρες με σαράντα πυρετό, ακίνητος, με πάγο στην κοιλιά. Με είχανε αποφασίσει, αλλά εγώ δεν είχα αποφασίσει τον εαυτό μου. Θυμάμαι ότι αρνήθηκα να με μεταφέρουν στον μικρό θάλαμο των ετοιμοθανάτων, όπως κάποιο άλλο βράδυ αρνήθηκα να κοινωνήσω και να εξομολογηθώ στον παπά που μου φέρανε, όταν η κρίση της αρρώστειας έφτασε στο κατακόρυφο. Μόλις αρχίσανε οι βομβαρδισμοί, ανοίγανε το διπλανό μου παράθυρο – μην σπάσουν τα τζάμια και τιναχτούν απάνω μου – και φεύγανε όλοι στα καταφύγια. Έτσι πέρασα όλες τις τρομερές μέρες της Γερμανικής επιθέσεως. Κατάμονος σ’ έναν έρημο θάλαμο, και γεμάτος πληγές από την απόλυτη ακινησία. Και την ημέρα που κρίθηκε ότι είχα γλυτώσει και άρχισε να υποχωρεί ο πυρετός, ήρθε η διαταγή να εκκενωθεί το Νοσοκομείο. Με βάλανε όπως όπως σ’ ένα φορείο, που το χώσανε σ’ ένα φορτηγό αυτοκίνητο. Η φάλαγγα από τα Γιάννενα ως το Αγρίνιο πολυβολήθηκε οκτώ φορές από τα « στούκας». Οι φαντάροι τρέχανε στα χωράφια, όμως εγώ ήταν αδύνατο να σταθώ όρθιος έστω και για μια στιγμή. Τελικά, στο Αγρίνιο, με παρατήσανε σ’ ένα πεζούλι και φύγανε. Μια καλή κοπέλλα, εθελοντής νοσοκόμος με άλλη αποστολή, με βοήθησε και μ’ έσυρε ως το υπόγειο μιας καπναποθήκης, όπου σωριάστηκα κ’ έμεινα τρεις μέρες. Αλλά τα υπόλοιπα δεν έχουν σημασία για τους άλλους. Σημασία έχει ότι « έζησα το θαύμα» και σώθηκα από ένα θαύμα…» [5]

αλλά και τι τον συγκίνησε στο Έπος του Σαράντα

«Πώς να σας το πω: ήταν ό,τι διάβαζα στην πράξη, και μ' ένα σφίξιμο στην καρδιά μην τύχει και δακρύσω, αυτά που με ανία και δυσφορία διάβαζα ώς τότε στα βιβλία και για την ιστορία της χώρας μου. Ηταν μια βίαιη φορά προς τα εμπρός του λαού που είχε κάποτε ηττηθεί, όχι εξ αιτίας του, στη Μικρασία, και που τώρα θα έπαιρνε την εκδίκησή του. Ετσι το έβλεπα εγώ. Σαν άχτι μακροχρόνιο που έβγαινε και ξεθύμαινε. Δεν έπαιζε ρόλο που ο εχθρός ήταν διαφορετικός. Ο εχθρός ήτανε η Τυραννία, ήτανε η μορφή του Άδικου, που την είχαμε υποστεί κάτω από διαφορετικές μορφές επί αιώνες και είχε γίνει μοίρα μας. Αυτή η εξέγερση εναντίον της Μοίρας, χωρίς υπολογισμό, μες στα όλα, αυτή η «όμορφη αφροσύνη», όπως λέω κάπου αλλού, ήτανε που ανέβαζε το γεγονός σε μιαν άλλη σφαίρα, ποιητική. Μέσα μου έγινε μια αναπαρθένευση των τριμμένων εννοιών. Οι λέξεις ξεφουσκώνανε και ξαναγεμίζανε με καθαρή ουσία. Με τη βοήθεια της ουσίας αυτής βρήκα το θάρρος να ξαναπροφέρω λόγια που ώς τότε φοβόμουνα επειδή τα συναντούσα μόνο στα χείλη των κούφιων πολιτικών και των πατριδοκαπήλων.» [6]

Το Μέτωπο του 1940 στην Αλβανία, αλλά και οι κατοπινές εξελίξεις με την Κατοχή, τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο ενέπνευσαν τον Οδυσσέα Ελύτη να συνθέσει τα πολύ γνωστά μας έργα « Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολογαχό της Αλβανίας»  και  « Το Άξιον Εστί». Εμπνεύστηκε όμως  ακόμα και έγραψε την «Αλβανιάδα», την « Καλωσύνη στις Λυκοποριές» και τη «Βαρβαρία».

Η « Αλβανιάδα», έργο ημιτελές. Το πρώτο μέρος  δόθηκε για δημοσίευση από τον ποιητή στην « Πανσπουδαστική» συγχρόνως με τη συνέντευξη που παραχώρησε. 

«… δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Μεταδόθηκε όμως τον Οκτώβριο του 1956 από το Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών, με απαγγελία Θάνου Κωτσόπουλου και Μήτσου Λυγίζου, ραδιοσκηνοθεσία Νίκου Γκάτσου και μουσική Μάνου Χατζιδάκι. Δεν είχε, απ’ όσο ξέρω, καμιάν απήχηση, μολονότι η ραδιοφωνική παρουσίαση βοηθούσε στην ανάδειξη της ιδιότυπης τεχνικής του. Ίσως να έφταιγα εγώ, ίσως το θέμα. Γεγονός είναι ότι μου έλειψε από κει και πέρα η διάθεση να συνεχίσω ένα έργο με τόσο μεγάλες διαστάσεις. Καλά ή κακά δεν είμαι από τους ποιητές που μπορούν να γράφουν ερήμην του κοινού. Μου χρειάζεται ο « αντίκτυπος». Κάτι περισσότερο: μου χρειάζεται αυτό που λέμε « αόρατη παραγγελία»,η συναίσθηση ότι μια ομάδα ανθρώπων , έστω και μικρή, περιμένει κάτι από μένα. Προχώρησα αρκετά στο δεύτερο μέρος, κ’ ύστερα, ξαφνικά, σταμάτησα. Με τράβηξε το «Άξιον Εστί» που είχε αρχίσει να ωριμάζει μέσα μου και που έμελλε να ηχήσει αλλοιώς. Ωστόσο, μια που αυτό το πρώτο μέρος εξακολουθεί, προσωπικά, να με ικανοποιεί απολύτως κ' έχει εξάλλου πάρει κατά κάποιο τρόπο το βάφτισμα της δημοσιότητας, ευχαρίστως σας το παραχωρώ.» [7]

Ένα μικρό απόσπασμα:

« Ένας άγγελος μ’ αμπέχωνο ανοιχτό
Αγουροξυπνημένος γύριζε τ’ αντίσκηνα
Μοιράζοντας «λάμπες θυέλλης».
Η όργητα δάγκωνε τα σίδερα
Στα ρολόγια μέσα τ’ αργοκίνητα
Σφυροκόποι ατσάλωναν ανόμοιες ώρες…» [8]


Η « Καλωσύνη στις Λυκοποριές» , συνθετικό ποίημα, το οποίο ο Ελύτης έγραψε μέσα στη ναζιστική Κατοχή , το 1943. Η λογοκρισία το έκοψε. Το ποίημα δεν συμπεριλαμβάνεται στο συγκεντρωτικό τόμο των Ποιημάτων του Οδυσσέα Ελύτη που εκδόθηκε από τον Ίκαρο το 2002. Όμως το 1975 ο ποιητής συνεργάστηκε με τον χαράκτη Δημήτρη Παπαγεωργίου, στην Ισπανία, ο οποίος το φιλοτέχνησε με χαρακτικά . Το ποίημα κυκλοφόρησε σε δίγλωσση έκδοση.[9]

« Η Καλωσύνη εδώ που βρέθηκε μες στις λυκοποριές
Πρέπει νάχει μπαρούτι στο σελλάχι της
Και να δαγκάνει κάμες.

***
Ακούγεται από την περπατηξιά σου η δόξα
Όπως ακούγεται απ’ το βρόντημα του μπρούντζου ο ήλιος
Μελαψό παλληκάρι
Που ακουμπάς επάνω στην Ελλάδα
Με το κουράγιο που ακουμπάει στη μπόρα το έλατο
Και σου παν οι αιώνες όπως της πάει της αντρειάς
Το λουλούδι στα δόντια και το μπαμ 
Της πιστολιάς

Πέρασαν μες στη μνήμη σου μνήμες ανέμων
Η φωνή σου σκοτείνιασε σαν δρυμός
Είδες κάτω απ’ τα πόδια σου να ξεκοιλιάζουνται άλογα
Δάση να τρων φωτιές ανθρώπους άνθρωπο

Είδες μια πέτρα τρυπημένη από κραυγή θανάτου
Να σηκώνει τη σκιά της τέρας
Μια γυναίκα με ράμφος και φτερά
Να σπαράζει δείχνοντας ψηλά
Το φεγγάρι στο στόμα της φοβέρας

Τίποτα συ! Μες στην καρδιά του χρόνου
Ζώνεσαι γύρω σου το διάστημα
Μέσα στη χώρα που ονειρεύομαι
Λες, η ματιά του αρνιού σκοτώνει τα τσακάλια,
Μέσα στη χώρα τώρα που ονειρεύεσαι
Μελαψό παλληκάρι

Λέω: Η ελπίδα τόφτασε το μπόι της κορασιάς
Είν’ έτοιμη η καρδιά του αντρός να μαχαιρώσει ατσάλι

Κύττα: σελλώνει ο άνεμος τα όνειρα
Σπίθες πετούν τα πέταλα στο πυρρό νέφος
Η μέρα όπου και νάναι με λούλουδα μηλιάς
Θα βγει να σεργιανίσει πάλι στο αρχιπέλαγος!

***
Τριώνι της θαλλασινής νυχτιάς` Αλετροπόδι
Που σα νεύεις με χρυσούς σταυρούς
Τα πεισματάρικα παιδιά της χίμαιρας`
Και συ εκστατικό μου Ελίκι
Στην ασημένια ζώνη της ματιάς μου
Απόψε
Αγρυπνήσετε
Κι όταν φυσήξει απ’ τα βουνά της ερημιάς η γιαμπολη
Σταλάζοντας πικρά στην υπνωμένη γης
Ακουρμαστείτε τη φωνή του λύκου

Ακουρμαστείτε τη φωνή του λύκου
Σε βάτους που έφτυσαν φωτιά και τώρα κρυώνουν
Σε δέντρα που ματώσαν, σ’ ερημοκκλησιές που ράισαν
Σ’ αγκάθια που φαρμακώσαν ένα φεγγάρι
Ακουρμαστείτε τη φωνή του λύκου
Στις σπαραγμένες σάρκες του γκρεμού
Στα ρίγη που κρυστάλλωσαν τις αγωνίες του λόγγου
Για μια στερνή φορά
Φωνάζω
Ακουρμαστείτε τη φωνή του λύκου

Άστρα, ο χρησμός σας δε θα πάει χαμένος

Παιδιά, ο χαμός, ο χαλασμός, η πείνα
Κι η ανάγκη τρεμοσβυούν στο ψυχορράγημα
Ορθώσετε τ’ αρματωμένα χέρια
Ξετελέψετε
Θάλασσα, χίμαιρα, έκσταση
Ετοιμάσετε τη χώρα σας
Του χάρου τη φωνή δε θα την ανεχτούμε

Η μέρα είναι κοντά που θα ψοφήσει ο λύκος
Που η απονιά θα φάει τις σάρκες της
Που θα βουτήξει σε μια δόξα μύρου το βουνό
Και που η ψυχή θ’ ανάψει από τις μυστικές φλογίτσες σας
Όπως και πριν Τριώδι, Αλετροπόδι, Ελίκι!» [10]


Η « Βαρβαρία» δεν ολοκληρώθηκε


Το 1977 το Εθνικό Θέατρο συμμετέχοντας στον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου 1940 παρουσίασε μια παράσταση με « ήθος σύγχρονης  τραγωδίας με το ύφος αρχαίας τραγωδίας» [11], η οποία στηρίχτηκε σε αποσπάσματα από διάφορα ποιήματα που εμπνεύστηκε ο Οδυσσέας Ελύτης κυρίως από τον πόλεμο της Αλβανίας. Η επιλογή των αποσπασμάτων έγινε από τους « Προσανατολισμούς», « Το Άξιον Εστί», « Αλβανιάδα» και « Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας».

« Μέσα από το «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» και το «Άξιον Εστί» ξετυλίγεται όλο το μέγα θάμα, το ελληνικό κι ανθρώπινο μαζί, της « Αλβανιάδας». Και μνήμη ζωντανή απλώνεται σε μια παναρμόνια τοιχογραφία, πραγματική και υπερούσια μαζί. Τα πεζά κείμενα ιστορούν την αληθινή περιπέτεια του πολέμου. Και η ποιητική έξαρση εικονίζει την υπερπραγματιστική εξακόντιση της ψυχής του μαχητή ποιητή. Κανένας ψευτοηρωισμός  δεν χωρεί εδώ. Το μέγεθος του αληθινού ηρωισμού αναδύεται από το μέγεθος της θυσίας. Και το θάμα βλασταίνει από τις βαθιές ριζωμένες στην Ελληνίδα φύση ρίζες του ανθρώπου, που εξυψώνεται ως την ισοθέωση της ελευθερίας με την αξία και τος κάλλος της» [12]

Εδώ το ηχητικό της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου και εδώ οι συντελεστές της παράστασης
Πηγές:
[1] Απόσπασμα από το Ανάγνωσμα Πρώτο . Οδυσσέα Ελύτη, Το Άξιον Εστί, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, Αθήνα 1977, 9η έκδοση
[2] Από το άρθρο του Χρήστου Σιάφκου, Το φως, η αρχή και το τέλος. Δημοσιευμένο στην έκδοση της Ελευθεροτυπίας Οδυσσέας Ελύτης ( 1911 – 1996) και στη σειρά «λέσχη  αθανάτων».
[3] Αποσπάσματα από το έργο: Οδυσσέα Ελύτη, Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, Αθήνα 1981, 6η έκδοση
[4, 8 ] Από το άρθρο του Βασίλη Κ. Καλαμαρά, Η διαρκής λυρική επαναμάγευση. Δημοσιευμένο στην έκδοση της Ελευθεροτυπίας Οδυσσέας Ελύτης ( 1911 – 1996) και στη σειρά «λέσχη  αθανάτων».
[5, 6,7 ] Από το άρθρο του Δημήτρη Γκιώνη «Έζησα το θαύμα της Αλβανίας». Ο Οδυσσέας Ελύτης, η ημιτελής «Αλβανιάδα» και η συμμετοχή του στον αγώνα. Δημοσιευμένο στην «Ελευθεροτυπία» το Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011.
[9] Οι πληροφορίες για το έργο Η καλωσύνη στις Λυκοποριές από εδώ
[10]  Τα αποσπάσματα από το έργο Η καλωσύνη στις Λυκοποριές εδώ
[11, 12] Από την κριτική του Μπάμπη Κλάρα στην εφημερίδα « Η Βραδυνή» δημοσιευμένο στις 30/10/1977. Αρχείο Εθνικού Θεάτρου.



Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2019

Τα ματωμένα χιόνια

...Ενώ στο μέτωπο της VIII Μεραρχίας δινόταν η μάχη του Καλπακιού και του Καλαμά, η Πίνδος γινόταν σκηνή απέραντη και σκυθρωπή ενός άλλου δράματος, με κρίσιμη σημασία.
Σύμπλεγμα πολυδαίδαλο, τραχύ, από στεγνό βράχο και δασωμένες ρεματιές, πριονωτές ράχες, κυματερά κορφοβούνια και βαθύσκιωτα ρουμάνια, πλαγιές πηγμένες στο έλατο, την οξυά, η Πίνδος έχει πρόσωπο λεβέντικο με πάνω του τη σφραγίδα του μυθικού και του αιώνιου.
Είναι ένα συγκρότημα από βουνά, που ριζώνει κατάσαρκα στον ελληνικό κορμό και κλαδώνεται από τα βορειοδυτικά στα νοτιοανατολικά, κάπου εκατόν πενήντα χιλιόμετρα μάκρος. Χταπόδι τεράστιο, κουβάρι από μυώνες, πλοκάμια καβαλικευτά, μπερδεμένα, πλάθει τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής χερσονήσου. Για να κατέβεις βιαστής από τον βορρά, να χτυπήσεις τις πύλες της χώρας, πρέπει τον κόμπο τούτο να τον λύσεις. Δύσκολο πολύ. Κοιτάς τα καταράχια όπου κατρακυλάει το μαύρο έλατο, τις λαγκαδιές που βουίζουν μυστικά μέσα στην άχνα της απεραντοσύνης, και το μάτι σου θολώνει. Τα χωριά σωπαίνουν κουρνιασμένα στις βουνοπλαγιές, σαν όρνια. Ψηλά στα ουρανοθέμελα πυργώνονται απανωτά, άσωστες οι βουνοκορφές. Στις χαρακιές τους ασημίζει σαν κρεμασμένο τέλι η νεροσυρμή, γκρεμίζεται σε σκοτεινά φαράγγια. Σαν έρθει το πρώτο χιόνι, όλος αυτός ο γιγάντιος κόσμος παραχώνεται, γίνεται απέραντος άσπρος τάφος, όλο μυστήριο και σιωπή. Τότε, μήτε η αρκούδα, το αγριογούρουνο ή ο λύκος δεν ξεθαρρεύονται μακριά από τις μονιές τους. Μονάχα ο άνεμος θερίζει δρασκελώντας τα διάσελα, κυρίαρχος σαν Χάρος.
Για να παραβιάσουν την Πίνδο οι Ιταλοί, κι ας μην περίμεναν αποφασισμένη ελληνική αντίσταση, είχαν διαλέξει μια μονάδα τους από τις πιο επίλεκτες: τη Μεραρχία Τζούλια των Αλπίνων. Ήταν ενισχυμένη με ιππικό, Βερσαλλιέρους, σχηματισμούς μελανοχιτώνων κι Αλβανών. Με διοικητή της τον στρατηγό Μάριο Τζιρότι, η Τζούλια, επιστρατευμένη από καιρό, είχε μεταφερθεί στην Αλβανία τον Απρίλη του 1939.Είχε ασκηθεί στον ορεινό πόλεμος, ήταν απόλυτα κατατοπισμένη στη διαμόρφωση και στις συνθήκες του Μετώπου της Πίνδου, ανάλογα συγκροτημένη, λαμπρά εφοδιασμένη.
Η εισβολή της θα γινόταν με πέντε φάλαγγες, πέντε βέλη καλά ζυγιασμένα, έτσι που να χτυπήσουν κατάκαρδα την Ελλάδα: Τη Φάλαγγα Τολμέτσο στο αριστερό της μεραρχίας, στη σειρά ύστερα την Τζεμόνα, την Τσιβιντάλε, τη Βιτσέντσα και τέλος της Ακουίλα στο δεξί.. Ένα άλλο τμήμα της Τζούλια, μοιρασμένο σε τέσσερις ακόμα μικρές φάλαγγες, θα τόξευε στη βόρεια άκρη του τον ελληνικό υποτομέα, ανάμεσα στα υψώματα Κιάφα και Καταφύκι.
Αποστολή της Τζούλια ήτανε να εισχωρήσει ταχύτατα στα ορεινά περάσματα της Πίνδου, να κατέβει στο Μέτσοβο, να τσακίσει στα δύο τη ραχοκοκαλιά του Ελληνικού Μετώπου και ν' αποκόψει τις δυνάμεις της Ηπείρου από της Δυτικής Μακεδονίας.
Απέναντι στον επίφοβο αυτόν εχθρό, η ελληνική άμυνα είχε ν' αντιτάξει ένα σχηματισμό ισχνό: το Απόσπασμα Πίνδου. Διοικητής του ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης. Δύο χιλιάδες άντρες από εδώ, δεκαπέντε χιλιάδες από εκεί. Το Απόσπασμα Πίνδου είχε να καλύψει ένα μέτωπο από τριάντα πέντε χιλιόμετρα φάρδος σ' ευθεία γραμμή. Η άγρια ορεινή διαμόρφωση του εδάφους, αν ευνοούσε την ελληνική άμυνα, πολλαπλασίαζε όμως και το μάκρος του μετώπου που είχε να καλύψει.
Η αμυντική οργάνωση της περιοχής ήταν εντελώς πρόχειρη, καμωμένη βιαστικά μέσα στους τελευταίους μήνες, από τότε που ανέλαβε τη διοίκησή του ο Δαβάκης. Χωρίς πιστώσεις αρκετές στη διάθεσή του, αναγκάστηκε - καθώς στο μέτωπο της VIII ο Μαυρογιάννης - να ζητήσει την εθελοντική εργασία των χωρικών, για να γίνουν κάποια στοιχειώδη οχυρωματικά έργα. Αλλά κι ο οπλισμός, ο ιματισμός, τα πυρομαχικά του αποσπάσματος ήταν ελάχιστα. Διέθετε δύο εν όλω όλμους· τηλεφωνική γραμμή που να συνδέει τα τμήματα μεταξύ τους δεν υπήρχε άλλη από τη μία και μόνη πολιτική γραμμή από Εφταχώρι σε Κόνιτσα, με τις δευτερεύουσες μικροδιακλαδώσεις  της· οι περισσότεροι αξιωματικοί ήταν έφεδροι δίχως πείρα. Στο κατώφλι του χειμώνα, που εκεί απάνω είναι από την πρώτη στιγμή απάνθρωπος, με τέτοια δυσαναλογία σ' αριθμό, μέσα, με το βάρος της τεράστιας ευθύνης απέναντι στο σύνολο του μετώπου και στη χώρα, την ανεπιστράτευτη ακόμα, που περίμενε πίσω ακάλυπτη, ο αγώνας που είχε ν' αντιμετωπίσει το Απόσπασμα Πίνδου έπαιρνε τη μορφή αποστολής απελπισμένης.
Η 28η Οκτωβρίου ανέτειλε εκεί απάνω με καιρό κρύο, βροχερό. Στα δύο συντάγματα, 8ο και 9ο, που αποτελούσαν τη Μεραρχία Τζούλια, είχε δοθεί από τον στρατηγό Τζιρότι διαταγή που έλεγε:

" Η πρόθεσις μου είναι να επιτευχθή η προχώρησις μέχρι των θέσεων εις α ευρίσκονται οι εχθρικοί καταυλισμοί, χωρίς να δυνηθώσι τα εχθρικά στοιχεία, τα εγκατεστημένα δια την φρούρησιν των συνόρων, να σημάνωσι συναγερμόν. Όθεν επιβάλλεται όπως η πρώτη ενέργεια δια την δημιουργίαν των ρηγμάτων μελετηθή εκ των προτέρων και οργανωθή μέχρι των ελαχίστων λεπτομερειών.
Ιδιαιτέρως επιβάλλει να καθορισθώσι: Στοιχεία εντεταλμένα την εξουδετέρωσιν των σκοπών. Στοιχεία εντεταλμένα την αποκοπήν των τηλεφωνικών γραμμών.Στοιχεία εντεταλμένα την κατάληψιν των ελληνικών φυλακίων και την σύλληψιν των φρουρών των. Τα διάφορα στοιχεία δέον να εκλεγώσι μεταξύ των ικανωτέρων ανδρών δι' εκάστην αποστολήν. Εν συνόψει, η δράσις εις εκάστην των διεξόδων δέον να διεξαχθή δι' ολίγων δυνάμεων και μετά της μεγίστης ταχύτητος. Ουσιώδης συντελεστής ο αιφνιδιασμός".

Η εισβολή είχε αρχίσει, όπως και στο μέτωπο της VIII Μεραρχίας, προτού φέξει, πριν τελειώσει δηλαδή η διορία που όριζε το τελεσίγραφο. Αν, κατά μέσον όρο, οι ιταλικές φάλαγγες είχαν παραβιάσει τη μεθόριο στις πέντε η ώρα, σε κάποια φυλάκια της Πίνδου οι αιφνιδιασμοί εκδηλώθηκαν πολύ πριν.Το φυλάκιο 22 λόγου χάρη, πάνω από το Ασημοχώρι, χτυπήθηκε γύρω στη μία μετά τα μεσάνυχτα. Οι ακρίτες αυτοί της ελληνικής γης, δεν είχαν προλάβει ακόμα να μάθουν πως αρχίζει πόλεμος, να καταλάβουν τι συμβαίνει. Σημειώνεται εδώ μια αντίφαση που και μόνη της χαρακτηρίζει το ήθος του αντιπάλου. Ενώ η ηγεσία του είχε διακηρύξει πως δεν περίμενε σοβαρή αντίσταση, ενώ μ' αυτήν ακριβώς την πεποίθηση είχε κατηχήσει τα στρατεύματά της, στην πράξη ακολουθούσε μια τακτική, που απέναντι σ' αντίπαλο ανύποπτο δείχνει ψυχολογία δολοφονική.
Άνοιξαν καταπάνω στα φυλάκια φωτιά με πολυβόλα και χειροβομβίδες. Οι φρουρές, ξαφνιασμένες, αμυνόμενες όπως όπως, άρχισαν να συμπτύσσονται προς τη γραμμή αντιστάσεως. Για να κλονίσουν το ηθικό των λιγοστών αυτών ανθρώπων, οι Ιταλοί τους φώναζαν ελληνικά πως τάχα στην Αθήνα έγινε επανάσταση, πως ο Μεταξάς έπεσε, πως η νέα κυβέρνηση συμμάχησε με τον άξονα και να παραδοθούν. Τα καλώδια των τηλεφώνων είχαν φροντίσει να τα κόψουν αποβραδίς κι έτσι οι επικεφαλής των ελληνικών τμημάτων δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τη διοίκησή τους. Ωστόσο, σε πολλά σημεία, η αντίσταση κατόρθωσε ν' αναχαιτίζει  τον εχθρό. Το φυλάκιο 25, στα δεξιά του Γράμμου, αμύνεται ως το μεσημέρι και ύστερα αποσύρεται να πάρει θέση στην κύρια γραμμή αντιστάσεως. Στ' αριστερά του κεντρικού υποτομέως, το εκεί ελληνικό  τμήμα αγωνίζεται στα υψώματα Καρδάρι και Στενό, ώσπου δίχως πυρομαχικά πια μπροστά στον κίνδυνο να κυκλωθεί, αναγκάζεται να συμπτυχθεί στην Πυρσόγιαννη. Στο κέντρο, όπου εκδηλώνεται η κύρια προσπάθεια των Ιταλών, τα ελληνικά τμήματα συμπτύσσονται προς τη Βούρμπιανη, ενώ άλλα υποχωρούν ανατολικότερα, ως το χωριό Θεοτόκος. Στα υψώματα Σταυρός και Κιάφα, ισχυρές ιταλικές δυνάμεις με πυροβολικό και όλμους πιέζουν τον εκεί ελληνικό λόχο, που αγωνίζεται ως τις δύο μετά το μεσημέρι, ύστερα υποχωρεί στην Αετομηλίτσα κι από εκεί στο ύψωμα Πέτρα Μούκα. Εδώ, η κάμψη ήταν επικίνδυνη. Στην Κιάφα όμως η εκεί διμοιρία δεν λυγίζει, μάχεται ως τη νύχτα, και τότε ανεβαίνει να πιάσει την κορυφή του υψώματος, 2.398 μέτρα. Στον αριστερό υποτομές, όπου οι Ιταλοί εκδηλώθηκαν μόλις στις πέντε τ' απόγευμα, οι δύο ελληνικοί λόχοι της Καστάνιανης και της Μόλιστας κρατάνε τις θέσεις τους ως τη νύχτα.

Στον κεντρικό υποτομέα, ωστόσο, η κατάσταση έπαιρνε μορφή πολύ σοβαρή. Η κατάληψη από τους Ιταλούς του Σταυρού τους άνοιγε τον δρόμο προς την Αετομηλίτσα και τη Λυκόρραχη, ενώ απειλούσε με αποκοπή, στ' αριστερά, τους λόχους της Βούρμπιανης και της Πυρσόγιαννης. Ο Δαβάκης αναγκάστηκε να διατάξει σύμπτυξη σε νέα γραμμή. Ο καιρός ήταν άσχημος πολύ. έπεφτε βροχή βαριά· στην κατασκότεινη μέσα νύχτα οι άντρες των ελληνικών τμημάτων, που είχανε πολεμήσει ολημερίς νηστικοί, βάδιζαν τώρα μουσκεμένοι, ξεθεωμένοι. Στο ποτάμι, τον Σαραντάπορο, το παγωμένο νερό τούς ανέβαινε ως τη μέση. Τα βαρυφορτωμένα με πολυβόλα και πυρομαχικά μουλάρια έχαναν πόδι στις κακοτοπιές, στο σκοτάδι, γλίστραγαν και γκρεμίζονταν κάτω σε βαθιές χαράδρες. Ο Δαβάκης, για να τονώσει το ηθικό των βασανισμένων τμημάτων του, σκέφτηκε να στείλει στους διοικητές τους, νύχτα στις εννιά η ώρα, μια διαταγή που έλεγε πως έρχονται τέσσερα τάγματα αύριο να τους ενισχύσουν κι αυτός θα κάνει αντεπίθεση με τις εφεδρείες. Ούτε τάγματα βρίσκονταν πουθενά ούτε εφεδρείες. Απεναντίας, τα μέσα διαβιβάσεων δεν λειτουργούσαν καλά, πληροφορίες σωστές για τα τμήματα που πολεμούσαν ο Δαβάκης δεν μπορούσε να έχει, με το τμήμα της Αετομηλίτσας κάθε επικοινωνία είχε κιόλας κοπεί, τα πυρομαχικά είχαν τελειώσει. Αναγκάστηκε ο Δαβάκης να μαζέψει όσα βρίσκονταν στους ημιονηγούς, στους μαγείρους και στους γραφείς και τα έστειλε στους λόχους της Πυρσόγιαννης και της Αετομηλίτσας. Ζήτησε κι από τους χωριάτες της Πίνδου να φέρουν τα ζώα τους, για να κουβαλάνε τρόφιμα και πολεμοφόδια στον στρατό.
Τα έφεραν. Ύστερα έπιασαν μόνοι τους, γέροι, γριές, κορίτσια, γυναίκες, παιδιά, να ζαλώνονται τα πολεμοφόδια, όπως σε λίγο θα ζαλωθούν και τους τραυματίες, να σκαρφαλώνουν άκρη άκρη σε γκρεμούς, κάτω από τη βροχή, μέσα στο σκοτάδι.Έτσι θα χαραχτούν στη μνήμη του έθνους, στο θρύλο, θα γίνουν όραμα συμβολικό, λιτανεία που πάει να καταθέσει το βαρύ τάξιμο στο θυσιαστήριο της λευτεριάς....(απόσπασμα)



Άγγελος Τερζάκης, Ελληνική εποποιΐα 1940-1941,Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2002, 4η έκδοση
Ο Άγγελος Τερζάκης από το 1940 και ως τη λήξη του πολέμου υπηρέτησε στο Αλβανικό Μέτωπο.
Έγραψε το βιβλίο αυτό είκοσι χρόνια μετά και σε αυτό εξιστορεί προσωπικές εμπειρίες και συναισθηματικές αντιδράσεις.

" Το βιβλίο αυτό εδώ προβάλλει αξιώσεις στην αυστηρότερη ιστορική αλήθεια όχι όμως και στην ιστορική πληρότητα. Δεν είναι σύνθεση επιστημονική. Γραμμένο εξάλλου από άνθρωπο που είχε την τύχη ν' αναπνεύσει τον τραγικό αέρα του μετώπου, αποκρούει με περιφρόνηση κάθε βέβηλη φαντασία, κάθε αδιάκριτη ανάμειξη του μυθιστορηματικού. Η εκστρατεία του 1940 - 41 είναι από μόνη της πολύ πλούσια σε περιεχόμενο για να χρειάζεται τη συμπλήρωση της σκηνοθεσίας.
Ωστόσο, αυτή η εκστρατεία, που όλη τη λένε " το Έπος", έχει τούτο το παράδοξο: πως είναι ένα έπος άγνωστο· Θέλω να πω άγνωστο στις ζεστές του πτυχές, στην ανθρώπινη ουσία του. Φαινόμενο ψυχολογικό και ιστορικό απροσδόκητο, δημιούργημα μιας στιγμής ανεπανάληπτης, αδικήθηκε από τα μετέπειτα γεγονότα, την πλησμονή των βιωμάτων: Η Κατοχή, η Αντίσταση, το Κίνημα του Δεκέμβρη, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, το ξύπνημα ενός νέου κόσμου, του κόσμου της πυρηνικής εποχής, ήρθανε να κατακαλύψουν τη στιγμή της Αλβανίας. Το κεφάλαιο τούτο της ελληνικής Ιστορίας, ένα από τα πιο σημαντικά, κλείστηκε, σφραγίστηκε και τοποθετήθηκε στο αρχείο προτού μνημειωθεί.
Όχι πως δεν υπάρχουν ιστορίες του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Υπάρχουν, και αξιόλογες. Αλλά εκείνο που λείπει είναι ένα βιβλίο δίχως αξιώσεις, προσιτό στον μέσο αναγνώστη, τον ανειδίκευτο στα στρατιωτικά, στα διπλωματικά, και που να διαβάζεται άνετα.
Δεν ξέρω αν μπόρεσα να το δώσω. Πρέπει να πω ότι θέλησα να προλάβω προτού αποχωρήσει από τη ζωή η γενιά των μαχητών και χαθεί έτσι ανεπανόρθωτα η άχνα των ανθρώπων που έκαμαν την Ιστορία. Γιατί την Ιστορία την συνθέτουν πάντοτε δύο στοιχεία, που ο χρόνος τ' αποχωρίζει: μια σειρά γεγονότα κι ένα άρωμα εποχής. Το πρώτο, τα γεγονότα, μπορείς να τ' αποκαταστήσεις κι ύστερα από αιώνες. Το δεύτερο όχι· χάνεται, πετάει μαζί με τη στιγμή. Ακόμα κι εκείνοι που το ένιωσαν - όπως και όσο νιώθει κανένας το παρόν - ακόμα κι αυτοί χάνουν την αίσθησή του όταν το πάρει ο άνεμος του Χρόνου.
Δεν ισχυρίζομαι πως μπόρεσα να αιχμαλωτίσω ή ν' ανακαλέσω το άρωμα της μεγάλης για την πατρίδα μας στιγμής που σημειώθηκε ξαφνικά στο φθινόπωρο του 1940. Έκαμα μόνον ό,τι μπορούσα για να μάθουν τα παιδιά των Ελλήνων, οι ερχόμενες γενιές, πως η ελευθερία είναι πάθος ιερό και πως γι' άλλη μια φορά, καταμεσής στον εικοστό αιώνα, έδωσε τη μάχη της σ' αυτό εδώ το χώμα, που μας έχει θρέψει." ( Άγγελος Τερζάκης)






Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2019

Η κληρονομιά της Αλβανίας



Ο πόλεμος της Αλβανίας ήταν ο πρώτος σταθμός της θύελλας και το πρώτο εργαστήριο της μετάλλαξης του έθνους και της κοινωνίας. Ήταν ένας πόλεμος του εικοστού αιώνα, από εκείνους που καμιά πτυχή της κοινωνίας δεν αφήνουν αλώβητη. Γενική επιστράτευση ανθρώπων, οικονομίας, θεσμών και μηχανισμών. Και διάχυτη έντονη συλλογική εμπειρία. Ένα σχολείο καινοτομιών που από μόνο του ανέτρεπε τις προπολεμικές παγιωμένες καταστάσεις και συνήθειες. Μια ανατρεπτική διαδικασία. Και από αυτή την εμπειρία ξεκινά ουσιαστικά η ιστορία μας.
Οι αλλαγές που ο πόλεμος προκάλεσε άρχιζαν από την κορυφή. Η τότε πολιτική και στρατιωτική ηγεσία βρέθηκε στη θέση του συντονιστή μιας γιγαντιαίας προσπάθειας που αφορούσε το σύνολο των πόρων και των δυνάμεων του έθνους. Οι βιομηχανικές μονάδες της χώρας, από τα υφάσματα ως τα μηχανουργεία και από τις μονάδες τροφίμων ως τα είδη εμαγιέ, στρατεύθηκαν για την παραγωγή των ειδών που ο πόλεμος απαιτούσε. Ακόμα και το πιο απλό είδος, τα πέταλα των αλόγων για παράδειγμα, ήταν κρίσιμο στους καιρούς εκείνους και η επάρκειά του, η παραγωγή του απαιτούσε μια κεντρική πρόβλεψη έναν ακριβή σχεδιασμό, μια προσεκτική κατανομή των πρώτων υλών και των καθηκόντων. Η ιδέα του συγκεντρωτικού κράτους και της κεντρικά διευθυνόμενης οικονομίας είχε τονιστεί ιδιαίτερα στην περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά, που ήθελε τον εαυτό του πιστό αντίγραφο των κορπορατιστικών - φασιστικών καθεστώτων. Ο πόλεμος υλοποίησε αυτές τις προσδοκίες με τρόπο φυσικά απρόσμενο και ξένο προς τις καθεστωτικές προθέσεις. Εκείνο όμως που η κοινωνία διδάχθηκε μέσα στις συγκυρίες αυτές ήταν ο συντονισμός και η πειθαρχία σε σχέδια και αποφάσεις που οδηγούσαν από κάπου ψηλά την ενιαία, συλλογική προσπάθεια.
Αυτός ο συντονισμός ξεπερνούσε συχνά τις δυνατότητες και του πιο συγκεντρωτικού κρατικού μηχανισμού. Στην ύπαιθρο, για παράδειγμα, όπου η επίταξη περισσότερων από 200.000 κτηνών και η επιστράτευση των ανδρών έκανε προβληματική τη συνέχιση των αγροτικών παραγωγικών δραστηριοτήτων. Πολλές κοινότητες χρειάστηκε να ανακαλύψουν νέους τρόπους συνεργασίας ανάμεσα στα εναπομείναντα μέλη τους, νέους τρόπους αλληλοϋποστήριξης και καταμερισμού των εργασιών.Η ομαδική εργασία έγινε συχνά κανόνας και η επικοινωνία των ανθρώπων πήρε διαστάσεις που δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί  λίγους μήνες πριν. Και επιπλέον πολλαπλασιάστηκε ο αριθμός των δραστήριων μελών της κοινωνίας και διασπάρθηκαν οι αρμοδιότητες και οι επιδεξιότητες. Οι ηλικιωμένοι, τα παιδιά και οι γυναίκες μοιράστηκαν τις εργασίες που οι επιστρατευμένοι άνδρες άφησαν πίσω τους. Η εμπειρία αυτή μετέβαλε τους αγροτικούς μικρόκοσμους. Εισήγαγε μεγαλύτερα ποσοστά του πληθυσμού στην παραγωγική διαδικασία αλλά και στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Μπορούμε να μιλήσουμε για ενοποίηση των τοπικών αυτών κοινωνιών αλλά και για εκδημοκρατισμό τους. Για διεύρυνση δηλαδή του κάτω τμήματος της τοπικής ιεραρχίας και τη συμμετοχή περιθωριακών ως τότε ομάδων στα κοινά.
Στις πόλεις ακόμα, μέσα από την πρωτόγνωρη αυστηρή πειθάρχηση σε κανόνες πολέμου κοινούς σε όλους τους ανθρώπους, η αίσθηση συμμετοχής σε μια κοινή περιπέτεια, σε κοινούς κινδύνους, σ' έναν αναγκαίο συντονισμό έμαθε τους ανθρώπους να λειτουργούν σαν ομάδες, πέρα από οποιονδήποτε κρατικό καταναγκασμό. Η ώρα της συσκότισης ήταν απ' όλους σεβαστή, ειδικά όταν στον ουρανό ακουγόταν το απειλητικό βουητό των αεροπλάνων. Ο ήχος της σειρήνας ή της καμπάνας έφερνε μαζί του μηνύματα προφανή, που αφορούσαν το σύνολο των ανθρώπων. Η οργάνωση των ατομικών κινήσεων και επιλογών με άξονα γενικότερα ΄δεδομένα έγινε ισχυρή κοινή αντίληψη.
Η διάρθρωση του στρατού συγκροτούσε έναν επιπλέον χώρο ανάδειξης του συλλογικού. Η επιστράτευση γινόταν σε τοπική, γεωγραφική βάση και οι μονάδες που έφθαναν στο μέτωπο ήταν συγκροτημένες συνήθως από ανθρώπους που κατάγονταν από την ίδια περιοχή. Σε πολλές περιπτώσεις, στα συντάγματα ή στα τάγματα, γνωρίζονταν οι φαντάροι αναμεταξύ τους από τον καιρό της ειρήνης κιόλας. Αποτελούσαν ένα τμήμα, ένα απόσπασμα της τοπικής κοινωνίας και η εμβάπτισή τους στη σκληρή, συλλογική πολεμική περιπέτεια έφτιαχνε δεσμούς που είχαν άμεσο αντίκτυπο στις κοινότητες που άφησαν πίσω τους. Στο μέτωπο και στα μετόπισθεν η ελληνική κοινωνίας περνούσε μέσα από διεργασίες ενοποίησης.
Κοινοί κίνδυνοι, κοινή αντιμετώπιση τους, σπάσιμο του καθημερινού, των ασχολιών του καιρού της ειρήνης, έξοδος σε δραστηριότητες καινοφανείς, εμπειρίες στην επιβίωση, στον πόλεμο, στα όπλα. Ένα πολύμορφο εργαστήριο θα τολμούσαμε να πούμε, προπαρασκευαστικό για την πολυκύμαντη συνέχεια. Όλες αυτές οι εμπειρίες μάθαιναν στους ανθρώπους να υποδέχονται το καινούργιο, την αλλαγή, να την εφευρίσκουν όταν αυτό κρινόταν αναγκαίο. Πόσοι προπολεμικοί δεσμοί, ιεραρχίες, ανάγκες, προτεραιότητες δεν έσπασαν μέσα σ' αυτό το ολοένα και πιο επικίνδυνο περιβάλλον. Πολύμορφοι φόβοι, ανησυχίες, ενθουσιασμοί και ελπίδες συνέπαιρναν τους ανθρώπους δίνοντας διαστάσεις  ξένες ως τότε στη ζωή τους. Από τους έξι αυτούς πολεμικούς μήνες της Αλβανίας άρχισε να κτίζεται η διαθεσιμότητα των πολλών για συμμετοχή στο ιστορικό γίγνεσθαι. Στον γύρω τους κόσμο σε τελευταία ανάλυση, που, όμως, ήταν τόσο ενοποιητικά και ριζοσπαστικά ισχυρός. Αν θέλαμε να συνοψίσουμε, θα λέγαμε, χωρίς δισταγμό, ότι το πιο σημαντικό μάθημα αυτού του σχολείου των εμπειριών θα ονομαστεί ο θάνατος, το τέλος του καθημερινού, του προβλέψιμου, του επαναλαμβανόμενου στην κλίμακα της ανθρώπινης ζωής. Γι' αυτό και η μνήμη των παλαιών κυριαρχείται τόσο έντονα από αυτές τις εμπειρίες.
Στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας βάθαιναν αυτές οι διεργασίες. Ο χώρος είχε τον πρώτο λόγο εδώ. Οι λεκάνες, οι στενές κοιλάδες που σχηματίζονται ανάμεσα στους θεόρατους ορεινούς όγκους αποτελούσαν μικρογραφίες κόσμων ολόκληρων και η ανθρώπινη δραστηριότητα και παρουσία τις γέμιζε έντονα, συχνά ασφυκτικά. Ταυτόχρονα, οι κλίσεις του εδάφους έκαναν την κίνηση σύνθετη, γεμάτη μαιάνδρους και πισωγυρίσματα, και μάκραιναν τις αποστάσεις, κάνοντας την αίσθηση της απώλειας και της απομόνωσης ισχυρή. Οι γύρω ορίζοντες στενοί, κυριαρχούσαν από ψηλά στους χώρους και το μάτι μεγέθυνε τις προσιτές εμπειρίες , τα όσα συνέβαιναν στην οθόνη της απέναντι πλαγιάς. Τίποτα πιο πέρα. Οι λόχοι των 150 -200 ανθρώπων και των ανάλογων και απαραίτητων ζώων μπορούσαν στις συνθήκες αυτές να λειτουργήσουν όπως σε άλλες συνθήκες θα λειτουργούσαν συντάγματα, να απλωθούν σε κάθε πτυχή και γωνιά του ορατού περίγυρου και να γεμίσουν τον στενό μικρόκοσμο του κάθε περάσματος, κάθε κοιλάδας, κάθε χωριού. Εκεί που ολόκληρος στρατός πολεμούσε, τα δικαιώματα του στενού ανθρώπινου κύκλου, στα όρια της παρέας, της συντροφιάς, της παλιάς συμμορίας, αναδεικνύονταν με τον πιο ισχυρό τρόπο. Με άλλα λόγια, ο πόλεμος εκεί δεν έγινε ποτέ μια απρόσωπη, αποξενωτική δραστηριότητα.
Τις 
Τις μικρές αυτές ενότητες τις χώριζαν εκτεταμένοι ορεινοί όγκοι όπου δέσποζαν με το ύψος τους αναρίθμητες κορυφές. Για να τις διασχίσει κανείς στον καιρό της ειρήνης έπρεπε να ακολουθήσει τις στενωπούς, τον ρου των ποταμών ή να αναρριχηθεί στα μεταξύ τους διάσελα, σε εντυπωσιακό κι αυτά υψόμετρο. Στον καιρό του πολέμου δεν έφθανε αυτό. Η κίνηση γινόταν αδύνατη χωρίς τον έλεγχο των κορυφών, των πιο ψηλών σημείων. Ελάχιστοι αντίπαλοι, σκαρφαλωμένοι σ' αυτές με κάποιο αυτόματο όπλο, μπορούσαν  να ακινητοποιήσουν πολλαπλάσιους εχθρούς στις κάτω διαβάσεις. Αυτά τα υψόμετρα, αυτές οι κορυφές ήταν στον αλβανικό πόλεμο το μήλον της Έριδος ανάμεσα στους αντιπάλους. Οι αναμεταξύ τους μικρόκοσμοι, τα χωριά, τα περιβόλια τους, οι κοιλάδες και τα διάσελα ήταν τα μικρά, αλλά και τόσο αποφασιστικά έπαθλα της αναμέτρησης αυτής.
Μέσα σ' αυτές τις συνθήκες το "πολλοί" ή το "λίγοι" δεν είχε παρά σχετική σημασία. Οι μικρόκοσμοι των βουνών μπορούσαν να γίνουν επικίνδυνοι όταν ο μεγάλος αριθμός κυριαρχούσε σ' αυτούς. Ο εφοδιασμός δεν μπορούσε να ακολουθήσει αποτελεσματικά μέσα από τις δύσκολες υποχρεωτικές διαδρομές του, ενώ η υπερβολική πυκνότητα των στρατευμάτων αύξανε δυσανάλογα τις απώλειες στις εκτεθειμένες κοιλάδες ή στις στενές κορυφές. Η χρυσή τομή επιβλήθηκε από τα πράγματα. Ο πόλεμος της Αλβανίας ήταν πόλεμος των μικρών μονάδων, των διμοιριών, των λόχων, σπανιότερα των ταγμάτων. Το πυροβολικό σκαρφάλωνε  σε ουλαμούς των δύο πυροβόλων, πολύ σπάνια μια πυροβολαρχία  βρισκόταν συγκεντρωμένη. Σε ελάχιστες περιπτώσεις στις συνθήκες αυτές έγιναν μάχες από εκείνες που τα εγχειρίδια των στρατιωτικών προβλέπουν. Με πυρά φραγμού, με κυλιόμενη βολή που να οδηγεί τις εφόδους των συνταγμάτων. Η χειροβομβίδα και η λόγχη έδιναν τις λύσεις. Και φυσικά οι στρατιώτες μάθαιναν τον πόλεμο στη μικρή διάσταση, την περίπου προσωπική αναμέτρηση.
Μια από τις πλέον κρίσιμες αναμετρήσεις του πολέμου, η αντεπίθεση που οδήγησε στην ανακατάληψη της Γκραμπάλας και στο σταμάτημα της ιταλικής προέλασης  προς τα Ιωάννινα, ήταν υπόθεση ενός ενισχυμένου λόχου με μία διμοιρία πολυβόλων για υποστήριξη. Υπόθεση 250 ως 300 ανθρώπων δηλαδή. Στην άλλη μεριά των οροσειρών, στην περιοχή της Φούρκας, η πεισματική σύγκρουση της κορυφής Τσούκας ήταν υπόθεση δύο λόχων, ενός ελληνικού και ενός ιταλικού. Πολλούς μήνες αργότερα, τον Μάρτιο του 1941, όταν οι δυνάμεις των αντιπάλων στο αλβανικό μέτωπο έφθαναν πλέον τους εκατοντάδες χιλιάδες πολεμιστές, η έκβαση των συγκρούσεων παρέμενε ακόμα υπόθεση μικρών σχηματισμών. Στην εαρινή επίθεση των Ιταλών, στον πιο κρίσιμο τομέα, στα υψώματα 731 και 717, η έκβαση των είκοσι περίπου επιθέσεων και αντεπιθέσεων  κρίθηκε από αναμετρήσεις λόχων και ουλαμών, χωρίς ποτέ η συνολική δύναμη των εμπλεκομένων να υπερβαίνει τα δύο τάγματα την ημέρα. Σ' αυτόν τον πόλεμο ο πολλαπλασιασμός των μαχόμενων σήμαινε τον πολλαπλασιασμό των μικρών αναμετρήσεων, ακριβώς όπως η μορφολογία της περιοχής κατακερμάτιζε το χώρο σε πλήθος μικρές ενότητες. Σ' αυτές, το κάθε τάγμα, λόχος ή διμοιρία μπορούσαν να δώσουν τη δική τους αυτόνομη μάχη.
Για τη δύσκολη περίοδο που θα ακολουθούσε αυτή η εξάμηνη εμπειρία είχε τη δική της αξία. Από τη μια ήταν η πεποίθηση των ανθρώπων που την έζησαν ότι μπορούσαν να κινηθούν ανεξάρτητοι και αυτόνομοι και στις πλέον αντίξοοες συνθήκες. Να επιλύσουν, αυτοί και ο μικρός κύκλος των γνωστών τους, και πιο δύσκολα και περίπλοκα προβλήματα. Δεν έγιναν περισσότερο θαρραλέοι ή ανδρείοι, επειδή οι λέξεις αυτές ελάχιστα ως τίποτα σημαίνουν. Έμαθαν όμως να παίρνουν πρωτοβουλίες, να μετέχουν σε όσα άμεσα τους αφορούν, να αυτοσχεδιάζουν, να ενεργούν. Να κρίνουν, με άλλα λόγια. Ο μικρός τους πόλεμος, πέρα από πλούσιες αναμνήσεις, τους άφησε και ιδιόμορφα εφόδια για τη συνέχεια.


Από το βιβλίο του Γιώργου Μαργαρίτη Από την ήττα στην εξέγερση. Ελλάδα: Άνοιξη 1941 - Φθινόπωρο 1942. Εκδόσεις ο Πολίτης, Αθήνα 1993

Επειδή το βιβλίο αυτό είναι εξαντλημένο και δυσεύρετο , ο αναγνώστης που ενδιαφέρεται να μάθει σχετικά με αυτήν την περίοδο μπορεί να διαβάσει το άλλο  βιβλίο του Γιώργου Μαργαρίτη, Προαγγελία Θυελλωδών ανέμων… Ο πόλεμος στην Αλβανία και η πρώτη περίοδος της Κατοχής, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2009.

 Η σχέση ανάμεσα στα δύο βιβλία είναι ότι ο Γιώργος Μαργαρίτης δούλεψε σχεδόν από την αρχή το παλιό βιβλίο και δημιούργησε ένα νέο, με πολλές αλλαγές.
«Σε αυτή, τη νέα του μορφή, ίσως ετούτο το πόνημα μπορεί να εκληφθεί ως εισαγωγή σε μια ιστορία της Αντίστασης, ή μάλλον σε μια ιστορία της Ελλάδας στα δραματικά χρόνια της κατοχής και του πολέμου. Οι ιδέες που αναπτύσσονται σε αυτό, μπορεί να συμβάλουν στη διατύπωση ερμηνευτικών σχημάτων για τις εξελίξεις και τα γεγονότα της περιόδου. Για το λόγο αυτό, άλλαξε και ο τίτλος στο εξώφυλλο» αναφέρει ο συγγραφέας στο σημείωμα που προτάσσει και έχει τον τίτλο «Για τον Άγγελο». Πρόκειται για τον Άγγελο Ελεφάντη, εκδότη του περιοδικού Ο Πολίτης, με παραίνεση του οποίου δημιουργήθηκε το πρώτο βιβλίο. Το νέο αυτό βιβλίο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του.

Ο πίνακας του Αλέξανδρου Αλεξανδράκη

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2019

Χατζηδακιάς...


Καλήν εσπέραν άρχοντες
κι αν είναι ορισμός σας
του Χατζιδάκι βάσανα 
θα πω στ' αρχοντικό σας.

Με του Μαγιού τις ευωδιές
στου Φθινοπώρου τ΄άνθη
γεννήθηκε,μεγάλωσε
και σπούδασε στην Ξάνθη.

Η μάνα του πολίτισσα
ο κύρης του απ' την Κρήτη.
Τον καζαμία διάβαζε
και τον ονειροκρίτη.

Από μικρός τα γράμματα
του φέρναν αηδία.
Την μουσική αγάπησε
μα όχι τα ωδεία.

Κι αντί να φύγει σ΄άλλη γη
να πάει σ΄άλλα κράτη.
Την Αττική προτίμησε
και τ΄όμορφο Παγκράτι.

Κι αντί σαν όλα τα παιδιά
να βγει κι αυτός στο πάρκο.
Τους οικοδόμους άκουγε
που τραγουδούσαν Μάρκο.

Καλήν εσπέραν άρχοντες
κι ακούστε παρακάτω.
Πως άλλοι βγαίνουν στον αφρό
κι άλλοι κολλάν στον πάτο.

Με τα χειρόγραφα σωρό
τις μελωδίες μάτσο.
Βρήκε ένα τύπο βλοσυρό
που τον ελέγαν Γκάτσο.

Καθήσαν κάτω και μαζί
πολλά τραγούδια γράψαν.
Που τα πουλιά σωπάσανε
κι όλα τ' αηδόνια πάψαν.

Μουσική: Αλκίνοος Ιωαννίδης
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη, Αλκίνοος Ιωαννίδης
Δίσκος: Μικρή Βαλίτσα