Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φωτογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φωτογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2017

Γιαγιάδες


Χωρίς προοπτική

Οι γυναίκες της μεγάλης ηλικίας
Μοιάζουν σα να μη τις άγγιξε κανείς
Έτσι που κάθονται στο σπίτι μονάχες
Ή στην εξοχή με σταυρωμένα χέρια

Τι να αισθάνονται τάχα
Την ώρα που νυχτώνει
Και πρέπει να κοιμηθούνε πάλι
Χωρίς να 'ναι κουρασμένες

Λένε πως βλέπουν όνειρα πολλά
Πως κουβεντιάζουν με τους πεθαμένους
Γι' αυτό φαίνονται θλιμμένες το πρωί
Έτσι που πίνουν σιωπηλά τον καφέ τους
Χωρίς σχέδια και προοπτικές
Για τη νέα μέρα
Που προχωρεί απάνω τους
Αδιάφορα

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Θαλασσινό ημερολόγιο (1981)






Γίνεται γλέντι μάτια μου, ντύσου αν θέλεις κι έλα
Μη βάλεις καθημερινά ούτε και τα καλά σου
και μην το παίξεις γκόμενα και φοβηθεί η κοπέλα
που κρύβεται στα στήθια σου και στη μικρή καρδιά σου

Τη γριά που χαιρετίζω στο απέναντι μπαλκόνι
τόσο λίγο την γνωρίζω, μα η ματιά της με πληγώνει

Κι όπως φεύγουνε οι μέρες και περνάνε οι βδομάδες
έτσι κρύβουνε οι κοπέλες τις μοναχικές γιαγιάδες

Είναι μέσα μου κρυμμένη είμαι μέσα της κι εγώ
τι να σκέφτεται η καημένη την κοιτάζω κι απορώ
Τι να σκέφτεται η καημένη την κοιτάζω κι απορώ
είναι μέσα μου κρυμμένη είμαι μέσα της κι εγώ

Μουσική/Στίχοι/Ερμηνεία : Βιτάλη Ελένη



Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

Χρόνος…..

Αναδημοσίευση από το εξαιρετικό ιστολόγιο Ατραπός


“Ο Χρόνος, αυτός ο αδηφάγος άρχοντας που μας διαφεντεύει…..” και ο Χρόνος με προσπέρασε πάλι και πάνε 3 χρόνια από τότε που τον συνάντησα σε ένα σπίτι στην Λαμπανίτσα (....απομεινάρια μια ζωής) και έλαχε εδώ στην Πόβλα να περάσω ξανά το…κατώφλι του.
 Μου έριξε λοξές ματιές κατεβαίνοντας να επισκεφτώ το Γεφύρι της Γκρίκας. Ήταν ανακατεμένος με την πρωινή παγωμένη αντάρα, σ ένα από τα τελευταία σπίτια του χωριού και θαρρώ μου έγνεψε καθώς περνούσα βιαστικός δίπλα του. Η λαχτάρα όμως να προλάβω και να βρεθώ πάνω στο πέτρινο Γεφύρι της Γκρίκας υπερνίκησε την παράξενη αυτή αίσθηση – κάλεσμα να διαβώ το κατώφλι του. Μα επιστρέφοντας πια πίσω,  με καρτερούσε, υπομονετικά, όπως μόνο αυτός ξέρει. Τότε ήταν που ανηφορικός  δρόμος για το χωριό λες και εξαφανίστηκε και πια το διάβα μου περνούσε μόνο από το σπίτι του, μέσα απ την πόρτα του που κι αυτή ήταν ανοιχτή, περίμενε τον οδοιπόρο.
 Με το πρώτο βήμα στην αυλή και….σαν τα δευτερόλεπτα, τα λεπτά, η ώρα, να πάγωσαν. Ο Χρόνος φίλεψε στον ταξιδευτή του ένα “πάγωμα” του, καλωσόρισμα όπως κάθε νοικοκύρης κάνει σ αυτά τα μέρη. Στάθηκε ακίνητος πλάι μου και  μαζί γυρίσαμε, πρώτα προς την μεριά που φυσούσε το ξεροβόρι. Με μια ματιά του είδα την αγέρωχη Μουργκάνα, πότε παγωμένη ντυμένη με του λευκού το πέπλο, πότε πράσινη τυλιγμένη με του τσαγιού  τ΄ άρωμα μα και…τότε… μπαρουτοκαπνισμένη δεμένη με τα συρματοπλέγματα του αλληλοσπαραγμού.
 Παιχνίδια του Χρόνου στην αυλή του και στραφήκαμε λίγο πιο κοντά πάνω εκεί στην Πόβλα. Οι καμινάδες όλες βγάζανε καπνό, και η κάπνα ανυψωνόταν μαζί με τις ανέμελες φωνές παιδιών από τα σοκάκια του χωριού. Και να σου! κατηφόριζαν γυναίκες ζαλωμένες, αντάμα με πραματευτάδες, κινούσαν προς τα νερά της Παύλας μα και παρέκει προς την Καμίτσιανη, τον Τσαμαντά.
Μα αυτό το στριφογύρισμα  του χρόνου καιρός ήταν να τελειώσει, ήταν ώρα να με προσκαλέσει μες στο σπίτι του.
 Η πόρτα του,  ανοικτή έτοιμη να υποδεχτεί τον μουσαφίρη και το πόδι το δεξί πάτησε για πρώτη φορά το ξύλινο πάτωμα. Το πρώτο τρίξιμο του και σαν ρεύμα αισθήσεων διαπέρασε το κορμί μου όλο, παράγοντας εικόνες στο μυαλό και την ψυχή, στιγμές του αφέντη χρόνου, αναμνήσεις που σαν σκιές περνούσαν και εγώ τις αποζητούσα, με κάθε βήμα, με κάθε τρίξιμο τις έφερνα μπρος μου. Ένα ένα βήμα  τις ακολούθησα πλάι στο τζάκι άπλωσα μαζί τους τα χέρια μπρος στην ζεστασιά του. Ένα  ένα τρίξιμο, περιδιαβήκαμε τον χώρο και φτάσαμε στην κουζίνα και με τρατάρανε μυρωδιές γεμάτες ρίγανη και τσάι. Διψασμένος καρτερούσα το επόμενο πάτημα, μέχρι που έφτασα στο μεγάλο δωμάτιο, των Ξένων, το καλό!!. Το φως, ο αέρας έμπαιναν από τα παράθυρά που κοιτούσαν τα βουνά, γέμιζαν τον χώρο, μαζί με τις αναμνήσεις στριφογύριζαν. Γινόταν ένα με τους τοίχους δίνοντας τους μια ζεστή απόχρωση και από μέσα τους άρχισαν να ξεπηδούν ήχοι, φωνές, γέλιο, κλάμα. Σιγανό ηπειρώτικο τραγούδι του μισεμού, του νόστου…..και τότε ακούστηκε το τελευταίο τρίξιμο, το πιο δυνατό, τράνταξε συθέμελα την ψυχή μου. Γύρισα και κοίταξα την ντουλάπα στην εσοχή του τοίχου. Το βλέμμα έμεινε καρφωμένο σε μια από τις πιο συγκλονιστικές Στιγμές που έχω βιώσει. Μια φωτογραφία, δύο ζευγάρια βλέμματα καλοσυνάτα. Ακόμα και ο Χρόνος παραμέρισε, αφήνοντας το κενό του, να γεμίσει από συναισθήματα. 
 Έμεινα να κοιτώ τις δύο φιγούρες …στην όψη τους «ξεχώριζα» τον παππού, τον πατέρα, τον αδελφό, τον φίλο. Τον ξενιτεμένο που η κάθε οικογένεια έχει σε αυτά τα ακριτικά τα μέρη. Βούρκωσα, δεν άντεξα,   θαρρώ δάκρυσαν και δυο τους απέναντί μου. Και τα βλέμματα αγκαλιαστικαν  και όλοι μαζι   σιγοτραγουδήσαμε…

Αχ τώρα στα ξεχωρίσματα ελα γιέ μου να φιληθούμε,
ωρε γιατί έχουμε ζωή και θάνατο, ποιος ξέρει αν θ’ ανταμωθούμε

Δεν ξέρω πόσο στάθηκα εκεί, μόνο αυτός ο Χρόνος που είχε παραμερίσει για λίγο, ξέρει. Άρχισε πάλι να κυλά σαν να με ξεπροβόδιζε και ξέμεινα με τα Ξεχωρίσματα στα χείλη να βαδίζω πιά προς την έξοδο.
 Τα τριξίματα πια ακουγόταν αμυδρά, λες και  οι αναμνήσεις που γυρόφερναν τον χώρο χανόταν και αυτές…ή μάλλον σιγά σιγά τρύπωναν μέσα στα δυο μπαούλα π’ απομείναν. Βουβές πια καρτερούσαν και αυτές να τις πάρουν μακριά στα ξένα, να ανταμώσουν τον κύρη, τον γιό, την κόρη.

…Αχ αυτού μακριά που βρίσκονται, εκεί γιέ μου στην Αυστραλία, Αμέρικη και Γερμανία…. 

Άφησα το Σπίτι στην άκρη της Πόβλας πίσω μου, με τον Χρόνο να με αποχαιρέτα από το κατώφλι τις εξώπορτας. Διέκρινα ένα κρυφό χαμόγελο του, το ξέραμε καλά κι δυο μας ότι μέχρι την επόμενη στροφή, να σου, θα μ έφτανε και ξανά τρέχοντας, θα με ξεπερνούσε ….Αυτός ο Χρόνος, ο αδηφάγος άρχοντας που μας διαφεντεύει…..  




 

....πια το διάβα μου περνούσε μόνο από το σπίτι του, μέσα απ την πόρτα του που κι αυτή ήταν ανοιχτή, περίμενε τον οδοιπόρο......

....στιγμές του αφέντη χρόνου, αναμνήσεις που σαν σκιές περνούσαν και εγώ τις αποζητούσα, με κάθε βήμα, με κάθε τρίξιμο τις έφερνα μπρος μου.....

















Το φως, ο αέρας έμπαιναν από τα παράθυρά που κοιτούσαν τα βουνά, γέμιζαν τον χώρο, μαζί με τις αναμνήσεις στριφογύριζαν.




.....τα τριξίματα πια ακουγόταν αμυδρά, λες και  οι αναμνήσεις που γυρόφερναν τον χώρο χανόταν και αυτές…ή μάλλον σιγά σιγά τρύπωναν μέσα στα δυο μπαούλα π’ απομείναν....

............. ο Χρόνος με προσπέρασε πάλι και έλαχε εδώ στην Πόβλα να περάσω ξανά το…κατώφλι του.


Αχ στείλε μου το κορμάκι σου, σε μια γιέ μου φωτογραφία,
.......


Με τ’ εσένα θέλω να `μαι, και στην Ήπειρο καλά `ναι.



Σημείωση:  Εκ τον υστέρων με ενημέρωσε η Βαρβάρα Κακούτση  που ζει στην Βοστόνη, ότι το σπίτι είναι από το σόι Σπύρου Τσίγκου ο οποίος είναι από δεξιά στην φωτογραφία. Τα δύο εγγόνια του Σπύρου Τσίγκου μένουν στην Βοστόνη και το Τέξας.
Επίσης ο Παναγιώτης Ανυφαντής (Πρόεδρος της Αδελφότητας Πόβλας) με ενημέρωσε ότι ο Σπύρος Τσίγκος ήταν στην Αμερική από τους πρώτους μετανάστες. Είχε ένα γιο που πέθανε και αυτός στην Αμερική πριν 10 χρόνια περίπου και τον φέρανε στην Πόβλα να ταφεί.
Τους ευχαριστώ πολύ για τις πληροφορίες που μου παρείχαν.

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016

Βούλα Παπαϊωάννου, η ποίηση της φωτογραφίας

Γράφει η ofisofi // atexnos


Τέσσερα παιδιά, ένα κορίτσι και τρία αγόρια, πολύ φτωχικά ντυμένα  και ξυπόλυτα, περπατούν πάνω στο χιόνι το ένα πίσω από το άλλο. Τα τρία πρώτα κοιτούν κάτω, το τέταρτο προσπαθεί να μην πέσει. Ένα αμυδρό χαμόγελο διαγράφεται στο πρόσωπο του πρώτου αγοριού. Ίσως πηγαίνουν στο σχολείο, ίσως παίζουν. Στην δεξιά πάνω μεριά το απομεινάρι ενός κάστρου ρίχνει τη σκιά του.  Ασπράγγελοι  12 Φεβρουαρίου 1946. Σπαρακτική φωτογραφία.
papaioannou1a
Ασπράγγελοι,12 Φεβρουαρίου 1946
Αυτή ήταν η αφορμή για να γνωρίσω το έργο της φωτογράφου Βούλας Παπαϊωάννου, η οποία με τις περιγραφικές και υπαινικτικές φωτογραφίες της
«Μιλάει κυρίως για έναν κόσμο και για μια εποχή δυστυχίας, ανέχειας, μοναξιάς και φόβου. Περιγράφει με κλινική ακρίβεια και χωρίς αλλοιώσεις όσα βρίσκονται μπροστά στο φακό της. Εν τούτοις οι περισσότερες φωτογραφίες της, αποπνέουν  μια αισιοδοξία, μια τρυφερότητα, ακόμα και μια χαρά ζωής…» [1]
Το όνομά της δεν ήταν τόσο γνωστό όσο άλλων και η ίδια είχε φροντίσει να μην αφήσει πολλές πληροφορίες για τη ζωή της και το έργο της. Από τις ελάχιστες γυναικείες παρουσίες στο χώρο της φωτογραφίας, δούλεψε ως φωτογράφος από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Η ίδια παρέδωσε το αρχείο της στο Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη το 1976 και έγινε πιο γνωστό το έργο της στους νεότερους μετά την πρώτη ατομική της έκθεση το 1989.
Ο Απόλλων του Ομφαλού, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα 1935 -1939
Ο Απόλλων του Ομφαλού, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα 1935 -1939
«- Θα αρχίσω από τη ζωή μου.
– Θα μου πείτε περιληπτικά τις σπουδές σας;
– Με ενδιέφερε η ζωγραφική, γενικά η καλλιτεχνική και η φιλολογική κίνηση. Αγαπούσα πολύ τη φιλολογία και ιδίως την αρχαιολογία. Γι’ αυτό πήγα στο Πολυτεχνείο των Καλών Τεχνών. Τότε ήταν τρία χρόνια. Άρχιζες με την ιχνογραφία και μετά έπρεπε να κάνεις το κεφάλι και το σώμα ολόκληρο. Μόλις τελείωσα το πρώτο μέρος στο Πολυτεχνείο, εμπόδια στην οικογένεια με ανάγκασαν να σταματήσω.
Ναός του Ολυμπίου Διός, Αθήνα, 1935 - 39
Ναός του Ολυμπίου Διός, Αθήνα, 1935 – 39
Στο μεταξύ όμως, επειδή μ’ άρεσε η ζωγραφική, έπαιρνα μαθήματα κι έξω, στο ύπαιθρο. Πήγα με σκοπό να τελειώσω. Αναγκάστηκα και σταμάτησα.
Λίμνη Καϊάφα, 1939 - 40
Λίμνη Καϊάφα, 1939 – 40
Στη συνέχεια μου ήρθε η ιδέα να εργαστώ σοβαρότερα από ερασιτεχνικά. Καθώς λοιπόν πήγαιναν συχνά στο Αρχαιολογικό Μουσείο και είχα πιάσει πολλές φιλίες με τον διευθυντή, τότε, τον Φιλαδελφέα, ρώτησα τον ίδιο με τι μπορώ να ασχοληθώ πιο σοβαρά, στην αρχαιολογία. Μου είπε ότι εγώ θα σας συμβούλευα να κοιτάξετε κάτι κακές φωτογραφίες και κάρτες που δίνουμε μέσα στο Μουσείο και ν’ ασχοληθείτε  μ’ αυτό. Ήταν μια πολύ καλή ι΄δεα. Χωρίς να χάσω καιρό απευθύνθηκα στον Γεραλή, τον φωτογράφο, ο οποίος ήταν ένας από τους καλύτερους εκείνης της εποχής, σπουδαίος καλλιτέχνης, αδελφός του Γεραλή του ζωγράφου. Αυτός με έβαλε στα μυστικά της φωτογραφίας, και ιδίως του σκοτεινού θαλάμου, γιατί εκεί  ήταν η μεγάλη δουλειά τον παλιό καιρό. Τα έκαναν όλα οι φωτογράφοι μόνοι τους. Δεν είναι όπως τώρα. άλλαζαν χαρτιά, κάνανε χρώματα, κόβανε…Ασχολήθηκα πολύ εκεί. Και μαζί με τον Γεραλή κάναμε τις πρώτες φωτογραφίες στο Μουσείο, αμέσως…» [2]
 Αντιαεροπορικό όρυγμα, Αθήνα 1940
Αντιαεροπορικό όρυγμα, Αθήνα 1940
Την αποκάλεσαν «Φωτογράφο της Κατοχής» καθώς οι φωτογραφίες της από εκείνη την περίοδο και κυρίως εκείνες  με τα σκελετωμένα παιδιά από την πείνα, τις οποίες κρυφά έστελνε στο εξωτερικό μέσω του Διεθνούς και Ελβετικού Ερυθρού Σταυρού μαρτυρούσαν με συγκλονιστικό τρόπο το αποτέλεσμα της ναζιστικής κατοχής και βοήθησαν αποτελεσματικά στην αποστολή βοήθειας.
Αθήνα, 1941 - 1942
Αθήνα, 1941 – 1942
papaioannou7
Την θεώρησαν εκπρόσωπο του φωτογραφικού μοντερνισμού στην εποχή της για τον τρόπο με τον οποίο φωτογράφιζε τα θέματά της.
Ομαδικό πλέξιμο, Αθήνα 1940
Ομαδικό πλέξιμο, Αθήνα 1940
Την τοποθέτησαν ανάμεσα στους σημαντικούς φωτογράφους της ανθρωπιστικής φωτογραφίας γιατί προσέγγισε με ανθρώπινη ματιά και πρόβαλλε τον καθημερινό άνθρωπο στον αγώνα του για την επιβίωση μέσα στις πολύ δύσκολες συνθήκες της μεταπολεμικής και μετεμφυλιακής Ελλάδας. Οι φωτογραφίες της είναι ουμανιστικά ντοκουμέντα και γι’ αυτό της έδωσαν έναν ακόμα χαρακτηρισμό, αυτόν της μάνας του ουμανιστικού ντοκουμέντου στην Ελλάδα.
Συσσίτιο, Αθήνα 1941
Συσσίτιο, Αθήνα 1941
«Στις φωτογραφίες της δεν προκύπτουν με σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα και ο πραγματικός χώρος και χρόνος της κάθε φωτογραφίας. Η κάθε μια έχει το δικό της πεντακάθαρο αλλά μάλλον άγνωστο χώρο και τη δική της απόλυτη άλλα άγνωστη χρονική στιγμή….Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι πρόκειται για χώρους και στιγμές από τη ζωή της Βούλας Παπαϊωάννου που στάθηκε να περισυλλέξει για να μας μεταφέρει έναν κόσμο που εκείνη έβλεπε όπως εκείνη νόμιζε…Ένα πολύτιμο κομμάτι οπτικής ποίησης…» [3]
Συσσίτιο σε ίδρυμα για παιδιά, Αθήνα, 1942 -43
Συσσίτιο σε ίδρυμα για παιδιά, Αθήνα, 1942 -43
Με τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι αποτύπωσε την Ελλάδα, τον τόπο και τον άνθρωπο. Αρχικά φωτογράφιζε  αρχαία και βυζαντινά μνημεία, αγάλματα και τοπία. Στη συνέχεια όμως εξ αιτίας του πολέμου αλλάζει  συνειδητά την οπτική της και  ιχνηλατεί την ανθρώπινη παρουσία στα μετόπισθεν των γεγονότων προσπαθώντας να συλλάβει την επίδραση τους τόσο στους τόπους όσο και στους ανθρώπους.
Σημειώματα κρατουμένων στον τοίχο του γερμανικού κρατητηρίου της οδού Μέρλιν, Αθήνα, 1944
Σημειώματα κρατουμένων στον τοίχο του γερμανικού κρατητηρίου της οδού Μέρλιν, Αθήνα, 1944
Αν και δούλεψε ως φωτογράφος για τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού και για τις αμερικάνικες αποστολές βοήθειας  στη μεταπολεμική Ελλάδα κατόρθωσε να αποδεσμευτεί από τον υπηρεσιακό της ρόλο και να φωτογραφίζει  σύμφωνα με τις προσωπικές της ευαισθησίες και ενδιαφέροντα.
Ανάπηρο κορίτσι, Αθήνα, 1945
Ανάπηρο κορίτσι, Αθήνα, 1945
« «…η φωτογραφία δεν απευθύνεται μόνο στη νόηση. Μιλάει την παγκόσμια γλώσσα που είναι η γλώσσα της καρδιάς, γλώσσα της συγκίνησης, του πόνου ή της αγάπης που παντού εκφράζονται με τις ίδιες κινήσεις, τις ίδιες συμπεριφορές, τα ίδια βλέμματα, γιατί είναι έκφραση της ανθρώπινης ύπαρξης μας»(Fransois Buguion).Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η Β.Π ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις των εντολέων της και ταυτόχρονα ιστορούσε το πανόραμα της χώρας της, εστιάζοντας σε θέματα δικής της επιλογής και δημιουργώντας εμβληματικές εικόνες με αγέρωχες γυναικείες μορφές και πρόωρα μεγαλωμένα πρόσωπα των παιδιών που δεν συνδέονταν αναγκαστικά με τον συγκεκριμένο χρόνο κα τόπο…
Αναμονή παιδιών για εξέταση φυματίωσης στο Σικιαρίδειο νοσοκομείο, Αθήνα, 1945 -46
Αναμονή παιδιών για εξέταση φυματίωσης στο Σικιαρίδειο νοσοκομείο, Αθήνα, 1945 -46
Η ανθρωπιστική φωτογραφία της Β.Π χαρακτηρίζεται από σημαντικές αρετές όπως η διακριτική συναισθηματική συμμετοχή στο θέμα, χωρίς ρητορείες και ελεγειακούς τόνους, η λιτότητα στη σύνθεση και η σημειολογία των εικονογραφικών στοιχείων. Η δύναμη της ματιάς της όμως αναδεικνύεται ιδιαίτερα στα πορτρέτα, πλησιάζει τους ανθρώπους που επιλέγει χωρίς να τους παρενοχλεί, με αποτέλεσμα να διατηρούν τη φυσικότητα στην έκφραση τους ακόμα κι όταν έπρεπε η λήψη να είναι σκηνοθετημένη…» [4]
Χωρικές δίπλα σε ερείπια, 1945-47
Χωρικές δίπλα σε ερείπια, 1945-47
Η Βούλα Παπαϊωάννου αγαπούσε την Ελλάδα και αυτό το συναίσθημα διαχέεται σε όλο το έργο της.
Μαυροντυμένες γυναίκες, Δίστομο, 1945
Μαυροντυμένες γυναίκες, Δίστομο, 1945
« Το έργο της μοιάζει κομμένο στα δύο. Το ένα του κομμάτι ασχολείται με την «αθάνατη» και «αιώνια» Ελλάδα` το δεύτερο αφορά τις δύσκολες συνθήκες του πολέμου, της Κατοχής και της ανασυγκρότησης. Η Β.Π. ονόμασε αυτό το σκέλος της δουλειάς της «Ρεπορτάζ» και «Σύγχρονη ζωή». Αναφέρεται στα άμεσα γεγονότα που συνέβαιναν γύρω της, αγγίζοντας τα βαθύτερα ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτός ο άξονας περιορίζεται σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, τη δεκαετία του ’40, ενώ ο άλλος, η «αιώνια» Ελλάδα, διαπερνά το σύνολο του έργου της και αποτελεί το επίκεντρο της καλλιτεχνικής της ενασχόλησης…» [5]
Μαθήματα στην ύπαιθρο, Στρούνι Ιωαννίνων, 16 Φεβρουαρίου 1946
Μαθήματα στην ύπαιθρο, Στρούνι Ιωαννίνων, 16 Φεβρουαρίου 1946
Η έκφραση του σώματος, του προσώπου, οι χειρονομίες, οι λεπτομέρειες στις κινήσεις των ανθρώπινων δραστηριοτήτων απομονώνονται μέσα στο φακό της και δημιουργούν συναισθήματα που ξεφεύγουν από τα τοπικά και χρονικά όρια της συγκεκριμένης φωτογραφίας.
Σπάσιμο πέτρας. Κριεκούκι Θηβών(;), 1945 -1950
Σπάσιμο πέτρας. Κριεκούκι Θηβών(;), 1945 -1950
«- Τι ήταν για εσάς η φωτογραφία;
– Ένα ξεθύμασμα, μια ανάγκη εκδηλώσεως και κάτι που μου άρεσε πολύ…

Μακεδονία, 1945 -47
Μακεδονία, 1945 -47
– Απ’ ό,τι είδα στις φωτογραφίες σας, προσπαθείτε να αποτυπώσετε το στιγμιαίο.
– Ναι, με τραβούσε η γλύκα, η τραγικότητα, οι εκδηλώσεις της ζωής γενικά. Δίνουν καλή έκφραση. Εγώ έλεγα πάντα πως η φωτογραφίας μου είναι μόνο η έκφραση…
Βαρκάρης στη λίμνη των Ιωαννίνων, 1950 - 53
Βαρκάρης στη λίμνη των Ιωαννίνων, 1950 – 53
– Αυτό επιδιώκατε πάντα, την έκφραση;
– Την έκφραση. Η έκφραση δείχνει τον άνθρωπο τον πραγματικό, τον άνθρωπο χωρίς φτιασίδι, χωρίς στολίδι…» [6]
Θεσσαλονίκη, Παραλία, 1950 -55
Θεσσαλονίκη, Παραλία, 1950 -55
Ταξίδεψε σε πολλές περιοχές της Ελλάδας και ανεξάρτητα για ποιον φωτογράφιζε κάθε φορά « οι φωτογραφίες της είχαν πάντοτε πάρα πολλά στοιχεία προσωπικής ψυχικής ανάμειξης». [7]]
Όργωμα με μουλάρια. Στερεά Ελλάδα, 1947 -50
Όργωμα με μουλάρια. Στερεά Ελλάδα, 1947 -50
Επιπλέον τα ταξίδια της στο εξωτερικό της επέτρεψαν να έρχεται σε επαφή και να γνωρίζει το έργο σημαντικών φωτογράφων.
Μάζεμα φύλλων καπνού, 1950 -55
Μάζεμα φύλλων καπνού, 1950 -55
Η Βούλα Παπαϊωάννου μέσω της φωτογραφίας και της συμμετοχής σε ανθρωπιστικές οργανώσεις πρόνοιας είχε επαφή με γυναικείες οργανώσεις οι οποίες διεκδικούσαν ίσα δικαιώματα και δικαίωμα ψήφου και μπόρεσε να δραστηριοποιηθεί πολιτικά και να ξεφύγει από τη ζωή των γυναικών της εποχής της. Για παράδειγμα όταν ζήτησε να υπηρετήσει στο αλβανικό μέτωπο ως πολεμικός ανταποκριτής, αυτό δεν έγινε δεκτό γιατί ήταν γυναίκα. Εκείνη όμως χρησιμοποίησε το φακό της και κινήθηκε  μέσα στην Αθήνα καταγράφοντας την καθημερινότητα του άμαχου πληθυσμού  και τις αλλαγές που συντελούνταν στην πόλη.
Θερισμός . Λειβαδιά, Αύγουστος 1946
Θερισμός. Λειβαδιά, Αύγουστος 1946
Το κοινωνικό περιεχόμενο του έργου της παρέμεινε σχετικά άγνωστο γιατί οι φωτογραφίες της δεν έφεραν την υπογραφή της εξ αιτίας των συνθηκών δημοσίευσής τους. Πολλές φωτογραφίες , οι οποίες θεωρούνται ότι ανήκουν στην Β.Π λόγω των τεχνικών χαρακτηριστικών και της αισθητικής, δεν φέρουν κάποιο σημάδι της ταυτότητάς της. Είναι πιθανόν δε φωτογραφίες από τις γυναικείες φυλακές της Πάτρας ή των εξόριστων γυναικών στο Τρίκερι να τραβήχτηκαν από την Βούλα Παπαϊωάννου.
Αγρότες σε πηγή, Αττική, 1950 -55
Αγρότες σε πηγή, Αττική, 1950 -55
Όταν παρέδωσε το αρχείο της είναι πλέον γεγονός ότι  είχε ήδη καταστρέψει ένα μέρος ή κομμάτια της δουλειάς της, όπως εκείνα που αφορούσαν τα Δεκεμβριανά, τους φυλακισμένους του εμφυλίου , τους πρόσφυγες.
Μύκονος, 1950 -55
Μύκονος, 1950 -55
Η αξία του έργου της Βούλας Παπαϊωάννου είναι μεγάλη τόσο από φωτογραφική και καλλιτεχνική  όσο και από ιστορική σκοπιά.
Πορτρέτο ψαρά, Εύβοια, 1950 -55
Πορτρέτο ψαρά, Εύβοια, 1950 -55
«Σε μια εποχή που δοξάζει την αποδόμηση, το χάος και τη συμπτωματικότητα του τυχαίου, τη βαρβαρότητα, την έντεχνη ανατροπή του περιεχομένου των εννοιών και τη βαθμιαία διάψευση των ελπίδων για την άνθιση ενός ευρωπαϊκού ιδεώδους, η Βούλα Παπαϊωάννου μας υπενθυμίζει ποιο είναι το μέτρο των πάντων. Αφυπνίζοντας ταυτόχρονα κάποιας βασικής σημασίας ερωτήματα γύρω από τους άξονες κάθε πραγματικά μεγάλης δημιουργίας, όχι αποκλειστικά εικαστικής.»  [8]
papaioannou27
Η Βούλα Παπαϊωάννου
Πηγές:
[1], [3], [7] Πλάτων Ριβέλλης, Από την πληροφόρηση στην ποίηση. Το καλλιτεχνικό έργο της Βούλας Παπαϊωάννου
[2], [6] Η Βούλα Παπαϊωάννου σε πρώτο πρόσωπο. Συνέντευξη στη Ρούλα Μιχαηλίδου , άνοιξη 1988
[4] Φανή Κωνσταντίνου, Γύρω από τη ζωή και το έργο της Βούλας Παπαϊωάννου
[5] Johanna Weber, Στα χνάρια της Βούλας Παπαϊωάννου. Αναζητώντας τα αρχεία
[8] Άγγελος Δεληβοριάς , Πρόλογος στην έκδοση του λευκώματος

papaioannou28Οι πηγές και οι φωτογραφίες από το λεύκωμαΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΒΟΥΛΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. ΑΠΟ ΤΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΜΠΕΝΑΚΗ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ/ ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗΑΘΗΝΑ 2007, Α’ ΑΝΑΤΥΠΩΣΗ