Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νουβέλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νουβέλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2022

Ενάμισι δευτερόλεπτο φως...




 ...συγκέντρωσε τότε το βλέμμα του πάνω σε ένα διερχόμενο πλοίο που πήγαινε μαζί με τον άνεμο και με ρεύματα προς το νοτιά, ήταν λίγο πριν χαθεί ο ήλιος στον ορίζοντα για τα καλά, και το πλοίο είχε ταχύτητα μικρότερη απ' τα κύματα, το προσπερνούσε η θάλασσα· δεν είχε ξαναδεί εικόνα ποτέ του τόσο γαλήνια και πρωτότυπη ο μετεωρολόγος, να προσπερνάει το βαπόρι η θάλασσα και να είναι τόσο ήρεμη και σταθερή η πορεία και των δύο, παρέμεινε λοιπόν εκεί προσηλωμένος για ώρα, για όσο σκοτείνιαζε ο κόσμος λεπτό με το λεπτό, και περίμενε με την περιφερειακή του όραση  να αντιληφθεί τον φάρο να ανάβει για πρώτη φορά, ώσπου, λίγο πριν σκοτεινιάσει εντελώς και λίγο πριν χαθεί το πλοίο από τα μάτια του, στις 20.49 ακριβώς ήρθε η πρώτη αναλαμπή, και ένα χαμόγελο γλύκας και ικανοποίησης έλαμψε στο πρόσωπο του Καιρού, που ημέρεψε αμέσως και κάθισε εκεί στη θέση του, δεν μετακινήθηκε καθόλου μέχρι να δει τον φάρο να ανάβει για δεύτερη φορά και ύστερα για τρίτη, για κάμποσες φορές, έως να συνηθίσει την περιοδικότητα και μέχρι να πέσει η νύχτα εντελώς, να απομείνει μοναχά το ενάμισι δευτερόλεπτο φως του φαναριού να φέγγει κάθε τόσο τον βραχότοπο· τότε συνειδητοποίησε για πρώτη του φορά πόσο μεγάλο διάστημα είναι τα δεκαοχτώμισι δευτερόλεπτα, ιδίως όταν κάτι περιμένεις να συμβεί και ιδίως όταν αυτό το κάτι είναι τόσο μεγαλειώδες σε αίσθηση αλλά και τόσο μικρό ταυτόχρονα σε διάρκεια όσο μια αναλαμπή μέσα στο σκοτάδι· ένιωσε πόσο γλυκιά είναι η ελπίδα που σκορπίζει το ενάμισι δευτερόλεπτο φως ανάμεσα σε διαστήματα σκότους, αλλά και ταυτόχρονα και πόσο ακριβώς υπέροχη γαλήνη είναι τα δεκαοχτώμισι δευτερόλεπτα της σκοτεινιάς ανάμεσα στις στιγμιαίες εκτυφλωτικές εκείνες· γενικώς είχε κάτι το μαγικό όλη αυτή η κατάσταση...

Γιάννης Μακριδάκης, Ενάμισι δευτερόλεπτο φως, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2020

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2021

Νίκος Καββαδίας - Λι

 

Το «Λι» είναι ένα μικρό διήγημα στο οποίο ο Νίκος Καββαδίας περιγράφει την περιπέτεια που έζησε στο Χόνγκ Κονγκ όταν ταξίδευε το 1968, σαν ασυρματιστής, στα καράβια.  Λι είναι το όνομα μια δεκάχρονης κινέζας που προσφέρεται να του κάνει διάφορες δουλειές όσο αυτός περιμένει στο καράβι ανάμεσα Καουλούν και Χονγκ Κονγκ, μέχρι να παραδοθεί αυτό σε άλλους ιδιοκτήτες. Μέσα σε αυτό το  πολύ μικρό χρονικό διάστημα αναπτύσσεται μια ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα σε αυτόν και τη Λι, που οδηγεί σε μια σύντομη περιδιάβαση του τοπικού πολιτισμού και της φιλοσοφίας του…

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα και το 1955 γυρίστηκε η κινηματογραφική ταινία  “Between the devil and the deep blue sea” το σενάριο της οποίας στηρίζεται στο βιβλίο του Νίκου Καββαδία.

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2020

Η Γεωργία Τάτση για τη Γάμπαρη Αμβρακικού

Ήταν Γενάρης του 2014 όταν διάβασα με έκπληξη το σχόλιο της Γεωργίας Τάτση στην  ανάρτησή μου που αφορούσε την παρουσίαση του βιβλίου της Χορός στα ποτήρια. Με ευχαριστούσε για την ουσιαστική συνομιλία που είχα με το βιβλίο. Το σχόλιο αυτό έγινε η αφορμή για τη γνωριμία μου με τη Γεωργία Τάτση, όχι μόνο τη συγγραφέα, αλλά κυρίως τον άνθρωπο.
Στα χρόνια που μεσολάβησαν μάς δόθηκε η ευκαιρία να γνωριστούμε καλύτερα και πολλές φορές να συνομιλούμε για προσωπικά και λογοτεχνικά θέματα. Δεν είναι λίγες οι φορές που άνοιξε ο ορίζοντας μου σε καινούρια λογοτεχνικά  πεδία , στη γνωριμία με άγνωστους για μένα συγγραφείς ή στη με άλλη ματιά αντιμετώπισή τους μέσα από αυτές τις συνομιλίες . Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό όμως σε αυτή τη συνομιλία είναι ότι αυτή γίνεται και γινόταν δι’ αλληλογραφίας, όπως έλεγαν παλιότερα, μόνο που αντί για  χειρόγραφες επιστολές ανταλλάσσουμε ηλεκτρονικά μηνύματα.
Έτσι όταν η Γεωργία δημοσίευσε το νέο της βιβλίο Γάμπαρη Αμβρακικού στήθηκε ένας συναρπαστικός δίαυλος επικοινωνίας μέσω του οποίου ταξίδεψα στο λογοτεχνικό της σύμπαν.
Από αυτή την ανταλλαγή μηνυμάτων  προέκυψε μια σειρά ερωτήσεων  που ζητούσαν απαντήσεις. Η Γεωργία πρόθυμα απαντούσε στις απορίες μου και με βοήθησε να μυηθώ στα «μυστικά» της γραφής της αποκαλύπτοντας μου τις πηγές της έμπνευσης της και όχι μόνο. 
Σκέφθηκα λοιπόν και με τη δική της σύμφωνη γνώμη να συγκεντρώσω τις  «κουβέντες» που ανταλλάχτηκαν και να τις παρουσιάσω βοηθώντας τον αναγνώστη ή την αναγνώστρια  στην περιπλάνηση τους στον ονειρικό, μουσικό, μυρωδικό και συνάμα ευαίσθητο και σπαρακτικό κόσμο της Γάμπαρης Αμβρακικού.
Δεν θα ήθελα να θεωρηθεί συνέντευξη αλλά απλά μια συνομιλία στην οποία η Γεωργία Τάτση μιλάει για το νέο της βιβλίο και καταθέτει κομμάτια της ψυχής της.
Την ευχαριστώ από καρδιάς για την εμπιστοσύνη της .



  • Πριν από χρόνια, όταν συζητήσαμε για το Χορό στα ποτήρια, είχες πει ότι  η φράση του Μπόρχες «οι επαναλήψεις, οι παραλλαγές, οι συμμετρίες αρέσουν στη μοίρα» έχει στοιχειώσει τη σκέψη σου και ότι πάνω σ’ αυτή τη φράση προσπαθείς να δομήσεις την ιστορία που είχες ξεκινήσει τότε να δουλεύεις. Να λοιπόν που η ιστορία αυτή «πήρε σάρκα και οστά» και έγινε βιβλίο με τον τίτλο Γάμπαρη Αμβρακικού. Τη φράση αυτή την έχεις ως μότο . Πώς τη συνέδεσες με την ιστορία σου;   


 Γ.Τ. Δεν την συνέδεσα, ακριβώς. Βασίστηκα στη φράση αυτή  και στη μικρή ιστορία του Μπόρχες «Η πλοκή», από την οποία τη δανείστηκα. Κατά τη γνώμη μου, στην ιστορία αυτή, ο Μπόρχες δηλώνει, με τον δικό του μοναδικό τρόπο,  αυτό που ξέρουμε από τον Μαρξ πως η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται παρά μόνο σαν φάρσα. ΄Ετσι τουλάχιστον διάβασα την ιστορία του και με αυτή την έννοια την είχα συνεχώς στο μυαλό μου όταν έχτιζα τη σχέση της Αλεξάνδρας με τη μάνα της, κυρίως την πολιτική σχέση τους. Με απασχολούν πολύ και στη λογοτεχνία και στη ζωή οι επαναλήψεις, οι παραλλαγές και οι συμμετρίες που αρέσουν στη μοίρα. Προσπαθώ να καταλάβω πού αρχίζει η επανάληψη,  πού σταματάει η επανάληψη κι αρχίζει η παραλλαγή, πού σταματάει η παραλλαγή κι αρχίζει η συμμετρία. Το μότο το παίρνω υπόψιν μου στη μυθοπλασία από την αρχή, δεν είναι κάτι που το βάζω εκ των υστέρων. Γι’ αυτό σου είχα πει, στην προηγούμενη συζήτησή μας ότι αυτή η φράση στοιχειώνει τη σκέψη μου. Με απασχολούσε πολύ εκείνη την περίοδο.   

  • Η αναζήτηση του πατέρα, η μορφή της μάνας, η αρρώστια , ο θάνατος και ανάμεσα τους η Αλεξάνδρα , η κόρη με τη δική της πορεία που από τη μια κατεβαίνει στα σκοτάδια και από την άλλη ανεβαίνει στο φως. Σε αυτή την πορεία υπάρχουν αυτοβιογραφικές αναφορές ή είναι μόνο μυθοπλασία; 

            
Γ.Τ. Υπάρχουν κα τα δύο. Υπάρχουν και αυτοβιογραφικές αναφορές  και μυθοπλασία. Όμως αυτό που έχει σημασία σε ένα μυθιστόρημα είναι αν τα αυτοβιογραφικά στοιχεία μετατρέπονται σε λογοτεχνία, αν μετατρέπονται σε αισθητικό αποτέλεσμα. Νομίζω πως αν, κατά την ανάγνωση ενός μυθιστορήματος, ο αναγνώστης προσπαθεί να αναγνωρίσει τα στοιχεία που ανταποκρίνονται στην ζωή του συγγραφέα, χάνει το νόημα του βιβλίου, απομαγεύει το κείμενο -εφόσον βεβαίως, υπάρχει μαγεία στο κείμενο που διαβάζει. Ο συγγραφέας δεν γράφει για να πει την ιστορία της ζωής του, ακόμα κι αν τη λέει. Γράφει για να δημιουργήσει ένα  λογοτεχνικό σύμπαν. 

  •  Σε αυτό το ταξίδι η Αλεξάνδρα εμφανίζεται πικραλίδα – γάμπαρη – χέλι – φωτεινό σκουληκάκι σηματοδοτώντας με πυκνό συμβολισμό κάθε μια στιγμή της ζωής της. Γιατί αυτές οι μεταμορφώσεις, αυτά τα στάδια;                 


Γ.Τ.   Διότι οι άνθρωποι μεταμορφωνόμαστε, αλλάζουμε.  Έχουμε πολλούς εαυτούς που διαμορφώνονται μέσα στο χρόνο χάρη στις εμπειρίες και τις γνώσεις που αποκτάμε.  Δεν είμαστε ίδιοι πριν και μετά από μια οριακή εμπειρία. Είμαστε αυτό που γινόμαστε. Αυτή την έννοια έχουν οι μεταμορφώσεις της Αλεξάνδρας.

  • Θα έλεγα ότι επινοείς δύο τρόπους, ευρήματα, για να κινήσεις τη μνήμη και να δώσεις ώθηση στην ιστορία, να ξετυλίξεις το κουβάρι. Ο ένας είναι οι σταθμοί του μετρό και ο άλλος το ανακάλεμα αγαπημένων προσώπων.  Η ανάμνηση αγαπημένων ανθρώπων και των πράξεων τους συχνά μπορεί να οδηγήσει όλους μας σε άλλες εποχές. Με εντυπωσίασε όμως το πώς λειτούργησαν μέσα σου οι σταθμοί του μετρό , οι στάσεις , τα έργα τέχνης. Μπορείς να πεις δυό λόγια για αυτές τις επινοήσεις σου;        


Γ.Τ. Πάντα με γοητεύει το κάτω, το υπόγειο, το μη εμφανές, το μέσα στη γη, το κρυπτικό, το σκοτεινό, αυτό που  μόνο η τέχνη αποκαλύπτει. Έχοντας  στο μυαλό μου τον πατέρα της Αλεξάνδρας σαν πουλί, μια μέρα που βρέθηκα τυχαία στο σταθμό «Μέγαρο Μουσικής» του μετρό, παρατηρούσα τη σύνθεση με τα ψηφιδοποιημένα πουλιά του Παναγιώτη Φειδάκη στον τοίχο. Τα παρατηρούσα και υπό το πρίσμα της ιστορίας μου και τότε μου φάνηκε ότι τα έργα τέχνης που είναι εγκατεστημένα στους σταθμούς  είχαν τοποθετηθεί εκεί για μένα. Είχα έτοιμη τη σκηνογραφία της ενεστωτικής αφήγησης. Έπρεπε απλώς να επιλέξω ποιον σταθμό θα χρησιμοποιήσω. Την επιλογή μου καθόρισαν  το όνομα του σταθμού και το έργο τέχνης που βρίσκεται σε αυτόν. Χρησιμοποίησα εκείνους τους σταθμούς που εξυπηρετούσαν την αφήγησή μου και αυτοί  έδωσαν και τους τίτλους των κεφαλαίων. 

  • Σε αυτό το μυθιστόρημα υπάρχουν κάποιοι κοινοί τόποι, κοινά μοτίβα με το Χορό στα ποτήρια όπως είναι ο χορός, ο θάνατος, οι μυρωδιές. Έχω συγκρατήσει το άρωμα μανταρινιού στο Χορό και το άρωμα της λυγαριάς στη Γάμπαρη. Αυτά τα μοτίβα τα αναπτύσσεις διαφορετικά αλλά δείχνουν όμως ότι τα κουβαλάς μέσα σου και σου δίνουν έμπνευση για εξωτερίκευση συναισθημάτων.      


Γ.Τ.  Ναι έτσι είναι. Όλα βρίσκονται στην παιδική μας ηλικία. Αυτή είναι η πατρίδα μας. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τον πρώτο νεκρό της ζωής του; Ποιος μπορεί να ξεχάσει την έκπληξη της πρώτης φοράς; Οτιδήποτε κι αν αφορά αυτή η πρώτη φορά. Μυρωδιά, γεύση, αφή. Αισθήσεις και συναισθήματα είναι δεμένα με μια συγκεκριμένη στιγμή της παιδικής μας ηλικίας. Ανακαλώντας π.χ. μια μυρωδιά ανακαλεί κανείς και τη συνθήκη της, ανακαλεί ό,τι την συνόδευε όταν την ανακάλυπτε  εκείνη την πρώτη φορά. 

  • Το νέο σου μυθιστόρημα είναι πλημμυρισμένο από μουσική, λαϊκή, βυζαντινή, μπλουζ...και αυτή γίνεται η αφορμή για να αποκαλυφθούν γεγονότα είτε προσωπικά είτε ιστορικά – πολιτικά.         


Γ.Τ. Τα τραγούδια εκτός από τη δική τους ιστορία, κουβαλούν την ιστορία και την εποχή με την οποία τα έχει συνδέσει η ηρωίδα και με αυτή την  έννοια τα ενσωματώνω στη γραφή ακριβώς για να αποκαλύψουν είτε προσωπικά, είτε ιστορικά και πολιτικά γεγονότα ή για να ορίσουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται οι χαρακτήρες του βιβλίου. 

  • Ο χορός εδώ λειτουργεί διττά, αέρινος για τη μάνα, γήινος για την Αλεξάνδρα. Ποιο ρόλο παίζει στην εξέλιξη της ιστορίας σου , στο κτίσιμο των ηρωίδων σου;      


Γ.Τ.  Η Αλεξάνδρα ως παιδί είναι μαγεμένη από τη μάνα της.  Η Αλεξάνδρα του σήμερα καλείται να ξαναδεί τη μάνα της και τον εαυτό της  με  το αίσθημα  του παιδιού που υπήρξε αλλά με το σημερινό βλέμμα της ώριμης γυναίκας. Αυτό προσπάθησα να κάνω με το χορό. Μέσα από το χορό αποκαλύπτονται και τα στοιχεία που τις ενώνουν και τα στοιχεία που τις χωρίζουν. Ο χορός κουβαλάει το φορτίο -ιστορικό, πολιτικό, συναισθηματικό-  που είχαν μάνα και κόρη όταν χόρευαν, διαφορετικό πάντως φορτίο για την κάθε μία και μας βοηθάει να καταλάβουμε την προσωπικότητα των δυο χαρακτήρων  αλλά και την εποχή και τις συνθήκες που επικρατούσαν. Νομίζω πως η σκηνή του χορού είναι το κλειδί για την ανάγνωση  του βιβλίου.

  • Ο ήλιος ως επιτάφιος θρήνος και ως αναστάσιμος χορός. Κατά τη γνώμη μου από τις πιο συνταρακτικές σελίδες. 


Γ.Τ. Η Αλεξάνδρα κινείται διαρκώς ανάμεσα στην ισχυρή παρουσία της μητέρας και στην ισχυρή απουσία του πατέρα,  ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι,  ανάμεσα στον ήλιο που συμβολίζει τη μητέρα με το τραγούδι «ήλιε μ’ που βγαίνεις το πρωί και τα βουνά ζεσταίνεις…» και στον «ήλιον κρύψαντα τας ιδίας ακτίνας» που συμβολίζει τον πατέρα. Για την Αλεξάνδρα οι δύο ήλιοι, οι δύο κόσμοι, ο Πάνω και ο Κάτω είναι ενωμένοι εκ των πραγμάτων. Δεν χρειάζεται να το σκεφθεί αυτό, το νιώθει αφού η μάνα βρίσκεται στον Πάνω Κόσμο και ο πατέρας στον Κάτω. Και όταν για να συναντήσει τον πατέρα της κατεβαίνει από την επιφάνεια στα βάθη του εαυτού της διαπιστώνει πως το σκοτάδι δεν είναι αδιαπέραστο. Υπάρχει πάντα μια πυγολαμπίδα, ένα  φωτεινό σκουληκάκι, μια ανάμνηση, ένα τραγούδι που την οδηγεί να αναδυθεί ξανά στο φως.

  • Η πολιτική δράση της Αλεξάνδρας , η συμμετοχή, η σύλληψη , η κατηγορία και η φυλάκιση της για τρομοκρατική δράση. Πώς θα αντιδρούσε η Αλεξάνδρα στη σημερινή πολιτική κατάσταση; Θα έπαιρνε ενεργή θέση, επαναστατική ή θα συμβιβαζόταν με το εφικτό; Νομίζω ότι δεν καθορίζεται ακριβώς η στάση της μέσα στο μυθιστόρημα. Αφήνεται κάπως μετέωρη η στάση της στο παρόν.     


Γ.Τ. Ναι. Επίτηδες αφήνεται μετέωρη. Ας επιλέξει ο αναγνώστης ό,τι νομίζει. Με ενδιαφέρει ο ενεργός αναγνώστης. Δεν μου αρέσει να τον καθοδηγώ. Σήμερα οι συνθήκες είναι πολύ διαφορετικές από τις συνθήκες που δρούσε πολιτικά η Αλεξάνδρα. Η τεχνολογία δημιουργεί συνεχώς νέους όρους, αλλάζοντας άρδην τη ζωή μας,  τα αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής βρίσκονται ήδη εδώ, η κατάσταση είναι σύνθετη και πολύπλοκη, ο πολιτικός χρόνος  πυκνός κι εμείς βομβαρδιζόμαστε καθημερινά από πάρα πολλές πληροφορίες που δεν προλαβαίνουμε να  επεξεργαστούμε και να αφομοιώσουμε. Η Αλεξάνδρα αναστοχάζεται το παρελθόν της. Δύσκολα θα πήγαινε είτε από δω είτε από κει. Εξ άλλου πώς ορίζεται σήμερα το επαναστατικό; Δεν την καλύπτουν πια οι εύκολες απαντήσεις, αλλά ούτε εκείνη ούτε εγώ μπορώ να ξέρω τι θα έκανε μπροστά σε ένα απρόβλεπτο, σ’ ένα συνταραχτικό γεγονός. Υποθέτω πως δεν θα έμενε με σταυρωμένα χέρια.    

  • Το τελετουργικό της εξόδιας ακολουθίας και το τυπικό της ορθόδοξης εκκλησίας για το μνημόσυνο, ο επιτάφιος θρήνος, η ταφή. Τα αποσπάσματα που έχεις επιλέξει είναι βαθιά λυρικά και ανθρώπινα. Με έχει συγκινήσει ο τρόπος που τα συνδέεις με τη μορφή της μάνας.      


Γ.Τ.  Ναι, το γεγονός ότι η μάνα είναι άρρωστη, αδύναμη, κοντά στο θάνατο, μέσα στο θάνατο δίνει στην Αλεξάνδρα τη δυνατότητα να την δει στην ανθρώπινή της διάσταση, όχι στην ηρωική της διάσταση όπως την έβλεπε μέχρι τότε. Έτσι -μέσω του αγαπημένου προσώπου- αντιλαμβάνεται  βαθύτερα την ανθρώπινη συνθήκη της φθοράς, της θνητότητας και του θανάτου που  αποτυπώνονται  στην εξόδιο ακολουθία,  εξοικειώνοντάς μας με την δική μας θνητότητα.

  • Να σχολιάσουμε τον τίτλο.


Γ.Τ.  Η Γάμπαρη Αμβρακικού παραπέμπει στη γνωστή γαρίδα της περιοχής μας. Η γαρίδα απεκδύεται το κέλυφός της και μένει γυμνή δηλαδή ευάλωτη κι εκτεθειμένη,  με αποτέλεσμα πολλές φορές, να την τρώνε άλλες γαρίδες ή να τρώνε κάποιο τμήμα του σώματός της, αλλά αυτό το τμήμα αναπλάθεται. Η Αλεξάνδρα έχει κοινά χαρακτηριστικά με την γαρίδα, σε συμβολικό επίπεδο. Έτσι προέκυψε ο τίτλος Γάμπαρη Αμβρακικού.

  • Ποιο  ρόλο παίζει η χρήση του β’ προσώπου στην αφήγησή σου και γιατί όχι α΄; 


Γ.Τ. Η  Αλεξάνδρα του σήμερα  λέει την ιστορία της  στον εαυτό της, που σημαίνει πως βάζει τον παλιό εαυτό της απέναντι, τον παρατηρεί και του μιλάει, τον αντιμετωπίζει ως άλλον. Έχει διάλογο μαζί του, γι’ αυτό μιλάει σε β΄ πρόσωπο. Το β΄ πρόσωπο είναι πιο εσωτερικό και πιο εξομολογητικό. Το α΄πρόσωπο δημιουργεί μεγαλύτερη συναισθηματική φόρτιση. Επειδή όμως το θέμα μου φέρει έντονο συναισθηματικό φορτίο δεν ήθελα να το επιβαρύνω περισσότερο με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Γι’ αυτό χρησιμοποιώ β΄πρόσωπο. Για την ιστορία της Αλεξάνδρας ως παιδί, χρησιμοποιώ το γ΄πρόσωπο γιατί η απόσταση, χρονική και συναισθηματική είναι τέτοια που της επιτρέπει να έχει την  θέαση του παντεπόπτη αφηγητή. Σε ποιο πρόσωπο θα μιλήσει ο αφηγητής θέλω να πω, επιβάλλεται από το θέμα και από τον τρόπο που  μιλάει ο χαρακτήρας. 

  • Η αφήγησή σου είναι πλούσια σε εικόνες, σε υπερρεαλιστικά στοιχεία, σε όνειρα, παραισθήσεις. Ξεφεύγεις από το πραγματικό , ρεαλιστικό και από τη μια αγγίζεις την ποίηση και από την άλλη τη ζωγραφική. Υπάρχουν επιρροές από βιβλία, μουσικές, έργα τέχνης;     


Γ.Τ. Οπωσδήποτε, αλλοίμονο!  Οι συνειδητές επιρροές μου δηλώνονται όλες στο βιβλίο. Μιλώ με λόγια άλλων εκεί που αυτά  έρχονται φυσικά στο στόμα μου κι αυτό δηλώνεται με πλάγια γράμματα. Για τις υποσυνείδητες όμως επιρροές μου δεν μπορώ να σου πω τίποτα, δεν τις ξέρω ούτε εγώ. Είμαι σίγουρη όμως πως με κάποιο τρόπο εισχωρούν στη γραφή, ερήμην μου. 

  • Τα πουλιά και τα φυτά. Κοτσύφια , ασπραγκάθια, λυγαριές . Όλα σε αρμονικό  δέσιμο που προωθούν την εξέλιξη της ιστορίας και δημιουργούν μια φανταστική ατμόσφαιρα.          


Γ.Τ. Έζησα μέσα στη φύση μέχρι τα δώδεκά μου χρόνια. Και όταν λέω έζησα μέσα στη φύση, εννοώ δούλεψα. Τα παιδιά δουλεύαμε μαζί με τους γονείς μας σε όλες τις αγροτικές δουλειές τότε. Σκάλισα, φύτεψα καπνό, θέρισα, αλώνισα, κουβάλησα νερό στο κεφάλι, ξύλα στην πλάτη, τάισα, φρόντισα ζώα. Κοιμήθηκα πολλές νύχτες έξω, όταν το χωράφι, στο οποίο δουλεύαμε, ήταν μακριά από το σπίτι μας.  Ξέρω τα πλάσματά της φύσης, τα δένδρα της, τα φυτά της. Παρόλο που πολλές φορές νομίζω πως τα έχω ξεχάσει, αυτά είναι εκεί και όταν τα ανακαλώ έρχονται.

  • Και τώρα που τέλειωσες με αυτή την ιστορία και το βιβλίο σου πήρε το δρόμο του, έχεις κάτι άλλο στο νου σου; Μια νέα ιστορία, ένα νέο βιβλίο;


Γ.Τ. Το μόνο που θα μπορούσα να πω με έναν τρόπο είναι: πως θέλω να προλάβω να γράψω δυο τρία βιβλία ακόμα.




Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2019

Η πιο μεγάλη συφορά σ' αυτό τον κόσμο είναι νάσαι δούλος με συνείδηση!

Όταν ξημέρωσε η εικοστή πρώτη μέρα έγινε κάτι που δεν μπορούσε να το χωρέσει ο νους του ανθρώπου, ακόμα και του πιο προικισμένου με θετική στρατιωτική φαντασία.
Όλοι οι απλοί άνθρωποι, αυτούς που λέμε χωματάνθρωπους ή Λαό, έγιναν ξαφνικά δέντρα! Πώς έγινε αυτό; Κανείς δεν ξέρει. Αυτό είν' έξω απ' τους φυσικούς νόμους και μοιάζει σαν νάγινε σε άλλο πλανήτη ή σαν επανάσταση του είδους. Πάντως έγινε. Οι κρατικοί επιστήμονες είπαν ότι αυτό οφείλεται στην πολλήν ευτυχία ή ακινησία του μυαλού! Φυσικά αυτό το συνταραχτικό φαινόμενο δεν έγινε μονομιάς, άρχισε με μεμονωμένα κρούσματα όπως η χολέρα.
Το πρώτο κρούσμα έγινε σε μια πέτρινη σκάλα. Κατέβαινε ένας ανθρωπάκος που τον έλεγαν Μηνά. Αυτός ο Μηνάς δεν είχε ποτέ φάκελο στην Ασφάλεια για φιλόδεντρος. Ήταν ένας ήσυχος, καλός, νομοταγής και σχεδόν ακίνητος άνθρωπος. Όπως κατέβαινε, λοιπόν, το τελευταίο σκαλοπάτι, ξαφνικά στάθηκε, κοίταξε τον ήλιο και είπε μια φράση σκοτεινή
- Δεν μπορώ άλλο πια, βαρέθηκα!
Έσμιξε στριφογυριστά τα πόδια του στη γη,πέταξε ρίζες κατά κάτω, σήκωσε αργά αργά τα χέρια του ψηλά, άνοιξε τις παλάμες του και ξαφνικά ξεπετάχτηκαν κάτι κλαδιά θεόρατα κατά πάνω όλο πρασινάδα και δύναμη και σκέπασαν τον ήλιο. Κείνη την ώρα πέρναε ο αέρας και σκόνταψε αφηρημένος απάνω του, ξαφνιάστηκε και έσκουξε:
- Έι, πού βρέθηκες εσύ;
- Δεν μπορώ άλλο αδελφέ, βαρέθηκα πια, είπε ο Μηνάς το δέντρο και τίναξε τα κλαδιά του όλο δροσιά στην ξερή γη.
Με ταχύτητα αστραπής διαδόθηκε το νέο σ' όλο τον κόσμο. Όλοι έμειναν κατάπληκτοι. Τι συμβαίνει τέλος πάντων; Τα δέντρα ξεραίνονται και οι άνθρωποι γίνονται δέντρα; Μαζεύτηκε κόσμος και κόσμος και κοίταζε το Μηνά το δέντρο, σιωπηλά με κατανόηση. Ο Μηνάς τρεμούλιαζε τα φύλλα του σα χιλιάδες δάχτυλα και τους χαιρετούσε από ψηλά.
- Γεια σας αδέρφια...Πιο καλά έτσι!
Το βράδυ μια μεγάλη ουρά πολλών χιλιομέτρων σχηματίστηκε μπροστά απ' το Μηνά το δέντρο, σα νάτανε ένα ζωντανό μαυσωλείο. Σ' όλο αυτό το διάστημα ο Μηνάς τούς μιλούσε με τη γλώσσα των δέντρων και πράμα παράξενο άρχισαν τώρα να την καταλαβαίνουν όλοι. Έλεγε:
- Αδέρφια, βαρέθηκα πια αυτή την ακινησία του μυαλού μου. Με βγάλανε έξω απ' όλα. Τι μπορούσα να γίνω χωρίς γνώμη; Ή κανένα κατσαβίδι ή κανένα σφυρί, το πολύ πολύ καμιά μηχανή εσωτερικής καύσεως, να δουλεύω στον ίδιο κύκλο! Προτίμησα να γίνω δέντρο κ' είμαι πολύ ευχαριστημένος γιατί αισθάνομαι μια παράξενη λευτεριά. Πρώτα - πρώτα δεν τρέχω σαν τρελλός σ' όλο τον πλανήτη να βρω ένα κομμάτι ψωμί, να ιδρώνω και ν' αγκομαχάω σαν παλιόσκυλο!
Έχω αμολήσει τις ρίζες μου βαθιά και βυζαίνω το χώμα. Ούτε ωράρια εργασίας, ούτε καταναγκασμός, ούτε κουδούνια, ούτε να δέχομαι τη σοφία των αφεντικών μου σαν αλάθευτη!
Τώρα δουλεύω αθόρυβα και τραγουδάω με τον αέρα μέρα - νύχτα. Σκέφτομαι ό,τι θέλω και συμμετέχω στην παραγωγή της ζωής. Συνεργάζομαι με τον ήλιο, με το σκοτάδι, με τ' αστέρια, με το χώμα, με τον αγέρα και μ' όλο πούμαι ακίνητος νοιώθω πως μιλάω μ' όλο το σύμπαν. Γίνετε και σεις δέντρα!
Έτσι μιλούσε ο Μηνάς το δέντρο, όλη τη νύχτα μα πού να ξέρει τι τον περίμενε την αυγή. Την αυγή απαγορεύτηκε η κυκλοφορία γύρω απ' το δέντρο κ' ένα καμιόνι με φαντάρους σταμάτησε κάτω απ' τον ίσκιο του.
Βάλανε συρματόπλεγμα και πασσάλους και το κλείσανε μέσα. Καρφώσανε και στον κορμό του μια ταμπέλα που έγραφε"Ένοχος'.
Ο Μηνάς μ' όλα τούτα τ' ανθρώπινα καμώματα άρχισε να γελάει και κοροϊδεύει από ψηλά.
- Έι φουκαράδες φαντάροι, σκλαβάκια!...
Γύρισε και του απάντησε ο λοχίας ξαναμένος.
- Σκάσε, προδότη!
- Κακομοίρη μου, του ξανάπε ο Μηνάς, σε λυπάμαι. Η πιο μεγάλη συφορά σ' αυτό τον κόσμο είναι νάσαι δούλος με συνείδηση!
Αγρίεψε ο λοχίας πιο πολύ κι άρχισε να βρίζει χυδαία.
- Παλιοπούστη, επαναστάτη, θα σου δείξω εγώ. Έβγαλε το ζωστήρα κι άρχισε να δέρνει με λύσσα τον κορμό του δέντρου.
Χύμηξαν και οι άλλοι φαντάροι και το βάραγαν με μανία μέχρι που ίδρωσαν και πρίστηκαν τα χέρια τους.
Τότε ξάπλωσαν βρίζοντας κουρασμένοι καταγής στον ίσκιο του Μηνά κι αυτός τους λυπήθηκε και τους έρριξε λίγη δροσιά στο πρόσωπο!
- Φουκαράδες!
Κατά τις δέκα η ώρα ήρθε ο διευθυντής της Αστυνομίας μ' ένα χαμόγελο.
- Ελπίζω να βάλεις μυαλό Μηνά, του είπε, και να ξαναγίνεις άνθρωπος. Πρέπει να παραδεχτείς ότι έσφαλες! Χάλασες την αρμονία του ανθρώπινου είδους. Βιολογικά ανήκεις στον άνθρωπο. Πρέπει νάσαι υπάκουος στους νόμους, στην πατρίδα, στους ανωτέρους σου και στο Θεό. Λοιπόν σου προτείνω να καταργήσεις αυτά τα κλαριά και τα φύλλα και να ξαναγίνεις άνθρωπος, κατάληξε ο διευθυντής.
- Ποτέ! απάντησε ήρεμα ο Μηνάς.
- Κοίταξε να δεις, του είπε μ' ένα χαμόγελο ο διευθυντής...Υπάρχουν κι άλλοι τρόποι να σε πείσουμε! Καταλαβαίνεις βέβαια ότι δε θ' αφήσουμε κι άλλους να μιμηθούν το παράδειγμά σου. Φαντάζεσαι τι θα γινότανε αν όλοι οι άνθρωποι γινόντουσαν δέντρα;
- Εννοείς το λαό; είπε ο Μηνάς.
- Βεβαίως!
- Να σου πω. Τότε όλα τα εργοστάσια θα κλείνανε και θα μένανε οι κυρίαρχοι με τις άχρηστες ηλεκτρονικές τους μηχανές, έρημοι. Θάλειπε βέβαια απ' την αγορά το πολύ κρέας, η ποικιλία η ανθρώπινη θα λιγόστευε και οι κύριοι θάπλητταν χωρίς ύμνους. Η συσσώρευση θα σταμάταε και πώς θα γέμιζε αυτό το χάος του στομαχιού των διαφόρων τραστ;
- Η αιώνια προπαγάνδα των αναρχικών, είπε ο διευθυντής ήρεμα. Η άρχουσα τάξη και ο καταπιεζόμενος λαός! Χα, χα...
- Χα, χα, είπε κι ο Μηνάς το δέντρο και τίναξε χαμογελώντας μερικά φύλλα πάνω στο γυαλιστερό καπέλο του διευθυντή της Αστυνομίας. Ο διευθυντής έβγαλε το καπέλο του και το τίναξε ενοχλημένος.
- Βλέπω είσαι αμετανόητος. Ανήκεις στα λεγόμενα σκληρά δέντρα, αλλά εμείς έχουμε έναν τρόπο πολύ γλυκό για να μαλακώνουμε τα σκληρά αντικείμενα!
- Κ' εμείς έναν τρόπο πολύ σκληρό για να υπερασπίζουμε αυτό που λέμε γλυκειά ζωή, απάντησε ο Μηνάς.
- Θα το δούμε, είπε ο Διευθυντής τραγουδώντας κ' έφυγε.
Σε μια ώρα ήρθανε δυό τεράστιες μπουλντόζες και ξερίζωσαν το Μηνά το δέντρο. Τον βάλανε όρθιο σ' ένα μεγάλο καμιόνι και τον πήγανε στην Ασφάλεια. Τον φύτεψαν πρόχειρα σ' ένα ψηλό κελί κι άρχισαν την ανάκριση. Θαρρώ σε κείνο το ξερίζωμα ο Μηνάς το δέντρο πόνεσε πολύ αλλά κανείς δεν άκουσε ούτε τον παραμικρό στεναγμό!
Μόνο τ' αστέρια από ψηλά κατάλαβαν πόσο δυνατός ήταν ο πόνος και ψιθύρισαν:
- Κάποιος πονάει κει κάτω!

Αυτά και πολλά άλλα συμβαίνουν στο βιβλίο του Νότη Περγιάλη , Όταν σηκώθηκαν τα δέντρα",  μια μικρή , αλληγορική γραφή που σας γράψαμε, μαζί με ένα παιδί, μ' ένα κοχύλι και με τα δέντρα στην παραλία, μια μέρα που κοιτάζαμε τα βότσαλα και τον ήλιο που στραφτάλιζε δυνατά πάνω στη θάλασσα."
Μια ιστορία που άρχισε έτσι.
Την πρώτη μέρα μαράθηκε ο Νταλής το πεύκο.
Τη δεύτερη, η μυγδαλιά του τσαγκάρη.
Την τρίτη, η δάφνη της Μαρίας.
Τις άλλες μέρες ξαπλώθηκε η αρρώστια πέρα απ' τη γειτονιά στο πάρκο, με σίγουρα ανάλαφρα βήματα.
Τότε νάβλεπες τα πουλιά που τσίριζαν τρομαγμένα.
Ξαφνικά όλα τα δέντρα του πάρκου άρχισαν να γέρνουν τα φύλλα τους και να μοιρολογάνε.
- Όι, όι...πεθαίνω!...
Και γύριζαν τα μάτια τους στο άδειο σύμπαν.
Αυτές τις μικρές φωνές τις άκουγαν μόνο τ' αστέρια από ψηλά με τα κοραλλένια αυτιά τους κι ο αέρας που ερχότανε δροσερός από τις κορφές των βουνών...
...Τότε πραγματικά άρχισε ο πανικός. Ένας πανικός θανάτου.
Μέσα σ' αυτό τον πανικό οι κυβερνώντες πήραν μια σειρά από μέτρα. Πρώτα πρώτα στα πάρκα ξεριζώσανε τα μαραμένα δέντρα και φύτεψαν πλαστικά, να τα βλέπει ο λαός και να χαίρεται. Οργάνωσαν γιορτές μέρα και νύχτα με ταμπούρλα, χορούς και χαρές. Δημόσια θεάματα σέξυ, προβολές ταινιών ευτυχίας και φεστιβάλ θεάτρου λησμοσύνης. Σ' αυτές τις γιορτές η παρουσία ήταν υποχρεωτική. Στις πόλεις δεν έμεινε χορτάρι για χορτάρι που να θυμίζει την παλιά κατάσταση. Όλα ξεριζώθηκαν κι αντικαταστάθηκαν με πλαστικά, αιώνια ανθισμένα, αγριολούλουδα....
...Έτσι , εκεί που νόμιζαν οι κυβερνώντες ότι πραγματικά είχαν δώσει στο λαό την αποχαυνωτική ηδονή της ανυπαρξίας, ξαφνικά την άλλη μέρα...Όλοι οι απλοί άνθρωποι, αυτούς που λέμε χωματάνθρωπους ή Λαό, έγιναν ξαφνικά δέντρα! ...και ο αγώνας για την επικράτηση της ζωής άρχιζε...
" Ζω για να ζεις
ζεις για να ζω"

Ν. Περγιάλης , Όταν σηκώθηκαν τα δέντρα, Αθήνα 1971. Το εξώφυλλο έγινε από τον συγγραφέα

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2019

Μαύρο νερό



«...Για την εξόρυξη, είχαν σπάσει το πέτρωμα με εκατομμύρια τόνους νερού, μαζί με ένα μείγμα που η σύνθεσή του ήταν βιομηχανικό απόρρητο, και με άμμο για να μένουν τα ρήγματα ανοιχτά. Δηλητηριώδη συρίγγια ανοίχτηκαν έτσι στη γη κι εκατοντάδες στρέμματα απογυμνώθηκαν. Όταν όμως εγκαταλείφθηκαν οι γεωτρήσεις, το δάσος διεκδίκησε ξανά τον τόπο κι έμειναν μονάχα οι ουλές σαν αυτή στην Αγια – Σωτήρα, οι χαρακιές των νέων αλλά κιόλας ραγισμένων δρόμων, και σκουριασμένοι αγωγοί και δεξαμενές λυμάτων, που πολλές είχαν πέσει και πια φώλιαζαν ζώα μέσα, κι από τις τρύπες που είχαν ανοιχτεί στους αγωγούς φύτρωναν βάτα. Αρχαία λείψανα ήδη, μες στα πυκνά δέντρα, περίμεναν τον μελλοντικό αρχαιολόγο – στον αλλαγμένο τόπο οι δεξαμενές και οι αγωγοί ήταν τα νέα ορόσημα και σημάδια για τους χωριανούς, αυτούς που σαν ζωντανά απολιθώματα κατοικούσαν ακόμα στα νεκρά χωριά...»

Ένα μικρό απόσπασμα από τη νέα νουβέλα του πολύ καλού συγγραφέα Μιχάλη Μακρόπουλου « Μαύρο νερό» που εκδόθηκε πρόσφατα ( Ιούνιος 2019) από τις εκδόσεις Κίχλη. 
Ο Μιχάλης Μακρόπουλος αν και δεν είναι ηπειρώτης αγαπάει την Ήπειρο σαν τόπο δικό του και εμπνέεται τις ιστορίες του από αυτόν και συγκεκριμένα από το Δελβινάκι και την ευρύτερη περιοχή του Πωγωνίου.
Στο « Μαύρο νερό» η ιστορία εκτυλίσσεται σε αυτή την περιοχή και η υπόθεσή της έρχεται από το...μέλλον καθώς όλα διαδραματίζονται μέσα σε  ένα δυστοπικό περιβάλλον .  Έρημα χωριά όχι από τη μετανάστευση αυτή τη φορά , αλλά από τη δηλητηρίαση και καταστροφή του οικοσυστήματος. Αιτία οι εξορύξεις της RIPOIL που προκάλεσαν μια εφιαλτική πραγματικότητα. Κλειστά σπίτια, άρρωστοι άνθρωποι, εκβιαστικά διλήμματα από την εταιρεία και εγκατάλειψη της περιοχής. Οι εναπομείναντες κάτοικοι ή πρέπει να μεταφερθούν αλλού ή πρέπει να πεθάνουν. Διαλέγουν και παίρνουν. 
Δίπλα τους και ανάμεσά τους μια φύση που οργιάζει. Ζώα, πουλιά, δέντρα, καρποί και  νερό. Τίποτε όμως δεν μπορεί να καταναλωθεί γιατί όλα είναι μολυσμένα.
Και μέσα σε αυτήν ελάχιστοι άνθρωποι ηλικιωμένοι και ένα παιδί ανάπηρο , η τραγική συνέπεια του δηλητηριασμένου περιβάλλοντος.
Μια σειρά συμβολικών – κατά τη γνώμη μου – πράξεων δείχνουν το δρόμο . Όμορφα ανθρώπινα συναισθήματα εξακολουθούν να ανθίζουν μέσα στο δηλητηριασμένο περιβάλλον και εκφράζονται κυρίως μέσα από τη σχέση του πατέρα και του ανάπηρου γιου.  Άραγε υπάρχει ακόμη ελπίδα; 
Γραφή  ζωντανή και  συνταρακτική μέσα στην απλότητά της.
Σας προτείνουμε να διαβάσετε το βιβλίο απολαμβάνοντας καλή λογοτεχνία  και συγχρόνως να προβληματιστείτε για το παρόν και το μέλλον το δικό μας , των παιδιών μας και του τόπου μας. Τίποτε δεν χάθηκε ακόμη αν εμείς δεν το αφήσουμε να χαθεί...Οι εξορύξεις αφορούν όλους μας! 



Μιχάλης Μακρόπουλος , Μαύρο νερό, Κίχλη, Αθήνα 2019

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2017

Λιλίκα Νάκου

Η Λιλίκα Νάκου γεννήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 1904. Οι βιογραφικές πληροφορίες αναφέρουν ότι ήταν δημοσιογράφος και πεζογράφος. Την "γνώρισα" πριν από πολλά χρόνια μέσα από την τηλεοπτική μεταφορά του αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος Η κυρία Ντορεμί. Έκτοτε δεν έτυχε να διαβάσω κανένα βιβλίο της και θα έλεγα ότι μου ήταν άγνωστη και ως δημοσιογράφος και ως συγγραφέας. Λησμονημένη και αγνοημένη αν και θεωρείται από τις πολύ σημαντικές γυναικείες παρουσίες που συνέβαλε με το έργο της στην υπόθεση του γυναικείου κινήματος και της χειραφέτησης των γυναικών σε εποχές πολύ δύσκολες.
Να όμως που την ανακάλυψα έστω και αργά στις σελίδες ενός παλιού τεύχους (1989)του περιοδικού" γραφή", έκδοση του Πολιτιστικού Οργανισμού Λάρισας. Η "γραφή" είχε αφιέρωμα στη Λιλίκα Νάκου.


Η αφορμή να αναζητήσω και να διαβάσω μερικά βιβλία της  δόθηκε από τον τίτλο της
νουβέλας της "Η ξεπάρθενη" , που εκδόθηκε το 1932. Τίτλος ομολογουμένως ασυνήθιστος  και πολύ τολμηρός για πεζογράφημα της εποχής του Μεσοπολέμου. Η αφήγηση σε α' ενικό ξεδιπλώνει την ιστορία μιας κοπέλας η οποία, αν και ανήκε σε καλή οικογένεια και ανατράφηκε  με τα πρότυπα της εποχής της, τολμάει να επιλέξει έναν διαφορετικό δρόμο από εκείνον που η κοινωνία και η οικογένεια είχε προορίσει για τις γυναίκες . Συζεί για λίγο με έναν άνδρα που αγάπησε και χωρίς να τον παντρευτεί φέρνει  στον κόσμο το παιδί τους. Η επιλογή της να γεννήσει και να μεγαλώσει το παιδί της μόνη της  έρχεται σε αντίθεση με τα οικογενειακά πρότυπα και τις αξίες της κοινωνίας. Η ηρωίδα παλεύει σκληρά για να μεγαλώσει το παιδί της κρυφά από την οικογένειά της και βιώνει με τον πιο τραγικό τρόπο αυτή την επιλογή της.

"Το γυναικείο σώμα, παρά την αντίληψη της εποχής, αποδεικνύεται ερωτογενές και διεκδικεί το δικαίωμα της ερωτικής και σεξουαλικής επιθυμίας έξω από τις κοινωνικές συμβάσεις. Και στη νουβέλα αυτή υπάρχουν «οι γυναίκες κούκλες» της μεσοαστικής τάξης που φλυαρούν στα σαλόνια, δεν εργάζονται και ζουν στο ψέμα και την υποκρισία των σχέσεων και οι γυναίκες, όπως η ηρωίδα, που διεκδικούν το δικαίωμα της αυτονομίας, της επιθυμίας, της εργασίας και της γραφής."(1)

"Η ξεπάρθενη" με τον τίτλο "Το βιβλίο του Πετρή μου" πήρε το πρώτο βραβείο στο διεθνή διαγωνισμό διηγήματος της εφημερίδας " Μικρού Παρισινού". Οι κριτικές ήταν ενθουσιώδεις και ο Κωστής Παλαμάς έγραψε ότι σπάνια βιβλίο του έδωσε τέτοια βαθιά συγκίνηση ενώ ο Γεώργιος Βεντήρης σημείωσε ότι " Την ώρα που τόσοι και τόσοι βλέπουν τον άνθρωπο σα μηχανή ή σαν αφηρημένο μόριο η φλόγα της Λιλίκας Νάκου έρχεται να φωτίσει μερικούς από μας." 

Το 1935 η Λιλίκα Νάκου γράφει το μυθιστόρημα
" Παραστρατημένοι" . Με αυτό το έργο έγινε γνωστή στα νεώτερα χρόνια καθώς ήταν το  πρώτο της  που  μεταφέρθηκε  στη μικρή οθόνη το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 1979 έως το Φεβρουάριο του 1980. Δυστυχώς δεν διασώθηκε κανένα επεισόδιο καθώς κάποιοι διέγραψαν εντελώς τη σειρά από το αρχείο της ΕΡΤ .
Οι "Παραστρατημένοι " αφηγούνται  συμβάντα από την παιδική ηλικία της συγγραφέως , τη ζωή και την εκπαίδευσή της στην Ελβετία. Αυτοβιογραφική διάθεση με κυρίαρχα μοτίβα τη μοναξιά, την έλλειψη  μητρικής αγάπης, τις προβληματικές ανθρώπινες σχέσεις, τους ανεκπλήρωτους έρωτες,  το θάνατο, το μηδενισμό αλλά και την τάση για την ψυχική ελευθερία και την αποδέσμευση από τα στερεότυπα  μέσα από την εργασία και το διάβασμα.

"Η αφήγηση, μέσα από τα γεγονότα της εσωτερικής και εξωτερικής ζωής της ηρωίδας, ξεδιπλώνει την προσωπική της πορεία προς την ανακάλυψη του εαυτού της όσο και μια σειρά από γυναικεία και αντρικά πρόσωπα, που κινούνται γύρω της και των οποίων οι μικρές ‘εγκιβωτισμένες’ ιστορίες ζωής αποκαλύπτουν αντρικές και γυναικείες στάσεις εμποτισμένες από τα διαδεδομένα στερεότυπα της κοινωνίας της εποχής. Τα στερεότυπα για τη γυναίκα είναι η παρθενία πριν το γάμο  η υστερική γυναίκα, η πόρνη, η μητρική και προστατευτική γυναικεία φιγούρα, η γυναίκα-θύμα, η γυναίκα που αφιερώνεται στους άλλους, ευαίσθητη και γενναιόδωρη, η γυναίκα που «εκμεταλλεύεται» τους άντρες , η «εγκαταλελειμμένη» γυναίκα, η ανικανοποίητη γυναίκα. Όλες αυτές οι στερεοτυπικές εικόνες της γυναίκας εμφανίζονται είτε ως αναπαραστάσεις των ανδρών αποτυπωμένες στις συζητήσεις των ανδρών μεταξύ τους ή με τις γυναίκες είτε ως στάσεις διαφόρων γυναικείων τύπων μέσα στις ‘εγκιβωτισμένες’ αυτές ιστορίες στην ιστορία της κύριας αφήγησης. Πρέπει να σημειώσουμε ότι τα δευτερεύοντα γυναικεία ή ανδρικά πρόσωπα που περιβάλλουν την κεντρική ηρωίδα λειτουργούν ως ‘συνεργοί’ (adjuvants) για την ίδια, αφού τη βοηθούν να έχει πρόσβαση στον εσώτερο εαυτό της, να ανιχνεύσει τα όρια και τα αδιέξοδά της, τις αντιθέσεις, τις διαφορές και τα κοινωνικά παράδοξα. Τα διαφορετικά γυναικεία ‘εγώ’ συγκροτούν το ‘εγώ’ της Αλεξάνδρας και το ‘εγώ’ της γυναίκας γενικά, παρά τις μερικές διαφοροποιήσεις. Μέσα από μια χαμηλόφωνη αφήγηση, η οποία παίζει κυρίαρχο ρόλο στη διατύπωση μιας σκέψης για τη γυναικεία ταυτότητα, η αφηγήτρια, ακούγοντας προσεχτικά τον εαυτό της, ομολογεί τις αδυναμίες, τους φόβους της και διηγείται τις περιπέτειές της, τις προσπάθειες, τις ματαιώσεις και τις αποτυχίες της."(2)


Οι "Παραστρατημένοι" είναι άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες, που παρασύρονται από τις αδυναμίες τους και παραιτούνται από τη ζωή υποταγμένοι σε αρρωστημένα συναισθήματα και αδιέξοδες καταστάσεις. Η βασική ηρωίδα του μυθιστορήματος αγωνίζεται να δραπετεύσει από αυτά βαδίζοντας ωστόσο πολλές φορές σε κινούμενη άμμο έτοιμη να καταποντιστεί ανά πάσα στιγμή. Κατορθώνει όμως να ισορροπήσει και να απελευθερωθεί ανακαλύπτοντας ένα νέο νόημα στην ταλαιπωρημένη της ζωή.

" Ένιωθα τώρα στο βάθος μου πως είχα βρει το σκοπό της ζωής μου. Μια σκέψη μόνο με βασάνιζε: Θα μπορέσω τάχα εγώ να πλάσω έναν άνθρωπο; Έναν Άνθρωπο με καρδιά γερή και μεγάλη;...Και θα μπορέσω εγώ να του δείξω τον ίσιο δρόμο, ώστε πατώντας στα ερείπια που άφηκε η γενιά μας, να πετάξει μπροστά;..."

Οι "Παραστρατημένοι" είναι ένα σπαρακτικό, ένα σχεδόν καταθλιπτικό μυθιστόρημα , το οποίο όμως κατορθώνει στο τέλος να εμφυσήσει ελπίδα και αισιοδοξία για τη γυναίκα και για τον άνθρωπο γενικά.

Το 1953 γράφει μία ακόμη νουβέλα, τη" Ναυσικά". Και εδώ η μοίρα των γυναικών, τα στερεότυπα, οι προβληματικές σχέσεις στην οικογένεια και η σύγκρουση ανάμεσα στη μητέρα και την κόρη κυριαρχούν. Ο θάνατος και η απώλεια της μητέρας αφήνουν  ένα κενό αλλά η ηρωίδα στο τέλος χαράζει τον δρόμο της , ένα δρόμο διαφορετικό που την οδηγεί στη διαμόρφωση μιας προσωπικότητας απελευθερωμένης σε σχέση με τις απαγορεύσεις και τα πρέπει που η κοινωνία προστάζει.
Αυτά τα έργα υπήρξαν σταθμοί όχι μόνο στο λογοτεχνικό έργο της Λιλίκας Νάκου αλλά και στην ελληνική λογοτεχνία. Η συγγραφέας δεν ενδιαφερόταν απλά για τα προβλήματα της γυναίκας και για τα κοινωνικά προβλήματα αλλά υιοθέτησε μια διαφορετική οπτική που συμφωνούσε με τις προοδευτικές αντιλήψεις της και τη στάση της στη ζωή. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι έζησε στην Ελβετία και στη Γαλλία, ότι απέκτησε ευρωπαϊκή μόρφωση βιώνοντας συγχρόνως τα μεγάλα λογοτεχνικά ρεύματα , τις ιδεολογίες και τις επαναστατικές ιδέες μέσα από τον αγώνα για την πραγματοποίησή τους.
Ο Γρηγόρης Ξενόπουλος έγραψε ειδικά για τους Παραστρατημένους ότι " Το ελληνικό μυθιστόρημα έχει βρει τη μορφή του (...) γιατί η Λιλίκα Νάκου έχει το δώρο να επικοινωνεί με τον αναγνώστη της. Μας άνοιξε ένα παράθυρο προς τη Δύση. Τα περισσότερα βιβλία που γράφονταν ως τότε ήταν σχεδόν ηθογραφίες. Η Λιλίκα Νάκου, με το βίωμά της στο εξωτερικό, μας κάνει και ζούμε με το πνεύμα της Ευρώπης, έχοντας ωστόσο βαθιές ρίζες στη γη της Ελλάδος".
Η ποιήτρια Μελισσάνθη κατατάσσει τη Λιλίκα Νάκου " στις γυναικείες διασημότητες της εποχής του μεσοπολέμου, μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού.
Τα πρωτοποριακά βιβλία της : " Η ξεπάρθενη" κι οι " Παραστρατημένοι", που ως τώρα, καμμιά νεώτερη συγγραφεύς δεν μπόρεσε να τα ξεπεράσει σε τόλμη, είχαν γίνει σταθμός για το κίνημα της γυναικείας απελευθέρωσης" 

Αξίζει να προστεθεί στις  αρετές  της εξιστόρησης η εξαιρετική περιγραφική αφήγηση που ζωντανεύει το τοπίο είτε αυτό βρίσκεται στην Αθήνα, στην Αττική, στη Γενεύη , στη Μασσαλία. Χρώματα, μυρωδιές, φωνές, εποχές εναλλάσσονται στις σελίδες βοηθώντας να εντρυφήσουμε ακόμη περισσότερο στην ψυχολογία των ηρώων που μεταλλάσσεται από  χαρά σε λύπη και προχωρά  από το φως στο σκοτάδι ανάλογα με το αν η υπόθεση  εξελίσσεται στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό και γίνεται πιο έντονο το αίσθημα της μοναξιάς και της νοσταλγίας.

Το επόμενο βιβλίο που μπόρεσα να βρω είναι "Οι οραματιστές της Ικαρίας". Το έγραψε το 1963.
Η Λιλίκα Νάκου πήγαινε για χρόνια στην Ικαρία για λουτροθεραπεία στις ιαματικές πηγές καθώς αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Λέγεται ότι από ευγνωμοσύνη στην Ικαρία έγραψε αυτό το μυθιστόρημα. Οραματιστές είναι εκείνοι που έβλεπαν ένα άλλο μέλλον για το νησί , μακριά από την εμπορευματοποίηση και κερδοφόρες επενδύσεις, στηριζόμενοι στα χέρια τους και στις δυνάμεις τους.  Οραματιστές όμως είναι  και εκείνοι που έβλεπαν οράματα και ερμήνευαν με τον δικό τους απλοϊκό τρόπο τη φύση και ό,τι την περιέβαλλε.
Από τη μια μεριά αυτοί οι φτωχοί, που το μυαλό τους και τα μάτια τους άνοιξαν από τους χιλιάδες εξόριστους που στάλθηκαν στην Ικαρία και οι άλλοι οι απλοί άνθρωποι με τις δεισιδαιμονίες τους και την αγνή ψυχή τους. Από την άλλοι οι Ικαριώτες - μετανάστες στην Αμερική, που έφυγαν φτωχοί και έγιναν πλούσιοι και επιστρέφουν στον τόπο τους κουβαλώντας  όχι μόνο την αμερικάνικη νοοτροπία και ιδεολογία της επένδυσης και του πλουτισμού, αλλά και τα προβλήματά τους, τις άρρωστες και αλλοτριωμένες σχέσεις τους, τη μοναξιά που κουβαλούν σε κάθε τους βήμα.  Μόνο που εδώ στο νησί αρχίζουν και ξεκαθαρίζουν τα πράγματα και σιγά σιγά ξαναβρίσκουν τον εαυτό τους . Αυτό οφείλεται στην επαφή τους με τους απλούς ανθρώπους της Ικαρίας και στην πανέμορφη φύση, είτε του βουνού είτε της θάλασσας.
Πολλοί χαρακτήρες σε πρώτο και δεύτερο ρόλο, με τις συγκρούσεις τους και τους έρωτες τους, αναδύονται από τις σελίδες του μυθιστορήματος και πίσω από αυτούς  η Ικαρία με τη φυσική της ομορφιά, την ιστορία και τους μύθους της , τους χιλιάδες εξόριστους και τους αγώνες της, απρόσωπες μεγαλουπόλεις της Αμερικής , το βροχερό και καταθλιπτικό Παρίσι. Αλλά και έμμεσοι πολιτικοί σχολιασμοί για το μέλλον της ανθρωπότητας, τις πυρηνικές δοκιμές και την απειλή ενός πυρηνικού πολέμου μαζί με τις αναφορές στην κατάκτηση του διαστήματος από Ρώσους και Αμερικάνους. 
Εκείνο όμως που προβάλλεται ιδιαίτερα είναι η ελπίδα, η πίστη και η αγάπη στη ζωή , στα μικρά και απλά καθημερινά πράγματα, στην ομορφιά του έρωτα και της φύσης, στη φωτεινή πλευρά του ανθρώπου.

" - Έλα! είπε στον Κοσμά, να βγούμε έξω! Ξημερώνει! Θα βγει όπου να' ναι ο ήλιος! Ας είναι παγωνιά, πάμε έξω να δούμε την ανατολή.
Και βγήκανε έξω στην αυλή, που ήτανε στο ύψωμα, και που φαινότανε γύρω όλο το πέλαγος! Και είχε μια τέτοια διαύγεια που έβλεπες ως πέρα μακριά. Έβλεπες όλα τα νησάκια που ξεπροβάλλανε τριανταφυλλένια, ένα - ένα, μέσα από τη θάλασσα!
Όποιος δεν έχει ζήσει και δεν έχει δει τα νησιά του Αιγαίου μια τέτοια πρωινή ώρα, δεν ξέρει τι θα πει στον κόσμο ομορφιά!
Και ο Κοσμάς κι η Δεσποινιώ στέκανε ορθοί, ο ένας κοντά στον άλλον, θαμπωμένοι από το καινούργιο φως.
Βλέπανε τον ήλιο που ανέτειλε ανάμεσα στη θάλασσα.
Και η Ικαρία, το νησί τους, που ήταν μια μικρή κουκίδα γης στη ράχη του Αιγαίου φωτίστηκε και αυτή, και γίνηκε σαν ένα πολύτιμο πετράδι!
Έπαιρνε κι αυτή με τη σειρά της μερδικό από την ομορφιά του κόσμου, γιατί κανένα πια νησάκι, κανένας βράχος γυμνός δεν θ' απόμενε παραπονεμένος πάνω στη γη.
Ο ήλιος θα ανέτελνε τώρα για όλους, και θα σκόρπιζε ίδια παντού, το φως και τη χαρά του."

Λιλίκας Νάκου, Η ξεπάρθενη , Δωρικός, Αθήνα 1979
                        Ναυσικά , Δωρικός, Αθήνα 1980
                        Παραστρατημένοι, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2009,
                        12η έκδοση
                        Οι οραματιστές της Ικαρίας, Δωρικός, Αθήνα 1982
(1,2) Διαμάντη Αναγνωστοπούλου, Ανάδυση της έμφυλης γυναικείας ταυτότητας σε αφηγηματικά έργα γυναικών συγγραφέων της λογοτεχνικής γενιάς του τριάντα










Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2017

" μπορείς να με ανεβάσεις στο ικρίωμα, μα εγώ μπορώ να σε πονέσω, και το θέλω!"


Πορτραίτο του Χανς Κολχάζε σε λιθογραφία του 1840. Αλογέμπορος. Πολίτης του Βερολίνου.Εκτελέστηκε εκεί το 1540. Δευτέρα των Βαΐων.
- Όχι για την ιδιοκτησία μου, που μου την πήραν
- Για το δίκιο που μου στέρησαν, πολέμησα

***
[...] Ο Εκλέκτορας, που στεκόταν πίσω από τους κυνηγετικούς ακολούθους του, και παρατήρησε μια μικρή μολυβένια κάψουλα που κρεμόταν από μεταξωτή κλωστή στον λαιμό του, τον ρώτησε, μια και δεν υπήρχε τίποτε καλύτερο να συζητήσουν: ποια ήταν η σημασία της και τι έκρυβε εκεί μέσα; Ο Κόλχαας απάντησε: " ναι, κραταιέ μου άρχοντα, αυτή η κάψουλα!" - και την πήρε από το λαιμό του, την άνοιξε και έβγαλε από μέσα ένα μικρό σημείωμα, σφραγισμένο με αλεύρι - αυτή η κάψουλα έχει περίεργη ιστορία! Είναι δεν είναι επτά μήνες , ακριβώς την επομένη της ταφής της γυναίκας μου, και είχα ξεκινήσει από το Κολχάζενμπρουκ, όπως θα ξέρετε, για να πιάσω τον νεαρό άρχοντα φον Τρόνκα που με είχε αδικήσει, και εκεί , στο Γιουτερμποκ, μια πολιτειούλα από την οποία περνούσε ο δρόμος μου, είχαν μια συνάντηση για λόγο που δεν τον ξέρω ο Εκλέκτορας της Σαξονίας και ο Εκλέκτορας του Βρανδεμβούργου· και όταν προς το βράδυ, κατέληξαν σε συμφωνία, όπως ήταν ο σκοπός τους, περπάτησαν συζητώντας φιλικά μέσ' από τους δρόμους της πόλης για να δούνε το κεφάτο ετήσιο πανηγύρι, που γινόταν εκεί. Στο πανηγύρι συνάντησαν μια τσιγγάνα, η οποία καθόταν σε ένα σκαμνάκι και προφήτευε μέσα από τον Καζαμία στον κόσμο που την περιτριγύριζε, και την ρώτησαν αστειευόμενοι: μήπως είχε να αποκαλύψει και κείνων κάτι που θα τους ευχαριστούσε; Εγώ, που μόλις είχα καταλύσει με τους ανθρώπους μου σε ένα πανδοχείο και ήμουν παρών στο μέρος όπου συνέβησαν αυτά, από εκεί  όπου στεκόμουν, πίσω από τον κόσμο, στην είσοδο μιας εκκλησίας, δεν μπόρεσα να ακούσω τι είπε η αλλόκοτη γυναίκα στους άρχοντες· έτσι λοιπόν, καθώς οι άνθρωποι τριγύρω έλεγαν γελώντας ο ένας στον άλλον ότι είπε πως δεν ανακοίνωνε σε όλους όσα ήξερε και σπρώχνονταν να δουν το θέαμα που θα διαδραματιζόταν, εγώ, όχι τόσο από περιέργεια, αλήθεια, αλλά για να κάνω χώρο για τους περίεργους, ανέβηκα σε έναν πάγκο που είχε σκαφτεί πίσω μου στην είσοδο της εκκλησίας. Από αυτήν τη θέση απέκτησα πλήρη θέα των αρχόντων και της γυναίκας που καθόταν μπροστά τους και φαινόταν να σκαλίζει κάτι: ξαφνικά σηκώνεται στηριγμένη στις πατερίτσες της κοιτάζοντας γύρω της τον κόσμο· καρφώνει το βλέμμα της πάνω σε μένα που ποτέ μου δεν είχα ανταλλάξει μαζί της κουβέντα ούτε ποτέ στη ζωή μου είχα επιθυμήσει τις γνώσεις της· στριμώχνεται και έρχεται μέσα απ' όλο αυτό το πυκνό πλήθος κοντά μου και λέει: " ε, εσύ! αν θέλει να μάθει ο κύριος, ας ρωτήσει εσένα να του πεις!" Και λέγοντας αυτά, κραταιέ μου άρχοντα, μου έδωσε με τα ξερακιανά κοκκαλιάρικα χέρια της ετούτο το σημείωμα. Και όπως εγώ, έκπληκτος, κι ενώ όλος ο κόσμος στρέφεται προς το μέρος μου, λέω: γιαγιά, τι είναι αυτό που μου χαρίζεις; εκείνη μου απαντάει, έπειτα από πολλά ακαταλαβίστικα λόγια, μέσα στα οποία εγώ ωστόσο προς μεγάλη μου έκπληξη ακούω το όνομά μου: " ένα φυλαχτό, Κόλχαας, αλογέμπορε· φύλαξ' το καλά, θα σου σώσει κάποτε τη ζωή!" και έπειτα χάθηκε. - Λοιπόν!" συνέχισε ο Κόλχαας καλοσυνάτα: " για να πω την αλήθεια, στη Δρέσδη, όσο άγρια και αν ήσαν τα πράγματα, δεν μου κόστισαν τη ζωή· τι θα μου συμβεί στο Βερολίνο, και αν εκεί θα τα καταφέρω με δαύτο, αυτό θα μας το δείξει το μέλλον". - Μόλις τα άκουσε αυτά ο Εκλέκτορας κάθισε σε έναν πάγκο· και μ' όλο που στην ερώτηση της έκπληκτης κυρίας: τι είχε; απάντησε: τίποτα, απολύτως τίποτα! έπεσε ωστόσο αναίσθητος στο πάτωμα, πριν προλάβει εκείνη να προστρέξει και να τον πάρει αγκαλιά. Ο ιππότης φον Μάλτσαν που έμπαινε εκείνη τη στιγμή στο δωμάτιο για μια δουλειά, φώναξε: Θεέ μου! τι έπαθε ο άρχοντας; Η κυρία φώναξε: φέρτε νερό! Οι κυνηγετικοί ακόλουθοι τον σήκωσαν και τον μετέφεραν στο κρεβάτι που βρισκόταν στο διπλανό δωμάτιο, και η αγωνία κορυφώθηκε όταν ο θησαυροφύλακας, τον οποίο φώναξε ένας ακόλουθος, δήλωσε: όλα τα σημάδια έδειχναν ότι του είχε έρθει κόλπος! Ο θησαυροφύλακας έστειλε έναν έφιππο αγγελιαφόρο στο Λούκαου να φέρει γιατρό και ο περιφερειακός διοικητής έβαλε να μεταφέρουν τον Εκλέκτορα, μόλις άνοιξε τα μάτια, σε μια άμαξα και να τον πάνε αργά αργά σε μια κυνηγετική έπαυλη που βρισκόταν στην περιοχή· αυτή η μετακίνηση όμως επέφερε, μετά την άφιξή του εκεί, δύο νέες λιποθυμίες: και έτσι συνήλθε σχετικά αργά το πρωί της επομένης, με την άφιξη του γιατρού από το Λούκαου, παρουσίασε όμως σαφή συμπτώματα επερχόμενου νευρικού πυρετού. Μόλις ξαναβρήκε τις αισθήσεις του, ανασηκώθηκε στο κρεβάτι και η πρώτη του ερώτηση ήταν: πού είναι ο Κόλχαας; Ο θησαυροφύλακας παρανόησε την ερώτηση και πιάνοντάς του το χέρι είπε: ότι δεν χρειαζόταν να ανησυχεί, γιατί ο φρικτός αυτός άνθρωπος, έπειτα από εκείνο το παράξενο και ακατανόητο συμβάν στο υποστατικό του Ντάμε, είχε μείνει εκεί με βρανδεμβουργιανή φρουρά. Τον διαβεβαίωσε για την αμέριστη συμπαράστασή του και ότι είχε επιπλήξει δριμύτατα τη γυναίκα του για την ανεύθυνη απερισκεψία να τον φέρει σε επαφή με αυτόν τον άνθρωπο και τον ρώτησε: τι ήταν αυτό στη συζήτησή του με εκείνον που του προκάλεσε τόσο μεγάλη συγκίνηση; Ο Εκλέκτορας είπε: έπρεπε να ομολογήσει ότι όλα αυτά τα δυσάρεστα συμπτώματα που είχε οφείλονταν στη θέα ενός μικρού σημειώματος που εκείνος ο άνθρωπος είχε μαζί του μέσα σε μια μολυβένια κάψουλα. Πρόσθεσε και διάφορα άλλα για να εξηγήσει την κατάσταση, τα οποία ο θησαυροφύλακας δεν τα κατάλαβε· ξαφνικά του έσφιξε το χέρι ανάμεσα στα δικά του και τον βεβαίωσε ότι η κατοχή εκείνου του σημειώματος ήταν εξαιρετικά σημαντική γι' αυτόν· και του ζήτησε να καβαλήσει αμέσως ένα άλογο, να πάει στο Ντάμε και να πάρει για λογαριασμό του το σημείωμα από εκείνο τον άνθρωπο όσο κι αν κόστιζε. Ο θησαυροφύλακας, που δυσκολευόταν να κρύψει την αμηχανία του, τον διαβεβαίωσε: ότι εάν το σημείωμα είχε κάποια αξία για εκείνον, το σημαντικότερο στον κόσμο ήταν να μην το μάθει ο Κόλχαας· διότι αν το μάθαινε , από μια απρόσεκτη κουβέντα, δεν θα έφταναν όλα του τα πλούτη για να το αγοράσει από τα χέρια αυτού του αχόρταγου μες στην μανία του για εκδίκηση, οργισμένου ανθρώπου. Για να τον καθησυχάσει, πρόσθεσε ότι χρειαζόταν να σκεφτούν ένα άλλο μέσο, και ότι ίσως με πονηριά, μέσω ενός τρίτου, τελείως ανίδεου θα ήταν δυνατόν να αποκτήσουν αυτό το σημείωμα που το ήθελε τόσο πολύ, μιας και ο κακούργος κατά πάσα πιθανότητα δεν το εκτιμούσε στην πραγματικότητα τόσο. Ο Εκλέκτορας σφούγγισε τον ιδρώτα του και ρώτησε: μήπως ήταν σκόπιμο να στείλουν στο Ντάμε και να διακόψουν προσωρινά τη μεταφορά του αλογέμπορου, μέχρις ότου πάρουν, με οποιονδήποτε τρόπο, το χαρτί; Ο θησαυροφύλακας, που δεν πίστευε στ' αυτιά του, πρόβαλε ότι δυστυχώς κατά πάσα πιθανότητα ο αλογέμπορας είχε φύγει ήδη από το Ντάμε και πρέπει να βρισκόταν κιόλας έξω από τα σύνορα, σε έδαφος του Βρανδεμβούργου, όπου η προσπάθεια να εμποδιστεί η μεταφορά του ή να ματαιωθεί θα προκαλούσε πολύ δυσάρεστες και ανυπολόγιστες  δυσκολίες, τέτοιες που ίσως δεν θα μπορούσαν πια να παραμεριστούν. Καθώς ο Εκλέκτορας σιωπηλός και με τρόπο που μαρτυρούσε απελπισία έπεσε στο μαξιλάρι του, τον ρώτησε: τι έγραφε λοιπόν το σημείωμα; και από ποια παράξενη και ανεξήγητη σύμπτωση έμαθε ότι το περιεχόμενο τον αφορούσε; Εδώ όμως ο Εκλέκτορας, ο οποίος αμφέβαλλε για την αφοσίωση του θησαυροφύλακα σε αυτή την υπόθεση, τον κοίταξε καχύποπτα και δεν απάντησε: ακίνητος, με ανήσυχο χτυποκάρδι κειτόταν εκεί και κοιτούσε την άκρη του μαντιλιού που κρατούσε στα χέρια του, βυθισμένος σε σκέψεις, και ξαφνικά, τον παρακάλεσε να φωνάξει στο δωμάτιο τον κυνηγετικό ακόλουθο φον Στάιν, ένα νεαρό, γεροδεμένο και ξύπνιο αρχοντόπουλο, που το είχε χρησιμοποιήσει συχνά για μυστικές αποστολές, με την πρόφαση ότι είχε κάτι άλλο να συζητήσει μαζί του. Αφού εξέθεσε το ζήτημα στον κυνηγετικό ακόλουθο και τον ενημέρωσε για τη σημασία του σημειώματος, τον ρώτησε αν ήθελε να αποκτήσει αιώνιο δικαίωμα επί της φιλίας του και να πάρει για λογαριασμό του το σημείωμα προτού αυτό φτάσει στο Βερολίνο; και αφού το αρχοντόπουλο, μόλις κατάλαβε κάπως το ζήτημα, έτσι παράξενο που ήταν, τον διαβεβαίωσε ότι ήταν πρόθυμος να τον υπηρετήσει με όλες του τις δυνάμεις: του ανέθεσε λοιπόν ο Εκλέκτορας να τρέξει έφιππος να προλάβει τον Κόλχαας, και επειδή δεν θα μπορούσε να τον πείσει με χρήματα, να συζητήσει έξυπνα μαζί του και να του προσφέρει τη ζωή και την ελευθερία του για το σημείωμα, και μάλιστα, αν επέμενε, να τον βοηθήσει με άλογα, ανθρώπους και χρήμα να ξεφύγει από τα χέρια των βρανδεμβουργιανών ιππέων που τον μετέφεραν. Ο κυνηγετικός ακόλουθος, αφού ζήτησε μια ιδιόχειρη βεβαίωση του Εκλέκτορα, ξεκίνησε αμέσως με κάμποσους άνδρες, και επειδή δεν νοιάστηκε μην σκάσουν τα άλογα, είχε την τύχη να προλάβει  τον Κόλχαας σε ένα παραμεθόριο χωριό, όπου αυτός, μαζί με τον ιππότη φον Μάλτσαν και τα πέντε παιδιά του απολάμβαναν το μεσημεριανό τους που είχε σερβιριστεί στο ύπαιθρο, μπροστά στην πόρτα ενός σπιτιού. Ο ιππότης φον Μάλτσαν, στον οποίον το αρχοντόπουλο παρουσιάστηκε σαν ξένος ταξιδιώτης που περνώντας θέλησε να δει από κοντά τον παράξενο άνθρωπο που μετέφερε, τον πίεσε αμέσως με πολύ ευγενικό τρόπο, συστήνοντάς τον κιόλας στον Κόλχαας, να κάτσει στο τραπέζι· καθώς ο ιππότης, τώρα, πηγαινοερχόταν προετοιμάζοντας την αναχώρηση και οι ιππείς έτρωγαν σε ένα τραπέζι που βρισκόταν στην άλλη πλευρά του σπιτιού: έτσι λοιπόν παρουσιάστηκε σύντομα η ευκαιρία να πει το αρχοντόπουλο στον αλογέμπορο ποιος ήταν και με ποια ιδιαίτερη εντολή είχε έρθει να τον βρει. Ο αλογέμπορος, ήξερε ήδη το όνομα και το αξίωμα εκείνου, που μόλις είδε την ενλόγω κάψουλα στο υποστατικό στο Ντάμε, είχε πέσει λιπόθυμος, και για επιστέγασμα της χαράς που του είχε προκαλέσει αυτή η ανακάλυψη δεν χρειαζόταν τίποτ' άλλο παρά να μάθει τα μυστικά του σημειώματος, το οποίο για διάφορους λόγους ήταν αποφασισμένος να μην ανοίξει από απλή περιέργεια: ο αλογέμπορας λοιπόν, έχοντας στο νου την κάθε άλλο παρά μεγαλόκαρδη και πριγκιπική μεταχείριση που είχε υποστεί στη Δρέσδη, παρά την πλήρη προθυμία του να κάνει κάθε δυνατή θυσία, είπε: " ότι ήθελε να κρατήσει το σημείωμα". Στην ερώτηση του ακόλουθου: τι τον οδηγούσε σε αυτή την άρνηση, αφού του πρόσφερε ζωή και ελευθερία και τίποτα λιγότερο; ο Κόλχαας απάντησε: " Ευγενέστατε κύριε! Αν ο Ηγεμόνας σας ερχόταν και έλεγε, θέλω να χαθώ μαζί με όλους εκείνους που με βοηθούν να κρατώ το σκήπτρο - να χαθεί, καταλαβαίνετε, που είναι η μεγαλύτερη επιθυμία της ψυχής μου, παρά ταύτα, το σημείωμα, που το εκτιμά περισσότερο από την ύπαρξή του, θα του το αρνιόμουνα και θα έλεγα: μπορείς να με ανεβάσεις στο ικρίωμα, μα εγώ μπορώ να σε πονέσω, και το θέλω!"...( απόσπ.1)

[...] Και ενώ στην πόλη, που δεν μπορούσε να πάψει να ελπίζει ότι μια άνωθεν διαταγή θα τον έσωζε, επικρατούσε συγκίνηση, έφτασε η μοιραία Δευτέρα των Βαΐων που είχε οριστεί για να συμφιλιωθεί ο Κόλχαας με τον κόσμο, έπειτα από την υπερβολική του βιασύνη να βρει μέσα σε αυτόν το δίκιο του...(απόσπ. 2)


Χάινριχ Φον Κλάιστ, Μίχαελ Κόλχαας. Από ένα παλιό χρονικό, μετφρ.Θόδωρος Παρασκευόπουλος, Εκδόσεις Ερατώ, Αθήνα 2012
" Ένας φιλήσυχος και νομοταγής πολίτης, καλός οικογενειάρχης και θεοσεβούμενος άνθρωπος αδικείται. Το κράτος και ο νόμος δεν τον προστατεύουν, γιατί εκείνος που τον έβλαψε είναι ισχυρός, έχει διασυνδέσεις και συγγένειες με ακόμα ισχυρότερους και παρεμποδίζει τη δικαιοσύνη. Ο έμπορος αλόγων Μίχαελ Κόλχαας, ο αδικημένος , παίρνει τότε τον νόμο στα χέρια του, κατανικά τον στρατό του Ηγεμόνα Εκλέκτορα της Σαξονίας, και εντέλει, την ίδια στιγμή που δικαιώνεται καταστρέφεται. Αυτή είναι η υπόθεση της διασημότερης νουβέλας του Χάινριχ φον Κλάιστ. Από την πρώτη φορά που δημοσιεύτηκε, το 1810, ο Κόλχαας προκάλεσε σχόλια και ερμηνείες, φιλολογικές , φιλοσοφικές, νομικές,που ο όγκος τους είναι πλέον ασύνοπτος, μεταφέρθηκε στο θέατρο και στο σινεμά.
Ο συγγραφέας αφηγείται την τραγική ιστορία του ληστή Μίχαελ Κόλχαας σαν να μην παίρνει ανάσα. Χαρακτηριστικό της αφήγησης είναι ότι οι περιγραφές τοπίων, πόλεων, κτιρίων, πραγμάτων είναι ελάχιστες. Δεν αναφέρονται  καν τα εξωτερικά χαρακτηριστικά των ηρώων. Μόνο οι πράξεις, η ψυχική κατάσταση, τα συναισθήματα των ανθρώπων ενδιαφέρουν εδώ τον Κλάιστ. Περίπλοκες συντακτικές κατασκευές και η συχνή χρήση της ενεργητικής μετοχής δίνουν την αίσθηση της ταυτοχρονίας των γεγονότων. Ιδίως η στίξη καλείται να υπογραμμίσει , να χαρακτηρίσει και να δώσει ρυθμό(...)
Η ιστορία του Κόλχαας διαδραματίζεται τον 16ο αιώνα στη Σαξονία και το Βρανδεμβούργο. Στη Σαξονία κυβερνά ο Ηγεμόνας Εκλέκτορας Ιωάννης Φρειδερίκος Α' ο Μεγάθυμος και στο Βρανδεμβούργο ο Ηγεμόνας Εκλέκτορας Ιωακείμ Β' ο " Έκτωρ ". Και οι δύο ηγεμονίες ανήκουν στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους, που την κυβερνά από την Βιέννη ο Κάρολος Ε΄, γνωστότερος ως Καρολος Κουΐντος. Είναι η εποχή κατά την οποία αρχίζει η αντιζηλία των δύο ηγεμονιών για την πρωτοκαθεδρία στη Γερμανία. Εκείνη την εποχή, λίγο μετά την επανάσταση των χωρικών, την εποχή της Αναγέννησης και της Μεταρρύθμισης, της αργής ανάδυσης του νέου, του αστικού κόσμου, η δομή του κράτους ήταν πολύ διαφορετική από τη σύγχρονη, τα δημόσια αξιώματα δεν αντιστοιχούν  σε αυτά που εμείς γνωρίζουμε σήμερα ή σε όσα υπήρξαν σε διάφορες περιόδους της ελληνικής ιστορίας....( από το σημείωμα του μεταφραστή)
" Ο Κλάιστ υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους, τους τολμηρότερους, τους πιο υψιπετείς γερμανόφωνους συγγραφείς" ( Τόμας Μαν)




Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Μουργκάνα, του Δημήτρη Χατζή (4/4)


Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Η νουβέλα «Μουργκάνα» του Δημήτρη Χατζή δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1948 στην εφημερίδα «Φωνή του Μπούλκες», στη συνέχεια μεταφράστηκε στα γαλλικά από τη Μέλπω Αξιώτη και το 1979 ο συγγραφέας την συμπεριέλαβε στη «Θητεία». Συλλογή με αγωνιστικά κείμενα της περιόδου 1940 – 1950.

Η γραφή του Δημήτρη Χατζή  ρεαλιστική  τείνει περισσότερο προς την ιστορική αφήγηση και αναπαράσταση, κατορθώνοντας συγχρόνως να αποδώσει με  τις δυνατές και ζωντανές περιγραφές τις μάχες  αλλά και το ψυχικό μεγαλείο των αγωνιστών της Μουργκάνας.

Δημοσιεύουμε τη νουβέλα σε συνέχειες. Σήμερα το τέταρτο (και τελευταίο) μέρος.


Η επίθεση ξαναρχίζει στις 27 του Μάρτη. Με τα δέκα αεροπλάνα, με είκοσι κανόνια τώρα και με πεζικές δυνάμεις μεγαλύτερες. Οι ΛΟΚ είναι τώρα εφτά. Παίρνει μέρος η 8η ίλη ιππικού κι άλλη μια ίλη θωρακισμένα σταθμεύει στο Κεράσοβο. Οι Αμερικάνοι ζητούν έν’ αποτέλεσμα αυτή τη φορά. Οπωσδήποτε. Κι όπως τούς είπαν, βιαζόντανε κιόλας.
Ξαναρχίζουνε πάλι στ’ αριστερά και στα δεξιά οι ίδιες μάχες, πάνω-κάτω στα ίδια μέρη. Η αντάρτικη ταχτική μπαίνει πάλι  σ΄ενέργεια, τώρ’ ακόμα καλύτερα, με μεγαλύτερο πείσμα, με πείρα και με γνώση του τόπου. Τώρα και οι όλμοι κουβαλιούνται στις πλάτες μακριά, πίσω από τις γραμμές του εχθρού. Χτυπούνε και βρίσκονται πάλι με το χάραμα στις πρωτινές τους θέσεις. Τα «δελτία πληροφοριών» της Μεραρχίας μιλούνε συνέχεια για υπονομεύσεις, ναρκοπέδια και παγίδες που βρίσκουν τα τμήματά τους σε κάθε βήμα. Το μηχανικό μας έχει κεντήσει τον τόπο, υψώματα ολόκληρα τινάζονται στον αέρα.
Πέντε μέρες και πέντε νύχτες, από τη μία ως την άλλη άκρη στο μέτωπο  η μάχη κρατάει ασταμάτητα. Και τους αλωνίζουνε πάλι, με τα καρτέρια, τους αιφνιδιασμούς, τα τραγούδια και τους τηλεβόες, ο Τζαβέλλας στη Μεγάλη Ράχη, ο Λόχος των Νέων, οι ανταρτοομάδες του Λευτέρη από πίσω τους, τα οπλοπολυβόλα που ξεμυτίζουν σε κάθε βήμα μπροστά τους, οι όλμοι που δεν ξέρουν από πού τους χτυπάνε, οι αντιαρματικές γροθιές που σκάνε ξαφνικά μέσα στους καταυλισμούς τους. Δε θα πω πάλι γι’ αυτά.

Τη νύχτα της 2 του Απρίλη τα τάγματα 627 και 583 μαζί με μια διλοχία ΛΟΚ καταφέρνουνε τέλος να σπάσουνε την αντίστασή  μας σε δυό μικρά υψώματα που λέγονται Στάλος και Καστρί, μπροστά στη Μουργκάνα. Οι οβίδες των κανονιών κ’ οι μπόμπες των αεροπλάνων τα οργώσανε τις τρεις τελευταίες μέρες συνέχεια. Η εχθρική δύναμη γαντζώνεται τη νύχτα σ’ αυτά τα δυο υψώματα, προχωρεί ως ένα σημείο που το έδαφος της προσφέρεται, σταματάει εκεί και οργανώνει τις θέσεις της,
Οι δικοί μας τα χαράματα κάνουν αντεπίθεση να τούς βγάλουν από το ύψωμα του Στάλου που κρατούν την κορφή του μονάχα. Οι ομάδες που κατεβαίνουν προς τις εχθρικές θέσεις χτυπιούνται από τρεις πλευρές. Το πυροβολικό τούς ρίχνει συνέχεια, βροχή από σφαίρες σφυρίζουν ολόγυρά τους. Σε λίγο ακόμα, σαν ξημερώνει, τ’ αεροπλάνα δεν ανοίγουν τους κύκλους τους μακρύτερα από την κορφή του υψώματος. Χτυπούνε με τα μυδράλια, ρίχνουν ρουκέτες. Οι σκοπευτές κουράζονται κρατώντας όρθιοι τα οπλοπολυβόλα τους, τα χέρια τους βαραίνουν. Αναγκάζονται και τα παίρνουν οι διμοιρίτες. Ο τόπος είναι μέσα σε κουρνιαχτό από τις οβίδες που σκάζουν και από τα καπνογόνα βλήματα που αρχίζουν να ρίχνουνε για να δείχνουνε στ’ αεροπλάνα τις θέσεις των δικών μας.
Από το χάραμα ως το μεσημέρι οι μικρές μας ομάδες ρίχνονται πάνω στις εχθρικές θέσεις, σταματούν τον εχθρό, μα δεν μπορούν να τον βγάλουν, να τον διώξουνε παρακάτω. Και πάλι ξαναδοκιμάζουν και ξαναπηδούν απροφύλαχτοι, χωρίς αποτέλεσμα, ως την ώρα που δόθηκε η διαταγή να τραβήξουνε πίσω.
Να τραβήξουνε πίσω θα πει ν’ ανεβούνε τώρα τ’ ολόγυμνο ύψωμα ίσαμε την κορυφή του, απροφύλαχτοι απ’ ολούθες, από μπρος, απ’ τα πλάγια, από τα κανόνια που τους χτυπούν, από τα μυδράλια των αεροπλάνων που τους ακολουθούνε βήμα με βήμα. Η αντεπίθεσή τους τσακίστηκε.
Τσακιστήκανε τα κορμιά. Η ψυχή τους δε λύγισε. Δε βρίσκεται σ’ αυτή την άνιση και χαμένη αντεπίθεση του Στάλου μήτε κ’ ένας που να ‘κανε πίσω πριν πάρουνε τη διαταγή.
Είναι μάχες στον πόλεμο που δεν έχουν άλλη δόξα έξω από τη δόξα της κερδισμένης νίκης. Και είναι και μάχες χαμένες που μ’ αυτές κερδίζεται στο τέλος ο πόλεμος: οι νικημένοι του Στάλου σταθήκανε το παράδειγμα για όλους τους μαχητές μας και δώσανε το πνεύμα της θυσίας στους μαχητές και νικητές του Τσεροβέτσι στις κατοπινές μέρες.
Χάσαμε καμπόσους εκεί. Δυο-τρεις λαβωμένοι μας απομείνανε στα χέρια του εχθρού κ’ οι προστάτες του πολιτισμού τούς κατάσφαξαν. Μερικοί μαχητές μας, τρεις ή τέσσερις, πιάστηκαν στα χέρια. Μαζί τους και δυο κορίτσια. Αυτούς είχαν διαταγή να μην τους σκοτώσουν και να τους στείλουνε ζωντανούς στη Μεραρχία στα Γιάννινα, για μια επίδειξη που χρειαζότανε κει, ύστερα από τόσες μέρες άγονης επίθεσης.
Ήταν Κυριακή το βράδι όταν πήγανε τα δυο κορίτσια στα Γιάννινα. Ο σκοπός τους ήταν να τα πομπέψουν στους δρόμους. Στην πλατεία της πόλης, καθώς τα περνούσαν για τους στρατώνες, μαζευτήκανε κόσμος και κόσμος, κάπου δέκα χιλιάδες. Τα ‘χαν αφήσει και φορούσαν ακόμα τα δίκοχα τους και τα φυσεκλίκια τους με τις σφαίρες σταυρωτά πάνω στο στήθος τους, όπως χρειαζόταν για την επίδειξη. Και κείνα περπατούσανε και τα δυο με το κεφάλι ψηλά. Οι χαζοί κοιτάζανε κι ανοίγαν το στόμα. Καμπόσοι, βαλτοί, θέλανε να τα γιουχαΐσουν. Ο κόσμος σώπαινε κ’ έσφιγγε τα δόντια του βουβός και λυπημένος. Για μια στιγμή, καθώς φτάνανε πια μπροστά στο χτίριο της Μεραρχίας, γίνηκε πέρα για πέρα ησυχία κι ακουγόντανε μονάχα τα βήματα τους καθώς χτυπούσαν οι αρβύλες τους απάνω στις πλάκες, στο πεζοδρόμιο.

Το βράδυ σε μια στρατώνα, στο «Στρατόπεδον Βελισσαρίου», μπήκε κάποιος και μολογούσε πώς γίναν τα πράματα στην πλατεία της πόλης και χαχάνιζε κ’ αισχρολογούσε για τα κορίτσια. Είτανε ένας από την «’Ομάδα Τάγματος», απ’ αυτούς που έχουν τα πιστόλια στη μέση τους – ένας από την «Αστυνομία Μονάδας». Αυτός ο παλικαράς έπιανε καμιά φορά μέσα στο θάλαμο ένα στρατιώτη, έτσι για γούστο, τον άρπαζε από το ‘να πόδι κ’ έδειχνε στους άλλους πώς βιάζουνε μια γυναίκα. Και το ‘δειχνε με τέτοια γρηγοράδα και μαστοριά που δεν μπορεί παρά να το ‘χε δοκιμάσει και στ’ αλήθεια, όταν ήτανε πριν με τους μάυδες και πιο πριν με το Ζέρβα…
Ένας είπε μέσα στο θάλαμο. Δυνατά:
– Είναι ντροπή μας για στρατιώτες να γελούμε με αυτές τις κοπέλες που στέλνουμε μεραρχίες ολάκερες να τις πολεμήσουν.
Κάποιος πήγε σε λίγο κοντά του.
– Και συ  ρε φίλε δεν τις πολεμάς; Πέντε μήνες;
– Έμενα θα με στείλουνε στη Μακρόνησο άμα θα ‘ρθουνε τα χαρτιά μου. , .
– Και γιατί δεν πας μαζί τους καλύτερα;

Έσκυψε το κεφάλι και σώπασε. Κοίταζε την αρβύλα του και ντρεπότανε.

Απ’ αυτό το «Στρατόπεδον Βελισσαρίου» φορτώθηκαν εκείνες τις μέρες από τις αποθήκες του πυροβολικού δυόμιση χιλιάδες εγγλέζικα βλήματα για κανόνια. Κι όλα πέσανε πάνω στο Τσεροβέτσι στις τέσσερις και τις πέντε του μήνα.
Καθώς είχανε πάρει το ύψωμα του Στάλου και το άλλο το δίδυμο που στέκεται δίπλα του, ίδια γυμνό, το Καστρί, πιάσανε θέσεις πάνω σ’ αυτά, στήσανε πολυβόλα κι όλα τα γύρισαν, κανόνια κι αεροπλάνα τους, στο Τσεροβέτσι.
Είναι το Τσεροβέτσι ένα τρίτο ύψωμα, στη σειρά μ’ αυτά τα δύο, στη μέση της Μουργκάνας, κι ακουμπάει πάνω στον κύριο όγκο της. Σα δε μπόρεσαν να κάνουνε τίποτα κι από τις δυο μεριές του μετώπου βάλθηκαν να ρίξουν όλη τη δύναμη τους σ’ αυτό το σημείο, να το κάψουνε, να το αλέσουν με τα κανόνια και τ’ αεροπλάνα κ’ έτσι να μπορέσουνε να το πιάσουν κι από κει ν’ ανεβούν στη Μουργκάνα.
Οι δικοί μας έχουνε δυο ομάδες μπροστά-μπροστά στο πρώτο υψωματάκι, δυο παραπίσω σ’ ένα δεύτερο ύψωμα κι άλλες δυό δεξιά και αριστερά. Αυτή είναι όλη η δύναμη που θα δεχτεί και θα κρατήσει την επίθεση από τρία τάγματα. Μπροστά-μπροστά είναι ένα μόνιμο πολυβολείο. Λίγο παραπίσω ένα δεύτερο. Σ’ αυτά τα πολυβολεία δόθηκε η μάχη και μπροστά τους συντρίφτηκαν δυό μέρες οι επιθέσεις του εχθρού.

Η μέρα – τέσσερις του Απρίλη – ξημέρωσε κάπως ανταριασμένη. Μέσα στο πρώτο, το χαμηλότερο πολυβολείο, είναι ο Ηλίας Μιχαλόπουλος από το Κυπαρίσσι Γρεβενών, ομαδάρχης της μικρής δύναμης που θα δεχτεί την πρώτη επίθεση. Μέσα στο πολυβολείο είναι και άλλοι τρεις μαζί του. Δύο ακροβολιστές έχουν πιάσει με τα ντουφέκια τους τις ατομικές τους θέσεις λίγο μακρύτερα, πίσω από μικρά πέτρινα προχώματα. Σαν άρχισε, κατά τις οχτώ, η αντάρα και σκόρπιζε, είδαν από τα αριστερά τους τη δύναμη πού ‘χε κινήσει κι ανέβαινε. Ετοίμασαν τα’ οπλοπολυβόλο τους και περίμεναν. Οι δικοί μας  απ’ αριστερότερα  ρίχνανε. Αρχίσανε κι αυτοί με τ’ οπλοπολυβόλο και τα ντουφέκια τους και χτυπούσαν την πρώτη διμοιρία που όλο κι ανέβαινε στο ύψωμα.
Η ομίχλη έχει σκορπίσει, η μέρα είναι ολόλαμπρη. T’ αεροπλάνα γυρνούνε συνέχεια πάνω από το κεφάλι τους, οι οβίδες του πυροβολικού πέφτουν ολόγυρα, χιλιάδες σφαίρες βουίζουν σε κάθε στιγμή` η μάχη για το Τσεροβέτσι έχει αρχίσει.
Στα διακόσια φυσίγγια τ’ οπλοπολυβόλο τους σταματάει. Εμπλοκή. Αρχίζουνε τότες και οι έξη και χτυπούνε με τα ντουφέκια τους. Όλοι μαζί με το πρόσταγμα που δίνει ο Ηλίας να φαίνεται πως είναι ριπή με τα’ αυτόματο όσο να καταφέρουν να το ξαναφκιάξουν.
Μια οβίδα του πυροβολικού πέφτει μπροστά στο πολυβολείο και το μισογκρεμίζει. Δεν προφταίνουν να συνεφέρουν και πέφτει κι άλλη από πάνω. Το σκέπαστρο βάσταξε μα το πολυβολείο δεν είναι πια για προκοπή. Πρέπει να πάνε πίσω στο δεύτερο. Περιμένουνε μια στιγμή που τα πυρά κάπως αραίωσαν και μ’ ένα σάλτο, με δεύτερο, βρεθήκανε πίσω. Ένας μονάχα από τους ακροβολιστές, Σπύρος Ποθητός, στρατιώτης του 611 στην πρώτη επιχείρηση, έμεινε πίσω στην ατομική θέση του και μοναχός του δε σταμάτησε να ρίχνει. Λες κ’ ήθελε τώρα να ξαναγυρίσει στους φασίστες όλες τις σφαίρες που του ‘χανε δώσει για να σκοτώνει τ΄ αδέρφια του.
Μπήκανε στο πολυβολείο, οι ακροβολιστές πιάσανε τις καινούργιες θέσεις τους. Από κάτω τους θαρρούνε σκοτωμένους όλους ή φευγάτους κι αρχίζουν ξανά κι ανεβαίνουνε, σίγουροι πως δεν είναι κανένας απάνω, με τα όπλα στην πλάτη. Τ’ οπλοπολυβόλο διορθώθηκε, είναι έτοιμο. Μα δε ρίχνουν ακόμα. Τους περιμένουνε ν’ ανεβούνε ψηλότερα, να ‘ρθουνε κοντά.
– Πυρ!
Με την πρώτη ριπή τρομάζουν κι αναστατώνονται. Μονάχα αυτό δεν περίμεναν. Η διμοιρία π ‘ανέβαινε γυρνάει κατά πίσω, σκορπίζει. Πέφτουνε κάμποσοι, οι άλλοι ρίχνονται κάτω, πιάνουν τις πέτρες. Η αντίσταση δεν έσπασε ακόμα, πρέπει ν’ ανεβούνε βήμα με βήμα, πέτρα με πέτρα. Τ’ οπλοπολυβόλο ρίχνει συνέχεια. Όλα τα πολυβολεία, τα δικά μας απ’ αριστερά, τα δικά τους από το Στάλο και το Καστρί, παίρνουν φωτιά. Είναι μια κόλαση από κρότους του θανάτου.
Λίγο παραπίσω, ο Επίτροπος Σιδηρόπουλος σφίγγει τα δόντια του, στυλώνει τ΄ αυτιά του ν’ ακούσει, να ξεχωρίσει αν είναι ακόμα το πολυβολείο του που χτυπάει. Δεν είναι πολλές μέρες που ανάλαβε τη διοίκηση του 11ου λόχου πάνω στο πεδίο της μάχης, μόλις σκοτώθηκε από οβίδα ο λοχαγός του Καβαλλάρης. Εκείνος είχε οργανώσει την αντίσταση. Τώρα μόνος του ο Σιδηρόπουλος πρέπει να τη βγάλει πέρα.
Ο Ηλίας – δεν τον χωράει το πολυβολείο με το σκέπαστρο -βγαίνει απ’ έξω και μ’ ένα τόμσον στα χέρια στέκεται ορθός δίπλα στους ακροβολιστές. Από κάτω, μέσα από τη χαράδρα, ακούγονται οι φωνές που βρίζουνε τους στρατιώτες να ξεκινήσουν για πάνω. Άλλη μια διμοιρία φαίνεται ν’ ανεβαίνει από δεξιά. Είναι δώδεκα, μεσημέρι.
Από το πρωί ως εκείνη την ώρα κι ως αργά το βράδυ τίποτε σπουδαίο δε φαίνεται να γίνηκε στο Τσεροβέτσι που να μπορεί κανένας να το παραστήσει με λόγια. Η ομάδα του πολυβολείου στην αρχή, το πρωί, μπορούσε ακόμα να΄ρχεται κάπως σ’ επαφή με τους παραπίσω. Φωνάζανε κάθε φορά που αραιώνανε τα πυρά και οι άλλοι περίμεναν ν’ αραιώσουνε πάλι και τότε τους αποκρίνονταν. Ύστερα, σα δυνάμωσε η μάχη, τα έξη παιδιά του πολυβολείου βρέθηκαν ολομόναχα μέσα σε μια θάλασσα από κρότους κι από φωτιά κι από θάνατο.
Γύρω στο πολυβολείο πέσανε χίλια βλήματα πυροβολικού. Όχι στρογγυλός αριθμός χίλια βλήματα. Δέκα αεροπλάνα δε σταματήσανε να ρίχνουν με τα μυδράλιά τους – τα πέντε να ‘ναι τα απάνω, να ‘ρχονται πέντε καινούργια και τότες να φεύγουν τα πρώτα, και πάλι και πάλι. Τέσσερις φορές οι εχθρικές διμοιρίες ξεκίνησαν από κάτω πάντα πιστεύοντας πως είχε πια τελειώσει και πως κανένας δεν ήταν πια πάνω στο Τσεροβέτσι. Και πάντα το πολυβολείο με τ’ οπλοπολυβόλο, οι δυό θέσεις των ακροβολιστών κι ο Ηλίας ορθός με το τόμσον  τους περίμεναν και τους γυρίζανε κάτου. Κι άκουγε από παραπίσω ο Σιδηρόπουλος κάθε φορά και ξεχώριζε μέσα στους κρότους του θανάτου το δικό του το πολυβολείο. Σε μια στιγμή ακούστηκαν και σκάζαν χειροβομβίδες. Καμπόσοι πιο ψυχωμένοι είχαν προχωρέσει ψηλότερα και φτάσανε κοντά-κοντά στο πολυβολείο. Οι δικοί μας βγήκαν έξω, σηκώθηκαν κ΄ οι ακροβολιστές απ’ τις θέσεις τους, και με τις χειροβομβίδες τους σταμάτησαν για μιαν ακόμα φορά.

Είταν η τέταρτη επίθεση της ημέρας. Το πολυβολείο με τους έξη μαχητές του στέκεται στη θέση του φραγμός ανεπάντεχος κι ακατάλυτος στα δυό τάγματα που αγωνίζονται από το πρωί να το ξεπεράσουν. Μπροστά του σε κάθε πέτρα είναι κ’ ένα κουφάρι. Κι όμως πρέπει ακόμα να προσπαθήσουν, πρέπει να το σπάσουνε, να το περάσουν το πολυβολείο που στέκεται μπροστά σ’ ολόκληρη τη στρατιά τους, με τους έξη μαχητές του. . .
Καθώς αρχίζει πια να βραδιάζει και τ’ αεροπλάνα σε λίγο θα φύγουν,  τα δυό τάγματα κάνουν μια τελευταία συνδυασμένη εξόρμηση. Οι Αμερικάνοι δε νοιάζονται φυσικά για τις θυσίες. Έχουνε λυσσάξει.
Τσακίζεται κι αυτή. Τα πυρά αραιώνουνε λίγο. Ο Σιδηρόπουλος βρίσκει κατάλληλη τη στιγμή να στείλει ενίσχυση στο πολυβολείο και να κάνει αντεπίθεση. Οι καινούργιες ομάδες φτάνουν, ο Ηλίας στήνει δεξιά του το καινούργιο οπλοπολυβόλο κ’ ένα δεύτερο που του ήρθε σε λίγο δεν το δίνει σε κανένα. Το πήρε μοναχός του κι άρχισε να χτυπάει. Οι εχθρικές επιθέσεις ξόφλησαν για σήμερα. Η ώρα της αντεπίθεσης έφτασε.
Δεν έχει ολότελα βραδιάσει όταν ξεκινούν οι ομάδες που θα κάνουν την αντεπίθεση. Οι οβίδες πέφτουν ολόγυρά τους κι απάνω στο δρόμο πόχουνε να περάσουν όσο να φτάσουνε μπρος. Λίγο παραπέρα καθώς προχωρέσανε, μια οβίδα τινάζει τη Μαρία Μπίλη  της ομάδας Χρήστου Καρρά, δεκαεννιά χρονών από την Καστάνιανη του Πωγωνιού. Τέσσερις μήνες έχει στο Δημοκρατικό Στρατό η Μαρία Μπίλη. Τη μάθαμε γράμματα. Μέσα στο νου της μπορεί να μη ξεκαθάρισε τα μεγάλα προβλήματα του κόσμου. Στην καρδιά της ωστόσο έχει θερμή την αγάπη για την ομάδα και τους συντρόφους της. Ο νοσοκόμος έτρεξε ανάμεσα από τα βλήματα και την άρπαξε. Την πήγανε πίσω. Είναι βαριά λαβωμένη και στα δυό της τα πόδια, μα μπορεί ακόμα με τη δύναμη που της απομένει να σκέφτεται και να ρωτάει για την ομάδα της – που πήγανε; Της λένε πώς πήγαν για την αντεπίθεση κ’ έφτασαν όλοι τους γεροί και καλά.

Η Μαρία κλαίει.
– Θα πεθάνω και θα πεθάνω. Βγάλτε με λίγο στο υψωματάκι να τους ιδώ… Ν’ ακούσω μονάχα το πολυβόλο μας, συναγωνιστή λοχαγέ.
Ούτε το χατήρι της έκαναν ούτε πέθανε η Μαρία Μπίλη.
Τ’ οπλοπολυβόλο ακούστηκε σε λίγο μαζί με τ’ άλλα και χτυπούσανε στα γερά. Η αντεπίθεση γίνηκε με ορμή. Προχώρησαν όρθιοι, κατεβήκανε ως τις θέσεις που σκάλωσε ο εχθρός, ρίξανε αντιαρματικές γροθιές και χειροβομβίδες, δυό ώρες, κατέβηκαν ως κάτω κι ασφαλίσανε το Τσεροβέτσι για τη νύχτα.
Η ώρα είναι εννιά. Τα πυρά αραιώνουν κι ‘πό δω κι από κει. Μόνο τα κανόνια χτυπούν κάπου-κάπου. Η ομάδα του πολυβολείου μπορεί πια ν’ αντικατασταθεί. Πήγε μοναχός του κι ο Σιδηρόπουλος. Ήθελε να τους ιδεί. Μαύροι από την καπνιά του μπαρουτιού, με τα μάτια τους κόκκινα και τ’ αυτιά τους βουλωμένα από τούς κρότους των οβίδων, οι τέσσερις του πολυβολείου κ’ οι δυό ακροβολιστές, μήτε ακούγανε μήτε καλά-καλά μπορούσαν να νιώσουνε τι γινότανε. Η γλώσσα τους είχε κολλήσει από τη δίψα. Τα χείλια τους μελανιάσαν και σκάσαν. Θέλανε νερό που δεν ήπιαν όλη τη μέρα και δεν μπορούσανε να το πούνε. Θαρρούσαν θα μείνουν ακόμα και θέλανε σφαίρες και δείχναν τα κιβωτίδια που άδειασαν και τις γυμνές ταινίες από τ’ αυτόματα.
Πίσω, στο Σταθμό Διοίκησης, ένας σύνδεσμος από το τάγμα δίνει στο Σιδηρόπουλο το σημείωμα του ταγματάρχη Αχιλλέα. Ένα σημείωμα όλο κι όλο δυό λόγια – πρέπει να κρατήσουν το Τσεροβέτσι. Έτσι του λένε κι από «πέρα». Πέρα είναι ο Καλιανέσης κι ο Παύλος κ’ έχουν τα μάτια τους στυλωμένα σ’ αυτόν. Γύρω είναι οι μαχητές της Μουργκάνας κ’ έχουν κι αυτοί τα μάτια τους στυλωμένα α αυτόν. Οι Αμερικάνοι δεν κάνουνε πόλεμο πια. Βαλθήκανε να γκρεμίσουν όλο το Τσεροβέτσι με καμένο σίδερο. Κι απάνω είναι αυτός, ο Σιδηρόπουλος, με τις ομάδες του, με το πολυβολείο, με τα μπρεν που παθαίνουν εμπλοκή, με τα ντουφέκια μονάχα και τις χειροβομβίδες. Γυρίζει στο σύνδεσμο.
– Τί κάθεσαι εδώ;
– Χαρτί, συναγωνιστή λοχαγέ, να μου δώσεις.
Έχει δίκιο το παιδί. Χρειάζεται να του δώσει χαρτί για τον Ταγματάρχη, σε τέτοιες ώρες δε γίνεται με τα λόγια. Και τι να πει στο χαρτί; Τα μακριά του σαν ξύλινα δάχτυλα αναταράζονται σαν ακρίδες. Ολόγυρά του είναι οι μαχητές του, ο 11ος λόχος – επίλεχτος τώρα. Στην άκρη κάθονται με τα μάτια τους κόκκινα, με τ’ αφανισμένα τους πρόσωπα οι μαχητές της ομάδας του πολυβολείου. Όλοι τον κοιτούνε στα μάτια. Απ’ ολούθε έχουν τα μάτια τους στυλωμένα σ’ αυτόν. Πήρε το χαρτί κ’ έγραψε μόνο:

– Θα κρατήσουμε – Σιδηρόπουλος.

Ομαδάρχης Γιάννης Κότας, σκοπευτής Δημ. Τσαντίδης, γεμιστής Σταύρος Μπόλης, οι τρεις αυτοί στο πολυβολείο. Γιάννης Οικονόμου, Χρήστος Ράφτης, Λευτέρης Παληοχωρίτης και Πέτρος Μ. ακροβολιστές. Αυτή είναι η ομάδα που πήγε στο πολυβολείο το βράδι ν’ αντικαταστήσει τον Ηλία και να κρατήσει την επίθεση την άλλη μέρα. Ξέρουν όλοι τους πως ο εχθρός είναι λίγο παρακάτω, γαντζωμένος στις πέτρες, πως θ’ αρχίσουν το πρωί να τους χτυπούνε τα δυό τάγματα, τα είκοσι κανόνια και τα δέκα αεροπλάνα.
Για καλό και για κακό ο Κότας πήρε τα’ οπλοπολυβόλο, το κατέβασε λίγο παρακάτω να ‘ναι πιο κοντά στον εχθρό κι όλη νύχτα ξαγρυπνήσανε κει. Τα κανόνια κάπου-κάπου τους χτύπαγαν. Τα χαράματα ξαναπήραν τ’ οπλοπολυβόλο, το ‘βαλαν μέσα στο πολυβολείο, πιάσαν και οι άλλοι τις θέσεις τους και στάθηκαν και περιμένανε.
Ξαναρχίσανε τα κανόνια να χτυπούν δυνατά, πρωί-πρωί φάνηκαν και τ αεροπλάνα και σε λίγο ξεκίνησαν από κάτω. Δεν πιστεύανε να ‘χε μείνει κανένας στο Τσεροβέτσι. Οι εφημερίδες τους στην Αθήνα και τα Γιάννινα το γράφανε κιόλας εκείνη τη μέρα με μεγάλα ψηφία πως το Σκηταριό και το Τσεροβέτσι είχανε πέσει. Ανεβαίνουν ορθοί. Τους αφήνουνε πάλι και φτάνουνε στα πενήντα μέτρα.
Με τις πρώτες ριπές του πολυβολείου πέφτουνε μερικοί κι όλοι κάνουνε πίσω. Ένας μόνο απομένει. Φοβάται να φύγει. Φοβάται να προχωρέσει. Χώνεται ανάμεσα στις πέτρες. Μια ώρα έμεινε κει. Έκαμε να σηκωθεί, μια σφαίρα δική μας τον χτύπησε, μια άλλη που ερχότανε απ’ τούς δικούς του τον έριξε κάτω για πάντα.
Πέντε αυτόματα, δυό βαριά πολυβόλα και οι δυό όλμοι μας από τη Μουργκάνα στηρίζουνε το πολυβολείο στο Τσεροβέτσι. Οι άλλοι από κάτω, γαντζωμένοι στο βράχο, βάζουν συνέχεια. Κάποιος απ’ αυτούς θα είναι – θα ‘τανε δηλαδή – σπουδαίος σκοπευτής. Καταφέρνει κι όλο περνάει τις σφαίρες του μέσα στη θυρίδα του πολυβολείου. Μία απ’ αυτές βρίσκει και λαβώνει το γεμιστή του οπλοπολυβόλου Σταύρο Μπόλη στο χέρι. Τον τραβούνε στην άκρη, τον δένουνε πρόχειρα και τον αφήνουν εκεί. Η λαβωματιά του δεν είναι βαριά. Σε μισή ώρα κι άλλη σφαίρα χτυπάει το σκοπευτή Δημ. Τσαντίδη. Αυτός είναι βαριά λαβωμένος στο κεφάλι. Ο Κότας τον δένει κι αυτόν και τον βάζει στην άκρη μαζί με τον άλλον. Αυτή την ώρα είναι αδύνατο να τους στείλει πίσω στο σταθμό επίδεσης.
Μόνος αυτός έχει μείνει γερός μέσα στο πολυβολείο. Οι τέσσερις ακροβολιστές είναι απ’ έξω. Κανένας τους ως την ώρα μέσα στη βροχή τις οβίδες δεν έχει σαλέψει από τη θέση του. Ο Κότας φωνάζει μέσα τον Οικονόμου και τον βάζει σκοπευτή. Ξαναρχίζουν οι δυό τους με το οπλοπολυβόλο. Μα δεν αργεί να πάθει εμπλοκή. Σταματούν και καταπιάνονται να το φκιάξουνε μοναχοί τους. Έξω μείνανε μόνο οι τρεις ακροβολιστές με τα ντουφέκια. Με το οπλοπολυβόλο δε γίνεται τίποτα. Είναι άχρηστο.
– Τί θα γίνει, Οικονόμου;
– Θα πάω πίσω να φέρω άλλο.
– Θα μπορέσεις;
– Θα πάω.
Και πήγε. Πήγε μέσα στη βροχή τις σφαίρες, μέσα στην κόλαση από τις οβίδες. Μόλις έφυγε αυτός ένα βλήμα πέφτει πάνω στο σκέπαστρο του πολυβολείου. Σείστηκε ολόκληρο, μέσα γιόμισε αντάρα και χώματα. Για λίγην ώρα ο Κότας κι ο λαβωμένος Μπόλης στέκονται και κοιτάζονται σα χαμένοι.
– Ζούμε ρε Μπόλη;
– Θαρρώ πως δεν πέθανα.
Ζούνε και οι δυό τους. Ο άλλος ο λαβωμένος, ο Τσαντίδης, δεν καταλαβαίνει και πολλά πράματα.
Από κάτω όλο ανεβαίνουνε. Αυτή τη φορά μπορούν στ’ αλήθεια να ‘ναι σίγουροι πως κανένας δεν έμεινε πια. Άκρα ησυχία απλώνεται για μια στιγμή. Τίποτα απάνω δε φαίνεται να υπάρχει. Πίσω, ο Σιδηρόπουλος στυλώνει τ’ αυτιά του, την ψυχή του, ν’ ακούσει το οπλοπολυβόλο, τα ντουφέκια τους. Δεν ακούγεται τίποτα – πέθαναν όλοι τους; Από κάτω όλο ανεβαίνουνε δίχως να ρίχνουν.
Κι άξαφνα νάτοι. Αυτοί είναι που χτυπούν. Ο Κότας έδωσε το σύνθημα. Τ’ οπλοπολυβόλο είναι χαλασμένο, οι δυό είναι λαβωμένοι, ένας πήγε πίσω – τώρα οι τέσσερις που απομένουνε πρέπει να κρατήσουν με τα ντουφέκια τους. Δίπλα στο πολυβολείο είναι ο Χρήστος Ράφτης. Παραπέρα ο Λευτέρης Παληοχωρίτης, λίγο πιο πέρα ο Πέτρος Μ. Τέσσερα αεροπλάνα είναι πάνω τους και τους χτυπούνε συνέχεια. Το Χρήστο Ράφτη δεν τον βοηθούνε τα μάτια του να βλέπει μπροστά. Ο Λευτέρης δίπλα του ρίχνει ασταμάτητα με το ντουφέκι του.
– Χρήστο, πέτα μου εμένα τις σφαίρες.
Από τη θέση του μία-μία ρίχνει τις σφαίρες ο Χρήστος Ράφτης να τις παίρνει ο Λευτέρης. Ύστερα, σαν να ‘ξερε πως δε θα του χρειάζονταν πια, ξέσχισε το πουκάμισό του,το ‘καμε σακούλα, έβαλε κάμποσες μέσα και του τις πέταξε. Μια ριπή αεροπλάνου τον κατάκοψε στη θέση που δεν είχε κουνήσει καθόλου. Εκεί τον έχουμε θάψει και την Πρωτομαγιά του βάλαμε ένα στεφάνι λουλούδια.
Μείνανε τρεις όλοι κι όλοι. Ο Κότας ο ομαδάρχης, ο Λευτέρης ο Παληοχωρίτης με τις σφαίρες του Χρήστου και στην άκρη-άκρη δεξιά ο Πέτρος Μ. από τη Θεσσαλονίκη, 34 χρονών. Από το πρωί δεν έχει σαλέψει κι αυτός απ’ τη θέση του. Τώρα σέρνεται σιγά-σιγά και μπαίνει στο πολυβολείο. Έχει το όπλο στα χέρια του, στην πλάτη του το γυλιό. Ο Κότας τον κοιτάει παραξενεμένος.
– Γιατί ήρθες ρε Πέτρο;
– Ο  Γιάννης ο Οικονόμου ξαναγύρισε.
Στ’ αλήθεια ο Γιάννης είχε ξαναγυρίσει. Πήγε πίσω, πήρε ένα οπλοπολυβόλο και μαζί του το Γιώργο Σαββίδη για σκοπευτή και την Ελένη Τρέλη για γεμιστή και τράβηξε αμέσως για κάτω. Οι οβίδες πάντα τον κυνηγούσανε. Μόλις ξεκίνησε και προχώρησε λίγο, αρχίσανε πάλι και πέφτανε πάνω του βροχή. Μαζεύτηκε μέσα στις πέτρες. Πίσω που τον βλέπαν οι δικοί μας τον είχαν όλοι για σκοτωμένο. Ύστερα τον είδαν που ξανασάλεψε και ξανάπεσε.
– Πέθανε, ζει, θα μείνει εκεί πέρα, θα πάει, θα γυρίσει πίσω;
Ο Οικονόμου θα πάει. Ένα σάλτο και βρέθηκε παραπέρα. Κι άλλο. Κι άλλο ένα, πέρασε τις πέτρες, κατηφορίζει, είναι κιόλας κοντά στο πολυβολείο. Ξαπλώνεται κάτω και μπορεί πια να ρίχνει κι αυτός με το ντουφέκι του, ώσπου να φτάσουν οι δυό καινούργιοι με τ’ οπλοπολυβόλο.
– Ναι, ο Γιάννης ο Οικονόμου ξαναγύρισε, λέει ο Πέτρος Μ.
– Και συ γιατί άφησες τη θέση σου κ’ ήρθες εδώ;
– Είπε πως ο νοσοκόμος δε μπορεί να ‘ρθει.

Ο Κότας κατάλαβε.
– Συναγωνιστή Πέτρο, γύρνα στη θέση σου.
Είταν ολοφάνερο, πως ο Πέτρος έλεγε ψέματα. O Οικονόμου δεν είχε καμιά δουλειά με το νοσοκόμο. Είχε πάει μονάχα για να φέρει τ’ οπλοπολυβόλο. Ο Πέτρος ζαλίστηκε, φοβήθηκε. Και καθότανε τώρα μπροστά στον ομαδάρχη του με σκυφτό το κεφάλι. Έξω μόνο τα ντουφέκια του Λευτέρη και του Οικονόμου χτυπούσαν τις διμοιρίες που ανέβαιναν.
– Σύντροφε Πέτρο, ξαναγύρνα  στη θέση σου.

Στάθηκε μια στιγμή. Έκανε να φύγει. Ξαναγύρισε μέσα. Ξέσπασε.
– Δε μπορώ πια. . .
Έλεγε την αλήθεια. Δε μπορούσε πια. Χτες το βράδυ που κατεβήκαν μπορούσε. Όλο το πρωί που καθόταν στη θέση του μπορούσε. Τώρα είχε χάσει το θάρρος του που τον κρατούσε στη θέση του από το πρωί, που τον κρατούσε στη ζωή. Ο φόβος τον είχε νικήσει, τον έσερνε στο θάνατο. Ξαναβγήκε από το πολυβολείο και τράβηξε ορθός κι απροφύλαχτος, με το ντουφέκι στα χέρια, με το γυλιό του στην πλάτη.
– Σκύψε, Πέτρο, θα σε σκοτώσουν.
Οι σφαίρες γυρνούσαν πάνω από το κεφάλι του, τα βλήματα σκάζαν ολόγυρά του. Τραβούσε για πίσω; Γυρνούσε στη θέση του πάλι; Πήγαινε στο θάνατο; Από το δεξιό ύψωμα που κατείχανε οι φασίστες τον είδανε και του ρίχνανε συνέχεια με τα βίκερς. Ανέβαινε ακόμα, πριν φτάσει στη θέση του, έπεσε. Αν είχε φτάσει ως εκεί μπορεί να ξανάβρισκε τον εαυτό του, να΄ σκύβε μέσα, να΄πιανε πάλι το ντουφέκι του. Και να ζούσε. Αν είχε φτάσει πίσω στο Σταθμό Διοίκησης θα ατιμάζονταν, θα περνούσε στρατοδικείο, θα τον ντουφεκίζαμε εμείς οι σύντροφοι του. Μα έτσι όπως έπεσε στο πεδίο της μάχης, λίγο πριν φτάσει στη θέση του, μένει δικός μας. Κ’ είναι θαμμένος εκεί δίπλα-δίπλα με το Χρήστο Ράφτη. Την Πρωτομαγιά βάλαμε στεφάνι με λουλούδια και στο δικό του τον τάφο.




Το πρωτοσέλιδο από την εφημερίδα του Αρχηγείου Ηπείρου του ΔΣΕ "Ελεύθερη Ήπειρος" για τη μάχη στο Τσεροβέτσι (από τα ΑΣΚΙ)

Η ώρα είναι δυό. Με τα τρία όπλα είχε τσακιστεί για μιαν ακόμα φορά η επίθεση. Από κάτω σταματούν ν’ ανεβαίνουν, τα πυρά αραιώνουνε πάλι για λίγο, ο Κότας διώχνει τώρα γλήγορα-γλήγορα τον έναν λαβωμένο, το Μπόλη. Ο Οικονόμου παίρνει τ’οπλοπολυβόλο, κατεβαίνει παρακάτω με τον καινούργιο σκοπευτή, το Σαββίδη, και μπαίνουνε τέλος στο πολυβολείο. Το κορίτσι το διώξανε πίσω. Θα κρατήσουνε μοναχοί τους. Μέσα στο πολυβολείο είναι τώρα τρεις, ο Κότας, ο Οικονόμου που γύρισε κι ο καινούργιος ο σκοπευτής, ο Σαββίδης. Ο άλλος λαβωμένος, ο Τσαντίδης, είναι πάντα στην άκρη αναίσθητος.
Έξω στις θέσεις των ακροβολιστών έχει απομείνει μοναχός του ο Λευτέρης ο Παληοχωρίτης. Αυτός τι είναι; Δεξιά του κι αριστερά του είναι δυό νεκροί, ο Χρήστος κι ο Πέτρος. Γύρω του πέφτουνε κανόνια, βουίζουνε πάνω του τ’ αεροπλάνα, οι σύντροφοι του σκοτώνονται, λαβώνονται, πήγε ο Οικονόμου, γύρισε ο Οικονόμου με τ’ οπλοπολυβόλο, από κάτω ξεκινούν, χτυπούν, ξανασταματούν, ξαναρχίζουν, αυτός είναι εκεί. Με το ντουφεκάκι του ο Λευτέρης Παληοχωρίτης από τις έξη το πρωί ως αυτή την ώρα στις δυό το μεσημέρι, δε σάλεψε, δε μίλησε, δεν ακούστηκε παρά μια φορά μόνο πού ζητούσε τις σφαίρες από το Χρήστο.
Γεια σου Λευτέρη Παληοχωρίτη ! Στο πρόσωπό σου χαιρετίζω όλους τους αφανείς και τους ανώνυμους που μένουνε στη θέση που τάχτηκαν και «φυλάγουν τις Θερμοπύλες». Αν ο Οικονόμου είναι μια φλογισμένη παλικαριά, εσύ είσαι ένας βράχος από τα βουνά της Πατρίδας μας. Κ’ η Πατρίδα σάς χρειάζεται και τους δυό: Και τον Κότα. Λαβώνονται δίπλα του, τ’ οπλοπολυβόλο σταματάει. Πέφτουν γύρω του, ο Πέτρος ζαλίζεται, οι εφτά μαχητές του καταντούνε δυό – κι αυτός διευθύνει τη μάχη του. Δεν είναι μια στιγμή μέσα σ’ αυτές τις οχτώ ώρες που δεν κρατάει τα σκοινιά της, ο Γιάννης Κότας, χωριατόπαιδο από την Τρικουκιά των Γρεβενών. Μπαίνει, βγαίνει στο πολυβολείο, ρίχνει, σταματάει, στέλνει πίσω, περιμένει – τίποτα δεν είναι στα κουτουρού, τίποτα δεν είναι λιγότερο, τίποτα δεν είναι περισσότερο από ότι χρειάζεται για τη μάχη του. Δε νιώθει την ανάγκη μήτε να δείξει την παλληκαριά του, μήτε να θυσιαστεί ,μήτε να συμπονέσει μήτε ν’ αγριέψει. Νιώθει μονάχα την ευθύνη της εντολής που του δώσανε. Και τη βγάζει πέρα κι ορίζει το πεδίο της μάχης σαν ένας αληθινός στρατηγός.
Σε λίγο ξαναρχίζουνε τα αεροπλάνα να γυρίζουν απάνω τους. Είναι ακόμα μια επίθεση. Ζουν ακόμα εκεί πάνω; – θα ρωτούν οι Αμερικάνοι. Κι ακόμα μια φορά παίρνουν την ίδια απόκριση. O Κότας, ο Οικονόμου και ο Σαββίδης με τα’ οπλοπολυβόλο βγαίνουν έξω απ’ τ’ οπλοπολυβολείο και αρχίζουν να ρίχνουν. Μια οβίδα πέφτει μπροστά τους. Ο Σαββίδης κάθεται κάτω.
– Ωχ, τραυματίστηκα και γω.
Και γελάει ο Σαββίδης. Του φαίνεται αστείο πώς τραυματίστηκε έτσι στα γρήγορα. Ο Κότας αρπάζει ένα στεν και χτυπάει. Ρίχνει και τ’ οπλοπολυβόλο, ρίχνει κι ο Παληοχωρίτης από τη θέση του. Και σταματούνε κι αυτή την επίθεση.
Είναι η τελευταία τους. Σε λίγο σταματούνε τα πάντα σαν να κόπηκαν με το μαχαίρι. Σταματούν τα κανόνια, χάνονται τ’ αεροπλάνα. Ο Σαββίδης χώνει το χέρι του μέσα στο παντελόνι του, το ξαναβγάζει ματωμένο, τους το δείχνει και γελάει.
– Αχού, τώρα τραυματίστηκα και γω.
Κανόνια, αεροπλάνα, ντουφέκια, πολυβόλα όλα σταματήσανε πια στο Τσεροβέτσι. Σηκώνεται τέλος κι ο Παληοχωρίτης από τη θέση του και στέκουν κ’ οι τέσσερις και γρικούνε για μια στιγμή τη βαθιά σιωπή π’ απλώνεται γύρω τους. Κοιτάζονται στα μάτια.
– Τέλειωσε;
Τέλειωσε στ’ αλήθεια. Το 581 και το 582 τσακιστήκανε δυό μέρες μπροστά στο πολυβολείο. Το 583 αναποδογυρίστηκε μ’ αντεπίθεση. Τα τηλέφωνα κουδουνίζουν, τμήματα ξεκινούν για τη γενική αντεπίθεση, γροθιές σηκώνονται και δίκοχα πετάγονται στον αέρα. Και πέρα για πέρα σ’ όλο το μέτωπο της Μουργκάνας, μαζί με το Σαββίδη, γελούνε.
Τέρμα. Το Τσεροβέτσι δεν έπεσε. Η Μουργκάνα δεν παίρνεται από τα χέρια του Δημοκρατικού Στρατού. Δεν είναι απόρθητο το βουνό. Ανίκητος είναι ο Λαός που το ζώνει και τα παιδιά του που το φυλάνε: Τα πολυβολεία που κρατούνε το Τσεροβέτσι χτυπούνε με τον παλμό της καρδίας τριακόσιων χιλιάδων Ηπειρωτών, εφτά εκατομμυρίων Ελλήνων.
Για να το καταλάβουν αυτό οι στρατηγοί σαν τον κύριο Αντωνόπουλο χρειάστηκε να χάσουν άλλους εφτακόσιους στρατιώτες – δηλαδή ένα σύνολο από χίλιους τετρακόσιους ογδόντα τέσσερις στις δύο επιχειρήσεις. Και ν’ αφήσουν στα χέρια μας δεκατέσσερις όλμους με εννιακόσια βλήματα, καμιά πενηνταριά μικρά και μεγάλα αυτόματα, εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδες σφαίρες, χίλιες χειροβομβίδες, δέκα ασυρμάτους, αποθήκες ολόκληρες από ρούχα και παπούτσια για να ντυθούν οι μαχητές μας και να τους κυνηγούνε καλύτερα.
Ένα σύντομο ανακοινωθέν του Γενικού Επιτελείου του φασιστικού στρατού βγήκε την άλλη μέρα για ν’ αναγγείλει πως «οι επιχειρήσεις εις Μουργκάναν διακόπτονται διά να επαναληφθούν όταν ο εθνικός στρατός κρίνει εΰθετον την στιγμήν». Δε μας απαρατάτε, μουρμούρισαν οι φουκαράδες οι εθνικόφρονες. Οι εφημερίδες γράφανε με μεγάλα ψηφία πως θα «χρειασθούν και άλλοι σκληροί αγώνες και άλλαι θυσίαι, αλλά η Μουργκάνα τελικώς θα καταληφθή». Χάσανε τις ειδήσεις που βάλανε δυό μέρες γληγορότερα! Μια μεγάλη συζήτηση άνοιγε ανάμεσα στο διωγμένο Βεντήρη και την καινούργια αγωνία του στρατού τους, αν ήταν το πεδινό ή το ορειβατικό πυροβολικό που θα τους έδινε τη νίκη στη Μουργκάνα. Μα ο Γενικός Διοικητής Ηπείρου κύριος Ρέπας έλεγε κείνες τις μέρες στο στενό περιβάλλον του:
– Δε θα μπορέσουμε να κρατήσουμε την Ήπειρο περισσότερο από δυό-τρείς μήνες ακόμα.

Τέλειωσα τη διήγηση μου. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερα – σαν γραμματικός – με τα περιστατικά της μάχης. Πρέπει μονάχα να πω πως όλα βαλθήκανε με τη σειρά την κανονική τους. Δεν υπάρχουνε σ’ αυτή τη διήγηση ανακρίβειες ούτε υπερβολές. Οι διάλογοι είναι όλοι αυθεντικοί. Ξεχωριστά οι πληροφορίες σχετικά με τις κινήσεις, τις ενέργειες και τις προθέσεις ακόμα του εχθρού είναι απόλυτα βεβαιωμένες. Κι όλα μέσα στη διήγηση είναι υποταγμένα, όχι μόνο γενικά στον αλήθεια, μα στην πιο αυστηρή απαίτηση της ακρίβειας και για το πιο μικρό περιστατικό.

Μα τα πρόσωπα, το βλέπω τώρα ολοκάθαρα, δεν τα χρωμάτισα όπως ήθελα κι όσο θα ‘πρεπε. Μου ξέφευγαν κάθε στιγμή. Μέσα στο νου μου το ΄να συνταυτίζεται με τ’ άλλο, μπλέκουν όλα μαζί. Κ’ έρχονται μαζί και μορφές από τα περασμένα – φυλακές και στρατόπεδα κ’ εξορίες – αγαπημένες νεανικές μορφές στην Αθήνα το Δεκέμβρη, ελασίτες που κλαίγανε μέσα στα γένια τους, δίνοντας τα όπλα τους μετά τη Βάρκιζα, σύντροφοι μας που χαθήκανε – κι όλα μαζί γίνονται ένα. Κι όλα συνθέτουν και στήνουνε μπρος μου τη μία μορφή του Έλληνα μαχητή. Μερικά χαρακτηριστικά της θα μπορούσε κανένας να τα ξεχωρίσει και στα πρόσωπα που αναφέρονται σ’ αυτή τη διήγηση: Γληγοράδα μαζί με την παλληκαριά. Φιλοτιμία. Κι ατομικότητα.

Τώρα είναι ησυχία στη Μουργκάνα. Το μέτωπό μας είναι μακριά και μπροστά – πού είναι το μέτωπο; Στον Καλαμά, στο Πωγώνι, στην Παραμυθιά, στα Γιάννινα απ’ έξω; Εδώ κάπου-κάπου χτυπάει το κανόνι και οι δικοί μας οι όλμοι που του αποκρίνονται. Οι άλλοι κλειστήκανε με συρματοπλέγματα σε κάτι υψώματα που κράτησαν ολόγυρα στη Μουργκάνα κ’ οι δικοί μας πηγαίνουν τη νύχτα και τους χτυπούν. Δράσις περιπολιών λέγεται αυτό στη στρατιωτική γλώσσα. Στην πραγματικότητα  είναι να μην κοιμούνται τη νύχτα ποτές μέσα στα συρματοπλέγματα τους και κάπου-κάπου να λείπει κανένας από τις ομάδες μας που τους χτυπούν – και γυρίζουνε το πρωί. Τα κανόνια ξαναχτυπούν, οι όλμοι δεν αργούν ν’ αποκριθούν και ξαναγίνεται ησυχία.

Βρέχει. Ο ημιονηγός σιγοτραγουδάει. Τα πέταλα των μουλαριών τροχαλίζουν απάνω στο χαλικόδρομο. Στο φυλάκιο που σταματούμε, μια διμοιρία κατεβαίνει για νυχτερινή κρούση. Ο δρόμος δεν μας χωράει κι αναμερίζουμε να περάσουν. Κάποιος φωνάζει μέσα στη φασαρία και το σκοτάδι.
– Λάκη, ε, ωρέ Λάκη. Μ’ ακούς; Η Ρίγκω, ρε Λάκη. :
– Ε;
– Σκοτώθηκε χτες.
Τα πέταλα ξανατροχαλίζουν στο χαλικόδρομο που κρέμεται πάνω από τη ρεματιά. Ο ημιονηγός τραγουδάει:


Βρέχει ο ουρανός και βρέχεσαι,
χιονίζει θα κρυώσεις,
θα σου βραχούνε τ’ άρματα…

Είναι μια λεβεντιά και μια τρυφερότητα σ’ αυτό το τραγούδι. Η Ρίγκω σκοτώθηκε χτες. Δε θα ξανανεβεί στα βουνίσια μονοπάτια, δε θα ξαναπερπατήσει στα ντερβένια του κάμπου. Δε θα ιδεί τη λευτεριά και την ειρήνη. Για μια στιγμή ο τόπος γιομίζει πίκρα.
Μα οι σύντροφοι της Ρίγκως ξαναπηγαίνουνε τώρα για τη νυχτερινή τους επίθεση στα συρματοπλέγματα. Και τραγουδούν. Πάνωθέ μας, ψηλά στις κορφές και τ’ απότομα πλάγια της, η Μουργκάνα στυλώνει την άγρια της αυστηρότητα. Είναι η εγγύηση της νίκης. Απ’ εκεί κατεβαίνουν τα τμήματά μας. Κάτω, χαμηλά στο ποτάμι π’ αναδιπλώνονται τα ήμερα χωματοβούνια, η ανοιξιάτικη φύση μοσκοβολάει. Είναι η υπόσχεση της ειρήνης, εκεί τραβούνε τα τμήματα μας κι όλο μπαίνουν βαθύτερα στον ήμερο τόπο, στις κοιλάδες του Καλαμά, στην πεδιάδα του Αχέρονα. Το τραγούδι της διμοιρίας που κατεβαίνει γιομίζει τη ρεματιά, ο αντίλαλος του σκεπάζει τα πάντα, κυριαρχεί και μας κατακλύζει. Δίχως να το μιλήσουμε, σαν από σύνθημα, αρχίζουμε και μεις στη δική μας συνοδεία και τραγουδάμε μαζί τους, μαζί με όλο το στρατό μας που μάχεται, μαζί με όλο το λαό μας που πολεμάει


Στ’ άρματα, στ’ άρματα

εμπρός στον αγώνα,

για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά.



Δημήτρη Χατζή Θητεία (αγωνιστικά κείμενα 1940 -1950), Κείμενα, Αθήνα 1979

Την Κυριακή 26 Ιουνίου ανηφορίζουμε στα δύσβατα μονοπάτια της Μουργκάνας στη Θεσπρωτία ακολουθώντας  τα βήματα των μαχητών και μαχητριών του ΔΣΕ. Εκδήλωση μνήμης και τιμής για τα 70 χρόνια από την ίδρυση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας που διοργανώνει το ΚΚΕ.

Το πρώτο μέρος εδώ.
Το δεύτερο μέρος εδώ.

Το τρίτο μέρος εδώ.