Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2021

Καλή - Καλύτερη χρονιά...

 

Ήρθε κ' η κρίσιμη στιγμή να διαπλεύσεις
ό,τι παφλάζει ακόμη κι ό,τι πάγωσε
ο Χρόνος - ύφαλος κι ο Χρόνος - φάρος
ανοιγοκλείνοντας το στόμα σαν αυτόματα
κ' εσύ ανάμεσά τους μ' έναν οίακα
και τα εύθραυστα πανιά της Ποίησης

Μνήμη Συνήθεια  Οι δύο συμπληγάδες

Γιάννης Δάλλας

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2020

Ο χρόνος είναι ένα παιδί...

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!

Ξύπνησα ένα πρωί
κι ήταν δίπλα μου μικρό παιδί
το ‘βλεπα πρώτη φορά
μα αυτό με γνώριζε καλά.

Έπαιζε ώρα πολλή
με δυο ζάρια που ‘χε κάπου βρει.
κι έριχνε κάθε φορά 
μια στην πίκρα μου, μια στη χαρά.

Χρόνε μικρέ μου, μείνε κοντά μου
να μεγαλώσεις μη μου βιαστείς
κι εγώ το χρέος θα στο πληρώσω
μα κάνε δόσεις αν το μπορείς.

Έπαιζε ώρα πολλή
με δυο ζάρια που ‘χε κάπου βρει
κι έριχνε κάθε φορά 
μια στην πίκρα μου, μια στη χαρά.

Ήταν δικό μου παιδί
που δεν είχε ακόμα γεννηθεί
κι ήτανε όλα αυτά
που η ζωή, το ξέρω, μου χρωστά.

Μουσική: Γιώργος Σταυριανός
Στίχοι: Μάκης Τσίτας
Ερμηνεία: Σοφία Παπάζογλου
Δίσκος: Η πηγή των θαυμάτων (Μετρονόμος 2017)


Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

Χρόνος…..

Αναδημοσίευση από το εξαιρετικό ιστολόγιο Ατραπός


“Ο Χρόνος, αυτός ο αδηφάγος άρχοντας που μας διαφεντεύει…..” και ο Χρόνος με προσπέρασε πάλι και πάνε 3 χρόνια από τότε που τον συνάντησα σε ένα σπίτι στην Λαμπανίτσα (....απομεινάρια μια ζωής) και έλαχε εδώ στην Πόβλα να περάσω ξανά το…κατώφλι του.
 Μου έριξε λοξές ματιές κατεβαίνοντας να επισκεφτώ το Γεφύρι της Γκρίκας. Ήταν ανακατεμένος με την πρωινή παγωμένη αντάρα, σ ένα από τα τελευταία σπίτια του χωριού και θαρρώ μου έγνεψε καθώς περνούσα βιαστικός δίπλα του. Η λαχτάρα όμως να προλάβω και να βρεθώ πάνω στο πέτρινο Γεφύρι της Γκρίκας υπερνίκησε την παράξενη αυτή αίσθηση – κάλεσμα να διαβώ το κατώφλι του. Μα επιστρέφοντας πια πίσω,  με καρτερούσε, υπομονετικά, όπως μόνο αυτός ξέρει. Τότε ήταν που ανηφορικός  δρόμος για το χωριό λες και εξαφανίστηκε και πια το διάβα μου περνούσε μόνο από το σπίτι του, μέσα απ την πόρτα του που κι αυτή ήταν ανοιχτή, περίμενε τον οδοιπόρο.
 Με το πρώτο βήμα στην αυλή και….σαν τα δευτερόλεπτα, τα λεπτά, η ώρα, να πάγωσαν. Ο Χρόνος φίλεψε στον ταξιδευτή του ένα “πάγωμα” του, καλωσόρισμα όπως κάθε νοικοκύρης κάνει σ αυτά τα μέρη. Στάθηκε ακίνητος πλάι μου και  μαζί γυρίσαμε, πρώτα προς την μεριά που φυσούσε το ξεροβόρι. Με μια ματιά του είδα την αγέρωχη Μουργκάνα, πότε παγωμένη ντυμένη με του λευκού το πέπλο, πότε πράσινη τυλιγμένη με του τσαγιού  τ΄ άρωμα μα και…τότε… μπαρουτοκαπνισμένη δεμένη με τα συρματοπλέγματα του αλληλοσπαραγμού.
 Παιχνίδια του Χρόνου στην αυλή του και στραφήκαμε λίγο πιο κοντά πάνω εκεί στην Πόβλα. Οι καμινάδες όλες βγάζανε καπνό, και η κάπνα ανυψωνόταν μαζί με τις ανέμελες φωνές παιδιών από τα σοκάκια του χωριού. Και να σου! κατηφόριζαν γυναίκες ζαλωμένες, αντάμα με πραματευτάδες, κινούσαν προς τα νερά της Παύλας μα και παρέκει προς την Καμίτσιανη, τον Τσαμαντά.
Μα αυτό το στριφογύρισμα  του χρόνου καιρός ήταν να τελειώσει, ήταν ώρα να με προσκαλέσει μες στο σπίτι του.
 Η πόρτα του,  ανοικτή έτοιμη να υποδεχτεί τον μουσαφίρη και το πόδι το δεξί πάτησε για πρώτη φορά το ξύλινο πάτωμα. Το πρώτο τρίξιμο του και σαν ρεύμα αισθήσεων διαπέρασε το κορμί μου όλο, παράγοντας εικόνες στο μυαλό και την ψυχή, στιγμές του αφέντη χρόνου, αναμνήσεις που σαν σκιές περνούσαν και εγώ τις αποζητούσα, με κάθε βήμα, με κάθε τρίξιμο τις έφερνα μπρος μου. Ένα ένα βήμα  τις ακολούθησα πλάι στο τζάκι άπλωσα μαζί τους τα χέρια μπρος στην ζεστασιά του. Ένα  ένα τρίξιμο, περιδιαβήκαμε τον χώρο και φτάσαμε στην κουζίνα και με τρατάρανε μυρωδιές γεμάτες ρίγανη και τσάι. Διψασμένος καρτερούσα το επόμενο πάτημα, μέχρι που έφτασα στο μεγάλο δωμάτιο, των Ξένων, το καλό!!. Το φως, ο αέρας έμπαιναν από τα παράθυρά που κοιτούσαν τα βουνά, γέμιζαν τον χώρο, μαζί με τις αναμνήσεις στριφογύριζαν. Γινόταν ένα με τους τοίχους δίνοντας τους μια ζεστή απόχρωση και από μέσα τους άρχισαν να ξεπηδούν ήχοι, φωνές, γέλιο, κλάμα. Σιγανό ηπειρώτικο τραγούδι του μισεμού, του νόστου…..και τότε ακούστηκε το τελευταίο τρίξιμο, το πιο δυνατό, τράνταξε συθέμελα την ψυχή μου. Γύρισα και κοίταξα την ντουλάπα στην εσοχή του τοίχου. Το βλέμμα έμεινε καρφωμένο σε μια από τις πιο συγκλονιστικές Στιγμές που έχω βιώσει. Μια φωτογραφία, δύο ζευγάρια βλέμματα καλοσυνάτα. Ακόμα και ο Χρόνος παραμέρισε, αφήνοντας το κενό του, να γεμίσει από συναισθήματα. 
 Έμεινα να κοιτώ τις δύο φιγούρες …στην όψη τους «ξεχώριζα» τον παππού, τον πατέρα, τον αδελφό, τον φίλο. Τον ξενιτεμένο που η κάθε οικογένεια έχει σε αυτά τα ακριτικά τα μέρη. Βούρκωσα, δεν άντεξα,   θαρρώ δάκρυσαν και δυο τους απέναντί μου. Και τα βλέμματα αγκαλιαστικαν  και όλοι μαζι   σιγοτραγουδήσαμε…

Αχ τώρα στα ξεχωρίσματα ελα γιέ μου να φιληθούμε,
ωρε γιατί έχουμε ζωή και θάνατο, ποιος ξέρει αν θ’ ανταμωθούμε

Δεν ξέρω πόσο στάθηκα εκεί, μόνο αυτός ο Χρόνος που είχε παραμερίσει για λίγο, ξέρει. Άρχισε πάλι να κυλά σαν να με ξεπροβόδιζε και ξέμεινα με τα Ξεχωρίσματα στα χείλη να βαδίζω πιά προς την έξοδο.
 Τα τριξίματα πια ακουγόταν αμυδρά, λες και  οι αναμνήσεις που γυρόφερναν τον χώρο χανόταν και αυτές…ή μάλλον σιγά σιγά τρύπωναν μέσα στα δυο μπαούλα π’ απομείναν. Βουβές πια καρτερούσαν και αυτές να τις πάρουν μακριά στα ξένα, να ανταμώσουν τον κύρη, τον γιό, την κόρη.

…Αχ αυτού μακριά που βρίσκονται, εκεί γιέ μου στην Αυστραλία, Αμέρικη και Γερμανία…. 

Άφησα το Σπίτι στην άκρη της Πόβλας πίσω μου, με τον Χρόνο να με αποχαιρέτα από το κατώφλι τις εξώπορτας. Διέκρινα ένα κρυφό χαμόγελο του, το ξέραμε καλά κι δυο μας ότι μέχρι την επόμενη στροφή, να σου, θα μ έφτανε και ξανά τρέχοντας, θα με ξεπερνούσε ….Αυτός ο Χρόνος, ο αδηφάγος άρχοντας που μας διαφεντεύει…..  




 

....πια το διάβα μου περνούσε μόνο από το σπίτι του, μέσα απ την πόρτα του που κι αυτή ήταν ανοιχτή, περίμενε τον οδοιπόρο......

....στιγμές του αφέντη χρόνου, αναμνήσεις που σαν σκιές περνούσαν και εγώ τις αποζητούσα, με κάθε βήμα, με κάθε τρίξιμο τις έφερνα μπρος μου.....

















Το φως, ο αέρας έμπαιναν από τα παράθυρά που κοιτούσαν τα βουνά, γέμιζαν τον χώρο, μαζί με τις αναμνήσεις στριφογύριζαν.




.....τα τριξίματα πια ακουγόταν αμυδρά, λες και  οι αναμνήσεις που γυρόφερναν τον χώρο χανόταν και αυτές…ή μάλλον σιγά σιγά τρύπωναν μέσα στα δυο μπαούλα π’ απομείναν....

............. ο Χρόνος με προσπέρασε πάλι και έλαχε εδώ στην Πόβλα να περάσω ξανά το…κατώφλι του.


Αχ στείλε μου το κορμάκι σου, σε μια γιέ μου φωτογραφία,
.......


Με τ’ εσένα θέλω να `μαι, και στην Ήπειρο καλά `ναι.



Σημείωση:  Εκ τον υστέρων με ενημέρωσε η Βαρβάρα Κακούτση  που ζει στην Βοστόνη, ότι το σπίτι είναι από το σόι Σπύρου Τσίγκου ο οποίος είναι από δεξιά στην φωτογραφία. Τα δύο εγγόνια του Σπύρου Τσίγκου μένουν στην Βοστόνη και το Τέξας.
Επίσης ο Παναγιώτης Ανυφαντής (Πρόεδρος της Αδελφότητας Πόβλας) με ενημέρωσε ότι ο Σπύρος Τσίγκος ήταν στην Αμερική από τους πρώτους μετανάστες. Είχε ένα γιο που πέθανε και αυτός στην Αμερική πριν 10 χρόνια περίπου και τον φέρανε στην Πόβλα να ταφεί.
Τους ευχαριστώ πολύ για τις πληροφορίες που μου παρείχαν.

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

Πού πάει ο καιρός που φεύγει κι όταν φτάνει ξαναφεύγει; *

                     


                                                               Χρόνος παρών και χρόνος παρελθών ίσως και οι δύο
                                                                                  Παρόντες είναι εις χρόνο μέλλοντα
                                                   Κι ο μέλλων χρόνος έγκλειστος εις χρόνοπαρελθόντα
                                                                                                                                 Τ.Σ.Έλιοτ

Η έννοια του χρόνου απασχόλησε την ανθρώπινη νόηση σε όλες τις εκφάνσεις της: τη φιλοσοφία, την τέχνη, τη λογοτεχνία. Το μη αντιστρεπτό του, ο σαφής δηλαδή διαχωρισμός του παρελθόντος - που δεν ξαναζεί - από ένα αινιγματικό μέλλον, αποτελεί μια πικρή διαπίστωση που πλούτισε τον πολιτισμό μας με αριστουργήματα. Στις ταινίες του Βισκόντι ή στον Φάουστ του Γκαίτε κυριαρχεί η φθορά και η απόγνωση. Ο Προυστ , αντίθετα, στην αναπότρεπτη ροή χρόνου αντιτάσσει την αναζήτηση του παρελθόντος, τη σημασία της μνήμης και της στιγμής. Έτσι, το " βέλος του χρόνου", όπως ονόμασε εύστοχα τη μονόδρομη φορά του χρόνου ο αστροφυσικός  Arthur Eddington, ούτε να αμφισβητηθεί ούτε να αγνοηθεί μπορεί. Και βρίσκει την πιο παραστατική και συνάμα πιο σπαρακτική έκφρασή του στον Κ.Π.Καβάφη.


Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ΄εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα-
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,[...]

Δεδομένης λοιπόν της μονόδρομης φοράς που έχει ο χρόνος στην ανθρώπινη  ζωή, ο αναγνώστης ίσως αιφνιδιαστεί ,από την ουδετερότητά του στην επιστήμη. Εκεί, στον κόσμο της Φυσικής και των Μαθηματικών, το βέλος του Χρόνου δεν υπάρχει! Ή, αν υπάρχει , είναι πολύ δύσκολο να εντοπισθεί. Οι φυσικές διαδικασίες φαίνεται ότι απεχθάνονται την απαγόρευση που θέτει ο κοινός νους -" το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω"- στη ροή του χρόνου[...]

[...] ο χρόνος είναι ένα απόλυτο μαθηματικό μέγεθος που ρέει ομοιόμορφα. Το μέλλον είναι προβλέψιμο, όπως είναι προσιτή και η γνώση για το παρελθόν[...]

[...] εύκολα κατανοεί κανείς την επανάσταση που, ανάμεσα σε άλλα, έφερε η μεγαλοφυΐα του Αϊνστάιν όσον αφορά στην πραγματική φύση του χρόνου. Η Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας , που διατυπώθηκε όσο ο Αϊνστάιν ήταν ακόμα υπάλληλος σ΄ένα γραφείο ευρεσιτεχνιών, ενοποιεί, κατ΄ουσίαν, το χώρο και τον χρόνο. Για τον κοινό άνθρωπο αυτό είναι αδιανόητο. Ο χώρος, με τις τρεις διαστάσεις του, είναι απόλυτα προσιτός στη νόηση και την εμπειρία μας. Ο χρόνος , αντίθετα, όχι μόνον είναι δύσκολο να οριστεί, αλλά έχει και φύση ποιοτικά διάφορη. Ο αταίριαστος εντούτοις αυτός γάμος του χώρου με τον χρόνο έλυσε - όπως γίνεται και με κάποιους αταίριαστους γάμους στη ζωή! - πρακτικά αδιέξοδα , ενώ είχε βαθήτατες συνέπειες στην κατανόησή μας για τον κόσμο. Ο χωροχρόνος, με τον τρισδιάστο χώρο και τον χρόνο ως τέταρτη διάστασή του, αποτελεί τον βασικό ιστό του Σύμπαντος. Η ροή του χρόνου " επιβραδύνεται" όσο η ταχύτητα ενός σώματος πλησιάζει την ταχύτητα του φωτός, που είναι η ανώτερη που γνωρίζει η φύση[...]

Καιρός όμως να επιστρέψουμε στην ανθρώπινη πλευρά του χρόνου. Όταν στο ομώνυμο βιβλίο ο μικρός πρίγκηπας επισκέπτεται τον πέμπτο του πλανήτη, διαπιστώνει ότι χωρούσε ίσα ίσα ένα φανάρι και έναν φανοκόρο, που είχε εντολή να ανάβει το βράδυ το φανάρι και να σβήνει το πρωί.

- Εκεί ακριβώς είναι το δράμα, είπε ο φανοκόρος. Ο πλανήτης από χρονιά σε χρονιά άρχισε να περιστρέφεται όλο και πιο γρήγορα, κι η εντολή δεν άλλαξε!
- Και λοιπόν, είπε ο μικρός πρίγκηπας.
- Και λοιπόν, τώρα που κάνει κάθε λεπτό και μια περιστροφή, δεν έχω ούτε στιγμή ανάπαυση. Ανάβω και σβήνω κάθε λεπτό!

Το κυνήγι του χρόνου και η αγχωτική ροή του είναι ένα χαρακτηριστικό της σύγχρονης ζωής. Κατά κάποια έννοια, ο δικός μας πλανήτης περιστρέφεται όλο και πιο γρήγορα. Κι ενώ αυτό σημαίνει περισσότερα ηλιοβασιλέματα, η Εντολή έγινε αυστηρότερη και δεν αφήνει το σύγχρονο άνθρωπο να τα χαρεί.



Ένα απόσπασμα από το εξαιρετικό βιβλίο του Γιώργου Γραμματικάκη , ένας αστρολάβος του Ουρανού και της Ζωής, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2012


* Ο στίχος στον τίτλο είναι της Μαριανίνας Κριεζή