Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εβραίοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εβραίοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2022

Το πένθος



Κατοχή ήταν. Οι μέρες περνούσαν δύσκολα, δύσκολα κι επικίνδυνα. Κάθε πρωί συνήθιζα να περνώ από το γραφείο του δικηγόρου Δανή. Καταλάβαινα πως μόλις ανέχονταν την παρουσία μου. Μετά την «καλημέρα» που έλεγε κοφτά, έσκυβε το μούτρο του στα χαρτιά, έτσι που νόμιζες πως θα τα μασήσει. Στεκόμουν λίγα λεπτά όρθιος και κοίταζα την πρωινή εφημερίδα. Πρώτα διάβαζα το Γερμανικό «ανακοινωθέν» για να βγάλω το δικό μου. Μετά περνούσα στις τοπικές ειδήσεις. Άφηνα την εφημερίδα στο τραπεζάκι, πρόσεχα λίγο την κίνηση του δρόμου, και ύστερα, «ευχαριστώ» έλεγα πάντα και ξεπόρτιζα. Θα σκεφτείς πως ήμουν αγενής, όμως είχαμε μακρινή συγγένεια που δεν την ξεχνούσα εξ αιτίας της εφημερίδας. Εκείνο το πρωί, πριν ακόμα τελειώσω το «ανακοινωθέν», μπήκε ο πουκαμισάς και πίσω του ο απόστρατος. Περασμένης κάπως ηλικίας και «ακραιφνείς» πατριώτες, αυτό να λέγεται. Πήραν από μια καρέκλα και κάθισαν κοντά στο δικηγόρο. Τι έλεγαν μεταξύ τους ούτε και μ’ ένοιαζε. Θα τελείωνα την εφημερίδα όταν άκουσα τον πουκαμισά: «Ξέρετε πόσοι άνθρωποι πέρασαν στο δρόμο με πένθος; Τί διάβολο, τόσοι πολλοί πεθαίνουν στην πόλη μας»;

— Άνθρωποι είμαστε• θα γεννηθούμε, θα πεθάνουμε, είπε ο απόστρατος. Πρόσεξα έξω την κίνηση. Αλήθεια, στους τρεις που θα περνούσαν, οι δυο ή ο ένας θα είχαν πένθος Απέναντί μας κάθονταν στο σταματημένο αμάξι του ο γέρο Ραδίτσας και περίμενε πελάτη. Το άλογο, ο Εδουάρδος ο Γ΄, σαν να έτρεμε στην πρωινή ψύχρα. Ήταν άλλοτε ένα θαυμάσιο άλογο. Άλλοτε, τον καλό καιρό που του έδινα σοκολάτα. Την έπαιρνε από την παλάμη με τα χείλη κι έτριβε το κατωσάγωνό του στην πλάτη μου. Αυτή την κίνηση έκανε πάντα. Τώρα το απόφευγα. Δεν ήθελα να με παρεξηγήσει το ζώο. Πού να καταλάβει τ’ ανθρώπινα.
— Μπα, και ο Ραδίτσας με πένθος! Μίλησε ο πουκαμισάς. Αυτός κάθεται στη γειτονιά μου• δεν άκουσα να έχασε κανέναν.
Χτύπησε με το δαχτυλίδι το τζάμι και, όταν ο αμαξάς έστριψε το κεφάλι του, του έκανε νόημα να ρθεί. Ο γέρος κατέβηκε αργά. Σέρνοντας τα πόδια μπήκε και βγάζοντας την τραγιάσκα: «Καλημέρα αφεντικά, στους ορισμούς σας».
— Γεια σου παλιόφιλε, του λέει ο πουκαμισάς. Μπρε μουρντάρη, ποια φιλενάδα έθαψες και κόλλησες το πένθος;
Οι άλλοι κακάρισαν• ήταν γνωστός στην αγορά ο γέρος σαν χωρατατζής κι ερωτύλος.
— Για τους Οβραίους, πέταξε το λόγο ο γέρος κι ανασήκωσε το κεφάλι προκλητικά.
«Τσακ» έκανε ο χάρακας στο κρύσταλλο του γραφείου. Εγώ είχα μεσάνυχτα. Ο πουκαμισάς ξέσκισε το πένθος του αμαξά και το έριξε στο αστείο. Βγήκα με το γέρο από το γραφείο κι από αυτόν έμαθα πως οι Γερμανοί ξεσήκωσαν τη νύχτα όλους τους Εβραίους των Γιαννίνων.
Ξεχνώντας ν’ αγοράσω τίποτα λάχανα για το μεσημέρι γύρισα σπίτι μου. Η μάνα είχε ριγμένο στις πλάτες το μαύρο σάλι. Έκανε κρύο. Κοντά της, στην καρέκλα με τη χαλασμένη ψάθα, κάθονταν ο τζουτζές της γειτονιάς. Κάτι της έλεγε, φαίνεται κάποια χιλιοειπωμένη ιστορία του. Γελούσε και χτυπούσε την αρβύλα στο πάτωμα. Στάθηκα στην κορνίζα της πόρτας. Η μάνα με κοίταξε βαθιά. Φαίνεται πως η όψη μου είχε τα χάλια της. Με ζύγωσε. Ο τζουτζές γελούσε ακόμα.
— Τι είναι; κανένας δικός μας…
— Οι Εβραίοι, είπα, όλους τους μάζεψαν… τους ταξίδεψαν τη νύχτα…
— Δυστυχία τους, μουρμούρισε κι έσφιξε στις πλάτες το σάλι.
— Και τον Ελιέζερ, μάνα• ρώτησα και μου είπαν πως και τον Ελιέζερ τον πήραν.
Ο τζουτζές σαν κάτι να κατάλαβε, γέλασε δυνατότερα. Το φαφούτικο στόμα του πέταξε σάλια στο μαγκάλι. Χτυπούσε τα χέρια στα λιγνά μεριά του και: «Τους Οβραίους, σκότωσαν οι Γερμανοί τους Οβραίους» φώναξε. Ύστερα μαζεύτηκε στην καρέκλα σαν ξεφουσκωμένος κι άρχισε να κλαίει ανθρώπινα.
Ήταν ορφανούλι ο Ελιέζερ μας. Έρχονταν τακτικά και του δίναμε φαγητό. Τον ντύναμε με τίποτα παλιά ρούχα μου. Μας αγαπούσε όσο και τη γιαγιά του. Όμως μια μέρα δεν κρατήθηκε, μου άρπαξε το χέρι κι ακούμπησε το μάγουλο με δύναμη, σαν να ήθελε να το αποτυπώσει για πάντα στην τρυφερή σάρκα του.
Η μάνα μου είχε πει πως κουβέντιασε με τη γιαγιά του παιδιού. Η γριά, ανάμεσα στ’ άλλα της βάσανα, της μίλησε και για τον Ελιέζερ της: «Γυρίζει πάντα πικραμένο από τα γειτονόπουλα, ύστερα κουρνιάζει πλάι μου βουβό». Σκιάζονταν η γριά πως θα της μαράζωνε. Κι αλήθεια, το παιδί γίνονταν όλο και πιο χλωμό. Τα μάτια του ήταν γιομάτα απορία και μυστική θλίψη. Τότε σκέφτηκα να προχωρήσω πέρα από το φαγητό που του έδινα. Του έφκιασα ένα ροδάνι, παιγνίδι παλιάς εποχής, που είχε σανιδένια ρόδα. Το έβαψα με χτυπητά χρώματα. Το άλλο πρωί πήγα στο σπιτάκι του. Κοιμόταν ακόμα. Παρακάλεσα τη γριά να μην το ξυπνήσει. Ακούμπησα το παιγνίδι στον τοίχο, απέναντί του, για να είναι το πρώτο πράγμα που θ’ αντίκριζε. Περίμενε με τη γριά. Ο ήλιος φώτιζε το ροδάνι όταν ο Ελιέζερ έπαιξε με τα μάτια. Τα στήλωσε κρατώντας την ανάσα. Τα έκλεισε, τα ξανάνοιξε και σαλτάροντας το αγκάλιασε. Ύστερα με πρόσεξε. Τότε ήταν που κόλλησε το μάγουλο στο χέρι μου. Όπως κατάλαβα, δεν ήταν για το παιγνίδι αυτό καθ’ εαυτό που μου φέρθηκε έτσι, ήταν που διψούσε για στοργή. Άλλη μέρα του έφκιασα χαρταετό. Ανεβήκαμε πάνω στο φρούριο. Πριν καλά καλά ψηλώσει, μας έδιωξαν οι Γερμανοί με χουγιατά. Ο αετός κρεμάστηκε πάνω στις αγροσυκιές που φυτρώνουν στα πλευρά του κάστρου. Πήγαινε κάθε μέρα και τον έβλεπε, ώσπου έμεινε ο καλαμένιος σκελετός. Ξεχνούσε να γυρίσει στη γιαγιά. Εκείνη μου τα έλεγε. Παραμιλούσε στον ύπνο του. Φώναζε τ’ όνομά μου, με καλούσε να το γλιτώσω από κάποιον κίνδυνο. Έλεγε στη γιαγιά πως ονειρεύεται τον αετό, τον αψηλώνει, μα τον αρπάζει πάντα ο στρατιώτης που φυλάει σκοπός στην τάπια.
Άφησα τον τζουτζέ να κλαίει σιγά και τη μάνα μου να χουχουλίζει τα χέρια. Κατέβηκα προς τη λίμνη περνώντας από το σοκάκι του Ελιέζερ. Στάθηκα μπροστά στο κλειστό χαμόσπιτο. Στο πρώτο σκαλί ήταν το ροδάνι του σπασμένο. Ίσως το παιδί θέλησε να το πάρει μαζί του, μα του το πέταξαν. Ύστερα γύρισα στην αγορά. Οι Γερμανοί έκλεβαν τα Εβραίικα μαγαζιά. Από το βουνό κατέβαινε ψύχρα. Εκεί θα χιόνιζε.
— Θα πεθάνουν όπως τους πήραν γυμνούς; καταλαβαίνεις; Τρεις χιλιάδες άνθρωποι θα πεθάνουν…, είπε ο σιδεράς στον παραγιό του. Περνούσα και τ’ άκουσα. Ο σιδεράς κρατούσε την αλυσίδα του φυσερού και είχε πένθος στο μανίκι του. Τότε δεν κρατήθηκα. Τράβηξα για τον πουκαμισά. Ήξερα πως ήταν από τα φανατικά μέλη των Ε.Ε.Ε., μιας προπολεμικής οργάνωσης με αντισημιτικές εκδηλώσεις.
— Θέλω μαύρο πουκάμισο, του είπα.
Με κοίταξε εξεταστικά: «Για να σηκώνει τη λέρα;» ρώτησε ειρωνικά.
— Όχι, μα για να σηκώσει όλα τα πένθη, απάντησα. Πλήρωσα και πήγα σπίτι να το φορέσω.


Φρίξος Τζιόβας, Το πένθος( συλλογή Έξοδος για πάντα) στο Μια πόλη στη λογοτεχνία. Γιάννενα, Χριστόφορος Μηλιώνης [επιλογή κειμένων],
 Μεταίχμιο, Αθήνα 2002.


Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

Οι Εβραίοι των Ιωαννίνων στο Άουσβιτς

Το Σάββατο της 25ης Μαρτίου του 1944 η διοίκηση της γερμανικής Βέρμαχτ απέστειλε διαταγή στα Γιάννενα με την οποία 1850 Εβραίοι κάτοικοι της πόλης συγκεντρώθηκαν και οδηγήθηκαν στο Άουσβιτς. 

Στις 03.25.1944, υπό την καθοδήγηση του ταγματάρχη της αστυνομίας τήρησης τάξεως Χάφρανεκ  και με τη συνεργασία : στρατεύματος, της στρατιωτικής αστυνομίας, της αστυνομίας για την τήρηση τάξεως και το τμήμα της GFP 621 (προφυλακής στα Γιάννενα), οι Εβραίοι των Ιωαννίνων εκκενώθηκαν. Επίσης συνεργάστηκε και η ελληνική αστυνομία.
Την 3.oo ώρα το ξημέρωμα της 25ης Μαρτίου το γκέτο αποκλείστηκε από τα στρατεύματα. Την 5.oo π.μ. ώρα ο πρόεδρος της εβραϊκής κοινότητας ενημερώθηκε γι’ τό ότι όλοι οι Εβραίοι μέσα σε τρεις ώρες με το σύνολο των μελών των οικογενειών τους να παρουσιαστούν σε δύο προκαθορισμένα σημεία συγκέντρωσης. Οι αποσκευές που θα μπορούσαν να παραληφθούν να είναι μέχρι 50 κιλά ανά οικογένεια.
Στην ελληνική αστυνομία και την κρατική αστυνομική ασφάλεια, καθώς και στα μέλη του Εβραϊκού Συμβουλίου με τον επικεφαλής των Εβραίων, έγινε γνωστό ότι κάθε μέλος της Εβραϊκής Κοινότητας αν δεν βρίσκεται μετά τις 8.οο π.μ. στο ραντεβού, θα πρέπει να πυροβολήται.
Μέχρι 7.45 π.μ. το σύνολο των Εβραϊκών συνοικιών είχαν εκκενωθεί και είχαν εμφανιστεί στα σημεία συνάθροισης. Ισχυρή φάλαγγα της γερμανικής αστυνομίας για την τήρηση τάξεως παρακολούθησε με αποσπάσματα της την εκκένωση της πλειοψηφίας των σπιτιών. Η επιχείρηση εξελίχθηκε χωρίς κανένα περιστατικό. Την 8.oo π.μ. θα μπορούσε να ξεκινήσει η εκκένωση. Προηγουμένως τα φορτηγά για τη μεταφορά, στάθμευσαν στους δρόμους πρόσβασης στα σημεία συγκέντρωσης.

Η φόρτωση έγινε υπό την επίβλεψη της στρατιωτικής αστυνομίας και της Γερμανικής Αστυνομίας Τάξης. Ο συνοδηγός του οχήματος είχε την υπευθυνότητα για την καταμέτρηση κατά την μεταφορά των Εβραίων του οχήματος του. Την 10.oo π.μ. η φόρτωση όλων των Εβραίων ολοκληρώθηκε και η φάλαγγα των 80 φορτηγών ξεκίνησε την πορεία με κατεύθυνση προς τα Τρίκαλα. Η επιχείρηση πρέπει να χαρακτηριστεί ως απόλυτα επιτυχής, καθώς το 95% των συλληφθέντων Εβραίοι μεταφέρθηκαν. Η συνεργασία των εμπλεκόμενων τμημάτων, συμπεριλαμβανομένης της ελληνικής αστυνομίας ήταν υποδειγματική.
Οι ελληνικός πληθυσμός, που είχε λάβει γνώση της επιχείρησης, συγκεντρώθηκε στους δρόμους της πόλης. Με σιωπηλή ικανοποίηση που θα μπορούσατε να δείτε στα πρόσωπά τους, παρακολούθησαν την μεταφορά των Εβραίων από την πόλη τους.
Μόνο σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, κάποιος Έλληνας παρευρισκόμενος, σε κάποιος Εβραίους γνωστούς έγνεφε τον αποχαιρετισμό. Βλέποντας το ξεκάθαρα αναγνωρίζουμε ότι αυτή η φυλή ήταν σε μεγάλους και σε νέους το ίδιο αντιδημοφιλής. Συμπόνια για την τύχη τους, ή ακόμα και με μέτρια αξιολόγηση της επιχείρησης δεν ήταν γνωστή σε καμία μεμονωμένη περίπτωση.
(Αρχειακό τεκμήριο αριθ. WΒ 2340 (5)
Ομάδα Μυστικής Αστυνομίας 621 την 27.3.1944.
Υπό την Διοίκηση του XXII. Σώματος Ορεινών Καταδρομέων)

Πηγή: tvxs

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

...Ἡ μικρή μας πόλη μὲ πιασμένη τὴν ἀνάσα ἄκουσε τὸ σπαραγμὸ καὶ τὸ θρῆνο ποὺ ὑψώθηκε ἀπ᾿ τὰ ὁβραίικα...

 Στα Γιάννενα στις αρχές του 20ου αι. ζούσαν 4.000 Εβραίοι και λίγο πριν το διωγμό τους περίπου 2.000. Η Ιστορία της εγκατάστασης τους χάνεται στα βάθη των αιώνων. Ζούσαν μέσα στο Κάστρο των Ιωαννίνων και στους δρόμους γύρω από αυτό. Αρκετά εβραϊκά σπίτια σώζονται σήμερα και έχουν αναδειχτεί μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς.Οι Εβραίοι των Ιωαννίνων πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος στο Ολοκαύτωμα. 1.850 άτομα συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο Άουσβιτς . Πϊσω γύρισαν 163 μόνον. Η 27 Ιανουαρίου είναι Ημέρα μνήμης Ελλήνων Εβραίων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος.


"Στὴ μικρή μας πόλη εἴχαμε κάπου τέσσερις χιλιάδες Ἑβραίους - περισσότερους, ὄχι λιγότερους. Εἶταν ὅλοι τους μαζεμένοι γύρω ἀπ᾿ τὴ Συναγωγή τους - τὸ Συναγώι, ποὺ τὸ λέγανε καὶ κεῖνοι καὶ μεῖς, μέσα στὸ παλιὸ Κάστρο τῆς πόλης καὶ σὲ μερικοὺς δρόμους, ὁλόγυρά του. Οἱ χριστιανοί, ποὺ καθόντανε μέσα στὸ Κάστρο καὶ σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ὁβραίικους δρόμους ὁλόγυρα, εἶχα στὴν ὀξώπορτά τους ἕνα σταυρὸ ζωγραφισμένο μ᾿ ἀσβέστη. Εἶταν ὅμως λιγοστοί, πολὺ λιγοστοί, τόσο πολύ, ποὺ σ᾿ αὐτοὺς τοὺς δρόμους εἶτανε συνήθειο παλιὸ νὰ βγαίνει τὴν Παρασκευὴ τὸ βράδυ ἄνθρωπος τῆς Συναγωγῆς, μόλις ἔπεφτε ὁ ἥλιος καὶ τελαλοῦσε δυνατά:
- Ὥ...ω...ρα γιὰ Σαμπά!... Ὥ...ρ...ααα γιὰ Σαχρί!... Τελαλοῦσε πὼς ἔπεσε ὁ ἥλιος κι ἄρχισε Σάββατο καὶ κανένας τους νὰ μὴ πιάνει φωτιὰ μὲς στὰ σπίτια τους ὡς τ᾿ ἄλλο τὸ βράδυ. Παναπεῖ δηλαδὴ πὼς εἶταν πέρα γιὰ πέρα ὁβραίικοι δρόμοι. Εἶταν ὁ δικός τους μαχαλᾶς - τὰ ὁβραίικα.
Ταπεινοί, τόσο ταπεινοὶ σὰν νά ῾τανε φοβισμένοι καὶ φουκαρᾶδες εἶταν οἱ πλιότεροι - οἱ πιὸ φουκαρᾶδες μέσα στὴν πόλη μας εἶταν αὐτοί. Ἀλήθεια πὼς κ᾿ οἱ δρόμοι τους μέσα στὸ Κάστρο εἶταν ἀπ᾿ τοὺς πιὸ βρώμικους καὶ τὰ παιδιά τους ἀπ᾿ τὰ πιὸ ἀρρωστιάρικα - ὅλο σπυριά. Κάνανε τὸ χαμάλη, τὸ λοῦστρο, τὸ μεροκαματιάρη - τέτοιες δουλειές. Καὶ δουλεῦαν καὶ τὰ παιδιά τους ἀπὸ μικρά, μαζί τους ἢ κάναν θελήματα κ᾿ οἱ γυναῖκες τους ξενοδούλευαν, πλένανε, σφουγγαρίζανε στὰ ξένα τὰ σπίτια, ἀκόμα καὶ στὰ πορνεῖα τῆς πόλης - τόσο μικρὴ καὶ τέσσερα - πέντε τὰ εἶχε - αὐτὲς καθαρίζανε, τόσο εἶτανε φτωχές. Ἐργάτες ὡστόσο νὰ πᾶνε, νὰ μάθουνε τέχνες, ῥαφτᾶδες νὰ ποῦμε, μαραγκοί, σιδερᾶδες - τέτοια πράγματα - κανένας δὲν πήγαινε. Δὲν θέλανε, λέγαν, νὰ σκλαβωθοῦν μὲ τὸ μεροκάματο καὶ τὴν τέχνη. Μερικοὶ τενεχτσῆδες - δηλαδὴ τενεκετζῆδες - τσαγκαρᾶδες - καὶ καλύτερα νὰ πῶς μερεμετιτζῆδες τῶν παπουτσιῶν - κ᾿ ἕνας - δυὸ χασάπηδες, ποὺ δὲν πούλαγαν ποτὲς γουρουνίσιο κρέας, εἶχαν κάτι μικρομάγαζα. Μὰ στὰ ὁβραίικα μέσα κι αὐτοὶ - δὲν πηγαίνανε παραπέρα.
Εἶταν ὕστερα οἱ γυρολόγοι τοῦ δρόμου, πραματευτᾶδες δηλαδή, μεταπράτες καὶ παλιατζῆδες, τὸ δικό τους τὸ ὁβραίικο εἶδος, τὸ πάππου πρὸς πάππου. Δὲν εἶτανε καὶ πολλοὶ μὰ γιομίζαν ὅλη τὴν πόλη μὲ τὴ μεγάλη φασαρία ποὺ κάνανε. Γυρνοῦσαν τοὺς μαχαλᾶδες ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ βράδυ μὲ μιὰ τάβλα κρεμασμένη μπροστὰ στὴν κοιλιά τους ἢ μιὰ μεγάλη σακούλα στὴν πλάτη, κᾶνε σέρνοντας τὸ μικρὸ καροτσάκι τους καὶ φωνάζαν ἀκούραστα - τελαλούσανε τὴν πραμάτεια τους μ᾿ ἕνα τρόπο ξεχωριστὸ καὶ δικό τους, κάπως σὰν τραγουδιστά, σὰ νὰ σέρνανε τὴ φωνή τους στὸ τέλος τῶν λέξεων - καθὼς συνήθαγαν ὅλοι τους.....
...Στὸ παζάρι τῆς πόλης θά ῾τανε καμιὰ ἑκατοπενηνταριὰ - διακόσιοι Ἑβραῖοι μὲ μαγαζιὰ - τόσοι ἀπ᾿ τὶς τέσσερις χιλιάδες. Ἄλλοι μὲ μικρὰ μαγαζιὰ καὶ καμπόσοι μὲ βαρβᾶτα ἐμπόρια - ὅσο βαρβᾶτα μπορούσανε νά ῾ναι τὰ ἐμπόρια σὲ μιὰ πόλη ποὺ τὴν ἔτρωγε τὸ σαράκι, εἶδος γεροντοχτικιό. Πουλούσανε πανικά, γυαλικά, σιδερικά, τέτοια ἐμπόρια, εἶδος ἕτοιμο, ἀπ᾿ ἔξω φερμένο, ὄχι στάρια, τροφίματα, ἐγχώρια εἴδη - τέτοια πράματα δὲν εἶχε κανένας τους. Τὰ μαγαζιά τους εἶταν ἀνακατωμένα μὲ τῶν χριστιανῶν, δὲν εἶχαν παράξενο τίποτα, γένια ἢ στὸ ντύσιμο, ὅπως ἀλλοῦ, καὶ τὴ φωνή τους ἀκόμα πασκίζαν αὐτοὶ καὶ τὴ σουλουπώνανε νὰ μὴ σέρνεται - ξεχωρίζαν ὡστόσο κι αὐτοὶ μὲ τὸ πρῶτο πὼς εἶταν Ἑβραῖοι. Τέλος - εἶτανε καὶ κάτι λιγοστοί, πολὺ λιγοστοί, σπουδαγμένοι, ἕνας - δυὸ γιατροί, φαρμακοποιοί, ἕνας - δυὸ δικηγόροι καὶ κάτι δάσκαλοι τῶν ξένων γλωσσῶν, ὄχι ἄλλες ἐπιστῆμες, μηχανικοί, γεωπόνοι, νὰ ποῦμε τεχνικοὶ γενικά, ποὺ καὶ σ᾿ ὅλη τὴν πόλη δὲν εἶταν πολλοὶ - δὲν τοὺς σήκωνε ὁ τόπος.
Αὐτοὶ πού ῾χανε τοὺς παρᾶδες ζούσανε βέβαια καλύτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους - σὲ καλύτερα σπίτια, εἶχαν καὶ δοῦλες - Ὁβριὲς - κ᾿ εἴχανε φκιάξει ἔξω ἀπ᾿ τὸ Κάστρο ἕνα - δυὸ ὁβραίικους δρόμους, πού ῾ταν κι ἀπὸ τοὺς καλύτερους τῆς πόλης. Αὐτοὶ τὸ βράδυ ἀνεβαίνανε καὶ στὰ καφενεῖα στὴν πλατεία τῆς πόλης, εἶχαν νταραβέρια μὲ καλοὺς νοικοκυραίους καὶ καθόντανε μαζί τους καὶ παίζανε τάβλι. Ὅποιος ἔχανε πλήρωνε καὶ γιὰ τοὺς δυό μας.
Πλούσιοι καὶ φτωχοὶ εἶταν ὅλοι τους μαζεμένοι γύρω ἀπ᾿ τὴ Συναγωγή τους, εἶταν ὅλοι θρῆσκοι, κανένας δὲν ἔπιανε φωτιὰ τὸ Σάββατο καὶ κανένας δὲν δούλευε τὸ Σάββατο. Πλούσιοι καὶ φτωχοί, εἶταν ὅλοι τους ταχτικοὶ στὴ ζωή τους, παντρευόνταν ἀπὸ μικροὶ κ᾿ εἶχαν ὅλοι τους ἕνα δεύτερο ροῦχο, καλύτερο, γιὰ νὰ τὸ φορᾶνε τὸ Σάββατο, νὰ πᾶνε τὸ πρωὶ στὴ Συναγωγή τους καὶ νὰ βγοῦνε τ᾿ ἀπόγευμα νὰ κάνουν περίπατο. Οἰκογενειακῶς. Ὅσοι μπορούσανε καθόντανε καὶ στὸ καφενεῖο, πάλι οἰκογενειακῶς. Πίνανε καφὲ ἢ μία γκαζόζα, οἱ γυναῖκες τους τρώγανε μία βανίλια καὶ τὰ παιδιὰ μοιραζόντανε τὸ λουκούμι ποὺ κοβόταν στὰ δυὸ - δὲν ντρεπόνταν ποὺ τοὺς κοιτοῦσαν ἀπ᾿ τὰ γύρω τραπέζια. Τὴν Κυριακὴ τ᾿ ἀπόγευμα ξαναβγαίνανε περίπατο, πάλι οἰκογενειακῶς ἢ πηγαίνανε στὸ καφενεῖο καὶ χασμουριόνταν ὥσπου νὰ περάσει κι αὐτὴ - μιὰ μέρα ἀκόμα χαμένη.
Τέτοια ταπεινή, φρόνιμη καὶ συμμαζεμένη εἶταν ἡ ζωὴ ὁλονῶν τους.
Κι ὡστόσο μέσα στὴν πόλη λέγανε γι᾿ αὐτοὺς πολλὰ καὶ διάφορα πράγματα. Τοὺς φορτῶναν ἕνα σωρὸ κουσούρια, κακίες κι ἀδυναμίες, ποὺ τάχα ἐμεῖς δὲν τὶς εἴχαμε - καὶ πρῶτα-πρῶτα γιὰ τοὺς παρᾶδες ποὺ τοὺς μαζώνανε δεκάρα-δεκάρα καὶ ποὺ τάχα ἐμεῖς τοὺς σκορπούσαμε. Γενικὰ τοὺς παρασταίνανε σὰν ἀνθρώπους παρακατιανούς, ράτσα τιποτένια καὶ βρώμικια. Τοὺς λέγανε παλιόβριους καὶ τσιφούτηδες....
..... Ὅσο καὶ νὰ τοὺς καταφρονοῦσαν, εἶχαν ὅλοι τους μέσα στὴν πόλη κάθε λογῆς καλὰ νταραβέρια μαζί τους, καὶ ψωνίζαν ἀπ᾿ αὐτοὺς καὶ δανείζονταν, οἱ πλούσιοι συνεταιριζόνταν στὰ ἐμπόρια κ᾿ οἱ φτωχοὶ τραβοῦσαν τὰ ἴδια μὲ τὴ φτώχεια καὶ μὲ τὰ βάσανα. Καὶ μ᾿ ὅσα κακὰ κι ἂν τοὺς φόρτωναν, κανένας ποτὲ δὲν ἀκούστηκε νὰ πειράξει Ἑβραῖο μόνο καὶ μόνο γιατὶ εἶταν Ὁβριός, ποτὲς μήτε τὴ Μεγάλη τὴν Πέμπτη - ὄχι, δὲν τοὺς πειράζαμε ἐμεῖς.
Δὲν εἶχαν τίποτα νὰ φοβηθοῦν ἀπὸ μᾶς. Κι ὡστόσο, παραλῆδες ἢ ζητιάνοι, σπουδαγμένοι ἢ δουλευτᾶδες, ἀπὸ κεῖ, ἀπὸ τὰ ὁβραίικα τὰ δικά τους, κανένας δὲν ξέκοβε, δὲν πήγαινε παραπέρα, δὲν χώριζε ἀπὸ τοὺς ἄλλους...
...Τὶς ἄγριες χειμωνιάτικες νύχτες ὁ δυτικὸς ἄνεμος ἐρχόταν ἀπὸ τὴ λίμνη ποὺ βρίσκεται δίπλα στὴν πόλη καὶ ξεσποῦσε στὸν ὁβραίικο μαχαλᾶ βουίζοντας μέσα στὰ σκοτεινὰ χαγιάτια καὶ τὶς σαραβαλιασμένες στέγες, γιομάτος ὄνειρα ταραγμένα. Τὶς ἥμερες νύχτες, μέσα στὴν ἡσυχία, ἀκουγόνταν οἱ καλαμιὲς ποὺ τραβούσανε σ᾿ ἀτελείωτο μάκρος τὸ πνιγμένο τους ἀργοσάλεμα, κάτι σὰ θρῆνος γιὰ μία χαμένη ζωή. Κι ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τῆς ἄνοιξης ὡς τὸ τέλος τοῦ καλοκαιριοῦ, ὁ ὕπνος τοῦ μαχαλᾶ λικνιζότανε μέσα στὴν ἀτέλειωτη συναυλία τῶν βατράχων ποὺ δίπλα στὸ μαχαλᾶ διαλαλοῦσαν ἀπὸ τὴ λίμνη τὸ χορτασμὸ καὶ τοὺς ἔρωτές τους πάνω στὴν πράσινη, βρώμικη λάσπη τῆς ὄχτης. Ἡ ἑβραίικη κοινότητα σ᾿ αὐτὴ τὴν πόλη πρέπει νά ῾ταν καμωμένη ἀπὸ χρόνια πολὺ παλιά. Γι᾿ αὐτὸ τὰ ὁβραίικα εἶτανε μέσα στὸ Κάστρο της. Καὶ γι᾿ αὐτὸ κ᾿ ἡ Συναγωγή της εἶχε ἀρχιραβίνο κι ὄχι ραβίνο...
.... Πολλὰ χρόνια πρέπει νὰ πέρασαν ἔτσι, πάρα πολλά.....Οἱ πλάκες τοῦ Μωυσῆ κρατούσανε πάντα τὴν παλιά τους γραφή. Κ᾿ ἡ ὁβραίικη φτωχολογιὰ τὶς κουβαλοῦσε στὴν πλάτη της, λιμασμένη, καταφρονεμένη, ἀπ᾿ αὐτὲς καρτερώντας τὴ σωτηρία.....Ὅπου κάποτε, πᾶνε τώρα τριάντα χρόνια, ἀκούστηκε καὶ στὴν μικρὴ πολιτεία ἡ φωνὴ ἑνὸς καινούργιου προφήτη. Δὲν ὑπάρχει, ἔλεγε αὐτός, κανένας ἄλλος τρόπος γιὰ τοὺς Ὁβραίους νὰ γλυτώσουν, νὰ σταματήσει ἡ χαμένη τυράννια τους κ᾿ ἡ ντροπή τους, παρὰ νὰ τὶς σπάσουνε μιὰ καὶ καλὴ τὶς πλάκες τοῦ Μωυσῆ. Οἱ φτωχοὶ μὲ τοὺς φτωχοὺς κ᾿ οἱ ἀρχόντοι μὲ τοὺς ἀρχόντους.....
.... Φανερό, λοιπόν, πῶς αὐτὸς ὁ καινούργιος προφήτης εἶταν ὁ πρῶτος Ὁβραῖος κομουνιστὴς τῆς πόλης αὐτῆς....Εἶταν ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα κ᾿ ἡ μάνα του τὸν εἶχε ἀναστήσει ξενοδουλεύοντας καὶ τὸν καμάρωνε ὕστερα πὄγινε καθηγητὴς τῶν γαλλικῶν σ᾿ ἕνα τέτοιο σκολειὸ σὰν τῆς «Ἀλλιὰνς Φρανσαίζ», ποὺ τὸ κράταγε στὰ χέρια της ἡ Κοινότητα τῶν Ὁβραίων. Τὸν καμάρωνε ἀκόμα πού ῾ταν ἔτσι ταπεινὸς καὶ γλυκὸς κ᾿ οἱ Ὁβραῖοι τὸν κοιτοῦσαν στὰ μάτια καὶ τὴν τιμοῦσε κι αὐτήν, ὅπως τιμοῦν οἱ φτωχοὶ τὶς μανάδες τους......
Ὧρες καὶ παράωρες τριγυρνοῦσε κάθε μέρα στὸν ὁβραίικο μαχαλᾶ. Χωρὶς καθόλου νὰ γνοιάζεται πὼς εἶταν καθηγητὴς σ᾿ ἕνα τέτοιο σκολειὸ σὰν τῆς «Ἀλλιὰνς Φρανσαίζ», καθόταν στὰ πεζοδρόμια καὶ στὰ πεζούλια καὶ μιλοῦσε μὲ τὶς Ὁβριὲς καὶ μὲ τοὺς χαμάληδες. Πήγαινε μαζί τους στὰ καπηλειά τους, ἐκεῖ μέσα στὰ ὁβραίικα, κι ἂν δὲν ἔπινε κι αὐτός, ἔτρωγε ὡστόσο μαζί τους, μὲ τὰ δυό του τὰ χέρια τὴν ὁβραίικη λαχαναρμιὰ καὶ τρέχανε τὰ ζουμιὰ στὸ παλτό του. Γέννημα δηλαδὴ καὶ θρέμμα δικό τους, ὁλόφτυστο.
Λίγο-λίγο μὲ δισταγμὸ καὶ μὲ φόβο οἱ Ὁβραῖοι ἀρχίσανε καὶ μαζευόντανε γύρω του κι ἀκούγανε ξαφνιασμένοι ποὺ τοὺς ἐξήγαγε τὴ Γραφὴ μ᾿ ἕναν τρόπο δικό του, καινούργιον κι ἀνασαίνανε τ᾿ ὄνειρό του....
 ....Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς!...
Αὐτὸς τὸν εἶχε ξεδιαλέξει μέσα στὰ ὁβραίικα, αὐτὸς τὸν ἔμαθε νὰ διαβάζει ὁβραίικα. Ἀπὸ τότες πού ῾τανε μικρὸς ἀκόμα, τὸν ἔπαιρνε τὰ χειμωνιάτικα βράδια στὸ σπίτι καὶ καθόνταν κατάχαμα καὶ διαβάζαν οἱ δυό τους. Μὲ τὴν καλοκαιριά του παιδὶ περνοῦσε ἀπ᾿ τὸ μαγαζί του κι ἅμα κλείνανε πηγαῖναν μαζὶ στὸν ἐρημικὸ δρόμο πίσω ἀπ᾿ τὸ Κάστρο, στὴν ἄκρα τῆς λίμνης, καὶ πάλι μιλοῦσαν γιὰ τὸ Ταλμούτ...
.... Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶταν ὁ Γιοσὲφ Ἐλιγιά, ποιητὴς καὶ ταλμουδιστής. Εἶχε ἀρχίσει τότε καὶ δημοσίευε κάπου-κάπου μικρὲς θαυμαστὲς ἐργασίες γιὰ ζητήματα τῆς Γραφῆς καὶ μοναδικὲς μεταφράσεις ἀπὸ τὰ κείμενα.Ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς τοῦ παρατήρησε στὴν ἀρχὴ γιὰ μερικὰ σημεῖα στὴ μετάφραση ἀπὸ τὸ Ἆσμα Ἀσμάτων, λαθεμένα κατὰ τὴ δική του τὴ γνώμη...
.... Σιγὰ-σιγὰ ξεμακραῖναν ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον, δὲ βλεπόντανε ταχτικά, ὁ Γιοσὲφ δὲν περνοῦσε ἀπ᾿ τὸ μαγαζί του.....
..... Τότες ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς εἶδε πῶς ἔπρεπε πιὰ νὰ δώσει ἕνα τέλος....
..... Μὲ σίγουρο χέρι ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς ξερίζωσε τ᾿ ἄγριο φύτρο. Δὲν εἶταν καὶ δύσκολο. Ὁ Γιοσὲφ διώχτηκε σὲ λίγο ἀπ᾿ τὸ σκολειὸ τῆς «Ἀλλιὰνς Φρανσαίζ». Οἱ πόρτες τοῦ κλείστηκαν ὅλες, στὴν ἀρχὴ οἱ ὁβραίικες, ὕστερα κι ὅλες οἱ ἄλλες. Κάτι λίγα μαθήματα ποὺ τ᾿ ἀπόμειναν κοπῆκαν καὶ κεῖνα - τὰ παιδιὰ ἀρρωστήσανε ξαφνικὰ ἢ τὰ οἰκονομικὰ τῶν γονέων ἔτυχε πάνω στὴν ὥρα καὶ στένεψαν, δὲ μπορούσανε πιὰ νὰ πληρώσουν. Ζώστηκε ὁλοῦθες ἀπὸ τὴ φτώχεια, κυνηγήθηκε μὲ κεῖνον τὸν τρόπο ποὺ ξέρουν στὴν ἐπαρχία νὰ κυνηγοῦνε - διώχτηκε. Καὶ λίγο πιὸ ὕστερα πέθανε, πολὺ νέος ἀκόμα, κάπου μακριὰ ἐκεῖ στὴ Μακεδονία. Ἡ μικρὴ Ἱερουσαλὴμ γιὰ μία ἀκόμα φορὰ τὸν ἀπέκτεινε τὸν προφήτη της....
..... Ἕνα μικρὸ ράγισμα φανερώθηκε σὲ λίγο. Ἡ πατροπαράδοτη τάξη φάνηκε πὼς ἄρχισε νὰ σαλεύεται καὶ στὴν κοινότητα τῶν Ὁβραίων, ὅπως εἶτανε πιὰ σαλεμένη γιὰ πάντα καὶ σ᾿ ὅλη τὴν πόλη. Ἄρχισαν δηλαδὴ μερικοὶ ἀπὸ τὴν ὁβραίικη φτωχολογιὰ καὶ πηγαῖναν ἐργάτες, δουλεύαν μαζί με Ρωμιούς, μαθαίνανε τέχνες, παναπεῖ πὼς δουλεύανε καὶ τὸ Σάββατο. Δὲν εἶτανε καὶ πολλοί, ἔφταναν ὡστόσο γιὰ νὰ φαίνεται τὸ πρῶτο ράγισμα. Οἱ ἄλλοι τοὺς κοίταζαν ξαφνιασμένοι, περιμένανε τὸν κεραυνὸ ποὺ θὰ πέσει στὰ κεφάλια τους, τοὺς εἶδαν ὕστερα ποὺ δὲν ἔπαθαν τίποτα - γίνανε πλιότεροι. Καὶ μερικὰ μαγαζιὰ ἀρχίσαν καὶ κεῖνα δειλὰ-δειλὰ κι ἀνοίγανε λίγο τὸ Σάββατο, νὰ μὴ χάνουνε τοὺς χωριάτες ποὺ κατέβαιναν νὰ ψωνίσουν.....
.... Καὶ ξαφνικὰ πῆρε μία μέρα ἕνα μάστορα καὶ δυὸ-τρεῖς ἐργάτες καὶ τοὺς ἔφερε στὸ μαγαζί του. Τοὺς ἔβαλε καὶ γκρεμίσαν τὴν πορτούλα. Τὰ παιδιά του κι ὁ Σιέμος κοιταζόντανε, κοιτάζαν καὶ δὲν πιστεύαν τὰ μάτια τους. Αὐτὸς στεκόταν ἐκεῖ μὲ τὰ πόδια ἀνοιχτὰ καὶ τὰ χείλια σφιγμένα. Τοὺς κοιτοῦσε ποὺ γκρεμίζαν αὐτὴ τὴν πόρτα, γκρεμίσαν ὅλον τὸν τοῖχο. Ἕνας κόσμος παλιὸς γκρεμιζόταν γιὰ πάντα, ἔφευγε πίσω. Καὶ ξεπρόβαλε τώρα ὁ θησαυρὸς τῆς δικῆς του πραμάτειας - νὰ τὸν βλέπουν ὅλοι. Τράβηξε λίγο παραμέσα τὸ τραπέζι καὶ ξανακάθισε σάμπως νὰ μὴν εἶχε γίνει τίποτα. Κι ὁλότελα ξαφνικά, ἔτσι ξαφνικὰ ὅπως εἶχε γκρεμίσει τὸν τοῖχο, ξανοίχτηκε μέσα στὴν ἀγορὰ - πιστώσεις, ἐμπορεύματα, συνεταιρισμούς. Τὰ ὁβραίικα μαγαζιὰ βρεθήκανε ὅλα δεμένα μὲ τὸ δικό του - συμβόλαια, συνεταιρισμοί, πιστώσεις, συμφέροντα καὶ κέρδη. Κανένα δὲν ξανάνοιξε Σάββατο. Γύρω στοὺς ἐμπόρους βολοδέρνανε κ᾿ οἱ μικρότεροι - μεσίτες, μεταπράτες, μικρέμποροι καὶ πραματευτᾶδες, οἱ γυρολόγοι. Παρακάτω δένανε κι αὐτοὶ τὴν ὁβραίικη φτωχολογιὰ μὲ τὰ χίλια σκοινιά - παρᾶδες, ἀνάγκες, συγγένειες, ἐλπίδες. Ὁ ἴσκιος τοῦ μαγαζιοῦ του τοὺς σκέπασε ὅλους. Συναγώι, Κοινότητα καὶ τὸ μαγαζὶ τὸ δικό του εἶταν τώρα ἕνα καὶ τὰ τρία - ὁ νόμος τοῦ Ἀβραάμ, ὁ φόβος καὶ τὸ χρῆμα - ἡ κλώσσα. Τίποτα πιὰ δὲν μπορεῖ νὰ σαλέψει μέσα στὰ ὁβραίικα δίχως τὴ θέληση τὴ δική του....
.... Μὰ ἡ ζωὴ τούτη τὴ φορὰ θέλησε νὰ κλείσει ἡ ἴδια τὸ διήγημα, δίνοντας αὐτὴ - σπάνιο πράγμα - τὴν ἀναγκαία λύση....
.....
Ὅταν ἀκούστηκαν οἱ Γερμανοὶ καὶ κατέβαιναν στὴν Ἑλλάδα, ἄρχισε καὶ στὴ μικρὴ Κοινότητα τῶν Ἑβραίων αὐτῆς τῆς πόλης ὁ μεγάλος τρόμος. Ὅλοι ξεπουλοῦσαν, ἄλλοι φκιάχνανε λίρες, ὅλοι φώναζαν νὰ σκορπίσουν καὶ νὰ κρυφτοῦνε μέσα στοὺς Ῥωμιούς. Ἡ κοινότητα τρανταζόταν ὁλόκληρη, ἀκόμα λίγο καὶ θ᾿ ἄρχιζε τὸ σωτήριο σκόρπισμα.
Δεμένους μὲ τὰ χίλια σκοινιά του, δίβουλους καὶ τρομαγμένους, ὁ Σαμπεθάι Καμπιλῆς τοὺς κράτησε κεῖ, μὲ χίλιους τρόπους, μὲ μηχανὲς κ᾿ ἐλπίδες καὶ μὲ φοβερίσματα, νὰ μὴ σκορπίσουν μονάχα, νὰ μὴν τοῦ φύγουν. Καὶ τοὺς προφτάσαν, ἐκεῖ. Καὶ τοὺς πῆραν ὅλους: καὶ τὸν κουφὸ τὸ χαχάμη καὶ τὶς γριὲς καὶ τοὺς γέρους καὶ κείνους ποὺ θέλανε νὰ δουλέψουνε τὸ Σάββατο καὶ τοὺς ἄλλους ὅλους ποὺ δὲν πιάνανε τὴ φωτιὰ καὶ τὰ μικρὰ τὰ παιδιά τους μὲ τὰ σπυριὰ καὶ τοῦ Σαμπεθάι Καμπιλῆ τὰ παιδιὰ καὶ τὸ Σιέμο καὶ τὸν ἴδιον τὸν Σαμπεθάι Καμπιλῆ. Καὶ χαθῆκαν ὅλοι - τέσσερις χιλιάδες ψυχές, ἔξω ἀπὸ κείνους τοὺς λιγοστούς, μετρημένους στὰ δάχτυλα - ποὺ δὲν θέλησαν ν᾿ ἀκούσουν τὸν Σαμπεθάι Καμπιλῆ καὶ τὰ σπάσανε τὰ σκοινιά του καὶ φύγανε, κρύφτηκαν μὲς στοὺς Ῥωμιοὺς ἢ πήγανε στὸ βουνὸ ποὺ τοὺς φώναζαν οἱ ἐαμίτες.
Μέσα σὲ λίγες ὧρες ἡ Κοινότητα τῶν Ἑβραίων βούλιαξε ἀκέρια. Μὲ τὴ Συναγωγή της, τὰ μαγαζιά της, τοὺς παρᾶδες τοὺς μαζωμένους πεντάρα-πεντάρα. Δὲν ἔμεινε τίποτα. Ἡ μικρή μας πόλη μὲ πιασμένη τὴν ἀνάσα ἄκουσε τὸ σπαραγμὸ καὶ τὸ θρῆνο ποὺ ὑψώθηκε ἀπ᾿ τὰ ὁβραίικα. Εἶταν ὁ ὕστατος θρίαμβος τοῦ Σαμπεθάι Καμπιλῆ."
(Αποσπάσματα από το διήγημα του Δημήτρη Χατζή, Σαμπεθάι Καμπιλής)
Ολόκληρο το διήγημα εδώ