Κατοχή ήταν. Οι μέρες περνούσαν δύσκολα, δύσκολα κι επικίνδυνα. Κάθε πρωί συνήθιζα να περνώ από το γραφείο του δικηγόρου Δανή. Καταλάβαινα πως μόλις ανέχονταν την παρουσία μου. Μετά την «καλημέρα» που έλεγε κοφτά, έσκυβε το μούτρο του στα χαρτιά, έτσι που νόμιζες πως θα τα μασήσει. Στεκόμουν λίγα λεπτά όρθιος και κοίταζα την πρωινή εφημερίδα. Πρώτα διάβαζα το Γερμανικό «ανακοινωθέν» για να βγάλω το δικό μου. Μετά περνούσα στις τοπικές ειδήσεις. Άφηνα την εφημερίδα στο τραπεζάκι, πρόσεχα λίγο την κίνηση του δρόμου, και ύστερα, «ευχαριστώ» έλεγα πάντα και ξεπόρτιζα. Θα σκεφτείς πως ήμουν αγενής, όμως είχαμε μακρινή συγγένεια που δεν την ξεχνούσα εξ αιτίας της εφημερίδας. Εκείνο το πρωί, πριν ακόμα τελειώσω το «ανακοινωθέν», μπήκε ο πουκαμισάς και πίσω του ο απόστρατος. Περασμένης κάπως ηλικίας και «ακραιφνείς» πατριώτες, αυτό να λέγεται. Πήραν από μια καρέκλα και κάθισαν κοντά στο δικηγόρο. Τι έλεγαν μεταξύ τους ούτε και μ’ ένοιαζε. Θα τελείωνα την εφημερίδα όταν άκουσα τον πουκαμισά: «Ξέρετε πόσοι άνθρωποι πέρασαν στο δρόμο με πένθος; Τί διάβολο, τόσοι πολλοί πεθαίνουν στην πόλη μας»; — Άνθρωποι είμαστε• θα γεννηθούμε, θα πεθάνουμε, είπε ο απόστρατος. Πρόσεξα έξω την κίνηση. Αλήθεια, στους τρεις που θα περνούσαν, οι δυο ή ο ένας θα είχαν πένθος Απέναντί μας κάθονταν στο σταματημένο αμάξι του ο γέρο Ραδίτσας και περίμενε πελάτη. Το άλογο, ο Εδουάρδος ο Γ΄, σαν να έτρεμε στην πρωινή ψύχρα. Ήταν άλλοτε ένα θαυμάσιο άλογο. Άλλοτε, τον καλό καιρό που του έδινα σοκολάτα. Την έπαιρνε από την παλάμη με τα χείλη κι έτριβε το κατωσάγωνό του στην πλάτη μου. Αυτή την κίνηση έκανε πάντα. Τώρα το απόφευγα. Δεν ήθελα να με παρεξηγήσει το ζώο. Πού να καταλάβει τ’ ανθρώπινα. — Μπα, και ο Ραδίτσας με πένθος! Μίλησε ο πουκαμισάς. Αυτός κάθεται στη γειτονιά μου• δεν άκουσα να έχασε κανέναν. Χτύπησε με το δαχτυλίδι το τζάμι και, όταν ο αμαξάς έστριψε το κεφάλι του, του έκανε νόημα να ρθεί. Ο γέρος κατέβηκε αργά. Σέρνοντας τα πόδια μπήκε και βγάζοντας την τραγιάσκα: «Καλημέρα αφεντικά, στους ορισμούς σας». — Γεια σου παλιόφιλε, του λέει ο πουκαμισάς. Μπρε μουρντάρη, ποια φιλενάδα έθαψες και κόλλησες το πένθος; Οι άλλοι κακάρισαν• ήταν γνωστός στην αγορά ο γέρος σαν χωρατατζής κι ερωτύλος. — Για τους Οβραίους, πέταξε το λόγο ο γέρος κι ανασήκωσε το κεφάλι προκλητικά. «Τσακ» έκανε ο χάρακας στο κρύσταλλο του γραφείου. Εγώ είχα μεσάνυχτα. Ο πουκαμισάς ξέσκισε το πένθος του αμαξά και το έριξε στο αστείο. Βγήκα με το γέρο από το γραφείο κι από αυτόν έμαθα πως οι Γερμανοί ξεσήκωσαν τη νύχτα όλους τους Εβραίους των Γιαννίνων. Ξεχνώντας ν’ αγοράσω τίποτα λάχανα για το μεσημέρι γύρισα σπίτι μου. Η μάνα είχε ριγμένο στις πλάτες το μαύρο σάλι. Έκανε κρύο. Κοντά της, στην καρέκλα με τη χαλασμένη ψάθα, κάθονταν ο τζουτζές της γειτονιάς. Κάτι της έλεγε, φαίνεται κάποια χιλιοειπωμένη ιστορία του. Γελούσε και χτυπούσε την αρβύλα στο πάτωμα. Στάθηκα στην κορνίζα της πόρτας. Η μάνα με κοίταξε βαθιά. Φαίνεται πως η όψη μου είχε τα χάλια της. Με ζύγωσε. Ο τζουτζές γελούσε ακόμα. — Τι είναι; κανένας δικός μας… — Οι Εβραίοι, είπα, όλους τους μάζεψαν… τους ταξίδεψαν τη νύχτα… — Δυστυχία τους, μουρμούρισε κι έσφιξε στις πλάτες το σάλι. — Και τον Ελιέζερ, μάνα• ρώτησα και μου είπαν πως και τον Ελιέζερ τον πήραν. Ο τζουτζές σαν κάτι να κατάλαβε, γέλασε δυνατότερα. Το φαφούτικο στόμα του πέταξε σάλια στο μαγκάλι. Χτυπούσε τα χέρια στα λιγνά μεριά του και: «Τους Οβραίους, σκότωσαν οι Γερμανοί τους Οβραίους» φώναξε. Ύστερα μαζεύτηκε στην καρέκλα σαν ξεφουσκωμένος κι άρχισε να κλαίει ανθρώπινα. Ήταν ορφανούλι ο Ελιέζερ μας. Έρχονταν τακτικά και του δίναμε φαγητό. Τον ντύναμε με τίποτα παλιά ρούχα μου. Μας αγαπούσε όσο και τη γιαγιά του. Όμως μια μέρα δεν κρατήθηκε, μου άρπαξε το χέρι κι ακούμπησε το μάγουλο με δύναμη, σαν να ήθελε να το αποτυπώσει για πάντα στην τρυφερή σάρκα του. Η μάνα μου είχε πει πως κουβέντιασε με τη γιαγιά του παιδιού. Η γριά, ανάμεσα στ’ άλλα της βάσανα, της μίλησε και για τον Ελιέζερ της: «Γυρίζει πάντα πικραμένο από τα γειτονόπουλα, ύστερα κουρνιάζει πλάι μου βουβό». Σκιάζονταν η γριά πως θα της μαράζωνε. Κι αλήθεια, το παιδί γίνονταν όλο και πιο χλωμό. Τα μάτια του ήταν γιομάτα απορία και μυστική θλίψη. Τότε σκέφτηκα να προχωρήσω πέρα από το φαγητό που του έδινα. Του έφκιασα ένα ροδάνι, παιγνίδι παλιάς εποχής, που είχε σανιδένια ρόδα. Το έβαψα με χτυπητά χρώματα. Το άλλο πρωί πήγα στο σπιτάκι του. Κοιμόταν ακόμα. Παρακάλεσα τη γριά να μην το ξυπνήσει. Ακούμπησα το παιγνίδι στον τοίχο, απέναντί του, για να είναι το πρώτο πράγμα που θ’ αντίκριζε. Περίμενε με τη γριά. Ο ήλιος φώτιζε το ροδάνι όταν ο Ελιέζερ έπαιξε με τα μάτια. Τα στήλωσε κρατώντας την ανάσα. Τα έκλεισε, τα ξανάνοιξε και σαλτάροντας το αγκάλιασε. Ύστερα με πρόσεξε. Τότε ήταν που κόλλησε το μάγουλο στο χέρι μου. Όπως κατάλαβα, δεν ήταν για το παιγνίδι αυτό καθ’ εαυτό που μου φέρθηκε έτσι, ήταν που διψούσε για στοργή. Άλλη μέρα του έφκιασα χαρταετό. Ανεβήκαμε πάνω στο φρούριο. Πριν καλά καλά ψηλώσει, μας έδιωξαν οι Γερμανοί με χουγιατά. Ο αετός κρεμάστηκε πάνω στις αγροσυκιές που φυτρώνουν στα πλευρά του κάστρου. Πήγαινε κάθε μέρα και τον έβλεπε, ώσπου έμεινε ο καλαμένιος σκελετός. Ξεχνούσε να γυρίσει στη γιαγιά. Εκείνη μου τα έλεγε. Παραμιλούσε στον ύπνο του. Φώναζε τ’ όνομά μου, με καλούσε να το γλιτώσω από κάποιον κίνδυνο. Έλεγε στη γιαγιά πως ονειρεύεται τον αετό, τον αψηλώνει, μα τον αρπάζει πάντα ο στρατιώτης που φυλάει σκοπός στην τάπια. Άφησα τον τζουτζέ να κλαίει σιγά και τη μάνα μου να χουχουλίζει τα χέρια. Κατέβηκα προς τη λίμνη περνώντας από το σοκάκι του Ελιέζερ. Στάθηκα μπροστά στο κλειστό χαμόσπιτο. Στο πρώτο σκαλί ήταν το ροδάνι του σπασμένο. Ίσως το παιδί θέλησε να το πάρει μαζί του, μα του το πέταξαν. Ύστερα γύρισα στην αγορά. Οι Γερμανοί έκλεβαν τα Εβραίικα μαγαζιά. Από το βουνό κατέβαινε ψύχρα. Εκεί θα χιόνιζε. — Θα πεθάνουν όπως τους πήραν γυμνούς; καταλαβαίνεις; Τρεις χιλιάδες άνθρωποι θα πεθάνουν…, είπε ο σιδεράς στον παραγιό του. Περνούσα και τ’ άκουσα. Ο σιδεράς κρατούσε την αλυσίδα του φυσερού και είχε πένθος στο μανίκι του. Τότε δεν κρατήθηκα. Τράβηξα για τον πουκαμισά. Ήξερα πως ήταν από τα φανατικά μέλη των Ε.Ε.Ε., μιας προπολεμικής οργάνωσης με αντισημιτικές εκδηλώσεις. — Θέλω μαύρο πουκάμισο, του είπα. Με κοίταξε εξεταστικά: «Για να σηκώνει τη λέρα;» ρώτησε ειρωνικά. — Όχι, μα για να σηκώσει όλα τα πένθη, απάντησα. Πλήρωσα και πήγα σπίτι να το φορέσω.
Φρίξος Τζιόβας, Το πένθος( συλλογή Έξοδος για πάντα) στο Μια πόλη στη λογοτεχνία. Γιάννενα, Χριστόφορος Μηλιώνης [επιλογή κειμένων], Μεταίχμιο, Αθήνα 2002.
ΚΑΣΤΑΝΟΧΩΜΑ ΓΙΑ ΤΑ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΑ του Δημ. Χατζή Αγοράζουμε καστανόχωμα για τα νεκροταφεία διαβάζουμε μπαίνοντας στα Γιάννενα από το νότο με τον Αι - Γιάννη και την ομίχλη του να κρύβει τ' απόκρυφα των πεθαμένων. Άλλοι λένε λόγια παλαβά· Πως η γραφή δεν είναι από ζωντανούς και το χώμα ξενιτεύτηκε στη Βλαχιά από τον καιρό του Ρόβα. Απ' έξω μουλάρια φορτωμένα που κατηφόρησαν από τη Λίπα και τη Δωδώνη πουλούνε μάλλινα για τους νεκρούς και ζέστη από παλιά χαλκουργεία που αντέχει ακόμα στο κάλπικο κλίμα. Παράξενα που παχαίνουν τα σπίτια όταν μένουν μόνα λένε από μακριά οι πεθαμένοι Αποθηκεύουν το λίπος τους για ν' αντέχουν στην ερημιά με τα χαμένα μουλάρια. Θανάσης Τζούλης, Απόγευμα των Μύρων, Τραμ, Θεσσαλονίκη 1977 ( Μια πόλη στη λογοτεχνία. ΓΙΑΝΝΕΝΑ.Επιλογή κειμένων Χριστόφορος Μηλιώνης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2002)
Χελιδονάκι κι άνεμε αυτού ψηλά που πάτε γλυτώστε τ' άσπρο σύννεφο και χάρη θα σας ξέρω. Ζευγίτες το μαλώνουνε και το πετροβολάνε και λυπημένο στάθηκε να δέσει στη λαβωματιά μαντήλι βησσανιώτικο. Ράγισ' η πέτρα τ' ουρανού και ροβολάει καβάλα στα ξάγνατα ο Αι - Γιώργης μας χωρίς σκουφί και ράσο. Είναι ντυμένος ξαστεριά κ' είναι πιωμένος όνειρα. Έδωσε μια στον πέτσινο τρουβά του και χύθηκαν τρελά πουλιά να μπουν σε παρεκκλήσια ν' ανάψουν πολυέλαιους μ' ένα κλωνάρι από φως, να κελαϊδήσουν " ω γλυκύ μου έαρ". Της μαργαρίτας σήκωσε την άσπρη φούστα ο άνεμος και φέγγ' η νύχτα ως το βυθό σαν ασημένια στάλα.
Φρίξος Τζιόβας ( Από τη συλλογή Αίμα και Φως Γιάννενα 1954, Ποιήματα, Γιάννενα 1997)
Μια πόλη στη λογοτεχνία. ΓΙΑΝΝΕΝΑ. Επιλογή κειμένων Χριστόφορος Μηλιώνης, Μεταίχμιο 2002 Επέτειος της Απελευθέρωσης των Ιωαννίνων σήμερα. Αντί πανηγυρικού ο τίτλος παλιότερης ανάρτησης με ένα κείμενο του Χριστόφορου Μηλιώνη.
Το ξενοδοχείο «Παλλάδιο» δεσπόζει σ’ ένα από τα κεντρικά και πολυσύχναστα μέρη της πόλης των Ιωαννίνων. Πριν από αρκετά χρόνια στον ίδιο χώρο λειτουργούσε και το κινηματοθέατρο «Παλλάδιο». Στο χώρο αυτό δεν υπάρχει τίποτε που να θυμίζει, να μαρτυρεί – ούτε και για ιστορικούς λόγους – την ύπαρξη των φοβερών φυλακών του «Φιξ», μέσα στις οποίες κρατήθηκαν και μαρτύρησαν εκατοντάδες αριστεροί και κομμουνιστές που συμμετείχαν στην Εαμική αντίσταση, στην ΕΠΟΝ, στο ΔΣΕ και στο ΚΚΕ ή που υπήρχε η υποψία ότι συνεργάζονταν μαζί τους ή απλά τους βοήθησαν. Έχουν χαρακτηριστεί το «Μακρονήσι των Ιωαννίνων» και αφορούν τις πιο μαύρες σελίδες της ιστορίας της πόλης και της Ηπείρου. Γνωστοί και άγνωστοι, επώνυμοι και ανώνυμοι Γιαννιώτες και Ηπειρώτες είναι συνδεδεμένοι με τις πιο απάνθρωπες και φριχτές συνθήκες κράτησης και διαβίωσης μέσα σε αυτές. Αρχικά και πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο χώρο αυτό λειτουργούσαν παγοποιεία. Στη δεξιά πλευρά του ήταν κτισμένοι πέτρινοι, θολωτοί θάλαμοι, στεγανοί και ψυκτικοί. Κοντά σ’ αυτούς ήταν σπαρμένα ετοιμόρροπα κτίσματα. Οι Γερμανοί κατακτητές είχαν μετατρέψει τους θαλάμους του παγοποιείου και τα ερείπια του χώρου σε φυλακές δίνοντάς τους το όνομα του Γερμανού ζυθοβιομήχανου Φιξ. Η είσοδος των φυλακών βρισκόταν στη νότια πλευρά (σημερινή οδό Μπότσαρη). Δυτικά υψωνόταν ένας πύργος και απέναντί του βρισκόταν ένα κτίριο το οποίο είχε δίπατα κελιά πάνω και κάτω. Έξω απ’ αυτό μια σκάλα οδηγούσε στον επάνω θάλαμο. Ψηλοί τοίχοι με αγκαθωτά συρματοπλέγματα έζωναν τις φυλακές σχηματίζοντας τον προαύλιο χώρο. Στις τέσσερις γωνίες των φυλακών υπήρχαν τα φυλάκια με τους φρουρούς να παρακολουθούν συνεχώς τους κρατούμενους και οποιαδήποτε κίνησή τους.
“Χριστιανική” διαφώτιση από τον “άγιο” Σωσίπατρο στον απάνω θάλαμο του Φιξ (Σκίτσο ανώνυμου)
Στο μέσον της βόρειας πλευράς ήταν ο απόπατος, ένας λάκκος βαθύς και ανοιχτός με τσουβάλια κρεμασμένα γύρω γύρω και σάπια ξύλα για να πατούν οι κρατούμενοι την ώρα της σωματικής τους ανάγκης, χωρίς καμία άλλη προστασία ή προφύλαξη. Υπήρχε και ένα μικρό εκκλησάκι στην κορυφή, όπου οι κρατούμενοι εκκλησιάζονταν, άκουγαν αντικομμουνιστικά κηρύγματα και παρακαλούσαν να τους συγχωρεθούν οι αμαρτίες τους! Στο βάθος δεξιά ήταν τα απομονωτήρια. Δίπλα τους τα γραφεία της διοίκησης και τα καταλύματα της φρουράς. Η φρουρά αποτελούνταν από φαντάρους και άλλαζε κάθε βδομάδα. Μόνιμοι ήταν ο διοικητής και οι βασανιστές. Αρχικά διοικητής τους ο Σπύρος Αραβανής από τη Λευκάδα. Η συμπεριφορά του κτηνώδης, σαδιστική, ανώμαλη. Αμόρφωτος, παιδεραστής, βιαστής, σχιζοφρενής. Φόβος και τρόμος. Την εγκληματική του δράση βοηθούσαν με κάθε τρόπο οι δήμιοι, οι βασανιστές που τον υπάκουγαν τυφλά οποιαδήποτε στιγμή και δεν δίσταζαν να βασανίσουν μέχρι θανάτου τους κρατούμενους και τις κρατούμενες των φυλακών. Προς το τέλος του 1948 ο Αραβανής αντικαταστάθηκε από τον Καλαθάκη. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι βασανιστές αυτοί στο τέλος του εμφυλίου βραβεύτηκαν και προήχθησαν σε διάφορες θέσεις με τη μεσολάβηση της ίδιας της Φρειδερίκης. Μέρα και νύχτα κουβαλούσαν πολίτες και αιχμαλώτους, υπόδικους και κατάδικους με ανυπόστατες κατηγορίες. Τον κάθε ένα από αυτούς τον οδηγούσαν στην απομόνωση για να μην έρχεται σε επαφή με τους άλλους κρατούμενους. Οι κρατούμενοι υποβάλλονταν σε φοβερά και τρομερά βασανιστήρια προκειμένου να τους αποσπάσουν ομολογίες και να υπογράψουν δήλωση μετανοίας. Στην ανάκριση έπρεπε να ομολογήσουν ή να αποκηρύξουν «τις προδοτικές οργανώσεις ΚΚΕ – ΕΑΜ – ΕΛΑΣ –ΕΠΟΝ και λοιπές παραφυάδες που συνεργάζονται με τους εχθρούς της πατρίδας». Επινοούσαν συνεχώς νέους τρόπους βασανισμού, σωματικού, ψυχικού, συνειδησιακού. Ο στόχος τους ήταν η εξόντωση με κάθε τρόπο εκείνων που άντεχαν και αντιστέκονταν. Κάποιοι δεν άντεξαν και ορισμένοι προσπάθησαν να αυτοκτονήσουν.
Μια γωνιά της αυλής του Φιξ (Σκίτσο Βαγγέλη Κατσάνου)
Τα βασανιστήρια ήταν ποικιλόμορφα και οδυνηρά. Εξευτελισμοί πάσης φύσεως και μαρτύρια μέχρι θανάτου. Πολλούς από τους νεκρούς των βασανιστηρίων τους εξαφάνισαν και δε βρέθηκαν ποτέ. Με τα ονόματα που έδωσαν στα βασανιστήρια προσπάθησαν να καλύψουν την φρικτή πραγματικότητα: «Ο φάλαγγας», «το δενδράκι», «η νυχτερίδα», «το ζίου–ζίτσου», «το νεράκι», «η κασόνα», «το ιπτάμενο χαλί», «η μοσκοβολήθρα», «το τεσσαράκοντα παρά μία» κ.α. Στον επάνω θάλαμο συγκέντρωναν πάρα πολλούς με ελαφρύτερες κατηγορίες για ανάνηψη. Η ατμόσφαιρα ήταν πνιγηρή καθώς πίσω από την πόρτα βρίσκονταν μαζεμένα τα δοχεία με τα ούρα, οι βούτες, και οι κοριοί, οι ψείρες και η βρώμα ήταν ένα ακόμα βασανιστήριο ανάμεσα στα άλλα. Το απόγευμα, και αφού είχε γίνει το προσκλητήριο, οι κρατούμενοι οδηγούνταν κοπαδιαστά με κλωτσιές και βουρδουλιές στα κελιά και στους θαλάμους. Τότε ερχόταν και η ώρα της προσευχής. Όλοι έπρεπε να στέκονται όρθιοι και ακούνητοι, ακόμα και αυτοί που ήταν ανήμποροι από τα βασανιστήρια. Οι βασανιστές, ανάλογα με τις διαθέσεις τους και το μίσος για ορισμένους, έκαναν καψόνια ή τους έβαζαν να μαθαίνουν απέξω την προσευχή και να την απαγγέλουν εκατό φορές. Όποιος βέβαια τολμούσε να κάνει μια κίνηση αντίδρασης ξυλοφορτωνόταν ανελέητα. Τη νύχτα, στον επάνω θάλαμο, έπρεπε να επικρατεί απόλυτη σιωπή διαφορετικά οι βασανιστές τους τιμωρούσαν αδιακρίτως. Τα κελιά των μελλοθανάτων βρίσκονταν στον κάτω θάλαμο. Οι νύχτες ήταν άγριες. Οι βασανιστές έμπαιναν στα κελιά άρπαζαν τα καταξεσκισμένα κορμιά των βασανισμένων και κυρίως των γυναικών και αφού τα έσερναν έξω ασελγούσαν πάνω τους.
Κρεμάλα μεσαιωνικής μορφής. Από τις παρόμοιες που γίνονταν στον “Αράπη” του Φιξ
Ο «Αράπης», το κελί 18 του χάρου, ο χώρος των ανακρίσεων που βρίσκονταν στα υπόγεια, ήταν τόπος μαρτυρίου για όσους οδηγούνταν εκεί. Ξύλα, κρανόβεργες, βούρδουλες και καλάμια ήταν τα μέσα με τα οποία ξυλοφόρτωναν οι βασανιστές τους κρατούμενους, άνδρες και γυναίκες, που πολλοί έβγαιναν παραλυμένοι ή πεθαμένοι. Το φαγητό ήταν χείριστης ποιότητας, συνήθως σκουληκιασμένα όσπρια . Η σίτιση ήταν υποχρεωτική και η άρνησή της συνοδευόταν από βρισιές και απειλές. Αν και το περιβάλλον των φυλακών ήταν εφιαλτικό δεν έλειπαν και οι στιγμές που με αστεία και παιγνίδια προσπαθούσαν οι φυλακισμένοι να μοιράζουν και να ελαφρύνουν τον πόνο τους. Τα βιβλία γίνονταν ανάρπαστα, όσα επιτρέπονταν να κυκλοφορούν στη φυλακή. Ήταν ένας τρόπος αντίστασης στον πόνο, στην τρέλα και στο θάνατο. Η εξορία, η εκτέλεση ή η δήλωση ήταν οι τρεις τρόποι για να βγει κανείς από τις φυλακές του Φιξ. Οι περισσότεροι κρατούμενοι επέλεγαν τους δύο πρώτους. Η αγωνία του θανάτου κυριαρχούσε ανάμεσα στους φυλακισμένους καθώς κανείς δεν γνώριζε τι του επεφύλασσε η κάθε στιγμή, η επόμενη μέρα. Οι εκτελέσεις γίνονταν κάθε Δευτέρα στη Δουρούτη, στο Μπιζάνι, στο Αυγό και στο Σταυράκι. Πολλές φορές όμως γίνονταν και την Πέμπτη, όταν οι μαχητές του ΔΣΕ κέρδιζαν μια σημαντική νίκη. Τότε οι δήμιοι φρένιαζαν. Αλλά οι φυλακές δεν άδειαζαν με τις τόσες εκτελέσεις γιατί αμέσως ξαναγέμιζαν με νέους κρατούμενους που συνελάμβαναν στις συνοικίες της πόλης και στα χωριά. Πολλές φορές η διοίκηση των φυλακών έβαζε δικούς της ανθρώπους για να επηρεάζουν με τα λόγια και τη στάση τους τούς κρατούμενους. Άλλοτε πάλι ανάγκαζαν ορισμένους αιχμάλωτους αντάρτες να δέρνουν τους φυλακισμένους. Μια άλλη μορφή βασανισμού ήταν ο εκφυλιστικός πόλεμος με πόρνες που τις έβαζαν σκόπιμα στα κελιά για να σκανδαλίσουν και να διαλύσουν ψυχικά τους κρατούμενους με στόχο να λυγίσουν. Εικονικές ανακοινώσεις εκτελέσεων χρησιμοποιούνταν πολύ συχνά για ψυχικό εκβιασμό. Βασανίζονταν οι άνθρωποι και δεν ήξεραν αν θα ζήσουν ή αν θα πεθάνουν από στιγμή σε στιγμή, κάθε στιγμή. Χιλιάδες οι αγωνιστές που πέρασαν από τις φυλακές του «Φιξ». Οι περισσότεροι μαρτύρησαν και πέθαναν είτε με φρικτά βασανιστήρια, είτε στήθηκαν στον τοίχο. Άλλοι έμειναν παράλυτοι και παραμορφωμένοι σε όλη τους τη ζωή. Πολλές και οι γυναίκες που βασανίστηκαν με μεσαιωνικά βασανιστήρια.
Δυο πλάνα, δυο σκηνές: πάνω ο σάλαγος στον αυλόγυρο και κάτω τα σακατεμένα θύματα (Ξυλογραφικό σκίτσο ανώνυμου)
Με τις φυλακές αυτές συνδέονται τρεις μεγάλες και πολύκροτες δίκες που συγκλόνισαν την πόλη των Ιωαννίνων . Πρόκειται για τις : α) Υπόθεση και δίκη Φαρίδου, β) τη δίκη των γιατρών και την γ) τη δίκη της Πρίντζου. Στην Ασφάλεια και στου Φιξ στήθηκαν τα κατηγορητήρια και μέσα εκεί βασανίστηκαν πριν τη δίκη και κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων οι κατηγορούμενοι . Από αυτές τις φυλακές μεταφέρονταν οι υπόδικοι κρατούμενοι στην αίθουσα του δικαστηρίου με στρατιωτικά οχήματα και δεμένοι με χειροπέδες για όλο το χρονικό διάστημα της δίκης. Θα αναρωτηθεί κανείς και η κοινωνία της πόλης τι έκανε, πώς αντιδρούσε, αν αντιδρούσε. Ανησυχούσε, αλλά λένε ότι δεν μπορούσε να κάνει κάτι ουσιαστικό. Οι περισσότερες οικογένειες είχαν και ένα φυλακισμένο στου Φιξ και αγωνιούσαν για την τύχη του. Εκτός αυτού οι συγγενείς δέχονταν απειλές και πιέσεις ακόμα και αυτοί να υπογράψουν δήλωση μετανοίας. Το θέμα έφτασε στον ΟΗΕ. Αντιπροσωπεία της Διεθνούς Ειρηνευτικής Επιτροπής του ΟΗΕ με επικεφαλής τον πρόεδρό της Πωλ Ελυάρ και άλλους αντιπροσώπους από διάφορες χώρες επισκέφθηκε τις φυλακές και συζήτησε με τους κρατούμενους. Η συζήτηση όμως γινόταν με διερμηνέα. Τι συζητήθηκε και τι κινήσεις έκανε η αντιπροσωπεία κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς. Τίποτε δεν άλλαξε. Αναφέρεται μάλιστα και το εξής περιστατικό: « …ο Ελυάρ ρώτησε τον αγωνιστή γιαννιώτη οικοδόμο Μιχάλη Καζαντζή (γιο του καπνεργάτη Θωμά Καζαντζή που είχε χρόνια στην εξορία). – Πώς θέλετε να πάψει ο εμφύλιος και να ειρηνεύσει η Ελλάδα;… – Να κλείσετε τα σύνορα, να αφαιρέσετε τα όπλα απ’ όλους και να κάνετε τίμιες και αδιάβλητες εκλογές… Ε, λοιπόν, αυτή τη λογική απάντηση – πρότασή του, ο Καζαντζής, την πλήρωσε τόσο βαριά που ο βασανιστής Γιον, τον έκανε μπαλόνι στο ξύλο…και επί 15 μέρες κατουρούσε κι έφτυνε αίμα!…» Οι πηγές και οι πληροφορίες για τις φυλακές του «Φιξ» στα Γιάννενα είναι ελάχιστες. Πριν ενάμιση περίπου χρόνο στην τοπική εφημερίδα «Ηπειρωτικός Αγών» δημοσιεύτηκε το άρθρο του Γιώργου Μ. Βραζιτούλη Οι φυλακές του «Φιξ» στα βρετανικά αρχεία. Αναφέρεται στο βρετανικό αρχείο British Pathé και στη δημοσίευση της συλλογής του που αποτελείται από φιλμάκια που τραβήχτηκαν τον 20ο αιώνα . Ένας μικρός αριθμός από αυτά καλύπτει σημαντικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην Ελλάδα. Ανάμεσά τους ο Γ. Βραζιτούλης ανακάλυψε ένα φιλμάκι που γυρίστηκε το 1947 και περιλαμβάνει πλάνα από τις φυλακές του «Φιξ» στα Γιάννενα. «Στα πλάνα από το προαύλιο του «Φιξ», διάρκειας 62 δευτερολέπτων, βλέπει κανείς αρχικά έναν αξιωματικό (πιθανόν να πρόκειται για τον περιβόητο διοικητή των φυλακών εκείνη την εποχή, Σπύρο Αραβανή, από τη Λευκάδα) να κάθεται πίσω από ένα τραπέζι. Πιο πίσω στέκονται κατώτεροι αξιωματικοί και απλοί στρατιώτες. Οι κρατούμενοι βρίσκονται άλλοι παραταγμένοι όρθιοι κι άλλοι καθισμένοι στη βόρεια πλευρά της αυλής, ενώ ένας φρουρός κοιτάζει τα δρώμενα από το φυλάκιο του εξωτερικού τοίχου. Ο αξιωματικός φαίνεται να ζητάει από έναν κρατούμενο να του δείξει διάφορα σημεία πάνω σε έναν απλωμένο χάρτη (πιθανόν κάποιες θέσεις των ανταρτών;). Στον επόμενο κρατούμενο που ανακρίνεται, είναι εμφανή σημάδια τραυματισμού (από βασανισμό;) στο αριστερό του μάτι. Από μια ψηλότερη λήψη φαίνεται και η πίσω μεριά του κτηρίου των φυλακών, με την σκεπαστή εξωτερική σκάλα που συνέδεε τον πάνω με τον κάτω θάλαμο, καθώς και κάποια γειτονικά με τις φυλακές κτήρια από την πλευρά της 28ης Οκτωβρίου.
Το φιλμάκι του βρετανικού αρχείου (μεταξύ 2.44 – 3.46)
Ο προπαγανδιστικός σκοπός των, όπως φαίνεται, «στημένων» γυρισμάτων είναι ολοφάνερος. Οι κοντινές λήψεις στα πρόσωπα και στο παρουσιαστικό των κρατουμένων επιδίωκε να αποδομήσει στα μάτια του θεατή την εικόνα του περήφανου και αγέρωχου αγωνιστή, όπως για παράδειγμα την είχε αποθανατίσει μερικά χρόνια πιο πριν η φωτογραφική μηχανή του Μπαλάφα και του Μελετζή. Ο κρατούμενος αντάρτης-κομμουνιστής, παρουσιάζεται εδώ σαν ένας «ρακένδυτος συμμορίτης», «κατσαπλιάς» ή στην καλύτερη περίπτωση σαν «φοβισμένο αγρίμι», οι δε στρατιωτικοί εκπρόσωποι της Πολιτείας ως «τυπικοί», «άψογοι», σχεδόν «ευγενικοί».»
Το καλοκαίρι του 1948 και ενώ ο εμφύλιος κορυφωνόταν δημοσιεύτηκε το προπαγανδιστικό άρθρο του Σπύρου Τριανταφύλλου στην εφημερίδα Εμπρός ( 8/7/1948) με τίτλο : Αυτοί που θα έσωζαν την Ελλάδα . ΟΙ ΣΥΜΜΟΡΙΤΑΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΓΚΕΛΑ. Μία επίσκεψις εις τας φυλακάς Ιωαννίνων – Πώς είδα 200 ανθρώπινα ράκη κόκκινα – Παιδιά και κορίτσια έως 14 ετών! Μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.
Στον ανώνυμο αγωνιστή του λαού (Σκίτσο του Νίκου Παππά)
Ένα μήνα μετά, στις 2 Αυγούστου 1948, ο γιαννιώτης συγγραφέας Λάμπρος Μάλαμας, κρατούμενος στου Φιξ, δίνει απάντηση αποτυπώνοντας την εμπειρία του και τη ζοφερή ατμόσφαιρα της φυλακής συμπυκνωμένη σε στίχους.
Στιγμές Οδύνης
1948.Στις φυλακές του Φιξ καθώς νυχτώνει κάθε βράδυ ακούμε αναλυγμούς και ουρλιαχτά συντρόφων. Πέφτουμε σωριασμένοι σ’ ένα θάλαμο 5Χ8 ο ένας πάνω στον άλλο και το εκκλησάκι στην κορφή(!)
Κάθε Τρίτη και Πέμπτη Παίρνουν για εκτέλεση αγωνιστές από τα κάτω σκοτεινά κελιά Οι βόγγοι των βασανισμένων γίνονται ρίγη ανατριχίλας, σφίγγουμε δόντια και γροθιές` και μελλοθάνατοι αποχαιρετούν τη ζήση τραγουδώντας!
Οι δήμιοι γρυλίζουν ξέφρενα τα θύματα χτυπώντας. Του Φιξ οι ανασεμιές μυρίζουν αίμα και πληγές! Τα βουρδούλια βουβουνίζουν τα κορμιά με τις ευχές των «οψωνίων» του «αγίου» Σωσιπάτρου(!)
Κάποιοι συγκρατούμενοι παραλογούνε… Κι ένας κρεμάστηκε με την κουβέρτα του. Ένας αιχμάλωτος αντάρτης έχει στο πλάι μου 40 πυρετό, τονε δροσίζουμε μ’ ένα πανί βρεγμένο.
Οι φρουροί σφυρίζουν για σισίτιο συχνά πληγούρι, ρέγγες και φακές με δυο ελιές σκουληκιασμένες Μα…από τέτοιους τάφους ανασταίνεται η λευτεριά του κόσμου…
Φιξ 2.8.48
Πηγές:
1) Λάμπρου Μάλαμα, Το Χρονικό του «Φιξ». Αναμνήσεις, αφηγήματα, Ντοκουμέντα Από Φυλακές Δίκες και Καταδίκες. Σειρά «Ελεύθερο Πνεύμα» Αθήνα 1988. Από το βιβλίο αυτό και οι εικόνες.
2) Σπύρος Εργολάβος, Η δίκη της Πρίντζου και οι εκτελεσμένοι των Ιωαννίνων, Εκδόσεις Σοκόλη 1988
3) Γιώργου Μ. Βραζιτούλη, Οι φυλακές του «Φιξ» στα βρετανικά αρχεία, Εφημερίδα Ηπειρωτικός Αγών, Πέμπτη 24 Ιουλίου 2014
Έξω απ' το κάστρο και μέσα σ' αυτό έτρεμε πάλι των μικρών ανθρώπων το φυλλοκάρδι, αυτοί μαρτυρούσαν κ' οι αθώες ψυχούλες χανόνταν αμέτρητες. Και τ' αγιασμένο το χέρι του χρονογράφου που τα' βλεπε, έγραφε τότε τρεμάμενο, " δάκρυσι δε ταύτα γέγραφα, ου μέλανι " - δεν τα' γραφα με μελάνι, με τα δάκρυά μου τα' γραψα τούτα που γράφω... Και γράφω τώρα κ' εγώ τα δικά μου - συνέχεια στο παλιό κουβάρι των χρονικών, εκείνο τ' άναρχο και δίχως τέλος βιβλίο τους.
***
...Έτσι πήγε κάποτε ο πρώτος ταμπάκος, στάθηκε στο παζάρι και πούλησε το κυνήγι του - ύστερα πήγανε κι άλλοι. Πίσω του εκείνη τη μέρα οι σάλπιγγες των νέων καιρών γκρέμιζαν από θεμέλια τα τείχη της ταμπάκικης Ιεριχώς μέσα σε πανδαιμόνιο απ' ουρλιαχτά μηχανών.
***
Με σίγουρο χέρι ο Σαμπεθάι Καμπιλής ξερίζωσε τ' άγριο φύτρο. Δεν ήταν και δύσκολο. Ο Γιοσέφ διώχτηκε σε λίγο απ' το σκολειό της " Αλλιάνς Φρανσαίζ". Οι πόρτες του κλείστηκαν όλες, στην αρχή οι οβρέικες, ύστερα κι όλες οι άλλες. Κάτι λίγα μαθήματα που τ' απόμειναν κοπήκαν και κείνα - τα παιδιά αρρωστήσανε ξαφνικά ή τα οικονομικά των γονέων έτυχε πάνω στην ώρα και στένεψαν, δε μπορούσανε πια να πληρώσουν. Ζώστηκε ολούθες από τη φτώχεια, κυνηγήθηκε με κείνον τον τρόπο που ξέρουν στην επαρχία να κυνηγούμε - διώχτηκε. Και λίγο πιο ύστερα πέθανε, πολύ νέος ακόμα, κάπου μακριά εκεί στη Μακεδονία. Η μικρή Ιερουσαλήμ για μια ακόμα φορά απέκτεινε τον προφήτη της.
***
Όταν ύστερα γινήκαν οι μεγάλες φασαρίες στην Ελλάδα, το έκτακτο στρατοδικείο σ' αυτή την πόλη καταδίκασε τρεις φορές σε θάνατο τον πρώτο καθηγητή που' χε σπουδάσει με το κληροδότημα του Ραλλίδη κ' είχε πάρει τη θέση του στο γυμνάσιο. Η κατηγορία είταν πως μαζί με άλλους επιβουλεύτηκε την τάξη, την τιμή και την αρετή αυτής της πόλης. Ο νέος δάσκαλος σηκώθηκε κ' είπε πως ήθελε να' ναι δάσκαλος κι άντρας μαζί, όπως οριζόταν στη διαθήκη και γι' αυτό, στ' αλήθεια την επιβουλεύτηκε μια τέτοια τάξη, μια τέτοια τιμή και μια τέτοια αρετή.
***
Γι' αυτήν όλα τέλειωσαν πολύ - πολύ γρήγορα - τα μαρτύρια, οι ανακρίσεις, η δίκη. Είχε, λέει, ένα χαμόγελο στα χείλια όλον αυτόν τον καιρό, ένα φως μέσα στα μάτια και τα' κανε μεγαλύτερα ακόμα - ομορφότερα ακόμα. Είταν όμορφα τα μάτια - σου, Μαργαρίτα!... Την τελευταία στιγμή, μπροστά στο απόσπασμα, γύρισε τα μάτια κατά την πόλη που τη σκέπαζε ακόμα η καταχνιά. Ένας κόσμος από τρελούς, υστερικούς, εκφυλισμένους και ληστές γκρεμιζόταν, μαζί με τα σαράβαλα σπίτια τους - όλη η πολιτεία της παρακμής που τη γέννησε. Το πικρό χαμόγελο της οικογένειας ανέβηκε στα χείλια της κ' έκανε με το χέρι της εκείνη την αόριστη χειρονομία που είπε ο παπάς σα ν' απόδιωχνε την εικόνα: - Καληνύχτα ντε!... - Φώυερ!...
***
Πίσω από τις μεγάλες κορφές της Πίνδου ανεβαίνει ο ήλιος. Ξημέρωσε σε λίγο. Ο Νικόλας κ' η Αγγελικούλα, ο καινούργιος κόσμος! Σε σας γυρίζει η τελευταία σκέψη όσο κρατάει ακόμα μέσα στ' ανοιγμένο κρανίο ο τελευταίος σπασμός της ζωής! -- Φκιάξτε τον, έναν καλύτερο κόσμο!... Δημήτρης Χατζής
Αποσπάσματα
από "Το τέλος της Μικρής μας Πόλης" όπως δημοσιεύτηκαν στην εισαγωγή
του αφιερώματος του περιοδικού Αντί (Παρασκευή 5 Ιουνίου 1981, τεύχος
179) με τίτλο Γιάννενα - Αφιέρωμα.
Οι ταξιδιώτες που τυχαίνει να μπουν για πρώτη φορά σε ξένη πόλη, βλέπουν πάντα αυτά που φαίνονται με την πρώτη ματιά και πάντοτε απέξω.Τους δρόμους βλέπουν και τα σπίτια` το πώς είναι καμωμένα, τις ιδιομορφίες που έχουν και τα τέτοια. Παρατηρούν και τους ανθρώπους: να μπαινοβγαίνουν στα μαγαζιά ή να περπατούν, έξω, στους δρόμους. Τους ακούνε κιόλας να μιλούν, να λένε τα δικά τους` γιατί η κάθε πόλη έχει το δικό της το ρυθμό, το ιδιαίτερό της ύφος κι αυτό είναι που τραβάει τον ταξιδιώτη. Αυτό είναι κιόλας που τον μελαγχολεί. Τη θέλει όμως, όπως φαίνεται, αυτού του είδους τη μελαγχολία γιατί είναι κάτι που έρχεται απέξω, κι όσο νά' ναι, δεν πρόκειται να κρατήσει για πάντα. Σε δυό - τρεις μέρες θα' χει φύγει από κει και στα δικά του θα γυρίσει πάλι` στο σπίτι του και στις συνήθειες τις δικές του` σε κείνη την καθημερινότητα που τον κρατάει σε κάποια ισορροπία. Παρόλο όμως που οι ταξιδιώτες, όταν βρίσκονται σε ξένη πόλη, παρατηρούν τα πάντα, τους διαφεύγει κάθε φορά πως αυτό που βλέπουν δεν είναι άλλο παρά μονάχα το σκηνικό. Ένα σκηνικό όπου παίζεται μια παράσταση στα δικά τους τα μέτρα και με τη δική τους τη συμμετοχή, ενώ η πόλη παίζει αλλού και πάντα πίσω απ' τις κουρτίνες: μια άλλη παράσταση δίνεται εκεί, που δεν πρόκειται ποτέ τους να τη δουν, αφού, έτσι κι αλλιώς, αυτοί δε βρίσκονται μέσα στα πρόσωπα του δράματος. Απέξω πάντα θα' ναι , μιας κι είναι μόνο θεατές: οι θεατές ενός μεγάλου σκηνικού, όσο μια πόλη ολόκληρη, με τις χιλιάδες της ψυχές: ψυχές που ξετυλίγουν μπρος στα μάτια τους ένα θέαμα ένα θέαμα όμοιο με κείνο που θα' βλεπαν και σ' οποιαδήποτε άλλη πόλη, γιατί στην εξωτερική εικόνα μόνο θα σταθούν κι αυτή είναι που θα κρατήσουν όταν φύγουν. Οι άνθρωποι, όμως, της πόλης θα μείνουν εκεί, όπως και πριν` για μια ολόκληρη ζωή θα μείνουν κι εκεί θα συνεχίσουν. Το ρόλο που τους έταξε η μοίρα θα συνεχίσουν να παίζουν και το βάρος του θα σηκώνουν, κάθε μέρα, μέχρι να πέσει η αυλαία, για τον καθένα χωριστά - κι όσο να γίνει αυτό, σκοινάκια αδιόρατα θα τους ενώνουν: δικτυωτό περίπλοκο, όπου η ζωή, σαν μια τεράστια αράχνη - σκοτεινή και ραδιούργα - θ' απλώνεται συνέχεια. Θα τους κρατάει δεμένους μεταξύ τους και λίγο λίγο θα τους φθείρει, μέσα σ' αυτή την καθημερινότητα των συναλλαγών των συμφερόντων και των ενοχών - σ' αυτό, τέλος πάντων, το πανάρχαιο παιχνίδι που δεν έχει τέλος. Τα Γιάννενα, αυτή η πόλη, που' ναι χτισμένη ψηλά στο οροπέδιο κι εκατοντάδες χρόνια τώρα ζει με το βραχνά του γρανιτένιου όγκου που της κλείνει τη θέα, δεν αποτελεί εξαίρεση του κανόνα που λέγαμε πιο πριν. Έχει κι αυτή τους κατοίκους τους δικούς της, έχει και τους επισκέπτες: ανθρώπους, ταξιδιώτες, δηλαδή, που έρχονται σ' αυτήν από διάφορα μέρη και σε διαφορετικές εποχές. Αυτοί οι άνθρωποι, λοιπόν, μπαίνουν στην πόλη από δυό μεριές. Δυό πύλες έχουν τα Γιάννενα. Τη μια στα βόρεια και την άλλη στη νότιά τους την πλευρά. Εκείνη που βρίσκεται στη βορεινή πλευρά είναι κοντά στο φόρο τον παλιό, λίγο πιο πάνω απ' τη Λιμνοπούλα. Από κει μπαίνουν στην πόλη όσοι κατεβαίνουν ψηλά από το Δρίσκο αφού περάσουν πρώτα την Κατάρα. Είναι αυτοί που έρχονται με αυτοκίνητα απ' τη μεριά της Θεσσαλίας, απ' τη Θεσσαλονίκη και γενικά από τα βόρεια. Από την ίδια πύλη, όμως, θα περάσουν κι αυτοί που έρχονται απ' τη μεριά του Ιονίου, όπως κι άλλοι που ταξιδεύουν αεροπορικώς. Θα κατεβούν εκεί πιο έξω, δίπλα στα θεόρατα βουνά - στο αεροδρόμιο θα κατεβούν, που γράφει, στη στενή την πεδιάδα, σαν μια γκρίζα κοντυλιά. Ένας διάδρομος στενός που τον ορίζουν μια σειρά χρωματιστά μπαλόνια: κάτι μπαλόνια φουσκωτά που δείχνουν ολοένα προς τα βόρεια` εκεί, κατά τα μέρη τα άγρια που τρέχει ο μεγάλος ποταμός με τα πολλά γεφύρια: στα δυτικά χωριά του Ζαγοριού και στα μαστοροχώρια που σκεπάζονται από τον ίσκιο το βαρύ της γρανιτένιας ραχοκοκαλιάς του Πίνδου. Από κει πάνω ήταν που κατέβηκε, για πρώτη φορά, στην πόλη των Ιωαννίνων κι ο Βύρωνας ο Ζήνδρος: αυτός που μετά από χρόνια πολλά θα γινόταν γνωστός στην περιοχή με το όνομα Βύρωνας ο κατάσκοπος. Παιδί είχε έρθει τότε, με τον πατέρα του. Την εποχή του εμφυλίου ήρθε, κι αυτό που ζήλεψε, απ' τα πολλά τα πράγματα που είχε τότε η πόλη, ήταν ένα ποδήλατο` ένα μαύρο Μπίσμαρκ που το' δε να γυαλίζει, πίσω απ' τα τζάμια μιας βιτρίνας, κοντά στο Αρχιμαντρειό, τη μέρα κιόλας που' φευγε πίσω για το χωριό του. Δεν το πήρε τότε εκείνο το ποδήλατο ο Βύρωνας ο Ζήνδρος ούτε και ξαναγύρισε στην πόλη` για χρόνια ολόκληρα. Έφυγε απ' το πρακτορείο μ' ένα σαράβαλο λεωφορείο που, αφού έκανε στάση, έξω στο φόρο, για έλεγχο, πήρε το δρόμο για τα βόρεια, αφήνοντας πίσω του μια μακριά ουρά μαύρου καπνού που διαλύθηκε, λίγο πιο κάτω, στα μποστάνια της Λιμνοπούλας` εκεί κοντά, στη βορεινή την έξοδο της πόλης. Τότε τα πράγματα, βέβαια, ήταν ζόρικα και λιγοστοί ήταν αυτοί που πέρναγαν, από κει. Γινόταν έλεγχος αυστηρός. Χρειαζόταν ταυτότητες και άδειες ειδικές, αφού, λίγο πιο πάνω, στα βουνά, γίνονταν μάχες άγριες και αίμα χυνόταν πολύ κι από τις δυό τις παρατάξεις. Τα χρόνια, όμως, πέρασαν και πέρασαν γρήγορα. Γίναν πολλά μέσα σ' αυτά τα χρόνια και πολλά ξεχάστηκαν. Ο δρόμος άνοιξε πια από κει για όλους και δρόμοι άλλοι φτιάχτηκαν. Διακλαδώσεις πολλές. Κόσμος πολύς περνάει τώρα από την πύλη αυτή όπως περνάει κι απ' την άλλη: αυτήν που έχει η πόλη στη νότια της πλευρά. Από κει το έμπα γίνεται από δυό μεριές. Από τον πάνω δρόμο το φαρδύ με τα πολλά τα βενζινάδικα και το πανεπιστήμιο κι από τον κάτω, το στενό` το δρόμο της Ανατολής, όπου και ο συνοικισμός Βιετνάμ, με τις παράγκες των φτωχών, καθώς και ο Ακραίος, το στρατόπεδο, που βγάζει στην Καλούτσιανη. Οι δρόμοι αυτοί φέρνουν στην πόλη όσους έρχονται από τα νότια` κι είναι πολλοί. Μέρα και νύχτα μπαίνουν από κει οι οδηγοί των φορτηγών - με το τσιγάρο, αναμμένο, στο χέρι που κρέμεται μόνιμα έξω απ' το παράθυρο και με το κασετόφωνο στη διαπασών, να εκπέμπει τραγούδια βάρβαρα και νταλκαδιάρικα στη σκοτεινή την πεδιάδα, αλλά κι οι επιβάτες των λεωφορείων γέρνοντας από τη νύστα στα καθίσματα σαν πεθαμένοι μέχρι να πιάσουν τη Μπάφρα, γιατί, μετά, ξυπνάνε ξαφνικά όλοι μαζί κι αρχίζουν να μαζεύουν τις σακούλες. Εκεί πάνω - κάτω, βρίσκεται το όριο κι από τη θέση αυτή αρχίζει κι η ετοιμασία για την είσοδο στην πόλη. Αυτοί οι ταξιδιώτες είναι συνήθως ντόπιοι. Μικρέμποροι και φοιτητές από τα Γιάννενα, παιδιά που σπουδάζουν στην Αθήνα, μετανάστες από τη Γερμανία ή και χωριάτες απ' τα κοντινά χωριά, που αρρώστιες ή δουλειές τους τράβηξαν, θέλαν δε θέλαν, στην πρωτεύουσα. Μαζί μ' αυτούς μπαίνουν στην πόλη από κει κι εκείνοι που έρχονται με τα δικά τους τα αυτοκίνητα. Ντόπιοι κι αυτοί, πιασμένοι: χοντρέμποροι, μεσίτες κι εργολάβοι` γιατροί, καθηγητές κι αεριτζήδες ή και παιδιά πλουσίων, που πετάγονται, δίχως σκοπό, ως τα περίχωρα κι όλο μαρσάρουν, μες στη νύχτα, τρέχοντας με εκατόν πενήντα. Από τον ίδιο δρόμο, όμως, περνάνε και οι άλλοι. Οι ξένοι, δηλαδή, που έρχονται στην πόλη για διακοπές. Είναι αυτοί που κόβουν βόλτες, ύστερα, κάτω στη λίμνη και στο Κάστρο` που πηγαίνουν, όλοι μαζί, στη μεγάλη σπηλιά ή στο νησί. Αυτοί που περιεργάζονται, όλη μέρα, τις βιτρίνες με τ' ασημικά και ψάχνουν για μπουγάτσες στην πλατεία. Είναι οι θεατές που λέγαμε και στην αρχή. Αυτοί που βλέπουν μοναχά το σκηνικό μιας κι είναι αδύνατο να πάρουν μέρος στην παράσταση που δίνει η πόλη, πίσω απ' τις κουρτίνες, κάθε μέρα. Γι' αυτό και κατεβαίνουν στο Κριθαροπάζαρο, να πούμε. Στέκονται εκεί, για ώρα, και κοιτούν. Τα μαγαζιά, κοιτάζουνε, με τα μαντζούνια και τις περίεργες στοές , με τα παλιά ποτοποιεία. Τα πανδοχεία τα ετοιμόρροπα περιεργάζονται και την αρχιτεκτονική τους σχολιάζουν μεγαλόφωνα. Τα βλέπουν όλα αυτά, λοιπόν, λες κι είναι μόνο μέρος κάποιου σκηνικού: γκρεμίσματα ωραία και χτίσματα νεκρά. Στοιχεία διακόσμησης - μιας άλλης, έντρομης ζωής - άξια να κρατηθούν στο σκοτεινό το θάλαμο της φωτογραφικής τους μηχανής, χωρίς καθόλου να υποψιάζονται πως λίγο πάνω απ' το κεφάλι τους, εκεί, στο πανδοχείο του Μπαλάνου, στο τρίτο παράθυρο ακριβώς κι αριστερά της πόρτας με τα χρωματιστά τα τζαμιλίκια, βρίσκεται το δωμάτιο όπου είναι κλεισμένος, από ώρες, μόνος του ο Βύρωνας ο Ζήνδρος και υποφέρει. Μιλάμε βέβαια, για κείνο το παιδί, που πριν σαράντα χρόνια είχε μπει στην πόλη όπως κι αυτοί` σαν ξένος. Από τα βόρεια είχε κατεβεί με τον πατέρα του, μονάχα για μια μέρα και με το κανονικό του το επίθετο. Για το Βύρωνα το Ζήνδρο μιλάμε που στα 1947 είδε την πόλη ολόκληρη κλεισμένη σε μια λάμψη. Στη λάμψη που εξέπεμπε το μαύρο Μπίσμαρκ: εκείνο το ποδήλατο που είχε δει - χαράματα της μέρας κιόλας που έφευγε - πίσω απ' το τζάμι της βιτρίνας αλλά ποτέ του δεν κατόρθωσε να αποχτήσει. Πέρασαν από τότε σαράντα χρόνια ολόκληρα, αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος που τον κάνει τώρα να υποφέρει. Ο λόγος είναι πως τα χρόνια αυτά, συγκεντρωμένα και καταγραμμένα σε τρία τετράδια εκατόφυλλα, γεμάτα με λέξεις, με ζωγραφιές και με σχεδιάγραμματα περίτεχνα - καμωμένα από το χέρι του Βύρωνα - χάθηκαν ανεπιστρεπτί και κανένας δεν ξέρει πια, σε ποιο από τα απορριματοφόρα που έχει η πόλη χοροπήδαγαν το προηγούμενο βραδυ, ανάμεσα σε χιλιάδες άχρηστα αντικείμενα: σε τι αποφάγια και σακούλες με βρωμιές ανακατεύτηκαν κι ύστερα θάφτηκαν μαζί κατατρακυλώντας απ' το θλιβερό τον καταρράχτη - μακριά από την πόλη - μέσα σε κείνα τα βουνά των σκουπιδιών που αχνίζουνε σαν ζώα ψόφια από καιρό κι όλο στέλνουν μηνύματα, με τον καπνό, στα κοντινά χωριά πως ο οργανισμός της πόλης λειτουργεί ακόμα καλά` τρώει και χωνεύει κανονικά και τ' απορρίματά του - σαν ζώο κατοικίδιο που είναι, εκπαιδευμένο πια και καθαρό - πάει και τ' αφήνει μακριά και έξω, τέλος πάντων, απ' το σπίτι το δικό του. Κι είναι γνωστό - πολύ συνηθισμένο είναι - ο οργανισμός αυτός, μες στ' απορρίματά του, μαζί με τ' άχρηστα αντικείμενα, τα αποφάγια κι όλες τις βρωμιές, να βάζει - όταν χρειάζεται - και μερικούς απ' τους ανθρώπους του. Κάτι αγκάθια ενοχλητικά, πλάσματα έρημα και μόνα - που δεν ευθυγραμμίζονται,ας πούμε, με το σύνολο - πάει και τα φτύνει στις γωνιές. Τα αποδιώχνει, σαν τσιμπούρια, από πάνω του κι όλο τα σπρώχνει - όπως το Βύρωνα το Ζήνδρο - σε κάτι πανδοχεία άθλια, με δωμάτια σαν κι αυτό που κάθεται τώρα, έτοιμα απ' ώρα σε ώρα να σωριαστούν στο δρόμο μ' όλον εκείνο τον απερίγραπτο εξοπλισμό τους - τον χρησιμοποιημένο για δεκάδες χρόνια από χιλιάδες μοναχούς ανθρώπους: το τσακισμένο λαβομάνο με την τσιγκούνα τενεκεδένια βρύση, τα κάποτε λευκά και σιδερένια τους κρεβάτια με το περιεχόμενο του στρώματος χυμένο σπάταλα κι από τις δυό πλευρές, τις κάποτε ευέλικτες σούστες του σωμιέ - αράχνες, τώρα, όλο σκουριά - να χάσκουν άναυδες λίγο πιο πάνω απ' το ξεδοντιασμένο πάτωμα, και τα κουτσά τους ξύλινα τραπέζια με την προβιά της βρώμας και του χρόνου στο τραπεζομάντηλο. Μέσα σ' ένα τέτοιο δωμάτιο λοιπόν - δωμάτιο στο πίσω μέρος του σκηνικού - που οι ταξιδιώτες, κάτω απ' το δρόμο, δεν το βλέπουν, ο Βύρωνας ο Ζήνδρος - για τρία ολόκληρα χρόνια - έγραφε, τις νύχτες, μέχρι που χάραζε. Πάνω σε κάτι βρώμικα τετράδια, έγραφε, δίχως κανένας να το ξέρει. Με γραμματάκια πλάγια και καλλιγραφικά εξιστορούσε εκεί μέσα ο Βύρωνας τη ζωή του. Μια ζωή σκληρή κι απίστευτη. Γεμάτη περιπέτειες και αναπάντεχα, λες κι ήταν ξεσηκωμένη από κάποιο μυθιστόρημα φοβερό, σαν κι αυτά που τυπώνονται κάθε τόσο σε βιβλία που τα διαβάζουν οι άνθρωποι τις νύχτες ξαπλωμένοι στο κρεβάτι κι όλο απορούν. Πού πήγε, τάχα, και τα βρήκε όλ' αυτά ο συγγραφέας και τι φαντασία έχει ο άνθρωπος, να πούμε. Τέτοια πράγματα, θαυμαστά, που να σου φεύγει ο νους, έγραφε μέσα σε κείνα τα τετράδια ο Βύρωνας, γιατί τέτοια ήταν κι η ζωή του. Τέτοια και καλύτερη - ή και χειρότερη, ανάλογα πώς θα το πάρεις ( απόσπασμα)
Νίκος Χουλιαράς, Μια ιστορία του μακρύ χειμώνα, Νεφέλη 1990
[...] Υπάρχει ένα πλήθος από αφηγήσεις, που μας δίνουν τον ποιητή - στρατιώτη κατά την πορεία του: Μελούνα - Θεσσαλία - Μακεδονία. Απ ' όπου περνούσαν, οι κάτοικοι ζητωκραύγαζαν. Έφθασαν στην Κρανιά. Ο Μαβίλης, με μάτια βουρκωμένα, στρέφεται κάποια στιγμή στο συνομιλητή του αξιωματικό και με βαθιά φωνή λέγει: - Αν ζήσουμε, θα ζητήσω να με στείλουνε δάσκαλο σ' ένα μακεδονικό χωριό. Κάποτε πατάνε το ηπειρωτικό χώμα. Ο πόθος του φτερώνει και η μέθη τον μεταρσιώνει ολόκληρο. Σταυροκοπιέται. - Έκαμε ο Θεός να ξαναπατήσουμε το χώμα της, ψιθυρίζει. Κοντοστέκεται δίπλα στον Ρώμα, σαν παιδί που ονειροπολεί και απλώνει το χέρι του προς τις κυματιστές κορφές της: - Η Ήπειρος, αρχηγέ μου. Ιερή μέρα για μας η σημερινή. Στις 21 Νοεμβρίου βρίσκονται στο Μέτσοβο. Θα μείνουν εκεί τρεις ημέρες. Ένα βράδυ, μετά το φαγητό, ετοιμάζεται να βγει έξω να πάρει λίγο καθαρό αέρα. Καθώς προχωρά, ο μανδύας του παρασύρει και ρίχνει κάτω το καντήλι που φώτιζε το διάδρομο. Το λάδι χύνεται χάμω. Ο Μαβίλης ξαναμπαίνει στενοχωρημένος. - Κακοσημαδιά, λέει σιγανά. Και μακάρι νάναι για μένα κι όχι για τον αγώνα μας. Στις 24 του μήνα ξεκινούν για το Δρίσκο. Τον προσεγγίζουν βράδυ. Ένας όγκος ζωσμένος στις ρίζες του από πυκνή βλάστηση, σταχτοκίτρινος στην κορφή του. Τα μεσάνυχτα το Επιτελείο αποφασίζει την αιφνιδιαστική του κατάληψη. Ποτέ ο ποιητής δε φάνηκε τόσο διαχυτικός, τόσο χαρούμενος. Χαλασμός πυροβολικού τραντάζει τα πάντα όλη νύχτα. Οι Γαριβαλδινοί έχουν αρχίσει επίθεση. Όταν φέγγει, ο κόκκινος χείμαρρος των ερυθροχιτώνων ξεχωρίζει σκαρφαλώνοντας τα χιονισμένα υψώματα της Χρυσοβίτσας. Οι Τούρκοι, ένα τάγμα όλο κι όλο, προς τα νότια και νοτιοδυτικά, νομίζοντας ότι πίσω τους ακολουθούν κι άλλοι, εγκαταλείπουν σε λίγο τα πάντα. Το πρωί της 26ης Νοεμβρίου, οι ερυθροχίτωνες βρίσκονται στην κορυφογραμμή της Βίγλας. Κατά κει τρέχει ο ποιητής. Αγναντεύει τα Γιάννενα. Τα μάτια του θαμπώνουν και η ανάσα του γίνεται βαριά. Δεν μπορεί να μιλήσει. Μιλάει για λογαριασμό του, δίπλα του - εκφράζοντας τις σκέψεις του - ο καπετάν Γερακάρης με τ' ανεμισμένα ψαρά γένια: - Τι ευτυχία, καπετάν Λορέντζο! Να πεθαίνει κανείς για τα Γιάννινα. Την επομένη το πρωί, 27 Νοεμβρίου, ο ποιητής ζει ακόμη στην ίδια πατριδολατρική έκσταση. Φθάνει στο Δρίσκο ο στρατηγός Ροτσιόττι Γαριβάλδι. Ο Μαβίλης και ο Ρώμας τρέχουν να τον υποδεχθούν. Και οι τρεις, έφιπποι, από το ύψωμα της Αγίας Παρασκευής, θαυμάζουν το τοπίο: - Αφέντη, λέει, κύτταξε! Τι όμορφα που είναι!... Την ίδια στιγμή, μια οβίδα περνάει σφυρίζοντας πάνω από τα κεφάλια τους. Λίγο αργότερα ο εχθρός άρχισε να βάλει με τα τοπομαχικά της Καστρίτσας. Είχε φέρει εσπευσμένως σοβαρές ενισχύσεις. Το απόγευμα η μάχη γενικεύθηκε. Νέες πυκνές φάλαγγες του εχθρού σκαρφάλωσαν. Προς το βράδυ η επίθεση σταμάτησε. Αλλά οι άνδρες έμειναν στις θέσεις τους, άγρυπνοι όλη τη νύχτα. Με την αυγή της 28ης Νοεμβρίου , η επίθεση εκδηλώθηκε σφοδρότερη τώρα. Ο Μαβίλης όρθιος, με το πιστόλι στο χέρι, αναχαιτίζει την προσπάθειά τους να υπερκεράσουν το αριστερό. Οι Τούρκοι είναι αποφασισμένοι να καταλάβουν οπωσδήποτε το Δρίσκο. Έχουν ενισχυθεί με τρία τάγματα και πυροβολικό. Οι Γαριβαλδινοί αποδεκατίζονται. Πέντε αξιωματικοί σκοτώνονται και δεκατρείς τραυματίζονται. Τα μυδράλλια βάλλουν συνεχώς. Ο Ρώμας από τη μια πλευρά υπερασπίζεται, με το περίστροφο στο χέρι , το μοναδικό τους κανόνι. Άφθαστες στιγμές δόξας και ηρωισμού. Μια σφαίρα του τρυπά το δεξί του χέρι. Η πίεση μεγαλώνει. Δίδεται διαταγή να υποχωρήσουν στη Χρυσοβίτσα. Και ο Μαβίλης; Μάχεται και αυτός και δίδει συνεχώς διαταγές με το πιστόλι στο χέρι. Οι οβίδες σφυρίζουν γύρω του. Χαμός. Ένας - ένας οι σύντροφοί του πέφτουν. Ο ποιητής αντέχει ακόμη. Ξαφνικά, σα να σκοντάφτει. Ανασηκώνεται, και δοκιμάζει να βγάλει το υποσιαγώνιο του πηληκίου του. Αίματα σκεπάζουν τα μάγουλά του. Ένα βόλι του πέρασε το πρόσωπο από τη μία παρειά στην άλλη. Ο παπα - Φώτης, ο ιερέας του τάγματος, με το ζόρι τον πείθει να παραδώσει σε άλλον τη διοίκηση του λόχου του και ο ίδιος να μεταφερθεί με μεταγωγικό στο πρόχειρο νοσοκομείο που έχει στηθεί στην Αγία Παρασκευή. Καθώς πλησίασε έφιππος εκεί, κι έστρεφε να δει τι γίνεται με τον λόχο του, μια δεύτερη σφαίρα του τρυπάει την καρωτίδα. Εκείνη τη στιγμή έφθασε στο χειρουργείο τραυματισμένος και ο Ρώμας. Είδε τον ποιητή και κατάλαβε. - Σε συγχαίρω από την καρδιά μου, του λέει, δίνοντάς του το χέρι.
Ο Μαβίλης, που μόλις τον είχαν κατεβάσει από το ζώο , συγκέντρωσε τις στερνές του δυνάμεις, στάθηκε προσοχή και άρπαξε το χέρι του αρχηγού. Το αίμα που έτρεχε σε όλη τη διαδρομή από τις πληγές των παρειών του και την καρωτίδα κατέβαινε στο λαιμό και του δυσκόλευε την αναπνοή. Δεν μπορούσε να μιλήσει. Τους έκανε νοήματα να του δώσουν χαρτί, να γράψει. Τώρα οι βολές του πυροβολικού ακούγονται πιο κοντά. Αλλά δεν προφταίνει ούτε να γράψει. Ο παπα - Φώτης του κλείνει τα μάτια. Ο Πιπίνος Γαριβάλδι, ο μόνος εκείνη τη στιγμή στρατιωτικός, στέκεται προσοχή και τον χαιρετάει. Οι άλλοι σταυροκοπιούνται.
Ο Μαβίλης είναι πλέον νεκρός, ξαπλωμένος στον περίβολο της Αγίας Παρασκευής. Τον έχουν σκεπάσει με το ματωμένο μανδύα του. Όταν λίγο αργότερα τον ξεσκεπάζουν, στη μορφή του έχει βασιλέψει η σεβασμιότητα μιας ολύμπιας γαλήνης. Με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος περιμένει ήσυχα στο κατώφλι της αιώνιας μακαριότητας. Θα διαβεί, περνώντας μέσα από τ' ανθισμένα μονοπάτια της αγαπημένης του Ήπειρος...
Όταν ο θάνατος του Μαβίλη έγινε γνωστός στην Αθήνα, η Μυρτιώτισσα, συντετριμμένη, άδραξε τη γραφίδα της, κάθισε μπροστά σ' ένα λευκό χαρτί κι έγραψε τούτους τους συγκινητικούς στίχους: Τι άλλο, καλέ μου, ζητάς από μένα κα στέκεις θλιμμένος μπροστά στη μορφή μου, αφού κι η καρδιά μου, αφού κι η ψυχή μου, κι ας είσαι νεκρός πλημμυρούν από Σένα; Τα θεία τραγούδια σου ένα προς ένα τα ζει κάθε νύχτα η ψάλτρα φωνή μου, γενήκαν αυτά μοναχή προσευχή μου, αγνή προσευχή γεννημένη από Σένα! Γιατί με κοιτάζεις με μάτια θλιμμένα; λαμπάδα σου ανάβω την ίδια ψυχή μου και μέρα τη μέρα σκορπά κι η ζωή μου για Σένα, τα ρόδα της τα χλωμιασμένα. Απόσπασμα από την ομιλία του δημοσιογράφου - συγγραφέα Καρόλου Μωραΐτη, Ο ηρωικός θάνατος του Λ.Μαβίλη. Εκφωνήθηκε στην εκδήλωση μνήμης του ποιητή στις 28 Νοέμβρίου 2012 την οποία πραγματοποίησε το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΑ με τη συμπλήρωση 100 χρόνων από το θάνατο - θυσία του ποιητή
" Επίκεντρο της Αντίστασης στην Ήπειρο τα Γιάννινα. Η οργανωτική κατάσταση της Ηπείρου , όπως προκύπτει από επίσημες εκθέσεις της εποχής και προσωπικές μαρτυρίες συμπολιτών μας, βρίσκεται σε υψηλό βαθμό. Και δεν μπορούσε άλλωστε να γίνει διαφορετική. Τα Γιάννινα, από παλιά, είχαν δημοκρατικές παραδόσεις. Το κίνημα της Εθνικής Αντίστασης αγκάλιασε και πολιτικοποιούσε ακόμα πλατύτερες μάζες απ' όλα τα κοινωνικά στρώματα, που περίμεναν, ύστερα απ' τον πόλεμο και την Αντίσταση, έναν κόσμο καινούριο, πιο διαφορετικό απ' τον κόσμο της προπολεμικής περιόδου και της μεταξικής δικτατορίας... Σ' αυτή τη μαζική λαϊκή αντίσταση της πόλης σημαντικός υπήρξε ο ρόλος της νεολαίας μας. Ξεσηκώνεται, δίπλα και μαζί με το λαό μας, και προσανατολίζεται στα μεγάλα προβλήματα που την απασχολούν,κάτω από την καθοδήγηση και το ζωντάνεμα της ΕΠΟΝ που είχε ιδρυθει στις 23 Φλεβάρη του 1943. Η δράση της σε ζητήματα του λαού και της νεολαίας σημειώνει σοβαρές επιτυχίες. Προεξέχουν οι αγώνες του λαού μας και της νεολαίας ενάντια στην τρομοκρατία. Φοιτητές και διανοούμενοι κινητοποιούνται. Δεν άργησαν να φανούν τα πρώτα συλλαλητήρια που έσπασαν τον πάγο της τρομοκρατίας. Λαϊκές συνοικιακές επιτροπές σχηματίζονται στα Γιάννινα. Μαζικές επιτροπές καταφθάνουν απ' την ύπαιθρο. Χωριά και πόλεις της Ηπείρου κινητοποιούνται με αποτέλεσμα το γενικό ξεσήκωμα των κατοίκων. Η Ιταλο - γερμανική Κατοχή και τα φοβερά επακόλουθά της συσπείρωσαν τους Ηπειρώτες σε πανεθνική Αντίσταση. Αγώνας διεξάγεται για την επιβίωση , πρώτα. Αγώνας, παράλληλα, για να μείνει αδούλωτη η ψυχή. Η γονατισμένη Ελλάδα ξανάβρισκε το περήφανο αγωνιστικό της φρόνημα με τον παράνομο τύπο. Πριν ακόμα κάνουν την εμφάνισή τους στα βουνά οι πρώτοι αντάρτες, στις πόλεις τολμηροί πατριώτες με μυστικές ραδιοφωνικές συσκευές κατέγραφαν τις νυχτερινές εκπομπές των συμμαχικών ραδιοσταθμών, του Λονδίνου και της Μόσχας, και τις κυκλοφορούσαν το πρωί σε πολυγραφημένα δελτία. Κάθε βράδυ, λίγο πριν σταματήσει η κυκλοφορία τα μεγάφωνα των καταχτητών στην κεντρική πλατεία της πόλης μας, μεταδίδανε σε δυνατούς τόνους τα πολεμικά τους ανακοινωθέντα και διαλαλούσαν τις νίκες του άξονα σε όλα τα μέτωπα. Οι Γιαννιώτες όμως περίμεναν το πρωί το πολυγραφημένο δελτίο για να μάθουν την αλήθεια. Δελτία ειδήσεων, πολεμικά ανακοινωθέντα, προκηρύξεις και μικρές εφημερίδες διοχετεύονταν από χέρι σε χέρι και έφταναν σε κάθε σπίτι, μαγαζί ή γραφείο. Στην έκδοση, διακίνηση και διανομή του παράνομου τύπου πρωτοστατούσαν οι νέοι και οι νέες της πόλης μας... ....Στη χαράδρα του Βίκου λειτουργούσε τυπογραφείο και τυπωνόταν σ' αυτό η εφημεριδούλα " Λεύτερα Νιάτα", προκηρύξεις και άλλα έντυπα. Τέτοιες προκηρύξεις, μεταφέρονταν από νέους - παλικάρια της ΕΠΟΝ, που περπατούσαν ώρες ολόκληρες μέσα στα χιόνια, και τις διοχέτευαν στην πόλη. Άλλοι συμπολίτες μας, που παρέμεναν στην πόλη, ζούσαν τις εφιαλτικές νύχτες με τα μπλόκα των καταχτητών και τις ομαδικές συλλήψεις που εντάθηκαν προς το τέλος του 1943. Τότε εκατοντάδες συμπολίτες μας, ανάμεσα στους οποίους η Ευτυχία Πρίντζου, ο Γιώργος Μελανίδης, η Νίνα Μελανίδη, οδηγήθηκαν, κάτω από άθλιες συνθήκες, ως όμηροι στο στρατόπεδο Παύλου Μελά, στη Θεσσαλονίκη, με προορισμό τα στρατόπεδα συγκεντρώσεων. Εκεί πέρασαν στιγμές φρίκης, μέσα στην πείνα και στην αρρώστια, με εικονικές εκτελέσεις και άλλα φριχτά βασανιστήρια. Αρκετοί συμπολίτες μας οδηγήθηκαν ως όμηροι στα στρατόπεδα συγκεντρώσεων στην Αυστρία, στη Γερμανία και στην Πολωνία. Μερικοί απ' αυτούς άφησαν εκεί την τελευταία πνοή τους. Στις πόλεις και στα χωριά της Ηπείρου, παρά τη σκληρή τρομοκρατία των καταχτητών και των συνεργατών τους, η νεολαία βρίσκει τον κανονικό οργανωτικό της δρόμο και τα μέλη της ΕΠΟΝ αυξάνονταν συνεχώς κι έφτασαν τις 30.000. Είναι δύσκολο να απαριθμήσει κανείς όσα έγιναν απ' τους νέους της Ηπείρου στα χρόνια της Κατοχής. Οι Επονίτες της Ηπείρου ξεπέρασαν σε ηρωισμό και σε εξυπνάδα, τους νέους προηγούμενων εποχών.Το κάθε τμήμα της ΕΠΟΝ έχει τη δική του συμβολή. Καθημερινές σχεδόν πολιτιστικές βραδιές οργανώνονται στα Γιάννινα και στην Πρέβεζα. Θεατρικά συγκροτήματα δίνουν μια καινούρια ζωή στα χωριά μας. Με επιμονή εξετάζονται τα προβλήματα του λαού και των νέων και καταβάλλεται προσπάθεια να τεθούν οι βάσεις για μια μορφωμένη, χαρούμενη και αισιόδοξη νεολαία.Στην πρωτεύουσα της Ηπείρου επικεντρώνεται και εντείνεται ο αγώνας των νέων. Οι σκηνές που καθημερινά παρατηρούνται στην πόλη, όπως ακριβώς τις θυμούνται οι παλιότεροι, δίνουν μια εικόνα μονάχα απ' την πλούσια δραστηριότητα της νεολαίας μας. Σε κάποια γωνιά του δρόμου κάποιος νέος παρακολουθεί τη δράση των κατχτητών και των συνεργατών τους. Στις συνοικίες νέοι Γιαννιώτες γεμίζουν τους δρόμους και τους τοίχους με συνθήματα υπέρ του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και της ΕΠΟΝ. Άλλοι μαζεύουν χρήματα, τρόφιμα, φάρμακα, και με πολλή προσοχή επισκέφτονται φτωχές οικογένειες και αρρώστους , προσπάθώντας να απαλύνουν τον πόνο τους. Οι φυλακές του Αγίου Κοσμά, στο μεταξύ ( στο μέρος που σήμερα βρίσκεται το κτίριο του ΟΤΕ) είναι γεμάτες από πατριώτες που υφίστανται πολλά βασανιστήρια. Στις 21 Φλεβάρη του 1944, μια προκήρυξη για την τριακοστή πρώτη επέτειο της απελευθέρωσης της πόλης, τυπωμένη στα Ζαγοροχώρια σε χιλιάδες αντίτυπα, γέμισε τους δρόμους των Γιαννίνων. Η Γκεστάπο, σ'ένα φοβερό μπλόκο, απ' τα μεγαλύτερα που γνώρισε η πόλη , πραγματοποίησε διακόσιες συλλήψεις εκείνη τη νύχτα. Νεαρά παλληκάρια της ΕΠΟΝ αναλαμβάνουν επικίνδυνες αποστολές. Μπαινόβγαιναν στην κατεχόμενη πόλη, όργωναν τα βουνά ως αγγελιαφόροι και ταχυδρόμοι από χωριό σε χωριό και από φυλάκιο σε φυλάκιο. Με τη δράση τους αυτή πέτυχαν κοινή, σε πανελλήνια κλίμακα αναγνώριση... Όπως σε ολόκληρη την Ελλάδα, έτσι και στην Ήπειρο, η ΕΠΟΝ έχει να παρουσιάσει ολόκληρη στρατιά μαχητών της λευτεριάς και της δημοκρατίας, που είχαν σαν σύνθημα στη ζωή τους " πολεμάμε και τραγουδάμε" κι έγραψαν υπέροχες σελίδες της Εθνικής μας Αντίστασης"
Σπύρος Εργολάβος, Η δίκη της Πρίντζου και οι εκτελεσμένοι των Ιωαννίνων, Εκδόσεις Σοκόλη, 2006 , 2η έκδοση